32001D0089

2001/89/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την έγκριση υπό όρους της ενίσχυσης που χορηγήθηκε από τη Γαλλία στην Crédit Foncier de France (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(1999) 2035]

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 034 της 03/02/2001 σ. 0036 - 0054


Απόφαση της Επιτροπής

της 23ης Ιουνίου 1999

σχετικά με την έγκριση υπό όρους της ενίσχυσης που χορηγήθηκε από τη Γαλλία στην Crédit Foncier de France

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(1999) 2035]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2001/89/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 87 και 88,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως τα άρθρα 61 και 62,

Αφού έδωσε στα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα, τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους(1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1) Με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες από τις γαλλικές αρχές σχετικά με τη χορήγηση γραμμής ταμειακής διευκόλυνσης ύψους 20 έως 25 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, μέσω της Caisse des Depóts et Consignations (CDC), ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες ρευστότητας του ειδικευμένου πιστωτικού ιδρύματος Crédit Foncier de France (CFF). Οι γαλλικές αρχές απάντησαν στην Επιτροπή με δύο επιστολές, της 29ης Φεβρουαρίου και της 21ης Μαρτίου 1996, με τις οποίες απέστειλαν ένα μέρος των εγγράφων που είχαν ζητηθεί και την ενημέρωναν για την προσεχή υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης της τράπεζας από το νέο διοικητή της CFF.

(2) Με επιστολή της 17ης Απριλίου 1996, η Επιτροπή ζήτησε από τις γαλλικές αρχές τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να συμπληρώσει την ανάλυση των κρατικών μέτρων στήριξης της τράπεζας. Στις 29 Απριλίου, το Υπουργείο Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας ανακοίνωνε τη στήριξη του ιδρύματος που αντιμετώπιζε δυσχέρειες, παρέχοντας την εγγύηση του κράτους στα δάνεια της CFF και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση αποκατάστασης του συντελεστή φερεγγυότητάς της.

(3) Έχοντας υπόψη ότι ορισμένα από τα μέτρα που προβλέπονταν για τη στήριξη της CFF ήταν πιθανό να περιέχουν στοιχεία κρατικής ενίσχυσης με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν, στο στάδιο εκείνο και βάσει των τότε διαθέσιμων πληροφοριών, συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά, στις 3 Ιουλίου 1996 η Επιτροπή ξεκίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές διευκρινίσεις από τις γαλλικές αρχές για τα εξεταζόμενα μέτρα ενίσχυσης.

(4) Αρχικά, η επίλυση των προβλημάτων της CFF που εξέταζαν οι γαλλικές αρχές βασιζόταν στην εφαρμογή ενός σχεδίου ανάκαμψης -το οποίο προέβλεπε τον επαναπροσανατολισμό της δραστηριότητας του ομίλου στη μεσομακροπρόθεσμη στεγαστική πίστη και την αναδιοργάνωσή του- και τη σύμπραξη εταίρου. Ο νέος μέτοχος, χάρη στο rating του, θα επέτρεπε, αφενός, τη μείωση του κόστους αναχρηματοδότησης και, αφετέρου, την ανασύσταση των ιδίων κεφαλαίων. Μετά το διορισμό ενός νέου διοικητή, η τράπεζα ξεκίνησε μια ενεργό πολιτική εκχώρησης στοιχείων του ενεργητικού και αποχώρησης από μη στρατηγικές συμμετοχές. Εξάλλου, πραγματοποιήθηκε συμφωνία με τα συνδικάτα ώστε να ξεκινήσει σχέδιο 600 εθελοντικών αποχωρήσεων και να μειωθεί έτσι ως τα τέλη του 1997 το προσωπικό της CFF σε 2400 άτομα.

(5) Δεδομένου ότι οι πρώτες προσπάθειες αναζήτησης αγοραστή δεν είχαν θετικά αποτελέσματα, οι γαλλικές αρχές αποφάσισαν να εθνικοποιήσουν τη CFF. Το σχέδιο της γαλλικής κυβέρνησης, με την επωνυμία "plan Arthuis" που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 26 Ιουλίου 1996 παράλληλα με την εθνικοποίηση, προέβλεπε την εκκαθάριση στη συνέχεια της CFF και την επαναδημιουργία ενός δημόσιου οργανισμού, της Caisse Nationale du Credit Foncier de France (CNCF). Η Credit Immobilier de France (CIF) θα αγόραζε τα καταστήματα της CFF και θα αναλάμβανε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου δανείων της και θα διατηρούσε ένα μέρος των εργαζομένων της. Η CNCF θα λάμβανε 2,5 έως 2,6 δισεκακατομμύρια γαλλικά φράγκα από το κράτος ώστε να ανακτήσει το σύνολο των στεγαστικών τίτλων της CDC και θα αναλάμβανε να διασφαλίσει τα χρέη της CFF, καθώς και την επιστροφή των στεγαστικών δανείων, με την προοπτική μακροπρόθεσμης εκκαθάρισης δέκα περίπου ετών. Μετά την αναγγελία στις 9 Σεπτεμβρίου 1996 δημόσιας προσφοράς εξαγοράς από την Caisse des Depóts et Consignations (CDC), για λογαριασμό του κράτους, η CDC κατείχε πλέον 90,6 % του κεφαλαίου της CFF, το αποταμιευτικό ταμείο του προσωπικού της CFF το 1,3 %, το συνταξιοδοτικό ταμείο των εργαζομένων της CFF το 1,2 % και οι υπόλοιποι μέτοχοι το 6,9 %. Λαμβανομένων υπόψη των ισχυρών αντιστάσεων του προσωπικού έναντι της CIF, το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια από τη νέα κυβέρνηση, που ανέλαβε τα καθήκοντά της τον Ιούνιο του 1996. Αντ' αυτού, προβλεπόταν απλή πώληση της CFF σε αγοραστή.

(6) Δεδομένου ότι δεν είχε λάβει όλες τις πληροφορίες που ζήτησε, η Επιτροπή απέστειλε σχετικό αίτημα στις γαλλικές αρχές με επιστολή της στις 9 Ιουλίου 1997. Ο υπουργός Οικονομικών απάντησε στις 17 Οκτωβρίου 1997, πληροφορώντας την Επιτροπή ότι η αναζήτηση μετόχου αναφοράς είχε ανατεθεί από τη CFF, με τη συμφωνία και του κράτους, στην τράπεζα Deutsche Morgan GrenfeIl που είχε ετοιμάσει φάκελο παρουσίασης και αποστείλει επιστολές και memoranda παρουσίασης στους δυνητικούς ενδιαφερόμενους οι οποίοι διέθεταν ενοποιημένα ίδια κεφάλαια ύψους τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Η πράξη θα αφορούσε τις μετοχές της CFF που κατείχε η CDC και, κατά προτεραιότητα, ολόκληρη τη CFF, αλλά ήταν επίσης δυνατή η υποβολή τμηματικών ή κοινών προσφορών με τρίτους ώστε να ολοκληρωθεί η ιδιωτικοποίηση. Η Επιτροπή ζήτησε, με επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 1997, πληροφορίες για την ανακοινωθείσα συνεργασία με εταίρο, και ιδιαίτερα την έκθεση της Deutsche Morgan Grenfell. Η Επιτροπή έλαβε την έκθεση στις 18 Δεκεμβρίου 1997 και βάσει της σχετικής ανάλυσης ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 1998 για οποιοδήποτε ενδεχόμενο μέτρο στήριξης της CFF από το κράτος στο πλαίσιο της εκχώρησης.

(7) Σύμφωνα με τον τύπο, υπέβαλαν προσφορά για την αγορά του πιστωτικού ιδρύματος διάφοροι υποψήφιοι οι οποίοι ενδιαφέρονταν για το εμπορικό δίκτυο της CFF (αναφέρονται οι GE Capital, ο όμιλος Azur-GMF, τα ταχυδρομεία, οι Caisses d'epargne και οι αμερικανικές εταιρείες General Electric και General Motors). Ειδικότερα, η λύση που έδειχνε να έχει το προβάδισμα ήταν να πραγματοποιηθεί ένας γύρος διαπραγματεύσεων με συμμετοχές μειοψηφίας στο κεφάλαιο της CFF γύρω από ένα βιομηχανικό όμιλο που να διαθέτει πολύ καλή βαθμολογία. Η εξέταση των πιστωτικών λογαριασμών του ομίλου (data rooms) από τους σοβαρότερους υποψηφίους πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο από τις 19 Ιανουαρίου έως τις 30 Απριλίου 1998. Το Σεπτέμβριο του 1998, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, η γαλλική κυβέρνηση έθεσε τέρμα στις συζητήσεις που είχαν ξεκινήσει με το μόνο υποψήφιο για την αγορά του πιστωτικού ιδρύματος, το αμερικανικό κονσόρτσιουμ GMAC-Bass. Ο λόγος της διακοπής των συζητήσεων ήταν η άρνηση του υποψήφιου αγοραστή να αναλάβει το σύνολο της CFF και η σημασία ορισμένων εγγυήσεων που ζητούσε η GMAC-Bass. Σύμφωνα με τον τύπο, αναλαμβάνοντας ολόκληρο τον ισολογισμό της CFF (στο στάδιο αυτό περίπου 310 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) χωρίς καμία κρατική εγγύηση, η GMAC-Bass φοβόταν πράγματι υποβάθμιση της βαθμολογίας της από τους ειδικευμένους οργανισμούς. Για το λόγο αυτό, οι υποψήφιοι αγοραστές ζήτησαν από το κράτος να διαιρέσει στα δύο τον ισολογισμό της CFF και να διατηρήσει όλο το υπόλοιπο των ομολόγων που διέθεταν κρατική εγγύηση.

(8) Μετά την αποτυχία των συζητήσεων με την GMAC για την αγορά της CFF, με επιστολή της 18ης Σεπτεμβρίου 1998, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε στην Επιτροπή το ξεκίνημα νέας διαδικασίας για την οριστική επίλυση της περίπτωσης CFF. Το νέο σχέδιο, που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με επιστολή της 24ης Δεκεμβρίου 1998, απεστάλη στην οριστική του μορφή με τα τεχνικά παραρτήματα στις 23 Μαρτίου 1999, και προέβλεπε τρία στάδια: χρηματοπιστωτική αναδιάρθρωση, κεφαλαιακή ενίσχυση από την πλευρά του κράτους μέσω της CDC και έναρξη νέας διαδικασίας για τη συνεργασία με εταίρο.

(9) Στις 24 Μαρτίου 1999, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωνε την ενίσχυση του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας από το κράτος μέχρι ανώτατου ποσού 1,85 δισεκακτομμυρίων γαλλικών φράγκων μέσω μετοχικής προκαταβολής της CDC, με το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο της αγοράς. Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι επιθυμούσαν να ολοκληρώσουν την αναζήτηση εταίρου έως τα τέλη του 1999. Ειδικότερα, με επιστολή της 11ης Μαΐου 1999 ο διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών ανακοίνωνε ότι η πώληση από τη CDC της συμμετοχής της στη CFF (90,5 % του κεφαλαίου και η μετοχική προκαταβολή ύψους 1,85 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων) θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο ανοιχτής, διαφανούς διαδικασίας χωρίς διακρίσεις, με συγγραφή υποχρεώσεων.

2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

2.1. Η Credit Foncier de France

(10) Η Crédit Foncier de France (CFF) είναι ένα πιστωτικό συγκρότημα μεσαίου μεγέθους. Στα τέλη του 1994 το σύνολο του ισολογισμού της ανερχόταν σε 377 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα και απασχολούσε 3400 εργαζόμενους. Αποτελείτο από 52 εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνταν στους τομείς των χρηματοδοτήσεων, της κοινωνικής στέγης και της αγοράς ακινήτων. Εκτός του εθνικού δικτύου 145 μονίμων ή προσωρινών σημείων πώλησης υπήρχαν και θυγατρικές στη Γαλλία και το εξωτερικό (Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες).

(11) Η CFF είναι εξειδικευμένο πιστωτικό ίδρυμα, με την έννοια του τραπεζικού νόμου του 1984. Έτσι, εκτελεί διάφορες αποστολές δημόσιας υπηρεσίας, όπως τη χορήγηση ορισμένων δανείων για ενοίκιο (επιδοτούμενα δάνεια για ενοίκιο), την οργάνωση της αγοράς υποθηκών ή την καταβολή σε πιστωτικούς οργανισμούς επιδοτήσεων στεγαστικού ταμιευτηρίου για σχέδια και λογαριασμούς στεγαστικού ταμιευτηρίου. Η κυριότερη αποστολή δημόσιου χαρακτήρα της CFF είχε τη μορφή χορήγησης επιδοτούμενων δανείων για την απόκτηση κύριας κατοικίας. Το κράτος κατέβαλε στη CFF επιδοτήσεις που της επέτρεπαν να χορηγεί δάνεια με επιδοτούμενο επιτόκιο. Στον τομέα αυτό η CFF αναλάμβανε το 75 % της διανομής και το 100 % της χρηματοδότησης. Η αποστολή αυτή έληξε την 1η Οκτωβρίου 1995 με την πλήρη αναδιάρθρωση της χρηματοδότησης για την απόκτηση κατοικίας.

(12) Μετά την απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να καταργήσει τον Οκτώβριο του 1995, τη χορήγηση νέων δανείων για την αγορά κύριας κατοικίας και την αναδιάρθρωση των επιδοτούμενων δανείων για ενοίκιο τον Οκτώβριο του 1996, η συνολική παραγωγή δανείων του επιδοτούμενου τομέα μειώθηκε σημαντικά (- 85 % την περίοδο 1994/1996). Η CFF διαχειρίζεται ακόμη το υπόλοιπο των υφισταμένων επιδοτούμενων δανείων που περιορίζεται σιγά-σιγά βάσει των επιστροφών (τακτικών ή πρόωρων). Η ανταγωνιστική δραστηριότητα της CFF, η οποία είναι συνήθως αποδοτικότερη αλλά και με υψηλότερους κινδύνους, ήταν περιορισμένη στο παρελθόν αλλά έλαβε ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα τα τελευταία έτη, ώστε να αντισταθμίσει τη μείωση των αποστολών δημόσιου χαρακτήρα.

