31999F0130(06)

Πράξη του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998 για την έγκριση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Europol

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 026 της 30/01/1999 σ. 0023 - 0081


ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 3ης Δεκεμβρίου 1998 για την έγκριση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Europol (1999/C 26/07)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη σύμβαση, βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Europol) (1), και ιδίως το άρθρο 30 παράγραφος 3,

τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου,δφ

Εκτιμώντας ότι το Συμβούλιο θεσπίζει ομοφώνως λεπτομερείς ρυθμίσεις για το προσωπικό της Europol,

ΘΕΣΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ:

Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Europol

ΤΙΤΛΟΣ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους υπαλλήλους τους προσλαμβανόμενους με σύμβαση από την Europol. Το προσωπικό αυτό είναι:

- υπάλληλοι της Europol, δηλαδή υπάλληλοι που προσλαμβάνονται μόνο κατόπιν επιλογής μεταξύ του προσωπικού των αρμοδίων εθνικών αρχών όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης Europol, και υπάλληλοι που μπορεί να προσληφθούν είτε κατόπιν επιλογής μεταξύ του προσωπικού αυτών των αρχών είτε εκτός αυτών των αρχών,

- τοπικοί υπάλληλοι.

2. Ο κανονισμός ισχύει και έναντι του διευθυντού της Europol και των αναπληρωτών του, μη θιγομένης της σύμβασης Europol.

Άρθρο 2

1. Θεωρείται «υπάλληλος της Europol» κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων του προσαρτήματος 1, εξαιρουμένων των θέσεων που προορίζονται για τους τοπικούς υπαλλήλους.

Για κάθε μία από αυτές τις θέσεις θα καθοριστεί αν μπορεί να πληρωθεί μόνο με προσωπικό προερχόμενο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης Europol ή αν μπορεί επίσης να πληρωθεί με άλλο προσωπικό.

Στο προσωπικό που προσλαμβάνεται για θέση η οποία μπορεί να πληρωθεί μόνο με προσωπικό προερχόμενο από τις αρμόδιες αρχές, μπορεί να προσφερθεί μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου για τη θέση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 6.

2. Τις θέσεις εκτιμά η Europol, υπό την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου αυτής σύμφωνα με τη φύση και τη σημασία των καθηκόντων που συνδέονται με αυτές και επίσης λαμβάνοντας υπόψη το απαιτούμενο επίπεδο ικανοτήτων και σχετικής εμπειρίας.

Κάθε χρόνο, ο αριθμός και ο βαθμός των θέσεων εκτίθεται σε προσάρτημα του προϋπολογισμού.

Άρθρο 3

Θεωρείται «τοπικός υπάλληλος» κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες για την εκτέλεση δευτερεύουσας εργασίας ή την παροχή υπηρεσιών σε θέση που προβλέπεται ως θέση τοπικού υπαλλήλου στον πίνακα θέσεων του προσαρτήματος 1.

Άρθρο 4

Συνιστάται εντός της Europol επιτροπή προσωπικού, η οποία ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας της επιτροπής προσωπικού καθορίζονται από τις διατάξεις του προσαρτήματος 7.

Όλοι οι υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στην επιτροπή προσωπικού.

Άρθρο 5

Οι υπάλληλοι απολαύουν του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι 7 δικαιούνται ιδίως να είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων του προσωπικού.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΗΣ EUROPOL

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Οι υπάλληλοι της Europol προσλαμβάνονται αρχικά για ορισμένη χρονική περίοδο, κυμαινόμενη από ένα έως τέσσερα έτη. Οι αρχικές συμβάσεις δυνατόν να ανανεώνονται ως ακολούθως:

- για περίοδο μέχρι δύο ετών, προκειμένου περί υπαλλήλων που διορίζονται σε θέση η οποία μπορεί να πληρωθεί μόνο με προσωπικό προερχόμενο από τις αρμόδιες αρχές περί των οποίων το άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης Europol,

- για περίοδο μέχρι τεσσάρων ετών, προκειμένου περί προσωπικού υποκείμενου στις εθνικές διατάξεις περί αποσπάσεως, ειδικής αδείας ή προσωρινής επαγγελματικής αναβάθμισης, το οποίο διορίζεται σε θέση που δεν περιορίζεται στο προσωπικό το προερχόμενο από τις αρμόδιες αρχές, περί των οποίων το άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης Europol,

- για περίοδο μέχρι τεσσάρων ετών σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις.

Μόνον οι υπάλληλοι των δύο τελευταίων ανωτέρω κατηγοριών επιτρέπεται να προσλαμβάνονται με σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού υπηρετήσουν ικανοποιητικά επί δύο συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Το διοικητικό συμβούλιο της Europol δίδει τη συγκατάθεσή του επί ετησίας βάσεως, όταν ο διευθυντής της Europol σκοπεύει να παραχωρήσει συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να καθορίζει ανώτατα όρια για το συνολικό αριθμό των παραχωρουμένων συμβάσεων.

Άρθρο 7

1. Ο διευθυντής τοποθετεί κάθε υπάλληλο σε μια θέση, προς το συμφέρον και μόνο της υπηρεσίας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιθαγένεια και με την επιφύλαξη του άρθρου 24 παράγραφος 1. Ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει να μετατεθεί εντός της Europol.

2. Ο υπάλληλος δυνατόν να κληθεί να καταλάβει προσωρινά θέση μισθολογικής βαθμίδας ανώτερης από τη βαθμίδα στην οποία ανήκει. Από τον τέταρτο μήνα προσωρινής υπηρεσίας, εισπράττει εξισωτική αποζημίωση ίση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στο βαθμό και στο κλιμάκιό του και εκείνων που αντιστοιχούν στο κλιμάκιο το οποίο θα ελάμβανε αν είχε διορισθεί στη μισθολογική βαθμίδα στην οποία εργάζεται προσωρινά.

Άρθρο 8

1. Η σύμβαση του υπαλλήλου της Europol καθορίζει επακριβώς τη μισθολογική βαθμίδα και το κλιμάκιο στα οποία προσλαμβάνεται ο ενδιαφερόμενος.

2. Η τοποθέτηση υπαλλήλου της Europol σε θέση που αντιστοιχεί σε μισθολογική βαθμίδα ανώτερη από τη βαθμίδα στην οποία έχει προσληφθεί καθιστά αναγκαία τη σύναψη τροποποιητικής συμφωνίας της συμβάσεως προσλήψεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 9

Ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του και ρυθμίζει τη συμπεριφορά του λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη του τα συμφέροντα της Europol, χωρίς να ζητεί ή να δέχεται οδηγίες από κυβέρνηση, αρχή, οργάνωση ή πρόσωπο ξένο προς την Europol, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 1 της σύμβασης Europol.

Ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται να δεχθεί από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή πηγή ξένη προς την Europol, χωρίς άδεια του διευθυντή, τιμητικές διακρίσεις, παράσημα, εύνοια, δωρεά ή αμοιβή οποιασδήποτε φύσεως, εκτός εάν πρόκειται για υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί είτε πριν από το διορισμό του είτε κατά τη διάρκεια ειδικής άδειας για την εκπλήρωση στρατιωτικής ή ανάλογης πολιτικής θητείας και στο πλαίσιο αυτών των υπηρεσιών.

Άρθρο 10

Ο υπάλληλος δεσμεύεται από τις διατάξεις περί εχεμυθείας και απορρήτου όπως ορίζονται στα άρθρα 31 και 32 της σύμβασης Europol, και από οιονδήποτε κανονισμό δυνάμει αυτών.

Αν ο υπάλληλος προτίθεται να ασκήσει εξωτερική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη, ή να εκτελέσει υπηρεσία εκτός της Europol, οφείλει να ζητήσει τη σχετική άδεια από τον διευθυντή. Η άδεια αυτή δεν χορηγείται αν η δραστηριότητα ή η υπηρεσία δύνανται να παραβλάψουν την ανεξαρτησία του υπαλλήλου ή τη δραστηριότητα της Europol.

Άρθρο 11

Ο υπάλληλος της Europol μεριμνά, ώστε ο ιδιωτικός του βίος να μην θίγει ή δυσφημεί τα επίσημα καθήκοντά του ή την Europol.

Άρθρο 12

Ο υπάλληλος ο οποίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του καλείται να εκφέρει γνώμη για θέμα από το χειρισμό ή τη λύση του οποίου έλκει προσωπικό συμφέρον, οφείλει να ενημερώνει σχετικά τον διευθυντή.

Άρθρο 13

Ο υπάλληλος ο οποίος είναι υποψήφιος σε αιρετό δημόσιο λειτούργημα πρέπει να ζητήσει άδεια για προσωπικούς λόγους για χρονικό διάστημα μέχρι τρεις μήνες.

Ο διευθυντής εκτιμά την κατάσταση του υπαλλήλου ο οποίος έχει εκλεγεί στο λειτούργημα αυτό. Ανάλογα με τη σημασία του και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στον υπάλληλο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίζει αν ο υπάλληλος θα παραμείνει εν ενεργεία ή αν πρέπει να ζητήσει άδεια για προσωπικούς λόγους. Στην περίπτωση αυτή η άδεια έχει διάρκεια ίση με τη διάρκεια της θητείας του υπαλλήλου στο ως άνω αιρετό δημόσιο λειτούργημα. Εάν ο ενδιαφερόμενος έχει σύμβαση ορισμένου χρόνου, η διάρκεια της άδειας περιορίζεται στον εναπομένοντα χρόνο της σύμβασης.

Άρθρο 14

Απαγορεύεται στον υπάλληλο να δημοσιεύει ή να δίνει για δημοσίευση, μόνος ή σε συνεργασία με άλλους, οποιοδήποτε κείμενο το θέμα του οποίου συνδέεται με τη δραστηριότητα της Europol, χωρίς την άδεια του διευθυντή. Η άδεια αυτή χορηγείται μόνο αν η προγραμματιζόμενη δημοσίευση ως εκ της φύσεώς της, δεν θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Europol.

Άρθρο 15

Τα δικαιώματα τα απορρέοντα από γραπτές ή άλλες εργασίες, που πραγματοποιούνται από τον υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, περιέρχονται στην Europol.

Άρθρο 16

Ο υπάλληλος υποχρεούται να διαμένει στον τόπο της υπηρεσίας του ή σε απόσταση μη παρεμποδίζουσα την άσκηση των καθηκόντων του.

Άρθρο 17

Ο υπάλληλος, ανεξάρτητα από τη θέση του στην ιεραρχία, έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να παρέχει συμβουλές στους ανωτέρους του. Είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ο υπάλληλος ο επιφορτισμένος με τη λειτουργία μιας υπηρεσίας είναι υπεύθυνος έναντι του προϊσταμένου του για την εξουσία η οποία του έχει παρασχεθεί και για την εκτέλεση των διαταγών που δίδει. Η προσωπική ευθύνη των υφισταμένων του δεν τον απαλλάσσει από τις ευθύνες που τον βαρύνουν.

Εάν θεωρήσει τη διαταγή που έλαβε ως αντικανονική ή αν θεωρήσει ότι η εκτέλεσή της δυνατόν να επιφέρει σοβαρές δυσχέρειες, ο υπάλληλος πρέπει να ενημερώσει τον ιεραρχικά ανώτερό του, αν είναι αναγκαίο και εγγράφως. Αν ο τελευταίος επιβεβαιώσει την εντολή εγγράφως, ο υπάλληλος πρέπει να την εκτελέσει, εκτός αν η διαταγή αυτή αντίκειται στον ποινικό νόμο ή στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας. Μπορεί επίσης να προσφύγει στο διευθυντή για λήψη απόφασης επί του ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 22.

Ο υπάλληλος ο οποίος κατηγορείται για ποινικό αδίκημα υποχρεούται να ενημερώσει πάραυτα το διευθυντή.

Άρθρο 18

Ο υπάλληλος είναι δυνατόν να υποχρεωθεί σε ολική ή μερική αποκατάσταση ζημίας την οποία υπέστη η Europol λόγω βαρέος παραπτώματός του κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του.

Ο διευθυντής λαμβάνει σχετική αιτιολογημένη απόφαση, σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 96.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει πλήρη δικαιοδοσία επί των διαφορών οι οποίες γεννώνται από την παρούσα διάταξη.

Άρθρο 19

Τα προνόμια και οι ασυλίες των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι απονέμονται αποκλειστικά προς το συμφέρον της Europol. Με την επιφύλαξη της συμφωνίας περί της έδρας και του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών, οι ενδιαφερόμενοι δεν απαλλάσσονται ούτε από την εκπλήρωση των ατομικών τους υποχρεώσεων ούτε από την τήρηση των εν ισχύι νόμων και αστυνομικών διατάξεων.

Οποτεδήποτε αμφισβητούνται τα προνόμια και οι ασυλίες του, ο υπάλληλος οφείλει να ενημερώσει πάραυτα τον διευθυντή.

Άρθρο 20

Η Europol παρέχει βοήθεια στον υπάλληλο, ιδίως σε περίπτωση διώξεως του δράστου μιας απειλής, λόγω ή έργω εξυβρίσεων, δυσφημίσεων ή επιθέσεων εναντίον του προσώπου και της περιουσίας είτε του ιδίου είτε των μελών της οικογενείας του, λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του.

Η Europol αποκαθιστά τις ζημίες που έχει υποστεί κατ' αυτό τον τρόπο ο υπάλληλος, εκτός αν προκλήθηκαν εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας του ιδίου, ή αν ο δράστης τον αποζημίωσε.

Άρθρο 21

Η Europol υποχρεούται να προωθεί την επαγγελματική επιμόρφωση του υπαλλήλου, εφόσον αυτή συμβιβάζεται με την καλή λειτουργία των υπηρεσιών και είναι σύμφωνη με τα συμφέροντά της.

Η επιμόρφωση αυτή λαμβάνεται επίσης υπόψη κατά τις προαγωγές.

Άρθρο 22

Ο υπάλληλος δικαιούται να προσφεύγει στον διευθυντή της Europol.

Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος του είναι αιτιολογημένη.

Άρθρο 23

Ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου περιέχει:

α) τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του 7

β) τις παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί από τον υπάλληλο για τα έγγραφα αυτά.

Κάθε έγγραφο καταχωρείται, αριθμείται και ταξινομείται χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια. Η Europol δεν δύναται ούτε να αντιτάξει στον υπάλληλο ούτε να επικαλεσθεί εναντίον του έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο ανωτέρω στοιχείο α), αν δεν του έχουν κοινοποιηθεί πριν από την ταξινόμησή τους.

Η κοινοποίηση κάθε εγγράφου βεβαιώνεται με την υπογραφή του υπαλλήλου ή, ελλείψει υπογραφής, με συστημένη επιστολή.

Ένας μόνο φάκελος υπάρχει για κάθε υπάλληλο. Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του, να λαμβάνει γνώμη του συνόλου των εγγράφων που περιέχονται στο φάκελό του.

Ο ατομικός φάκελος είναι απόρρητος και επιτρέπεται να αναγνωσθεί μόνο στα γραφεία της διοικήσεως. Διαβιβάζεται εντούτοις στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε περίπτωση προσφυγής που αφορά τον υπάλληλο, η οποία ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Ενεργώντας κατόπιν προτάσεως του διευθυντή, η οποία υποβάλλεται κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, το διοικητικό συμβούλιο εκπονεί λεπτομερείς κανόνες για τη διαχείριση και το περιεχόμενο του ατομικού φακέλου και για την πρόσβαση σ' αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που θεσπίστηκαν με τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΟΡΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΣ

Άρθρο 24

1. Η πρόσληψη προσωπικού της Europol πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας. Κατά την επιλογή του προσωπικού της Europol, πέραν των απαιτήσεων της καταλληλότητας των προσώπων και επαγγελματικών προσόντων, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη επαρκούς εκπροσώπησης υπηκόων όλων των κρατών μελών και των επισήμων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Europol είναι προσηλωμένη στην πολιτική ίσων ευκαιριών.

2. Ουδείς διορίζεται υπάλληλος της Europol αν δεν πληρούνται οι όροι του άρθρου 2 παράγραφος 1 και υπό τον όρο ότι:

α) είναι υπήκοος ενός από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απολαύει των πολιτικών του δικαιωμάτων

β) έχει τακτοποιηθεί στρατολογικά κατά τη νομοθεσία περί στρατολογίας που εφαρμόζεται στην περίπτωσή του 7

γ) παρέχει τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του 7

δ) πληροί τους όρους υγείας που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του και

ε) αποδεικνύει ότι διαθέτει βαθιά γνώση μιας από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ικανοποιητική γνώση άλλης γλώσσας, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τα καθήκοντα που καλείται να ασκήσει.

3. Ο υποψήφιος σε θέση της Europol δυνατόν πριν από το διορισμό του να υποβληθεί σε εθνική διαδικασία έγκρισης ώστε να εξασφαλισθεί ότι η τοποθέτησή του συμμορφώνεται προς τις εθνικές διατάξεις περί απόσπασης, ειδικής αδείας ή προσωρινής τοποθέτησης. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθορίζει τις λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής.

4. Οι διαδικασίες επιλογής που ακολουθούνται κατά την πρόσληψη υπαλλήλων της Europol εκτίθενται στο προσάρτημα 2 του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 25

Πριν από το διορισμό ή την ανανέωση της συμβάσεώς του, ο υπάλληλος της Europol υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση από ιατρικό σύμβουλο διορισμένο από την Europol, για να εξακριβωθεί αν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 24 παράγραφος 2 στοιχείο δ).

Αν η ιατρική εξέταση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο οδηγήσει σε αρνητική γνωμάτευση, ο υποψήφιος μπορεί να ζητήσει μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από τη λήψη της γνωμάτευσης που του κοινοποιεί η Europol να υποβληθεί η περίπτωσή του για οριστική απόφαση στην επιτροπή αναπηρίας. Ο ιατρικός σύμβουλος που έκανε την πρώτη αρνητική γνωμάτευση ακούεται από την επιτροπή αναπηρίας. Ο υποψήφιος μπορεί να καταθέσει στην επιτροπή αναπηρίας τη γνωμάτευση ενός ιατρού δικής του επιλογής.

Άρθρο 26

Ο υπάλληλος της Europol δυνατόν να υποχρεωθεί να πραγματοποιήσει περίοδο δοκιμασίας, η διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Δοκιμαστική περίοδος μπορεί να μην ορισθεί όταν ανανεώνεται σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 6.

Αν κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας ο υπάλληλος της Europol κωλυθεί λόγω ασθενείας ή ατυχήματος να ασκήσει τα καθήκοντά του επί έναν τουλάχιστον μήνα, ο διευθυντής μπορεί να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.

Το αργότερο ένα μήνα πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, συντάσσεται για τον δόκιμο υπάλληλο της Europol έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος δικαιούται να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Ο υπάλληλος της Europol του οποίου η απόδοση δεν κρίνεται επαρκής για να διατηρηθεί στη θέση του, απολύεται.

Σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας του δόκιμου υπαλλήλου της Europol, είναι δυνατόν να συνταχθεί έκθεση σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της περιόδου δοκιμασίας. Η έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος δικαιούται να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Βάσει της έκθεσης αυτής, ο διευθυντής αποφασίζει αν θα απολύσει τον υπάλληλο της Europol πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, με προειδοποίηση ενός μηνός 7 ωστόσο, η διάρκεια της υπηρεσίας δεν μπορεί να υπερβεί την κανονική περίοδο δοκιμασίας.

Ο υπάλληλος της Europol που απολύεται δικαιούται αποζημίωσης ίσης με το ένα τρίτο του βασικού μισθού του για κάθε μήνα της περιόδου δοκιμασίας που έχει συμπληρώσει.

Άρθρο 27

Ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος της Europol κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο της μισθολογικής του βαθμίδας. Εντούτοις, ο διευθυντής, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες της αγοράς εργασίας όσον αφορά τη συγκεκριμένη θέση, η κατάρτιση και η ειδική επαγγελματική πείρα του επιτυχόντος υποψηφίου, δύναται να αποφασίσει την τοποθέτησή του στο πέμπτο κλιμάκιο της εν λόγω μισθολογικής βαθμίδας. Στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 29 δεν επιτρέπεται να οδηγήσει, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης, σε καταβολή μισθού υψηλότερου από τον αντιστοιχούντα στο πέμπτο κλιμάκιο.

Εάν η σύμβαση του υπαλλήλου ανανεωθεί και ο εν λόγω υπάλληλος διοριστεί στη μισθολογική βαθμίδα που κατείχε στην πρώτη του σύμβαση, διατηρεί το κλιμάκιο που του είχε χορηγηθεί στην πρώτη του σύμβαση. Εάν ο υπάλληλος διοριστεί σε ανώτερη μισθολογική βαθμίδα, τοποθετείται στο αμέσως υψηλότερο κλιμάκιο της εν λόγω βαθμίδας.

Άρθρο 28

Η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά του υπαλλήλου στην υπηρεσία, με εξαίρεση τον διευθυντή και τους αναπληρωτές διευθυντές, συντάσσεται σε περιοδική έκθεση τουλάχιστον ανά διετία.

Η έκθεση αυτή γνωστοποιείται στον υπάλληλο, ο οποίος έχει την ευχέρεια να επισυνάπτει κάθε παρατήρηση που θεωρεί χρήσιμη.

Άρθρο 29

Ο διευθυντής δύναται, βάσει αξιολογήσεως, να χορηγεί δύο το πολύ κλιμάκια ανά διετία προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επίδοση του υπαλλήλου. Κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη τα διδακτικά καθήκοντα στο πλαίσιο της κατ' άρθρο 21 εκπαίδευσης και επιμόρφωσης. Περαιτέρω λεπτομέρειες όσον αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο τη προτάσει του διευθυντή, η οποία υποβάλλεται κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή προσωπικού.

Εάν, για λόγους ανεπαρκείας, δεν του χορηγηθεί κλιμάκιο, ο υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει αναθεώρηση της απόφασης έξι μήνες μετά τη λήψη της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΟΡΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 30

Οι εν ενεργεία υπάλληλοι είναι διαρκώς στη διάθεση της Europol.

Εντούτοις, η κανονική διάρκεια της εργασίας δεν υπερβαίνει τις 40 ώρες την εβδομάδα, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με γενικό ωράριο καθοριζόμενο από τον διευθυντή. Εντός των ιδίων ορίων ο διευθυντής δύναται, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, να καθορίζει ωράρια κατάλληλα για ορισμένες ομάδες υπαλλήλων που εκτελούν ειδικό έργο.

Επίσης, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες ή τις απαιτήσεις των κανόνων ασφαλείας στον τόπο της εργασίας, ο υπάλληλος είναι δυνατό να υποχρεωθεί να παραμείνει στη διάθεση της υπηρεσίας στον τόπο εργασίας ή κατ' οίκον και πέρα από την κανονική διάρκεια της εργασίας του. Η Europol καθορίζει τους κανόνες εφαρμογής του παρόντος εδαφίου μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή προσωπικού.

Άρθρο 31

Κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως, ο διευθυντής επιτρέπει στον υπάλληλο να εργάζεται κατά μερική απασχόληση. Αρνείται αυτή την άδεια, εάν τη θεωρεί επιζήμια για τα συμφέροντα της Europol.

Ο υπάλληλος στον οποίο επιτρέπεται να εργάζεται με μερική απασχόληση, υποχρεούται να παρέχει κάθε μήνα, όπως καθορίζει ο διευθυντής, εργασία διαρκείας ίσης με το ήμισυ της κανονικής διαρκείας εργασίας.

Άρθρο 32

Η άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 31 χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου, για περίοδο ενός έτους κατ' ανώτατο όριο, ανανεώσιμη όμως υπό τους ίδιους όρους. Η ανανέωση χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, η οποία υποβάλλεται ένα μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου για την οποία είχε χορηγηθεί.

