Κανονισμός (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2700/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, για την αναπροσαρμογή από 1ης Ιουλίου 1999, των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 327 της 21/12/1999 σ. 0001 - 0004
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 2700/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 1999 για την αναπροσαρμογή από 1ης Ιουλίου 1999, των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοιυοτήτων, το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως το άρθρο 13, τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, όπως θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ,) αριθ. 259/68(1) και τροποποιήθηκαν τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 1238/1999(2), και ιδίως τα άρθρα 63, 64, 65, 65α και 82 και το παράρτημα ΧΙ του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης καθώς και το άρθρο 20, πρώτο εδάφιο και το άρθρο 64 του εν λόγω καθεστώτος, την πρόταση της Επιτροπής, Εκτιμώντας τα εξής: (1) μετά την εξέταση των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που πραγματοποιήθηκε με βάση την έκθεση που εξεπόνησε η Επιτροπή, κρίθηκε σκόπιμη η αναπροσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο της ετήσιας εξέτασης για το 1999· (2) σύμφωνα με τους όρους του παραρτήματος ΧΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η ετήσια αναπροσαρμογή για το οικονομικό έτος 2000 θα οδηγήσει στον καθορισμό νέων διορθωτικών συντελεστών πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2000 και με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιουλίου 2000· (3) αυτοί οι νέοι διορθωτικοί συντελεστές είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε αναδρομική αναπροσαρμογή των αποδοχών και συντάξεων (θετική ή αρνητική) για περίοδο του οικονομικού έτους 2000 για την οποία οι πληρωμές θα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί με βάση τον παρόντα κανονισμό· (4) ως εκ τούτου, ενδείκνυται να προβλεφθεί τόσο η καταβολή αναδρομικών αυξήσεων, για την περίπτωση αύξησης των διορθωτικών συντελεστών, όσο και η παρακράτηση των υπέρ το δέον καταβληθέντων, για την περίπτωση μείωσης των συντελεστών αυτών, και τούτο για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης της αναδρομικής ισχύος και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της απόφασης για την ετήσια αναπροσαρμογή, που θα λάβει το Συμβούλιο για το οικονομικό έτος 2000· (5) ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι, τα αποτελέσματα μιας ενδεχόμενης παρακράτησης θα μπορούν να κατανεμηθούν χρονικά σε μια περίοδο δώδεκα μηνών το πολύ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης για την ετήσια αναπροσαρμογή, που θα λάβει το Συμβούλιο για το οικονομικό έτος 2000, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Από την 1η Ιουλίου 1999: α) Στο άρθρο 66 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, ο πίνακας των βασικών μηνιαίων αποδοχών αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα: >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> β) - Στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του παραρτήματος VΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το ποσό των 165,87 ευρώ αντικαθίσταται από το ποσό των 170,35 ευρώ, - στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παραρτήματος VΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το ποσό των 213,61 ευρώ αντικαθίσταται από το ποσό των 219,38 ευρώ, - στο άρθρο 69, δεύτερη φράση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο του παραρτήματος VΙΙ, το ποσό των 381,61 ευρώ αντικαθίσταται από το ποσό των 391,91 ευρώ, - στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο του παραρτήματος VΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το ποσό των 190,90 ευρώ αντικαθίσταται από το ποσό των 196,05 ευρώ. Άρθρο 2 Από την 1η Ιουλίου 1999, ο πίνακας των βασικών μηνιαίων αποδοχών, που περιέχεται στο άρθρο 63 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα: >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Άρθρο 3 Από την 1η Ιουλίου 1999, το ποσό του κατ' αποκοπήν επιδόματος που αναφέρεται στο άρθρο 4α του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, καθορίζεται σε: - 102,24 ευρώ μηνιαίως για τους υπαλλήλους των βαθμών C4 και C5, - 156,75 ευρώ μηνιαίως για τους υπαλλήλους των βαθμών C1, C2 και C3. Άρθρο 4 Οι συντάξεις που χορηγούνται από την 1η Ιουλίου 1999 υπολογίζονται από την ημερομηνία αυτή με βάση τον πίνακα των μηνιαίων αποδοχών που προβλέπονται στο άρθρο 66 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, όπως τροποποιείται με το άρθρο 1, στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 5 Από την 1η Ιουλίου 1999, η ημερομηνία "1η Ιουλίου 1998" που αναφέρεται στο άρθρο 63, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, αντικαθίσταται από την ημερομηνία "1η Ιουλίου 1999". Άρθρο 6 1. Από την 16η Μαΐου 1999, οι διορθωτικοί συντελεστές που εφαρμόζονται στις αποδοχές των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που υπηρετούν σε μια από τις χώρες ή τόπους που αναφέρονται κατωτέρω, καθορίζονται ως εξής: - Ιρλανδία 112,7. 2. Από την 1η Ιουλίου 1999, οι διορθωτικοί συντελεστές που εφαρμόζονται στις αποδοχές των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που υπηρετούν σε μία από τις χώρες ή τόπους που αναφέρονται κατωτέρω, καθορίζονται ως εξής: >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> 3. Οι διορθωτικοί συντελεστές που εφαρμόζονται στις συντάξεις καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 82, παράγραφος 1 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Τα άρθρα 3 έως 10 του κανονισμού (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2175/88(3), εξακολουθούν να εφαρμόζονται. 4. Σύμφωνα με το παράρτημα ΧΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, αυτοί οι διορθωτικοί συντελεστές είναι δυνατόν να τροποποιηθούν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2000 με κανονισμό του Συμβουλίου ο οποίος θα καθορίζει νέους διορθωτικούς συντελεστές με ισχύ από την 1η Ιουλίου 2000. Κατά συνέπεια, τα όργανα θα προβούν, αναδρομικά για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης της αναδρομικής ισχύος και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της απόφασης αναπροσαρμογής του 2000, στην αντίστοιχη θετική ή αρνητική αναπροσαρμογή των αποδοχών των υπαλλήλων και των συντάξεων που καταβάλλονται στους τέως υπαλλήλους και στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα. Εάν η εν λόγω αναδρομική αναπροσαρμογή συνεπάγεται παρακράτηση των υπέρ το δέον καταβληθέντων, αυτή μπορεί να κατανεμηθεί χρονικά σε περίοδο δώδεκα μηνών το πολύ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης για την ετήσια αναπροσαρμογή του 2000. Άρθρο 7 Από την 1η Ιουλίου 1999, ο πίνακας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1 του παραρτήματος VΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα: >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Άρθρο 8 Από την 1η Ιουλίου 1999, οι αποζημιώσεις για συνεχή ή εκ περιτροπής υπηρεσία, που προβλέπονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 300/76(4), καθορίζονται σε 296,34 ευρώ, 447,28 ευρώ, 489,06 ευρώ και 666,74 ευρώ. Άρθρο 9 Από την 1η Ιουλίου 1999, τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68(5), πολλαπλασιάζονται με του συντελεστή 4,277878. Άρθρο 10 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 1999. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος K. HEMILÄ (1) ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1. (2) ΕΕ L 150 της 17.6.1999, σ. 1. (3) ΕΕ L 191 της 22.7.1988, σ. 1. (4) ΕΕ L 38 της 13.2.1976, σ. 1. Κανονισμός ο οποίος συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 1307/87 (ΕΕ L 124 της 13.5.1987, σ. 6) και τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2461/98 (ΕΕ L 307 της 17.11.1998, σ. 5). (5) ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 8. Κανονισμός ο οποίος τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2459/98 (ΕΕ L 307 της 17.11.1998, σ. 3).