(13) Έως το 1994, το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της CFF ήταν κατεσπαρμένο σε ιδιώτες (έως 59 %), ενώ το υπόλοιπο ελεγχόταν από μία ομάδα θεσμικών εθνικών μετόχων (όπως η Caisse des Dépôts et Consignations, οι Assurances Générales de France και άλλοι οργανισμοί, με 15 % περίπου του κεφαλαίου) και ξένους επενδυτές (UBS Asset Management, Templeton Global Investors και άλλοι επενδυτές με περίπου 22 % του κεφαλαίου). Το προσωπικό της CFF κατείχε περίπου 3 % του κεφαλαίου. Ωστόσο, το ίδρυμα ελεγχόταν από το κράτος, το οποίο διόριζε τον διοικητή και τους υποδιοικητές της CFF. Το κράτος αντιπροσωπευόταν επίσης στη γενική συνέλευση των μετόχων και διόριζε έναν από τους τρεις ελεγκτές, οι οποίοι ήταν αρμόδιοι για την πιστή εκτέλεση του οργανισμού· τέλος, το εκπροσωπούσε αναπληρωτής επίτροπος της κυβέρνησης. Η CFF, λόγω του νομικού της καθεστώτος, υπόκειται σε δημοσίους ελέγχους οι οποίοι προστίθενται σε αυτούς που συνηθίζονται για τις γαλλικές ανώνυμες εταιρείες, οποίες δέχονται καταθέσεις του κοινού και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

2.2. Περιγραφή της παρέμβασης του κράτους

(14) Αντίθετα από τις εμπορικές τράπεζες, η CFF δεν έχει παραδοσιακή δραστηριότητα συλλογής καταθέσεων και χρηματοδοτείται με ομολογιακά δάνεια στις εθνικές και διεθνείς αγορές οι οποίες βαθμολογούνται από τις σημαντικότερες εταιρείες διεθνούς βαθμολόγησης. Η στεγαστική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1990, η κατάργηση των επιδοτούμενων δανείων για την αγορά κύριας κατοικίας στα οποία η CFF κατείχε σχεδόν το μονοπώλιο, και ιδιαίτερα η καταγραφή ζημιών και οι προβλεπόμενες ζημίες οδήγησαν στην υποβάθμιση της μακροπρόθεσμης βαθμολογίας της "Moody's" σε "Ball" και της "Standard & Poor's" (S & Ρ) σε Α1(2) καθώς και την άνοδο του κόστους συλλογής, σε βαθμό που καθιστούσε αδύνατη την προσφυγή στις κεφαλαιαγορές χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την αποδοτικότητα του ιδρύματος.

(15) Στις αρχές του 1996 η αναχρηματοδότηση της τράπεζας διασφαλίστηκε με γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης της CDC ύψους 20 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, με δυνατότητα επέκτασης στα 25 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, διάρκειας δεκαοκτώ μηνών που επέτρεπε στην τράπεζα να ξεπεράσει την κρίση ρευστότητάς της. Η χρήση του 1995 έκλεισε με κολοσσιαίες ζημίες (10,8 δισεκατομμύρια φράγκα) που οφείλονταν σε προβλέψεις ύψους 13,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων οι οποίες συνδέονταν, σε μεγάλο βαθμό, σε κακή και ανεξέλεγκτη πολιτική έναναντι της προσεκτικής δραστηριότητας του ανταγωνιστικού στεγαστικού πιστωτικού τομέα. Τα ίδια κεφάλαια του συγκροτήματος ήταν αρνητικά κατά 2,4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Η έκτακτη γενική συνέλευση της 28ης Ιουνίου 1996 μείωσε το μετοχικό κεφάλαιο σε 943 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα με μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών από 200 σε 25 φράγκα.

(16) 16, Δεδομένου ότι ο συντελεστής φερεγγυότητας μειώθηκε σε 0,5 %, η επιβίωση του ιδρύματος διασφαλίστηκε από το ίδιο το κράτος που παρενέβη ώστε να εγγυηθεί τα χρέη και τη μελλοντική φερεγγυότητα της CFF. Ειδικότερα, το γαλλικό κράτος προέβλεψε τα ακόλουθα μέτρα ενίσχυσης:

1. γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης από την Caisse des depôts et consignations (που ανήκει στο δημόσιο κατά 100 %) ύψους 20 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων με δυνατότητα επέκτασης στα 25 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα διάρκειας δεκαοκτώ μηνών·

2. εγγύηση του δημοσίου ώστε όλες οι δόσεις, κεφαλαίου και τόκων, των χρεών της CFF στις οποίες αντιστοιχούσε τίτλος να πληρωθούν κανονικά·

3. δέσμευση του κράτους να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μπορέσει η CFF να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές της στο πλαίσιο των ισχυόντων εποπτικών κανόνων.

3. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

(17) Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, κανένα άλλο ενδιαφερόμενο μέρος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις στην Επιτροπή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

4. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

(18) Σε ό,τι αφορά τους όρους του δανείου που χορήγησε η CDC στη CFF, οι γαλλικές αρχές προέβαλαν διάφορα επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξουν ότι η παρέμβαση είχε προσωρινό και επείγοντα χαρακτήρα και ότι οι όροι του δανείου της CDC είχαν αποτρεπτικό χαρακτήρα, λόγω της περιορισμένης διάρκειας και της σταδιακής αύξησης των επιτοκίων.

(19) Ως προς τη διάρκεια, οι γαλλικές αρχές υπογράμμισαν ότι το δάνειο αποπληρώθηκε στο σύνολό του και οριστικά οκτώ μήνες μετά τη χορήγησή του. Σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις του δανείου, η επιλογή δανείων σε τοπικές αρχές που χρησιμοποιήθηκαν ως εγγύηση(3) προς τη CDC αποτελείτο από δάνεια άνω των δύο ετών καλής ποιότητας, δηλαδή χωρίς καθυστερήσεις ή κινδύνους νομικών αμφισβητήσεων, ύψους 27,8 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Τέλος, σε ό,τι αφορά το επιτόκιο, το πραγματικό μέσο περιθώριο ήταν 31 μονάδες βάσης από 27 μονάδες βάσης τον Φεβρουάριο σε 41 μονάδες βάσης τον Αύγουστο. Συνεπώς, ήταν υψηλότερο από τα αντίστοιχα επίπεδα της διατραπεζικής αγοράς.

(20) Οι γαλλικές αρχές βεβαίωσαν ότι η δέσμευση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, της 29ης Απριλίου 1996, που επιβεβαιώνεται στην ανακοίνωση της 26ης Ιουλίου 1996, σύμφωνα με την οποία θα πληρωθούν όλες οι δόσεις που αφορούν τα χρέη της CFF, δεν είχε αντίστοιχη νομική αξία με πραγματική εγγύηση του δημοσίου. Όχι μόνον δεν υπάρχει ακριβής ορισμός των τεχνικών και νομικών λεπτομερειών αλλά, ακόμη και αν υπήρχε ρητή εγγύηση του δημοσίου, μια ανάλογη δέσμευση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί μέσω νόμου του Υπουργείου Οικονομικών. Συνεπώς, πρόκειται περισσότερο για πολιτική δέσμευση που αφορούσε την κατάσταση της CFF με στόχο να καθησυχάσει τις κεφαλαιαγορές.

(21) Επιπλέον, οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι μόνο ένα μέρος των ομολογιακών δανείων -δηλαδή τα δάνεια σε ξένο νόμισμα που είχαν εκδοθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991- καλύπτονται από ρητή εγγύηση του δημοσίου. Η εγγύηση αυτή είχε χορηγηθεί κατά τη δεκαετία του 1970 στα δάνεια των δημόσιων οργανισμών και των ειδικευμένων πιστωτικών ιδρυμάτων ώστε να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση του ισοζυγίου πληρωμών σε ένα πλαίσιο υψηλού πληθωρισμού και συναλλαγματικών ελέγχων. Καταργήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση μετά τις 18 Ιανουαρίου 1991 λόγω της βελτίωσης του πληθωρισμού και της σταθερότητας του γαλλικού φράγκου· συνεπώς, τα δάνεια της CFF που εκδόθηκαν μετά τις 18 Ιανουαρίου 1991 χορηγήθηκαν χωρίς επίσημη εγγύηση του δημοσίου ή άλλου κρατικού οργανισμού.

(22) Τέλος, σε ό,τι αφορά την εγγύηση του δημοσίου για τα στοιχεία ενεργητικού της CFF, η εγγύηση του δημοσίου στα ενυπόθηκα δάνειά της στον τομέα της στεγαστικής πίστης προβλέπεται από ένα νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1950: οι όροι της εγγύησης αυτής καθορίζονται συμβατικά μεταξύ του κράτους και της CFF μέσω ενός μηχανισμού ο οποίος διασφαλίζει τον περιορισμένο χαρακτήρα της εγγύησης του δημοσίου -που αφορά αποκλειστικά το 50 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου (60 % μετά το 1991)- και ενεργοποιείται μόνο σε περίπτωση ανεπάρκειας του καθαρού ποσού που παράγεται από την υποθήκη με στόχο την κάλυψη της πίστωσης η οποία επιβαρύνει συνήθως το δανειζόμενο. Η σύμβαση προβλέπει επίσης από το 1991 μία "συμμετοχή" της CFF στην καλύτερη δυνατή λειτουργία του ταμείου εγγυήσεων των επιδοτούμενων δανείων.

(23) Με επιστολή της 16ης Απριλίου 1999, η Επιτροπή ζήτησε από τις γαλλικές αρχές διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν την επιτροπή τραπεζών να μην ζητήσει ταχεία αποκατάσταση των ιδίων κεφαλαίων της CFF. Οι γαλλικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 30ής Απριλίου 1999 ότι δεν γνώριζαν τους λόγους αυτούς, αλλά ότι θεωρούσαν πως ο εποπτικός οργανισμός ίσως προτίμησε την ενεργό αναζήτηση ενός αγοραστή σε συνδυασμό με την αποκατάσταση του ιδρύματος αντί για την εκκαθάρισή του.

5. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

5.1. Χαρακτήρας κρατικής ενίσχυσης των εν λόγω μέτρων

(24) Στην εκτίμησή της για τις χρηματοδοτικές παρεμβάσεις των κρατών μελών, η Επιτροπή εφαρμόζει "την αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε μια ελεύθερη οικονομία", όπως αναφέρεται στην ανακοίνωσή της για τις δημόσιες επιχειρήσεις(4). Η ανακοίνωση αυτή καθορίζει ότι υπάρχει κρατική ενίσχυση σε μια πράξη αν ένας ιδιώτης επενδυτής, ο οποίος θα δρούσε υπό συνήθεις συνθήκες ελεύθερης οικονομίας, δεν θα είχε αναλάβει την εν λόγω πράξη.

5.1.1. Η γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης της CDC

(25) Σύμφωνα με πρωτόκολλο που υπεγράφη στις 23 Ιανουαρίου 1996, η CDC χορήγησε, στις 31 Μαρτίου 1997, γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης με τη μορφή ανανεώσιμης πίστωσης, εγγυημένη με την εκχώρηση δανείων σε τοπικές αρχές. Η γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης ύψους 20 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων με δυνατότητα επέκτασης στα 25 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα και διάρκειας δεκαοκτώ μηνών που χορηγήθηκε από τη CDC χρησιμοποιήθηκε κατά μέσο όρο για 7,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα από τις 31 Ιανουαρίου έως τις 30 Αυγούστου 1996, με ανώτατο ύψος 12,4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα στις 2 Απριλίου 1996, ημερομηνία κατά την οποία αποπληρώθηκε. Σε ό,τι αφορά τους όρους χορήγησης της εν λόγω γραμμής ταμειακής διευκόλυνσης, το πραγματικό μέσο περιθώριο ανερχόταν σε 0,31 μονάδες βάσης έναντι του διατραπεζικού επιτοκίου αναφοράς που αναφερόταν στους όρους του δανείου, από 0,27 μονάδες βάσης τον Φεβρουάριο σε 0,41 μονάδες βάσης τον Αύγουστο του 1996.

(26) Η γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης είχε ως στόχο τη στήριξη της ρευστότητας της CFF σε ένα μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο δεν ήταν ικανή να δανειστεί στις κεφαλαιαγορές υπό συνήθεις εμπορικούς όρους. Ειδικότερα, από τις αρχές του 1996 και κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου του 1996, οι ομολογιακές εκδόσεις της CFF δέκα ετών σημείωναν στην παράλληλη αγορά απόκλιση απόδοσης ρεκόρ με περίπου 200 μονάδες βάσης (δηλαδή δύο εκατοστιαίες μονάδες επιτοκίου) κάτω από τις αποδόσεις των κρατικών δανείων ίδιας διάρκειας. Απέναντι στην επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της CFF, μόνο το κράτος, χωρίς να είναι άμεσος μέτοχος και μέσω της CDC -η οποία, πρέπει να υπενθυμιστεί, είναι δημόσιο πιστωτικό ίδρυμα με συμμετοχή την εποχή εκείνη περίπου 4 % στη CFF- στήριξε τη CFF, αφού οι ιδιώτες μέτοχοι είχαν αρνηθεί οποιαδήποτε στήριξη.

(27) Προκειμένου να εκτιμηθεί αν η γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης που χορήγησε η CDC πρέπει να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, πρέπει να συγκριθεί με άλλα δάνεια που χορηγούνται συνήθως στην αγορά των τραπεζικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, πρέπει να ελεγχθεί:

α) αν άλλα ιδιωτικά ιδρύματα θα είχαν χορηγήσει τη γραμμή πιστωτικής διευκόλυνσης και

β) αν οι όροι (διάρκεια, επιτόκιο και ασφάλειες) με τους οποίους χορηγήθηκε το δάνειο ήταν προσαρμοσμένοι στους όρους της αγοράς.

Εκτιμώντας τα στοιχεία αυτά, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες που συνδέονται με τη χορήγηση της γραμμής ταμειακής διευκόλυνσης, και ιδιαίτερα, η χρηματοπιστωτική κατάσταση της CFF στις αρχές του 1996.

