31999R2629

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2629/1999 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, για τη θέσπιση κανόνων διαχείρισης και κατανομής για ορισμένες ποσοστώσεις για τα κλωστοϋφαντουργικά που καθιερώθηκαν για το έτος 2000 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 517/94

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 321 της 14/12/1999 σ. 0008 - 0011


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 2629/1999 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Δεκεμβρίου 1999

για τη θέσπιση κανόνων διαχείρισης και κατανομής για ορισμένες ποσοστώσεις για τα κλωστοϋφαντουργικά που καθιερώθηκαν για το έτος 2000 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 517/94

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 517/94 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994, περί της θεσπίσεως κοινών κανόνων για τις εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων από ορισμένες τρίτες χώρες, τα οποία δεν καλύπτονται από διμερείς συμφωνίες, πρωτόκολλα ή άλλους διακανονισμούς, ή άλλους κοινοτικούς κανόνες εισαγωγής(1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2542/1999(2), και ιδίως το άρθρο 17 παράγραφοι 3 και 6, το άρθρο 21 παράγραφος 2, και το άρθρο 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας:

(1) ότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 517/94, καθιέρωσε ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών και προέβλεψε, στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, την κατανομή αυτών των ποσοστώσεων σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά παραλαβής των κοινοποιήσεων από τα κράτη μέλη, βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος εμφανίζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος"·

(2) ότι το άρθρο 17 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 517/94 προβλέπει ότι είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι κατανομής που διαφέρουν από τη μέθοδο που βασίζεται αποκλειστικά στη χρονολογική σειρά παραλαβής των κοινοποιήσεων των κρατών μελών, καθώς και να προβλεφθεί η κατανομή των ποσοστώσεων σε δόσεις ή να προοριστεί ένα μέρος ενός συγκεκριμένου ποσοτικού ορίου αποκλειστικά για τις αιτήσεις που τεκμηριώνονται βάσει των προηγούμενων αποτελεσμάτων στον τομέα των εισαγωγών·

(3) ότι είναι, εξάλλου, σκόπιμο, για να μη διαταραχθεί άσκοπα η συνέχιση των ροών των συναλλαγών, να εγκριθούν, πριν την αρχή του έτους ποσόστωσης κανόνες διαχείρισης και κατανομής των ποσοστώσεων που καθορίστηκαν για το έτος 2000 βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 517/94·

(4) ότι τα μέτρα που περιέχονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2650/98 της Επιτροπής(3) για τη θέσπιση κανόνων διαχείρισης και κατανομής για ορισμένες ποσοτικές ποσοστώσεις για τα κλωστοϋφαντουργικά που καθιερώθηκαν για το 1999 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 517/94 αποδείχθηκαν ικανοποιητικά·

(5) ότι, για να εξυπηρετηθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός επιχειρηματιών, θεωρείται σκόπιμο να καταστεί ελαστικότερη η μέθοδος κατανομής που βασίζεται στη χρονολογική σειρά παραλαβής των κοινοποιήσεων των κρατών μελών βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος εμφανίζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος" με τον καθορισμό ανωτάτων ορίων για τις ποσότητες που κατανέμονται ανά εμπορευόμενο, με βάση αυτή τη μέθοδο·

(6) ότι είναι σκόπιμο, ωστόσο, να εξασφαλιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η συνέχεια των εμπορικών συναλλαγών· ότι ο λόγος αυτός, καθώς και η επιδίωξη να υπάρξει μια αποτελεσματική διαχείριση της ποσόστωσης, καθιστούν ενδεδειγμένη τη χορήγηση στους επιχειρηματίες της δυνατότητας να υποβάλουν, για το έτος 2000, αίτηση για αρχική άδεια εισαγωγής ποσότητας ισοδύναμης με εκείνη που εισήγαγαν κατά το 1999 (για κάθε κατηγορία κλωστοϋφαντουργικών και για κάθε τρίτη χώρα)·

(7) ότι, με σκοπό τη βέλτιστη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι κάθε εμπορευόμενος θα μπορεί, μετά από χρησιμοποίηση κατά 50 % μιας άδειας, να υποβάλει νέα αίτηση για άδεια, που δεν θα υπερβαίνει μια προκαθορισμένη ποσότητα, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν ακόμα διαθέσιμες ποσότητες στις ποσοστώσεις·

(8) ότι, για λόγους υγιούς και ασφαλούς διαχείρισης, είναι σκόπιμο να οριστεί η διάρκεια ισχύος των αδειών εισαγωγής σε εννέα μήνες από την ημερομηνία έκδοσης και να επιτραπεί η έκδοση αδειών από τα κράτη μέλη μόνο μετά από κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής στα κράτη μέλη και μόνον εφόσον ο επιχειρηματίας μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη σύμβασης και να πιστοποιήσει, (εκτός από τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται ειδικά κάτι άλλο) ότι δεν έχει ακόμα λάβει άδεια εισαγωγής, βάσει του παρόντος κανονισμού, για τις συγκεκριμένες κατηγορίες και χώρες· ότι εξουσιοδοτούνται, εντούτοις, οι αρμόδιες εθνικές αρχές να παρατείνουν κατά τρεις μήνες, ως τις 31 Μαρτίου 2001, ικανοποιώντας τα αιτήματα των ενδιαφερομένων εισαγωγέων, την ισχύ των αδειών οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τουλάχιστον 50 % κατά την ημερομηνία της υποβολής της αίτησης για παράταση·