Εάν εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν τη χορήγηση της άδειας, ο διευθυντής δύναται να την ανακαλέσει πριν από τη λήξη της περιόδου για την οποία είχε χορηγηθεί, με προειδοποίηση ενός μηνός.

Ο διευθυντής δύναται επίσης να ανακαλέσει την άδεια κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου.

Ο υπάλληλος δικαιούται του αντιστοίχου ποσοστού των αποδοχών του κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία του επιτρέπεται να εργάζεται με μερική απασχόληση. Εντούτοις εξακολουθεί να εισπράττει κατά 100 % το επίδομα συντηρουμένου τέκνου, καθώς και το σχολικό επίδομα. Η συνεισφορά στο σύστημα υγειονομικής περιθάλψεως και στο συνταξιοδοτικό σύστημα υπολογίζονται βάσει του συνολικού βασικού μισθού.

Η ετήσια άδεια του υπαλλήλου στον οποίον επιτρέπεται να εργάζεται με μερική απασχόληση ελαττώνεται αναλόγως, διαρκούσης της δραστηριότητας αυτής. Τα κλάσματα ημέρας που κανονικά πρέπει να αφαιρούνται, δεν λαμβάνονται υπόψιν.

Άρθρο 33

Ο υπάλληλος δυνατόν να υποχρεωθεί να εργασθεί υπερωριακά μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις ή περιπτώσεις εξαιρετικού φόρτου εργασίας 7 η νυκτερινή εργασία, καθώς και η εργασία κατά τις Κυριακές ή αργίες, επιτρέπεται μόνον αν ακολουθηθεί η διαδικασία που έχει αποφασισθεί από τον διευθυντή. Το σύνολο των υπερωριών που απαιτούνται από τον υπάλληλο δεν επιτρέπεται να υπερβεί τις 150 ώρες το εξάμηνο. Ο διευθυντής, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, μπορεί να αποφασίσει παρέκκλιση από τον αριθμό αυτόν, αναλόγως του εάν η αποζημίωση έχει τη μορφή αμοιβής ή αντισταθμιστικής άδειας.

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο προσάρτημα 3, οι υπερωρίες που πραγματοποιούν οι υπάλληλοι παρέχουν δικαίωμα χορηγήσεως είτε αντισταθμιστικής άδειας είτε αμοιβής, όταν οι ανάγκες της υπηρεσίας δεν επιτρέπουν την αντιστάθμιση στους δύο μήνες που ακολουθούν τον μήνα κατά τον οποίον έχουν πραγματοποιηθεί οι υπερωρίες.

Άρθρο 34

Ο υπάλληλος δικαιούται αποζημίωσης όταν υποχρεούται να εργασθεί τακτικά τη νύκτα, το Σάββατο, την Κυριακή ή τις αργίες, στα πλαίσια συνεχούς εργασίας, την οποία αποφάσισε η Europol λόγω υπηρεσιακής ανάγκης ή βάσει των κανόνων ασφαλείας και την οποία η Europol θεωρεί ως συνήθη ή μόνιμη.

Το διοικητικό συμβούλιο, αποφασίζοντας τη προτάσει του διευθυντή και κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής προσωπικού, καθορίζει της κατηγορίες των δικαιούχων, καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων αυτών.

Η κανονική διάρκεια εργασίας ενός υπαλλήλου στα πλαίσια της συνεχούς εργασίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ετήσιο άθροισμα των ωρών εργασίας του κανονικού ωραρίου.

Άρθρο 35

Ο υπάλληλος δικαιούται ειδική αντιστάθμιση, όταν, με απόφαση του διευθυντή που λαμβάνεται με βάση την υπηρεσιακή ανάγκη ή τους κανόνες ασφαλείας στον τόπο εργασίας, υποχρεώνεται συστηματικά να βρίσκεται σε επιφυλακή πέρα από την κανονική διάρκεια της εργασίας του.

Το διοικητικό συμβούλιο, αποφαινόμενο προτάσει του διευθυντή και κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής προσωπικού, καθορίζει τις κατηγορίες των δικαιούχων, το ύψος των αποζημιώσεων και τους όρους χορήγησής τους.

Άρθρο 36

Ο υπάλληλος δικαιούται ετησίας αδείας 30 εργασίμων ημερών ανά ημερολογιακό έτος.

Εκτός από την άδεια αυτή, δυνατόν να του χορηγηθεί κατ' εξαίρεση ειδική άδεια κατόπιν αιτήσεώς του. Οι κανόνες χορηγήσεως των αδειών αυτών καθορίζονται στο προσάρτημα 4.

Άρθρο 37

Ανεξάρτητα από τις άδειες που προβλέπονται στο άρθρο 36, οι έγκυες δικαιούνται, αφού προσκομίσουν ιατρικό πιστοποιητικό, άδεια τοκετού η οποία αρχίζει το ενωρίτερο έξι εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού την αναφερόμενη στο πιστοποιητικό και λήγει δέκα εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η άδεια αυτή ουδέποτε είναι κατώτερη των δέκα εβδομάδων, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας τοκετού.

Η άδεια τοκετού λαμβάνεται υποχρεωτικά δύο τουλάχιστον εβδομάδες πριν και μετά την ημερομηνία τοκετού.

Οι έγκυες δικαιούνται να απουσιάσουν δίχως απώλεια μισθού προκειμένου να υποβληθούν σε προγεννητικές εξετάσεις, εάν οι εξετάσεις πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας.

Άρθρο 38

1. Ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή ατυχήματος απολαύει αυτοδικαίως αναρρωτικής αδείας. Η αναρρωτική άδεια δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή το χρόνο κατά τον οποίο έχει εργαστεί ο υπάλληλος, εάν ο χρόνος αυτός είναι μακρότερος. Η άδεια δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της σύμβασής του.

Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να γνωστοποιήσει το συντομότερο στην Europol την αδυναμία του προς εργασία, προσδιορίζοντας τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται. Δυνατόν να υποβληθεί στον ιατρικό έλεγχο που θα διευθετήσει η Europol.

Ο διευθυντής δυνατόν να παραπέμψει στην επιτροπή αναπηρίας την περίπτωση οιουδήποτε υπαλλήλου, εάν σε διάστημα τριών ετών η αναρρωτική του άδεια υπερβεί συνολικά τους δώδεκα μήνες.

2. Ο υπάλληλος δυνατόν να τεθεί σε άδεια αυτεπαγγέλτως από την υπηρεσία, μετά από εξέταση που διενεργείται από τον ιατρικό σύμβουλο της Europol, αν το απαιτεί η κατάσταση της υγείας του ή αν εκδηλωθεί λοιμώδης νόσος στην κατοικία του.

3. Κατά τη λήξη των προθεσμιών της παραγράφου 1, ο υπάλληλος του οποίου η σύμβαση δεν έχει λυθεί, παρά το γεγονός ότι αδυνατεί να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του, λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών.

Εντούτοις, σε περίπτωση επαγγελματικής ασθένειας ή ατυχήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος εξακολουθεί να λαμβάνει καθ' όλη τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία το σύνολο των αποδοχών του, εφόσον δέν απολαύει της συντάξεως αναπηρίας που προβλέπεται στο άρθρο 65.

Άρθρο 39

Εκτός από περίπτωση ασθενείας ή ατυχήματος, ο υπάλληλος δεν δικαιούται να απουσιάσει χωρίς προηγούμενη άδεια από τον ιεραρχικά ανώτερό του. Με την επιφύλαξη της ενδεχόμενης εφαρμογής των προβλεπομένων πειθαρχικών διατάξεων, κάθε αποδεδειγμένα αδικαιολόγητη απουσία αφαιρείται από την ετήσια άδεια του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 40

Ο κατάλογος των αργιών θεσπίζεται από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν προτάσεως του διευθυντή, ο οποίος έχει προηγουμένως διαβουλευθεί με την επιτροπή προσωπικού.

Άρθρο 41

Αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, δυνατόν να χορηγηθεί στον υπάλληλο, κατόπιν αιτήσεώς του, άδεια άνευ αποδοχών για σοβαρούς προσωπικούς λόγους. Ο διευθυντής καθορίζει τη διάρκεια της άδειας αυτής, που δεν υπερβαίνει το ένα τέταρτο του χρόνου υπηρεσίας τον οποίο έχει συμπληρώσει ο ενδιαφερόμενος, επ' ουδενί δε:

- τους τρεις μήνες, όταν ο χρόνος υπηρεσίας είναι μικρότερος από τέσσερα χρόνια,

- τους έξι μήνες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Κατά τη διάκεια της άδειας, αναστέλλεται η κατ' άρθρο 56 κάλυψη του υπαλλήλου της Europol έναντι των κινδύνων ασθενείας και ατυχήματος.

Εντούτοις, αν ο υπάλληλος αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί από άλλο δημόσιο καθεστώς ασφάλισης έναντι των κινδύνων αυτών, είναι δυνατόν, κατόπιν αιτήσεώς του υποβαλλόμενης το αργότερο ένα μήνα μετά την έναρξη της άδειας άνευ αποδοχών, να συνεχίσει να απολαύει της κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να καταβάλλει κατά τη διάρκεια της άδειάς του το ήμισυ του ποσού των εισφορών που απαιτούνται για την κάλυψη των κατ' άρθρο 56 κινδύνων 7 οι εισφορές υπολογίζονται βάσει του τελευταίου βασικού μισθού του έκτακτου υπαλλήλου.

Επιπλέον, αν ο υπάλληλος της Europol αποδείξει ότι αδυνατεί να αποκτήσει δικαιώματα σύνταξης από άλλο συνταξιοδοτικό καθεστώς είναι δυνατόν, μετά από αίτησή του, να συνεχίσει να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών, υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλει εισφορά ίση με το τριπλάσιο του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 78 7 οι εισφορές υπολογίζονται επί του βασικού μισθού που ισχύει για τη μισθολογική βαθμίδια και το κλιμάκιό του.

Άρθρο 42

Στον υπάλληλο της Europol που στρατεύεται για να εκπληρώσει τη νόμιμη θητεία του, καλείται να πραγματοποιήσει εναλλακτική θητεία, υποχρεούται να συμπληρώσει περίοδο στρατιωτικής εκπαίδευσης ή ανακαλείται υπό τα όπλα, παρέχεται άδεια για εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων 7 εάν ο υπάλληλος έχει προσληφθεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η διάρκεια της άδειας δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της σύμβασης.

Ο υπάλληλος της Europol που στρατεύεται για να εκπληρώσει τη νόμιμη θητεία του ή καλείται να πραγματοποιήσει εναλλακτική θητεία παύει να εισπράττει τις αποδοχές του. Διατηρεί τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του εφόσον, αφού αποδεσμευθεί από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή αφού πραγματοποιήσει εναλλακτική θητεία, καταβάλει αναδρομικά τις συνταξιοδοτικές εισφορές του.

Ο υπάλληλος της Europol που υποχρεούται να συμπληρώσει περίοδο στρατιωτικής εκπαίδευσης ή ανακαλείται υπό τα όπλα εξακολουθεί, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής εκπαίδευσης ή της ανάκλησής του, να εισπράττει τις αποδοχές του, οι οποίες εντούτοις μειώνονται κατά το ποσόν του στρατιωτικού του μισθού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΑΠΑΝΩΝ

Άρθρο 43

Οι αποδοχές των υπαλλήλων της Europol περιλαμβάνουν βασικό μισθό, οικογενειακά επιδόματα και, ενδεχομένως, άλλες αποζημιώσεις 7 η αμοιβή αυτή εκφράζεται και καταβάλλεται στο νόμισμα της χώρας όπου υπηρετεί ο υπάλληλος.

Άρθρο 44

Το διοικητικό συμβούλιο προβαίνει κατ' έτος σε εξέταση των αποδοχών των υπαλλήλων της Europol. Κατά τη διάρκεια της εξετάσεως αυτής, το διοικητικό συμβούλιο μελετά αν χρειάζεται αναπροσαρμογή των αποδοχών λόγω της μεταβολής του κόστους ζωής στη Χάγη. Λαμβάνονται ιδίως υπόψη η ενδεχόμενη αύξηση των μισθών στις δημόσιες υπηρεσίες των κρατών μελών και οι ανάγκες προσλήψεων της Europol.

Στο πλαίσιο της ετήσιας αναθεώρησης των αποδοχών, είναι δυνατή η αναπροσαρμογή των βασικών μισθών και επιδομάτων με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου κατόπιν σχετικής προτάσεως του διοικητικού συμβουλίου και τηρουμένης της διαδικασίας του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 45

Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί καθορίζονται σε ολλανδικά φιορίνια για κάθε μισθολογική βαθμίδα και κλιμάκιο σύμφωνα με τον κατωτέρω πίνακα:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Άρθρο 46

1. Τα οικογενειακά επιδόματα περιλαμβάνουν:

α) το επίδομα αρχηγού οικογενείας 7

β) το επίδομα συντηρουμένου τέκνου 7

γ) το σχολικό επίδομα.

2. Οι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακά επιδόματα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο υποχρεούνται να δηλώνουν τα ομοειδή επιδόματα τα οποία εισπράττουν από άλλη πηγή, και τα οποία αφαιρούνται από τα καταβαλλόμενα δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του προσαρτήματος 5.

3. Το επίδομα συντηρουμένου τέκνου δυνατόν να διπλασιασθεί κατόπιν ειδικής και αιτιολογημένης αποφάσεως του διευθυντή που λαμβάνεται βάσει αποδεικτικών ιατρικών εγγράφων, από τα οποία προκύπτει ότι το εν λόγω τέκνο λόγω της διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας του επιβάλλει στον υπάλληλο δυσβάστακτα βάρη.

4. Εάν, δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του προσαρτήματος 5, τα ανωτέρω οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται σε πρόσωπο διάφορο του υπαλλήλου, οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 2 και 3 ισχύουν και έναντι αυτού.

Άρθρο 47

Το επίδομα εκπατρισμού είναι πάγιο ποσό το οποίο δικαιούται ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της συμβάσεως (των συμβάσεων) ορισμένου χρόνου και το οποίο υπολογίζεται ανά κατηγορία θέσεων όπως ορίζεται στο προσάρτημα 5. Μετά την εν λόγω περίοδο, το επίδομα μειώνεται ετησίως κατά το 10 % του αρχικού ποσού.

Άρθρο 48

Σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου, ο επιζών σύζυγος ή τα συντηρούμενα τέκνα δικαιούνται των συνολικών αποδοχών του αποθανόντος μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που ακολουθεί το μήνα του θανάτου.

Η ανωτέρω περίοδος παρατείνεται έως δώδεκα μήνες στην περίπτωση που ο υπάλληλος αποθάνει συνεπεία μίας των πράξεων περί των οποίων το άρθρο 65 παράγραφος 1.

Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου συντάξεως, οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν όσον αφορά τη σύνταξη του θανόντος.

Άρθρο 49

Τα οικογενειακά επιδόματα, η αποζημίωση αποδημίας και άλλα πάγια επιδόματα καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του προσαρτήματος 5.

Άρθρο 50

Με την επιφύλαξη των άρθρων 51 έως 54, ο υπάλληλος δικαιούται, σύμφωνα με το προσάρτημα 5, επιστροφής των εξόδων στα οποία υπεβλήθη λόγω της αναλήψεως των καθηκόντων του, της μεταθέσεως ή της λήξεως των καθηκόντων του, καθώς και της επιστροφής των εξόδων στα οποία ευλόγως υπεβλήθη κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του.

Άρθρο 51

Ο υπάλληλος της Europol δικαιούται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προσαρτήματος 5, της επιστροφής των εξόδων μετακομίσεως. Τα έξοδα αυτά επιστρέφονται ακόμα και όταν η σύμβαση λυθεί κατά τη δοκιμαστική περίοδο, εκτός εάν η λύση της οφείλεται σε ανοίκεια συμπεριφορά του υπαλλήλου.

Άρθρο 52

Το επίδομα ενοικίου καταβάλλεται κατά τα προβλεπόμενα στο προσάρτημα 5.

Άρθρο 53

Τα έξοδα στα οποία ευλόγως υποβάλλεται ο υπάλληλος κατά την ανάληψη των καθηκόντων του στην Europol επιστρέφονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προσάρτημα 5.

Άρθρο 54

Η καταβολή των εξόδων ταξιδίου από τον τόπο υπηρεσίας στον τόπο καταγωγής διέπεται από τα οριζόμενα στο προσάρτημα 5.

Άρθρο 55

1. Ο μισθός καταβάλλεται στον υπάλληλο τη 15η κάθε μηνός για τον τρέχοντα μήνα. Το ύψος του μισθού στρογγυλοποιείται προς την αμέσως μεγαλύτερη νομισματική μονάδα.

2. Αν ο υπάλληλος δεν δικαιούται ολόκληρο το ποσό των μηνιαίων αποδοχών, το εν λόγω ποσοστό κατανέμεται σε τριακοστά:

α) αν ο πραγματικός αριθμός των αμειβομένων ημερών είναι ίσος ή κατώτερος του 15, ο αριθμός των οφειλομένων τριακοστών είναι ίσος με τον πραγματικό αριθμό των αμειβομένων ημερών 7

β) αν ο πραγματικός αριθμός των αμειβομένων ημερών είναι ανώτερος του 15, ο αριθμός των οφειλομένων τριακοστών είναι ίσος με την πραγματική διαφορά μεταξύ του 30 και του πραγματικού αριθμού των μη αμειβομένων ημερών.

3. Όταν το δικαίωμα επί των οικογενειακών επιδομάτων και επί της αποζημιώσεως αποδημίας γεννάται μετά την ημερομηνία αναλήψεως των καθηκόντων, ο υπάλληλος απολαύει των ανωτέρω από την πρώτη ημέρα του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου γεννάται το δικαίωμα αυτό. Όταν αποσβέννυται το δικαίωμα επί των επιδομάτων και της ανωτέρω αποζημιώσεως, ο υπάλληλος εισπράττει τα σχετικά ποσά μέχρι την τελευταία ημέρα του μηνός κατά τον οποίον απεσβέσθη το δικαίωμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Μέρος Α

Ασφάλιση ασθενείας και ατυχήματος, επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης

Άρθρο 56

1. Βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν πρότασης του διευθυντή υποβαλλόμενης κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή προσωπικού, ο υπάλληλος, ο σύζυγός του, εφόσον δεν δικαιούται παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου κατ' εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, τα τέκνα του και τα λοιπά συντηρούμενα υπό αυτού πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προσαρτήματος 5 του παρόντος κανονισμού, καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας μέχρι του 80 % των πραγματοποιηθέντων εξόδων. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 85 % για τις ακόλουθες παροχές: επισκέψεις στο ιατρείο και στο σπίτι, χειρουργικές επεμβάσεις, νοσοκομειακή περίθαλψη, φαρμακευτικά προϊόντα, ακτινολογικές εξετάσεις και ακτινοβολίες, αναλύσεις, εργαστηριακές εξετάσεις και προθέσεις με ιατρική εντολή, εκτός από οδοντικές προθέσεις. Ανέρχεται σε 100 % σε περιπτώσεις φυματίωσης, πολυομυελίτιδας, καρκίνου, διανοητικής ασθένειας και άλλων ασθενειών που αναγνωρίζονται ως εξίσου σοβαρές από το διευθυντή, καθώς και για προληπτικές εξετάσεις και την έγκαιρη διάγνωση παθήσεων, και σε περίπτωση τοκετού. Πάντως, οι επιστροφές εξόδων κατά 100 % δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση επαγγελματικής ασθένειας ή ατυχήματος που επέφεραν την εφαρμογή του άρθρου 57.

Το ένα τρίτο της εισφοράς για την κάλυψη αυτή βαρύνει τον ασφαλιζόμενο. Η συμμετοχή αυτή δεν υπερβαίνει το 2 % του βασικού μισθού του.

2. Ο υπάλληλος ο οποίος κατά τη λήξη των καθηκόντων του αποδεικνύει ότι αδυνατεί να καλυφθεί από άλλο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα υγειονομικής περιθάλψεως δικαιούται να ζητήσει, εντός του μήνα που ακολουθεί τη λήξη των καθηκόντων του, να συνεχιστεί η κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 για περίοδο έξι μηνών κατ' ανώτατο όριο μετά τη λήξη των καθηκόντων του. Η εισφορά που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο υπολογίζεται επί του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου και τον βαρύνει κατά το ήμισυ.

Με απόφαση του διευθυντή που λαμβάνεται κατόπιν γνωματεύσεως ιατρικού συμβούλου τον οποίο ορίζει η Europol, η προθεσμία ενός μηνός για την υποβολή της αιτήσεως, καθώς και ο περιορισμός των έξι μηνών που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν εφαρμόζονται αν ο ενδιαφερόμενος πάσχει από βαριά ή παρατεταμένη ασθένεια, εμφανισθείσα πριν από τη λήξη των καθηκόντων του και δηλωθείσα στο όργανο εντός έξι μηνών που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος υποβάλλεται σε ιατρικό έλεγχο εκ μέρους της Europol.

3. Ο διαζευγμένος σύζυγος του υπαλλήλου, το τέκνο που δεν είναι πια συντηρούμενο, καθώς και το πρόσωπο που έπαψε να εξομοιώνεται με συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 του προσαρτήματος 5, που αποδεικνύουν ότι δεν δικαιούνται επιστροφές από άλλο δημόσιο οργανισμό ασφάλισης ασθένειας, μπορούν να εξακολουθήσουν, για μια περίοδο ενός έτους το πολύ, να καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, ως έμμεσα ασφαλισμένοι του ασφαλισμένου από τον οποίον αντλούσαν το δικαίωμα των επιστροφών αυτών 7 για την κάλυψη αυτή δεν απαιτείται καταβολή εισφοράς. Η ανωτέρω περίοδος υπολογίζεται είτε από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητο το διαζύγιο, είτε από τότε που εξέλιπε η ιδιότητα του συντηρουμένου τέκνου ή του προσώπου του εξομοιούμενου προς συντηρούμενο τέκνο.

4. Στην περίπτωση των υπαλλήλων που παραμένουν στην υπηρεσία της Europol μέχρι την ηλικία των 62 ετών ή λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας, εφαρμόζονται μετά τη λήξη των καθηκόντων τους οι διατάξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Η εισφορά υπολογίζεται βάσει της συντάξεως.

Σε πρόσωπο που λαμβάνει σύνταξη επιζώντων λόγω θανάτου υπαλλήλου εν ενεργεία ή παραμείναντος στην υπηρεσία της Europol μέχρι την ηλικία των 62 ετών, εφαρμόζονται μετά τη λήξη των καθηκόντων τους οι διατάξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Η εισφορά υπολογίζεται βάσει της συντάξεως.

5. Εμπίπτουν επίσης στις διατάξεις της παραγράφου 1, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν από άλλο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα ασθενείας:

α) ο πρώην υπάλληλος που λαμβάνει σύνταξη γήρατος και ο οποίος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία της Europol πριν από την ηλικία των 62 ετών 7

β) ο δικαιούχος συντάξεως λόγω θανάτου πρώην υπαλλήλου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία της Europol πριν από την ηλικία των 62 ετών.

Η εισφορά που προβλέπεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται επί της συντάξεως του πρώην υπαλλήλου και βαρύνει τον δικαιούχο κατά το ήμισυ. Εντούτοις, ο δικαιούχος συντάξεως ορφανού απολαύει των διατάξεων της παραγράφου 1 μόνο κατόπιν αιτήσεώς του. Η εισφορά υπολογίζεται βάσει της συντάξεως ορφανού.