(28) Εξετάζοντας την κατάσταση της CFF την εποχή εκείνη, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι -λόγω της εξάρτησης της CFF από τις κεφαλαιαγορές για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της,- προκειμένου να καθοριστεί το παθητικό επιτόκιο των δανείων της, η τράπεζα εξαρτάτο επίσης από τις βαθμολογήσεις των εταιρειών βαθμολόγησης για τη χρηματοπιστωτική της θέση. Οι εταιρείες αυτές είχαν αρχίσει να υποβαθμίζουν τη βαθμολόγηση της CFF το 1993, αλλά η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1995 όταν η Moody's ανακοίνωσε για τη CFF βαθμολόγηση αβέβαιας χρηματοπιστωτικής κατάστασης. Η βαθμολόγηση αυτή αναθεωρήθηκε προς τα κάτω τον Ιανουάριο του 1996 ("Ε +") προκειμένου να υπογραμμιστεί η "ιδιαίτερα αδύναμη χρηματοπιστωτική της θέση". Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη βαθμολόγηση, που είναι η σημαντικότερη γιατί λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη χρηματοπιστωτική κατάσταση, αλλά και οποιαδήποτε μορφή στήριξης και προστασίας από άλλους παράγοντες (ιδιαίτερα τις δημόσιες αρχές) παρέμεινε σε σχετικά υψηλότερο επίπεδο ("Baa1"). Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η αγορά προεξοφλούσε στήριξη της CFF από το κράτος.

(29) Το γεγονός ένα πιστωτικό ίδρυμα να επηρεάζεται άμεσα και να προστατεύεται από το κράτος, όπως στην περίπτωση της CFF, οδηγεί σε ανώμαλη εξέλιξη του "rating" του. Μολονότι ορισμένα ιδρύματα αντιμετωπίζουν σοβαρές χρηματοπιστωτικές και οικονομικές δυσχέρειες, παρατηρούμε ότι όταν το κράτος διατηρεί μια μορφή ελέγχου για τις επιχειρήσεις αυτές, το "rating" των δανείων τους δεν υποβαθμίζεται. Για να υπογραμμίσει το φαινόμενο αυτό, η εταιρεία Moody's ανέπτυξε το "rating" της χρηματοπιστωτικής κατάστασης, που είναι μια εκτίμηση της εγγενούς χρηματοπιστωτικής ισχύος, δηλαδή χωρίς να εξετάζεται καμία δυνητική μορφή εξωτερικής στήριξης ενός ιδρύματος(5). Η εξέλιξη των "ratings" της CFF αποτελεί τυπικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Το "rating" χρηματοπιστωτικής ισχύος της τράπεζας μειώθηκε από τη Moody's από τις 30 Αυγούστου 1995 έως την 1η Μαΐου 1996 από C + σε Ε (χαμηλότερη δυνατή βαθμολόγηση) παρά την παρέμβαση του κράτους για τη στήριξη της τράπεζας μεταξύ του Ιανουαρίου και του Απριλίου του 1996. Αντίθετα, η εταιρεία δεν άλλαξε το "rating" για τα μακροπρόθεσμα χρέη της CFF που είχε καθοριστεί στο επίπεδο Baa1 στις αρχές του 1996, και περιορίστηκε στην αλλαγή της προοπτικής από αρνητική σε θετική με τις δηλώσεις της κυβέρνησης στα τέλη Απριλίου.

(30) Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η Επιτροπή αξιολόγησε τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι γαλλικές αρχές, και ειδικότερα τις παρατηρήσεις για τη διάρκεια, τις εγγυήσεις και τα επιτόκια της γραμμής ταμειακής διευκόλυνσης.

(31) Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η CFF περιόρισε τη χρήση της πίστωσης σε οκτώ μήνες μόνο λόγω των όρων της, που προέβλεπαν κυρώσεις αποτρεπτικές για τη χρήση πέρα από το ελάχιστο απαραίτητο, με αύξηση του βασικού επιτοκίου ανάλογα με τη διάρκεια χρήσης της γραμμής(6). Η CFF εκμεταλλεύτηκε αυτή την περίοδο ώστε να αναζητήσει λύση στο πρόβλημα της χρέωσής της στην αγορά και να βελτιώσει τη διαχείριση ενεργητικού-παθητικού. Συνεπώς, το δάνειο στήριξε το ίδρυμα στις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε σε μία κρίσιμη στιγμή της πιστωτικής του αναδιάρθρωσης, για περιορισμένη διάρκεια και περιορισμένο ποσό.

(32) Σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις για το δάνειο, η Επιτροπή είχε ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες ώστε να ελέγξει καλύτερα την ασφάλεια των δανείων στις τοπικές αρχές που είχε χορηγήσει η CFF και χορηγήθηκαν ως εγγυήσεις για τη CDC. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η συνολική αξία των πιστώσεων που δόθηκαν ως εγγύηση ήταν ανώτερη από το συνολικό ύψος του δανείου της CDC(7) και ότι η σχετική πράξη έλαβε υπόψη μόνο τα δάνεια σε μητροπολιτικές τοπικές αρχές άνω των δύο ετών χωρίς ληξιπρόθεσμες δόσεις ή κινδύνους νομικών αμφισβητήσεων.

(33) Η εγγύηση προς τη CDC είναι συνεπής με την τρέχουσα τραπεζική πρακτική και τη συνήθη συμβατική επιμέλεια. Συνήθως, στην τραπεζική πρακτική ζητείται η παροχή εγγυήσεων με πιστώσεις αξίας μεγαλύτερης από αυτή του δανείου: η απόκλιση μεταξύ των δύο αξιών περιλαμβάνει επίσης μία συμπληρωματική εγγύηση υπέρ του πιστωτή που καλύπτει το στατιστικό κίνδυνο μη πλήρους αποπληρωμής. Εξάλλου, όσο περισσότερο στοιχείο κινδύνου περιέχει το δάνειο, τόσο οι σχετικές εγγυήσεις θα πρέπει να είναι ευκολότερα και σίγουρα ενεργοποιήσιμες. Λαμβανομένης υπόψη της υψηλής ποιότητάς τους, τα στοιχεία ενεργητικού που δόθηκαν ως εγγύηση από τη CFF στη CDC μπορούν να θεωρηθούν αναλογική εγγύηση, παρά τον ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο που συνδέεται συνήθως με δάνεια υπέρ ενός ιδρύματος που αντιμετωπίζει δυσχέρειες, όπως συνέβαινε την εποχή εκείνη με τη CFF.

(34) Σε ό,τι αφορά τα επιτόκια της CDC για το εν λόγω δάνειο, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ζητήθηκαν μεγαλύτερα επιτόκια ("spreads") σε σχέση με τη μέση γαλλική διατραπεζική αγορά από τη CFF. Τα επιτόκια αυτά ισχύουν για τους μεσάζοντες που παρουσιάζουν το μικρότερο κίνδυνο. Το εύρος του "spread", που καθορίζεται ανάλογα με το βαθμό κινδύνου του δανειζόμενου, η παρουσία κυρώσεων ανάλογα με το μέγεθος και τη διάρκεια της χρήσης της γραμμής ταμειακής διευκόλυνσης αποτελούν τα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία καθορίζεται αν οι συμβατικοί όροι που συνδέονται με τα επιτόκια που ζητήθηκαν από τη CFF μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνοι με την τραπεζική πρακτική ή εάν περιέχουν, αντίθετα, πλεονέκτημα και, ενδεχομένως, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν συμβιβάσιμα με τους κανόνες του ανταγωνισμού. Θεωρώντας ότι λόγω "spread" που εφαρμόστηκε, το συνολικό κόστος για τη CFF ήταν μεγαλύτερο κατά 2 περίπου δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα από ό,τι θα είχε πληρωθεί με την εφαρμογή του διατραπεζικού επιτοκίου αναφοράς, ότι οι συμβατικοί όροι του δανείου προέβλεπαν κυρώσεις με στόχο να μην μετατραπεί de facto η γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τα επιτόκια που εφαρμόστηκαν για τη CFF ήταν σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική.

(35) Ετσι, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι όροι σχετικά με τη γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης που χορήγησε η CDC στη CFF ήταν σύμφωνοι με την τραπεζική πρακτική για δάνειο της κατηγορίας κινδύνου ανάλογο με αυτό που χορηγήθηκε στη CFF τον Ιανουάριο του 1996 και περιείχαν μηχανισμούς κυρώσεων με στόχο να υποχρεωθεί το εν λόγω ίδρυμα να αναζητήσει ταχέως άλλες πηγές χρηματοδότησης, λιγότερο δαπανηρές ή που να επιτρέπουν την επίλυση της ανισορροπίας ρευστότητας το συντομότερο δυνατό, ιδιαίτερα μέσω της πώλησης πιστώσεων από το χαρτοφυλάκιό της δανείων προς τοπικές αρχές. Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, η γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης δεν αποτελεί ενίσχυση.

5.1.2. Η κρατική εγγύηση για τα χρέη της CFF

(36) Στις 29 Απριλίου 1996, οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η CFF υπέστη ζημίες ύψους 10,8 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων το 1995, γεγονός που οδηγούσε σε πολύ σοβαρή επιδείνωση της κατάστασής της, με πάνω από 2 δισεκατομμύρια αρνητικά ίδια κεφάλαια. Την ίδια ημέρα, ο υπουργός Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, στην ανακοίνωσή του, ανέφερε ότι το κράτος δεσμευόταν να πληρωθούν κανονικά όλες οι δόσεις, περιλαμβανομένων του κεφαλαίου και των τόκων, των χρεών της CFF που αντιστοιχούσαν σε τίτλους. Την εποχή εκείνη, η εγγύηση κάλυπτε περίπου 260 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα δανείων της CFF.

(37) Μερικούς μήνες αργότερα η εγγύηση αυτή επιβεβαιωνόταν. Στην ανακοίνωσή του της 26ης Ιουλίου 1996, ο υπουργός ανέφερε ότι, "η κατάσταση του ιδρύματος οδηγεί συνεπώς το κράτος να παρέμβει, σύμφωνα με την υποχρέωση που ανέλαβε στις 29 Απριλίου, προς το συμφέρον των δημοσίων οικονομικών, του προσωπικού της Crédit Foncier de France, των κατόχων μετοχών και ομολόγων και του χρηματιστηρίου του Παρισιού". Δεδομένου ότι απευθυνόταν στο κοινό, η δήλωση του υπουργού είχε ως στόχο να καθησυχάσει τους συναλλασσόμενους με τη CFF, οι οποίοι ανησυχούσαν λόγω των σοβαρών χρηματοδοτικών δυσχερειών του οφειλέτη τους, για την ποιότητα των χρεών του, οι οποίοι, επειδή η CFF είχε ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές, ήταν σε μεγάλο βαθμό ξένοι επενδυτές. Ωστόσο, η δήλωση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δεν προέβλεπε ούτε τον καθορισμό των χρονικών ορίων ούτε του εγγυημένου ποσού, ούτε τον καθορισμό οποιασδήποτε αμοιβής για τη χορήγησή της.

(38) Θεωρώντας ότι η κρατική εγγύηση που χορηγήθηκε για το σύνολο των χρεών της CFF μπορούσε να αποτελέσει ενίσχυση αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες για τις δημόσιες εγγυήσεις σε οποιαδήποτε άλλη κρατική προστασία που ίσχυε για τη CFF.

(39) Η Επιτροπή αξιολόγησε τις παρατηρήσεις των γαλλικών αρχών σε ό,τι αφορά την εγγύηση για το παθητικό του ιδρύματος· ωστόσο, θεωρεί ότι η υπουργική δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί -όπως υποστηρίζουν οι γαλλικές αρχές- ως απλή πολιτική δέσμευση και όχι νομική. Τα προτεινόμενα σχετικά επιχειρήματα υποτιμούν την ουσιαστική εμβέλεια μιας τέτοιας δήλωσης του υπουργού Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας.

(40) Εξετάζοντας όχι μόνο τον επιδιωκόμενο στόχο αλλά -όπως υπογραμμίζει το Δικαστήριο- κυρίως τα αποτελέσματά(8) των κρατικών μέτρων στήριξης, συμπεραίνεται ότι καθησυχάζοντας τους πιστωτές σχετικά με την ποιότητα των πιστώσεών τους, η εν λόγω δήλωση είχε ως αποτέλεσμα να μην ζητηθεί η αποπληρωμή τίτλων της CFF σε μια περίοδο σοβαρού προβλήματος ρευστότητας, κατά την οποία το ίδρυμα δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές με κανονικούς όρους. Η Επιτροπή θεωρεί ότι είχε, επιπλέον, τα ακόλουθα αποτελέσματα. Πρώτον, να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσει η CFF τη γραμμή ταμειακής διευκόλυνσης της CDC για τις έκτακτες πράξεις από την πιθανή ζήτηση αποπληρωμής πιστώσεων από πιστωτές που θα ανησυχούσαν για τη χρηματοπιστωτική κατάσταση της τράπεζας, αφαιρώντας έτσι πόρους που δεν θα είχαν μπορέσει να διατεθούν για την οικονομική και χρηματοπιστωτική εξυγίανση του ιδρύματος. Δεύτερον, δόθηκε η δυνατότητα στη διοίκηση της τράπεζας να αναπτύξει και, στη συνέχεια, να υλοποιήσει το σχέδιο αναδιάρθρωσης σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική, λαμβανομένης υπόψη της ασφάλειας που έδινε η στήριξη του κράτους. Τέλος, δόθηκε η δυνατότητα στη CFF να λάβει την έγκριση της επιτροπής τραπεζών ώστε να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές της παρά τον ανεπαρκή συντελεστή φερεγγυότητας.