(9) ότι, για να ξεπεραστούν όλα τα πιθανά προβλήματα που δικαιολογούνται από τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του ιού της χιλιετίας στα συστήματα πληροφορικής, οι άδειες εισαγωγής θα αρχίσουν να χορηγούνται από το Δεκέμβριο του 1999·

(10) ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονται στον κανονισμό αυτόν είναι σύμφωνα με τη γνώμη που διατύπωσε η επιτροπή που συστάθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 517/94,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ορισμένους ειδικούς κανόνες σχετικά με τη διαχείριση των ποσοτικών ποσοστώσεων που καθιερώνει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 517/94 για το έτος 2000.

Άρθρο 2

Οι ποσοστώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνονται στα παραρτήματα ΙΙΙ Β και IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 517/94 κατανέμονται βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος εμφανίζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος", σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά παραλαβής από την Επιτροπή των κοινοποιήσεων, από μέρους των κρατών μελών, των αιτήσεων μεμονωμένων επιχειρηματιών για ποσότητες που δεν υπερβαίνουν, ανά επιχείρηση, τις μέγιστες ποσότητες που αναφέρονται στο παράρτημα.

Εντούτοις, οι εν λόγω μέγιστες ποσότητες δεν ισχύουν για τους επιχειρηματίες οι οποίοι κατά την πρώτη τους αίτηση για το έτος 2000 για κάθε κατηγορία και για κάθε ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, μπορούν να αποδείξουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές, βάσει των αδειών εισαγωγής που τους χορηγήθηκαν για το έτος 1999, ότι εισήγαγαν πράγματι, από την συγκεκριμένη τρίτη χώρα, ποσότητες που υπερβαίνουν τις παραπάνω μέγιστες ποσότητες για την συγκεκριμένη κατηγορία. Στους εν λόγω επιχειρηματίες, οι αρμόδιες αρχές θα δύνανται να επιτρέπουν εισαγωγές που δεν θα υπερβαίνουν τις ποσότητες που έχουν εισαχθεί το 1999 για τις συγκεκριμένες τρίτες χώρες και τις συγκεκριμένες κατηγορίες, υπό τον όρο ότι η ποσότητα της ποσόστωσης επαρκεί.

Άρθρο 3

Κάθε εισαγωγέας που έχει χρησιμοποιήσει μια άδεια κατά ποσοστό ίσο ή ανώτερο του 50 % της ποσότητας που του χορηγήθηκε με άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση για άδεια για την ίδια κατηγορία και την ίδια χώρα καταγωγής, για ποσότητες που δεν υπερβαίνουν τις μέγιστες ποσότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα, υπό τον όρο ότι η ποσότητα της ποσόστωσης επαρκεί.

Άρθρο 4

Οι αιτήσεις για άδειες εισαγωγής μπορούν να υποβληθούν στην Επιτροπή έως τις 20 Δεκεμβρίου 1999, ώρα 10.00 π.μ. (ώρα Βρυξελλών). Η διάρκεια ισχύος των αδειών εισαγωγής είναι εννέα μήνες από την ημερομηνία έκδοσης, αλλά πάντως όχι προ της 1ης Ιανουαρίου του 2000 και σε καμιά περίπτωση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2000. Για άδειες που έχουν εκδοθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 2000, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα αναγραφούν στη θέση 13 (συμπληρωματικά χαρακτηριστικά): "Η άδεια αυτή αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2000".

Εντούτοις, οι αρμόδιες εθνικές αρχές εξουσιοδοτούνται να παρατείνουν για τρεις μήνες, και πάντως όχι μετά τις 31 Μαρτίου 2001, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων εισαγωγέων, την ισχύ των αδειών που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τουλάχιστον 50 % κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης παράτασης.

Οι άδειες εισαγωγής χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μετά από κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής και μόνον εφόσον ο επιχειρηματίας μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη συμβάσεως και, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3, να βεβαιώσει γραπτώς ότι δεν έχει ακόμα λάβει κοινοτική άδεια εισαγωγής βάσει του παρόντος κανονισμού για την συγκεκριμένη κατηγορία και χώρα.

Άρθρο 5

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2000.

Το άρθρο 4 θα αρχίσει να εφαρμόζεται από τις 20 Δεκεμβρίου 1999.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 1999.

Για την Επιτροπή

Pascal LAMY

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ L 67 της 10.3.1994, σ. 1.

(2) ΕΕ L 307 της 2.12.1999, σ. 14.

(3) ΕΕ L 335 της 10.12.1998, σ. 43.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μέγιστες ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>