6. Αν τα μη επιστραφέντα έξοδα περιόδου δώδεκα μηνών υπερβαίνουν το ήμισυ του βασικού μηνιαίου μισθού ή της συντάξεως, ο διευθυντής επιτρέπει ειδική επιστροφή εξόδων, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου, βάσει της ρυθμίσεως που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1.

7. Ο δικαιούχος των ανωτέρω ευεργετημάτων υποχρεούται να δηλώνει τα έξοδα που επεστράφησαν ή των οποίων δικαιούται να απαιτήσει την επιστροφή από άλλη ασφάλιση ασθενείας, βάσει κανονιστικών ή νομοθετικών διατάξεων, για τον ίδιο ή για ένα από τα πρόσωπα που ασφαλίζει.

Αν το σύνολο των προς επιστροφή ποσών υπερβαίνει τα επιστρεφόμενα ποσά που προβλέπονται στην ανωτέρω παράγραφο 1, η διαφορά αφαιρείται από το ποσό που πρέπει να επιστραφεί δυνάμει της παραγράφου 1, εκτός από τις επιστροφές που έχουν ληφθεί δυνάμει ιδιωτικής συμπληρωματικής ασφαλίσεως ασθενείας συνιστάμενης στην κάλυψη του μέρους των εξόδων που δεν επιστρέφεται από το ασφαλιστικό σύστημα υγειονομικής περιθάλψεως της Europol.

Άρθρο 57

1. Βάσει κανόνων που θεσπίζονται από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής προσωπικού, ο υπάλληλος καλύπτεται από την ημέρα αναλήψεως της υπηρεσίας κατά των κινδύνων επαγγελματικής ασθένειας και ατυχήματος. Συμμετέχει υποχρεωτικά, μέχρι ποσοστού 0,1 % του βασικού του μισθού, στην κάλυψη των κινδύνων εκτός υπηρεσίας. Οι μη καλυπτόμενοι κίνδυνοι προσδιορίζονται από τους προαναφερθέντες κανόνες.

2. Οι καταβαλλόμενες παροχές είναι οι ακόλουθες:

α) σε περίπτωση θανάτου:

καταβολή στα κατωτέρω απαριθμούμενα πρόσωπα κεφαλαίου ίσου προς το πενταπλάσιο του ετήσιου βασικού μισθού του ενδιαφερομένου, υπολογιζομένου βάσει των μηνιαίων μισθών που χορηγούνται κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα:

- στο σύζυγο και στα τέκνα του αποθανόντος υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που εφαρμόζεται στην περίπτωση του υπαλλήλου 7 το ποσό που πρόκειται να καταβληθεί στον σύζυγο είναι τουλάχιστον 25 % του κεφαλαίου,

- ελλείψει συζύγου ή τέκνων, στους λοιπούς κατιόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που εφαρμόζεται στην περίπτωση του υπαλλήλου,

- ελλείψει προσώπων των δύο κατηγοριών που αναφέρονται ανωτέρω, στους λοιπούς κατιόντες σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που εφαρμόζεται στην περίπτωση του υπαλλήλου,

- ελλείψει προσώπων των τριών κατηγοριών που αναφέρονται ανωτέρω, στην Europol 7

β) σε περίπτωση ολικής μόνιμης αναπηρίας:

καταβολή στον ενδιαφερόμενο κεφαλαίου ίσου προς το οκταπλάσιο του ετήσιου βασικού μισθού, υπολογιζομένου βάσει των μηνιαίων μισθών που είχαν χορηγηθεί κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα 7

γ) σε περίπτωση μερικής μόνιμης αναπηρίας:

καταβολή στον ενδιαφερόμενο μέρους της αποζημιώσεως που αναφέρεται στο στοιχείο β), υπολογιζομένης σύμφωνα με τον πίνακα που ορίζεται στη ρύθμιση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Οι παροχές που απαριθμούνται ανωτέρω επιτρέπεται να σωρευθούν με αυτές που προβλέπονται δυνάμει του συνταξιοδοτικού συστήματος.

3. Επιπλέον καλύπτονται, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1: τα ιατρικά, φαρμακευτικά, νοσοκομειακά, χειρουργικά έξοδα, ως και έξοδα για τεχνητά μέλη, ακτινογραφίες, μαλάξεις, έξοδα ορθοπεδικής, νοσήλεια, έξοδα μεταφοράς, και όλα τα παρόμοια έξοδα που απαιτούνται λόγω του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθένειας.

Εντούτοις, η επιστροφή αυτών των εξόδων πραγματοποιείται μόνον όταν τα ποσά που εισπράττει ο υπάλληλος κατά το άρθρο 56 δεν καλύπτουν πλήρως τα έξοδα.

Άρθρο 58

Τα άρθρα 56 και 57 εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας και κατά τη διάρκεια των περιόδων άδειας χωρίς αποδοχές περί των οποίων τα άρθρα 38 και 41 με τις προβλεπόμενες σε αυτά προϋποθέσεις.

Το άρθρο 56 εφαρμόζεται στον υπάλληλο που είναι δικαιούχος σύνταξης αναπηρίας, καθώς και στον δικαιούχο σύνταξης επιζώντος.

Εντούτοις αν η κατ' άρθρο 25 ιατρική εξέταση στην οποία υποβάλλεται ο υπάλληλος δείξει ότι ο ενδιαφερόμενος πάσχει από ασθένεια ή αναπηρία, ο διευθυντής δυνατόν να αποφασίσει να αποκλεισθούν από την κατ' άρθρο 56 επιστροφή εξόδων οι δαπάνες οι οφειλόμενες σ' αυτή την ασθένεια ή αναπηρία.

Άρθρο 59

1. Ο πρώην υπάλληλος της Europol, εάν μείνει άνεργος μετά την έξοδο από την υπηρεσία του στην Europol, και:

- δεν δικαιούται συντάξεως γήρατος ή συντάξεως αναπηρίας από την Europol,

- η έξοδός του από την υπηρεσία δεν οφείλεται σε παραίτηση ή σε διακοπή της σύμβασής του για πειθαρχικούς λόγους, ή κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου,

- έχει συμπληρώσει τουλάχιστον εξάμηνη υπηρεσία και

- είναι κάτοικος ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

δικαιούται μηνιαίου επιδόματος ανεργίας υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις.

Αν δικαιούται επιδόματος ανεργίας δυνάμει εθνικού συστήματος, υποχρεούται να το δηλώσει στην Europol. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό του επιδόματος αυτού αφαιρείται από το επίδομα που καταβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 3.

2. Για να δικαιούται επιδόματος ανεργίας, ο πρώην υπάλληλος της Europol:

α) εγγράφεται, τη αιτήσει του, ως ανέργος στις αρμόδιες υπηρεσίες απασχόλησης του κράτους μέλους όπου διαμένει 7

β) τηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού στον δικαιούχο παροχών ανεργίας βάσει των διατάξεών της 7

γ) υποχρεούται να διαβιβάζει κάθε μήνα στην Europol βεβαίωση της αρμόδιας εθνικής υπηρεσίας απασχόλησης πιστοποιούσα ότι τηρεί τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β).

Η Europol μπορεί να αποφασίσει τη χορήγηση ή τη συνέχιση της χορήγησης του επιδόματος, έστω και αν δεν πληρούνται οι ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β), σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος, τοκετού, αναπηρίας ή άλλης ανάλογης κατάστασης, καθώς και όταν η εθνική υπηρεσία απαλλάσσει τον ενδιαφερόμενο από τις υποχρεώσεις αυτές.

Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τις εκτελεστικές διατάξεις του παρόντος άρθρου.

3. Το επίδομα ανεργίας υπολογίζεται επί του βασικού μισθού που είχε ο έκτακτος υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία. Το εν λόγω επίδομα ανεργίας ανέρχεται στο:

- 60 % του βασικού μισθού επί μια αρχική περίοδο δώδεκα μηνών,

- 45 % του βασικού μισθού από τον 13ο έως τον 18ο μήνα,

- 30 % του βασικού μισθού από τον 19ο έως τον 24ο μήνα.

Τα ποσά που ορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο κυμαίνονται από 1 650 μέχρι 3 300 ολλανδικά φιορίνια.

Τα ανωτέρω ανώτατα και κατώτατα όρια δυνατόν να εξετάζονται κατ' έτος από το διοικητικό συμβούλιο.

4. Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται στον πρώην υπάλληλο της Europol για διάστημα μέχρι 24 μηνών από την ημέρα εξόδου του από την υπηρεσία. Αν όμως, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο πρώην υπάλληλος της Europol παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2, διακόπτεται η καταβολή του επιδόματος. Αν πριν από τη λήξη του χρονικού αυτού διαστήματος, ο πρώην υπάλληλος της Europol συγκεντρώσει και πάλι τις προϋποθέσεις αυτές, χωρίς όμως να αποκτήσει δικαίωμα εθνικού επιδόματος ανεργίας, η καταβολή του επιδόματος επαναλαμβάνεται.

5. Ο πρώην υπάλληλος της Europol στον οποίο χορηγείται επίδομα ανεργίας δικαιούται των κατ' άρθρο 46 οικογενειακών επιδομάτων. Το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει του επιδόματος ανεργίας και υπό τους όρους του άρθρου 1 του προσαρτήματος 5.

Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να δηλώσει τα ανάλογα επιδόματα που καταβάλλονται από άλλη πηγή στον ίδιο ή τον σύζυγό του, τα οποία και αφαιρούνται από τα επιδόματα που καταβάλλονται βάσει του παρόντος άρθρου.

Ο πρώην υπάλληλος της Europol στον οποίο χορηγείται επίδομα ανεργίας δικαιούται της καλύψεως των κινδύνων ασθενείας χωρίς να επιβαρύνεται με εισφορές, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 56.

6. Όλοι οι υπάλληλοι της Europol συμμετέχουν κατά το ένα τρίτο στη χρηματοδότηση του συστήματος ασφάλισης κατά της ανεργίας. Η συνεισφορά αυτή καθορίζεται σε 0,4 % του βασικού μισθού του ενδιαφερομένου. Η συνεισφορά αφαιρείται κάθε μήνα από τον μισθό του υπαλλήλου και, αφού αυξηθεί κατά τα δύο τρίτα που βαρύνουν την Europol, καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο ανεργίας. Η Europol καταβάλλει τις συνεισφορές της στο ταμείο κάθε μήνα, το αργότερο οκτώ ημέρες μετά την πληρωμή των αποδοχών.

7. Το επίδομα ανεργίας που καταβάλλεται στον άνεργο πρώην υπάλληλο της Europol υπόκειται στις αυτές προϋποθέσεις και διαδικασίες επιβολής του φόρου που εφαρμόζονται στην αμοιβή των υπαλλήλων της Europol.

8. Οι αρμόδιες υπηρεσίες απασχόλησης και ανεργίας, ενεργώντας στο πλαίσιο της εθνικής τους νομοθεσίας, και η Europol συνεργάζονται αποτελεσματικά για την καλή εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

9. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται από το διοικητικό συμβούλιο προτάσει του διευθυντού μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής προσωπικού, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2.

Άρθρο 60

1. Εάν ο υπάλληλος αποκτήσει τέκνο, καταβάλλεται επίδομα 440 ολλανδικών φιορινίων στο πρόσωπο που έχει πραγματικά τη φροντίδα του παιδιού.

Το ίδιο επίδομα καταβάλλεται και στον υπάλληλο που υιοθετεί παιδί μέχρι πέντε ετών, το οποίο συντηρεί κατά την έννοια του άρθρου 2 του προσαρτήματος 5.

2. Σε περίπτωση διακοπής της κυήσεως από την 28η εβδομάδα και μετά, χορηγείται το επίδομα που προβλέπεται ανωτέρω τη προσκομίσει του σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού.

3. Ο δικαιούχος του επιδόματος τοκετού υποχρεούται να δηλώσει τα ομοειδή επιδόματα που εισπράττει από άλλη πηγή για το ίδιο παιδί 7 τα επιδόματα αυτά αφαιρούνται από το επίδομα που προβλέπεται παραπάνω. Αν και ο πατέρας και η μητέρα είναι υπάλληλοι της Europol, το επίδομα καταβάλλεται εφάπαξ.

Άρθρο 61

Σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου, του συζύγου του, των συντηρουμένων τέκνων ή άλλων συντηρουμένων προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 2 του προσαρτήματος 5 και εφόσον τα πρόσωπα αυτά συγκατοικούσαν με τον υπάλληλο, τα έξοδα μεταφοράς της σορού από τον τόπο εργασίας στον τόπο καταγωγής του υπαλλήλου επιστρέφονται από την Europol.

Αντίθετα, σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου κατά τη διάρκεια αποστολής, τα έξοδα μεταφοράς της σορού από τον τόπο του θανάτου στον τόπο καταγωγής του υπαλλήλου καταβάλλονται απευθείας από την Europol.

Άρθρο 62

Δωρεές, δάνεια ή προκαταβολές είναι δυνατόν να χορηγηθούν σε υπάλληλο, σε τέως υπάλληλο ή σε όσους έλκουν δικαιώματα εκ του αποθανόντος υπαλλήλου και ευρίσκονται σε εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση, λόγω σοβαρής ή παρατεταμένης ασθένειας ή όταν ο υπάλληλος είναι ανίκανος προς εργασία λόγω ατυχήματος κατά την υπηρεσία και αποδεικνύει ότι η ασθένεια ή το ατύχημα δεν καλύπτεται από άλλο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Μέρος Β

Ασφάλιση αναπηρίας και θανάτου

Άρθρο 63

Ο υπάλληλος της Europol ασφαλίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις κατά των κινδύνων θανάτου και αναπηρίας κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.

Οι πάσης φύσεως παροχές που προβλέπονται στο παρόν μέρος αναστέλλονται αν, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ανασταλεί η καταβολή των αποδοχών τις οποίες εισπράττει ο υπάλληλος για την εργασία του.

Άρθρο 64

Εάν η ιατρική εξέταση που προηγήθηκε της προσλήψεως του υπαλλήλου δείξει ότι πάσχει από ασθένεια ή αναπηρία, ο διευθυντής δυνατόν να αποφασίσει την υπαγωγή του στο σύστημα ασφαλίσεως αναπηρίας ή θανάτου, ως προς τους σχετικούς κινδύνους, μόνο μετά τέσσερα έτη από την ημερομηνία αναλήψεως υπηρεσίας στην Europol.

Ο υπάλληλος μπορεί να προσβάλει την απόφαση αυτή στην υγειονομική επιτροπή αναπηρίας, η οποία συγκροτείται δυνάμει του προσαρτήματος 7.

Άρθρο 65

1. Ο υπάλληλος ο οποίος έχει προσβληθεί από ολική αναπηρία και ο οποίος είναι υποχρεωμένος για τον λόγο αυτόν να αποχωρήσει από την υπηρεσία του στην Europol δικαιούται συντάξεως αναπηρίας της οποίας το ποσό καθορίζεται ως εξής:

Όταν η αναπηρία οφείλεται σε ατύχημα το οποίο συνέβη κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων, σε επαγγελματική ασθένεια ή πράξη αυτοθυσίας προς δημόσιο όφελος ή στο γεγονός ότι ο υπάλληλος εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να σώσει μια ανθρώπινη ζωή, το ποσό της συντάξεως αναπηρίας ορίζεται στο 90 % του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου.

Εάν η αναπηρία οφείλεται σε άλλο λόγο, το ποσό της συντάξεως αναπηρίας, υπολογιζόμενο βάσει του τελευταίου βασικού μισθού του έκτακτου υπαλλήλου, ισοδυναμεί με το 2 % για κάθε έτος από την ημερομηνία αναλήψεως υπηρεσίας του υπαλλήλου μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται κατά 2 % για κάθε συντάξιμο έτος που του αναγνωρίζεται με βάση το άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 3 του προσαρτήματος 6, χωρίς το συνολικό ποσό να υπερβαίνει το 70 % του τελευταίου βασικού του μισθού.

Η σύνταξη αναπηρίας ισούται τουλάχιστον με 120 % του ελαχίστου ορίου διαβιώσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 του προσαρτήματος 6.

Αν η αναπηρία προκληθεί σκόπιμα από τον υπάλληλο, ο διευθυντής δυνατόν να αποφασίσει να απολαύει ο υπάλληλος μόνον του επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 77.

Ο υπάλληλος που λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας δικαιούται και οικογενειακών επιδομάτων, υπό τους όρους που προβλέπει ο παρών κανονισμός, σύμφωνα με το προσάρτημα 6 7 το επίδομα στέγης υπολογίζεται με βάση τη σύνταξη του υπαλλήλου.

2. Η κατάσταση αναπηρίας καθορίζεται από την επιτροπή αναπηρίας.

3. Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας αρχίζει να ισχύει από την επομένη της λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως του ενδιαφερομένου με την Europol, κατ' εφαρμογή των άρθρων 94 και 95.

4. Η Europol δικαιούται να απαιτήσει οποτεδήποτε από τον εισπράττοντα σύνταξη αναπηρίας να αποδείξει ότι εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της συντάξεως. Αν η επιτροπή αναπηρίας διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, το δικαίωμα συντάξεως λήγει.

Αν η επιτροπή αναπηρίας διαπιστώσει ότι εξέλιπαν οι προϋποθέσεις καταβολής της συντάξεως και ο υπάλληλος δεν επαναπροσληφθεί από τον διευθυντή, δικαιούται να επιλέξει μεταξύ:

- είτε της εφάπαξ αποζημίωσης λόγω εξόδου από την υπηρεσία, που προβλέπεται στο άρθρο 77 και υπολογίζεται με βάση το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας,

- είτε, εφόσον είναι ηλικίας τουλάχιστον 50 ετών, σύνταξης γήρατος υπό τους όρους του μέρους Γ του παρόντος κεφαλαίου.

Ο χρόνος κατά τον οποίο ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας υπολογίζεται ως συντάξιμος χωρίς να καταβληθούν αναδρομικά οι εισφορές που αντιστοιχούν σ' αυτόν.

5. Εάν ο υπάλληλος δικαιούται συντάξεως αναπηρίας δυνάμει εθνικού καθεστώτος, ή αναλάβει κερδοφόρο απασχόληση, υποχρεούται να το δηλώσει στην Europol. Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσό των κερδών ή του μισθού, μετά την αφαίρεση ενδεχομένων φόρων, αφαιρείται από την αναπηρική σύνταξη που καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 66

Οι έλκοντες δικαίωμα από αποβιώσαντα υπάλληλο, όπως ορίζονται στο κεφάλαιο 4 του προσαρτήματος 6, δικαιούνται συντάξεως επιζώντων κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 67 έως 70.

Σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης αναπηρίας, όπως και σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου ο οποίος εδικαιούτο συντάξεως γήρατος ή είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν από την ηλικία των 62 ετών, είχε δε ζητήσει να αρχίσει η καταβολή της συντάξεως την πρώτη ημέρα μετά το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου θα συμπλήρωνε ηλικία 62 ετών, οι έλκοντες δικαιώματα, όπως ορίζονται στο κεφάλαιο 4 του προσαρτήματος 6, δικαιούνται σύνταξης επιζώντων υπό τους όρους που προβλέπει το προσάρτημα αυτό.

Εάν υπάλληλος της Europol ή πρώην υπάλληλος της Europol δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας ή συντάξεως γήρατος, ή υπάλληλος που έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν γίνει 62 ετών και έχει ζητήσει αναβολή της έναρξης καταβολής της συντάξεώς του μέχρι την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα μετά τον οποίο θα συμπλήρωνε την ηλικία των 62 ετών, εξαφανιστεί για περισσότερο από ένα χρόνο, οι διατάξεις των κεφαλαίων 5 και 6 του προσαρτήματος 6 ισχύουν κατ' αναλογία για το σύζυγο και τα πρόσωπα που θεωρούνται συντηρούμενα από τον υπάλληλο αγνώστου διαμονής.

Άρθρο 67

Το δικαίωμα συντάξεως αρχίζει να ισχύει από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου ή, αν συντρέχει περίπτωση, από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την περίοδο κατά την οποία ο επιζών εκ των συζύγων, τα ορφανά ή τα συντηρούμενα πρόσωπα του αποβιώσαντος υπαλλήλου δικαιούνται αυτών των απολαυών κατ' εφαρμογή του άρθρου 48.

Άρθρο 68

Η χήρα υπαλλήλου που απεβίωσε ενώ ευρίσκετο σε ενεργό υπηρεσία Europol δικαιούται συντάξεως χηρείας υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 15 του προσαρτήματος 6. Το ποσό της σύνταξης χηρείας ανέρχεται στο 60 % της σύνταξης γήρατος που θα είχε καταβληθεί στον υπάλληλο, αν μπορούσε να την είχε αξιώσει, ανεξάρτητα από τον χρόνο υπηρεσίας και την ηλικία του, την ημέρα του θανάτου του.

Το ανωτέρω ποσό ανέρχεται σε 80 % αν ο υπάλληλος απέθανε συνεπεία μιας των πράξεων περί των οποίων το άρθρο 65 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Το ποσό της καταβλητέας σύνταξης επιζώντος δεν είναι μικρότερο του ελαχίστου ορίου διαβιώσεως, ούτε του 35 % του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου.

Το ποσό δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 42 % του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου, όταν ο θάνατος οφείλεται σε μία των περιστάσεων του άρθρου 65 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Τα πρόσωπα που δικαιούνται συντάξεως χηρείας δυνάμει εθνικού καθεστώτος, υποχρεούνται να το δηλώσουν στην Europol. Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσό των εισοδημάτων αυτών αφαιρείται από τη σύνταξη χηρείας που καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 69

Αν ο υπάλληλος ή ο δικαιούχος συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας αποβιώσει χωρίς να αφήσει σύζυγο δικαιούχο συντάξεως επιζώντων, τα τέκνα που θεωρούνται συντηρούμενα δικαιούνται συντάξεως ορφανού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του προσαρτήματος 6.

Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται στα τέκνα που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις σε περίπτωση θανάτου ή συνάψεως νέου γάμου του συζύγου του δικαιούχου της σύνταξης επιζώντων.

Εάν ο υπάλληλος ή ο δικαιούχος συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας αποβιώσει και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο τα τέκνα που αναγνωρίζονται ως συντηρούμενα δικαιούνται συντάξεως ορφανού σύμφωνα με το άρθρο 20 του προσαρτήματος 6 7 εντούτοις, η σύνταξη θα ισούται προς το ήμισυ της σύνταξης που υπολογίζεται βάσει του άρθρου αυτού.

Σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου της Europol ο οποίος είχε εξέλθει από την υπηρεσία προτού γίνει 62 ετών και είχε ζητήσει να αναβληθεί η έναρξη καταβολής της σύνταξης γήρατος μέχρι την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα μετά το μήνα κατά τον οποίον θα συμπλήρωνε την ηλικία των 62 ετών, τα τέκνα που αναγνωρίζονται ως συντηρούμενα δικαιούνται σύνταξης ορφανού με τους ίδιους όρους που προβλέπονται αντιστοίχως στις προηγούμενες παραγράφους.

Εάν πεθάνει σύζυγος που δεν είναι υπάλληλος της Europol ούτε σύζυγος υπαλλήλου της Europol ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας της Europol, τα τέκνα που συντηρούνται από τον επιζώντα σύζυγο κατά την έννοια του άρθρου 2 του προσαρτήματος 5 δικαιούνται σύνταξης ορφανού σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Το ορφανό δικαιούται σχολικού επιδόματος σύμφωνα με το άρθρο 3 του προσαρτήματος 5.

Άρθρο 70

Σε περίπτωση διαζυγίου ή συνυπάρξεως πολλών ομάδων επιζώντων οι οποίοι δικαιούνται σύνταξη επιζώντος εκ διαφόρων λόγων, αυτή η σύνταξη κατανέμεται σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπεται στο κεφάλαιο 4 του προσαρτήματος 6.