(41) Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η επιτροπή τραπεζών επέτρεψε στη CFF να λειτουργεί για μεγάλη περίοδο με συντελεστή φερεγγυότητας πολύ κάτω από αυτόν που προβλέπουν οι κοινοτικοί εποπτικοί κανόνες. Μολονότι η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να βελτιώσει το συντελεστή φερεγγυότητας έως το κανονικό επίπεδό του, η πραγματική δημόσια παρέμβαση δεν ανακοινώθηκε παρά το Μάρτιο του 1999. Είναι πιθανό ότι για να επιτρέψει τη συνέχιση της δραστηριότητας της CFF εκτός των εποπτικών κανόνων, η επιτροπή τραπεζών δεν είχε κρίνει την προσεχή αναπροσαρμογή του κεφαλαίου από την κυβέρνηση ως επαρκή, αλλά είχε ελέγξει ότι, στην περίπτωση που η δύσκολη θέση της CFF επιδεινωνόταν περαιτέρω, θα ενεργοποιείτο η κρατική εγγύηση που είχε ανακοινώσει ο υπουργός.

(42) Μια έμμεση επιβεβαίωση του προβληματισμού της επιτροπής τραπεζών σχετικά με την αβεβαιότητα της ανασύστασης του κεφαλαίου της CFF από το κράτος φαίνεται από το ότι, προφανώς, η επιτροπή τραπεζών κάλεσε, το 1997 τη CDC, η οποία μετά την προσφορά εξαγοράς του τέλους του 1996 κατείχε πάνω από το 90 % του κεφαλαίου της CFF, να ενισχύσει το κεφάλαιο της CFF ώστε να τηρηθούν οι εποπτικοί συντελεστές. Ωστόσο, η CDC φαίνεται να απάντησε ότι η παρέμβασή της υπέρ της CFF περιοριζόταν στη χορήγηση της γραμμής ταμειακής διευκόλυνσης και ότι είχε τον έλεγχο της CFF μόνο για λογαριασμό του κράτους, και συνεπώς αρνήθηκε να συνεισφέρει τα απαιτούμενα νέα ίδια κεφάλαια.

(43) Ακόμη και αν η δέσμευση του κράτους δεν προέβλεπε ρητό καθορισμό των τεχνικών λεπτομερειών, συνοδεύτηκε πάντως από συγκεκριμένες δράσεις στήριξης της CFF από το κράτος, το οποίο έθεσε ρητά το ίδρυμα υπό τον έλεγχό του μέσω της CDC. Μετά τη δήλωση της 29ης Απριλίου 1996 και την επιβεβαίωσή της στις 26 Ιουλίου 1996, η CDC, που είχε ήδη χορηγήσει τον Ιανουάριο του 1996 το επείγον δάνειο στη CFF, αγόραζε στο χρηματιστήριο τον Οκτώβριο του 1996, για λογαριασμό του κράτους το 90,6 % του ιδρύματος σε τιμή, που την εποχή εκείνη ήταν πολύ ανώτερη από την τιμή της αγοράς: μέχρι το ξεκίνημα της δημόσιας προσφοράς εξαγοράς για 70 γαλλικά φράγκα ανά μετοχή, η τιμή του τίτλου της CFF κυμαινόταν μεταξύ 29 και 40 γαλλικά φράγκα, ενώ η εταιρεία αναζητούσε αγοραστή. Η μεταβίβαση του ελέγχου της CFF στο τραπεζικό ίδρυμα του Υπουργείου Οικονομικών, μολονότι προσωρινή και ενόψει μελλοντικής πώλησης, επιβεβαίωσε στο κοινό τη βούληση του κράτους να διασφαλίσει την επιβίωση του ιδρύματος.

(44) Η Επιτροπή θεωρεί ότι η δήλωση του υπουργού, του Απριλίου 1996, ακόμη και αν δεν είχε επίσημη νομική μορφή, είχε ωστόσο ουσιώδη αποτελέσματα, και θα πρέπει να θεωρηθεί ως αντίστοιχη με εγγύηση και να αξιολογηθεί βάσει του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή σε ελεύθερη αγορά, όπως αναφέρει η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της, της 13ης Νοεμβρίου 1993, που απηύθυνε στα κράτη μέλη(9).

(45) Η εφαρμογή από την Επιτροπή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή σε ελεύθερη αγορά στις κρατικές εγγυήσεις θα πρέπει να γίνει αξιολογώντας την παρουσία ενισχύσεων, συγκρίνοντας τους όρους της εγγύησης με αυτές που θα είχαν λάβει οι δικαιούχοι στην αγορά κατά τη στιγμή που ελήφθη η απόφαση στήριξης και που, συνήθως, εξαρτώνται από την αξιολόγηση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της δικαιούχου εταιρείας και της μελλοντικής ανάπτυξής της. Ιδιαίτερα, στην περίπτωση που η κρατική στήριξη έχει τη μορφή εγγύησης, πρέπει να ελεγχθεί αν η ενεργοποίησή της δεν συνοδεύεται από ειδικούς όρους. Υπάρχει, ειδικότερα, παρουσία στοιχείου κρατικής ενίσχυσης όταν εγγύηση καλύπτει χρέη μιας επιχείρησης και δεν υπάρχουν όρια, ούτε χρονικά ούτε ποσοτικά, για τη χρήση από τον δικαιούχο ή/και το κόστος της δεν είναι σύμφωνο με τους όρους που ισχύουν στην αγορά για παρόμοιες πράξεις.

(46) Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή σημειώνει τον απεριόριστο χαρακτήρα της εγγύησης του κράτους τόσο χρονικά όσο και ως προς το ύψος της, καθώς και την έλλειψη οποιασδήποτε πληρωμής για την εγγύηση αυτή. Η γενική δήλωση του υπουργού κάλυπτε όλο το παθητικό του ιδρύματος που αντιπροσώπευαν τίτλοι, χωρίς να διευκρινίζει ούτε τη φύση ούτε το ύψος τους· ειδικότερα, δεν υπήρχε καμία διευκρίνιση ως προς το αν επρόκειτο για τα χρέη που αντιπροσωπεύονταν μόνον από τίτλους ή επίσης και για άλλα χρέη, όπως χρέη μειωμένης εξασφάλισης.

(47) Ενδεχομένως, η εγγύηση ότι θα πληρωθούν όλες οι δόσεις του χρέους της CFF να κάλυπτε και διάφορα είδη χρεών. Αν επρόκειτο μόνο για "χρέη που αντιπροσωπεύονταν από τίτλους" του ισολογισμού του 1995, θα αφορούσε σχεδόν 268 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, διαφορετικά, θα πρέπει να υπολογιστούν επιπλέον και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης και οι σχετικοί τίτλοι ύψους 9,2 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Ωστόσο, βάσει των εξηγήσεων σχετικά με την ύπαρξη του μηχανισμού στήριξης που έδωσαν οι γαλλικές αρχές, ως προς τον καθορισμό του ύψους της κρατικής ενίσχυσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι η δημόσια εγγύηση δεν καλύπτει το ονομαστικό σύνολο του χρέους της CFF που αντιπροσωπεύεται από τίτλους. Πράγματι, το ιδιαίτερο καθεστώς των εταιρειών στεγαστικής πίστης προβλέπει ότι τα δάνεια των εταιρειών αυτών υπάγονται σε ειδικό προνόμιο που καθορίζεται από το νόμο της 28ης Φεβρουαρίου 1852 και επιβεβαιώθηκε από το νόμο της 4ης Ιανουαρίου 1993, το οποίο καθορίζει μια σχέση μεταξύ των χρηματοδοτήσεων και των δανείων, σχέση σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο των δανείων σύμφωνα με το καταστατικό πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το υπόλοιπο των εγγυημένων χρηματοδοτήσεων. Στην αντίθετη περίπτωση, μια εταιρεία στεγαστικής πίστης πρέπει να προβεί στην εξαγορά των υποχρεώσεών της ώστε να τηρήσει τον περιορισμό αυτό. Οι πιστώσεις που προέρχονται από δάνεια επηρεάζονται σε κάποιο βαθμό από την αξία των ακινήτων στα οποία οι πιστωτές έχουν υποθήκη πρώτης τάξης: το ύψος των στεγαστικών δανείων ανέρχεται αρχικά το πολύ στο 62 % της αξίας των αγαθών που καλύπτονται εναλλακτικά είτε από εγγύηση δημόσιας αρχής, είτε από ειδικό κανονιστικό μηχανισμό. Λαμβανομένου υπόψη του μηχανισμού που περιγράφηκε για τις στεγαστικές υποχρεώσεις, η κρατική εγγύηση θα ήταν συμπληρωματική σε σχέση με το ειδικό προνόμιο επί των ακινήτων ή την εγγύηση δημόσιας αρχής που βελτιώνει το επίπεδο ρευστότητας των πιστώσεων της CFF. Οι πιστωτές της CFF καθησυχάστηκαν έτσι ως προς την αποπληρωμή των πιστώσεών τους, χωρίς να χρειάζεται να κινηθούν νομικά ώστε να ενεργοποιηθεί η εγγύηση της υποθήκης. Εξάλλου, αν το κράτος χρειαζόταν να ενεργοποιήσει την εγγύηση θα είχε, βάσει του ενυπόθηκου προνομίου, υψηλή πιθανότητα ανάκτησης ενός σημαντικού τμήματος του ποσού που θα κατέβαλε. Δεν ισχύει το ίδιο για τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρθηκαν παραπάνω και τα οποία, από τη φύση τους, δεν επωφελούνται από κανένα προνόμιο και έχουν βαθμό ανάκτησης μόλις ανώτερο από αυτόν των ιδίων κεφαλαίων.

(48) Τέλος, σε ό,τι αφορά τους όρους της εγγύησης, παρατηρείται ότι δεν καθορίστηκε ούτε όριο στη διάρκειά της ούτε οποιαδήποτε αμοιβή ή αντιστάθμιση για το κράτος. Εξάλλου, όπως υπογραμμίστηκε παραπάνω, τη στιγμή που χορηγήθηκε η εγγύηση, η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ήταν τόσο άσχημη που δεν επέτρεπε τη χορήγηση εγγύησης με παρόμοιους όρους από ιδιώτη επενδυτή σε ελεύθερη αγορά: μόνο το κράτος ήταν διατεθειμένο να παράσχει τη στήριξή του. Η δημόσια εγγύηση αποτελεί συνεπώς κρατική ενίσχυση. Επέτρεψε στο ίδρυμα να συνεχίσει να ασκεί τη δραστηριότητά του για τρία σχεδόν έτη υπό όρους που, κανονικά, θα εμπόδιζαν τη χορήγηση σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό της ίδιας άδειας άσκησης τραπεζικής και χρηματοδοτικής δραστηριότητας.

(49) Σε ό,τι αφορά τον καθορισμό της ενίσχυσης, μπορεί να υπολογιστεί η τιμή που θα έπρεπε να καταβάλει η CFF αν χρειαζόταν να αγοράσει την εγγύηση στην αγορά. Έτσι, πρέπει να υπολογιστεί η πιθανότητα αποπληρωμής ενός χρηματοδοτικού μέσου (δάνειο, ομολογιακό δάνειο, εγγύηση) με παρόμοια χαρακτηριστικά με την εγγύηση που χορηγήθηκε στη CFF, και ιδιαίτερα απεριόριστη διάρκεια, η πιθανότητα ανάκτησης των ενυπόθηκων δανείων, καθώς και η θεωρητική πιθανότητα πτώχευσης ιδρυμάτων με "rating" ανάλογο με αυτό της CFF κατά τη χορήγηση της εγγύησης (Moody's Baa1 S & Ρ Α1). Η πιθανότητα αυτή, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια, επιτρέπει τον υπολογισμό της απόκλισης (spread) ως προς το επιτόκιο χωρίς κινδύνους που ζητείται για ένα τραπεζικό προϊόν το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά της εν λόγω εγγύησης. Με τον υπολογισμό αυτό η αμοιβή που το κράτος όφειλε να ζητήσει για την εν λόγω παρέμβαση καθορίζεται σε 14,6 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

(50) Η κρατική εγγύηση για τα χρέη της CFF αποτελεί επίσης έμμεσο μέτρο στήριξης για τους πιστωτές της τράπεζας. Μετά την απόφαση του κράτους να εγγυηθεί τα δάνεια της CFF, η αξία των πιστώσεων των πιστωτών αυξήθηκε λόγω της αυξημένης ασφάλειας αποπληρωμής που ήταν αποτέλεσμα της εγγύησης του δημοσίου. Η πλειονότητα των δανείων της CFF αντιπροσωπεύεται από ομόλογα η κυριότητα των οποίων είναι ανώνυμη ενώ η μεταβίβασή τους δεν απαιτεί γραπτό τύπο.

5.1.3. Η δέσμευση του κράτους ως προς την τήρηση των εποπτικών κανόνων από τη CFF

(51) Στην ίδια ανακοίνωση τύπου του υπουργού Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας στις 29 Απριλίου 1996, εκτός από τη δημόσια δέσμευση για το παθητικό του ιδρύματος, περιλαμβανόταν και άλλη δέσμευση του γαλλικού κράτους σχετικά με την τήρηση των εποπτικών κανόνων από την πλευρά της CFF. Όπως υπογραμμίστηκε ήδη σχετικά με τη δέσμευση για τα χρέη, επρόκειτο για δήλωση με στόχο να καθησυχαστούν οι συναλλασσόμενοι με τη CFF. Ιδιαίτερα, στην περίπτωση αυτή, σκοπός της ήταν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους οι υπάλληλοι της τράπεζας οι οποίοι ανησυχούσαν για το μέλλον της και που, στις 22 Μαρτίου 1996, είχαν ήδη ασκήσει το δικαίωμα προειδοποίησης που προβλέπει ο νόμος της 1ης Μαρτίου 1984 σχετικά με την πρόληψη της δυσλειτουργίας των επιχειρήσεων.

(52) Ωστόσο, δεδομένου ότι θεμελιώδης και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση της τραπεζικής δραστηριότητας είναι η διάθεση επαρκών ιδίων πόρων, η δήλωση του υπουργού συνεπαγόταν τη διάθεση χορήγησης των απαραίτητων κεφαλαίων για την επιβίωση και τη βιωσιμότητα του ιδρύματος. Κατά τη στιγμή της υπουργικής δήλωσης οι ανάγκες σε ίδια κεφάλαια της CFF ήταν ιδιαίτερα σημαντικές: οι σημαντικές ζημίες είχαν μειώσει το συντελεστή φερεγγυότητας σε 0,5 %. Κατά το ξεκίνημα της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης, η ποσοτικοποίηση της ενδεχόμενης δημόσιας αυτής παρέμβασης ήταν αδύνατη λόγω έλλειψης επαρκών πληροφοριών· ο τύπος είχε αναφέρει την εποχή εκείνη ελάχιστες ανάγκες σε καθαρά ίδια κεφάλαια ύψους 8 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων προκειμένου να επανέλθει ο συντελεστής φερεγγυότητας στο 8 %.

