Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 043 της 16/02/2000 σ. 0005 - 0027
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα (2000/C 43/03) Με τις τρίτες οδηγίες 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου(1) ολοκληρώθηκε η εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς στον ασφαλιστικό τομέα. Με τα κείμενα αυτά θεσπίζεται ενιαίο καθεστώς χορήγησης άδειας και χρηματοοικονομικού ελέγχου της ασφαλιστικής επιχείρησης από το κράτος μέλος στο οποίο διαθέτει την εταιρική της έδρα (κράτος μέλος προέλευσης). Η άδεια αυτή, η οποία χορηγείται από το κράτος μέλος προέλευσης, επιτρέπει στην ασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί τις ασφαλιστικές της δραστηριότητες σε όλη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης, δηλαδή ανοίγοντας πρακτορεία ή υποκαταστήματα σε όλα τα κράτη μέλη, ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της σε ένα κράτος μέλος, η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να τηρεί τους όρους υπό τους οποίους, για λόγους γενικού συμφέροντος, πρέπει να ασκούνται οι εν λόγω δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής. Σύμφωνα με το καθεστώς που θεσπίζεται από τις οδηγίες, η χρηματοοικονομική εποπτεία των ασκούμενων από την ασφαλιστική επιχείρηση δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ασκούνται υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ανήκει πάντοτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους προέλευσης της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης. Στο πλαίσιο του διαλόγου που ανέπτυξε με πολυάριθμους οικονομικούς φορείς, η Επιτροπή αντιλήφθηκε ότι παραμένουν αβεβαιότητες σχετικά με την ερμηνεία της εμβέλειας των κανόνων της συνθήκης και των διατάξεων των ασφαλιστικών οδηγιών, ιδιαίτερα για θεμελιώδεις έννοιες όπως η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το γενικό συμφέρον. Οδηγούν, σε πολλές περιπτώσεις, στην εφαρμογή από τις εποπτικές αρχές μέτρων ή κυρώσεων έναντι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που επιθυμούν να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους στην εσωτερική αγορά, ή στην επιβολή ορισμένων περιορισμών ή όρων για την άσκηση των δραστηριοτήτων στην επικράτειά τους. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγάλη αβεβαιότητα και συνεπώς σημαντική νομική ανασφάλεια, τόσο όσο σε ό,τι αφορά το καθεστώς που ισχύει για τις δραστηριότητές τους στα διάφορα κράτη μέλη, όσο και για το περιεχόμενο των προϊόντων που επιθυμούν να προτείνουν. Οι αποκλίσεις αυτές αποτελούν σοβαρή τροχοπέδη στην πλήρη και αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών που θεσπίστηκαν με τις τρίτες οδηγίες και ενδέχεται έτσι να αποτρέψουν ορισμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις από το να κάνουν χρήση των ελευθεριών που προβλέπει η συνθήκη και, συνεπώς, να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των ασφαλιστικών υπηρεσιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αποκλίσεις αυτές εμποδίζουν επίσης τους ασφαλιζόμενους να έχουν πρόσβαση στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και στο φάσμα των ασφαλιστικών προϊόντων που υπάρχουν στην εσωτερική αγορά, προκειμένου να επιλέξουν τα καταλληλότερα ως προς τις ανάγκες τους, από πλευράς κάλυψης και τιμής. Στην ανακοίνωση της 28ης Οκτωβρίου 1998 προς το Συμβούλιο σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες(2), που εκπονήθηκε μετά από σχετικό αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Κάρντιφ τον Ιούνιο 1998, η Επιτροπή εντόπισε τις ερμηνευτικές αποκλίσεις των κοινοτικών διατάξεων και την έλλειψη ασφάλειας του δικαίου που συνεπάγονται, ως έναν από τους παράγοντες που εμποδίζουν την σωστή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, στις 4 Ιουνίου 1999, ενέκρινε το σχέδιο δράσης(3) που υποβλήθηκε από την Επιτροπή μετά τις συζητήσεις στο πλαίσιο της ομάδας των προσωπικών αντιπροσώπων των υπουργών οικονομικών, υπό την προεδρία της Επιτροπής. Το εν λόγω σχέδιο δράσης ορίζει ως προωταρχικό στόχο για την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς την έκδοση ερμηνευτικής ανακοίνωσης από την Επιτροπή σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα. Η παρούσα ερμηνευτική ανακοίνωση αποτελεί τη συνεισφορά της Επιτροπής στη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σχετικά με τα θέματα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (πρώτο μέρος) και του γενικού συμφέροντος (δεύτερο μέρος), στον ασφαλιστικό τομέα, και συγκεκριμένα στο πλαίσιο των τρίτων ασφαλιστικών οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Τα κράτη μέλη (συγκεκριμένα στο πλαίσιο της επιτροπής ασφαλιστικών θεμάτων και της τεχνικής ομάδας ερμηνείας για την εφαρμογή των ασφαλιστικών οδηγιών), οι ιδιωτικοί φορείς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμμετείχαν στο διάλογο αυτό. Η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχέδιο ανακοίνωσης(4), που σηματοδότησε την έναρξη ενός νέου γύρου διαβουλεύσεων. Μετά τη δημοσίευση αυτή, η Επιτροπή έλαβε αρκετές εισηγήσεις, από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (κράτη μέλη, ομοσπονδίες ασφαλιστών και ενδιάμεσων, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οργανώσεις καταναλωτών, δικηγορικά γραφεία κ.λπ.). Οργάνωσε επίσης ακροάσεις όλων των μερών που έλαβαν μέρος στην γραπτή διαβούλευση. Η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να υπενθυμίσει και να συστηματοποιήσει τις αρχές που διέπουν τα δικαιώματα εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όπως τις προσδιόρισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, και να εξετάσει την εφαρμογή τους στις τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες(5). Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται τόσο στις διατάξεις της συνθήκης και στα κείμενα των κοινοτικών ασφαλιστικών οδηγιών όσο και στη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο ανέπτυξε ορισμένες θεμελιώδεις αρχές για τον σεβασμό της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών(6). Με τη δημοσίευση της παρούσας ερμηνευτικής ανακοίνωσης, η Επιτροπή επιδιώκει ένα στόχο διαφάνειας και αποσαφήνισης των κοινοτικών κανόνων την τήρηση των οποίων καλείται να επιβλέψει. Παρέχει σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, εθνικές διοικήσεις, οικονομικούς παράγοντες και καταναλωτές, ένα εργαλείο αναφοράς το οποίο αποσαφηνίζει τη γνώμη της Επιτροπής έναντι του νομικού πλαισίου στο οποίο μπορεί να ασκούνται οι ασφαλιστικές δραστηριότητες. Το παρόν σχέδιο ανακοίνωσης δεν φιλοδοξεί, με τις ερμηνείες και τις σκέψεις που περιέχει και οι οποίες αφορούν μόνον τα ειδικά προβλήματα του ασφαλιστικού τομέα(7), να καλύψει όλες τις πιθανές υποθέσεις που μπορούν να εμφανιστούν κατά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς των ασφαλίσεων, αλλά μόνο τις περιπτώσεις εκείνες που παρουσιάζονται συχνότερα ή είναι περισσότερο πιθανές. Οι απόψεις αυτές δεν καλύπτουν αναγκαστικά τις συχνά πολύ διαφορετικές ερμηνείες που δίνουν τα κράτη μέλη, και δεν θα μπορούσαν αυτές καθαυτές να δημιουργήσουν καμία υποχρέωση έναντι αυτών. Τέλος, πρέπει να διευκρινισθεί ήδη από αυτό το σημείο ότι οι ερμηνείες που περιλαμβάνονται στο παρόν σχέδιο ανακοίνωσης δεν προδικάζουν μεταγενέστερες ερμηνείες της Επιτροπής σχετικά με τις αρχές της εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις οποίες η Επιτροπή θα διατυπώσει σε συνάρτηση με την εξέλιξη των τεχνολογιών επικοινωνίας και τη χρησιμοποίησή τους στις ασφαλιστικές δραστηριότητες. Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την κοινωνία των πληροφοριών και το ηλεκτρονικό εμπόριο που έχει αναπτυχθεί σε κοινοτικό επίπεδο αποσκοπεί στο να διευκολύνει την ανάπτυξη των υπηρεσιών στο πλαίσιο της κοινωνίας των πληροφοριών και την κυκλοφορία τους μεταξύ των κρατών μελών και, ιδιαίτερα, το ηλεκτρονικό εμπόριο(8). Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου για την άσκηση ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων θα αποκτήσει μείζονα σημασία και μακροπρόθεσμα θα μεταβάλει τους μηχανισμούς διανομής των ασφαλιστικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Πράγματι, το σημερινό νομικό πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ασφαλειών βασίζεται σε μηχανισμούς οι οποίοι διαμορφώθηκαν χωρίς να ληφθεί υπόψη η χρησιμοποίηση αυτών των νέων τεχνολογιών για την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στην ενιαία αγορά και δεν αποκλείεται να υπάρξουν μεταγενέστερες ενέργειες στο θέμα αυτό. Η πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές(9) θα αποτελέσει το κατάλληλο εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο για τις συναλλαγές εξ αποστάσεως με καταναλωτές, γεγονός που αναμένεται να συμβάλλει στη μεγαλύτερη χρήση των νέων τεχνικών επικοινωνίας εξ αποστάσεως όπως το Ίντερνετ. Εξυπακούεται ότι οι εν λόγω ερμηνείες της Επιτροπής δεν προδικάζουν την ερμηνεία που θα μπορούσε να δώσει στα εν λόγω θέματα το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο είναι τελικώς αρμόδιο για την ερμηνεία της συνθήκης και του παραγώγου δικαίου. I. Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ Α. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ(10) 1. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών α) Προσωρινός χαρακτήρας Τα άρθρα 49 και επόμενα της συνθήκης καθιερώνουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Η αρχή αυτή έχει άμεση και άνευ όρων εφαρμογή από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου(11). Η αρχή αυτή θεμελιώνει για τους ενδιαφερόμενους δικαιώματα τα οποία οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να σέβονται και να διαφυλάσσουν, μην εφαρμόζοντας κάθε αντίθετη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, είτε πρόκειται για νομοθετικές είτε για διοικητικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων και συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων(12). Πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορεί να περιλαμβάνει μετακίνηση του παρέχοντος την υπηρεσία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 50 τρίτο εδάφιο της συνθήκης, μετακίνηση του αποδέκτη της παροχής στη χώρα μέλος του παρέχοντος, αλλά μπορεί να γίνει και χωρίς μετακίνηση ούτε του παρέχοντος την υπηρεσία ούτε του αποδέκτη(13). Με άλλα λόγια, οι διατάξεις του άρθρου 49 και επόμενα εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση στην οποία ο φορέας παροχής προσφέρει τις υπηρεσίες του στο έδαφος ενός κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ανεξάρτητα από τον τόπο στον οποίο είναι εγκατεστημένοι οι αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών. Εφόσον όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εν λόγω δραστηριότητα είναι συγκεντρωμένα στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών(14). Εφόσον μια δραστηριότητα ασκείται σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών με παρουσία του παρέχοντος στο κράτος μέλος της παροχής, η έννοια της παροχής υπηρεσιών διακρίνεται από αυτήν της εγκατάστασης, στο βαθμό που η πρώτη έχει προσωρινό χαρακτήρα, ενώ το δικαίωμα εγκατάστασης προϋποθέτει διαρκή εγκατάσταση στη χώρα υποδοχής(15). Αυτό προκύπτει από την ίδια τη συνθήκη η οποία ορίζει, στο άρθρο 50 τρίτο εδάφιο, ότι για τις περιπτώσεις τις οποίες ο φορέας που παρέχει μια υπηρεσία μετακινείται σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, δύναται για την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής να ασκήσει "προσωρινά" τη δραστηριότητά του στο κράτος μέλος στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής υπηρεσιών πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη διάρκεια, τη συχνότητα την περιοδικότητα και τη συνέχειά του. Ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής δεν αποκλείει τη δυνατότητα του φορέα παροχής των υπηρεσιών να διαθέτει στο κράτος μέλος της υποδοχής κάποιου είδους υποδομή, στο βαθμό που η υποδομή αυτή είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση της παροχής(16). Εξάλλου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι δραστηριότητες που συνίστανται στην κατά διαρκή τρόπο παροχή υπηρεσιών από το κράτος μέλος καταγωγής χωρίς τη μετακίνηση του φορέα παροχής στο κράτος μέλος υποδοχής εμπίπτουν στο καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών(17). β) Απαγόρευση καταστρατήγησης του εθνικού δικαίου Το Δικαστήριο αναγνώρισε σε όλα τα κράτη μέλη υποδοχής το δικαίωμα να καθορίζουν διατάξεις οι οποίες αποσκοπούν στο να εμποδιστεί ώστε η ελευθερία, που εγγυάται το άρθρο 59 της συνθήκης, να μην χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά από παρέχον υπηρεσίες πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως προς το έδαφός του, (του κράτους μέλους υποδοχής) με σκοπό να μην υπαχθεί το πρόσωπο αυτό στους επαγγελματικούς κανόνες που θα εφαρμόζονταν επ' αυτού σε περίπτωση που θα ήταν εγκατεστημένο στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους υποδοχής(18). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επιπλέον ότι μια τέτοια κατάσταση μπορεί να διέπεται από το κεφάλαιο περί δικαιώματος εγκαταστάσεως και όχι από αυτό που αφορά την παροχή υπηρεσιών(19). Το κριτήριο της συχνότητας είναι σημαντικό προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει προσπάθεια "καταστρατήγησης" κάνοντας χρήση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που διασφαλίζει το άρθρο 49· ωστόσο, δεν αρκεί για τον προσδιορισμό της παροχής υπηρεσιών (ένα κατάστημα μπορεί επίσης να λειτουργεί περιστασιακά). Η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως "καταχρηστική άσκηση" (καταστρατήγηση), όταν καταναλωτές που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος επιζητούν συχνά συνεργασία με ασφαλιστική επιχείρηση στο έδαφός της, για παράδειγμα με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, εκτός εάν αποδειχθεί ότι υπάρχει σκοπιμότητα καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του παρέχοντος τις υπηρεσίες. 2. Δικαίωμα εγκατάστασης Εάν μία επιχείρηση αναπτύσσει οικονομικές δραστηριότητες αόριστης διάρκειας μέσω μόνιμης παρουσίας στο κράτος μέλος στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές της, στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται καταρχήν οι διατάξεις της συνθήκης για το δικαίωμα εγκατάστασης. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι: "υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος, κατά τρόπο σταθερό και συνεχή, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος όπου, έχοντας την επαγγελματική του κατοικία, απευθύνεται, μεταξύ άλλων, στους υπηκόους αυτού του κράτους, ο εν λόγω υπήκοος εμπίπτει στις διατάξεις του κεφαλαίου που αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και όχι αυτό που αφορά τις υπηρεσίες" (20). Στην απόφασή του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας της 4ης Δεκεμβρίου 1986(21), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι: "... μια ασφαλιστική επιχείρηση άλλου κράτους μέλους η οποία ασκεί δραστηριότητα κατά τρόπο μόνιμο στο εν λόγω κράτος μέλος, υπάγεται στις διατάξεις της συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και αυτό έστω και αν η σχετική δραστηριότητα της επιχείρησης δεν ασκείται μέσω υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά μέσω απλού γραφείου, το οποίο διευθύνεται από δικό της προσωπικό ή από ανεξάρτητο πρόσωπο, στο οποίο όμως έχει δοθεί εντολή να ενεργεί γι' αυτή κατά τρόπο μόνιμο όπως θα έπραττε ένα πρακτορείο". Συνεπώς, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μια επιχείρηση που διαθέτει κατά τρόπο μόνιμο έναν ενδιάμεσο, εγκατεστημένο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τον οποίο χρησιμοποιεί για να ασκεί σταθερά και συνεχώς δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος μέλος, μπορεί να υπαχθεί στο δικαίωμα εγκαταστάσεως. Το Δικαστήριο θέλησε στην υπόθεση αυτή να αποφύγει κατάχρηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών με σκοπό την μη υπαγωγή στους κανόνες που θα εφαρμόζονταν στο κράτος μέλος υποδοχής, αν η επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη σ' αυτό(22). Πάντως, ο κίνδυνος κατάχρησης του δικαιώματος αυτού δεν υφίσταται πλέον στον τομέα των ασφαλίσεων μετά την εναρμόνιση που πραγματοποιήθηκε με τις κοινοτικές οδηγίες όσον αφορά τους όρους πρόσβασης και άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών. Πράγματι, οι κανόνες προληπτικής εποπτείας και ελέγχου των των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι οι ίδιοι, ανεξάρτητα από τον τρόπο άσκησης των ασφαλιστικών τους δραστηριοτήτων, υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε πρόσφατα ότι ο προσωρινός χαρακτήρας της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν αποκλείει τη δυνατότητα του παρέχοντος τις υπηρεσίες να διαθέτει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένη υποδομή (γραφείο, κ.λπ.), στο βαθμό που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής χωρίς να εμπίπτει στις διατάξεις περί δικαιώματος εγκατάστασης(23). Στην περίπτωση αυτή, ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής υπηρεσιών πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη διάρκεια, τη συχνότητα, στην περιοδικότητα και τη συνέχειά του(24). Πάντως, η απλή παρουσία μιας "σταθερής βάσης" σε ένα κράτος μέλος δεν αποδεικνύει αναγκαστικά ότι πρόκειται για περίπτωση που υπάγεται στο δικαίωμα εγκατάστασης. Με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου(25), η Επιτροπή θεωρεί ότι το κράτος μέλος παροχής δεν μπορεί να εξομοιώσει με εγκατάσταση κάθε μόνιμη παρουσία του φορέα παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του, και να την υπαγάγει σε κάθε περίπτωση στους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα εγκατάστασης. 