Άρθρο 71

1. Ανεξάρτητα από κάθε άλλη διάταξη, όσον αφορά ιδίως τα ελάχιστα ποσά τα καταβαλλόμενα στους δικαιούχους συντάξεως επιζώντος, το συνολικό ποσό των εν λόγω συντάξεων που μπορούν να αξιώσουν η χήρα και όσοι άλλοι έλκουν δικαιώματα, προσαυξημένο κατά τα οικογενειακά επιδόματα και μειωμένο κατά το φόρο και άλλες υποχρεωτικές κρατήσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει:

α) σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου στην υπηρεσία της Europol, το ύψος των αποδοχών που θα ελάμβανε στον αυτό βαθμό και κλιμάκιο εάν είχε παραμείνει στην υπηρεσία, προσαυξημένο κατά τα οικογενειακά επιδόματατα τα οποία ελάμβανε και μειωμένο κατά το φόρο και τις λοιπές υποχρεωτικές κρατήσεις 7

β) για την περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία ο αναφερόμενος στο στοιχείο α) υπάλληλος θα είχε συμπληρώσει την ηλικία των 62 ετών, το ύψος της συντάξεως γήρατος την οποία θα εδικαιούτο στο εξής αν ζούσε, στον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο που είχε κατά το χρόνο του θανάτου του, προσαυξημένο κατά τα οικογενειακά επιδόματα και μειωμένο κατά το φόρο και τις λοιπές υποχρεωτικές κρατήσεις 7

γ) σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης γήρατος, το ποσό της σύνταξης που θα εδικαιούτο αν ζούσε, προστιθεμένων και αφαιρουμένων των στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο β) 7

δ) σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου ο οποίος εξήλθε από την υπηρεσία πριν από την ηλικία των 62 ετών και είχε ζητήσει να αναβληθεί η έναρξη καταβολής της σύνταξής του μέχρι την πρώτη ημέρα του μήνα μετά από το μήνα κατά τον οποίο θα συνεπλήρωνε την ηλικία των 62 ετών, αφού προστεθούν και αφαιρεθούν από το ποσό αυτό τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο β).

2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, δεν λαμβάνονται υπόψη οι διορθωτικοί συντελεστές που μπορεί να επηρεάσουν τα εν λόγω ποσά.

3. Το μέγιστο ποσό που καθορίζεται για κάθε ένα από τα στοιχεία α) έως δ) της παραγράφου 1 κατανέμεται μεταξύ των δικαιούχων συντάξεως επιζώντων ανάλογα με τα αντίστοιχα δικαιώματά τους, δίχως εν προκειμένω να λαμβάνεται υπόψη η παράγραφος 1.

Μέρος Γ

Σύνταξη γήρατος και επίδομα αποχωρήσεως

Άρθρο 72

Κατά την αποχώρηση από την υπηρεσία, ο υπάλληλος που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δέκα έτη υπηρεσίας έχει δικαίωμα συντάξεως γήρατος. Εντούτοις, δικαιούται της συντάξεως αυτής ανεξάρτητα από τη διάρκεια της υπηρεσίας εφόσον είναι ηλικίας άνω των 62 ετών.

Το ανώτατο ύψος της συντάξεως γήρατος καθορίζεται σε 70 % του τελευταίου βασικού μισθού που αναλογεί στην τελευταία θέση στην οποία είχε τοποθετηθεί ο υπάλληλος για ένα έτος τουλάχιστον 7 χορηγείται στον υπάλληλο ο οποίος έχει συμπληρώσει 35 συντάξιμα έτη που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του προσαρτήματος 6. Αν ο αριθμός των συνταξίμων ετών είναι κατώτερος των 35, το προαναφερόμενο ανώτατο ύψος μειώνεται ανάλογα.

Το ποσό της συντάξεως γήρατος ανά έτος υπηρεσίας ανέρχεται τουλάχιστον σε 4 % του ελαχίστου ορίου διαβιώσεως ανά έτος υπηρεσίας.

Το δικαίωμα συντάξεως γήρατος αποκτάται στην ηλικία των 62 ετών.

Άρθρο 73

Η χήρα τέως υπαλλήλου κατ' άρθρο 16, 17 και 18 του προσαρτήματος 6 έχει δικαίωμα συντάξεως επιζώντος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα αυτά.

Το ανωτέρω ποσό είναι 80 % όταν ο υπάλληλος αποβιώνει συνεπεία μιας των πράξεων του άρθρου 65 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Το ύψος της συντάξεως επιζώντος στις περιπτώσεις αυτές ανέρχεται τουλάχιστον στο κατώτερο του ελαχίστου ορίου διαβιώσεως ή σε 35 % του τελευταίου βασικού μισθού του τέως υπαλλήλου.

Το ποσό αυτό ισούται τουλάχιστον με 42 % του τελευταίου βασικού μισθού του τέως υπαλλήλου, εφόσον ο θάνατός του οφείλεται σε μία των περιπτώσεων περί των οποίων το άρθρο 65 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Άρθρο 74

Οι διατάξεις των άρθρων 68 και 73 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και στον χήρο μιας υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου.

Άρθρο 75

Ο δικαιούχος συντάξεως γήρατος καταβλητέας στην ηλικία των 62 ετών ή μετά από αυτήν, συντάξεως αναπηρίας ή συντάξεως επιζώντος δικαιούται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο προσάρτημα 5, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 46 7 το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει της συντάξεως του δικαιούχου.

Εντούτοις, το ποσό του επιδόματος συντηρουμένου τέκνου του καταβλητέου στον δικαιούχο συντάξεως επιζώντος ισούται με το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Άρθρο 76

Όταν ο υπάλληλος δικαιούται συντάξεως γήρατος, τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα μειώνονται αναλόγως των ποσών που έχουν καταβληθεί βάσει του άρθρου 79.

Άρθρο 77

Ο υπάλληλος ηλικίας κάτω των 62 ετών του οποίου τα καθήκοντα λήγουν οριστικά για άλλον λόγο εκτός από τον θάνατο ή την αναπηρία και ο οποίος δεν δικαιούται συντάξεως γήρατος ούτε εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 9 του προσαρτήματος 6, δικαιούται κατά την αποχώρησή του σε καταβολή εφάπαξ επιδόματος αποχωρήσεως υπολογιζόμενου βάσει του άρθρου 10 του προσαρτήματος 6.

Το εν λόγω επίδομα μειώνεται κατά τα ποσά που έχουν καταβληθεί βάσει του άρθρου 79.

Μέρος Δ

Χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος αναπηρίας, θανάτου και γήρατος

Άρθρο 78

1. Η καταβολή των παροχών που προβλέπονται στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης το προβλεπόμενο στα μέρη Β και Γ βαρύνει το συνταξιοδοτικό ταμείο της Europol κατ' άρθρο 37.

2. Οι υπάλληλοι συμβάλλουν κατά το ένα τρίτο στη χρηματοδότηση αυτού του συστήματος συνταξιοδοτήσεως. Η εισφορά αυτή ισούται με το 8,25 % του βασικού μισθού του υπαλλήλου και αφαιρείται μηνιαίως από το μισθό του.

3. Ο μισθός υπόκειται οπωσδήποτε σε κράτηση εισφοράς υπέρ του συνταξιοδοτικού συστήματος.

4. Οι εισφορές που κρατήθηκαν κανονικά δεν επιστρέφονται. Αυτές που δεν κρατήθηκαν κανονικά δεν παρέχουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, επιστρέφονται δε ατόκως κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμενου ή των ελκόντων δικαίωμα εξ αυτού.

Άρθρο 79

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο προτάσει του διευθυντού, η οποία υποβάλλεται κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή προσωπικού, ο υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει από την Europol να προβεί στις πληρωμές στις οποίες υποχρεούται να προβεί ο ίδιος για να θεμελιώσει ή να διατηρήσει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα στη χώρα καταγωγής του.

Οι πληρωμές αυτές δεν υπερβαίνουν το 16,5 % του βασικού μισθού και βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Europol.

Μέρος Ε

Εκκαθάριση δικαιωμάτων

Άρθρο 80

Η εκκαθάριση της συντάξεως γήρατος, αναπηρίας ή επιζώντος ή της προσωρινής συντάξεως υπάγεται στην αρμοδιότητα της Europol. Η λεπτομερής ανάλυση της εκκαθαρίσεως αυτής κοινοποιείται στον υπάλληλο ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, καθώς και στην υπηρεσία καταβολής των συντάξεων, ταυτόχρονα προς την απόφαση περί χορηγήσεως των εν λόγω συντάξεων.

Η σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας δεν επιτρέπεται να συντρέξει με την καταβολή μισθού από την Europol ούτε με την αποζημίωση που καταβάλλεται δυνάμει του άρθρου 59.

Άρθρο 81

Σε περίπτωση σφάλματος ή παραλείψεως οποιασδήποτε φύσεως, είναι ανά πάσα στιγμή δυνατόν να υπολογισθεί εκ νέου το ποσό της συντάξεως.

Η σύνταξη μεταβάλλεται ή διακόπτεται, εάν η χορήγησή της έγινε κατά παράβαση των κανόνων του παρόντος κανονισμού ή των κανόνων του προσαρτήματος 6.

Άρθρο 82

Οι έλκοντες δικαίωμα εξ αποθανόντος υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου οι οποίοι δεν εζήτησαν την εκκαθάριση των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων εντός του επομένου έτους από την ημερομηνία του θανάτου του υπαλλήλου ο οποίος εδικαιούτο συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας, χάνουν τα δικαιώματά τους, πλην περιπτώσεως ανωτέρας βίας δεόντως αποδεικνυομένης.

Άρθρο 83

Ο πρώην υπάλληλος και οι εξ αυτού έλκοντες δικαίωμα, οι οποίοι δικαιούνται των παροχών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, προσκομίζουν τις απαιτούμενες γραπτές αποδείξεις και γνωστοποιούν στην Europol κάθε στοιχείο ικανό να τροποποιήσει τα επί της παροχής δικαιώματά τους.

Άρθρο 84

Ο υπάλληλος που έχασε οριστικά το δυνάμει του παρόντος κανονισμού συνταξιοδοτικό του δικαιώμα, εν όλω ή εν μέρει, δικαιούται να απαιτήσει την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε ως συνεισφορά στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως, κατ' αναλογία προς τη μείωση της συντάξεώς του.

Μέρος ΣΤ

Καταβολή παροχών

Άρθρο 85

Οι παροχές που προβλέπονται στο παρόν σύστημα συνταξιοδοτήσεως καταβάλλονται στο τέλος κάθε μηνός εξ ονόματος της Europol από το ίδρυμα που εκείνη έχει ορίσει προς το σκοπό αυτό. Κανένα άλλο ίδρυμα δεν δικαιούται να προβεί εκ των ιδίων του πόρων σε πληρωμή οποιασδήποτε παροχής προβλεπόμενης στο παρόν σύστημα συνταξιοδοτήσεως με οποιαδήποτε ονομασία. Το άρθρο 71 εφαρμόζεται κατ' αναλογία.

Οι παροχές δυνατόν να καταβάλλονται κατ' επιλογή των ενδιαφερομένων, είτε στο νόμισμα της χώρας διαμονής τους είτε σε ολλανδικά φιορίνια 7 η επιλογή ισχύει για δύο έτη τουλάχιστον.

Μέρος Ζ

Υποκατάσταση υπέρ της Europol

Άρθρο 86

1. Όταν τρίτος ευθύνεται για το θάνατο, το ατύχημα ή την ασθένεια υπαλλήλου της Europol, η Europol, αφού εκπληρώσει τις βάσει του παρόντος κανονισμού υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από το ζημιογόνο γεγονός, υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα του παρόντος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, και δικαιούται να στραφεί κατά του υπεύθυνου τρίτου.

2. Η υποκατάσταση της παραγράφου 1 καλύπτει ιδίως:

- τις αποδοχές που εξακολουθούν να καταβάλλονται στον υπάλληλο σύμφωνα με το άρθρο 38 κατά την περίοδο της προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία,

- τις καταβολές που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 48 μετά το θάνατο υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης,

- τις παροχές που γίνονται με βάση τα άρθρα 56 και 57 και τους εκτελεστικούς κανόνες αυτών, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας και ατυχήματος,

- την κατ' άρθρο 61 πληρωμή των εξόδων μεταφοράς της σορού,

- τις καταβολές επιπλέον οικογενειακών επιδομάτων λόγω βαριάς ασθένειας, αναπηρίας ή μειονεκτήματος που προσβάλλει ένα συντηρούμενο τέκνο σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3 και το άρθρο 2 παράγραφος 3 του προσαρτήματος 5,

- τις καταβολές συντάξεων αναπηρίας λόγω ατυχήματος ή ασθενείας τα οποία καθιστούν τον υπάλληλο οριστικώς ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του,

- τις καταβολές συντάξεως επιζώντων λόγω θανάτου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ή θανάτου του συζύγου του συνταξιούχου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, που ο ίδιος δεν είναι υπάλληλος της Europol,

- τις καταβολές συντάξεως ορφανού, που διενεργούνται χωρίς όριο ηλικίας υπέρ τέκνου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, εφόσον το τέκνο προσβληθεί από βαριά ασθένεια, αναπηρία ή μειονέκτημα που το εμποδίζει να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του μετά το θάνατο του γονέως του.

3. Η υποκατάσταση της Europol δεν καλύπτει τα δικαιώματα αποζημίωσης για ζημίες καθαρά προσωπικές, όπως ηθική βλάβη, αποζημιώσεις για την οδύνη, τις αισθητικές βλάβες ή τη διαφυγούσα απόλαυση, καθ' υπέρβαση της αποζημίωσης που χορηγείται για τους λόγους αυτούς δυνάμει του άρθρου 57.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν παρακωλύουν την άσκηση αγωγής εξ ονόματος και εκ μέρους της Europol.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΑ ΚΑΙ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΩΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΘΕΝΤΑ

Άρθρο 87

Ποσά καταβληθέντα αρχρεωστήτως δυνάμει του παρόντος κανονισμού επιστρέφονται από τον λαβόντα. Η επιστροφή ανατρέχει στα πέντε έτη που προηγήθηκαν της διαπίστωσης των αχρεωστήτων πληρωμών. Τα ποσά που παρακρατήθηκαν εντός των πέντε ετών που προηγήθηκαν της διαπίστωσης των ανεπαρκών πληρωμών αποδίδονται στον ενδιαφερόμενο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Άρθρο 88

1. Κάθε παράβαση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του υπαλλήλου δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εκ δόλου ή εξ αμελείας, αποτελεί λόγο επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων.

2. Οι πειθαρχικές κυρώσεις είναι οι ακόλουθες:

α) έγγραφη προειδοποίηση 7

β) επίπληξη 7

γ) υποβιβασμός μέχρι πέντε κλιμάκια της αντίστοιχης μισθολογικής βαθμίδας για περίοδο έξι το πολύ μηνών, ή μείωση του βασικού μισθού έως 25 % για το αυτό χρονικό διάστημα 7

δ) τοποθέτηση του υπαλλήλου σε μισθολογική βαθμίδα κατώτερη εκείνης στην οποία ευρίσκεται κατά το χρόνο της πειθαρχικής κυρώσεως 7

ε) ανάκληση, με ενδεχόμενη μείωση ή κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως γήρατος, χωρίς οι συνέπειες της πειθαρχικής αυτής κυρώσεως να θίγουν τους έλκοντες δικαιώματα από τον υπάλληλο 7

στ) λύση της συμβάσεως των υπαλλήλων που έχουν προσληφθεί από τις αρμόδιες αρχές κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης Europol (με εισήγηση για πειθαρχική κύρωση).

3. Κατά την εφαρμογή των πειθαρχικών κυρώσεων λαμβάνεται δεόντως υπόψη η σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες περιστάσεις, όπως δόλος, οιαδήποτε παρακώλυση της ομαλής λειτουργίας της Europol, ζημία που προξενήθηκε στην ίδια την Europol, τις αρχές πειθαρχίας και ιεραρχίας της Europol, και υποτροπή του υπαλλήλου.

4. Κάθε παράβαση είναι δυνατόν να επισύρει μία μόνο πειθαρχική κύρωση.

5. Οι επιβαλλόμενες πειθαρχικές κυρώσεις δεν αίρουν τις ποινικές ευθύνες του υπαλλήλου τις απορρέουσες από την παράβαση των καθηκόντων του.

6. Ο υπάλληλος ο οποίος πείθει άλλον υπάλληλο να παραβεί τις υποχρεώσεις του ή ο ιεραρχικώς ανώτερος του υπαλλήλου ο οποίος τελεί εν γνώσει της παραβάσεως και επιδεικνύει ανοχή, υπόκεινται στις αυτές πειθαρχικές κυρώσεις με τον παραβάτη.

Άρθρο 89

Συνιστάται εντός της Europol πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας του πειθαρχικού συμβουλίου καθορίζονται από τις διατάξεις του προσαρτήματος 7.

Ο διευθυντής δικαιούται να επιβάλει την κύρωση της εγγράφου προειδοποιήσεως και επιπλήξεως, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, προτάσει του ιεραρχικώς ανωτέρου του υπαλλήλου ή με δική του πρωτοβουλία, μετά από σχετική έγγραφο ενημέρωση και ακρόαση του ενδιαφερομένου.

Οι λοιπές κυρώσεις επιβάλλονται από τον διευθυντή μετά το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας που προβλέπεται στο προσάρτημα 7. Η διαδικασία αυτή κινείται από τον διευθυντή, προτάσει του ιεραρχικώς ανωτέρου του υπαλλήλου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του διευθυντή, μετά από ακρόαση του φερόμενου ως παραβάτη.

Άρθρο 90

Σε περίπτωση βαρέος παραπτώματος που καταλογίζεται στον υπάλληλο από τον διευθυντή, είτε πρόκειται για παράλειψη επαγγελματικών υποχρεώσεων είτε για παράβαση του νόμου, ο διευθυντής δικαιούται να προβεί πάραυτα στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στον υπάλληλο εγγράφως. Η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, περί της οποίας το άρθρο 10, θεωρείται βαρύ παράπτωμα.

Η απόφαση με την οποία αναγγέλλεται η αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου ορίζει αν κατά τη διάρκεια της αναστολής ο ενδιαφερόμενος διατηρεί το δικαίωμα επί των αποδοχών του, ή αν ένα μέρος τους θα παρακρατείται. Παρακρατείται το ήμισυ του βασικού μισθού.

Η κατάσταση του υπαλλήλου η άσκηση των καθηκόντων του οποίου έχει ανασταλεί ρυθμίζεται οριστικά εντός τεσσάρων μηνών από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση αναστολής των καθηκόντων του αρχίζει να παράγει αποτελέσματα. Αν δεν ληφθεί τέτοια απόφαση εντός τεσσάρων μηνών, ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει εκ νέου όλες τις αποδοχές του.

Αν στον υπάλληλο δεν επιβληθεί καμία κύρωση, ή αν του έχει απευθυνθεί μόνον έγγραφη προειδοποίηση, επίπληξη ή τοποθέτηση σε κατώτερο κλιμάκιο της μισθολογικής του βαθμίδος ή μείωση του μισθού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 88 παράγραφος 2 στοιχείο γ), ή αν μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν ληφθεί απόφαση για την περίπτωσή του, έχει δικαίωμα επιστροφής των παρακρατήσεων επί των αποδοχών του.

Εντούτοις, αν ο υπάλληλος διώκεται ποινικώς για τις ίδιες πράξεις, η κατάστασή του ρυθμίζεται οριστικά μόνο μετά την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως.

Άρθρο 91

Ο υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχική κύρωση πλην της ανακλήσεως ή της λήξης της σύμβασής του, δικαιούται να υποβάλλει κάθε χρόνο, αρχίζοντας από το πρώτο έτος από την ημερομηνία επιβολής της κύρωσης, αίτηση με σκοπό τη διαγραφή της σχετικής μνείας από τον προσωπικό του φάκελο.

Η διευθυντής αποφασίζει κατόπιν γνωμοδοτήσεως του πειθαρχικού συμβουλίου, όταν αυτό έχει συμμετάσχει στην πειθαρχική διαδικασία, αν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του ενδιαφερομένου 7 αν η αίτηση γίνει δεκτή, ο φάκελος τίθεται υπόψη του υπαλλήλου με το νέο του περιεχόμενο.

Εάν επιβληθεί πειθαρχική κύρωση περί της οποίας το άρθρο 88 παράγραφος 2 στοιχεία δ), ε) ή στ) σε υπάλληλο που έχει προσληφθεί από αρμόδια αρχή περί της οποίας το άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης Europol, ο διευθυντής οφείλει να ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή. Εάν επιβληθεί διαφορετική πειθαρχική κύρωση, ο διευθυντής αποφασίζει εάν θα ενημερωθεί η αρμόδια αρχή ή όχι.

Η ανωτέρω παράγραφος εφαρμόζεται κατ' αναλογίαν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μνεία της πειθαρχικής κυρώσεως έχει διαγραφεί από τον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Άρθρο 92

1. Κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στον παρόντα κανονισμό δικαιούται να προσφύγει στον διευθυντή ζητώντας του να λάβει απόφαση περί αυτού. Ο διευθυντής κοινοποιεί την αιτιολογημένη απόφασή του στον ενδιαφερόμενο εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή της αιτήσεως. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, συνάγεται σιωπηρή απορριπτική απόφαση, υποκείμενη σε ένσταση σύμφωνα με τις κατωτέρω παραγράφους.

2. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δικαιούται να υποβάλει στον διευθυντή ένσταση κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, είτε ο διευθυντής έχει ήδη λάβει απόφαση είτε παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. Η ένσταση υποβάλλεται εντός τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:

- από της δημοσιεύσεως της πράξεως, αν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα,

- από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αποδέκτη, το αργότερο δε από την εκ μέρους του παραλαβή της, αν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα 7 όταν μια πράξη ατομικού χαρακτήρα θίγει και τα συμφέροντα τρίτου, η προθεσμία για τον εν λόγω τρίτον αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία έλαβε γνώση της πράξεως, όχι όμως αργότερα από την ημέρα της δημοσιεύσεως,

- από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον η υποβολή ενστάσεως αναφέρεται σε σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά την έννοια της παραγράφου 1.

Ο διευθυντής κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή του εντός τεσσάρων μηνών από της υποβολής της ενστάσεως. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, συνάγεται σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά της οποίας δυνατόν να ασκηθεί προσφυγή δυνάμει του άρθρου 93.

3. Τα αιτήματα και οι ενστάσεις υποβάλλονται από τον υπάλληλο στον ιεραρχικά αμέσως ανώτερο, εκτός αν αφορούν αυτόν τον ανώτερο, οπότε δυνατόν να υποβληθούν απευθείας στον αμέσως ανώτερό του.

Άρθρο 93

1. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί κάθε διαφοράς μεταξύ της Europol και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 2. Στις χρηματικές διαφορές το Δικαστήριο έχει απεριόριστη καθ' ύλην αρμοδιότητα.

2. Προσφυγή στο Δικαστήριο είναι παραδεκτή μόνον:

- αν προηγουμένως έχει υποβληθεί στον διευθυντή ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 2 εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο και

- αν αυτή η ένσταση έχει απορριφθεί ρητά ή σιωπηρά.

3. Η προσφυγή περί της οποίας η παράγραφος 2 ασκείται εντός τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:

- από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως επί της ενστάσεως,

- από της λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον η προσφυγή αφορά σιωπηρή απόφαση απορριπτική της ενστάσεως που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 2. Εντούτοις, εάν κατόπιν σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, αλλά εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, ληφθεί νέα ρητή απόφαση για την απόρριψη της ενστάσεως, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει εκ νέου.