(53) Βάσει της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1989 σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων(10), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/30/ΕΟΚ(11), οι εποπτικές τραπεζικές αρχές πρέπει να μεριμνούν ώστε μία τράπεζα, της οποίας ο συντελεστής φερεγγυότητας μειώνεται κάτω από το 8 %, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την επαναφορά στο κατάλληλο επίπεδο το ταχύτερο δυνατό, με αύξηση του κεφαλαίου ή μείωση των υποχρεώσεών της, και σε διαφορετική περίπτωση θα της αφαιρείται η άδεια άσκησης τραπεζικών δραστηριοτήτων και θα πρέπει να παύει τις εργασίες της. Όπως υπογραμμίστηκε ήδη στις άλλες αποφάσεις της Επιτροπής για τραπεζικές υποθέσεις, οι πράξεις αυτές αύξησης του κεφαλαίου αποτελούν ενισχύσεις αν δεν γίνονται από το κράτος μέτοχο, με τους συνήθεις όρους της αγοράς, ακόμη και αν είναι χαμηλότερες από το ενδεχόμενο κόστος εκκαθάρισης του ενισχυόμενου ιδρύματος. Η απαίτηση ελάχιστης φερεγγυότητας αποτελεί ένα από τα κριτήρια βιωσιμότητας μιας τράπεζας και διασφαλίζει ταυτόχρονα τους ίσους όρους του ανταγωνισμού αφού, θεωρητικά, οι τράπεζες μπορούν πάντοτε να μειώσουν τις υποχρεώσεις τους ώστε να τηρήσουν τον περιορισμό της φερεγγυότητας, αντί να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους.

(54) Με τη δυνατότητα εκκαθάρισης να ισχύει πάντα, μια τέτοια αύξηση του κεφαλαίου αποτελεί ενίσχυση αν δεν πραγματοποιείται με τους συνήθεις όρους, που να είναι αποδεκτοί ως προς την απόδοση για έναν ιδιώτη επενδυτή. Συγκρίνοντας την παρέμβαση του κράτους με αυτή ενός ιδιώτη σε ελεύθερη οικονομία, ο υπολογισμός του ύψους της ενίσχυσης πρέπει να βασίζεται στη σύγκριση μεταξύ του κόστους της πράξης και την αναλογιστική της αξία.

(55) Από το 1996, ακόμη και με τους κατάλληλους λογιστικούς χειρισμούς και την πώληση ακινήτων, η CFF δεν μπόρεσε να τηρήσει τους εποπτικούς κανόνες χωρίς μέτρα αύξησης του κεφαλαίου. Με επιστολή της 24ης Μαρτίου 1999 ο υπουργός Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας ενημέρωσε την Επιτροπή ότι βάσει των λογαριασμών για το 1998 το ύψος της αύξησης κεφαλαίου είχε καθοριστεί σε 1,85 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Η αύξηση κεφαλαίου θα πραγματοποιόταν με μετοχική προκαταβολή της CDC, με το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο της αγοράς. Κατά την πώληση της CFF, ο αγοραστής θα αναλάμβανε την προκαταβολή αυτή και θα την ενσωμάτωνε στο κεφάλαιο. Ωστόσο, μια αύξηση κεφαλαίου περιορισμένη σε 1,85 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα προυποθέτει απόσχιση της θυγατρικής Credit Logement (CLog) που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί και την τήρηση του στόχου που είχε εκφράσει τη Επιτροπή Τραπεζών για ένα καθαρό συντελεστή κεφαλαίων της "κατηγορίας 1" της CFF τουλάχιστον 6 %.

(56) Η ανάπτυξη της δραστηριότητας της CLog που οφείλεται στην ανάκαμψη της αγοράς των ακινήτων, σε συνδυασμό με την ισχυρή ανάπτυξη του τομέα ενυπόθηκων δανείων, οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των σταθμισμένων υπολοίπων της CLog που η CFF, λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου της συμμετοχής της (71 %), ενοποιεί συνολικά στους λογαριασμούς της. Οι πιστώσεις της CLog έχουν μεγαλύτερο οικονομικό κίνδυνο και, συνεπώς, αποτελούν αντικείμενο υψηλότερης εποπτικής στάθμισης που συνεπάγεται αυξημένη ανάγκη ιδίων κεφαλαίων για τη CFF. Στην επιστολή τους στις 24 Δεκεμβρίου 1998, οι γαλλικές αρχές ενημέρωναν την Επιτροπή για το ξεκίνημα διαπραγματεύσεων με τους άλλους μετόχους της CLog σχετικά με τη μείωση της συμμετοχής της CFF από 71 % σε λιγότερο του 20 % ώστε να ελαφρυνθεί, κατά τους προσεχείς μήνες, η επιβάρυνση για τα ίδια κεφάλαια της CFF(12). Βάσει των πληροφοριών των γαλλικών αρχών, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι ανάγκες σε ίδια κεφάλαια της CFF κυμαίνονται στην ψαλίδα από 1,357 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε 5,914 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα ανάλογα με τις διάφορες υποθέσεις καθαρού συντελεστή που ζητούσε η επιτροπή τραπεζών και το επίπεδο συμμετοχής στην CLog που θα επιλεγεί.

Πίνακας 1 - Κεφαλαιακές ανάγκες της Crédit Foncier de France

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

(57) Βάσει των πληροφοριών που διέθετε, η Επιτροπή συμπέρανε ότι η δέσμευση του κράτους για την τήρηση των εποπτικών διατάξεων αποτελεί ενίσχυση της οποίας η συμβιβασιμότητα πρέπει να εκτιμηθεί σε συνδυασμό με τα μέτρα αναδιάρθρωσης της CFF. Η Επιτροπή βασίζει την αξιολόγηση της ενίσχυσης στην υπόθεση αύξησης του κεφαλαίου περιορισμένης σε 1,85 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα (1,4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε τιμές 1996), όπως κοινοποιήθηκε από τις γαλλικές αρχές, υποθέτοντας ότι η μείωση της συμμετοχής της CFF στην CLog θα είναι επαρκής για το σκοπό αυτό (βλέπε πίνακα 1).

(58) Συμπεραίνεται ότι η συνολική ενίσχυση που χορηγήθηκε στη CFF ανέρχεται σε 16 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σύμφωνα με την ακόλουθη ανακεφαλαίωση.

Πίνακας 2 - Σύνοψη των ενισχύσεων (σε τιμές 31 Δεκεμβρίου 1996)

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

5.2. Επίδραση στις ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών

(59) Η ελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και η ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών είχαν ως αποτέλεσμα να καταστήσουν τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές περισσότερο ευαίσθητες σε νοθεύσεις του ανταγωνισμού.

5.2.1. Νόθευση του ανταγωνισμού

(60) Η ενίσχυση που χορηγείται σε έναν τραπεζικό όμιλο όπως η CFF, ο οποίος χορηγεί δάνεια και άλλες χρηματοδοτικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις και συλλέγει καταθέσεις από μια μεγάλη πελατεία, είναι πιθανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό με άλλους πιστωτικούς οργανισμούς. Οι ενισχύσεις στους πιο ευάλωτους οργανισμούς διαδραματίζουν αρνητικό ρόλο και συμβάλλουν στις πιέσεις για τη μείωση των περιθωρίων στον τομέα. Οι ενισχύσεις αντιπροσωπεύουν πριμοδότηση της αναποτελεσματικότητας και αντίκεινται στην πειθαρχία της αγοράς. Η προστασία του κράτους που είναι έτοιμο να παρέμβει σε περίπτωση δυσχερειών των πιστωτικών ιδρυμάτων, απαλλάσσει τους πιστωτές από το κίνητρο να ελέγχουν τη συμπεριφορά των οφειλετών τους. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν υπόκεινται πλέον στον έλεγχο και τις κυρώσεις των αγορών. Μια τέτοια προστασία δεν είναι μόνον υπερβολική, αλλά έχει και ως συνέπεια να ενθαρρύνει στην κακή διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(61) Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη συλλογή των πόρων, τομέα όπου ο βαθμός ανταγωνισμού είναι επίσης υψηλός, η νόθευση του ανταγωνισμού που προκλήθηκε από την ενίσχυση ήταν σημαντική, αφού η CFF ήταν σημαντικός δανειζόμενος στις διεθνείς χρηματοδοτικές αγορές. Η εγγύηση του δημοσίου που χορηγήθηκε έδωσε στη CFF ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στον τομέα αυτόν.

5.2.2. Επίδραση στις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών

(62) Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, μολονότι καταρχάς οι τράπεζες μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ελεύθερα και χωρίς διασυνοριακούς περιορισμούς, υπηρεσίες που βασίζονται κυρίως στις δραστηριότητες συλλογής καταθέσεων και χορήγησης δανείων, στην πράξη αντιμετωπίζουν εμπόδια ως προς την επέκτασή τους στο εξωτερικό.

(63) Τα εμπόδια αυτά συνδέονται συχνά με την τοπική παρουσία των εθνικών τραπεζών, που καθιστά την είσοδο στην αγορά περισσότερο δαπανηρή για τους ξένους ανταγωνιστές. Δεδομένου ότι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς έδωσε τη δυνατότητα στις τράπεζες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλα κράτη μέλη, οποιαδήποτε ενίσχυση χορηγείται σε μια τράπεζα, διεθνή ή εθνική, είναι πιθανό να παρεμποδίσει τη δυνατότητα αυτή.

(64) Οι ενισχύσεις που έχουν ως αντικείμενο τη διάσωση τραπεζών, ακόμη και τοπικών, οι οποίες διαφορετικά θα είχαν εξαλειφθεί από την αγορά λόγω της μικρότερης αποδοτικότητάς τους και της μικρής ανταγωνιστικής τους ικανότητας, είναι πιθανό να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό σε κοινοτικό επίπεδο, αφού καθιστούν δυσκολότερη την είσοδο ξένων τραπεζών στη γαλλική αγορά.

(65) Χωρίς τις εν λόγω ενισχύσεις, η CFF θα έπρεπε πιθανότατα να εκκαθαριστεί. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του ενεργητικού της CFF θα μπορούσαν να έχουν αγοραστεί από ξένους ανταγωνιστές που να επιθυμούσαν να αποκτήσουν σημαντική εμπορική παρουσία στη Γαλλία. Η πελατεία της CFF θα έπρεπε να απευθυνθεί σε άλλη τράπεζα, ενδεχομένως που να προέρχεται από άλλο κράτος μέλος.

(66) Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι ενισχύσεις προς τη CFF εμπίπτουν στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, αφού νοθεύουν τον ανταγωνισμό σε βαθμό που είναι πιθανό να επηρεάσει τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές.

5.3. Εξέταση της συμβιβασιμότητας των ενισχύσεων στην Credit Foncier με τη συνθήκη

(67) Μετά την εκτίμηση της ύπαρξης κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης της CFF, πρέπει να εξεταστεί αν οι ενισχύσεις αυτές είναι σύμφωνες με το κοινό συμφέρον με την έννοια του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ.

(68) Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει πρώτα να ληφθεί υπόψη ότι δεν πρόκειται ουτε για ενίσχυση κοινωνικού χαρακτήρα που χορηγείται σε μεμονωμένους καταναλωτές, ούτε για ενίσχυση που να διευκολύνει την ανάπτυξη ορισμένων γαλλικών περιοχών. Δεν πρόκειται επίσης για ενίσχυση με στόχο την αντιμετώπιση σοβαρών οικονομικών δυσχερειών γιατί η ενίσχυση έχει ως στόχο την αντιμετώπιση δυσχερειών ενός μόνο δικαιούχου, της CFF, και όχι των δυσχερειών όλων των συναλλασσόμενων του τομέα.

(69) Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα προβλήματα της CFF δεν προέρχονται από συστημική τραπεζική κρίση στη Γαλλία. Η CFF δεν είναι το μόνο τραπεζικό ίδρυμα στη Γαλλία που αντιμετωπίζει δυσκολίες, και άλλες τράπεζες, ιδιαίτερα δημόσιες, αντιμετωπίζουν επίσης δυσκολίες. Τα αίτια όμως για τις ζημίες της CFF είναι ιδιαίτερα και φαίνονται να συνδέονται, σε μεγάλο βαθμό, στην κακή πιστωτική πολιτική, χωρίς επαρκώς αυστηρό έλεγχο των κινδύνων στη δραστηριότητα ανταγωνιστικής στεγαστικής πίστης των θυγατρικών της. Συνεπώς, η χορηγηθείσα ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας λόγω γενικευμένης τραπεζικής κρίσης.

(70) Μόνον η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) δεύτερο μέρος μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η συμβιβασιμότητα των εν λόγω ενισχύσεων πρέπει να εκτιμηθεί σύμφωνα με τους συγκεκριμένους κανόνες που αφορούν τις ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες(13). Η γενική αρχή που πρέπει να εφαρμόζεται στις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις οι οποίες αντιμετωπίζουν δυσχέρειες προβλέπει ότι η συμβιβασιμότητά τους εξαρτάται από διάφορες προϋποθέσεις, και ιδιαίτερα για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης:

1. την πλήρη εκτέλεση σχεδίου αναδιάρθρωσης βασισμένου σε ρεαλιστικές υποθέσεις που να επιτρέπουν την αποκατάσταση εντός εύλογης προθεσμίας της ελάχιστης απαιτούμενης αποδοτικότητας των επενδεδυμένων κεφαλαίων και τη διασφάλιση έτσι της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της επιχείρησης·

2. την προσφορά επαρκών αντισταθμίσεων έναντι της νόθευσης του ανταγωνισμού, ώστε να συνάγεται έτσι ότι η ενίσχυση δεν είναι αντίθετη στο κοινό συμφέρον·

3. την αναλογικότητα της ενίσχυσης με τους επιδιωκόμενους σκοπούς και τον περιορισμό του ύψους της ενίσχυσης στο ελάχιστο απαραίτητο ποσό για την αναδιάρθρωση, ώστε η προσπάθεια αποκατάστασης να βαρύνει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την ίδια την επιχείρηση·

4. την πλήρη υλοποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης και την εκτέλεση όλων των λοιπών υποχρεώσεων που προβλέπονται στην τελική απόφαση της Επιτροπής·

5. τη δημιουργία ενός συστήματος ελέγχου της προηγούμενης προϋπόθεσης.