3. Γκρίζα ζώνη Πάντως, δεν είναι πάντα εύκολο να χαραχθούν τα όρια μεταξύ της έννοιας της παροχής υπηρεσιών και εκείνης της εγκατάστασης. Πράγματι, ορισμένες περιπτώσεις θα ήταν δύσκολο να υπαχθούν στη μια ή στην άλλη κατηγορία, ιδιαίτερα όταν η ασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί, για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, μια μόνιμη υποδομή στο κράτος μέλος της παροχής. Πρόκειται συγκεκριμένα για τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) προσφυγή σε ανεξάρτητα πρόσωπα εγκατεστημένα στο κράτος μέλος υποδοχής· β) ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις που διενεργούν ασφαλιστικές πράξεις. Με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προτείνουν τις ακόλουθες ερμηνείες σχετικά με το θέμα αυτό: α) Προσφυγή σε ανεξάρτητα πρόσωπα Το πρόβλημα είναι να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό μια ασφαλιστική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος Α, η οποία προσφεύγει σε ανεξάρτητο πρόσωπο(26) το οποίο είναι εγκατεστημένο στο κράτος μέλος Β για να ασκήσει εκεί ασφαλιστικές εργασίες, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ασκεί η ίδια την ασφαλιστική δραστηριότητα κατά μόνιμο τρόπο στο κράτος μέλος Β, και να εξομοιωθεί συνεπώς με εγκατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης στο κράτος μέλος υποδοχής αντί να θεωρηθεί ότι ασκεί την ασφαλιστική δραστηριότητα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Στην απόφασή του, της 6ης Οκτωβρίου 1976(27), στην υπόθεση De Bloos, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι: "... ένα από τα ουσιώδη στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις έννοιες του υποκαταστήματος και του πρακτορείου είναι η υπαγωγή στη διεύθυνση και στον έλεγχο της μητρικής επιχείρησης." Πιο συγκεκριμένα, στην απόφασή του στην υπόθεση Somafer, της 22ας Νοεμβρίου 1978(28), το Δικαστήριο έκρινε ότι: "... η έννοια του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης προϋποθέτει ένα κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται διαρκώς προς τα έξω, ως η προέκταση της μητρικής επιχείρησης, το οποίο διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο έτσι ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται υποθέσεις με τρίτους, κατά τέτοιο τρόπο που οι τρίτοι, παρόλο ότι γνωρίζουν ότι θα συναφθεί ενδεχομένως έννομη σχέση με την μητρική επιχείρηση της οποίας η έδρα είναι στο εξωτερικό, δεν απαιτείται να απευθύνονται απευθείας στην τελευταία και μπορούν να πραγματοποιήσουν συναλλαγές στο κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποτελεί την προέκταση της μητρικής επιχείρησης." Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ένας αποκλειστικός αντιπρόσωπος που δεν υπάγεται στον έλεγχο και στη διεύθυνση μιας επιχείρησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάστημα, πρακτορείο ή εγκατάσταση. Στην απόφασή του στην υπόθεση Blanckaert και Willems, της 18ης Μαρτίου 1981(29), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: "...ένας εμπορικός αντιπρόσωπος (μεσολαβών), ανεξάρτητος υπό την έννοια ότι, δυνάμει της νομικής του καταστάσεως, είναι ελεύθερος να οργανώσει την κύρια δραστηριότητά του και να ορίσει τον χρόνο εργασίας τον οποίο διαθέτει σε μια επιχείρηση που δέχεται να αντιπροσωπεύσει και στον οποίο η επιχείρηση που αντιπροσωπεύει δεν δύναται να απαγορεύσει να αντιπροσωπεύει ταυτοχρόνως άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στον ίδιο τομέα παραγωγής ή εμπορίας και ο οποίος, εξάλλου, περιορίζεται στο να διαβιβάζει τις παραγγελίες στο κεντρικό κατάστημα, χωρίς να παρεμβαίνει ούτε στην πληρωμή τους, ούτε στην εκτέλεσή τους, δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλου καταστήματος." Επιπλέον, όπως ανέφερε ο Γενικός Εισαγγελέας Darmon στα συμπεράσματά του στην υπόθεση Shearson Lehman Hutton, που παρουσίασε στις 27 Οκτωβρίου 1992(30): "Ο δεσμός της εξάρτησης έναντι της εγκατεστημένης σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος(31) εταιρείας, δεν συνιστά εδώ κριτήριο καθοριστικής σημασίας. Κατά τη γνώμη μας το κριτήριο αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι η δευτερεύουσα εγκατάσταση έχει την εξουσία να διαπραγματεύεται με τρίτους". Τέλος, στην έκθεσή του σχετικά με τη σύμβαση των Βρυξελλών, ο κ. Jenard αναφέρει ότι υπάρχει πρακτορείο ή υποκατάστημα "όταν η ξένη εταιρεία αντιπροσωπεύεται από πρόσωπο ικανό να αναλάβει υποχρεώσεις για λογαριασμό της έναντι τρίτων"(32). Βάσει της νομολογίας αυτής η Επιτροπή κρίνει ότι, για να θεωρηθεί ότι οι δεσμοί μεταξύ ενός ανεξάρτητου προσώπου - όπως για παράδειγμα ενός ανεξάρτητου ενδιαμέσου - και μιας ασφαλιστικής επιχείρησης είναι τέτοιοι ώστε να συνεπάγονται την υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης στο καθεστώς εγκατάστασης και όχι σε εκείνο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει το ανεξάρτητο αυτό πρόσωπο να πληροί σωρευτικά τις τρεις ακόλουθες προϋποθέσεις: i) να υπόκειται στη διεύθυνση και τον έλεγχο της ασφαλιστικής επιχείρησης που εκπροσωπεί, ii) να μπορεί να δεσμεύει την ασφαλιστική επιχείρηση, και iii) να διαθέτει μόνιμη εντολή. Κατά συνέπεια μόνο εάν θεωρηθεί ότι το ανεξάρτητο αυτό πρόσωπο ενεργεί ως πραγματική προέκταση της ασφαλιστικής επιχείρησης, είναι δυνατή η υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης στο καθεστώς που ισχύει για την εγκατάσταση υποκαταστήματος. i) Το ανεξάρτητο πρόσωπο υπάγεται στη διεύθυνση και τον έλεγχο της ασφαλιστικής επιχείρησης που εκπροσωπεί. Για να διαπιστωθεί αν πληρούται το κριτήριο αυτό, πρέπει να εξετασθεί εάν, λόγω των σχέσεων μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ανεξάρτητου αυτού προσώπου (π.χ. ανεξάρτητος ενδιάμεσος), ο τελευταίος διαθέτει αρκετή ελευθερία για την οργάνωση των δραστηριοτήτων του, για να αποφασίσει πόσο χρόνο εργασίας θα διαθέτει σ' αυτή την ασφαλιστική επιχείρηση και, ιδίως, για να εκπροσωπεί ταυτόχρονα άλλες ανταγωνιστικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Μία εντολή αποκλειστικής αντιπροσώπευσης που λαμβάνει ο ανεξάρτητος ενδιάμεσος από μια και μόνο ασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί ένδειξη ότι ο εν λόγω ενδιάμεσος υπάγεται στη διεύθυνση και τον έλεγχο της ασφαλιστικής αυτής επιχείρησης. Ωστόσο, στον ασφαλιστικό κλάδο, συμβαίνει συχνά οι ενδιάμεσοι να εκπροσωπούν διάφορες ανταγωνιστικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις ταυτόχρονα. Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές, η αντιπροσώπευση των ενδιάμεσων αυτών αφορά διαφορετικούς ασφαλιστικούς κλάδους για τις διάφορες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εκπροσωπούν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ενδιάμεσος που εργάζεται για περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις εκ των οποίων μια μόνο του έχει δώσει αποκλειστική εντολή, θα μπορούσε να εξομοιωθεί με υποκατάστημα ενός μόνο ασφαλιστή, στο βαθμό που η σχετική εντολή συνεπάγεται την υπαγωγή του ενδιάμεσου αυτού στον έλεγχο και τη διεύθυνση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Αντίθετα, οι υπόλοιπες ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα υπόκεινται στους κανόνες που διέπουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Θα πρέπει όμως ακόμη να πληρούνται και οι δύο άλλες προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ώστε ο ενδιάμεσος αυτός να εξομοιώνεται με υποκατάστημα της ασφαλιστικής επιχείρησης στο κράτος μέλος υποδοχής και οι δραστηριότητες της ασφαλιστικής αυτής επιχείρησης να υπάγονται στο δικαίωμα εγκατάστασης και όχι της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξάρτητα από το αν ο ενδιάμεσος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο. ii) Το ανεξάρτητο πρόσωπο πρέπει να μπορεί να δεσμεύει την ασφαλιστική επιχείρηση. Για να διαπιστωθεί, επομένως, εάν πληρούται το κριτήριο της δέσμευσης πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να εξετάζεται εάν, οι πράξεις ή οι αποφάσεις του ανεξάρτητου αυτού προσώπου δύνανται να δεσμεύουν την ασφαλιστική επιχείρηση έναντι τρίτων οι οποίοι δεν χρειάζεται να απευθύνονται στην ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση και μπορούν να συναλλάσσονται με τον ενδιάμεσο. Η δέσμευση αυτή απορρέει πρώτα απ' όλα από την εντολή που έχει δοθεί στο ανεξάρτητο πρόσωπο ώστε να συνάπτει ασφαλιστήρια συμβόλαια με τους ασφαλιζομένους στο όνομα και για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία δεν είναι εγκατεστημένη στο κράτος μέλος υποδοχής. Ο βασικός σκοπός του πρακτορείου ή του υποκαταστήματος είναι η σύναψη συμβάσεων με τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό της κύριας επιχείρησης, η οποία με τον τρόπο αυτό δεσμεύεται απευθείας, εφόσον το πρακτορείο εμφανίζεται ως προέκταση της εταιρικής έδρας. Εάν το ανεξάρτητο αυτό πρόσωπο μπορεί, για παράδειγμα να υποβάλει για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης μια προσφορά που να περιλαμβάνει όλα τα βασικά στοιχεία της προτεινόμενης σύμβασης, πλην όμως η ασφαλιστική επιχείρηση διατηρεί τη δυνατότητα να απορρίψει την υποβληθείσα από το ανεξάρτητο αυτό πρόταση, που έχει υπογραφεί και από τον πελάτη, τότε δεν πληρούται το κριτήριο της ικανότητας δέσμευσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν και άλλα στοιχεία της εντολής που έχει δοθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση προς το ανεξάρτητο πρόσωπο τα οποία μπορούν και αυτά να αποδείξουν την πρόθεση της ασφαλιστικής επιχείρησης να δεσμευθεί άμεσα έναντι του αντισυμβαλλόμενου. Για παράδειγμα, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση έχει δώσει στον ενδιάμεσο την εξουσία να αποφασίσει την αποδοχή και τον διακανονισμό μιας ζημίας που του έχει υποβληθεί και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τον ενδιάμεσο δεσμεύουν την ασφαλιστική επιχείρηση έναντι του τρίτου μέρους. Η πράξη αυτή πρέπει, πάντως, να διαχωριστεί από την εντολή που έχει δοθεί στον ενδιάμεσο για την απλή διαχείριση φακέλων που περιέχουν ζημίες, και οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν, ενδεχομένως, την πληρωμή ασφαλιστικών αποζημιώσεων σε εκτέλεση των οδηγιών που έδωσε ο ίδιος ο ασφαλιστής. iii) Το ανεξάρτητο πρόσωπο πρέπει να διαθέτει μόνιμη εντολή. Η ικανότητα ενός ανεξάρτητου προσώπου (π.χ. ενδιάμεσου) εγκατεστημένου στο κράτος μέλος υποδοχής να δεσμεύει την ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να προέρχεται από μια εντολή η οποία έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα και όχι από μια εντολή χρονικά περιορισμένη ή περιστασιακή. Πράγματι, ο σταθερός και μόνιμος χαρακτήρας της εντολής αποδεικνύει την πρόθεση της ασφαλιστικής επιχείρησης να εντάξει στην οικονομία του κράτους μέλους υποδοχής τις ασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκεί στο εν λόγω κράτος μέλος. Σύμφωνα με την Επιτροπή, εάν μια ασφαλιστική επιχείρηση προσφύγει, για την προσωρινή ή περιστασιακή άσκηση των δραστηριοτήτων της στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, σε ενδιάμεσο εγκατεστημένο στο εν λόγω κράτος μέλος, εμπίπτει στις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών(33). Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι μια ασφαλιστική επιχείρηση που αποφασίζει να συνάψει ασφαλιστήρια συμβόλαια υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί ορισμένες υπηρεσίες του προηγούμενου και επόμενου σταδίου σύναψης ασφαλιστηρίων συμβολαίων στο κράτος μέλος στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες της. Έτσι, μια ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί, π.χ., για τις εργασίες που ασκεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών: - έναν τοπικό εμπειρογνώμονα για την ανάλυση των κινδύνων που θα αναλάβει υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, - έναν τοπικό εμπειρογνώμονα για την εκτίμηση των ζημιών που επήλθαν στο πλαίσιο των καλυπτομένων κινδύνων από ασφαλιστήρια συμβόλαια που απετέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, - ερευνητές της αγοράς οι οποίοι δεν συνάπτουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, και περιορίζονται να διαβιβάζουν στην ασφαλιστική επιχείρηση προς έγκριση τις προτάσεις ασφάλισης που τους παρουσιάζουν οι υποψήφιοι πελάτες, - εγχώριες νομικές, ιατρικές ή αναλογιστικές υπηρεσίες εγκατεστημένες στο κράτος μέλος στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία, - έναν φορέα με μόνιμη παρουσία ο οποίος έχει επιφορτισθεί να εισπράττει τα ασφάλιστρα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που έχουν συναφθεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (π.χ. πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, κ.λπ.), - έναν μόνιμο φορέα ο οποίος έχει επιφορτισθεί να παραλαμβάνει μόνο τις δηλώσεις ζημιών σχετικά με ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχουν συναφθεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και να τις διαβιβάζει στην ασφαλιστική επιχείρηση η οποία και θα αποφασίσει για το αν θα τις αποδεχθεί ή θα αρνηθεί να τις αναλάβει, - ένα μόνιμο φορέα για την απλή διαχείριση των φακέλων ζημιών που μπορεί, ενδεχομένως, να προβαίνει σε πληρωμή των ασφαλιστικών αποζημιώσεων σε εκτέλεση των οδηγιών του ίδιου του ασφαλιστή. Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι, η μόνη εντολή η οποία έχει ως συνέπεια να εξομοιώνεται η μόνιμη παρουσία με υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης στο κράτος μέλος της παροχής της υπηρεσίας, είναι αυτή που αφορά τις δραστηριότητες που αποτελούν μέρος του εταιρικού στόχου της επιχείρησης, δηλαδή, τις ασφαλιστικές εργασίες. Μια εντολή που έχει δοθεί σε πρόσωπα εγκατεστημένα σε ένα κράτος μέλος για την άσκηση δραστηριοτήτων άλλων εκτός των ασφαλιστικών εργασιών, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του τρόπου άσκησης των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στο κράτος μέλος της υποδοχής. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει για την περίπτωση εντολής που έχει δοθεί σε εταιρεία επενδύσεων για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου κινητών αξιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, ή για την περίπτωση μιας εταιρείας που είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση των ακινήτων που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ένα κράτος μέλος και που χρησιμοποιεί για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών της. Συμπέρασμα: Η Επιτροπή πιστεύει ότι μόνον όταν πληρούνται οι ανωτέρω τρεις προϋποθέσεις, (υπαγωγή στον έλεγχο της ασφαλιστικής επιχείρησης, η δυνατότητα άμεσης δέσμευσης της ασφαλιστικής επιχείρησης και ύπαρξη μόνιμης εντολής) μπορεί μια ασφαλιστική επιχείρηση, που χρησιμοποιεί ανεξάρτητα πρόσωπα, π.χ. ενδιαμέσους, εγκατεστημένα μονίμως στο κράτος μέλος υποδοχής, να θεωρηθεί ότι διαθέτει υποκατάστημα στο κράτος μέλος υποδοχής, με όλες τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό. Η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει ως εκ τούτου να ακολουθεί τη διαδικασία για το άνοιγμα υποκαταστήματος που προβλέπεται στα άρθρα 10 των πρώτων οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 32 των τρίτων οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ (με τη διευκρίνιση ότι οι σχεδιαζόμενες δραστηριότητες θα ασκούνται μέσω ανεξαρτήτου αντιπροσώπου). Τέλος, οι δραστηριότητες του ανεξάρτητου αυτού προσώπου θα ασκούνται σύμφωνα με τους κανόνες περί γενικού συμφέροντος του κράτους μέλους υποδοχής, που ισχύουν για τα υποκαταστήματα. Τέλος, το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να οδηγήσουν στην υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης στο δικαίωμα περί εγκατάστασης δεν σημαίνει ωστόσο ότι το ανεξάρτητο πρόσωπο αποτελεί, το ίδιο, υποκατάστημα της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης. Πράγματι, ένα υποκατάστημα αποτελεί "έδρα εκμετάλλευσης η οποία συνιστά τμήμα χωρίς νομική προσωπικότητα μιας ασφαλιστικής επιχείρησης"(34). Δεδομένου ότι το πρόσωπο αυτό είναι, εξ υποθέσεως, ανεξάρτητο, δεν δύναται συνεπώς να αποτελέσει "τμήμα" μίας ασφαλιστικής επιχείρησης. β) Ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις Εδώ πρόκειται για σταθερές ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις, του τύπου "ηλεκτρονικές θυρίδες" που έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν τις ασφαλιστικές πράξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα των πρώτων οδηγιών(35). Τέτοιου είδους εγκαταστάσεις είναι δυνατόν να υπαχθούν στο δικαίωμα εγκατάστασης εφόσον ικανοποιούν τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Δικαστήριο [βλέπε ανωτέρω σημείο α)]. Για να είναι δυνατόν ένας τέτοιος εξοπλισμός να εξομοιωθεί με εγκατάσταση θα πρέπει συνεπώς, κυρίως, να διαθέτει μια διοίκηση, που εξ ορισμού είναι αδύνατη, εκτός εάν δεχθεί το Δικαστήριο ότι η έννοια αυτή είναι δυνατόν να περιλάβει όχι μόνο την ανθρώπινη διοίκηση αλλά και την ηλεκτρονική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φαίνεται προς το παρόν αδύνατο ένας τέτοιου είδους εξοπλισμός να αποτελεί το μοναδικό κέντρο δραστηριοτήτων μιας ασφαλιστικής επιχείρησης σε κάποιο κράτος μέλος. Προφανώς αποτελεί μέρος, στην ίδια χώρα, ενός υποκαταστήματος ή ενός πρακτορείου. Στην περίπτωση αυτή, ο εξοπλισμός δεν αποτελεί από μόνος του οντότητα δεδομένου ότι καλύπτεται από τους κανόνες που διέπουν την εγκατάσταση από την οποία εξαρτάται. Εάν, ωστόσο, ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός αποτελεί τη μοναδική παρουσία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης σε κάποιο κράτος μέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να εξομοιωθεί με παροχή υπηρεσίας που πραγματοποιείται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Η παρουσία στη χώρα υποδοχής ενός προσώπου ή μιας εταιρείας με μοναδικό στόχο τη συντήρηση του εξοπλισμού, τον εφοδιασμό και ενδεχομένως την επίλυση των τεχνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι χρήστες, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν εμποδίζει να θεωρείται η δραστηριότητα αυτή ως δραστηριότητα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η Επιτροπή δεν αποκλείει την πιθανότητα οι τεχνολογικές εξελίξεις να την οδηγήσουν, στο μέλλον, σε επανεξέταση της ερμηνείας αυτής. Και αν οι εξελίξεις αυτές επιτρέψουν σε μια ασφαλιστική επιχείρηση να διαθέτει απλώς, σε κάποιο συγκεκριμένο έδαφος, ένα εξοπλισμό ο οποίος να μπορεί να "συμπεριφέρεται" όπως ένα υποκατάστημα, λαμβάνοντας ουσιαστικές αποφάσεις οι οποίες θα απάλλασσαν εντελώς τον πελάτη από δοσοληψίες με την μητρική επιχείρηση, η Επιτροπή θα μπορούσε να μελετήσει την θέσπιση ενός κατάλληλου κοινοτικού νομικού πλαισίου. Πράγματι, το σημερινό νομικό πλαίσιο στηρίζεται σε μηχανισμούς οι οποίοι εξακολουθούν να βασίζονται στην έννοια του υποκαταστήματος του ασφαλιστή, γεγονός που συνεπάγεται μια ανθρώπινη παρουσία (για παράδειγμα, το πρόγραμμα δραστηριότητας πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα των διευθυνόντων του υποκαταστήματος). Δεν είναι συνεπώς δυνατόν, με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο, να θεωρηθούν οι εξοπλισμοί αυτοί ως υποκαταστήματα. 