4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ο ενδιαφερόμενος, αφού υποβάλει στον διευθυντή ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 2, δικαιούται να προσφύγει πάραυτα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, υπό τον όρο ότι στην εν λόγω προσφυγή επισυνάπτεται αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Στην περίπτωση αυτή, η κυρία διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αναστέλλεται μέχρι να ληφθεί ρητή η σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως.

5. Οι προσφυγές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ερευνώνται και εκδικάζονται σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ

Άρθρο 94

Εκτός από την περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου της Europol, η υπαλληλική σχέση λύεται:

1. Όταν υφίσταται σύμβαση ορισμένου χρόνου:

α) κατά την ημερομηνία που καθορίζεται στη σύμβαση 7

β) μετά το τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που καθορίζεται από τη σύμβαση, αν στην τελευταία περιέχεται ρήτρα που παρέχει στον υπάλληλο ή στο όργανο την ευχέρεια να λύσει την εν λόγω σύμβαση πριν από τη λήξη της. Η προθεσμία καταγγελίας κυμαίνεται από έναν έως τρεις μήνες. Όσον αφορά τον υπάλληλο της Europol η σύμβαση πρόσληψης του οποίου ανανεώθηκε, η εν λόγω προθεσμία είναι τουλάχιστον ενός μηνός ανά έτος δεδουλευμένης υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο ένα μήνα και μέγιστο έξι μήνες 7

γ) στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο υπάλληλος γίνεται 65 ετών.

Σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εκ μέρους της Europol, ο υπάλληλος δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης με το ένα τρίτο του βασικού του μισθού κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας λήξεως των καθηκόντων του και της ημερομηνίας κατά την οποία λύεται η σύμβασή του.

2. Όταν υφίσταται σύμβαση αορίστου χρόνου:

α) στο τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που αναφέρεται στη σύμβαση. Η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον ενός μηνός για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, με κατώτατο όριο τρεις μήνες και ανώτατο δέκα μήνες. Η προθεσμία καταγγελίας επ' ουδενί αρχίζει κατά τη διάρκεια άδειας τοκετού, ή αναρρωτικής άδειας, εφόσον η άδεια δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των αδειών αυτών η προθεσμία αναστέλλεται, τηρουμένου πάντοτε του ανωτέρω ορίου 7

β) στο τέλος του μήνα κατά τον οποίον ο υπάλληλος γίνεται 65 ετών.

Άρθρο 95

Η υπαλληλική σχέση ορισμένου ή αορίστου χρόνου λύεται εκ μέρους της Europol χωρίς προειδοποίηση:

α) κατά τη διάρκεια ή μετά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 7

β) εάν ο υπάλληλος παύσει να πληροί τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 2 στοιχεία α) και δ) 7 εντούτοις, αν ο υπάλληλος παύσει να πληροί τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 2 στοιχείο δ), η σύμβαση λύεται μόνο σύμφωνα με το άρθρο 65 7

γ) εάν ο υπάλληλος αδυνατεί να αναλάβει εκ νέου υπηρεσία μετά τη λήξη αναρρωτικής άδειας μετ' αποδοχών που προβλέπεται στο άρθρο 38. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος λαμβάνει αποζημίωση ίση με το βασικό μισθό του συν τα οικογενειακά επιδόματα κατ' αναλογία δύο ημερών για κάθε δεδουλευμένο μήνα υπηρεσίας.

Άρθρο 96

1. Μετά την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας που προβλέπεται στο προσάρτημα 7, η σύμβαση εργασίας μπορεί να λυθεί χωρίς προειδοποίηση για πειθαρχικούς λόγους, σε περίπτωση σοβαρής παράλειψης του υπαλλήλου περί την εκπλήρωση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας. Ο διευθυντής εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση, αφού παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να υπερασπίσει εαυτόν.

Πριν από τη λύση της σύμβασης εργασίας, ο υπάλληλος δυνατόν να τεθεί σε αργία κατά τους όρους του άρθρου 90.

2. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο διευθυντής δύναται να αποφασίσει:

α) τον περιορισμό του επιδόματος αποχωρήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 77 στο ύψος της επιστροφής που προβλέπεται στο άρθρο 78, προσαυξανόμενης κατά το ποσό των τόκων που καθορίζεται στο άρθρο 10 του προσαρτήματος 6 7

β) την ολική ή μερική μη καταβολή των εξόδων μετακομίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 του προσαρτήματος 5 7

γ) την ολική ή μερική έκπτωση από το δικαίωμα αποζημιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 94 παράγραφος 1.

Άρθρο 97

1. Η υπαλληλική σχέση του υπαλλήλου λύεται από την Europol χωρίς καταγγελία μόλις ο διευθυντής διαπιστώσει:

α) ότι ο ενδιαφερόμενος σκόπιμα παρουσίασε κατά την πρόσληψή του ψευδή στοιχεία είτε για τα επαγγελματικά του προσόντα είτε για τις προϋποθέσεις του άρθρου 24 παράγραφος 2 και

β) ότι τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία είχαν καθοριστική σημασία για την πρόσληψη του ενδιαφερομένου.

2. Στην περίπτωση αυτή, η λύση απαγγέλλεται από τον διευθυντή αφού ακουστεί ο ενδιαφερόμενος και αφού ολοκληρωθεί η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στο προσάρτημα 7.

Πριν από τη λύση της σύμβασης εργασίας ο υπάλληλος δυνατόν να τεθεί σε αργία κατά τους όρους του άρθρου 90.

Οι διατάξεις του άρθρου 96 παράγραφος 2 ισχύουν και εν προκειμένω.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΤΟΠΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Άρθρο 98

Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τίτλου, οι συνθήκες εργασίας των τοπικών υπαλλήλων, ιδίως όσον αφορά:

α) τον τρόπο προσλήψεως και απολύσεως 7

β) τις άδειες 7

γ) τις αποδοχές τους,

καθορίζονται από την Europol βάσει των συνήθων κανόνων και πρακτικών του τόπου όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Οι τοπικοί υπάλληλοι δεσμεύονται από τις διατάξεις περί απορρήτου και εχεμύθειας περί των οποίων τα άρθρα 31 και 32 της σύμβασης Europol και από τις τυχόν απορρέουσες απ' αυτά κανονιστικές ρυθμίσεις.

Άρθρο 99

Η Europol αναλαμβάνει, στα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, τις υποχρεώσεις εργοδοτικής εισφοράς που βαρύνουν τους εργοδότες δυνάμει των κανονιστικών ρυθμίσεων που ισχύουν στις Κάτω Χώρες.

Άρθρο 100

1. Οι διαφορές μεταξύ της Europol και τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε κράτος μέλος υπάγονται στα δικαστήρια τα αρμόδια δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στον τόπο όπου ασκεί τα καθήκοντά του.

2. Οι διαφορές μεταξύ της Europol και τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε τρίτη χώρα υποβάλλονται σε διαιτητικό όργανο κατά τα οριζόμενα στη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στη σύμβασή του.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 101

1. Ο υπάλληλος που διορίζεται στη μονάδα ναρκωτικών της Europol (ΜΝΕ) σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της κοινής πράξης της 10ης Μαρτίου 1995 (ΕΕ L 62 της 20.3.1995, σ. 1), και ο οποίος έχει εκπληρώσει ικανοποιητικά τα καθήκοντά του σύμφωνα με τη γραπτή αξιολόγηση του διοικητικού συμβουλίου της ΜΝΕ, καλείται από τον διευθυντή της Europol να συνάψει νέα σύμβαση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εντός εξαμήνου από την έναρξη ισχύος του.

2. Οι συμβάσεις αυτές είναι είτε μια πρώτη σύμβαση ορισμένου χρόνου ενός έως τεσσάρων ετών υπό την ιδιότητα υπαλλήλου της Europol σύμφωνα με το άρθρο 6, είτε σύμβαση αορίστου χρόνου υπό την ιδιότητα τοπικού υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 98.

3. Στα πλαίσια του μεταβατικού χρονοδιαγράμματος περί του οποίου η παράγραφος 5, η διάρκεια της συμβάσεως ορισμένου χρόνου μειώνεται από τον διευθυντή σύμφωνα με τις προτιμήσεις που εκφράζει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

4. Η περιγραφή καθηκόντων στην προσφερόμενη σύμβαση λαμβάνει υπόψη τα καθήκοντα και τις εργασίες που έχει εκτελέσει ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στη ΜΝΕ, καθώς και τα προσόντα και την πείρα του για τη θέση η οποία του προσφέρεται με τη σύμβαση. Η σύμβαση αρχίζει να ισχύει εντός του εξαμήνου που έπεται της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του παρόντος κανονισμού.

5. Κατά την προσφορά εργασίας διά των εν λόγω συμβάσεων, ο διευθυντής ενεργεί σύμφωνα με ένα μεταβατικό χρονοδιάγραμμα που έχει υποβάλει προηγουμένως στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση. Το χρονοδιάγραμμα λαμβάνει υπόψη την κατ' άρθρο 6 εναλλαγή, την αναγκαία συνέχεια του οργανισμού στα πλαίσια του νέου προϋπολογισμού, την προϋπηρεσία στην ΜΝΕ, τα συμφέροντα των κρατών μελών και την ικανοποιητική εκπροσώπησή τους στην Europol, τα συμφέροντα του κράτους υποδοχής, καθώς και τα συμφέροντα των προσλαμβανομένων. Στο μεταβατικό χρονοδιάγραμμα κάθε διαφορετική θέση εξετάζεται χωριστά.

6. Η υπηρεσία υπαλλήλου ο οποίος απορρίπτει μια προσφορά ή του οποίου η υπηρεσία κατά τη διάρκεια της θητείας του στη μονάδα ναρκωτικών της Europol δεν κρίθηκε ικανοποιητική, θεωρείται λήξασα κατά την ημερομηνία της απορρίψεως ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο υπάλληλος ειδοποιείται ότι δεν θα του προταθεί σύμβαση.

Άρθρο 102

Οι μισθολογικές βαθμίδες περί των οποίων το άρθρο 45 αναθεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 44 άμα τη ενάρξει ισχύος του προκειμένου κανονισμού.

Άρθρο 103

Σε υπαλλήλους τους οποίους τα κράτη μέλη έχουν αποσπάσει στη ΜΝΕ, εξαιρουμένων των αξιωματικών συνδέσμων, μπορεί να προταθεί σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 101, κατόπιν εγκρίσεως των οικείων αρχών.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 104

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1999.

Βρυξέλλες, 3 Δεκεμβρίου 1998.

Για το Συμβούλιο

K. SCHLΦGL

Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 1.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1

Θέσεις Europol

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οι ακόλουθες θέσεις αποτελούν θέσεις της Europol:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

2. Στις θέσεις που εμφαίνονται με έντονους χαρακτήρες τοποθετείται αποκλειστικά προσωπικό το οποίο προσλαμβάνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 6 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ως αρμόδια εθνική αρχή νοείται κάθε δημόσιος οργανισμός των κρατών μελών, αρμόδιος δυνάμει του εθνικού δικαίου για την πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πληροφορεί την Europol κατά πόσο θεωρεί ότι ένας υποψήφιος για θέση της Europol εμφαινόμενη με έντονους τυπογραφικούς χαρακτήρες απασχολείται από αρμόδια εθνική αρχή ή όχι.

3. Το διοικητικό συμβούλιο της Europol συμμετέχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 σημείο 15 της σύμβασης, στην κατάρτιση του προϋπολογισμού και του πίνακα θέσεων. Στα πλαίσια αυτά, αναφέρει σε σχετική εισήγηση προς το Συμβούλιο, μέχρι ποίου βαθμού είναι δυνατόν να πληρωθούν ή να συνδυαστούν οι θέσεις που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα. Το Συμβούλιο αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 35 της σύμβασης, για τον προϋπολογισμό του οργανισμού.

4. Εάν κατά την κατάρτιση του πίνακα θέσεων και του προϋπολογισμού το διοικητικό συμβούλιο αποφασίσει ότι μια συγκεκριμένη θέση κατηγορίας εμφαινόμενης με έντονους χαρακτήρες πρέπει να καλυφθεί με ανοικτές διαδικασίες προσλήψεως, αποφασίζεται εξωτερικός διαγωνισμός. Στην περίπτωση αυτή, προσφέρεται σύμβαση ορισμένου χρόνου με δυνατότητα μιας ανανέωσης σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

5. Στις θέσεις που σημειώνονται με αστερίσκο (*) θα τοποθετηθούν τοπικοί υπάλληλοι όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ωστόσο, προτάσει του διοικητικού συμβουλίου η οποία υποβάλλεται κατόπιν πρωτοβουλίας του διευθυντή της Europol, το Συμβούλιο αποφασίζει εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος της σύμβασης Europol εάν οι θέσεις αυτές θα εξακολουθήσουν να θεωρούνται θέσεις τοπικών υπαλλήλων.

6. Οι επόμενες βαθμίδες, κατά το οριζόμενα στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, προσαρτώνται στις θέσεις περί των οποίων η παράγραφος 1:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2

Διαδικασία επιλογής

Άρθρο 1

Κριτήρια επιλογής για θέση της Europol είναι η προσωπική καταλληλότητα και τα επαγγελματικά προσόντα. Προέχει η ισόρροπη εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών, καθώς και η ικανοποιητική εκπροσώπηση υπηκόων όλων των κρατών μελών και των επισήμων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Europol ακολουθεί πολιτική ίσων ευκαιριών για όλους τους υπαλλήλους, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκευτικών πεποιθήσεων ή άλλου ασχέτου παράγοντα.

Οι προσλήψεις σε θέσεις της Europol πραγματοποιούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και με τις ακόλουθες διατάξεις.

Άρθρο 2

1. Ο διευθυντής της Europol διορίζει εξεταστική επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή συμβουλεύει τον διευθυντή όσον αφορά την καταλληλότητα του υποψηφίου και προβαίνει σε κατάταξη των υποψηφίων κατά σειρά προσόντων.

2. Η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας της πληρωτέας θέσης.

3. Για τις θέσεις βοηθού διευθυντή, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από τον διευθυντή ή τον εκπρόσωπό του, πρόεδρο της επιτροπής, έναν αναπληρωτή διευθυντή και έναν αρμόδιο υπάλληλο της υπηρεσίας προσωπικού. Πέραν αυτού, τρία κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Προεδρίας, δύνανται, εάν το επιθυμούν, να ορίσουν αντιπρόσωπό τους ως μέλος της εξεταστικής επιτροπής.

4. Για θέσεις των βαθμίδων 4, 5 και 6 και θέσεις πρώτου αξιωματικού στη βαθμίδα 7 του άρθρου 45 και του προσαρτήματος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από έναν αναπληρωτή διευθυντή ή τον εκπρόσωπό του, πρόεδρο της επιτροπής, έναν αρμόδιο υπάλληλο της υπηρεσίας προσωπικού και τον ενδιαφερόμενο προϊστάμενο ομάδας. Πέραν αυτού, δύο κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Προεδρίας, δικαιούνται να ορίσουν αντιπρόσωπό τους ως μέλος της εξεταστικής επιτροπής.

5. Κάθε Προεδρία ορίζει στις αρχές του εξαμήνου της με κλήρωση ποια άλλα κράτη μέλη δικαιούνται να εκπροσωπούνται στην εξεταστική επιτροπή κατά τη διάρκεια της Προεδρίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4.

6. Για θέσεις των βαθμίδων 7 (πλην των θέσεων πρώτου αξιωματικού) έως 13 του άρθρου 45 και του προσαρτήματος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από αναπληρωτή διευθυντή ή τον εκπρόσωπό του, ως πρόεδρο της επιτροπής, τον προϊστάμενο της υπηρεσίας προσωπικού και τον ενδιαφερόμενο προϊστάμενο ομάδας. Πέραν αυτού, η Προεδρία δικαιούται να ορίσει έναν αντιπρόσωπό της ως μέλος της εξεταστικής επιτροπής.

7. Η εξεταστική επιτροπή αποφασίζει εάν ο διευθυντής θα πρέπει να ορίσει εξωτερικό εμπειρογνώμονα ως μέλος της εξεταστικής επιτροπής για συγκεκριμένη κενή θέση για να κρίνει επί τεχνικών ζητημάτων.

8. Εάν εικάζεται ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής έχει προσωπική σχέση με υποψήφιο για θέση της Europol, δεν συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής. Η εξεταστική επιτροπή προτείνει στον διευθυντή την αντικατάσταση του εν λόγω μέλους.

9. Σε περίπτωση ψηφοφορίας στους κόλπους της εξεταστικής επιτροπής, η ψήφος του διευθυντή είναι αποφασιστική.

10. Η επιτροπή προσωπικού ενημερώνεται για όλες τις κενές θέσεις και τις διαδικασίες επιλογής.

11. Η γραμματεία της εξεταστικής επιτροπής και άλλες διοικητικές λειτουργίες σχετιζόμενες με τις διαδικασίες επιλογής είναι αρμοδιότητα της υπηρεσίας προσωπικού.

Άρθρο 3

1. Για κάθε κενή θέση, η Europol συντάσσει ανακοίνωση με λεπτομερή περιγραφή της θέσης, της αμοιβής, των προς εκπλήρωση καθηκόντων και των προσόντων, των δεξιοτήτων και της πείρας που απαιτούνται.

Η ανακοίνωση ορίζει ρητά ότι οι υποψήφιοι πρέπει να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους εγγράφως, επισυνάπτοντας και βιογραφικό σημείωμα.

Η ανακοίνωση παρέχει επίσης πληροφορίες όσον αφορά τον έλεγχο ασφαλείας στον οποίο θα απαιτηθεί να υποβληθεί ο επιτυχών υποψήφιος, σύμφωνα με τις περί απορρήτου διατάξεις του άρθρου 31 της σύμβασης Europol.

2. Οι κενές θέσεις υπαλλήλων της Europol ανακοινώνονται σε όλα τα κράτη μέλη.

Η Europol ενημερώνει τις εθνικές μονάδες της Europol για όλες τις κενές θέσεις Europol. Η εθνική μονάδα ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους της. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για την ενημέρωση τόσο των υπηρεσιών στις οποίες εργάζεται το επιλέξιμο προσωπικό όσο και του προσωπικού αυτού στο σύνολό του.

Εάν κενωθεί θέση, της οποίας η πλήρωση είναι δυνατή και με πρόσωπο μη απασχολούμενο στις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της σύμβασης, στην ανακοίνωση της κενής θέσης προβαίνει και η Europol απευθείας, χρησιμοποιώντας, την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άλλα ανάλογα μαζικά μέσα ενημερώσεως, ώστε να δοθεί η ευρύτερη δυνατή δημοσιότητα σε όλα τα κράτη μέλη.

3. Για όλες τις κενές θέσεις, εξετάζονται όλες οι αιτήσεις, εσωτερικές και εξωτερικές.

Άρθρο 4

Οι υποψήφιοι υποβάλλουν τις αιτήσεις τους στην Europol εντός 60 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της επίσημης ανακοίνωσης. Η Europol αποστέλλει στους υποψηφίους βεβαίωση παραλαβής.

Άρθρο 5

Βάσει των προσόντων, της πείρας, των αναζητουμένων χαρακτηριστικών, και οιασδήποτε προεπιλογής προβλεπομένης στο άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε μια πρώτη διαλογή των αιτήσεων που παραλαμβάνει.

Στις περιπτώσεις περί των οποίων το άρθρο 2 παράγραφος 6, η εξεταστική επιτροπή δικαιούται να αποφασίσει εάν θα αναθέρει την αρχική διαλογή σε ένα ή περισσότερα μέλη της.

Επιλέγονται από πέντε, ει δυνατόν, έως 20 υποψήφιοι ανά πληρωτέα θέση και καλούνται να υποβληθούν σε ειδικές για τη θέση γραπτές εξετάσεις, ή σε οιαδήποτε άλλη δοκιμασία. Η εξεταστική επιτροπή αποφασίζει περί των ειδικών αναγκών.

Άρθρο 6

Οι δοκιμασίες καταρτίζονται από τον διευθυντή της Europol σε συνεννόηση με την εξεταστική επιτροπή προκειμένου να αξιολογηθούν τα συγκεκριμένα προσόντα και η πείρα των υποψηφίων για τη συγκεκριμένη θέση. Οι δοκιμασίες βαθμολογούνται -με βάση την ανωνυμία- από την εξεταστική επιτροπή.

Άρθρο 7

Η εξεταστική επιτροπή εξετάζει προφορικά όλους τους υποψηφίους που επιτυγχάνουν στη (στις) δοκιμασία(-ες). Οι συνεντεύξεις αυτές δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και για να εξακριβωθούν οι γνώσεις του υποψηφίου στον τομέα των επίσημων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 παράγραφος 2 της σύμβασης Europol και στο άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Οι ερωτήσεις που απευθύνονται στους υποψηφίους δεν περιέχουν την παραμικρή νύξη σχετικά με την απασχόληση των μελών της οικογενείας του αιτούντος ή με την κοινωνική του προέλευση.

Άρθρο 8

Οι δοκιμασίες και συνεντεύξεις λαμβάνουν χώρα στη Χάγη. Τα έξοδα ταξιδίου και ξενοδοχείου επιστρέφονται στους υποψήφιους σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο προσάρτημα 5 του υπηρεσιακού κανονισμού.

Άρθρο 9

Άμα τη ολοκληρώσει των συνεντεύξεων, η εξεταστική επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των επιτυχόντων υποψηφίων κατά σειρά επιτυχίας 7 ο κατάλογος αυτός διαβιβάζεται στον διευθυντή το ταχύτερο.

Εάν η εξεταστική επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ουδείς των υποψηφίων είναι κατάλληλος για τη θέση, ενημερώνει τον διευθυντή, ο οποίος επανεκδίδει το ταχύτερο την ανακοίνωση για τη θέση.

Άρθρο 10

Ο διευθυντής αποφασίζει το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της γνώμης της εξεταστικής επιτροπής. Ενημερώνει για την απόφασή του τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής.

Ο διευθυντής ενημερώνει τους υποψηφίους για το αποτέλεσμα της διαδικασίας.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 3

Συμψηφιστική άδεια και χρηματική αμοιβή των υπερωριών

Άρθρο 1

Εντός των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 33 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι υπερωρίες που πραγματοποιούνται από τους υπαλλήλους των μισθολογικών βαθμίδων 11 έως 13 του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης παρέχουν δικαίωμα συμψηφιστικής άδειας ή χρηματικής αμοιβής κατά τα οριζόμενα κατωτέρω:

α) κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας παρέχει δικαίωμα συμψηφιστικής άδειας μιάμισης ώρας, εκτός αν η υπερωρία πραγματοποιείται μεταξύ της 22ας και 7ης ώρας ή Κυριακή ή αργία, οπότε για κάθε ώρα εργασίας παρέχονται δύο ώρες συμψηφιστικής άδειας, η οποία χορηγείται αφού ληφθούν υπόψη οι υπηρεσιακές ανάγκες και οι προτιμήσεις του ενδιαφερομένου 7

β) αν οι υπηρεσιακές ανάγκες δεν επέτρεψαν τον συμψηφισμό αυτόν εντός των δύο μηνών που ακολουθούν το μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι υπερωρίες, ο διευθυντής εγκρίνει τη χρηματική αμοιβή των εν λόγω υπερωριών. Η αμοιβή ανέρχεται σε 0,578 % του μηνιαίου μισθού για κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας, με βάση τη ρύθμιση του ανωτέρω στοιχείου α) 7

γ) για να δοθεί συμψηφιστική άδεια ή χρηματική αμοιβή υπερωριακής εργασίας, πρέπει η εργασία να διαρκέσει περισσότερο από 30 λεπτά.