Σε εφαρμογή του πλαισίου των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι τέτοιες ενισχύσεις αναδιάρθρωσης θα πρέπει κανονικά να είναι απαραίτητες μία μόνο φορά.

5.3.1.1. Βιωσιμότητα της επιχείρησης

(71) Σε επιστολή της 21ης Μαρτίου 1996, οι γαλλικές αρχές ενημέρωναν την Επιτροπή ότι ο νέος διοικητής της CFF θα εκπονούσε σχέδιο αναδιάρθρωσης και στρατηγικής αναδιάταξης για την τράπεζα. Το σχέδιο αναμένεται να οδηγήσει στην εξυγίανση της τράπεζας και την επιστροφή της στην κερδοφορία, ενόψει της αναζήτησης εταίρου. Σε ένα πρώτο χρόνο, το σχέδιο δεν προέβλεπε αύξηση του κεφαλαίου του ιδρύματος από το κράτος που ήλπιζε ότι τα προβλεπόμενα μέτρα του σχεδίου θα επαρκούσαν για τη δημιουργία των απαραίτητων πόρων για την κεφαλαιακή ενίσχυση της CFF.

(72) Κατά την αναζήτηση μετόχου αναφοράς, και κυρίως μετά το 1996, η CFF ξεκίνησε μια διαδικασία εσωτερικής αναδιάρθρωσης βασισμένη στον αναπροσανατολισμό της δραστηριότητας προς την αρχική ειδικότητά της, τον πόλο της πίστης για αγορά και ενοικίαση κατοικίας, κυρίως για ιδιώτες. Η στρατηγική της επιχείρησης διαρθρώθηκε γύρω από πέντε άξονες οι οποίοι αποτέλεσαν τη βάση της νέας διάρθρωσης της οργάνωσης. Η εσωτερική αναδιάρθρωση ορθολογικοποίησε το οργανόγραμμα μέσω της ομαδοποίησης δραστηριοτήτων της ίδιας φύσης με στόχο την αποσαφήνιση και την πραγματοποίηση οικονομιών κλίμακας.

(73) Η εμπορική δράση αποτέλεσε την προτεραιότητα του προσωπικού και της διεύθυνσης της CFF και απέδωσε σημαντικά αποτελέσματα ως προς την παραγωγή πιστώσεων στον ανταγωνιστικό τομέα, που αυξήθηκε από 6,1 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1995 σε 11,5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1998. Χάρη στις προσπάθειες του εμπορικού δικτύου της, η CFF κατέκτησε μερίδια αγοράς στον τομέα της παραδοσιακής παραγωγής της CFF, τα στεγαστικά δάνεια. Οι εμπορικές μέθοδοι βελτιώθηκαν με την έναρξη λειτουργίας σχολής πωλήσεων στις αρχές του 1998.

(74) Η πολιτική αναδιάρθρωσης και πώλησης στοιχείων του ενεργητικού στο πλαίσιο του αναπροσανατολισμού στη βασική της κατεύθυνση συνέβαλε παράλληλα στην εξισορρόπηση της ρευστότητας του ομίλου και την αποκατάσταση των ιδίων κεφαλαίων. Το 1996, το ίδρυμα πώλησε στοιχεία του ενεργητικού και μη στρατηγικές συμμετοχές ύψους 23 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων ενώ ολοκλήρωσε πράξεις τιτλοποίησης και άμεσης πώλησης πιστώσεων σε τοπικές αρχές ύψους 22 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, εκ των οποίων 11 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα μέσω τιτλοποίησης. Οι πράξεις αυτές επέτρεψαν την επιστροφή της προκαταβολής της CDC και, με την εγκατάσταση μέσων διαχείρισης ενεργητικού-παθητικού, τη μη προσφυγή μετά την κρίση του Ιανουαρίου 1996 στις κεφαλαιαγορές για τη συλλογή χρηματοδοτικών πόρων.

(75) Η ταμειακή θέση είναι πλέον σαφώς θετική, όχι μόνο χάρη στις σημαντικές πωλήσεις δανείων στις τοπικές αρχές και τις πωλήσεις που αφορούν άλλα στοιχεία του ενεργητικού, αλλά κυρίως χάρη στις πρόωρες αποπληρωμές της πελατείας λόγω της πτώσης των επιτοκίων στην αγορά. Το 1996, οι πρόωρες αποπληρωμές αφορούσαν όλα σχεδόν τα υπόλοιπα δανείων, παράγοντας 26 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα που προστίθενται στα 9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα των συμβατικών αποσβέσεων και στα 21 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα από την πώληση δανείων στις τοπικές αρχές. Το γεγονός αυτό επέτρεψε να αντιμετωπιστούν η παραγωγή και η αποπληρωμή τίτλων που έληγαν καθώς και άλλα χρέη, και να ενισχυθεί το χαρτοφυλάκιο τίτλων κατά 10 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Δεδομένου ότι και στις λογιστικές χρήσεις του 1997 και του 1998 παρατηρήθηκαν υψηλά ποσοστά πρόωρων αποπληρωμών, η CFF εκπλήρωσε όλες της τις υποχρεώσεις ως το 1999 διατηρώντας την παραγωγή που προβλεπόταν από το επιχειρηματικό σχέδιο· αν χρειαστεί, η τράπεζα μπορεί να υπολογίσει σε πράξεις τιτλοποίησης ή κινητοποίησης του ομολογιακού χαρτοφυλακίου για να συλλέξει κεφάλαια.

(76) Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των επισφαλών απαιτήσεων και των προβλέψεων, το σύνολο των επισφαλών υπολοίπων μειώθηκε παράλληλα με τη μείωση του συνολικού υπολοίπου των δανείων. Οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις μειώθηκαν από 9,7 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1995 σε 5,2 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1998, αντικατοπτρίζοντας την αισθητή βελτίωση της πολιτικής αυστηρής επιλογής κινδύνων που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο των χορηγήσεων της τράπεζας (διαχείριση του κινδύνου), ως άμεσο αποτέλεσμα του αναπροσανατολισμού των δραστηριοτήτων σε τομείς που παρουσιάζουν μικρότερους κινδύνους (στεγαστική πίστη). Σε ό,τι αφορά το σύστημα του ελέγχου των κινδύνων και των υποχρεώσεων των θυγατρικών, η CFF αναγνώρισε ότι υπάρχουν γενικά μέσα ελέγχου, τα οποία όμως δεν ήταν στο κατάλληλο ποσοτικό και ποιοτικό επίπεδο σε σχέση με τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης διαχείρισης, ιδιαίτερα ενόψει της διαφοροποίησης της τράπεζας. Συνεπώς, από το 1996 η CFF επεδίωξε να βελτιώσει τον έλεγχο της μητρικής επιχείρησης επί των θυγατρικών: μια ειδική επιτροπή μεριμνά, σε μόνιμη βάση, για τη συνεκτικότητα της στρατηγικής των θυγατρικών με αυτήν της μητρικής επιχείρησης και εξετάζει τα κοινά προβλήματα. Ο έλεγχος της διαχείρισης των θυγατρικών προβλέπει τριμηνιαία παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και των κυριότερων χρηματοπιστωτικών δεικτών, καθώς και της ρευστότητας, παράλληλα με τη συνεχή ενημέρωση των προβλέψεων για τα ετήσια αποτελέσματα. Ο έλεγχος συμπληρώνεται με την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων δραστηριότητας. Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των κινδύνων, δύο επιτροπές είναι αρμόδιες, αφενός, για την έγκριση των υποχρεώσεων των θυγατρικών της CFF απέναντι σε εξωτερικούς οργανισμούς του ομίλου, των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει τα 5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα και, αφετέρου, για την αντιμετώπιση υψηλών κινδύνων, το σύνολο των οποίων ανά πελάτη στο επίπεδο του ομίλου φθάνει ή ξεπερνά τα 5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

(77) Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει την εξέλιξη του ισολογισμού του ομίλου CFF από το 1995 ως το 1998.

Πίνακας 3 - Ενοποιημένος ισολογισμός του ομίλου CFF

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

(78) Μετά το 1996, τα περιθώρια βελτιώθηκαν σύμφωνα με τους στόχους του επιχειρηματικού σχεδίου. Οι σημαντικότερες προσπάθειες πραγματοποιήθηκαν ως προς το κόστος της διάρθρωσης με σκοπό την προσαρμογή των μέσων στη μείωση του επιπέδου δραστηριότητας. Από το 1995 έως το 1998 οι θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά περίπου 30 % (από 3287 μονάδες σε 2371), επιτρέποντας τη μείωση των δαπανών προσωπικού κατά 25 %. Το σύνολο των δαπανών εκμετάλλευσης μειώθηκε κατά 22 % κατά την ίδια περίοδο. Μετά τις έκτακτες ζημίες του 1995, ο όμιλος συσσώρευσε κέρδη τα οποία, αν και μικρού ύψους, οδήγησαν στη βελτίωση των ενοποιημένων ίδιων κεφαλαίων. Πράγματι, η συρρίκνωση του καθαρού τραπεζικού αποτελέσματος που ήταν αποτέλεσμα της μείωσης του συνολικού περιθωρίου του επιτοκίου (όπως προβλεπόταν στο επιχειρηματικό σχέδιο) εξουδετερώθηκε όχι μόνο από τη μείωση των γενικών δαπανών εκμετάλλευσης, αλλά και από τις υπεραξίες επί των πωλήσεων δανείων στις τοπικές αρχές, και με τη μείωση των αναπροσαρμογών επί των πιστώσεων και χρηματοδοτικών ακινητοποιήσεων (χάρη στην καλύτερη διαχείριση του κινδύνου) και τις αποσβέσεις και προβλέψεις.

(79) Στον ακόλουθο πίνακα φαίνεται η εξέλιξη των ενοποιημένων αποτελεσμάτων του ομίλου CFF.

Πίνακας 4 - Λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσεως του ομίλου CFF

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

(80) Ωστόσο, η αξιοπιστία του επιχειρηματικού σχεδίου αναδιάρθρωσης της CFF, που επέτρεψε την εξεύρεση, μέσω των δράσεων εξυγίανσης, της απααραίτητες ρευστότητας για τις χρηματοδοτήσεις κατά την περίοδο των δυσχερειών και την επιστροφή στην κερδοφορία δεν ήταν αρκετή, για την αποκατάσταση του συντελεστή φερεγγυότητας του ιδρύματος. Μολονότι, αρχικά, οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι παρά τη δέσμευση της κυβέρνησης, δεν επιθυμούσαν ούτε ενίσχυση του κεφαλαίου της CFF ούτε άλλο μέτρο στήριξης της CFF, το εύρος των σχετικών κερδών δεν επέτρεψε την αποκατάσταση των ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο που προβλεπόταν από τους κοινοτικούς εποπτικούς κανόνες. Συνεπώς, η αποκατάσταση των ιδίων κεφαλαίων προβλεπόταν να επιβαρύνει τον αγοραστή της τράπεζας στο πλαίσιο της πώλησής της.

Πίνακας 5 - Ίδια κεφάλαια του ομίλου CFF

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

(81) Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1998, οι συζητήσεις που είχαν ξεκινήσει με τον υποψήφιο για την αγορά του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, το αμερικανικό κονσόρτσιουμ GMAC-Bass, διακόπηκαν λόγω της άρνησης του αγοραστή να αγοράσει το σύνολο της CFF. Κατά τον τύπο, αγοράζοντας όλο τον ισολογισμό της CFF (στο στάδιο αυτό περίπου 310 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) χωρίς καμία κρατική εγγύηση, η GMAC-Bass φοβόταν υποβάθμιση της βαθμολόγησής της από τις σχετικές εταιρείες. Για το λόγο αυτό, ζήτησε από το κράτος να διαιρέσει στα δύο τον ισολογισμό της CFF και να διατηρήσει για λογαριασμό του όλο το υπόλοιπο ομολόγων με εγγύηση του δημοσίου.

(82) Το νέο σχέδιο που παρουσίασαν οι γαλλικές αρχές στις 24 Δεκεμβρίου 1998 προβλέπει τρία στάδια: χρηματοδοτική αναδιάρθρωση, ενίσχυση του κεφαλαίου και άνοιγμα νέας διαδικασίας αναζήτησης εταίρου.

(83) Η χρηματοδοτική αναδιάρθρωση έχει ως στόχο την επίλυση των δυσχερειών που εντοπίστηκαν κατά την προηγούμενη αναζήτηση εταίρου, και ιδιαίτερα την εγγύηση των δανείων, τα προβλήματα διοίκησης επιχείρησης (corporate governance), τη λογιστική διαφάνεια και την αυξανόμενη ανάγκη για ίδια κεφάλαια. Τα προβλήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν, αντίστοιχα, μέσω της δημιουργίας μιας θυγατρικής εταιρείας στεγαστικής πίστης, της αλλαγής του καταστατικού της CFF, της βελτίωσης της αναγνωσιμότητας του ισολογισμού της CFF και της μείωσης της συμμετοχής της CFF στην CLog.

(84) Τα στεγαστικά ομόλογα και τα αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού θα μεταβιβαστούν σε ειδικευμένη θυγατρική, με το καθεστώς εταιρείας στεγαστικής πίστης (SCF). Λαμβανομένης υπόψη της ποιότητας των ειδικευμένων αυτών εταιρειών, η CFF θα διαθέτει ένα ασφαλές νέο μέσο αναχρηματοδότησης, που θα επιτρέψει τον τερματισμό της κρατικής εγγύησης. Η πραγματοποίηση του εν λόγω σχεδίου εξαρτάται από το αν το γαλλικό κοινοβούλιο θα εγκρίνει το νόμο για την αποταμίευση και τη χρηματοδοτική ασφάλεια, που προβλέπεται για το τέλος του τρέχοντος έτους. Η Επιτροπή αντιμετωπίζει θετικά αυτές τις νομοθετικές διατάξεις και τη δημιουργία της SCF από τη CFF, γιατί η εν λόγω οργανωτική διάρθρωση θα επιλύσει οριστικά το πρόβλημα των κρατικών εγγυήσεων.