4. Ταυτόχρονη άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του δικαιώματος εγκατάστασης ("σώρευση") Από την 1η Ιουλίου 1994, ημερομηνία έναρξης ισχύος των τρίτων οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ, κάθε ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ασκήσει τις δραστηριότητές της, στο ίδιο έδαφος, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και, συγχρόνως, με τη μορφή εγκατάστασης (υποκατάστημα), ακόμα και αν πρόκειται για τις ίδιες δραστηριότητες. Πράγματι, οι οδηγίες αυτές κατήργησαν τις διατάξεις των δεύτερων οδηγιών οι οποίες επέτρεπαν στα κράτη μέλη να απαγορεύουν σε ορισμένες περιπτώσεις την ταυτόχρονη άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του δικαιώματος εγκατάστασης(36). Για την άσκηση των ασφαλιστικών της δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να προσφύγει σε εγκατάσταση την οποία έχει ιδρύσει στη χώρα της παροχής για υπηρεσίες υποστήριξης που προηγούνται ή έπονται της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης (π.χ., χρησιμοποίηση υπηρεσιών ανάλυσης κινδύνων, τοπικών ή νομικών ιατρικών υπηρεσιών, παραλαβή δηλώσεων ζημιών σχετικά με ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης για ζημίες σχετικά με ασφαλιστικές συμβάσεις από τοπικές υπηρεσίες, υπηρεσίες πληροφόρησης αντισυμβαλλομένων. Πρέπει, ωστόσο, η ασφαλιστική επιχείρηση να είναι σε θέση να υπαγάγει σαφώς την υπό εξέταση δραστηριότητα σε μια από τις δύο μορφές άσκησης: δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. 5. Έλεγχος εκ μέρους της χώρας υποδοχής των όρων χορήγησης ενιαίας άδειας (διαβατηρίου) Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις των ασφαλιστικών οδηγιών (υποσημείωση 36)(37) δεν επιτρέπουν στο κράτος μέλος υποδοχής να ασκεί τον έλεγχο όσον αφορά την τήρηση, εκ μέρους ασφαλιστικής επιχείρησης που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες στο έδαφός του υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω υποκαταστήματος, των εναρμονισμένων όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε η ενιαία άδεια εκ μέρους του κράτους μέλους προέλευσης. Ο έλεγχος αυτός αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής. Η ενιαία άδεια χορηγείται με ευθύνη του εν λόγω κράτους μέλους αυτού και το κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να την αμφισβητήσει(38). Εάν το κράτος μέλος υποδοχής έχει λόγους να αμφιβάλει για την τήρηση των όρων αυτών, μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 227 της συνθήκης ή την Επιτροπή να κινήσει τις διαδικασίες παράβασης με βάση το άρθρο 226 της συνθήκης. 6. Ασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω τεχνικών επικοινωνίας εξ αποστάσεως, ιδιαίτερα μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου. α) Η χρησιμοποίηση τεχνικών επικοινωνίας εξ αποστάσεως (τηλέφωνο, φαξ, τύπος κ.λπ.) και, ιδιαίτερα το ηλεκτρονικό εμπόριο (π.χ. το Internet) για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων που καλύπτουν κάποιο κίνδυνο (ανάληψη υποχρέωσης) ο οποίος βρίσκεται σε κάποιο κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της εγκατάστασης του ασφαλιστή με τον οποίο έχει υπογραφεί η σύμβαση, πρέπει να θεωρείται ως ασφαλιστική δραστηριότητα ασκούμενη από καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών(39). Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόκειται για παροχή υπηρεσιών που ασκείται κατά τρόπο μόνιμο(40). Προς το σκοπό αυτό, για να προσδιοριστεί ο τόπος εγκατάστασης της ασφαλιστικής επιχείρησης με την οποία συνάπτεται η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, πρέπει να ληφθεί υπόψη το κράτος μέλος εγκατάστασης του ασφαλιστή ο οποίος ασκεί κατά τρόπο ουσιαστικό την ασφαλιστική δραστηριότητα (εταιρική έδρα, υποκατάστημα) και όχι ο τόπος στον οποίο βρίσκονται τα τεχνολογικά μέσα που χρησιμοποιούνται για την παροχή της υπηρεσίας (για παράδειγμα, ο τόπος στον οποίο βρίσκεται ο εξυπηρετητής Internet)(41). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μέσω του Internet οφείλεται στην πρωτοβουλία του αντισυμβαλλόμενου, ο οποίος αποφασίζει να έρθει σε επαφή και να ζητήσει, μέσω του εξοπλισμού τον οποίο διαθέτει, τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης με ασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι διατεθειμένη να συνάψει ασφαλιστικές συμβάσεις με ηλεκτρονικά μέσα. Οι ισχύουσες ασφαλιστικές οδηγίες καθιστούν τον τόπο του κινδύνου ο οποίος καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση (ανάληψη υποχρέωσης), το κύριο στοιχείο για τον καθορισμό του καθεστώτος που πρόκειται να εφαρμοστεί σε μια ασφαλιστική εργασία. Κατά τα υπόλοιπα, ο προσδιορισμός του τόπου του κινδύνου ή της υποχρέωσης γίνεται σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία ορίζουν οι ίδιες οι ασφαλιστικές οδηγίες(42). Κατά συνέπεια, για την ύπαρξη μιας ασφαλιστικής εργασίας υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ο κίνδυνος ή η υποχρέωση που αποτελεί αντικείμενο της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να βρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του κράτους μέλους εγκατάστασης της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο. Λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες διατάξεις, οι ασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου (π.χ. Internet) υπάγονται στο καθεστώς των ασφαλιστικών οδηγιών σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Συνεπώς, μια ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να συνάψει από ένα κράτος μέλος ασφαλιστικές συμβάσεις μέσω του Internet για την κάλυψη κινδύνων ή υποχρεώσεων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, θα πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται για την άσκηση δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών(43). Η Επιτροπή είναι εν γνώσει των προβλημάτων που απορρέουν από την ερμηνεία αυτή. Πράγματι, το σημερινό νομικό πλαίσιο της ενιαίας αγοράς στον ασφαλιστικό τομέα εξαρτάται από μηχανισμούς οι οποίοι δεν είχαν λάβει υπόψη την χρησιμοποίηση των νέων τεχνολογιών της κοινωνίας των πληροφοριών για την άσκηση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στην ενιαία αγορά. Η Επιτροπή είχε ήδη καταστήσει γνωστή στην ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο περί του σχεδίου δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες(44) την πρόθεσή της να υιοθετήσει μια πράσινη βίβλο όπου θα εξετάζεται εάν οι ισχύουσες διατάξεις των οδηγιών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προσφέρουν το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, διασφαλίζοντας παράλληλα στο ακέραιο την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών. β) Αντίθετα, η χρησιμοποίηση των τεχνικών ηλεκτρονικού εμπορίου μόνο για σκοπούς δημοσιότητας, εμπορικής πληροφόρησης ή διάδοσης της φήμης της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλιστική δραστηριότητα. Όπως αναφέρθηκε στο τμήμα III της παρούσας ανακοίνωσης, οι ασφαλιστικές οδηγίες δεν προβλέπουν υποχρέωση κοινοποίησης για τις δραστηριότητες διαφήμισης στο κράτος μέλος υποδοχής, αλλά μόνο για την πρόθεση άσκησης υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μιας ασφαλιστικής δραστηριότητας στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους(45). Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν ενδείκνυται η υπαγωγή των διαφημιστικών αυτών δραστηριοτήτων και της πληροφόρησης στην υποχρέωση τήρησης της διαδικασίας κοινοποίησης που προβλέπεται από τις τρίτες οδηγίες (άρθρα 34 και επόμενα) η οποία, αντίθετα, προβλέπεται για την άσκηση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 7. Διάφορα Η Επιτροπή εκτιμά ότι θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, αντίθετο με το κοινοτικό δίκαιο εάν ένα κράτος μέλος υποχρεώσει μια ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία έχει ασκήσει τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, να εγκατασταθεί στο κράτος αυτό για να μπορέσει να εξακολουθήσει την άσκηση των δραστηριοτήτων της. Β. ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ Η ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Η Επιτροπή εκτιμά ότι η διαδικασία της κοινοποίησης που προβλέπεται στις τρίτες συντονιστικές οδηγίες (τόσο για τα υποκαταστήματα όσο και για την παροχή υπηρεσιών)(46) εξυπηρετεί απλώς το στόχο της αμοιβαίας ενημέρωσης των ελεγκτικών αρχών και δεν αποτελεί μέτρο για την προστασία των καταναλωτών. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η ισχύς των ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτονται χωρίς να έχει τηρηθεί προηγουμένως η διαδικασία αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων επιφορτισμένων με την ανάλυση, στο πλαίσιο της τρίτης φάσης του σχεδίου SLIM, των απλουστεύσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στον ασφαλιστικό τομέα, συνέστησε την προσαρμογή της διαδικασίας κοινοποίησης που ισχύει για την άσκηση δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ώστε να επιτραπεί σε κάθε κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση να ανταποκριθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα στα αιτήματα που της απευθύνονται για την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χωρίς ωστόσο να απαλλάσσεται από την εν λόγω υποχρέωση κοινοποίησης(47). Η Επιτροπή τηρεί ευνοϊκή στάση απέναντι στη σύσταση αυτή και δεσμεύτηκε να εξετάσει τους ισχύοντες κανόνες ώστε να επιφέρει τις τροποποιήσεις αυτές οι οποίες θα ήταν χρήσιμες για να μπορούν όλοι οι ασφαλιστικοί φορείς της Κοινότητας να ανταποκρίνονται με ταχύτητα στις αιτήσεις ασφαλιστικής κάλυψης υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις στις οποίες μη έχοντας προηγουμένως προβεί σε κοινοποίηση, τους ζητείται στο έδαφός τους να συνάψουν ασφαλιστική σύμβαση με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών(48). Η Επιτροπή θα υποβάλει τις αναγκαίες προτάσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Γ. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Οι τρίτες οδηγίες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ορίζουν ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος μπορούν να διαφημίσουν τις υπηρεσίες τους, με όλα τα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας, στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή της παροχής υπηρεσιών, εφόσον πληρούν τους ενδεχόμενους κανόνες οι οποίοι διέπουν τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της διαφήμισης και οι οποίοι θεσπίστηκαν βάσει θεωρήσεων γενικού συμφέροντος(49). Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν εξετάζεται το ενδεχόμενο να εξαρτηθεί το δικαίωμα διαφημιστικής προβολής(50) από την ανάγκη τήρησης της διαδικασίας κοινοποίησης η οποία προβλέπεται από τις τρίτες οδηγίες (άρθρα 34 και επόμενα) για την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η σύνδεση αυτή θα ήταν τεχνητή, καθότι δεν προβλέπεται ρητώς από τις τρίτες οδηγίες. Πράγματι, τα άρθρα 34 και επόμενα των τρίτων οδηγιών για τις ασφάλειες δεν εξαρτούν τη διαφημιστική προβολή στο κράτος μέλος υποδοχής από τη διαδικασία κοινοποίησης, αλλά την πρόθεση για άσκηση ασφαλιστικής δραστηριότητας υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Επίσης, η σύνδεση της διαφημιστικής προβολής με τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται για την άσκηση δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράλογες καταστάσεις, όπου μία ασφαλιστική επιχείρηση θα όφειλε να υποβάλει κοινοποίηση στις αρχές όλων των κρατών μελών όπου η διαφήμισή της μπορεί θεωρητικώς να γίνει αντιληπτή, ενώ ενδέχεται να μην προτίθεται η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση να ασκήσει τις δραστηριότητές της σε όλα τα κράτη μέλη όπου αυτή η διαφήμιση γίνεται αντιληπτή. Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι, σύμφωνα με τις τρίτες οδηγίες, κάθε μορφή διαφήμισης με οποιοδήποτε μέσο (ταχυδρομείο, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικώς μεταδιδόμενα μηνύματα, κ.λπ), δεν υπόκειται στη διαδικασία κοινοποίησης που αναφέρεται στα άρθρα 34 και επόμενα των τρίτων οδηγιών. Η διαδικασία κοινοποίησης πρέπει να τηρηθεί μόνον εάν η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ασκήσει τις ασφαλιστικές δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Τα παραπάνω αφορούν μόνο το πρόβλημα της διαφήμισης, υπό την τυπική του μορφή, και δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών να επιβάλλουν την τήρηση, στο έδαφός τους και με την επιφύλαξη του ισχύοντος κοινοτικού δικαίου, τους εθνικούς τους κανόνες γενικού συμφέροντος σχετικά με το περιεχόμενο του διαφημιστικού μηνύματος, σύμφωνα με τα άρθρα 41 των τρίτων οδηγιών. ΙΙ. ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΣΤΙΣ ΤΡΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ - Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΠΕΡΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ Οι τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες υπενθυμίζουν τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περιέχουν πολλές αναφορές στην έννοια του γενικού συμφέροντος, επιβάλλοντας κυρίως την υποχρέωση στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες στο πλαίσιο της ενιαίας άδειας λειτουργίας, να τηρούν τους κανόνες περί γενικού συμφέροντος που έχει θεσπίσει το κράτος μέλος υποδοχής. Η τήρηση αυτή της υποχρέωσης επιβάλλεται είτε στο συγκεκριμένο πλαίσιο της ελεύθερης εγκατάστασης (άρθρο 32 παράγραφος 4 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 32 παράγραφος 4 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ), είτε γενικότερα στο πλαίσιο της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρα 28 και 41 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, άρθρα 28 και 41 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ). 1. Η έννοια του γενικού συμφέροντος στις τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες Οι τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες αναφέρονται σε πολλές περιπτώσεις στην έννοια του γενικού συμφέροντος: α) Στο πλαίσιο της διαδικασίας ίδρυσης υποκαταστήματος, το κράτος μέλος υποδοχής έχει προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του σχετικού φακέλου από το κράτος μέλος καταγωγής, να αναφέρει στην ασφαλιστική επιχείρηση τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, για λόγους γενικού συμφέροντος, οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να ασκούνται στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος (άρθρα 10 των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 32 των οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ). β) Όσον αφορά την εμπορία των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή εκείνο όπου βρίσκεται ο κίνδυνος οφείλει να δεχθεί τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων (πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ζωής) με ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη, είτε υπό καθεστώς υποκαταστήματος είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον οι ασφαλιστικές αυτές συμβάσεις δεν είναι αντίθετες με τις νομοθετικές διατάξεις περί γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος της υποχρέωσης ή στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος (άρθρο 28 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 28 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ). γ) Στο πλαίσιο της ασφάλισης ασθένειας που παρέχεται σε αντικατάσταση της κάλυψης από το νόμιμο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης, το άρθρο 54 της τρίτης οδηγίας πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής (92/49/ΕΟΚ) ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου οι συμβάσεις ασφάλισης ασθένειας μπορούν να αντικαταστήσουν εν μέρει ή πλήρως την κάλυψη ασθενείας που παρέχεται από το νόμιμο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης, μπορεί να απαιτεί τη συμμόρφωση των συμβάσεων αυτών με τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος αυτό υπέρ του γενικού συμφέροντος γι' αυτό τον ασφαλιστικό κλάδο. Μπορεί επίσης να ζητήσει να ανακοινώνονται οι όροι της ασφάλισης αυτής πριν από την εμπορία των συμβολαίων(51). δ) Τέλος, η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής της μπορεί να διαφημίσει τις υπηρεσίες της με όλα τα μέσα επικοινωνίας που διατίθενται στο κράτος μέλος που υποκαταστήματος ή της παροχής των υπηρεσιών, εφόσον τηρεί τους ενδεχομένως ισχύοντες κανόνες σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της διαφήμισης οι οποίοι έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος (άρθρο 41 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 4 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ). Ο κύριος στόχος των ασφαλιστικών οδηγιών είναι να επιτραπεί σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε ένα κράτος μέλος να ασκεί τις ασφαλιστικές της δραστηριότητες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση η οποία, χρησιμοποιώντας την ενιαία άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής της, ασκεί τις ασφαλιστικές της δραστηριότητες σε κράτη μέλη διαφορετικά από εκείνο της καταγωγής της. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να κάνει διάκριση μεταξύ υποκαταστήματος και παροχής υπηρεσιών(52). Οι διαφορές που εισάγονται αφορούν μόνο τη διαδικασία κοινοποίησης, η οποία είναι λεπτομερέστερη για την εγκατάσταση ενός υποκαταστήματος (άρθρο 32 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 32 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ) απ' ό,τι για την άσκηση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρα 34 και επόμενα των οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ)(53) Οι αιτιολογικές σκέψεις 19 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και 20 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ διευκρινίζουν ότι: "... εναπόκειται στο κράτος μέλος υποδοχής να μεριμνά ώστε να μην υπάρχει στο έδαφός του κανένα εμπόδιο για την εμπορία των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρονται στην Κοινότητα, εφόσον η εμπορία των προϊόντων αυτών δεν αντιβαίνει τις νομικές διατάξεις περί γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος και, στο βαθμό που το γενικό συμφέρον δεν διαφυλάσσεται από τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μην δημιουργούνται διακρίσεις εις βάρος των επιχειρήσεων οι οποίες λειτουργούν στο εν λόγω κράτος μέλος και να είναι αντικειμενικά αναγκαίες και ανάλογες με τον επιδιωκόμενο στόχο". Δεδομένου ότι οι αιτιολογικές σκέψεις μιας οδηγίας έχουν από νομική άποψη αξία ερμηνευτικής φύσεως, επιτρέπουν να διαφωτίζεται ο αναγνώστης σχετικά με τις προθέσεις του κοινοτικού νομοθέτη(54). Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια ασφαλιστική επιχείρηση η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο του καθεστώτος που έχουν καθιερώσει οι ασφαλιστικές οδηγίες δεν θα μπορούσε να υποχρεωθεί να προσαρμόσει τις υπηρεσίες που παρέχει στη νομοθεσία της χώρας υποδοχής παρά μόνο εφόσον τα μέτρα που της επιβάλλουν εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον, ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος ή από καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο αποφάνθηκε ότι μόνο οι κανόνες περί γενικού συμφέροντος μπορούν να περιορίσουν ή να εμποδίσουν την άσκηση των δύο θεμελιωδών ελευθεριών, οι οποίες είναι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών(55) και το δικαίωμα εγκατάστασης(56). Ωστόσο, οι ασφαλιστικές οδηγίες δεν περιέχουν κανένα ορισμό του γενικού συμφέροντος. Ο λόγος είναι ότι το επίπεδο του γενικού συμφέροντος εξαρτάται πράγματι, στους μη εναρμονισμένους τομείς, από την κρίση των κρατών μελών, και μπορεί να ποικίλλει αισθητά μεταξύ των διαφόρων χωρών, ανάλογα με την επικρατούσα σε κάθε χώρα παράδοση και τους στόχους των κρατών μελών. Οι οδηγίες αυτές περιορίζονται στο να υπενθυμίζουν στις αιτιολογικές σκέψεις τις απαιτήσεις που επιβάλλονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την έννοια του γενικού συμφέροντος. Πρέπει, συνεπώς, να ανατρέξει κανείς στη νομολογία του Δικαστηρίου για το θέμα αυτό. 2. Η έννοια του γενικού συμφέροντος α) Βασικές αρχές νομολογίας(57) Η έννοια του γενικού συμφέροντος προέκυψε από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αναπτύχθηκε καταρχάς στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και των εμπορευμάτων, και εν συνεχεία εφαρμόσθηκε επίσης στο δικαίωμα εγκατάστασης(58). Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν έδωσε ποτέ σαφή ορισμό του γενικού συμφέροντος, επιθυμώντας να αφήσει το θέμα να εξελιχθεί περαιτέρω. Αποφάνθηκε, κατά περίπτωση, σχετικά με το κατά πόσον ένα δεδομένο εθνικό μέτρο μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκει έναν επιτακτικό στόχο γενικού συμφέροντος και διευκρίνισε το σκεπτικό που ακολουθείται για να εκτιμηθεί κατά πόσον ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει ένα τέτοιο μέτρο σε οικονομικό παράγοντα προερχόμενο από άλλο κράτος μέλος που δραστηριοποιείται στο έδαφός του. Το Δικαστήριο, ωστόσο, διατύπωσε τις αυστηρές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα εθνικά μέτρα με τα οποία επιδιώκεται επιτακτικός στόχος γενικού συμφέροντος ώστε να μπορούν να επιβληθούν νομίμως σε ένα τέτοιο οικονομικό φορέα(59). Για να μπορεί μια νέα εθνική διάταξη να εμποδίσει ή να περιορίσει νομίμως την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το Δικαστήριο απαιτεί να πληροί τους ακόλουθους όρους: - να αναφέρεται σε έναν τομέα στον οποίο δεν έχει γίνει εναρμόνιση, - να επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος, - να μην εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, - να είναι αντικειμενικά αναγκαία, - να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο, - πρέπει, επίσης, ο συγκεκριμένος στόχος γενικού συμφέροντος να μην προστατεύεται από κανόνες στους οποίους ήδη υπόκειται ο παρέχων υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος. Τα κριτήρια αυτά ισχύουν σωρευτικά. Για να θεωρηθεί ένα εθνικό μέτρο σύμφωνο με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας θα πρέπει να πληροί όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Η μη τήρηση μιας εκ των προϋποθέσεων αυτών σημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Η έννοια του γενικού συμφέροντος αποτελεί εξαίρεση από τις θεμελιώδεις αρχές της συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας και, κατά συνέπεια, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική ή καταχρηστική προσφυγή σ' αυτή. Εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση διαφοράς εναπόκειται στο κράτος μέλος που επιβάλλει τον περιορισμό να αποδείξει ότι το επίμαχο μέτρο πληροί τους προαναφερθέντες όρους. β) Ανάλυση των στοιχείων της έννοιας του γενικού συμφέροντος α) Το μέτρο εμπίπτει σε μη εναρμονισμένο τομέα. Οι οδηγίες εναρμόνισης καθορίζουν το ελάχιστο επίπεδο του γενικού κοινοτικού συμφέροντος. Οι διατάξεις που αφορούν, για παράδειγμα, τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών και του περιθωρίου φερεγγυότητας, τους όρους πρόσβασης στις ασφαλιστικές δραστηριότητες και τον οικονομικό και προληπτικό έλεγχο δεν μπορούν πλέον να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο γενικό συμφέρον ενός κράτους μέλους. Όταν οι εν λόγω εναρμονισμένοι κανόνες έχουν τη μορφή "ελάχιστων ρητρών", το κράτος μέλος παραμένει ελεύθερο να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες από εκείνους που προβλέπουν οι οδηγίες, έναντι των δικών του ασφαλιστικών επιχειρήσεων(60). Σε ό, τι αφορά τις ασφαλιστικές οδηγίες, αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για τις διατάξεις σχετικά με τους επενδυτικούς κανόνες ή τους κανόνες διαφοροποίησης των στοιχείων ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα τεχνικά αποθεματικά. Για το λόγο αυτό, οι τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες υπογραμμίζουν ότι στο μέτρο που ορισμένες διατάξεις τους καθορίζουν τις ελάχιστες προδιαγραφές, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί επίσης να θεσπίσει αυστηρότερους κανόνες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού(61). Εφόσον ένα κράτος μέλος επιβάλλει, επικαλούμενο το γενικό συμφέρον, σε μια κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες στο έδαφός του, ένα επίπεδο προστασίας του καταναλωτή αυστηρότερο από το αντίστοιχο που καθορίζεται με ελάχιστη κοινοτική διάταξη, θα πρέπει, για να είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο, να πληροί το κριτήριο της αναλογικότητας. β) Το μέτρο επιδιώκει στόχο γενικού συμφέροντος. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, μέχρι σήμερα, ότι οι ακόλουθοι τομείς μπορούν να υπαχθούν στο γενικό συμφέρον(62): - οι επαγγελματικοί κανόνες που έχουν στόχο την προστασία του αποδέκτη των υπηρεσιών(63), - η προστασία των εργαζομένων(64), περιλαμβανομένης και της κοινωνικής προστασίας(65), - η προστασία των καταναλωτών(66), - η διαφύλαξη της καλής φήμης του χρηματοπιστωτικού τομέα(67), - η πρόληψη της απάτης(68), - η κοινωνική τάξη(69), - η προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας(70), - η διατήρηση της εθνικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς(71), - η πολιτιστική πολιτική και η διαφύλαξη της πολιτιστικής πολυμορφίας στον οπτικοακουστικό τομέα(72), - η φορολογική συνοχή(73), - η οδική ασφάλεια(74), - η προστασία των πιστωτών(75), - η εντιμότητα κατά τις εμπορικές συναλλαγές(76), και - η προστασία της ορθής απονομής της δικαιοσύνης(77). Ο κατάλογος αυτός δεν είναι οριστικός, δεδομένου ότι το δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να τον επεκτείνει. γ) Το εθνικό μέτρο δεν εισάγει διακρίσεις. Εφόσον ο εν λόγω περιορισμός δημιουργεί διακρίσεις, και συγκεκριμένα, ένα κράτος μέλος επιβάλλει σε μια κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση μέτρα που δεν επιβάλλει ή που επιβάλλει κατά τρόπο ευνοϊκότερο στις ημεδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δεν θα μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνο με βάση τους λόγους τους αναφερόμενους στο άρθρο 46 της συνθήκης (δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια, δημόσια υγεία(78), στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι οικονομικοί λόγοι(79). Εξάλλου, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται πολύ αυστηρά. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει λόγος επίκλησης του γενικού συμφέροντος για να δικαιολογηθεί το συμβιβάσιμο του εθνικού αυτού μέτρου με την κοινοτική έννομη τάξη. Στον τομέα των ασφαλίσεων είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν σοβαρή απειλή για την κοινωνία. Είναι συνεπώς εύλογο να υποτεθεί ότι τα μέτρα που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις στον τομέα των ασφαλίσεων έχουν ελάχιστες πιθανότητες να θεωρηθούν δικαιολογημένα. δ) Πρέπει να είναι αντικειμενικά αναγκαίο. Ακόμη και αν υποστηρίζεται ότι το μέτρο που επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής εξυπηρετεί στόχο γενικού συμφέροντος, μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον είναι πραγματικά αναγκαία για την προστασία του συμφέροντος αυτού. Το Δικαστήριο έκρινε σε ορισμένες αποφάσεις του ότι ένας δεδομένος εθνικός κανόνας, ο οποίος, σύμφωνα με το κράτος υποδοχής εθεωρείτο ότι εξυπηρετεί στόχο γενικού συμφέροντος, στη συγκεκριμένη περίπτωση την προστασία του καταναλωτή, υπερέβαινε το βαθμό που είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση της προστασίας του συμφέροντος αυτού(80). Το Δικαστήριο ελέγχει μήπως, με την πρόφαση ότι επιδιώκεται η προστασία του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η υπηρεσία, για παράδειγμα του καταναλωτή, ορισμένα μέτρα επιδιώκουν στην πραγματικότητα άλλους στόχους που συνδέονται με την προστασία της εθνικής αγοράς. ε) Το εθνικό μέτρο πρέπει να είναι ανάλογο με τον επιδιωκόμενο στόχο. Πρέπει, τέλος, να τεθεί το ερώτημα μήπως υπάρχουν λιγότερο περιοριστικά μέσα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου γενικού συμφέροντος. Το Δικαστήριο εξετάζει συστηματικά μήπως το κράτος μέλος είχε στη διάθεσή του μέτρα λιγότερο περιοριστικά για τις συναλλαγές(81). Στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, το Δικαστήριο διαπιστώνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τη συγκριτική ανάλυση των νομοθεσιών των άλλων κρατών μελών ότι υπάρχουν λιγότερο περιοριστικά μέτρα τα οποία μπορούν να εξασφαλίσουν την προστασία των καταναλωτών(82). Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι "το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιβάλλει λιγότερο αυστηρούς κανόνες από εκείνους που επιβάλλει ένα άλλο κράτος μέλος δεν σημαίνει ότι τα τελευταία αυτά μέτρα είναι δυσανάλογα και, ως εκ τούτου, ασυμβίβαστα με το κοινοτικό δίκαιο"(83). Σε περίπτωση που το κράτος μέλος υποδοχής επικαλείται την ανάγκη προστασίας του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η υπηρεσία για να δικαιολογήσει ένα εθνικό μέτρο που αποτελεί περιορισμό για μια ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία τυγχάνει αμοιβαίας αναγνώρισης, πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει πραγματική ανάγκη προστασίας αυτού του προσώπου. Στην απόφασή του, της 4ης Δεκεμβρίου 1996, "Επιτροπή κατά Γερμανίας" (ασφαλίσεις)(84) το Δικαστήριο έκρινε ότι "υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω του είδους του ασφαλιζομένου κινδύνου ή του ασφαλιζομένου προσώπου, δεν υπάρχει καμία ανάγκη προστασίας αυτού του τελευταίου με την εφαρμογή υποχρεωτικών κανόνων του εθνικού δικαίου". Οι οδηγίες για τις ασφαλίσεις ακολουθούν αυτή τη νομολογία και λαμβάνουν ήδη υπόψη τη φύση και τις ειδικές περιστάσεις του αντισυμβαλλομένου για τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της προστασίας του. Για παράδειγμα, η διάκριση που γίνεται στις ασφαλίσεις ζημιών μεταξύ "μεγάλων κινδύνων" και "μαζικών κινδύνων"(85) ή οι διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους αντισυμβαλλόμενους(86) ή το δικαίωμα λύσης μιας σύμβασης ασφάλισης ζωής(87). Η Επιτροπή θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει κατά τη θέσπιση κανόνων γενικού συμφέροντος να προβαίνουν σε διάκριση ανάλογα με το κατά πόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε ενημερωμένους ή μη αποδέκτες και να λαμβάνουν υπόψη το βαθμόστον οποίο είναι ευπρόσβλητα τα πρόσωπα των οποίων προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία. Για παράδειγμα, οι ασφαλιστικές υπηρεσίες που αφορούν "μεγάλους κινδύνους" ή απαιτητικούς ή επαγγελματίες αντισυμβαλλομένους (π.χ. επαγγελματίες του χρηματοπιστωτικού κλάδου) δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επιβολής ιδιαίτερων κανόνων γενικού συμφέροντος από το κράτος υποδοχής, τουλάχιστον όσον αφορά την προστασία των αντισυμβαλλομένων. Στην περίπτωση αυτή, πολύ δύσκολα πληρούται το κριτήριο της αναλογικότητας. στ) Πρέπει, επίσης, το γενικό συμφέρον να μην προστατεύεται από κανόνες στους οποίους ήδη υπόκειται ο παρέχων υπηρεσίες στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος. Πρέπει να εξετασθεί, σχετικά, μήπως η νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής επιβάλλει ήδη στην ασφαλιστική επιχείρηση παρόμοιες ή ανάλογες διατάξεις οι οποίες στοχεύουν στην προστασία του ίδιου συμφέροντος(88). Στο πλαίσιο των ασφαλιστικών οδηγιών, το κριτήριο αυτό θα μπορούσε να είναι σημαντικό, ιδίως για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των μέτρων που επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής κατά την άσκηση των λοιπών αρμοδιοτήτων του. Για παράδειγμα, θα έπρεπε στο πλαίσιο του κριτηρίου αυτού να εξετάζεται μήπως ορισμένοι έλεγχοι που απαιτεί το κράτος υποδοχής έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στη χώρα καταγωγής, σε ποιο βαθμό έχουν ήδη κοινοποιηθεί στην αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής στοιχεία σχετικά με τους λογαριασμούς, την προληπτική εποπτεία, τη χρηματοοικονομική κατάσταση ή στατιστικά στοιχεία κ.λπ. γ) Άλλα ζητήματα Η ένταξη ολοκλήρων τμημάτων της εθνικής νομοθεσίας στον κατάλογο των διατάξεων που εμπίπτουν στο γενικό συμφέρον ενδέχεται να αποτελέσει τελικά κατάχρηση της έννοιας αυτής από ορισμένα κράτη μέλη. Πράγματι, πολλές κοινοτικές χώρες έχουν την τάση να χαρακτηρίζουν ως κανόνες γενικού συμφέροντος το σύνολο της νομοθεσίας τους περί της προστασίας των καταναλωτών ή της φορολογικής και εμπορικής νομοθεσίας τους καθώς και του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού. Η Επιτροπή πιστεύει ότι, σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας, της αποφυγής αλληλοεπικαλύψεων και της αναλογικότητας, τα κράτη μέλη αναφέρουν, κατά τη θέσπιση νομοθετικών μέτρων, εάν πρόκειται για νέα νομοθεσία ή, ενδεχομένως, κατά το χρόνο της κοινοποίησης των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 των οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ, τις συγκεκριμένες διατάξεις σε κάθε εθνικό νομοθετικό κείμενο οι οποίες θα μπορούσαν να υπαχθούν στο γενικό συμφέρον. Τέλος, παρόλο που ισχύει το ίδιο σκεπτικό και τίθενται τα ίδια ερωτήματα, ανεξάρτητα από το αν το ίδρυμα ασκεί δραστηριότητες μέσω υποκαταστήματος ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εκτίμηση της αναλογικότητας ενός περιοριστικού μέτρου μπορεί να είναι διαφορετική ανάλογα με τον τρόπο λειτουργίας του ιδρύματος. Δεδομένου ότι υπάρχουν διαφορές είδους μεταξύ της παροχής υπηρεσιών και της λειτουργίας μέσω υποκαταστήματος, ένας περιορισμός είναι ευκολότερο να θεωρηθεί ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο στόχο, όταν επιβάλλεται σε ένα φορέα που ασκεί δραστηριότητες κατά τρόπο μόνιμο στο έδαφος κράτους μέλους, από ό,τι αν ο ίδιος ασκούσε τις δραστηριότητές του κατά τρόπο προσωρινό. Το Δικαστήριο δέχθηκε εξάλλου τη διαφορά αυτή αποφαινόμενο ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες πρέπει να υπάγονται σε ένα λιγότερο περιοριστικό και πιο "ελαστικό" νομικό πλαίσιο, σε σύγκριση με τους έχοντες εγκατάσταση(89). Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 50 παράγραφος 3 της συνθήκης: "δεν σημαίνει ότι κάθε εθνική νομοθεσία, η οποία εφαρμόζεται στους υπηκόους του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η υπηρεσία και αφορά συνήθως μια μόνιμη δραστηριότητα των εγκατεστημένων στο εν λόγω κράτος επιχειρήσεων, μπορεί να εφαρμοστεί στο σύνολό της και κατά τον ίδιο τρόπο επί δραστηριοτήτων προσωρινού χαρακτήρα που ασκούν οι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις"(90). Συνεπώς, ο ίδιος περιορισμός που επιβάλλεται για λόγους γενικού συμφέροντος θα μπορούσε, ανάλογα με την περίπτωση, να θεωρηθεί ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο στόχο, αν αφορά υποκατάστημα, αλλά δυσανάλογος στην περίπτωση του παρέχοντος υπηρεσίες. Η Επιτροπή θεωρεί, για παράδειγμα, ότι ένα κράτος μέλος που επιβάλλει ορισμένες διατυπώσεις στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις (ελέγχους, καταχωρήσεις σε μητρώα, δαπάνες, διαβίβαση πληροφοριών κ.