Άρθρο 2

Εάν ο υπάλληλος ευρίσκεται σε αποστολή εκτός έδρας, ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση στον τόπο αποστολής και την επιστροφή από αυτόν δεν υπολογίζεται ως υπερωρία κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος. Για τις ώρες εργασίας στον τόπο της αποστολής οι οποίες υπερβαίνουν το κανονικό ωράριο, δυνατόν να δοθεί συμψηφιστική άδεια ή χρηματική αμοιβή, ανάλογα με την απόφαση του διευθυντή.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 4

Άδειες

ΤΜΗΜΑ 1

Ετήσια άδεια

Άρθρο 1

Κατά το έτος της ανάληψης υπηρεσίας και το έτος της λήξης των καθηκόντων, το κλάσμα έτους παρέχει δικαίωμα αδείας δύο και ημισείας εγρασίμων ημερών αν πρόκειται για πλήρη μήνα εργασίας, δύο εργασίμων ημερών αν πρόκειται για διάστημα μικρότερο του μηνός και μεγαλύτερο από 15 ημέρες, μιας δε εργάσιμης ημέρας αν είναι ίσο ή μικρότερο από 15 ημέρες.

Άρθρο 2

Η ετήσια άδεια λαμβάνεται είτε εφάπαξ είτε τμηματικά, ανάλογα με τις προτιμήσεις του υπαλλήλου και αφού ληφθούν υπόψη οι ανάγκες της υπηρεσίας, περιλαμβάνει δε τουλάχιστον δύο συνεχείς εβδομάδες. Οι νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι δικαιούνται αδείας αφού συμπληρώσουν υπηρεσία τριών μηνών 7 δυνατόν να χορηγηθεί άδεια ενωρίτερα από τον διευθυντή σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες.

Άρθρο 3

Εάν κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας του ο υπάλληλος προσβληθεί από ασθένεια που θα τον εμπόδιζε να εκτελέσει τα καθήκοντά του εάν ήταν εν υπηρεσία, η ετήσια άδεια παρατείνεται κατά το διάστημα της ανικανότητας που αποδεικνύεται με ιατρική βεβαίωση.

Άρθρο 4

Αν ο υπάλληλος, για λόγους άσχετους προς τις ανάγκες της υπηρεσίας, δεν εξαντλήσει την ετήσια άδειά του εντός του οικείου ημερολογιακού έτους, η μεταφορά αδείας στο επόμενο έτος δεν υπερβαίνει τις 12 ημέρες, οι οποίες και εξαντλούνται υποχρεωτικά κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος.

Άρθρο 5

Αν για υπηρεσιακούς λόγους, ο υπάλληλος ανακληθεί στην υπηρεσία κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειάς του, ή ακυρωθεί η άδεια που του είχε χορηγηθεί, του επιστρέφεται το ποσό των εξόδων στα οποία αποδεδειγμένα υπεβλήθη συνεπεία του γεγονότος αυτού, και του παρέχεται νέα οδοιπορική άδεια.

ΤΜΗΜΑ 2

Ειδικές άδειες

Άρθρο 6

1. Εκτός από την ετήσια άδεια, δυνατόν να χορηγηθεί στον υπάλληλο, κατόπιν αιτήσεώς του, ειδική άδεια. Ειδικότερα οι περιπτώσεις που αναφέρονται κατωτέρω παρέχουν δικαίωμα τέτοιας άδειας ως εξής:

α) γάμος του υπαλλήλου: πέντε ημέρες 7

β) μετακόμιση του υπαλλήλου: μέχρι δύο ημέρες 7

γ) γέννηση ή γάμος τέκνου: δύο ημέρες 7

δ) θάνατος συζύγου: πέντε ημέρες 7

ε) θάνατος τέκνου: πέντε ημέρες 7

στ) θάνατος πατρός ή μητρός και αντιστοίχως πατρός ή μητρός του συζύγου: τρεις ημέρες 7

ζ) σοβαρή ασθένεια συζύγου: μέχρι τρεις ημέρες 7

η) σοβαρή ασθένεια τέκνου: μέχρι δύο ημέρες.

2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ) έως η), ο διευθυντής δύναται να παρατείνει την ειδική άδεια έως δέκα το πολύ ημέρες.

ΤΜΗΜΑ 3

Οδοιπορική άδεια

Άρθρο 7

1. Η διάρκεια των αδειών που προβλέπονται στο τμήμα 1 προσαυξάνεται με τέσσερις το πολύ ημέρες οδοιπορικής αδείας για τη μετάβαση και την επιστροφή που υπολογίζεται βάσει του συνήθους χρόνου που απαιτείται για απευθείας μετάβαση με το σιδηρόδρομο ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, με το αεροπλάνο, μεταξύ του τόπου της αδείας και του τόπου της υπηρεσίας, εάν η σιδηροδρομική απόσταση μεταξύ των δύο τόπων υπερβαίνει τα 350 χιλιόμετρα. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τόπος της αδείας προκειμένου για την ετήσια άδεια είναι ο τόπος καταγωγής ως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 του προσαρτήματος 5.

2. Σε περίπτωση ειδικών αδειών που προβλέπονται στο ανωτέρω τμήμα 2, η τυχόν οδοιπορική άδεια καθορίζεται κατόπιν ειδικής αποφάσεως, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων αναγκών.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 5

Αποδοχές και επιστροφή εξόδων

ΤΜΗΜΑ 1

Οικογενειακά επιδόματα

Άρθρο 1

1. Το επίδομα αρχηγού οικογενείας ανέρχεται σε 5 % του βασικού μισθού του υπαλλήλου και δεν υπερβαίνει το 5 % του ποσού που αντιστοιχεί στο τελευταίο κλιμάκιο της 6ης μισθολογικής βαθμίδας του άρθρου 45 του παρόντος κανονισμού.

2. Δικαιούνται επιδόματος αρχηγού οικογενείας:

α) ο έγγαμος υπάλληλος 7

β) ο υπάλληλος ο οποίος έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα κατά την έννοια του κατωτέρω άρθρου 2 παράγραφοι 2 και 3 7

γ) με ειδική και αιτιολογημένη απόφαση του διευθυντή, λαμβανομένη βάσει αποδεικτικών εγγράφων, ο υπάλληλος ο οποίος, αν και δεν πληροί τις προβλεπόμενες στα στοιχεία α) και β) προϋποθέσεις, φέρει όντως οικογενειακά βάρη.

3. Εάν ο σύζυγος του υπαλλήλου ασκεί κερδοσκοπική επαγγελματική δραστηριότητα η οποία, προ της αφαιρέσεως του φόρου, αποφέρει εισόδημα ανώτερο από τον ετήσιο βασικό μισθό ενός υπαλλήλου με τρίτο κλιμάκιο της κλίμακας 13, το επίδομα δεν καταβάλλεται, εκτός αν ληφθεί ειδική προς τούτο απόφαση του διευθυντή. Το επίδομα καταβάλλεται, ωστόσο, αν το ζεύγος έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα.

4. Εάν, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, δικαιούνται επιδόματος αρχηγού οικογενείας αμφότεροι οι απασχολούμενοι στην Europol σύζυγοι, το επίδομα καταβάλλεται στον πιο υψηλόμισθο.

5. Όταν ο υπάλληλος δικαιούται το επίδομα αρχηγού οικογενείας αποκλειστικά βάσει της παράγραφου 2 στοιχείο β), και η επιμέλεια όλων των συντηρούμενων τέκνων του, κατά την έννοια του παρακάτω άρθρου 2 παράγραφοι 2 και 3, έχει ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο δυνάμει του νόμου ή κατόπιν δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής, το επίδομα στέγης καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό για λογαριασμό και εξ ονόματος του υπαλλήλου. Για τα ενήλικα συντηρούμενα τέκνα, θεωρείται ότι ο όρος αυτός πληρούται εφόσον διαμένουν συνήθως με τον άλλο γονέα.

Εάν όμως η επιμέλεια των τέκνων του υπαλλήλου έχει ανατεθεί σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, το επίδομα αρχηγού οικογενείας κατανέμεται μεταξύ των προσώπων αυτών, ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων των οποίων έχουν την επιμέλεια.

Αν το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να καταβληθεί το επίδομα αρχηγού οικογενείας υπαλλήλου δυνάμει των προηγούμενων διατάξεων δικαιούται και αυτοτελώς το επίδομα αυτό, βάσει της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, καταβάλλεται μόνο το υψηλότερο επίδομα.

Άρθρο 2

1. Ο υπάλληλος που έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα δικαιούται, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3, επιδόματος 460 ολλανδικών φιορινίων μηνιαίως για κάθε συντηρούμενο τέκνο.

2. Ως συντηρούμενο τέκνο νοείται το νόμιμο, εξώγαμο ή θετό τέκνο του υπαλλήλου ή της συζύγου του, όταν συντηρείται πραγματικά από τον υπάλληλο.

Το αυτό ισχύει για το τέκνο που αποτελεί αντικείμενο αίτησης υιοθεσίας και για το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία υιοθεσίας.

3. Το επίδομα χορηγείται:

α) αυτοδικαίως, για τα τέκνα που δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών 7

β) κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως που υπαλλήλου, για τα τέκνα ηλικίας 18 έως 21 ετών που ευρίσκονται στο στάδιο της σχολικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.

4. Κατ' εξαίρεση, δυνατόν να εξομοιωθεί προς συντηρούμενο τέκνο, κατόπιν ειδικής αιτιολογημένης αποφάσεως του διευθυντή η οποία λαμβάνεται βάσει αποδεικτικών στοιχείων, κάθε πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει νόμιμη υποχρέωση διατροφής και του οποίου η συντήρηση συνεπάγεται για αυτόν σημαντική επιβάρυνση.

5. Εάν το τέκνο προσβληθεί από βαριά ασθένεια ή αναπηρία που το καθιστά ανίκανο να συντηρήσει εαυτόν, η καταβολή του επιδόματος συνεχίζεται, ανεξαρτήτως ηλικίας, όσο διαρκεί η ασθένεια ή η αναπηρία.

6. Έκαστο συντηρούμενο τέκνο, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, παρέχει δικαίωμα λήψεως ενός μόνο επιδόματος συντηρουμένου τέκνου.

7. Όταν η επιμέλεια του συντηρούμενου τέκνου, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, ανατίθεται σε άλλο πρόσωπο βάσει του νόμου ή κατόπιν δικαστικής αποφάσως ή αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής, το επίδομα καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό, για λογαριασμό και εξ ονόματος του υπαλλήλου.

Άρθρο 3

1. Ο υπάλληλος ο οποίος δικαιούται επιδόματος εκπατρισμού δικαιούται και σχολικού επιδόματος ίσου προς το 75 % των πραγματικών σχολικών εξόδων στα οποία υπεβλήθη, μέχρις του ποσού των 20 000 ολλανδικών φιορινίων ετησίως για κάθε συντηρούμενο τέκνο, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2, το οποίο είναι εγγεγραμμένο για πλήρη φοίτηση σε πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Το σχολικό επίδομα ανέρχεται σε 4 500 ολλανδικά φιορίνια ετησίως για όλους τους υπαλλήλους, εάν το τέκνο είναι εγγεγραμμένο για πλήρη φοίτηση σε τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Το δικαίωμα επιδόματος γεννάται την πρώτη ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο το τέκνο αρχίζει να φοιτά σε ίδρυμα στοιχειώδους εκπαίδευσης, και αποσβέννυται στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο το παιδί συμπληρώνει το 21ο έτος της ηλικίας του.

2. Το βάσει της παραγράφου 1 ποσόν ανέρχεται σε 27 000 ολλανδικά φιορίνια ετησίως, εάν το τέκνο παρουσιάζει μειονέκτημα που απαιτεί ειδική διδασκαλία ή άλλη εκπαίδευση αποσκοπούσα είτε στην ίαση είτε στην κοινωνική ένταξη του τέκνου. Ο περιορισμός του σχολικού επιδόματος, περί του οποίου το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, δεν ισχύει εν προκειμένω.

3. Εάν το τέκνο φοιτά σε εκπαιδευτικό ίδρυμα απέχον άνω των 50 χιλιομέτρων από τη Χάγη, στα ποσά που καταβάλλονται βάσει του παρόντος άρθρου προστίθενται και τροφεία, μέχρι συμπληρώσεως των ανωτάτων ορίων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.

4. Όταν η επιμέλεια του τέκνου για το οποίο ο υπάλληλος δικαιούται σχολικού επιδόματος ανατίθεται σε άλλο πρόσωπο, δυνάμει του νόμου ή κατόπιν δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής, το σχολικό επίδομα καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό για λογαριασμό και εξ ονόματος του υπαλλήλου. Στην περίπτωση αυτή, η ως άνω ελάχιστη απόσταση των 50 χιλιομέτρων, υπολογίζεται από τον τόπο διαμονής του προσώπου που έχει την επιμέλεια του τέκνου.

5. Εάν ιδρυθεί Ευρωπαϊκό Σχολείο στη Χάγη, το παρόν άρθρο θα αναπροσαρμοσθεί ανάλογα.

ΤΜΗΜΑ 2

Επίδομα εκπατρισμού

Άρθρο 4

1. Το κατ' άρθρο 47 του παρόντος κανονισμού επίδομα εκπατρισμού καταβάλλεται μηνιαίως ως εξής:

α) στους υπαλλήλους των βαθμίδων 1, 2 και 3: 2 000 ολλανδικά φιορίνια

β) στους υπαλλήλους των βαθμίδων 4, 5 και 6: 1 500 ολλανδικά φιορίνια

γ) στους υπαλλήλους των βαθμίδων 7, 8 και 9: 1 000 ολλανδικά φιορίνια

δ) στους υπαλλήλους των βαθμίδων 10, 11, 12 και 13: 800 ολλανδικά φιορίνια

2. Δικαιούνται επιδόματος εκπατρισμού:

α) ο υπάλληλος:

- ο οποίος δεν είναι ούτε υπήρξε υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του και

- ο οποίος δεν είχε συνήθη διαμονή ούτε άσκησε κατά συνήθη τρόπο, κατά την πενταετία η οποία έληξε έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κυρία επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις που προκύπτουν από την εργασία σε άλλο κράτος, σε διεθνή οργανισμό ή στη μονάδα ναρκωτικών της Europol 7

β) ο υπάλληλος ο οποίος, παρόλο που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους στο οποίο ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί, είχε τη συνήθη διαμονή του επί δέκα έτη λήγοντα κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, εκτός του εδάφους των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για λόγους διάφορους της άσκησης καθηκόντων στην υπηρεσία κράτους ή σε διεθνή οργανισμό.

3. Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, ο υπάλληλος, ο οποίος με το γάμο απέκτησε αυτεπάγγελτα, και χωρίς δυνατότητα αποποιήσεως, την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, εξομοιώνεται με τον υπάλληλο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση.

ΤΜΗΜΑ 3

Επιστροφή εξόδων

Α. Επίδομα ενοικίου

Άρθρο 5

Ο υπάλληλος ο οποίος απασχολείται δυνάμει συμβάσεως ορισμένου χρόνου και εισπράττει επίδομα εκπατρισμού, δικαιούται επιδόματος ενοικίου εάν το ενοίκιο που καταβάλλει υπερβαίνει το 25 % του καθαρού μηνιαίου μισθού του, εάν δικαιούται επιδόματος αρχηγού οικογενείας, ή το 30 % του καθαρού μηνιαίου μισθού του, εάν δεν δικαιούται του εν λόγω επιδόματος.

Το επίδομα ενοικίου κατά τα πρώτα δύο έτη, ισούται με το 80 % του ποσού κατά το οποίο το καταβαλλόμενο ενοίκιο υπερβαίνει τα προαναφερθέντα ποσά, κατά το τρίτο έτος με το 70 %, κατά το τέταρτο έτος με το 60 %, και κατά το πέμπτο και έκτο έτος με το 40 % των εν λόγω ποσών. Κατά τον υπολογισμό αυτόν, δεν λαμβάνονται υπόψη έξοδα ενοικίου υπερβαίνοντα το εύλογο ανώτατο όριο.

Ως εύλογο ανώτατο όριο ενοικίου νοείται το ποσό των 3 000 ολλανδικών φιορινίων για τον άγαμο, το ποσό των 4 000 ολλανδικών φιορινίων για τον έγγαμο ο οποίος συγκατοικεί με σύζυγο και ένα ή δύο τέκνα συντηρούμενα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2, και το ποσό των 5 000 ολλανδικών φιορινίων για τον έγγαμο υπάλληλο που συγκατοικεί με σύζυγο ή/και τρία ή περισσότερα τέκνα συντηρούμενα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2.

Στην αίτηση χορήγησης του επιδόματος ενοικίου ο υπάλληλος οφείλει να αναφέρει τις πραγματικές συνθήκες στέγασής του, αν δηλαδή συγκατοικεί με σύζυγο ή/και τέκνα, άλλως το εύλογο ανώτατο όριο ενοικίου υπολογίζεται με βάση τα ισχύοντα για τους άγαμους.

Το επίδομα ενοικίου επ' ουδενί υπερβαίνει το μικρότερο από τα εξής δύο ποσά: 40 % του πραγματικού ενοικίου ή του εύλογου ανώτατου ορίου.

Β. Έξοδα ταξιδίου

Άρθρο 6

1. Ο υπάλληλος δικαιούται επιστροφής των εξόδων ταξιδίου του ιδίου, του συζύγου και των συντηρουμένων και πράγματι συγκατοικούντων με αυτόν προσώπων:

α) κατά την ανάληψη καθηκόντων, από τον τόπο προσλήψεως στον τόπο τοποθετήσεως 7

β) όταν λύεται η σχέση εργασίας, κατά την έννοια των άρθρων 94-97 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως από τον τόπο τοποθετήσεως στον τόπο καταγωγής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 7

γ) για κάθε μετακίνηση που συνεπάγεται μεταβολή του τόπου τοποθετήσεως.

Σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου, ο επιζών σύζυγος και τα συντηρούμενα πρόσωπα δικαιούνται επιστροφής των εξόδων ταξιδίου υπό τους ίδιους όρους.

Τα έξοδα ταξιδίου καλύπτουν επίσης τα τυχόν έξοδα κράτησης θέσεων, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς των αποσκευών και, αν συντρέχει περίπτωση, τα έξοδα των απαραίτητων διανυκτερεύσεων σε ξενοδοχείο.

2. Η επιστροφή των εξόδων πραγματοποιείται βάσει:

- της συνήθους συντομότερης και οικονομικότερης σιδηροδρομικής διαδρομής μεταξύ του τόπου τοποθετήσεως και του τόπου προσλήψεως ή του τόπου καταγωγής,

- της τιμής πρώτης θέσεως για τους υπαλλήλους των βαθμίδων 1 έως 6 και της τιμής δεύτερης θέσεως για τους λοιπούς υπαλλήλους. Αν όμως το ταξίδι μετ' επιστροφής καλύπτει απόσταση 800 χιλιομέτρων και άνω, ισχύει το τιμολόγιο πρώτης θέσης και για τους λοιπούς υπαλλήλους,

- αν το ταξίδι περιλαμβάνει νυκτερινή διαδρομή διαρκείας τουλάχιστον έξι ωρών μεταξύ 22ας και 7ης ώρας, κλινάμαξα μέχρι της τιμής της τουριστικής θέσεως ή της τιμής της θέσεως με κουκέτα και αφού προσκομισθεί το εισιτήριο.

Όταν η διαδρομή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση υπερβαίνει τα 500 χιλιόμετρα, και στις περιπτώσεις που η συνήθης διαδρομή περιλαμβάνει διάβαση θαλάσσης, ο ενδιαφερομένους, μετά από προσκόμιση των εισιτηρίων, έχει δικαίωμα απόδοσης των εξόδων αεροπορικού εισιτηρίου στην οικονομικότερη θέση.

Αν χρησιμοποιηθεί διαφορετικό μεταφορικό μέσο από τα προβλεπόμενα ανωτέρω, η επιστροφή των εξόδων πραγματοποιείται βάσει της τιμής του σιδηροδρομικού εισιτηρίου της θέσεως στην οποία δικαιούται να ταξιδεύσει ο υπάλληλος, χωρίς κλινάμαξα. Αν ο υπολογισμός δεν είναι δυνατός επί αυτής της βάσεως, ο τρόπος επιστροφής των εξόδων καθορίζεται με ειδική απόφαση του διευθυντή.

3. Ο τόπος καταγωγής του υπαλλήλου καθορίζεται κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, αφού ληφθεί υπόψη ο τόπος προσλήψεώς του, ή ο τόπος όπου ευρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του. Ο καθορισμός αυτός δυνατόν ακολούθως να αναθεωρηθεί για όσο χρόνο ο ενδιαφερόμενος ευρίσκεται εν ενεργεία και επ' ευκαιρία της αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία, κατόπιν ειδικής αποφάσεως του διευθυντή. Εντούτοις, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ασκεί τα καθήκοντά του, η απόφαση αυτή λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετική περίπτωση και κατόπιν προσκομίσεως από τον ενδιαφερόμενο στοιχείων που αιτιολογούν δεόντως την αίτησή του.

Άρθρο 7

1. Ο υπάλληλος δικαιούται άπαξ ετησίως για τον εαυτό του και, αν δικαιούται επιδόματος αρχηγού οικογενείας, για τον σύζυγο και τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2, να του πληρώνονται κατ' αποκοπή έξοδα ταξιδίου από τον τόπο διορισμού στον τόπο καταγωγής, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο 6.3, εάν η μεταξύ τους απόσταση με το σιδηρόδρομο υπερβαίνει τα 350 χιλιόμετρα.

Όταν και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι της Europol, καθένας δικαιούται, για τον εαυτό του και για τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα, κατ' αποκοπή πληρωμή των εξόδων ταξιδίου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις. Για κάθε συντηρούμενο πρόσωπο γεννάται δικαίωμα μίας πληρωμής. Σε ό,τι αφορά τα συντηρούμενα τέκνα, η πληρωμή καθορίζεται σύμφωνα με την αίτηση καθενός των συζύγων βάσει του τόπου καταγωγής του ενός ή του άλλου συζύγου.

2. Η κατ' αποκοπή πληρωμή πραγματοποιείται βάσει της τιμής σιδηροδρομικού εισιτηρίου μεταβάσεως και επιστροφής στην πρώτη θέση για τους υπαλλήλους των βαθμίδων 1-6 και στη δεύτερη θέση για τους λοιπούς υπαλλήλους. Ωστόσο, αν η απόσταση μετ' επιστροφής είναι 800 χιλιόμετρα και άνω, η πληρωμή για τους υπαλλήλους των λοιπών βαθμίδων γίνεται βάσει της τιμής της πρώτης θέσης. Αν ο υπολογισμός αυτός δεν είναι δυνατός, οι λεπτομέρειες καθορίζονται με ειδική απόφαση του διευθυντή.

Αν η σιδηροδρομική απόσταση μεταξύ του τόπου υπηρεσίας και του τόπου καταγωγής υπερβαίνει τα 500 χιλιόμετρα και στις περιπτώσεις που η συνήθης διαδρομή περιλαμβάνει διάβαση θαλάσσης, ο ενδιαφερόμενος, μετά από προσκόμιση των εισιτηρίων, έχει δικαίωμα απόδοσης των εξόδων αεροπορικού εισιτηρίου στην οικονομικότερη θέση.

3. Εάν για το ταξίδι, περί του οποίου το παρόν άρθρο, ο υπάλληλος χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητό του, του καταβάλλονται 0,40 ολλανδικά φιορίνια ανά χιλιόμετρο, ποτέ όμως περισσότερα από όσα θα είχε καταβάλει αν είχε ταξιδέψει με μαζικό συγκοινωνιακό μέσον.