(85) Η Επιτροπή θεωρεί ως ιδιαίτερα σημαντική τη μείωση της συμμετοχής που κατέχει η CFF στην CLog, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων από την ενοποίηση των λογαριασμών της CLog στο συντελεστή φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αναφέρεται στον πίνακα 1.

(86) Κατόπιν επιστολής του υπουργού Οικονομικών και Βιομηχανίας, της 24ης Μαρτίου 1999, στην οποία αναφερόταν το ποσό που θα διέθετε το κράτος για την ενίσχυση του κεφαλαίου της CFF, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες προκειμένου να ελέγξει την ύπαρξη βιομηχανικού σχεδίου ικανού να συμπληρώσει την εξυγίανση του ιδρύματος και να ελέγξει αν το προβλεπόμενο μέτρο αντιστοιχεί στο ελάχιστο απαραίτητο επίπεδο. Εξάλλου, οι πληροφορίες που ζητήθηκαν έπρεπε να επιβεβαιώσουν τις προβλεπόμενες ημερομηνίες για την αλλαγή του καταστατικού της τράπεζας και τη δημιουργία της θυγατρικής SCF. Η Επιτροπή έλαβε τις πλήρεις πληροφορίες που είχε ζητήσει στις 12 Μαΐου 1999.

(87) Το νέο σχέδιο ξεκινά από τα αποτελέσματα του έτους 1998 για να αναπτύξει τη μελλοντική στρατηγική και τα προβλεπόμενα αποτελέσματα του ομίλου, και εγγράφεται στο πλαίσιο της αναζήτησης αγοραστή. Το σχέδιο βασίζεται στην ανάκαμψη του πιστωτικού ιδρύματος στους τομείς με τον υψηλότερο κίνδυνο και στην αποφυγή της συρρίκνωσης του καθαρού τραπεζικού αποτελέσματος, αναζητώντας άλλες πηγές εσόδων που να αντισταθμίζουν τη μείωση των παραδοσιακών εσόδων. Το σχέδιο έλαβε υπόψη τα θεμελιώδη προβλήματα της τράπεζας και όλες τις πτυχές της συνήθους διαχείρισης (προσωπικό, οργάνωση, μάρκετινγκ), της στρατηγικής ανάπτυξης και της χρηματοδοτικής διάρθρωσης (ίδια κεφάλαια, ποιότητα των πιστώσεων, αποδοτικότητα, ρευστότητα) ώστε να μπορέσει η CFF να επιβεβαιώσει τη βιωσιμότητά της.

(88) Το στρατηγικό σχέδιο έχει δύο στόχους: την ολοκλήρωση του αναπροσανατολισμού στις ενυπόθηκες τραπεζικές εργασίες και την ανάπτυξη της παραγωγής στεγαστικών πιστώσεων, πώλησης υπηρεσιών και διανομής αποταμιευτικών προϊόντων. Προκειμένου για τον πρώτο στόχο, τα σημαντικότερα μέτρα είναι η επικέντρωση στις πιστώσεις για κοινωνική στέγη, η αναδιοργάνωση του δικτύου και η ενίσχυση των εμπορικών του εργασιών. Η CFF έχει ως στόχο να συνεχίσει την αναδιάταξή της σε τρεις άξονες: τον τομέα των δανείων για την απόκτηση στέγης και την πληρωμή ενοικίων, ιδιαίτερα για ιδιώτες, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας στρατηγικής συμπληρωματικής προσφοράς αποταμιευτικών προϊόντων· την ενίσχυση της δανειοδοτικής δραστηριότητας σε ελεγχόμενους τομείς, όπως τους επαγγελματίες των ακινήτων και τις ειδικευμένες πιστώσεις· τέλος, την ανάπτυξη της εμπορίας υπηρεσιών με υψηλή προστιθέμενη αξία, όπως η εμπειρογνωμοσύνη ακινήτων, η διαχείριση αγαθών, η κοινωνική στέγη και η διαχείριση χαρτοφυλακίου ακινήτων όπου διαθέτει ήδη σημαντική επαγγελματική πείρα.

(89) Συνολικά, βάσει των υποβληθέντων εγγράφων, το στρατηγικό σχέδιο κρίνεται κατάλληλο, αν και ορισμένες φορές φαίνεται αισιόδοξο. Πράγματι, η μείωση της παραγωγής του επιδοτούμενου τομέα δεν έχει ακόμη αντισταθμιστεί επαρκώς από την αύξηση του ανταγωνιστικού τομέα, όπου η CFF κατέχει ακόμη μικρό μερίδιο αγοράς. Οι προβολές ανάπτυξης του μεριδίου αγοράς στον τομέα αυτό φαίνονται αισιόδοξες, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης ανάπτυξης της αγοράς στο σύνολό της όπως προβλέπεται στο επιχειρηματικό σχέδιο. Ένας τέτοιος αναπροσανατολισμός δεν είναι απλός για τη CFF που εξέρχεται από μια βαθιά κρίση και θα απαιτήσει σημαντικές προσπάθειες από το προσωπικό που δεν είχε προηγουμένως ισχυρό εμπορικό προσανατολισμό.

(90) Εξάλλου, η αύξηση των αναδιαπραγματεύσεων και των πρόωρων αποπληρωμών των δανείων, που προκάλεσε η μείωση των επιτοκίων και η ανάπτυξη μιας πολιτικής εξαγοράς των δανείων από τραπεζικά δίκτυα, μολονότι είχε ένα πρώτο θετικό αποτέλεσμα στη ρευστότητα της CFF, μπορεί να προκαλέσει μείωση του προϊόντος τραπεζικής εκμετάλλευσης, ιδίως στον επιδοτούμενο τομέα που παραμένει ακόμη στο επίκεντρο της δανειοδοτικής δραστηριότητας του οργανισμού.

(91) Τέλος, η ανάλυση της ανάπτυξης αυτού του κόστους πέρα από το 1999 έχει γίνει χωρις συμπληρωματική προσαρμογή βάσει της μείωσης του υπολοίπου για δάνεια αγοράς κατοικίας και της μικρής ακόμη αύξησης των καθαρών τραπεζικών αποτελεσμάτων. Η αύξηση των δαπανών εκμετάλλευσης δεν αντικατοπτρίζει τη συνέχιση της "τάσης" των τριών τελευταίων ετών και τις προβλέψεις του τραπεζικού τομέα γενικά.

5.3.1.2. Οι αντισταθμίσεις

(92) Πρέπει πρώτα να υπενθυμίσουμε ότι χωρίς τις ενισχύσεις που έλαβε, η CFF θα είχε τεθεί σε εκκαθάριση. Όπως προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τις ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης(14), πρέπει να ελεγχθεί αν αναζητήθηκε η λύση που συνεπάγεται τις μικρότερες δυνατές στρεβλώσεις για τους ανταγωνιστές. Αν είναι αναπόφευκτη μία μείζων στρέβλωση, πρέπει να απαιτηθούν σημαντικές αντισταθμίσεις, που να είναι χρήσιμες στους ίδιους τους συναλλασσόμενους τον τομέα ώστε να αμβλύνουν τα αρνητικά αποτελέσματα της ενίσχυσης.

(93) Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη σχετική κοινοτική πολιτική, οι αντισταθμίσεις πρέπει να αντιπροσωπεύουν μια συμπληρωματική προσπάθεια της ενισχυόμενης επιχείρησης σε σχέση με τις απαραίτητες πράξεις αναδιάρθρωσης για την ανάκαμψή της. Ειδικότερα, πρόκειται για μέτρα που δεν χρηματοδοτούνται, άμεσα ή έμμεσα, από κρατικές ενισχύσεις. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει μείωση παραγωγικής ικανότητας, είναι δυνατόν να αναζητηθούν αντισταθμίσεις στην εκχώρηση δραστηριοτήτων, εφόσον είναι επικερδείς, ή στη μείωση της εμπορικής παρουσίας της επιχείρησης.

(94) Στον τραπεζικό τομέα, ο περιορισμός της φερεγγυότητας που προβλέπεται από την τραπεζική νομοθεσία (ο πυρήνας των αμιγών ιδίων κεφαλαίων και των ιδίων κεφαλαίων με την ευρεία έννοια πρέπει να αντιπροσωπεύει, αντίστοιχα, 4 και 8 % των στοιχείων του ενεργητικού σταθμισμένων με τους κινδύνους) καθορίζει μία υποχρέωση που περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην πράξη, ένας τέτοιος περιορισμός κεφαλαιοποίησης υπάρχει σε απόλυτους όρους μεσομακροπρόθεσμα για όλες τις επιχειρήσεις, αλλά στον τραπεζικό τομέα ασκείται κατά τρόπο μόνιμο και άμεσο. Είναι συμβατικά ποσοτικοποιήσιμος και δεν μπορεί να παρακαμφθεί προσωρινά στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ανάπτυξης που ακολουθεί ένας πιστωτικός οργανισμός. Ένα πιστωτικό ίδρυμα που πληροί απλώς τον περιορισμό της φερεγγυότητας δεν διαθέτει περιθώριο ανάπτυξης όσο δεν είναι σε θέση να προσελκύσει νέα ίδια κεφάλαια ή να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του με σημαντικά κέρδη. Έτσι, ένα αναποτελεσματικό ίδρυμα περιορίζει την ανάπτυξή του ενώ μια τράπεζα που πραγματοποιεί σημαντικά κέρδη διαθέτει περιθώριο ανάπτυξης ανάλογο με την αποδοτικότητά της. Αυτή η συνέπεια περιορισμού της ανάπτυξης των λιγότερο αποδοτικών οργανισμών λόγω του περιορισμού του συντελεστή φερεγγυότητας αντικατοπτρίζει άμεσα τη συμπληρωματικότητα μεταξύ των προληπτικών εποπτικών πολιτικών και της πολιτικής ανταγωνισμού.

(95) Λόγω του περιορισμού της φερεγγυότητας, καθίσταται δυνατή η συμβατική εκτίμηση, της νόθευσης του ανταγωνισμού σε περιπτώσεις ενισχύσεων σε πιστωτικά ιδρύματα(15). Αν οι ενισχύσεις εξομοιώνονται με ενισχύσεις κεφαλαίου, η νόθευση του ανταγωνισμού μπορεί να εκτιμηθεί ως στοιχεία του ενεργητικού σταθμισμένα με τους κινδύνους. Η ενίσχυση κεφαλαίου 1 εκατομμυρίου ευρώ, ή οποιοδήποτε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, επιτρέπει σε μια τράπεζα να αυξήσει τα σταθμισμένα στοιχεία του ενεργητικού ως προς τον κίνδυνο στον ισολογισμό της (λαμβανομένου υπόψη του περιορισμού φερεγγυότητας 8 %) και άρα το επίπεδο των δραστηριοτήτων της. Η πράξη αυτή οδηγεί σε δυνητική νόθευση του ανταγωνισμού σε όρους δραστηριότητας της τάξης των 12,5 εκατομμυρίων ευρώ (χωρίς την εν λόγω ενίσχυση, η τράπεζα δεν θα είχε μπορέσει να αυξήσει κατά 12,5 εκατομμύρια ευρώ το ύψος των στοιχείων του ενεργητικού της σταθμισμένων με τον κίνδυνο). Μια τέτοια σχέση συνεπάγεται επίσης ότι αν η ενίσχυση προς ένα πιστωτικό ίδρυμα υπερβαίνει τα ίδια κεφάλαιά του, η νόθευση του ανταγωνισμού είναι ανώτερη από το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού σταθμισμένων με τον κίνδυνο. Ο ρόλος των αντισταθμίσεων είναι, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, να περιορίσουν τη νόθευση του ανταγωνισμού που υπολογίζεται ενδεικτικά με τον τρόπο αυτό.

(96) Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τις αντισταθμίσεις που πρόσφερε η CFF στους ανταγωνιστές και τις οποίες ζήτησε η Επιτροπή κατά το ξεκίνημα της διαδικασίας του άρθρου 88 παράγραφος 2, οι γαλλικές αρχές παρουσίασαν στοιχεία σχετικά με τις καταβληθείσες προσπάθειες. Η Επιτροπή δεν θεωρεί τη μείωση του καθαρού τραπεζικού προϊόντος που προβλέπει το επιχειρηματικό σχέδιο αντιστάθμιση, γιατί είναι περισσότερο αποτέλεσμα της μείωσης της πιστωτικής δραστηριότητας στον ενισχυόμενο τομέα, η οποία δεν έχει ακόμη αντισταθμιστεί από την αύξηση της δραστηριότητας στον ανταγωνιστικό τομέα.

(97) Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι η σημαντική μείωση του ισολογισμού (από 392 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα στις 31 Δεκεμβρίου 1995 σε 296 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα στις 31 Δεκεμβρίου 1998, δηλαδή 25 %) δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς απαραίτητη για τη βιωσιμότητα και αποτέλεσμα του ηθελημένου αναπροσανατολισμού της δραστηριότητας της τράπεζας, αλλά εμπεριέχει και ουσιώδεις προσπάθειες για τη μείωση της νόθευσης του ανταγωνισμού λόγω της παρέμβασης του κράτους. Οι προσπάθειες αυτές αντιπροσωπεύουν ειδικότερα μία σημαντική συνεισφορά σε σχέση με τη νόθευση του ανταγωνισμού, όπως μπορεί να εκτιμηθεί ενδεικτικά στη συγκεκριμένη περίπτωση.

(98) Έτσι, η Επιτροπή θεωρεί θετικό στοιχείο την απόφαση της CFF να αποχωριστεί το δίκτυό της στο εξωτερικό, θεωρώντας ότι η δραστηριότητα στο εξωτερικό, μολονότι δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική, ήταν σε φάση ανάπτυξης πριν από την κρατική παρέμβαση (ένα νέο υποκατάστημα είχε ανοίξει στην Ιταλία).