λπ.) για λόγους που θεωρεί ως γενικού συμφέροντος, θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη τον τρόπο λειτουργίας που επέλεξε η επιχείρηση αυτή για την άσκηση των δραστηριοτήτων της στο έδαφός του βάσει αμοιβαίας αναγνώρισης. Ωστόσο, δεν φαίνεται να μπορεί να γίνει η ίδια διάκριση όσον αφορά τους κανόνες προστασίας των καταναλωτών (με την προϋπόθεση βεβαίως ότι πληρούνται όλα τα άλλα κριτήρια). Πράγματι, το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών πρέπει να είναι ακριβώς το ίδιο, είτε η υπηρεσία παρέχεται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είτε μέσω υποκαταστήματος. 3. Παραδείγματα στον ασφαλιστικό τομέα Αφού προσδιορίσθηκαν τα κυριότερα χαρακτηριστικά της έννοιας του γενικού συμφέροντος, η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να διατυπώσει την ερμηνεία που δίνει στην εν λόγω έννοια όσον αφορά τις ασφαλίσεις, με ορισμένα παραδείγματα μέτρων που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ένας οικονομικός παράγοντας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για μια ακόμη φορά πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η ερμηνεία αυτή δεν προδικάζει εκείνη που ενδεχομένως κληθεί να δώσει σχετικά με τα εξεταζόμενα ζητήματα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο είναι σε τελευταίο βαθμό αρμόδιο για την ερμηνεία της συνθήκης και του παράγωγου δικαίου. Οι νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις μπορεί να αφορούν, για παράδειγμα: α) την προηγούμενη κοινοποίηση των όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων· β) τις εργασίες κεφαλαιοποίησης των ασφαλιστικών εταιρειών· γ) τα ομοιόμορφα υποχρεωτικά συστήματα bonus/malus· δ) τη γλώσσα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων· ε) τους κώδικες επαγγελματικής συμπεριφοράς· στ) τα μέγιστα επιτόκια για τα τεχνικά αποθεματικά στον τομέα της ασφάλισης ζωής· ζ) την επιβολή στερεότυπων ή ελάχιστων όρων ασφάλισης· η) τις ρήτρες που επιβάλλουν υποχρεωτικές απαλλαγές στα ασφαλιστήρια συμβόλαια· θ) την υποχρέωση πρόβλεψης αξίας εξαγοράς στις συμβάσεις ασφάλισης ζωής· ι) την απαγόρευση της τεχνικής του "cold calling"· ια) τις ρυθμίσεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με την είσπραξη των έμμεσων φόρων επί των ασφαλίστρων για τις συμβάσεις που συνάπτονται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών: ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου του ασφαλιστή. α) Η προηγούμενη κοινοποίηση των όρων ασφάλισης Οι τρίτες οδηγίες απαγορεύουν ρητά την άσκηση οποιουδήποτε προηγούμενου και συστηματικού ουσιαστικού ελέγχου των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των συμβατικών εγγράφων(91), ανεξάρτητα από την ονομασία που δίνεται στο χρησιμοποιούμενο σύστημα από τις εθνικές αρχές, είτε πρόκειται για προηγούμενη έγκριση του συμβολαίου και των τιμολογίων είτε για απλή συστηματική κοινοποίησή του με σιωπηρή έγκριση ή με απλή κατάθεση των εγγράφων αυτών πριν από τη χρήση τους. Στο εξής δεν επιτρέπεται προηγούμενος και συστηματικός έλεγχος παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται ρητά από τις κοινοτικές οδηγίες, όπως στην περίπτωση της υποχρεωτικής ασφάλισης [π.χ. υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για τα αυτοκίνητα(92)] ή της ασφάλισης ασθενείας που παρέχεται σε αντικατάσταση του νόμιμου καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης(93), όπου τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την κοινοποίηση των γενικών όρων αυτών των ασφαλίσεων πριν από τη χρήση τους, αλλά σε καμία περίπτωση την έγκρισή τους. Όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση των βασικών τεχνικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών(94). Εκτός από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν συστήματα εκ των υστέρων και μη συστηματικού ελέγχου των ασφαλιστικών συμβάσεων - χωρίς ωστόσο η απαίτηση αυτή να μπορεί να αποτελέσει για την επιχείρηση προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της - προκειμένου να εξασφαλίζουν την τήρηση των σχετικών με τους όρους ασφάλισης διατάξεών τους περί γενικού συμφέροντος στα συμβόλαια τα οποία διακινούνται στο έδαφός τους. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ήδη ορίσει τα συστήματα ουσιαστικού ελέγχου που μπορούν να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη και τους όρους εφαρμογής τους, πρόκειται για ζήτημα το οποίο έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής εναρμόνισης. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να απαιτούν προηγούμενη κοινοποίηση των στοιχείων αυτών. Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές, πρόκειται για αναγνωριστικό δελτίο των όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Στόχος της απαίτησης αυτής είναι να εξασφαλισθεί η προστασία του καταναλωτή και η διαφάνεια των προϊόντων που διατίθενται στην εθνική αγορά. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά από τις τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες, η διατήρηση οποιουδήποτε είδους προηγούμενου ή συστηματικού ελέγχου των όρων ασφάλισης δεν είναι σύμφωνη με τις σχετικές διατάξεις των τρίτων ασφαλιστικών οδηγιών. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεσθούν το γενικό συμφέρον για να δικαιολογήσουν τη διατήρηση αυτών των απαιτήσεων, επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, στο βαθμό που πρόκειται για τομέα ο οποίος έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο εναρμόνισης σε κοινοτικό επίπεδο. β) Οι εργασίες κεφαλαιοποίησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων Μεταξύ των δραστηριοτήτων που αφορά η ενιαία διοικητική άδεια είναι "οι εργασίες κεφαλαιοποιήσεως που βασίζονται στην τεχνική των αναλογιστικών υπολογισμών και περικλείουν, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών εισφορών καθορισμένων εκ των προτέρων, την ανάληψη υποχρεώσεων για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό", εφόσον οι εργασίες αυτές προκύπτουν από σύμβαση και έχουν τεθεί υπό την εποπτεία της αρχής ελέγχου των ασφαλίσεων στο κράτος μέλος καταγωγής. Οι δραστηριότητες αυτές, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα που εμπίπτει στο πεδίο των οδηγιών για την ασφάλεια ζωής, μπορούν να ασκούνται παντού στην Κοινότητα, περιλαμβανομένων και των κρατών μελών στα οποία δεν έχουν δοθεί οι σχετικές άδειες στις εγχώριες επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής επειδή, για παράδειγμα, στο κράτος μέλος υποδοχής οι εργασίες αυτές θεωρούνται ως τραπεζικές και ως εκ τούτου η άσκησή τους επιτρέπεται μόνο από τα πιστωτικά ιδρύματα. Η Επιτροπή θεωρεί ως εκ τούτου, ότι δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης της εμπορίας των προϊόντων κεφαλαιοποίησης τα οποία πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται από την πρώτη οδηγία 79/267/ΕΟΚ για την ασφάλιση, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/96/ΕΟΚ, και τα οποία διακινούνται σε ένα κράτος μέλος από επιχείρηση ασφάλισης ζωής που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής της για την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών. Το γεγονός ότι, στο κράτος μέλος υποδοχής, οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται ως τραπεζικές δραστηριότητες και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η άσκησή τους από ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα σ' αυτό, δεν εμποδίζει τους ασφαλιστές από άλλα κράτη μέλη να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές οι οποίες, έχοντας αποτελέσει αντικείμενο αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών, υπάγονται στο σύστημα της ενιαίας διοικητικής άδειας που καθιερώνει η τρίτη οδηγία για την ασφάλιση ζωής 92/96/ΕΟΚ(95). Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών, τα προϊόντα κεφαλαιοποίησης που προσφέρει στο κράτος μέλος υποδοχής μια επιχείρηση ασφάλισης ζωής θα πρέπει να είναι σύμφωνα, όπως σε κάθε άλλη δραστηριότητα ασφάλισης ζωής, με τις διατάξεις που ισχύουν σ' αυτό το κράτος μέλος και που δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος, ιδίως τις σχετικές με το ισχύον φορολογικό καθεστώς γι' αυτό το είδος των προϊόντων ή τους όρους διαφήμισης. γ) Τα υποχρεωτικά συστήματα συντελεστή μείωσης/αύξησης των ασφαλίστρων στην υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου (συστήματα bonus/malus) Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα εθνικά νομοθετικά κείμενα περιέχουν λεπτομερείς διατάξεις για τον καθορισμό των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ασφαλίστρων για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτου. Μεταξύ των τεχνικών αυτών δεδομένων, τα εν λόγω κείμενα προβλέπουν ορισμένους συντελεστές μείωσης/αύξησης των ασφαλίστρων (συστήματα bonus/malus). Η επιβαλλόμενη τεχνική συνίσταται στον καθορισμό κλίμακας υποχρεωτικών βαθμίδων βάσει της οποίας υπολογίζεται το ετήσιο ασφάλιστρο. Η κλίμακα αυτή εφαρμόζεται τόσο κατά τη στιγμή της σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την αστική ευθύνη αυτοκινήτου, όσο και κατά τις μεταγενέστερες μετατοπίσεις στην κλίμακα βαθμίδων, σε συνάρτηση με τη συχνότητα πρόκλησης ζημιών εκ μέρους του ασφαλιζομένου. Αποτέλεσμα αυτού είναι η αύξηση ή η μείωση του ασφαλίστρου να μην γίνεται κατά τρόπο αυθαίρετο. Αντίθετα, πραγματοποιείται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που καθορίζονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους. Τα συστήματα αυτά αποτελούν, από άποψη ασφαλιστικής τεχνικής, μηχανισμούς τιμολόγησης. Το βασικό επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ των υποχρεωτικών αυτών καθεστώτων είναι ότι θα συμβάλουν στην πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων, δεδομένου ότι οι οδηγοί, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν προσαυξημένο ασφάλιστρο σε περίπτωση ατυχήματος, καθίστανται περισσότερο συνετοί και προσεκτικοί. Πρέπει, ωστόσο, να τονισθεί ότι η τρίτη οδηγία για την ασφάλιση ζημιών καθιέρωσε όχι μόνο την ελεύθερη τιμολόγηση και την κατάργηση των προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων των τιμολογίων και των συμβολαίων, αλλά και την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά τη χρηματοοικονομική εποπτεία της ασφαλιστικής επιχείρησης(96). Η διατήρηση ενός υποχρεωτικού μηχανισμού τιμολόγησης είναι, επομένως, αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των τρίτων ασφαλιστικών οδηγιών. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξετασθεί μήπως η επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος μπορεί να εξασφαλισθεί με άλλα μέσα, τηρώντας παράλληλα την αρχή της ελεύθερης εφαρμογής τιμολογίων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που διατυπώνεται στην τρίτη οδηγία 92/49/ΕΟΚ. Το ίδιο ισχύει και για τη διαφάνεια στην αγορά. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι ο στόχος αυτός μπορεί να ικανοποιηθεί χωρίς να αμφισβητηθεί η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, προβλέποντας καθεστώτα που δεν περιέχουν τιμολογιακά στοιχεία. Έτσι, για παράδειγμα, μπορούν να καταρτιστούν κλίμακες βαθμίδων bonus/malus ανεξάρτητα από οποιοδήποτε επιβεβλημένο συντελεστή μείωσης/αύξησης, για τις οποίες οι ασφαλιστές θα είναι ελεύθεροι να καθορίσουν τα ασφάλιστρα, επιτρέποντας έτσι να διασφαλίζεται η διαφάνεια της αγοράς και η κινητικότητα των ασφαλιζόμενων. Ωστόσο, αν ένα κράτος μέλος εκτιμά ότι τα εν λόγω υποχρεωτικά συστήματα πρέπει να θεωρηθούν ως συμβατικές ρήτρες που διέπουν μια ασφαλιστική σύμβαση, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διερωτηθεί μήπως, ενόψει της επίτευξης των στόχων που επιδιώκονται ενδεχομένως με την επιβολή της ρήτρας αυτής, υπάρχουν άλλα λιγότερο περιοριστικά και δεσμευτικά μέσα που επιτρέπουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Στο βαθμό που τα υποχρεωτικά αυτά συστήματα bonus/malus αποτελούν τιμολογιακές ρυθμίσεις, είναι αντίθετα προς τις διατάξεις της οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή πιστεύει ότι δεν είναι σκόπιμο να γίνει επίκληση της έννοιας του γενικού συμφέροντος για να δικαιολογηθεί η διατήρηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα αυτών των συστημάτων, επειδή αναφέρονται σε κανόνες οι οποίοι έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικών διατάξεων. Αν ένας μηχανισμός μείωσης/αύξησης είναι αποτέλεσμα όχι κρατικού μέτρου, αλλά συμφωνίας μεταξύ επαγγελματιών, η συμβασιμότητά του με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να αξιολογηθεί ειδικότερα έναντι του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3932/92, της 21ης Δεκεμβρίου 1992(97), περί εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των ασφαλίσεων, δεν επιτρέπει συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό και τη διάδοση στερεότυπων άμεσης ασφάλισης παρά μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις (κεφάλαιο III του κανονισμού). Έτσι, η εξαίρεση δεν μπορεί να εφαρμοστεί, μεταξύ άλλων, παρά εφόσον τα στερεότυπα καθορίζονται και διαδίδονται με τη σαφή επεξήγηση ότι είναι απλώς ενδεικτικά και αφήνουν τη δυνατότητα συμφωνίας διαφορετικών όρων. Οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων που συνεννοούνται, δεσμεύονται ή επιβάλλουν σε άλλες επιχειρήσεις να μη χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους δεν θα εμπίπτουν στην εξαίρεση. Εξάλλου, το κεφάλαιο του κανονισμού σχετικά με τη συνεργασία σε θέματα υπολογισμού των ασφαλίστρων (κεφάλαιο II) δεν μπορεί από την πλευρά του να αποτελέσει νομική βάση για ένα μηχανισμό μείωσης/αύξησης. δ) Η γλώσσα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου Ορισμένα κράτη μέλη απαιτούν τη σύνταξη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που υπογράφονται ή εκτελούνται στο έδαφός τους αποκλειστικά στην επίσημη γλώσσα τους. Άλλες γλώσσες, κοινοτικές ή μη, δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά μόνο για απλές μεταφράσεις, ακόμη και αν οι συμβαλλόμενοι επιθυμούσαν να τις χρησιμοποιήσουν για την σύνταξη του αρχικού συμβολαίου. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται για να δικαιολογηθεί αυτή η απόλυτη και άνευ όρων απαίτηση αφορούν, αφενός, την κυριαρχία της εθνικής γλώσσας και αφετέρου την προστασία των καταναλωτών τους, καθώς και την ανάγκη ομαλής διεξαγωγής των διαδικασιών ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών, οι οποίες προκύπτουν από τις σχετικές διαφορές. Πρέπει να τονισθεί ότι η Επιτορπή δεν θέτει σε αμφισβήτηση την κυριαρχία της εθνικής γλώσσας σε κάθε κράτος μέλος(98). Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών κινδύνων και των μαζικών κινδύνων. Στην πρώτη περίπτωση (μεγάλοι βιομηχανικοί και εμπορικοί κίνδυνοι) δεν ισχύει το επιχείρημα της προστασίας του καταναλωτή. Όσον αφορά τους μαζικούς κινδύνους και την ατομική ασφάλιση ζωής, οι διατάξεις που αναφέρονται στη γλώσσα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Έτσι θα έπρεπε, πρώτον, να λαμβάνονται υπόψη οι περιπτώσεις συμβολαίων με διεθνή διάσταση, δηλαδή όπου το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση ασφάλισης δεν είναι το δίκαιο του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος/η υποχρέωση. Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις όπου ο αντισυμβαλλόμενος είναι αλλοδαπός θα πρέπει να προβλέπονται παρεκκλίσεις από την αρχή της σύνταξης του συμβολαίου στην (στις) επίσημη(-ες) γλώσσα(-ες) του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος/η υποχρέωση. Πράγματι, 5000000 πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοικούν σε κράτος μέλος που δεν είναι η πατρίδα τους. Τα πρόσωπα αυτά θα είχαν πιθανόν καλύτερη προστασία αν μπορούσαν να συνάπτουν τα συμβόλαιά τους στη μητρική τους γλώσσα αντί της γλώσσας του κράτους μέλους όπου κατοικούν ή όπου βρίσκεται ο κίνδυνος που αποτελεί αντικείμενο της κάλυψης. ε) Κώδικες επαγγελματικής συμπεριφοράς Αυτοί οι κώδικες συμπεριφοράς που ισχύουν στο έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ ισχύουν καταρχήν και έναντι των αλλοδαπών ασφαλιστών και η μη τήρησή τους συνοδεύεται από κυρώσεις εμπορικού κυρίως χαρακτήρα. Ο λόγος που επικαλούνται τα συμβαλλόμενα μέρη για να απαιτήσουν την τήρηση αυτών των κωδίκων συμπεριφοράς είναι η προστασία των καταναλωτών ή η συμβολή τους στην πειθαρχία της αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, όταν οι κώδικες συμπεριφοράς είναι αποτέλεσμα συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, πρέπει να τηρούν τους κανόνες ανταγωνισμού που καθορίζονται στα άρθρα 81 και επόμενα. Για το σκοπό αυτό, είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επιτρέψει βάσει των κανόνων ανταγωνισμού συμφωνίες ή αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων που θα είχαν τα ίδια αποτελέσματα με κρατικά μέτρα αντίθετα στις θεμελιώδεις ελευθερίες όπως καθορίζονται στα άρθρα 39, 43 και 49 της συνθήκης. στ) Τα μέγιστα επιτόκια των τεχνικών αποθεματικών στην ασφάλιση ζωής Η τρίτη οδηγία 92/96/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής προβλέπει τον συντονισμό των αναλογιστικών αρχών που διέπουν τον υπολογισμό των μαθηματικών αποθεματικών. Όσον αφορά τον καθορισμό των επιτοκίων των τεχνικών αποθεματικών, η τρίτη οδηγία για την ασφάλιση ζωής προβλέπει(99), πρώτον, ότι το κράτος μέλος καταγωγής καθορίζει ένα μέγιστο επιτόκιο το οποίο υποχρεούνται να εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις που βρίσκονται υπό την εποπτεία του, για τον υπολογισμό των βάσεων των τεχνικών αποθεματικών. Δεύτερον, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί επίσης να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα στο έδαφός του, τη συστηματική κοινοποίηση των βάσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της τρίτης οδηγίας και του καθεστώτος εποπτείας το οποίο παρέχει την αποκλειστική αρμοδιότητα του χρηματοοικονομικού ελέγχου στο κράτους μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης, τα υποκαταστήματα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι ασφαλιστές που λειτουργούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με τα μέγιστα επιτόκια των τεχνικών αποθεματικών. Πράγματι, στο βαθμό που το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι αρμόδιο για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν λάβει νόμιμη άδεια λειτουργίας στο έδαφος του κράτους μέλους καταγωγής τους, δεν μπορεί να επιβάλλει την τήρηση των δικών του αρχών προληπτικής εποπτείας ούτε να ελέγχει, με μεθόδους ουσιαστικού ελέγχου των τιμολογίων, εάν τηρούνται οι αρχές αυτές. ζ) Επιβολή στερεότυπων ή ελάχιστων όρων ασφάλισης Σκοπός των διατάξεων που προβλέπουν την εισαγωγή υποχρεωτικών ρητρών στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι, αφενός, η προστασία του πλέον αδύναμου μέρους της σύμβασης και η διατήρηση της ισορροπίας της συμβατικής σχέσης, επιβάλλοντας συγκεκριμένο περιεχόμενο στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών και, αφετέρου, η προστασία των τρίτων θυμάτων σε περίπτωση ατυχήματος. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα στερεότυπα μπορεί να είναι επίσης αποτέλεσμα όχι κρατικών μέτρων, αλλά συμφωνιών μεταξύ επαγγελματιών. Η Επιτροπή παραπέμπει σχετικά στα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω στο σημείο 3 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού εξαίρεσης (ΕΚ) αριθ. 3932/92(100). Η Επιτροπή θεωρεί ότι εν πάση περιπτώσει, η προστασία του πλέον αδύναμου μέρους της σύμβασης πρέπει να επιβάλλεται μόνο σε περιπτώσεις που αυτό είναι αντικειμενικά απαραίτητο, όπως π.χ. στα ασφαλιστήρια συμβόλαια όπου ο ασφαλιζόμενος, λόγω της φύσης ή του μεγέθους του, χρήζει ιδιαίτερης προστασίας για τη διαφύλαξη αυτής της συμβατικής ισορροπίας. Εξάλλου, θα πρέπει επίσης να εξετασθεί ο αναλογικός χαρακτήρας αυτών των μέτρων και το κατά πόσον η εισαγωγή στα ασφαλιστήρια συμβόλαια στερεότυπων ρητρών που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους υποδοχής, αποτελεί προϋπόθεση η οποία στην πράξη είναι δυσκολότερο να τηρηθεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών σε σχέση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κράτους μέλους υποδοχής. Αυτό θα συμβεί ιδίως σε περίπτωση που οι εν λόγω ασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτρέπονται από τη διερεύνηση μιας νέας αγοράς λόγω του ότι θα ήταν υποχρεωμένες να δημιουργήσουν ένα εντελώς νέο ασφαλιστικό προϊόν για να μπορέσουν να το διαθέσουν στην εν λόγω αγορά, αντί να χρησιμοποιήσουν ένα ασφαλιστικό προϊόν το οποίο ήδη διατίθεται στην αγορά του κράτους μέλους προέλευσής τους. Σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, η υποχρέωση τήρησης των στερεότυπων ή ελάχιστων όρων ασφάλισης δεν θα πρέπει να αποκλείει μια διαφορετική διατύπωση των κειμένων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. η) Εθνικές ρήτρες που επιβάλλουν ελάχιστα μη αποζημιωτέα ποσά (franchisia) στα ασφαλιστήρια συμβόλαια Το επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ των ελάχιστων μη αποζημιωτέων ποσών είναι ότι προστατεύουν το συμφέρον του καταναλωτή, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε λογική τιμή. Λέγεται επίσης ότι, ελλείψει αυτού του μηχανισμού, που υποχρεώνει τον ασφαλιζόμενο να επιβαρυνθεί με ένα τμήμα του κόστους της ζημίας, τα τιμολόγια θα αυξάνονταν κατά τρόπο παράλογο, γιατί ο ασφαλιστής θα υποχρεωνόταν να επεμβαίνει σε περιπτώσεις ζημιών με οικονομικά χαμηλό κόστος. Ένα δεύτερο επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ της διατήρησης της ρήτρας αυτής είναι ότι καθιστά δυνατή την καταπολέμηση των περιπτώσεων απάτης στον ασφαλιστικό τομέα, οι οποίες θα ήταν πολύ συχνές σε περίπτωση ζημιών μικρής σημασίας. Στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω υποχρεωτική νομοθετική ρύθμιση αποσκοπεί στο να διαφυλάξει τα συμφέροντα του ασφαλιστή που βρίσκεται αντιμέτωπος σε μια κατάσταση σώρευσης μικρών ζημιών. Από αυτά τα δύο όμως επιχειρήματα προκύπτει ότι η καθιέρωση ελάχιστων μη αποζημιωτέων ποσών ανταποκρίνεται στην ανάγκη για πειθαρχία στην αγορά, και αυτό προκειμένου να αποφευχθεί ο αδικαιολόγητος ανταγωνισμός στα τιμολόγια που εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τίθεται επίσης το ερώτημα αν σκοπός μιας τέτοιας ρήτρας δεν είναι μάλλον να προστατευθούν τα κέρδη του ασφαλιστή, που θα αντιμετώπιζε μια συσσώρευση μικρών ζημιών, παρά η διασφάλιση του συμφέροντος του ασφαλιζομένου ή της δημόσιας ηθικής. Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το κοινοτικό δίκαιο αποκλείει ακριβώς από τους λόγους γενικού συμφέροντος κάθε επιχείρημα το οποίο βασίζεται σε αυστηρώς οικονομικούς λόγους. Εξάλλου, όπως και στην περίπτωση της επιβολής των στερεότυπων ρητρών ή των ελάχιστων όρων στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, η άκαμπτη εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων εκ μέρους του κράτους μέλους υποδοχής ενδέχεται να επιδράσει περιοριστικά στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες λειτουργούν υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθότι δεν θα μπορούν να διαθέσουν στην αγορά ασφαλιστήρια συμβόλαια που χρησιμοποιούνται ήδη νομίμως στο κράτος μέλος προέλευσής τους, χωρίς να περιέχουν τις εν λόγω ρήτρες. Τέλος, ενώ μπορεί να γίνει δεκτό ότι η καθιέρωση ελάχιστων μη αποζημιωτέων ποσών αποτελεί μια επιλογή μεθόδου διαχείρισης εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης, θα πρέπει ωστόσο να εξετάζεται κατά πόσον η επιβολή τους μέσω κανόνων αναγκαστικού δικαίου είναι σύμφωνη προς τους στόχους των τρίτων ασφαλιστικών οδηγιών όσον αφορά τη σύναψη των συμβολαίων και τα τιμολόγια. Εξάλλου, αν ο καθορισμός ελάχιστων μη αποζημιωτέων ποσών ή ελάχιστου επιπέδου μη αποζημίωσης είναι αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ επαγγελματιών, δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στην εξαίρεση βάσει του κανονισμού εξαίρεσης (ΕΚ) αριθ. 3932/92(101), δεδομένου ότι ο κανονισμός τα αποκλείει ρητά για τα στερεότυπα ασφαλίσεων που περιέχουν ρήτρες οι οποίες αναφέρουν εγγυημένα ποσά ή ελάχιστα μη αποζημιωτέα ποσά. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει συνεπώς να είναι ελεύθερες να εκτιμούν τη σκοπιμότητα εισαγωγής ρήτρας περί ελάχιστων μη αποζημιωτέων ποσών στα ασφαλιστήρια συμβόλαια που διαθέτουν στο εμπόριο. Στο βαθμό που μια ασφαλιστική επιχείρηση ικανοποιεί τις απαιτήσεις φερεγγυότητας που έχει καθορίσει το κράτος μέλος προέλευσής της, το οποίο της χορήγησε την άδεια λειτουργίας και είναι υπεύθυνο για την χρηματοοικονομική της εποπτεία, η επιχείρηση αυτή θα πρέπει να είναι ελεύθερη να αποφασίζει σχετικά με τη διάθεση στο κράτος μέλος υποδοχής ασφαλιστήριων συμβολαίων με ή χωρίς απαλλαγή, καθιστώντας το ταυτόχρονα σαφές στους ασφαλιζομένους, χωρίς να της επιβάλλεται σχετική υποχρέωση βάσει εθνικών διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. θ) Εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις που επιβάλλουν την υποχρέωση πρόβλεψης σε κάθε συμβόλαιο ασφάλισης ζωής ενός δικαιώματος εξαγοράς ή/και συμμετοχής στα κέρδη Το βασικό επιχείρημα για να αιτιολογηθεί το συμβιβάσιμο αυτών των ρυθμίσεων με την έννοια του γενικού συμφέροντος είναι ότι η υποχρέωση καθορισμού αξίας εξαγοράς σε κάθε συμβόλαιο ασφάλισης ζωής προστατεύει τα συμφέροντα των καταναλωτών, παρέχοντάς τους την ευελιξία και την ελευθερία που είναι απαραίτητες στις συχνά μαρκοχρόνιες αυτές συμβάσεις και τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους. Όσον αφορά τις ρυθμίσεις με τις οποίες καθίσταται υποχρεωτική η εισαγωγή στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής ρήτρας περί συμμετοχής στα κέρδη υπέρ των ασφαλιζομένων, οι ρήτρες δικαιολογούνται επίσης από λόγους προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των ασφαλιζομένων. Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο βασικών κατηγοριών ασφαλίσεων ζωής. Αφενός, οι συμβάσεις ασφάλισης ζωής που περιέχουν στοιχείο αποταμίευσης (ασφαλίσεις επιβίωσης, μεικτές ασφαλίσεις ζωής που δεν περιέχουν κανένα στοιχείο αποταμίευσης, επειδή έχουν ως τελικό σκοπό την κάλυψη μόνο του κινδύνου που συνδέεται με την ανθρώπινη ζωή (π.χ. ασφάλιση θανάτου, ασφαλίσεις εκκρεμουσών οφειλών). Οι ασφαλιστικές αυτές συμβάσεις δεν λαμβάνουν υπόψη το στοιχείο της αποταμίευσης κατά τον υπολογισμό του μαθηματικού αποθέματος. Ο αντισυμβαλλόμενος, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει δικαίωμα εξαγοράς του μαθηματικού αποθεματικού που έχει συσταθεί. Καθεμία από τις κατηγορίες αυτές ασφαλίσεων ζωής ανταποκρίνεται σε διαφορετικές αντικειμενικές ανάγκες κάλυψης των ασφαλιζομένων. Επιπλέον, η τιμή κάθε κατηγορίας αντιστοιχεί στα διαφορετικά είδη κινδύνου που αναλαμβάνει ο ασφαλιστής στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η απαίτηση να προβλέπεται μια αξία εξαγοράς σε κάθε σύμβαση ασφάλισης ζωής που περιορίζεται αποκλειστικά στην κάλυψη του κινδύνου θανάτου θα δημιουργούσε την υποχρέωση να περιλαμβάνεται στη σύμβαση αυτή ένα στοιχείο αποταμίευσης και να καταβάλλεται υψηλότερο ασφάλιστρο για την ανάληψη του εν λόγω κινδύνου. Είναι άλλωστε αμφίβολο αν αυτό ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διαφόρων κατόχων ασφαλιστικών συμβολαίων, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις δεν ενδιαφέρονται παρά για τα προϊόντα που καλύπτουν μόνο τον κίνδυνο θανάτου. Παρότι η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο μεμονωμένης αξιολόγησης, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η τρίτη οδηγία 92/96/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής προβλέπει, μεταξύ των αναλογιστικών αρχών που το κράτος μέλος προέλευσης επιβάλλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τη σύσταση των μαθηματικών τους αποθεματικών, ειδικές διατάξεις για τα συμβόλαια με εγγυημένη αξία εξαγοράς και διατάξεις για τα συμβόλαια με συμμετοχή στα κέρδη. Αφετέρου, στο παράρτημα ΙΙ της τρίτης οδηγίας 92/96/ΕΟΚ, όπου απαριθμούνται τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να παρέχονται γραπτώς, κατά τρόπο σαφή και ακριβή, στους αντισυμβαλλόμενους πριν από τη σύναψη της σύμβασης και κατά τη διάρκεια ισχύος της, περιλαμβάνονται "πληροφοριακά στοιχεία για τις αξίες εξαγοράς και τις σχετικές εγγυήσεις καθώς και πληροφορίες για τους τρόπους υπολογισμού και διανομής των συμμετοχών στα κέρδη". Σκοπός της πληροφόρησης αυτής είναι να γνωρίσουν και να κατανοήσουν οι κάτοχοι των συμβολαίων τα βασικά χαρακτηριστικά των ασφαλιστικών προϊόντων ώστε να μπορούν να επιλέξουν το προϊόν που καλύπτει καλύτερα τις συγκεκριμένες ανάγκες τους. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσον μια εθνική ρύθμιση του κράτους μέλους υποδοχής, η οποία επιβάλλει κατά τρόπο γενικό και απόλυτο την υποχρέωση να προβλέπεται αξία εξαγοράς ή συμμετοχή στα κέρδη στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής που διατίθενται στο έδαφός του, είναι αντικειμενικά απαραίτητη και ανάλογη με το στόχο της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των ασφαλιζομένων, ή αντίθετα εάν ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα λιγότερο περιοριστικά μέσα: π.χ. την υποχρέωση λεπτομερούς πληροφόρησης του κατόχου του συμβολαίου πριν από τη σύναψή του. ι) Απαγόρευση της τεχνικής του "cold calling" Το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει(102) το δικαίωμα απαγόρευσης αυτής της εμπορικής πρακτικής για άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, αφού εξέτασε μια διάταξη του ολλανδικού δικαίου για την προστασία της καλής φήμης και της αξιοπιστίας της ολλανδικής χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η προστασία του καταναλωτή αποτελεί επίσης ένα συχνά αναφερόμενο επιχείρημα υπέρ της απαγόρευσης αυτής της εμπορικής τεχνικής. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην ολλανδική υπόθεση μπορεί να ισχύσει και για τα ασφαλιστικά προϊόντα. Ωστόσο, και μέχρις ότου γίνει η σχετική εναρμόνιση, πρέπει να αποφευχθεί η καθιέρωση γενικού κανόνα όσον αφορά το συμβιβάσιμο αυτής της εμπορικής τεχνικής με τη διάθεση των ασφαλιστικών προϊόντων και η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση(103). ια) Ρυθμίσεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με την είσπραξη των έμμεσων φόρων επί των ασφαλίστρων για τα συμβόλαια που συνάπτονται υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών: ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου του ασφαλιστή Σύμφωνα με τις οδηγίες για τις ασφαλίσεις, τα συμβόλαια που συνάπτονται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών υπόκεινται στους έμμεσους φόρους και τους φόρους υπέρ τρίτων που επιβάλλονται επί των ασφαλίστρων στο κράτος μέλος υποδοχής(104). Για το σκοπό αυτό, το κράτος μέλος υποδοχής εφαρμόζει έναντι των επιχειρήσεων που λειτουργούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του, τις εθνικές διατάξεις του για την εξασφάλιση της είσπραξης των φόρων αυτών. Μπορεί να απαιτήσει, για παράδειγμα, τη διαβίβαση διεξοδικού καταλόγου με τις συμβάσεις που υπογράφονται υπό καθεστώς ελεύθερης προχής υπηρεσιών ή τον ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου της ασφαλιστικής επιχείρησης εγκατεστημένου στο έδαφός του(105). Η απαίτηση για ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου του ασφαλιστή που δραστηριοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών έχει ένα στόχο ο οποίος είναι δικαιολογημένος από πλευράς κοινοτικού δικαίου, και συγκεκριμένα την εξασφάλιση στο κράτος μέλος υποδοχής της τήρησης της νομοθεσίας του και της είσπραξης των σχετικών φόρων. Ωστόσο, το μέτρο αυτό ενδέχεται να εμποδίσει την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο ασφαλιστής που επιθυμεί να επικαλεστεί το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αντιμετωπίζει επαχθείς διοικητικές διατυπώσεις και οικονομικές επιβαρύνσεις για τον ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου εγκατεστημένου στο κράτος μέλος υποδοχής. Επίσης, οι συγκεκριμένοι όροι εφαρμογής του μέτρου αυτού από το κράτος μέλος υποδοχής, θα πρέπει να πληρούν τα κριτήρια που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως όσον αφορά την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα. Δεύτερον, και λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, η Επιτροπή θεωρεί ότι, εφόσον το κράτος μέλος υποδοχής δεν επιβάλλει κανένα έμμεσο φόρο ή φόρο υπέρ τρίτου για τις ασφαλιστικές συμβάσεις(106), δεν είναι θεμιτό να απαιτεί τον ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου από τους ασφαλιστές οι οποίοι επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ασφαλιστικούς κλάδους που δεν υπόκεινται σε έμμεση φορολογία. Τρίτον, η απαίτηση ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί στοιχείο που πρέπει να γνωστοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπουν οι ασφαλιστικές οδηγίες, για τη δραστηριοποίηση υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών(107). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να απορρίψει τη γνωστοποίηση στην οποία προβαίνει το κράτος μέλος καταγωγής στο πλαίσιο της διαδικασίας ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω μη ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου στο κράτος μέλος υποδοχής και να εμποδίσει έτσι την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την έναρξη της σχετικής δραστηριότητας. Ο ορισμός του φορολογικού αντιπροσώπου δεν θα πρέπει να γίνεται παρά μετά την πραγματική έναρξη των δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δηλαδή κατά την σύναψη εκ μέρους του ασφαλιστή του πρώτου ασφαλιστηρίου συμβολαίου του υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και την είσπραξη του ασφαλίστρου που αντιστοιχεί στη δραστηριότητα αυτή(108). Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εφόσον το κράτος μέλος υποδοχής απαιτεί για την τήρηση των κανόνων του περί έμμεσης φορολογίας όσον αφορά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και την είσπραξη των σχετικών φόρων, τον ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου εγκατεστημένου στο έδαφός του από κάθε ασφαλιστή που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής, οι πρακτικοί όροι εφαρμογής του μέτρου αυτού πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως τις απαιτήσεις αναλογικότητας, ώστε τα μέτρα αυτά να μην αποτελέσουν περιορισμό ασυμβίβαστο με την άσκηση ασφαλιστικής δραστηριότητας υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του. 4. Κανόνες σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια και έννοια του γενικού συμφέροντος Οι δοηγίες για τις ασφαλίσεις(109) προβλέπουν ειδικούς κανόνες σχετικά με τον ορισμό του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόζεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καλύπτουν κινδύνους εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου(110). Με βάση τους κανόνες αυτούς καθορίζεται ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα διέπει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οι κανόνες αυτοί ισχύουν τόσο για τις ασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται υπό καθεστώς εγκατάστασης όσο και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι οδηγίες προβλέπουν επίσης κανόνες σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων δημόσιας τάξεως(111) "της νομοθεσίας του forum και του κράτους μέλους του κινδύνου/της δέσμευσης". Εφόσον ένα κράτος μέλος εφαρμόζει στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, βάσει των κανόνων των σχετικών με τη σύγκρουση νομοθεσιών που περιέχουν οι οδηγίες για τις ασφαλίσεις, τις εθνικές του ουσιαστικές διατάξεις "αναγκαστικού δικαίου" και "κανόνες δημόσιας τάξεως" ενδέχεται, εφόσον προκύπτουν εμπόδια, να γίνει μια ανάλυση με βάση την έννοια του γενικού συμφέροντος. Η έννοια του γενικού συμφέροντος δρα ως "φίλτρο" της εθνικής νομοθεσίας. Υποχρεώνει τις αρχές των κρατών μελών να εξετάζουν κατά πόσον η εθνική τους νομοθεσία είναι σύμφωνη με τις αρχές περί ελεύθερης κυκλοφορίας, της συνθήκης. Η συμμόρφωση με το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλεται για οποιονδήποτε κανόνα εθνικού δικαίου, ανεξάρτητα με τον τομέα που καλύπτει. Έτσι, σε απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, το Δικαστήριο έκρινε ότι: "η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τον τομέα του εθνικού δικαίου εντός του οποίου αναπτύσσει τα αποτελέσματά του"(112). Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει, κατά περίπτωση, έναντι των εθνικών κανόνων ιδιωτικού δικαίου. Το Δικαστήριο κλήθηκε έτσι να διαπιστώσει κατά πόσον συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο εθνικοί κανόνες αστικού δικαίου(113) και πολιτικής δικονομίας(114), καθώς και ποινικού δικαίου(115). Συνεπώς, και όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν αρκεί να κηρυχθεί αμέσως υποχρεωτική η εφαρμογή του συνόλου της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ώστε οι δημόσιες αρχές να κρίνουν ότι θα πρέπει να τηρηθεί πλήρως(116). Θα πρέπει ακόμη οι διατάξεις αυτές να πληρούν τις απαιτήσεις της έννοιας του γενικού συμφέροντος ώστε το κράτος μέλος να μπορεί να απαιτήσει την τήρησή τους από τους ασφαλιστές που δραστηριοποιούνται μέσω υποκαταστήματος ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Προκειμένου για κανόνες που έχουν θεσπισθεί για την προστασία του καταναλωτή υπάρχουν πολλές πιθανότητες οι κανόνες αυτοί να πληρούν τις προϋποθέσεις της έννοιας του γενικού συμφέροντος. Το Δικαστήριο αναγνώρισε πράγματι ότι η προστασία του καταναλωτή είναι στόχος γενικού συμφέροντος που δικαιολογεί περιορισμούς των θεμελιωδών ελευθεριών. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αυτονόητο. Είδαμε παραπάνω ότι εθνικοί κανόνες που θεσπίσθηκαν με στόχο να προστατεύσουν τους καταναλωτές υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου και ενδέχεται να "αποχαρακτηρισθούν", για παράδειγμα αν δεν είναι αναγκαίοι ή αν είναι δυσανάλογοι. Αυτός ο επιπλέον προβληματισμός είναι, συνεπώς, απαραίτητος, στο πλαίσιο μιας ενιαίας αγοράς για να διαπιστωθεί αν, ελλείψει εναρμόνισης, διατηρούνται, υπό το πρόσχημα της προστασίας του καταναλωτή, εθνικά μέτρα που αποσκοπούν απλώς να περιορίσουν ή να εμποδίσουν την είσοδο διαφορετικών ή άγνωστων ασφαλιστικών υπηρεσιών στην εθνική επικράτεια. Πράγματι, αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να επικαλεστεί το ασυμβίβαστο ενός ασφαλιστικού προϊόντος που κυκλοφορεί σε άλλο κράτος μέλος με τη νομοθεσία του, προκειμένου να παρεμποδίσει τη διάθεσή του στην επικράτειά του, θα παρεμπόδιζε τον ανταγωνισμό μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων. 5. Τρόπος αντίδρασης σε περίπτωση εθνικών ρυθμίσεων οι οποίες θεωρούνται ως γενικού συμφέροντος από το κράτος μέλος υποδοχής Οι οικονομικός φορέας (ασφαλιστική επιχείρηση, ενδιάμεσος, κάτοχος ασφαλιστικού συμβολαίου), που αντιμετωπίζει ένα τεχνικό κανόνα ο οποίος, κατά την άποψή του, συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας εγκατάστασης ή παροχής υπηρεσιών, πρέπει, κανονικά να προσφύγει στα δικαστήρια ή να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή, για παράδειγμα, μέσω υποβολής καταγγελίας. Στην πράξη, εάν μια ασφαλιστική επιχείρηση θεωρεί, για παράδειγμα, ότι η νομοθεσία κράτους μέλους στο οποίο προτίθεται να ασκήσει τις δραστηριότητές της περιέχει περιορισμούς (π.χ. διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που πρέπει να περιλαμβάνονται σε κάθε συμβόλαιο, διαφορετικές ή άγνωστες στο κράτος μέλος καταγωγής) που δεν ενδέχεται να πληρούν τα κριτήρια περί γενικού συμφέροντος, έχει στη διάθεσή της διάφορες δυνατότητες: - προφανώς, δύναται, για να αποφύγει την οποιαδήποτε ενδεχόμενη σύγκρουση, να προσαρμόσει πλήρως τις υπηρεσίες της στη νομοθεσία της χώρας υποδοχής, - εάν, παρολαυτά, προσφέρει ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία δεν ανταποκρίνονται επακριβώς στις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου η χώρα υποδοχής, οι αρμόδιες εθνικές αρχές ή ένας από τους πελάτες της επιχείρησης ενδέχεται να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Η ασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να προβάλει του ισχυρισμούς της με βάση το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ή των εθνικών αρχών και να αποδείξει ότι ο κανόνας τον οποίο προτίθεται να της επιβάλει το κράτος μέλος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που έχει καθορίσει το Δικαστήριο. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει το βάσιμο των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού παραπέμψει, ενδεχομένως, το ζήτημα στο Δικαστήριο για έκδοση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο του άρθρου 234 της συνθήκης, - μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να ενημερώσει την Επιτροπή, η οποία, εφόσον κρίνει αβάσιμους τους περιορισμούς και συνεπώς αντίθετους προς το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να κινήσει κατά του εν λόγω κράτους μέλους διαδικασία για παράβαση βάσει του άρθρου 226. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της εικαζόμενης παράβασης(117). Ενδεχομένως δε το Δικαστήριο θα αποφανθεί τελεσίδικα εάν το εν λόγω εθνικό μέτρο πληροί ή όχι κριτήρια περί γενικού συμφέροντος. (1) Οδηγία 92/49/ΕΟΚ (ΕΕ L 228 της 11.8.1992, σ. 1) και οδηγία 92/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 360 της 9.12.1992, σ. 1), όπως τροποποιήθηκαν τελευταία από την οδηγία 95/26/ΕΟΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 168 της 18.7.1995, σ. 7). (2) COM(1998) 625: "Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες: οικοδόμηση ενός πλαισίου δράσης". (3) COM(1999) 232 της 11.5.1999. (4) ΕΕ C 365 της 3.12.1997. (5) Βλέπε την ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την ελεύθερη διασυνοριακή κυκλοφορία των υπηρεσιών (ΕΕ C 334 της 9.12.1993, σ. 3). (6) Εξάλλου, όταν υπάρχει δυνατότητα πολλών ερμηνειών στις ασφαλιστικές οδηγίες, στο παρόν κείμενο ακολουθείται αυτή που είναι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, περισσότερο σύμφωνη με τη συνθήκη. Πράγματι, πρέπει να υπενθυμισθεί σχετικά ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ένα κείμενο παράγωγου δικαίου επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείες, πρέπει να προτιμηθεί εκείνη που καθιστά τη διάταξη περισσότερο σύμφωνη με τη συνθήκη παρά εκείνη που οδηγεί στη διαπίστωση του ασυμβίβαστού της με αυτήν (βλέπε απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, υποθ. 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755). (7) Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, η Επιτροπή δημοσίευσε ερμηνευτική ανακοίνωση για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το γενικό συμφέρον στη δεύτερη τραπεζική οδηγία SEC(97) 1193 τελικό, της 20ής Ιουνίου 1997. (8) Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις νέες προτεραιότητες για την κοινωνία των πληροφοριών, το οποίο εκδόθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1996· ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο "Υπηρεσίες: τρόπος χρήσης"· CSE (96) 6 τελικό, της 27ης Νοεμβρίου 1996· ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: "Η κανονιστική διαφάνεια στην εσωτερική αγορά" και πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τρίτη τροποποίηση της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, η οποία προβλέπει διαδικασία πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών [COM(96) 392 τελικό, της 30ής Οκτωβρίου 1996]· πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες κανονιστικές πτυχές του ηλεκτρονικού εμπορίου στην εσωτερική αγορά [COM(1998) 586 τελικό της 18ης Νοεμβρίου 1998] και πρόταση οδηγίας για ηλεκτρονικές υπογραφές [COM(1998) 297 τελικό της 13ης Μαΐου 1998]. (9) COM(1998) 468 τελικό, της 14ης Οκτωβρίου 1998, και για την πρόταση τροποποίησης της οδηγίας βλέπε COM(1999) 385 τελικό, της 23ης Ιουλίου 1999. (10) Για τους σκοπούς της παρούσας ανακοίνωσης, οι όροι "κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών", "δραστηριότητα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών", "κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος", "κράτος μέλος καταγωγής", "κράτος μέλος του υποκαταστήματος", κ.λπ. χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους ορισμούς των οδηγιών 88/357/ΕΟΚ, 90/619/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ. Κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών: το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, εφόσον καλύπτεται από ασφαλιστική επιχείρηση ή υποκατάστημα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ή το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 90/619/ΕΟΚ, εφόσον η υποχρέωση έχει αναληφθεί από ασφαλιστική επιχείρηση ή υποκατάστημα που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος [οδηγία 92/49/ΕΟΚ άρθρο 1 στοιχείο ε) και οδηγία 92/96/ΕΟΚ άρθρο 1 στοιχείο στ)]. Δραστηριότητα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών: η κάλυψη από μια ασφαλιστική επιχείρηση από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος ή η υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ ή το άρθρο 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 90/619/ΕΟΚ, σε ένα άλλο κράτος μέλος. Κράτος μέλος καταγωγής: το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο ή αναλαμβάνει την υποχρέωση [άρθρο 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ]. Κράτος μέλος του υποκαταστήματος: το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα που καλύπτει τον κίνδυνο/αναλαμβάνει την υποχρέωση [οδηγία 92/49/ΕΟΚ άρθρο 1 στοιχείο δ) και οδηγία 92/96/ΕΟΚ άρθρο 1 στοιχείο ε)]. Υποκατάστημα: κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης. Εξομοιώνεται με πρακτορείο ή υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας επιχείρησης στο έδαφος κράτους μέλους, έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο, εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο (οδηγία 92/49/ΕΟΚ άρθρο 1 στοιχείο β) και άρθρο 1 στοιχείο β) της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ, καθώς και άρθρο 3 των οδηγιών 88/357/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ). (11) 1η Ιανουαρίου 1970· υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755, ή από την ημερομηνία προσχώρησης για τα νέα κράτη μέλη (υπόθεση C-224/97, Ciola, Συλλογή 1999, σ. Ι-2517). (12) Υπόθεση C-224/97, Ciola, Συλλογή 1999, σ. Ι-2517. (13) Υπόθεση 262/82 και 26/83, Luisi και Carbone, συλλογή 1984, σ. 377· υπόθεση C-76/90, Säger, συλλογή 1991, σ. Ι-195· υπόθεση C-384/93, Alpine, Συλλογή 195, σ. Ι-1141. (14) Υπόθεση C-225/95, 226/95 και 227/95, "Kapasakalis", συλλογή 1998-Ι, σ. 4239· υποθέσεις 198/89, 180/89, 154/89, "Τουριστικοί οδηγοί", Συλλογή 1991, σ. Ι-659. (15) Υποθέσεις 262/82 και 26/83, Luisi και Carbone, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, αιτιολογικές σκέψεις 25-27· υπόθεση 221/89 Factortame, Συλλογή 1991, σ. Ι-3905: "Η έννοια της εγκατάστασης σύμφωνα με τα άρθρα 43 και επόμενα της συνθήκης περιλαμβάνει την ουσιαστική άσκηση οικονομικής δραστηριότητας μέσω σταθερής εγκατάστασης σε κάποιο άλλο κράτος μέλος για απεριόριστη διάρκεια". (16) Υπόθεση C-55/94, Gebhard, συλλογή Ι-1995, σ. 416, αιτιολογική σκέψη αριθ. 27· υπόθεση C-56/96, VT4, Συλλογή 1997, σ. Ι-3143. (17) Βλέπε υπόθεση C-56/96, VT4, Συλλογή 1997, σ. Ι-3143. (18) Προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, υπόθεση 205/84 Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή σ. 375· απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, Van Binsbergen, υπόθεση 33-77, Συλλογή σ. 1299· απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1993, Veronica, υπόθεση C-148/91, Συλλογή Ι, σ. 487· απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, TV 10, υπόθεση C-23/93, Συλλογή 1994, σ. Ι-4795, συμπεράσματα του γενικού εισαγγελέα Lenz, σημεία 56 και 68· υπόθεση C-56/96, VT4, Συλλογή 1997, σ. Ι-3143. Βλέπε συμπεράσματα του γενικού εισαγγελέα Lenz· υπόθεση C-212/97, Centros, Συλλογή 1999, σ. Ι-1459. Η τελευταία αυτή υπόθεση αφορά μια ισχυριζόμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος "δευτερεύουσας" εγκατάστασης. Το Δικαστήριο εφαρμόζει τη νομολογία του σχετικά με την "καταστρατήγηση" η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της ελεύθερης προχής υπηρεσιών. (19) υπόθεση 205/84 σημείο 22· υπόθεση 33/74 van Binsbergen, Συλλογή 1974, σ. 1299 σημείο 13. (20) Προαναφερθείσα απόφαση Behard· υπόθεση 221/89, Factortame, Συλλογή 1991, σ. Ι-3905. (21) Υπόθεση 205/84, Συλλογή σ. 3755. (22) Υπόθεση 205/84, Συλλογή σ. 21 και 22· υπόθ. C-148/91, Veronica, Συλλογή 1993, σ. Ι-487· υπόθεση C-56/96, VT4, Συλλογή 1997, σ. Ι-3143. Βλέπε συμπεράσματα του γενικού εσσαγγελέα Lenz. (23) Υπόθεση C/55-94, Gebhard, ο.π. Επισημαίνεται ότι στα συμπεράσματά του στην υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, ο Γενικός Εισαγγελέας είχε ήδη τονίσει ότι ο ορισμός πράκτορα ή αντιπροσώπου (στο κράτος μέλος υποδοχής) δεν συνιστά κατ' ανάγκη εγκατάσταση. (24) Υπόθεση C/55-94, Gebhard, ο.π. (25) Βλέπε ιδίως υπόθεση C-55/94, Gebhard, ανωτέρω υπόθεση C-56/96, Συλλογή 1997, σ. Ι-3143. (26) Πρέπει να υπογραμμισθεί ήδη από το σημείο αυτό ότι η εν λόγω έννοια του "ανεξάρτητου ενδιάμεσου" αφορά δομές (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) νομικώς ανεξάρτητες από την ασφαλιστική επιχείρηση η οποία προσφεύγει στα πρόσωπα αυτά, ανεξάρτητα από τη μορφή ή την επωνυμία τους. Συνεπώς, δεν χρησιμοποιείται υπό την πιο περιοριστική έννοια της οδηγίας 77/92/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 26 της 31.1.1977) σχετικά με τους ενδιάμεσους στον ασφαλιστικό τομέα, και αυτό για να γίνει η διάκριση από τους ασφαλιστικούς πράκτορες (πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματος και για λογαριασμό, ή μόνο για λογαριασμό, μίας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων) και τους μεσίτες ασφαλειών (πρόσωπα των οποίων η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται ιδίως στο να φέρει σε επαφή ασφαλιζόμενους και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση επιλογής, για την κάλυψη κινδύνων προς ασφάλιση, στην προετοιμασία της σύναψης ασφαλιστηρίων συμβολαίων και στην τυχόν παροχή βοήθειας για τη διαχείριση και εκτέλεσή τους, ιδίως σε περίπτωση ζημίας). (27) Υπόθεση 14/76, Συλλογή σ. 3755. Επισημαίνεται ότι η απόφαση αυτή, καθώς και εκείνες που αναφέρονται στις υποσημειώσεις 27, 28 και 29 εκδόθηκαν σε υποθέσεις που αφορούσαν την ερμηνεία της έννοιας του υποκαταστήματος στα πλαίσια της σύμβασης των Βρυξελλών σχετικά με τη δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. (28) Υπόθεση 33/78, Συλλογή σ. 2183. Βλέπε επίσης την απόφασης της 6ης Απριλίου 1995, στην υπόθεση C-439/93, Lloyd's Register of Shipping/Société Campenon Bernard, Συλλογή 1995, σ. Ι-961. (29) Υπόθεση 139/80, Συλλογή σ. 819. (30) Υπόθεση C-89/91, Συλλογή, σ. Ι-165. (31) Ο Γενικός Εισαγγελέας χρησιμοποιεί τον όρο του συμβαλλομένου κράτους επειδή η υπόθεση αφορά τη σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. (32) ΕΕ C 59 της 5.3.1979, σ. 1. (33) Βλέπε άρθρα 14, 16 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζημιών, τα άρθρα 11, 14 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής, όσον αφορά τη διαδικασία σχετικά με τις δραστηριότητες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών. (34) Βλέπε σχετικά την έννοια του υποκαταστήματος που δίδεται από τη δεύτερη τραπεζική οδηγία 89/646/ΕΟΚ (ΕΕ L 386 της 30.12.1989) άρθρο 1 σημείο 3 και την οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141 της 11.6.1993) άρθρο 1 σημείο 8. (35) Δεν περιλαμβάνονται οι μεμονωμένοι κινητοί εξοπλισμοί πληροφορικής, που είναι σε θέση να παράσχουν ή να λάβουν ασφαλιστικές υπηρεσίες εξ αποστάσεως, για παράδειγμα μέσω του Internet, που αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης στο σημείο 6. (36) Οδηγία 92/49/ΕΟΚ άρθρο 37 και αιτιολογική σκέψη 28, και οδηγία 92/96/ΕΟΚ άρθρο 17 και αιτιολογική σκέψη 25. (37) Ασφάλιση ζημιών: άρθρα 6, 7, 8 και 9 της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 8 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και από την οδηγία 95/26/ΕΚ άρθρο 3. Ασφάλιση ζωής: άρθρα 6, 7, 8 και 9 της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 7 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ και από την οδηγία 95/26/ΕΚ άρθρο 3. (38) Βλέπε απόφαση που έλαβε το Δικαστήριο, στις 10 Σεπτεμβρίου 1996, για παρεμφερές ζήτημα στην υπόθεση C-11/95 Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1996, σ. I-4115. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να ελέγχει την εφαρμογή του ισχύοντος για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές δικαίου του κράτους μέλους της προέλευσης καθώς και την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου (οδηγία "Τηλεόραση χωρίς σύνορα") (ΕΕ L 298 της 17.10.1989, σ. 23). (39) Βλέπε υπόθεση 262/82 και 26/83, Luisi και Carbone, ανωτέρω, και C-23/93, TV10, ανωτέρω. (40) Βλέπε ανωτέρω κεφάλαιο I σημείο 1 υποσημείωση 17. (41) Βλέπε σχετικά την πρόταση οδηγίας για ορισμένες τεχνικές πτυχές του ηλεκτρονικού εμπορίου στην εσωτερική αγορά άρθρο 1 στοιχείο γ). Υπόθεση C-221/89, Συλλογή 1991, σ. 3905. (42) Ασφάλιση ζημιών: δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ άρθρο 2 στοιχείο δ). Ασφάλιση ζωής: οδηγία 90/619/ΕΟΚ άρθρο 2 στοιχείο ε), σε αντίθεση με τον τραπεζικό τομέα, όπου η δεύτερη οδηγία 89/646/ΕΟΚ δεν καθορίζει κριτήρια εντοπισμού τραπεζικών δραστηριοτήτων που ασκούνται στην εσωτερική αγορά. Βλέπε τραπεζική ανακοίνωση η οποία καθορίζει τα κριτήρια εντοπισμού των τραπεζικών υπηρεσιών που παρέχονται υπό καθεστώς ελεύθερη παροχής υπηρεσιών για να προσδιοριστεί το καθεστώς που εφαρμόζεται στις δραστηριότητες αυτές [SEC(97) 1193 τελικό της 20ής Ιουνίου 1997]. (43) Βλέπε άρθρα 14, 16 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, για την ασφάλιση ζημιών και τα άρθρα 11, 14 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής, όσον αφορά τη διαδικασία για τις δραστηριότητες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών. (44) COM(1999) 232 της 11ης Μαΐου 1999. (45) Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής "Μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου", COM(97) 15 τελικό· πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες νομικές πτυχές του ηλεκτρονικού εμπορίου στην εσωτερική αγορά [COM(1998) 586 τελικό της 18ης Νοεμβρίου 1998] και τροποποιημένη πρόταση COM(1999) 427 της 17ης Αυγούστου 1999. (46) Βλέπε άρθρο 10 της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 32 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλισης ζωής και το άρθρο 10 της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 32 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ για την πρωτασφάλιση ζωής, όσον αφορά τη διαδικασία ανοίγματος υποκαταστήματος. Βλέπε άρθρα 14, 16 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, και τα άρθρα 11, 14 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής, όσον αφορά τη διαδικασία για την άσκηση δραστηριοτήτων ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο των οδηγιών αυτών. (47) Έγγραφο COM(1999) 88 τελικό, της 25ης Φεβρουαρίου 1999. (48) Έγγραφο COM(1999) 88 τελικό, της 25ης Φεβρουαρίου 1999. (49) Τρίτη οδηγία ασφάλισης ζημιών αριθ. 92/49/ΕΟΚ άρθρο 41 και τρίτη οδηγία ασφάλισης ζημιών 92/96/ΕΟΚ, άρθρο 41. (50) Με τον όρο διαφήμιση νοείται "κάθε ανακοίνωση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων" (οδηγία 84/450/ΕΟΚ, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την παραπλανητική διαφήμιση) (ΕΕ L 250 της 19.9.1984, σ. 17). (51) Πρέπει να επισημάνουμε στο πλαίσιο αυτό ότι, εφόσον η τεχνική της ασφάλισης ασθένειας είναι ανάλογη με αυτή της ασφάλισης ζωής, το άρθρο 54 παράγραφος 2 της τρίτης οδηγίας 92/49/ΕΟΚ έχει ήδη θεσπίσει τους όρους που πρέπει να απαιτούνται από τους ασφαλιστές που ασκούν αυτή την δραστηριότητα. Όσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση των εργατικών ατυχημάτων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από την εθνική τους νομοθεσία για την ασφάλιση αυτή, με εξαίρεση τις διατάξεις τις σχετικές με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία, που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής (άρθρο 55 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ). (52) Υπενθυμίζεται ότι η ιδέα της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης κατά τρόπο ομοιόμορφο έναντι των υποκαταστημάτων και των παρεχόντων τις υπηρεσίες, δεν εισάγεται για πρώτη φορά με τις τρίτες ασφαλιστικές οδηγίες, αλλά εμφανίζεται επίσης και στις άλλες οδηγίες που αφορούν τις οικονομικές επιχειρήσεις: δεύτερη τραπεζική οδηγία 89/646/ΕΟΚ (ΕΕ L 386 της 30.12.1989), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/30/ΕΟΚ (ΕΕ L 110 της 28.4.1992, σ. 52)· οδηγία 93/22/ΕΟΚ που αφορά τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27). (53) Υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή της αρχής της ενιαίας άδειας λειτουργίας και του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής δεν θίγει την εφαρμογή άλλων τομέων της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής, όπως π.χ. της φορολογικής νομοθεσίας, της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων ή της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες μπορεί να επιφυλάσσουν διαφοροποιημένη μεταχείριση στις κοινοτικές επιχειρήσεις ανάλογα με τον τρόπο που έχουν επιλέξει για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, και συγκεκριμένα εάν πρόκειται για ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή για υποκατάστημα. Εν πάση περιπτώσει, το συμβιβάσιμο αυτών των διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο θα εκτιμάται πάντοτε με κριτήριο τη νομολογία που έχει διατυπωθεί κυρίως σε θέματα γενικού συμφέροντος, και συγκεκριμένα τις αρχές της μη διάκρισης, της αποφυγής αλληλεπικαλύψεων, της αναγκαιότητας, κ.λ.π. (54) Βλέπε ειδικότερα την απόφαση της 11ης Απριλίου 1973, Michel, υπόθεση 76-72, Συλλογή σ. 457· υπόθεση C-238/94, Garcia, Συλλογή 1996, I, σ. 1673. (55) Απόφαση της 25ης Ιουλία 1991, Säger, υπόθεση C-76/90· Συλλογή 1991, σ. I-4221. Βλέπε την ανάλυση που περιέχεται στην ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την διασυνοριακή κυκλοφορία των υπηρεσιών (ΕΕ C 334 της 9.12.1993, σ. 3) και την ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το γενικό συμφέρον στη δεύτερη τραπεζική οδηγία [SEC (97) 1193 της 26ης Ιουνίου 1997]. (56) Απόφαση της 30ης Νοεμβρίου 1995, Gebhard, βλέπε υποσημείωση 6· βλέπε επίσης την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-19/92, Kraus· Συλλογή 1993, σ. I-1663· απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, υπόθεση C-212-97, Centros, Συλλογή 1999, σ. I-1459. (57) Η ανάλυση της Επιτροπής ενδέχεται φυσικά να μεταβληθεί ανάλογα με την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. (58) Προαναφερθείσα υπόθεση C-55/94, Gebhard· απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995. Παρατηρείται ότι η απόφαση στην υπόθεση Gebhard αφορά έναν τομέα (πρόσβαση στην επαγγελματική δραστηριότητα του δικηγόρου) στον οποίο η εναρμόνιση των όρων πρόσβασης και άσκησης είναι πολύ περιορισμένη σε σύγκριση με την άσκηση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Στον ασφαλιστικό τομέα, έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό εναρμόνιση των όρων αυτών και οι δυνατότητες προσφυγής στους κανόνες γενικού συμφέροντος είναι πολύ πιο περιορισμένες. Αντίθετα, όσον αφορά το δίκαιο που διέπει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια - τομέας μη εναρμονισμένος από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο - τα κράτη μέλη διαθέτουν πολύ μεγαλύτερο περιθώριο χειρισμών. Το "κριτήριο του γενικού συμφέροντος" ενδέχεται να εφαρμοσθεί κυρίως στον τομέα αυτό. (59) Βλέπε απόφαση Gebhard, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: "... τα εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εξασφαλίζει η συνθήκη πρέπει να πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις: να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μη δημιουργούνται διακρίσεις, να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού". Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε εν συνεχεία από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις C-415-93 "Bosman", Συλλογή 1995, I-4921 και C-250-95, "Futura", Συλλογή 1997, σ. I-2471. (60) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996· κοινές υποθέσεις C-320/94, C-328/94, C-329/94, C-337/94 και C-339/94, Συλλογή 1996 PI 6471 που συνδέει την χρήση των ελάχιστων ρητρών με την τήρηση της συνθήκης. (61) Τρίτη οδηγία 92/94/ΕΟΚ, όγδοο σημείο της αιτιολογικής έκθεσης και τρίτη οδηγία 92/96/ΕΟΚ, ένατο σημείο της αιτιολογικής έκθεσης. (62) Στον κατάλογο αυτό πρέπει να προστεθούν, a fortiori, οι διατάξεις του άρθρου 46, δηλαδή η δημόσια τάξη, η δημόσια ασφάλεια και η δημόσια υγεία. (63) Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1979, Van Wesemael, υπόθεση 110/78 και 11/78, Συλλογή σ. 35. (64) Προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 Webb. (65) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, υπόθεση C-272/94 Guiot, Συλλογή 1996, σ. I-1905. (66) Προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Γερμανίας. (67) Απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Investments BV, υπόθεση C-384/93. (68) Υπόθεση C-252/92 Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039. (69) Ομοίως. (70) Υπόθεση 62779 Coditel, Συλλογή 1980, σ. 881. (71) Υπόθεση C-180/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. 709. (72) Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, Collective Antennevoorziening Gouda (υπόθεση C-228/89, Συλλογή Ι-4007) και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C-353/89, Συλλογή σ. Ι-4069)· απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1993, Veronica Omroep Organisatie (C-148/91, Συλλογή σ. Ι-487). (73) Υπόθεση C-204/90, Bachmann, Συλλογή σ. 249. (74) Υπόθεση C-55/93, Johannis Gerrit, Συλλογή 1994, σ. Ι-4837. (75) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, υπόθεση C-3/95, Reisebüro Broede, δεν έχει δημοσιευθεί. (76) Προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Investments BV, υπόθεση C-384/93, απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, Collectieve Antennevoorziening Gouda (υπόθεση C-288/89, Συλλογή Ι-4007). (77) Ομοίως. (78) Βλέπε απόφαση της 4ης Μαΐου 1993, Federación de Distribuidores Dinematográficos υπόθεση C-17/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-2239, όπου το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προστασία της πολιτιστικής πολιτικής δεν αποτελεί λόγο από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 46 της συνθήκης. Βλέπε απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C-224/97, Ciola (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί) σημεία 16-17. (79) Υπόθεση 352/85, Συλλογή 1988, σ. 2085· υπόθεση C-17/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-2239· υπόθεση C-483/93, Svenson, Συλλογή 1995, σ. Ι-3955. Κατά το Δικαστήριο η έννοια αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη, εκτός της διατάραξης της κοινωνικής τάξης που αποτελεί η παράβαση της νομοθεσίας, απειλή πραγματική και επαρκώς σοβαρή που θίγει θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (υπόθεση 30/77, Bouchereau, Συλλογή 1977, σ. 1999)· υπόθεση C-114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-6717. (80) Υπόθεση C-410/96, Ambry, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1998 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί)· υπόθεση C-76/90, Denemeyer, όπ.π. υπόθεση 205/84 Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755. (81) Βλέπε τελευταία την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1996, Επιτροπή κατά Ιταλίας ("SIM"), υπόθεση C-101/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-2691. Βλέπε επίσης απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Investments, όπ.π. (82) Υπόθεση της 18ης Μαΐου 1993, Yves Rocher, υπόθεση C-129/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-2361. (83) Απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Investments, βλέπε υποσημείωση 29. (84) Απόφαση 205/84, βλέπε υποσημείωση 14. (85) Άρθρο 5 στοιχείο δ) της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 88/357/ΕΟΚ και 90/618/ΕΟΚ. (86) Ασφάλιση ζημιών: βλέπε οδηγία 92/49/ΕΟΚ· άρθρα 31 (η απαιτούμενη προσυμβατική ενημέρωση πρέπει να παρέχεται στους αντισυμβαλλόμενους που είναι φυσικά πρόσωπα) και 43 (περιορισμός της ενημέρωσης αυτής στους "μαζικούς κινδύνους"). (87) Το δικαίωμα λύσης μιας ασφαλιστικής σύμβασης αναγνωρίζεται μόνο στον κάτοχο συμβολαίου ατομικής ασφάλισης ζωής· τα κράτη μέλη μπορούν να μην παρέχουν το δικαίωμα αυτό στους κατόχους ασφαλιστικών συμβολαίων που δεν έχουν ανάγκη αυτής της ειδικής προστασίας λόγω της θέσης τους ή των συνθηκών υπό τις οποίες συνάφθηκε η σύμβαση (βλέπε άρθρο 15 της οδηγίας 90/619/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 30 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ). (88) Υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, όπ.π., υπόθεση C-76/90 Denemeyer, όπ.π. (89) Πράγματι, υπενθυμίζει κατά πάγιο τρόπο ότι ένα κράτος μέλος: "δεν μπορεί να εξαρτά την πραγματοποίηση της παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του από την τήρηση όλων των απαιτουμένων προϋποθέσεων εγκαταστάσεως και κατ' αυτόν τον τρόπο να στερεί από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τις διατάξεις της συνθήκης που προορίζονται ακριβώς για τη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών". Προαναφερθείσα απόφαση Säger της 25ης Ιουλίου 1991· βλέπε επίσης την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, Επιτροπή κατά Ελλάδας, υπόθεση C-198/89, Συλλογή σ. Ι-735. (90) Προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Γερμανίας· βλέπε επίσης την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Webb, υπόθεση 279/80, Συλλογή σ. 3305. (91) Άρθρο 6 παράγραφος 3 και άρθρα 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ· άρθρο 5 παράγραφος 3 και άρθρα 29 και 39 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ. (92) Άρθρο 30 παράγραφος 2 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ. (93) Άρθρο 54 παράγραφος 1 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ. (94) Οδηγία 92/96/ΕΟΚ άρθρο 29 και οδηγία 79/267/ΕΟΚ άρθρο 5 παράγραφος 3. (95) Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις άλλες εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής και περιλαμβάνονται στα σημεία V (τοντίνες) και VII (εργασίες διαχειρίσεως ταμείου ομαδικής συνταξιοδοτήσεως) του παραρτήματος της πρώτης οδηγίας για την ασφάλιση ζωής. (96) Άρθρο 6 παράγραφος 3 και άρθρα 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ· άρθρο 5 παράγραφος 3 και άρθρα 29 και 39 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ. (97) ΕΕ L 398 της 31.12.1992, σ. 7. (98) Βλέπε "Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη χρήση των γλωσσών για την ενημέρωση των καταναλωτών στην Κοινότητα" σημείο 2 [COM(93) 456 τελικό της 10ης Νοεμβρίου 1993]. (99) Βλέπε άρθρο 17 σημείο 1 στοιχείο β) της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 18 της τρίτης οδηγίας 92/96/ΕΟΚ. (100) ΕΕ L 398 της 31.12.1992, σ. 7. (101) ΕΕ L 398 της 31.12.1992, σ. 7. (102) Υπόθεση C-384/93 Alpine Investments b.v. κατά Minister van Financiën, Συλλογή 1995, σ. Ι-1141. (103) Βλέπε πρόταση οδηγίας σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές [COM(1998) 468 τελικό της 14ης Οκτωβρίου 1998]. Το άρθρο 10 παράγραφος 2 της πρότασης αυτής προβλέπει ειδικούς μηχανισμούς σχετικά με τις αυτόκλητες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές. (104) Τρίτη οδηγία 92/49/ΕΟΚ για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής άρθρο 46 και τρίτη οδηγία 92/96/ΕΟΚ άρθρο 44 για την ασφάλιση ζωής. (105) Δηλώσεις που έχουν εγγραφεί στα πρακτικά του Συμβουλίου για την έγκριση των τρίτων οδηγιών. (106) Το σκεπτικό αυτό ισχύει και για τις ασφαλιστικές συμβάσεις με μηδενικό συντελεστή. (107) Βλέπε άρθρα 14, 16 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 34, 35 και 36 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και τα άρθρα 11, 14 και 17 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 64, 35 και 36 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ για την ασφάλιση ζωής. (108) Συχνά, παρέρχεται μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλές φορές χρόνια, από την ανακοίνωση της πρόθεσης άσκησης δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μέχρι την υπογραφή του πρώτου ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό το καθεστώς αυτό. Η απαίτηση ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου πριν από την πραγματική έναρξη της δραστηριότητας φαίνεται δυσανάλογη, υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τον ασφαλιστή που επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών να αποκτήσει τη σχετική υποδομή και να υποβληθεί έτσι σε σημαντικές δαπάνες, που ενδέχεται να τον αποτρέψουν από την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. (109) Βλέπε ασφάλιση ζωής: άρθρα 7 και 8 της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την τρίτη οδηγία 92/49/ΕΟΚ. Ασφάλιση ζωής: άρθρο 4 της δεύτερης οδηγίας 90/619/ΕΟΚ. (110) Επισημαίνεται ότι η σύμβαση της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (ΕΕ L 266 της 9.10.1980, σ. 1) εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καλύπτουν κινδύνους στις επικράτειες των κρατών μελών (άρθρα 1 και 3). (111) Πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής: άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο η) της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ. Ασφάλιση ζωής: άρθρο 4 παράγραφος 4 της δεύτερης οδηγίας 90/619/ΕΟΚ. (112) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, SAIL, υπόθεση 82/71, Συλλογή 1972, σ. 119· βλέπε επίσης απόφαση Hubbard της 1ης Ιουλίου 1993, υπόθεση C-20/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-3777. (113) Αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 1993, Κωνσταντινίδης, υπόθεση C-169/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-1191· απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, Alsthom Atlantique, υπόθεση C-339/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-107· απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1993, Motorradcenter, υπόθεση C-93/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-5009. (114) Βλέπε σχετικά αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1994, Mund & Fester, υπόθεση C-398/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-467, της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, Data Delecta, υπόθεση C-43/95, Συλλογή 1996, σ. Ι-4661, της 1ης Φεβρουαρίου 1996· βλέπε Perfili, υπόθεση C-177/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-161· βλέπε επίσης απόφαση Hubbard, υποσημείωση 65. (115) Υπόθεση C-348/96, Συλλογή 1999, σ. Ι-11. (116) Βλέπε ανωτέρω κεφάλαιο IV σημείο 3. (117) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, υπόθεση C-157/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-5899.