4. Οι προηγούμενες διατάξεις ισχύουν για τον υπάλληλο ο τόπος διορισμού και ο τόπος καταγωγής του οποίου βρίσκονται στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο υπάλληλος, ο τόπος καταγωγής ή/και ο τόπος διορισμού του οποίου βρίσκονται εκτός του εδάφους αυτού, δικαιούται για τον ίδιο και για την σύζυγο και τα συντηρούμενα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2, μία φορά κάθε ημερολογιακό έτος και με την υποβολή αποδεικτικών, να του επιστραφούν τα έξοδα ταξιδίου στον τόπο καταγωγής του ή, μέσα στα όρια των εξόδων αυτών, τα έξοδα ταξιδίου σε άλλο τόπο.

Πάντως, στην περίπτωση που ο σύζυγος και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεν διαμένουν με τον υπάλληλο στον τόπο εργασίας, τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται, μία φορά κάθε ημερολογιακό έτος και αφού υποβάλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, επιστροφή των εξόδων ταξιδίου από τον τόπο καταγωγής στον τόπο εργασίας ή, μέχρι το ύψος του ποσού αυτού, επιστροφή των εξόδων ταξιδίου προς άλλο τόπο.

Γ. Έξοδα μετακομίσεως

Άρθρο 8

1. Τα έξοδα που πραγματοποιούνται κατά τη μετακόμιση της οικοσκευής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων ασφαλίσεως για την κάλυψη των συνήθων κινδύνων (διάρρηξη, κλοπή, πυρκαγιά), επιστρέφονται στον υπάλληλο που υποχρεώνεται να αλλάξει κατοικία, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και στον οποίο δεν επιστρέφονται τα εν λόγω έξοδα από άλλη πηγή. Το ύψος των επιστρεφομένων εξόδων δεν υπερβαίνει μια προηγουμένως εγκριθείσα προσφορά. Δύο τουλάχιστον προσφορές υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες της Europol, οι οποίες αν κρίνουν ότι είναι υπέρογκα τα σχετικά ποσά, επιλέγουν άλλη μεταφορική επιχείρηση, οπότε το ύψος των εξόδων μετακομίσεως που δικαιούται ο υπάλληλος δυνατόν να περιορισθεί στο ποσό της προσφοράς της εν λόγω επιχειρήσεως.

2. Κατά τη λήξη των καθηκόντων ή σε περίπτωση θανάτου, τα έξοδα μετακομίσεως υπολογίζονται από τον τόπο τοποθετήσεως στον τόπο καταγωγής, επιστρέφονται δε με την ίδια διαδικασία.

Αν ο αποβιώσας υπάλληλος ήταν άγαμος, τα έξοδα αυτά επιστρέφονται στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα.

3. Τα έξοδα μετακομίσεως επιστρέφονται εφόσον πραγματοποιηθούν εντός ενός έτους από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, ή εντός τριών ετών από τη λήξη των καθηκόντων.

Τα έξοδα μετακομίσεως που πραγματοποιούνται μετά τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών δυνατό να επιστραφούν μόνο κατ' εξαίρεση και κατόπιν ειδικής αποφάσεως του διευθυντού.

Δ. Έξοδα αποστολής

Άρθρο 9

1. Ο υπάλληλος που ταξιδεύει δεόντως εξουσιοδοτημένος για τις ανάγκες υπηρεσιακής αποστολής (στο εξής «αποστολή») δικαιούται να λάβει τα έξοδα ταξιδίου, τα έξοδα διαμονής, καθώς και ημερήσια αποζημίωση, κατά τα οριζόμενα ακολούθως.

2. Η εξουσιοδότηση αναφέρει την πιθανή διάρκεια της αποστολής, βάσει της οποίας υπολογίζεται το ύψος της προκαταβολής που είναι δυνατόν να εισπράξει ο υπάλληλος έναντι των εξόδων διαβίωσης και μεταφοράς. Δεν δίδεται προκαταβολή, ειμή μόνον με ειδική απόφαση, αν πιθανολογείται ότι λόγω της αποστολής η απουσία του υπαλλήλου δεν θα διαρκέσει άνω των 24 ωρών, όταν η αποστολή λαμβάνει χώρα σε κράτος που χρησιμοποιεί το ίδιο νόμισμα με το κράτος στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος.

Άρθρο 10

1. Τα έξοδα ταξιδίου για τους υπαλλήλους που ευρίσκονται σε αποστολή καλύπτουν τα έξοδα σιδηροδρομικής μεταφοράς σε πρώτη θέση από τη συντομότερη διαδρομή.

Τα έξοδα ταξιδίου περιλαμβάνουν και τα εξής:

- έξοδα μεταφοράς από και προς το σταθμό, λιμένα ή αερολιμένα, τόσο κατά τη μετάβαση όσο και κατά την επιστροφή,

- τα έξοδα για την κράτηση θέσεων και τη μεταφορά των απαραιτήτων αποσκευών,

- την επιβάρυνση για τις κλινάμαξες (που επιστρέφεται κατόπιν προσκομίσεως της αποδείξεως) αν το ταξίδι περιλαμβάνει νυκτερινή διαδρομή διαρκείας τουλάχιστον έξι ωρών μεταξύ 22.00 και 7.00:

- στην κατηγορία «μονόκλινο» ή, ελλείψει μονοκλίνου, στην κατηγορία «ειδική θέση» για τον διευθυντή και τους αναπληρωτές ή βοηθούς διευθυντές,

- στην κατηγορία «δίκλινο» για τους λοιπούς υπαλλήλους,

- αν η αμαξοστοιχία δεν διαθέτει κλινάμαξα της κατηγορίας που αντιστοιχεί στο βαθμό του υπαλλήλου, επιστρέφονται τα έξοδα της αμέσως ανώτερης κατηγορίας.

2. Δυνατόν να επιτραπεί στον υπάλληλο να ταξιδέψει αεροπορικώς με το οικονομικότερο εισιτήριο, το οποίο, για μεν τους υπαλλήλους των βαθμίδων 1 έως 4 είναι το εισιτήριο διακεκριμένης θέσεως, για δε τους λοιπούς το εισιτήριο οικονομικής θέσεως.

Στους υπαλλήλους που συνοδεύουν υπαλλήλους των βαθμίδων 1 έως 4 σε ορισμένη αποστολή, είναι δυνατό, με απόφαση του διευθυντού, να αποδοθούν για την αποστολή αυτή και μετά από προσκόμιση των εισιτηρίων, τα έξοδα της διαδρομής στη θέση που χρησιμοποίησε το μέλος της Europol.

Εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι απαιτούμενες βάσει των κανόνων που θεσπίζει το διοικητικό συμβούλιο, στους υπαλλήλους οι οποίοι μετακινούνται υπό ιδιαίτερα κοπιαστικές συνθήκες, είναι δυνατό, κατόπιν αποφάσεως του διευθυντή και προσκομίσεως των εισιτηρίων, να επιστραφεί το κόστος διαδρομής στη θέση που χρησιμοποιήθηκε.

3. Στην περίπτωση των θαλάσσιων ταξιδίων, η κατηγορία στην οποία δικαιούται να ταξιδέψει ο υπάλληλος, αποφασίζεται κάθε φορά από τον διευθυντή.

4. Στους υπαλλήλους είναι δυνατό να επιτραπεί η χρησιμοποίηση του ιδιωτικού τους αυτοκινήτου σε μία ορισμένη υπηρεσιακή αποστολή, υπό τον όρο ότι δεν θα προκαλέσει σημαντική παράταση του χρόνου της αποστολής.

Στην περίπτωση αυτή, τα έξοδα ταξιδίου υπολογίζονται εφαρμοζομένης της παραγράφου 1.

Εάν όμως ο υπάλληλος ταξιδεύει τακτικά και υπό ειδικές συνθήκες προς εκτέλεση αποστολής, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίσει ότι αντί της τιμής του εισιτηρίου του σιδηροδρόμου, θα του επιστρέφονται τα έξοδα ανά διανυόμενο χιλιόμετρο, εάν η χρήση των συγκοινωνιακών μέσων και η επί κανονικής βάσεως επιστροφή των εξόδων που αντιστοιχούν σ' αυτήν παρουσιάζουν σαφή μειονεκτήματα.

Ο υπάλληλος στον οποίο έχει επιτραπεί η χρησιμοποίηση του ιδιωτικού του αυτοκινήτου φέρει πλήρως την ευθύνη για τις ζημίες του αυτοκινήτου του ή τρίτων. Ο υπάλληλος οφείλει να είναι εφοδιασμένος με ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο να καλύπτει την αστική του ευθύνη εντός των ορίων που κρίνονται επαρκή από τον διευθυντή.

5. Τα έξοδα ταξί ή ενοικιάσεως αυτοκινήτου επιστρέφονται πλήρως, εάν κριθούν απαραίτητα για τη διεκπεραίωση αποστολής από νομίμως εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της Europol.

Άρθρο 11

Τα ποσά τα τυχόν επιστρεφόμενα από τρίτους για έξοδα περί των οποίων το παρόν τμήμα, αφαιρούνται από το ποσό την επιστροφή του οποίου δικαιούται ο υπάλληλος. Εάν οι δαπάνες κινήσεως και διαμονής επιστρέφονται σύμφωνα με το σύστημα που εφαρμόζει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο υπάλληλος δεν δικαιούται επιστροφής εξόδων δυνάμει του παρόντος.

Άρθρο 12

Εάν ο υπάλληλος αποδείξει ότι, κατά τη διάρκεια του υπηρεσιακού ταξιδίου, υπεβλήθη σε έξοδα λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, δυνατόν να του χορηγηθεί ποσό προς κάλυψη αυτών των δαπανών, στο βαθμό που υποχρεώθηκε να καταβάλει τα σχετικά ποσά εξόδων.

Εάν ο υπάλληλος αποδείξει ότι υπεβλήθη σε έξοδα λόγω απωλείας ή κλοπής ή ζημίας των αποσκευών τις οποίες χρειαζόταν στην αποστολή, δυνατόν να του επιστραφεί κάποιο ποσό, το οποίο δεν υπερβαίνει το σχετικό ανώτατο όριο που καθορίζεται από τον διευθυντή.

Άρθρο 13

1. Τα έξοδα διαμονής επιστρέφονται σύμφωνα με τους κανόνες που θέτει το διοικητικό συμβούλιο.

Δεν επιστρέφονται έξοδα διαμονής πραγματοποιηθέντα:

α) στο πλαίσιο αποστολής διαρκείας κατώτερης των τεσσάρων ωρών 7

β) στο πλαίσιο ενός τμήματος αποστολής κάτω των τεσσάρων ωρών, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις Κάτω Χώρες, αμέσως πριν ή αμέσως μετά από αεροπορικό ή θαλάσσιο ταξίδι.

2. Ο υπάλληλος που δικαιούται επιστροφής εξόδων καταλύματος, εισπράττει το ποσό το οποίο κατέβαλε για το κατάλυμα.

3. Έξοδα φαγητού δεν επιστρέφονται αν, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο υπάλληλος είχε τη δυνατότητα να σιτίζεται (με κάποιο αντάλλαγμα ή δωρεάν), εκτός αν αποδείξει ότι αδυνατούσε να κάνει χρήση αυτής της ευχέρειας.

4. Ο διευθυντής δικαιούται να μειώσει το ποσό το επιστρεφόμενο βάσει της παραγράφου 2, εάν κρίνει ότι η μείωση δικαιολογείται από τη φύση της δραστηριότητας ή τις συνθήκες ταξιδιού του συγκεκριμένου υπαλλήλου και αν ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να πραγματοποιεί πολυάριθμες αποστολές.

5. Ο διευθυντής δικαιούται να αυξήσει το επιστρεφόμενο ποσό καθ' υπέρβαση των προβλεπομένων στο παρόν άρθρο, και να αποφασίσει μέχρι και πλήρη επιστροφή εξόδων, εάν, λόγω ασυνήθων περιστάσεων, το επιστρεπτέο ποσό δεν επαρκεί για την κάλυψη των πραγματικών δαπανών διαμονής του υπαλλήλου, εφόσον ο τελευταίος προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά.

Άρθρο 14

Τις λεπτομέρειες της επιστροφής των ημερήσιων εξόδων συντήρησης και διαμονής καθορίζουν κανόνες που αποφασίζονται από το διοικητικό συμβούλιο.

Ε. Κατ' αποκοπήν επιστροφή εξόδων

Άρθρο 15

1. Όταν ο διευθυντής και οι αναπληρωτές διευθυντές, λόγω των καθηκόντων τους, υποβάλλονται σε έξοδα παραστάσεως, το διοικητικό συμβούλιο δυνατόν να τους χορηγήσει σχετικό πάγιο επίδομα, το οποίο θα καθορίσει με γνώμονα τα πραγματικά έξοδα.

2. Στην περίπτωση των υπαλλήλων οι οποίοι, κατόπιν ειδικών εντολών, υποβάλλονται κατά καιρούς σε έξοδα παραστάσεως για υπηρεσιακούς σκοπούς, το επιστρεπέο ποσό καθορίζεται από τον διευθυντή επί τη βάσει των σχετικών αποδείξεων.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 6

Συνταξιοδοτικό καθεστώς

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

1. Αν η ιατρική εξέταση που προηγείται της αναλήψεως των καθηκόντων δείξει ότι ο υπάλληλος πάσχει από ασθένεια ή αναπηρία, ο διευθυντής δυνατόν να αποφασίσει να του χορηγηθούν τα προβλεπόμενα επιδόματα αναπηρίας ή θανάτου μόνο μετά τέσσερα έτη από την ημερομηνία της εισόδου του στην υπηρεσία της Europol, καθόσον αφορά τά επακόλουθα ή τις συνέπειες της εν λόγω ασθένειας ή αναπηρίας.

2. Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε «άδεια για εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων» υπό τους όρους του άρθρου 42 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης παύει να απολαύει των εγγυήσεων που προβλέπονται λόγω αναπηρίας ή θανάτου για τα άμεσα επακόλουθα των ατυχημάτων που συνέβησαν ή των ασθενειών από τις οποίες έχει προσβληθεί συνεπεία της θητείας αυτής. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν θίγουν τα δικαιώματα συνταξιοδοτήσεως τα οποία είχαν κτηθεί από τον υπάλληλο κατά την ημέρα της θέσεώς του στην άδεια αυτή.

3. Ό,τι ισχύει βάσει του παρόντος προσαρτήματος για τις χήρες ή διαζευγμένες συζύγους, ισχύει και για τους χήρους ή διαζευγμένους συζύγους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΣΥΝΤΑΞΗ ΓΗΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΕΩΣ

Τμήμα 1

Σύνταξη γήρατος

Άρθρο 2

Η σύνταξη γήρατος εκκαθαρίζεται βάσει του συνολικού αριθμού συνταξίμων ετών του υπαλλήλου. Κάθε έτος υπηρεσίας που υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται κατωτέρω στο άρθρο 3 αντιστοιχεί σε ένα συντάξιμο έτος, κάθε δε ολόκληρος μήνας σε ένα δωδέκατο ενός συνταξίμου έτους.

Ο ανώτατος αριθμός των συνταξίμων ετών που είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό δικαιωμάτων συντάξεων γήρατος καθορίζεται σε 35.

Άρθρο 3

Για τον υπολογισμό των κατ' άρθρο 2 συνταξίμων ετών, λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

α) ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, τον οποίο διήνυσε ο υπάλληλος της Europol, κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης 7

β) ο κατ' άρθρο 41 του αυτού κανονισμού χρόνος αδείας άνευ αποδοχών,

εφόσον ο υπάλληλος κατέβαλλε κανονικά τις συνταξιοδοτικές εισφορές του κατά τα διαστήματα αυτά.

Άρθρο 4

Ο υπάλληλος ο οποίος, αφού εργάστηκε στην Europol για ένα χρονικό διάστημα ως υπάλληλος, επανέρχεται σ' αυτήν, αποκτά και νέα δικαιώματα σύνταξης. Στον υπολογισμό των δικαιωμάτων σύνταξης μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του ως υπαλλήλου, για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές, υπό τον όρο ότι θα επιστρέψει τα σχετικά ποσά που του έχουν ενδεχομένως καταβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος προσαρτήματος ή το άρθρο 77 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή τα οποία έχει εισπράξει ως σύνταξη γήρατος. Το σύνολο των ποσών αυτών προσαυξάνεται ανατοκιζόμενο προς 3,5 % ετησίως.

Εάν ο υπάλληλος, ο οποίος δικαιούται σύνταξης γήρατος, δεν επιστρέψει τα σχετικά ποσά όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, του αποδίδεται ποσό που αντιπροσωπεύει το ασφαλιστικό ισοδύναμο της σύνταξης γήρατος, κατά την ημερομηνία που έπαψε να του καταβάλλεται η σύνταξη αυτή, ανατοκιζόμενο προς 3,5 % το χρόνο, υπό μορφή σύνταξης γήρατος, η καταβολή της οποίας αναβάλλεται μέχρις ότου εξέλθει από την υπηρεσία.

Σε περίπτωση που ο υπάλληλος, κατά την οριστική έξοδο από την υπηρεσία, δικαιούται εφάπαξ αποζημίωση λόγω εξόδου από την υπηρεσία, η αποζημίωση αυτή μειώνεται κατά το ποσό των πληρωμών που έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 79 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Όταν ο ενδιαφερόμενος δικαιούται σύνταξης γήρατος, τα δικαιώματα σύνταξης μειώνονται ανάλογα με το ποσό των πληρωμών που έγιναν σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

Άρθρο 5

Ως ελάχιστο όριο διαβιώσεως για τον υπολογισμό των παροχών λαμβάνεται ο βασικός ακαθάριστος μισθός υπαλλήλου στο πρώτο κλιμάκιο της βαθμίδας 13, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν έχει συνταξιοδοτικά δικαιώματα από άλλη πηγή.

Άρθρο 6

Το αναλογιστικό στατιστικό ισοδύναμο της συντάξεως γήρατος ορίζεται ίσο με την αξία σε κεφάλαιο των παροχών που αναλογούν στον υπάλληλο, και υπολογίζεται σύμφωνα με τους τελευταίους πίνακες θνησιμότητας που εκδίδονται από τις αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 35 και βάσει επιτοκίου 3,5 % ετησίως.

Άρθρο 7

Ο υπάλληλος, του οποίου τα καθήκοντα λήγουν πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας, δικαιούται να ζητήσει:

- να αναβληθεί η έναρξη καταβολής της συντάξεώς του μέχρι την πρώτη του ημερολογιακού μηνός ο οποίος έπεται του μηνός κατά τον οποίο θα συμπληρώσει τα 62 έτη, ή

- να αρχίσει πάραυτα η καταβολή της συντάξεως, εάν έχει συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας, οπότε η σύνταξη μειώνεται κατά ένα ποσό που υπολογίζεται ανάλογα με την ηλικία του υπαλλήλου κατά το χρόνο της συνταξιοδότησής του, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Άρθρο 8

Το δικαίωμα συντάξεως γήρατος καθίσταται ενεργό την πρώτη του ημερολογιακού μηνός μετά το μήνα κατά τον οποίο ο υπάλληλος κατέστη συνταξιοδοτήσιμος είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεώς του. Μέχρις ότου αρχίσει η καταβολή της συντάξεως, ο υπάλληλος εισπράττει τις αποδοχές του.

Άρθρο 9

1. Ο υπάλληλος ο οποίος αποχωρεί από την Europol προκειμένου:

- να τεθεί στην υπηρεσία δημόσιας διοικήσεως ή εθνικού ή διεθνούς οργανισμού που έχει συνάψει συμφωνία με την Europol,

- να ασκήσει μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα από την οποία αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα στα πλαίσια ενός συστήματος, οι διαχειριστικοί οργανισμοί του οποίου έχουν συνάψει συμφωνία με την Europol,

δικαιούται να μεταφέρει στο ταμείο συντάξεων της ανωτέρω διοικήσεως ή οργανισμού ή στο ταμείο στο οποίο ο υπάλληλος αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα από μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, το αναλογιστικό στατιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει στην Europol.

2. Ο υπάλληλος ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα στην Europol:

- μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε δημόσια διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό, ή

- μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας,

έχει την ευχέρεια, κατά το χρόνο της μονιμοποίησής του, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στο κατ' άρθρο 37 ταμείο της Europol, είτε το αναλογιστικό ισοδύναμο, είτε το κατ' αποκοπήν ποσό της εξαγοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων δραστηριοτήτων.

Στην περίπτωση αυτή η Europol καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη τη βαθμίδα μονιμοποιήσεως, τον αριθμό των συνταξίμων ετών που του αναγνωρίζει σύμφωνα με το καθεστώς που τον διέπει, δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας, βάσει του ποσού του αναλογιστικού ισοδυνάμου του κατ' αποκοπή ποσού της εξαγοράς.

3. Η παράγραφος 2 ισχύει επίσης και για τον υπάλληλο ο οποίος επανέρχεται στην υπηρεσία μετά από άδεια άνευ αποδοχών βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Τμήμα 2

Επίδομα αποχωρήσεως

Άρθρο 10

Ο υπάλληλος ηλικίας κάτω των 62 ετών του οποίου τα καθήκοντα λήγουν οριστικά για άλλο λόγο εκτός από το θάνατο ή την αναπηρία και ο οποίος δεν δικαιούται συντάξεως γήρατος και δεν δύναται να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 9 παράγραφος 1, δικαιούται, κατά την αποχώρησή του, σε καταβολή:

α) του αθροίσματος των ποσών που έχουν παρακρατηθεί από το βασικό μισθό του ως συνταξιοδοτική εισφορά, ανατοκισμένο προς 3,5 % ετησίως 7

β) εφόσον η σύμβασή του δεν έχει λυθεί για πειθαρχικούς λόγους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 88 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, επιδόματος αποχωρήσεως αναλόγου προς τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας και ίσου προς το γινόμενο του τελευταίου ακαθάριστου βασικού μισθού προς τον αριθμό των ετών υπηρεσίας. Στις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 11 παράγραφος 2, η προϋπηρεσία λογίζεται ως πραγματική υπηρεσία μέχρι του αριθμού των ετών τα οποία αναγνώρισε η Europol ως συντάξιμα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9 παράγραφος 2 7

γ) του συνολικού ποσού που έχει καταβάλει στο κατ' άρθρο 37 ταμείο της Europol, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2, ανατοκισμένου προς 3,5 % ετησίως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

Άρθρο 11

Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 1 παράγραφος 1, αν αναγνωρισθεί από τη Επιτροπή αναπηρίας ότι, καθ' ον χρόνο ένας υπάλληλος κάτω των 65 ετών αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, πάσχει από ολική μόνιμη αναπηρία, η οποία τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν σε θέση της μισθολογικής βαθμίδας του και υποχρεούται ως εκ τούτου να πάψει να ασκεί τα καθήκοντά του στην Europol, ο υπάλληλος αυτός δικαιούται, επί όσο χρόνο διαρκεί η ανικανότητά του, συντάξεως αναπηρίας βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Η σύνταξη αναπηρίας και η σύνταξη γήρατος δεν καταβάλλονται αθροιστικά.

Άρθρο 12

Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας γεννάται την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί τη συνταξιοδότηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Όταν ο πρώην υπάλληλος παύει να πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας, επαναφέρεται υποχρεωτικά στην πρώτη κενή θέση της μισθολογικής του βαθμίδας και της κατηγορίας του, υπό τον όρο ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα για την εν λόγω θέση. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί το δικαίωμα επαναφοράς του σε θέση της μισθολογικής βαθμίδας και της κατηγορίας του, όταν δημιουργηθεί παρόμοια κενή θέση και υπό τον αυτό όρο. Σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως, δυνατόν να υποχρεωθεί σε παραίτηση.

Σε περίπτωση θανάτου του πρώην υπαλλήλου που δικαιούται συντάξεως αναπηρίας, το δικαίωμα επί της συντάξεως αυτής αποσβέννυται στο τέλος του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο απεβίωσε.