(99) Λαμβανομένου υπόψη του ύψους της ενίσχυσης σε σχέση με τις αντισταθμίσεις, η Επιτροπή θεωρεί ότι η CFF συνέβαλε ουσιωδώς στο κόστος της αναδιάρθρωσης και ότι προσέφερε σημαντικές αντισταθμίσεις που επιτρέπουν τη μείωση της νόθευσης από τις ενισχύσεις στον ανταγωνισμό.

5.3.1.3. Αναλογικότητα των ενισχύσεων και συνεισφορά της τράπεζας στην εξυγίανση

(100) Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω στοιχείων, σε ό,τι αφορά την τήρηση των άλλων όρων που προβλέπονται από το πλαίσιο για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι η CFF συνεισφέρει ουσιωδώς στο κόστος αναδιάρθρωσης, με τα δικά της μέσα.

(101) Ωστόσο, αν και η εξυγίανση της CFF έχει σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιηθεί, τα ίδια κεφάλαια παραμένουν πολύ κάτω από το ελάχιστο επίπεδο που προβλέπεται από τους σχετικούς εποπτικούς κανόνες. Το πρόβλημα αυτό αναμένεται να επιλυθεί με την κεφαλαιακή ενίσχυση που κοινοποίησε το κράτος [περιορισμένη σε 1,85 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, λαμβανομένων υπόψη της μείωσης της συμμετοχής στην CLog(16), της οποίας η ημερομηνία και οι λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη καθοριστεί]. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εναπομένουσες αβεβαιότητες σε ό,τι αφορά την οριστική βιωσιμότητα της τράπεζας πρέπει να αρθούν με την εξεύρεση εταίρου για την τράπεζα.

(102) Η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας το 1998, που καθορίζεται με βάση το δείκτη του ενοποιημένου αποτελέσματος ως προς τα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια (περιλαμβανομένης και της μετοχικής προκαταβολής) ανέρχεται σε περίπου 8,4 %. Η τιμή αυτή, που είναι ακόμη κατώτερη από τη μέση αποδοτικότητα του τραπεζικού τομέα και από τις προσδοκίες ενός ιδιώτη επενδυτή, δικαιολογεί την αναζήτηση ενός ισχυρού εταίρου, που προβλέπεται στο πλαίσιο της βραχυπρόθεσμης ιδιωτικοποίησης της τράπεζάς ώστε να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του ιδρύματος.

(103) Το γεγονός ότι η ανασύσταση των ιδίων κεφαλαίων και η οριστική εξυγίανση της τράπεζας θα ανατεθούν σε έναν σημαντικό εταίρο, γεγονός που θα της επιτρέψει να υλοποιήσει το επιχειρηματικό της σχέδιο, δημιουργεί προβλήματα ως προς την πώληση αυτή.

(104) Πέρα από την εξέταση των όρων συμβιβασιμότητας των εν λόγω ενισχύσεων, η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη και την ιδιωτικοποίηση της τράπεζας. Σε επιστολή τους στις 12 Μαΐου 1999, οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση να ιδιωτικοποιήσουν τη CFF έως τον Δεκέμβριο του 1999 με μια διαδικασία που να είναι ανοικτή, διαφανής και να μην συνιστά διακρίσεις. Η Επιτροπή σημειώνει τις δεσμεύσεις αυτές και υπενθυμίζει ότι επανέλαβε στην ΧΧΙΙΙη έκθεσή της για την πολιτική ανταγωνισμού(17) το 1993 τις γενικές αρχές που εφαρμόζει σε περιπτώσεις ιδιωτικοποίησης, για να καθορίσει αν οι πράξεις αυτές είναι πιθανό να περιέχουν στοιχεία ενίσχυσης. Θεωρεί ότι η ιδιωτικοποίηση θα πρέπει να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα της διοίκησης επιχείρησης που περιγράφηκε παραπάνω, και θα οδηγήσει στο μέλλον τη CFF να απευθύνεται στους ιδιώτες μετόχους της και στην αγορά για να αναζητήσει τους συμπληρωματικούς πόρους που χρειάζεται.

(105) Στο στάδιο αυτό και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την ιδιωτικοποίηση της CFF, δεδομένου ότι η επιλογή του αγοραστή καθορίζεται από τα κριτήρια της αγοράς σε ό,τι αφορά την τιμή και το επιχειρηματικό σχέδιο του αγοραστή, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω διαδικασία δεν φαίνεται να περιέχει συμπληρωματικές κρατικές ενισχύσεις.

(106) Η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη στην εκτίμηση των ενισχύσεων το ποσό που θα αποκομίσει το κράτος από την ιδιωτικοποίηση της επιχείρησης: στο στάδιο αυτό, η τιμή πώλησης της CFF δεν έχει ακόμη καθοριστεί και δεν υπάρχει σχετική εκτίμηση.

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(107) Λαμβανομένων υπόψη των προηγούμενων στοιχείων και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο ανάκαμψης της CFF περιέχει σημαντικά στοιχεία κρατικής ενίσχυσης με τη μορφή ιδιαίτερα:

- εγγύησης του δημοσίου για όλες τις δόσεις δανείων, περιλαμβανομένων του κεφαλαίου και των τόκων, που αποτελούν τα χρέη της CFF,

- της δέσμευσης του κράτους να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η CFF να μπορέσει να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές της τηρουμένων των ισχυόντων εποπτικών κανόνων, και τελικά, με τη μορφή προκαταβολής κεφαλαίου στη CFF.

(108) Τα μέτρα αυτά εξετάστηκαν βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ, ώστε να καθοριστεί αν μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά. Για τους λόγους που εκτίθενται 62 έως 100, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη CFF πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, εφόσον τηρηθούν οι όροι που προβλέπονται στο τελευταίο κοινοποιηθέν σχέδιο.

(109) Εξάλλου, λόγω του ύψους των ενισχύσεων, είναι απαραίτητο να παρακολουθηθεί η καλή εκτέλεση του σχεδίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης, ώστε το σχέδιο ανάκαμψης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή να υλοποιηθεί πραγματικά και ολοκληρωτικά. Συνεπώς, οι γαλλικές αρχές πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή κάθε έξι μήνες από την ημερομηνία έγκρισης της παρούσας απόφασης, για την πορεία του σχεδίου καθώς και για τυχόν απόκλιση των σχετικών αποτελεσμάτων σε σχέση με τις προβλέψεις, μέχρι την ολοκλήρωση των στόχων του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία τροποποίηση με την οποία να αυξάνονται οι κ ατικές ενισχύσεις υπέρ της CFF χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής.

(110) Οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η μετοχική προκαταβολή 1,85 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων είναι το ελάχιστο απαραίτητο ποσό που θα επιτρέψει στη CFF να τηρήσει τις εποπτικές απαιτήσεις και ότι εναπόκειται στον αγοραστή να αυξήσει το ύψος των ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο που να διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της CFF. Ελλείψει ιδιωτικοποίησης και άρα αύξησης των ιδίων κεφαλαίων από τον αγοραστή, το γαλλικό κράτος θα κληθεί πιθανότατα να προβεί σε πρόσθετη ενίσχυση του κεφαλαίου της τράπεζας. Ενδεχομένως, η Επιτροπή να θεωρήσει μια τέτοια πράξη ως συμπληρωματική ενίσχυση.

(111) Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ, αφού μπορούν να θεωρηθούν ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας ΕΟΧ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τα μέτρα για την εξυγίανση, την αναδιάρθρωση και την ιδιωτικοποίηση της Crédit Foncier de France, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την εγγύηση του δημοσίου για τα χρέη της Crédit Foncier de France που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας στις 29 Απριλίου 1996 και την αύξηση του κεφαλαίου της Credit Foncier από την πλευρά της Caisse des Dépôts et Consignations κατά 1850 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα αποτελούν κρατικές ενισχύσεις με την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Οι πράξεις αυτές των οποίων η αξία υπολογίζεται από το κράτος σε 16 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, κηρύσσονται συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά και με τη συμφωνία ΕΟΧ βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας ΕΟΧ.

Άρθρο 2

Η έγκριση των μέτρων που περιγράφονται στο άρθρο 1 προϋποθέτει την τήρηση από τη Γαλλία των ακόλουθων όρων:

α) να διασφαλίσει την υλοποίηση όλων των μέτρων εξυγίανσης και όλων των διατάξεων που περιέχονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή·

β) να μην τροποποιήσει τους όρους που προβλέπονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, αφού λάβει υπόψη τους όρους που επιβάλλονται από την παρούσα απόφαση, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής·

γ) να καταργήσει τη δυνατότητα για την Crédit Foncier να επωφεληθεί από μεταφορά των φορολογικών ελλειμμάτων για τις φορολογικές ζημίες που καλύπτονται από την κοινοποιηθείσα αύξηση κεφαλαίου.

Άρθρο 3

Η Γαλλία συνεργάζεται πλήρως για τον έλεγχο της παρούσας απόφασης και υποβάλλει στην Επιτροπή τα ακόλουθα έγγραφα:

α) λεπτομερή έκθεση των γαλλικών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής, την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και την ιδιωτικοποίηση της επιχείρησης. Η έκθεση αυτή θα πρέπει, ιδιαίτερα:

- να εξετάζει τη βιωσιμότητα της Crédit Foncier με την παρουσίαση των λεπτομερών αποτελεσμάτων σε σχέση με τις εκτιμήσεις του σχεδίου,

- να περιγράφει λεπτομερώς οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση υπέρ της Crédit Foncier (με τη μορφή κεφαλαιακής ενίσχυσης, χρηματοδότησης, εγγύησης κ.λπ.)

- να αναλύει λεπτομερώς τη διαδικασία πώλησης της Crédit Foncier.

Το έγγραφο αυτό θα πρέπει να υποβάλλεται κάθε έξι μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης της Επιτροπής. Η τελευταία έκθεση θα υποβληθεί στην Επιτροπή μετά την ιδιωτικοποίηση της επιχείρησης·

β) τους ισολογισμούς, τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων και τα ισοζύγια (ετήσια και εξαμηνιαία) του διοικητικού συμβουλίου της Crédit Foncier.

Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την αξιολόγηση των εγγράφων αυτών και της υλοποίησης του σχεδίου από ειδικευμένους ελεγκτές. Ενδεχομένως, οι γαλλικές αρχές και η Crédit Foncier de France να συνεργαστούν για την πραγματοποίηση αυτών των ελέγχων.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 23 Ιουνίου 1999.

Για την Επιτροπή

Karel Van Miert

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ C 275 της 20.9.1996, σ. 2.

(2) Η κλίμακα βαθμολόγησης της εταιρείας Standard & Poor's είναι η ακόλουθη: ΑΑΑ: ιδιαίτερα ισχυρή δυνατότητα επιστροφής δανείων· ΑΑ: ισχυρή ικανότητα· Α: ισχυρή ικανότητα αλλά ευαισθησία στην οικονομική συγκυρία· ΒΒΒ: επαρκής ικανότητα αλλά με μεγάλη ευαισθησία στην οικονομική συγκυρία· ΒΒ και Β: κερδοσκοπικός χαρακτήρας και αβεβαιότητα πληρωμής· CCC, CC και C: επισφαλείς απαιτήσεις· D: ήδη δυσκολίες αποπληρωμής. Η κλίμακα της Moody's για τους κινδύνους "investment grade" είναι η ακόλουθη: Αaa, Αa1, Αa2, Αa3, Α1, Α2, Α3, Βaa1, Βaa2. Οι δύο κλίμακες βαθμολόγησης δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες ανά κατηγορία.

(3) Από τη CFF ως "securities" για το δάνειό της.

(4) Ανακοίνωση της Επιτροπής στα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής στις δημόσιες επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα (ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 2).

(5) Βλέπε δημοσίευση "Moody's assigns bank financial strength ratings to 540 banks", Moody's, Νέα Υόρκη, Σεπτέμβριος 1995.

(6) Κατά μέσο όρο, τα επιτόκια ήταν τα ακόλουθα: TIOP (μέσο διατραπεζικό επιτόκιο στο Παρίσι): + 0,25 % για τη χρήση από τις 3 Ιουνίου 1996· TIOP + 0,40 % για τη χρήση από τις 3 Ιουνίου έως την 1η Οκτωβρίου 1996· TIOP + 0,675 % για τη χρήση μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1996 και 31ης Μαρτίου 1997.

(7) Το καθαρό ύψος των πιστώσεων στις τοπικές αρχές ήταν 27,8 δισεκατομύρια γαλλικά φράγκα στις 31 Δεκεμβρίου 1995, αφαιρουμένων των επισφαλών απαιτήσεων και των ληξιπρόθεσμων δόσεων επί συνολικού ύψους 37,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων την ίδια ημερομηνία.

(8) Κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν κάνει διάκριση μεταξύ των κρατικών παρεμβάσεων αλλά καθορίζει τις ενισχύσεις ανάλογα με τα αποτελέσματά τους: βλέπε ειδικότερα υπόθεση C-241/94, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, Συλλογή 96, σ. Ι-4551.

(9) Βλέπε υποσημείωση 4.

(10) ΕΕ L 336 της 30.12.1989, σ. 14.

(11) ΕΕ L 110 της 28.4.1992, σ. 52.

(12) Ο συντελεστής φερεγγυότητας λαμβάνει υπόψη στον παρονομαστή τα στοιχεία του ενεργητικού σταθμισμένα με το επίπεδο του κινδύνου.

(13) Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες (ΕΕ C 368 της 23.12.1994, σ. 12).

(14) Βλέπε υποσημείωση 13.

(15) Βλέπε απόφαση 98/490/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 1998, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τη Γαλλία στον όμιλο Crédit Lyonnais, (EE L 221 της 8.8.1998, σ. 72).

(16) Βλέπε πίνακα 1.

(17) XXΙΙΙη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού, κεφάλαιο 403, σ. 276. Οι αρχές στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή για να εξετάσει αν μια ιδιωτικοποίηση οδηγεί ενδεχομένως σε κρατικές ενισχύσεις είχαν προηγουμένως αποσταλεί στις γαλλικές αρχές με επιστολή του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού της 14ης Ιουλίου 1993.