Άρθρο 13

Εάν ο πρώην υπάλληλος που απολαύει συντάξεως αναπηρίας δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 62 ετών, το όργανο δικαιούται να τον υποβάλλει περιοδικά σε εξέταση, για να βεβαιώνεται αν εξακολουθεί να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτής της συντάξεως.

Εάν προσβληθεί από αναπηρία υπάλληλος απασχολούμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η υπηρεσία του κράτους, απ' όπου είναι αποσπασμένος, δικαιούται κατά την ημερομηνία στην οποία κανονικά θα έληγε η σύμβαση, να τον υποβάλει σε ιατρική εξέταση για να διαπιστωθεί αν είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου καθήκοντα σ' αυτήν.

Εάν υπάλληλος ο οποίος δικαιούται λαμβάνειν σύνταξη αναπηρίας από την Europol, εισπράττει είτε σύνταξη αναπηρίας από εθνικό φορέα ασφαλίσεως μισθωτών είτε επαγγελματικό εισόδημα, η σύνταξη αναπηρίας της Europol μειώνεται τόσο ώστε το καθαρό άθροισμα των εισπραττόμενων επί μέρους ποσών να μην υπερβαίνει το κατ' άρθρο 65 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ανώτατο εισπρακτέο ποσό.

Άρθρο 14

Όταν πρώην υπάλληλος, δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας, επανενταχθεί στην Europol, ο χρόνος, κατά τον οποίο εισέπραττε σύνταξη αναπηρίας, συνυπολογίζεται, ως συντάξιμος, χωρίς υποχρέωση αναδρομικής καταβολής εισφορών ή άλλων ποσών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΣΥΝΤΑΞΗ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ

Άρθρο 15

Η χήρα υπαλλήλου ο οποίος απεβίωσε ευρισκόμενος σε ενεργό υπηρεσία ή άδεια άνευ αποδοχών σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, δικαιούται, εφόσον είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1 παράγραφος 1 και του άρθρου 21, συντάξεως χηρείας ίσης με το 60 % της συντάξεως γήρατος που θα κατεβάλλετο στον υπάλληλο, αν εδικαιούτο να την απαιτήσει, ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας ή την ηλικία του, κατά το χρόνο του θανάτου.

Η διάρκεια του γάμου δεν λαμβάνεται υπόψη, αν ένα ή περισσότερα τέκνα προέρχονται από αυτό το γάμο ή από προγενέστερο γάμο του υπαλλήλου, εφόσον η χήρα επιμελείται ή έχει επιμεληθεί αυτών των τέκνων ή αν ο θάνατος του υπαλλήλου προήλθε από σωματικό μειονέκτημα ή από ασθένεια από την οποία προσεβλήθη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή από ατύχημα.

Άρθρο 16

Η χήρα πρώην υπαλλήλου δικαιούχου συντάξεως γήρατος δικαιούται, με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 21 και εφόσον κατά το χρόνο αποχωρήσεως του υπαλλήλου από την υπηρεσία είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος, συντάξεως χηρείας ίσης με το 60 % της συντάξεως γήρατος της οποίας ειδικαιούτο ο σύζυγός της κατά την ημέρα του θανάτου του. Το ελάχιστο της συντάξεως αυτής είναι το 35 % του τελευταίου βασικού μισθού. Εντούτοις, το ποσό της εν λόγω συντάξεως δεν υπερβαίνει το ποσό της συντάξεως γήρατος την οποία ελάμβανε ο δικαιούχος κατά το χρόνο του θανάτου του.

Η διάρκεια του γάμου δεν λαμβάνεται υπόψη, αν ένα ή περισσότερα τέκνα προέρχονται από γάμο του υπαλλήλου που είχε συναφθεί πριν από τη λήξη της δραστηριότητας του συζύγου, εφόσον η χήρα επιμελείται ή έχει επιμεληθεί αυτών των τέκνων.

Άρθρο 17

Η χήρα πρώην υπαλλήλου που έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του πριν από την ηλικία των 62 ετών, και ο οποίος έχει ζητήσει να αναβληθεί η χορήγηση συντάξεως γήρατος μέχρι την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα μετά το μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του, δικαιούται, με την επιφύλαξη του άρθρου 21, συντάξεως γήρατος ίσης προς το 60 % της συντάξεως που θα καταβαλλόταν στο σύζυγό της άμα τη συμπληρώσει του 62ου έτους. Το κατώτατο όριο σύνταξης χηρείας είναι το 35 % του τελευταίου βασικού μισθού. Επίσης η σύνταξη χηρείας δεν υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης γήρατος την οποία θα ελάμβανε ο υπάλληλος άμα τη συμπληρώσει του 62ου έτους.

Η διάρκεια του γάμου δεν λαμβάνεται υπόψη αν ένα ή περισσότερα τέκνα προέρχονται από γάμο του πρώην υπαλλήλου που είχε συναφθεί πριν από τη λήξη της δραστηριότητας του συζύγου, εφόσον η χήρα επιμελείται ή έχει επιμεληθεί αυτών των τέκνων.

Άρθρο 18

Η χήρα πρώην υπαλλήλου δικαιούχου συντάξεως αναπηρίας, εφόσον ήταν σύζυγός του κατά την έναρξη της συνταξιοδοτήσεώς του, δικαιούται, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21, συντάξεως ίσης με το 60 % της συντάξεως αναπηρίας που ελάμβανε ο σύζυγός της κατά την ημέρα του θανάτου του ή θα ελάμβανε κατά τον αυτό χρόνο, αν δεν υπαγόταν σε διατάξεις απαγορεύουσες τη σώρευση.

Εάν η χήρα συνταξιοδοτείται από άλλη πηγή, η σύνταξη χηρείας της Europol μειώνεται τόσο ώστε η χήρα να μην εισπράττει ποσό υπερβαίνον το ανώτατο όριο το οριζόμενο στο παρόν άρθρο.

Η ελάχιστη σύνταξη χηρείας ισούται με το 35 % του τελευταίου βασικού μισθού. Εξάλλου, η σύνταξη χηρείας δεν υπερβαίνει τη σύνταξη αναπηρίας που εισέπραττε ο σύζυγός της κατά το χρόνο του θανάτου του.

Άρθρο 19

Η πλήρωση της χρονικής προϋποθέσεως που προβλέπεται στα άρθρα 15, 16 και 17 δεν απαιτείται, αν ο γάμος, έστω και αν συνήφθη μετά τη λήξη της δραστηριότητας του υπαλλήλου, διήρκησε τουλάχιστον πέντε έτη.

Άρθρο 20

1. Η σύνταξη ορφανού που προβλέπεται στο άρθρο 69 παράγραφοι 1, 2 και 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης καθορίζεται, για το πρώτο ορφανό, στα οκτώ δέκατα της συντάξεως επιζώντων που θα εδικαιούτο η χήρα του υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ο οποίος δικαιούται σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας χωρίς τις μειώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23.

Δεν είναι κατώτερη από το ελάχιστο όριο διαβιώσεως, με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 21 του παρόντος προσαρτήματος.

2. Η σύνταξη αυτή προσαυξάνεται, για καθένα από τα συντηρούμενα τέκνα από του δευτέρου, με ποσό ίσο με το διπλάσιο του επιδόματος συντηρουμένων τέκνων.

Το ορφανό δικαιούται σχολικού επιδόματος υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του προσαρτήματος 5.

3. Το συνολικό ποσό της συντάξεως και των επιδομάτων που υπολογίζονται ούτως κατανέμεται ισομερώς μεταξύ των ορφανών που έλκουν δικαίωμα.

Άρθρο 21

Εάν συντρέχουν χήρα και ορφανά από προηγούμενο γάμο ή άλλοι που έλκουν δικαίωμα, η ολική σύνταξη, που υπολογίζεται ως σύνταξη χήρας που συντηρεί αυτά τα πρόσωπα, κατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ανάλογα με τις συντάξεις που θα απονέμονταν στις διαφορετικές ομάδες, αν απονέμονταν χωριστά.

Εάν συντρέχουν ορφανά από διαφορετικούς γάμους, η ολική σύνταξη, που υπολογίζεται σαν να προέρχονταν όλα από τον ίδιο γάμο, κατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερομένων ανάλογα με τις συντάξεις που θα απονέμονταν στις διαφορετικές ομάδες, αν απονέμονταν χωριστά.

Για τον υπολογισμό της ως άνω κατανομής, τα τέκνα που προέρχονται από προηγούμενο γάμο ενός των συζύγων και αναγνωρίζονται ως συντηρούμενα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 του προσαρτήματος 5, συμπεριλαμβάνονται στην ομάδα των τέκνων που προέρχονται από το γάμο με τον υπάλληλο ή πρώην υπάλληλο ο οποίος δικαιούται σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας.

Στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου, οι ανιόντες που αναγνωρίζονται ως συντηρούμενοι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 2 του προσαρτήματος 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εξομοιώνονται με τα συντηρούμενα τέκνα, και για τον υπολογισμό της κατανομής συμπεριλαμβάνονται στην ομάδα των κατιόντων.

Άρθρο 22

Το δικαίωμα συντάξεως επιζώντων γεννάται από την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί το θάνατο του υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ο οποίος δικαιούται σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας. Εντούτοις, όταν ο θάνατος του υπαλλήλου ή του διαικούχου συντάξεως δικαιολογεί την πληρωμή που προβλέπεται στο άρθρο 48, το δικαίωμα καθίσταται ενεργό την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα από το μήνα του θανάτου.

Το δικαίωμα συντάξεως επιζώντων ληγεί στο τέλος του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος του δικαιούχου ή κατά την διάρκεια του οποίου ο δικαιούχος παύει να πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης της συντάξεως.

Άρθρο 23

Αν η διαφορά ηλικίας μεταξύ του αποβιώσαντος υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας και της συζύγου του, αφαιρουμένου του διαστήματος του γάμου τους, είναι μεγαλύτερη από δέκα έτη, η σύνταξη επιζώντων που καθορίσθηκε σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις υφίσταται, κατά πλήρες έτος διαφοράς, μείωση που καθορίζεται σε:

- 1 % για τα έτη που συμπεριλαμβάνονται μεταξύ του 10ου και του 20ού έτους,

- 2 % για τα έτη από το 20ό μέχρι και το 24ο έτος,

- 3 % για τα έτη από το 20 μέχρι και το 29ο έτος,

- 4 % για τα έτη από το 30ό μέχρι και το 34ο έτος,

- 5 % για τα έτη από το 35ο έτος και άνω.

Άρθρο 24

Η χήρα που τελεί γάμο παύει να δικαιούται της συντάξεως επιζώντων. Δικαιούται της αμέσου καταβολής ποσού σε κεφάλαιο ίσο με το διπλάσιο του ετησίου ποσού της συντάξεώς της, με την επιφύλαξη της μη εφαρμογής του άρθρου 69 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

Άρθρο 25

Η διαζευγμένη σύζυγος υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούται της σύνταξης επιζώντων που καθορίζεται στο κεφάλαιο αυτό, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει ότι ο πρώην σύζυγός της υποχρεούνταν, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να της καταβάλλει διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με σύμβαση μεταξύ των πρώην συζύγων.

Η σύνταξη επιζώντων δεν υπερβαίνει τη διατροφή που της καταβαλλόταν κατά το θάνατο του πρώην συζύγου της.

Η διαζευγμένη σύζυγος χάνει το δικαίωμά της, εάν συνάψει νέο γάμο πριν από το θάνατο του πρώην συζύγου της. Απολαύει των διατάξεων του άρθρου 24 αν συνάψει νέο γάμο μετά το θάνατό του.

Άρθρο 26

Εάν συντρέχουν διαζευγμένες σύζυγοι που δικαιούνται σύνταξης επιζώντων ή μία ή περισσότερες διαζευγμένες σύζυγοι και μία χήρα δικαιούμενη σύνταξης επιζώντων, η σύνταξη αυτή κατανέμεται ανάλογα με την αντίστοιχη διάρκεια των γάμων. Οι όροι του άρθρου 25 δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ισχύουν και στην περίπτωση αυτή.

Σε περίπτωση παραιτήσεως ή θανάτου μίας των δικαιούχων, η μερίδα της επαυξάνει τη μερίδα των άλλων, εκτός αν υπάρχουν δικαιώματα ορφανών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 69 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

Οι μειώσεις για διαφορά ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 23 εφαρμόζονται χωριστά στις συντάξεις που κατανεμήθηκαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 27

Εάν η πρώην σύζυγος εξέπεσε των δικαιωμάτων της επί της συντάξεως κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 82 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η ολική σύνταξη χορηγείται στη χήρα με την επιφύλαξη της μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 69 παράγραφος 2 του αυτού κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 28

Εάν υπάλληλος εν ενεργεία ή τελών σε άδεια άνευ αποδοχών, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, εξαφανισθεί επί διάστημα μεγαλύτερο του έτους, η σύζυγος και τα τέκνα που έχουν αναγνωρισθεί ως συντηρούμενα εισπράττουν προσωρινά τη σύνταξη επιζώντων την οποία θα εδικαιούντο σύμφωνα με το παρόν προσάρτημα.

Άρθρο 29

Εάν πρώην υπάλληλος, δικαιούχος συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας εξαφανισθεί επί διάστημα μεγαλύτερο του έτους, η σύζυγος και τα τέκνα που έχουν αναγνωρισθεί ως συντηρούμενα εισπράττουν προσωρινά τη σύνταξη επιζώντων την οποία θα εδικαιούντο σύμφωνα με το παρόν προσάρτημα.

Άρθρο 30

Οι διατάξεις του άρθρου 28 εφαρμόζονται στα πρόσωπα που αναγνωρίζονται συντηρούμενα από πρόσωπο που εισπράττει ή δικαιούται σύνταξη επιζώντων και έχει εξαφανισθεί πέραν του ενός έτους.

Άρθρο 31

Οι προσωρινές συντάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 28, 29 και 30 οριστικοποιούνται, εάν επιβεβαιωθεί ο θάνατος του υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ή του δικαιούχου σύνταξης επιζώντος, ή αν ο εν λόγω αγνοούμενος κηρυχθεί άφαντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

Άρθρο 32

Οι διατάξεις του άρθρου 75 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμόζονται στους δικαιούχους προσωρινής συντάξεως.

Οι διατάξεις του άρθρου 75 του κανονισμού δεν εφαρμόζονται στα τέκνα που γεννήθηκαν αργότερα από 300 ημέρες μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ο οποίος δικαιούται σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας.

Άρθρο 33

Η χορήγηση συντάξεως γήρατος, αναπηρίας ή επιζώντων ή προσωρινής συντάξεως δεν παρέχει δικαίωμα για επίδομα εκπατρισμού ενοικίου ή σχολικό επίδομα. Εντούτοις οι επιζώντες και οι ανάπηροι υπάλληλοι διατηρούν το δικαίωμα επιδόματος ενοικίου και σχολικού επιδόματος για όσο χρόνο θα τα εδικαιούντο υπό συνθήκες ενεργού υπηρεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ

Άρθρο 34

Ο υπάλληλος ο οποίος διατελεί σε άδεια άνευ αποδοχών, αλλά εξακολουθεί να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 41 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εξακολουθεί να καταβάλλει τις εισφορές του άρθρου 78 του αυτού κανονισμού, υπολογιζόμενες επί του μισθού που αντιστοιχεί στη μισθολογική βαθμίδα και στο κλιμάκιό του.

Επί τη βάσει αυτού του μισθού υπολογίζονται όλες οι παροχές τις οποίες δικαιούται ο εν λόγω υπάλληλος και οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα δυνάμει του παρόντος συνταξιοδοτικού συστήματος.

Άρθρο 35

1. Οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές της Europol καταρτίζουν ανά πενταετία, αφού ζητήσουν τη γνώμη ενός ή περισσοτέρων ειδικών αναλογιστών, του διευθυντή και της επιτροπής προσωπικού, πίνακες θνησιμότητας και αναπηρίας, καθώς και τις αυξήσεις μισθών. Οι εν λόγω πίνακες χρησιμοποιούνται για τους αναλογιστικούς υπολογισμούς περί των οποίων ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το παρόν προσάρτημα.

2. Η επανεξέταση του παρόντος συνταξιοδοτικού συστήματος θα γίνει πέντε χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, επί τη βάσει των παραπάνω αναλογιστικών υπολογισμών, οι οποίοι θα περιλάβουν και μια επανεκτίμηση των κατά τα άρθρα 4, 6 και 10 επιτοκίων, και σύμφωνα με τις αποφάσεις άλλων διεθνών οργανισμών, και δη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Το παρόν προσάρτημα παύει να ισχύει ένα χρόνο μετά την περίοδο της παραγράφου 2, θα ανανεωθεί δε πριν από τη λήξη του.

Άρθρο 36

Ποσά οφειλόμενα στην Europol από υπάλληλο ή πρώην υπάλληλο δικαιούχο σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας κατά την ημερομηνία καταβολής μιας παροχής βάσει του παρόντος συνταξιοδοτικού συστήματος, αφαιρούνται από το ποσό της παροχής αυτής ή από τα ποσά τα καταβλητέα στους έλκοντες δικαιώματα. Το αφαιρούμενο ποσόν δυνατόν να αφαιρείται τμηματικά επί διάστημα ορισμένων μηνών.

Άρθρο 37

1. Συνιστάται ανεξάρτητο προσωρινό συνταξιοδοτικό ταμείο με μοναδικό σκοπό τη χρηματοδότηση και πραγματοποίηση των πληρωμών των προβλεπόμενων στο παρόν συνταξιοδοτικό σύστημα. Στο ταμείο αυτό κατατίθενται κάθε μήνα η εισφορά του εργαζόμενου (8,25 %) και η εισφορά του εργοδότη (16,5 %). Τα ποσά που συγκεντρώνει το ταμείο διατίθενται κατ' αποκλειστικότητα, προσωρινά ή οριστικά, για επένδυση με σκοπό τη χρηματοδότηση και πραγματοποίηση των παροχών που προβλέπει το παρόν συνταξιοδοτικό σύστημα.

2. Η διαχείριση του ταμείου είναι εξωτερική.

3. Οι κανόνες που διέπουν το ταμείο θεσπίζονται από το Συμβούλιο.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 7

Σύνθεση και διαδικασία της επιτροπής προσωπικού, της επιτροπής αναπηρίας και του πειθαρχικού συμβουλίου

ΤΜΗΜΑ 1

Επιτροπή προσωπικού

Άρθρο 1

Συνιστάται επιτροπή προσωπικού, η οποία εκπροσωπεί τα συλλογικά συμφέροντα του προσωπικού της Europol στις σχέσεις τους με το διευθυντή της.

Τις προϋποθέσεις εκλογής στην επιτροπή προσωπικού καθορίζει η γενική συνέλευση του προσωπικού της Europol. Οι εκλογές γίνονται με μυστική ψηφοφορία.

Οι εκλογές για την ανάδειξη της επιτροπής προσωπικού είναι έγκυρες μόνον αν συμμετάσχει σ' αυτές η πλειοψηφία των υπαλλήλων που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Εάν η συμμετοχή υπολείπεται αυτού του ορίου, συνέρχεται άλλη γενική συνέλευση, η οποία ψηφίζει εγκύρως με την πλειοψηφία των παρόντων.

Η επιτροπή προσωπικού απαρτίζεται από επτά το πολύ μέλη και τα τυχόν αναπληρωματικά. Η θητεία της είναι διετής. Δικαιούται όμως η Europol να ελαττώσει το χρόνο αυτό μέχρι ένα έτος. Όλοι οι υπάλληλοι της Europol έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Η επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρό της.

Η σύνθεση της επιτροπής πρέπει να εξασφαλίζει την εκπροσώπηση όλων των υπαλλήλων. Ο διευθυντής διασφαλίζει τη δέουσα συνεργασία επιτροπής προσωπικού και αντιπροσώπων του προσωπικού.

Τα καθήκοντα των μελών της επιτροπής προσωπικού θεωρείται ότι αποτελούν τμήμα της κανονικής τους υπηρεσίας στην Europol. Η εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων επ' ουδενί αποβαίνει επιζήμια για τον υπάλληλο.

Λαμβάνοντας υπόψη τον πραγματικό φόρτο εργασίας που αντιστοιχεί στα καθήκοντα του προέδρου της επιτροπής προσωπικού, ο διευθυντής μπορεί να τον απαλλάξει εν μέρει από την άλλη εργασία του.

Άρθρο 2

Η επιτροπή προσωπικού συγκαλείται είτε από τον πρόεδρο είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας.

Οι διαδικασίες της επιτροπής προσωπικού είναι έγκυρες εάν παρίσταται η πλειοψηφία των τακτικών μελών ή, εν απουσία τους, των αναπληρωματικών μελών.

Η γνώμη της επιτροπής προσωπικού διαβιβάζεται γραπτώς στο διευθυντή εντός πενθημέρου.

Έκαστο μέλος της επιτροπής δικαιούται να απαιτήσει να μνημονευθούν οι απόψεις του στο κείμενο της γνώμης αυτής.

Η Europol θέτει στη διάθεση της επιτροπής προσωπικού τη δέουσα υποδομή.

ΤΜΗΜΑ 2

Επιτροπή αναπηρίας

Άρθρο 3

Η επιτροπή αναπηρίας απαρτίζεται από τρεις ιατρούς, οι οποίοι ορίζονται:

- ο πρώτος από την Europol,

- ο δεύτερος από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, και

- ο τρίτος κατόπιν συμφωνίας των δύο πρώτων.

Εάν ο υπάλληλος δεν ορίσει ιατρό, τον ιατρό αυτόν ορίζει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Εάν οι δύο ιατροί δεν συμφωνήσουν περί του διορισμού του τρίτου ιατρού εντός δύο μηνών από το διορισμό του δευτέρου, στο διορισμό προβαίνει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αιτήσει ενός των ενδιαφερομένων μερών.

Άρθρο 4

Τα έξοδα διαδικασίας της επιτροπής αναπηρίας βαρύνουν την Europol.

Εάν ο ιατρός τον οποίο ορίζει ο υπάλληλος κατοικεί σε τόπο διάφορο του τόπου υπηρεσίας του υπαλλήλου, ο υπάλληλος βαρύνεται με τα πρόσθετα έξοδα που δημιουργούνται εκ του λόγου τούτου, εξαιρέσει των εξόδων μεταφοράς σε πρώτη θέση, τα οποία επιστρέφονται από την Europol.

Άρθρο 5

Ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει στην επιτροπή αναπηρίας ιατρικές γνωματεύσεις ή βεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού του ή άλλων ιατρών τους οποίους ενδεχομένως έχει συμβουλευθεί.

Τα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας διαβιβάζονται στο διευθυντή και στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

Οι εργασίες της επιτροπής είναι απόρρητες.

ΤΜΗΜΑ 3

Πειθαρχικό συμβούλιο

Άρθρο 6

Το πειθαρχικό συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη. Επικουρείται δε από γραμματέα.

Άρθρο 7

1. Ο διευθυντής διορίζει ετησίως τον πρόεδρο του πειθαρχικού Συμβουλίου, ο οποίος δεν επιτρέπεται να είναι μέλος της επιτροπής προσωπικού.

Ο διευθυντής καταρτίζει επίσης κατάλογο των μελών του συμβουλίου.

Κατάλογο μελών του πειθαρχικού συμβουλίου διαβιβάζει επίσης στο διευθυντή και η επιτροπή προσωπικού.

2. Εντός πέντε ημερών από την παραλαβή της εκθέσεως δια της οποίας κινείται είτε η πειθαρχική διαδικασία είτε η διαδικασία του άρθρου 18 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, παρουσία του υπόλογου υπαλλήλου, κληρώνει τέσσερα ονόματα υπαλλήλων από τους προαναφερομένους καταλόγους, προκειμένου να αποφασιστεί ποιοι θα είναι οι τέσσερις υπάλληλοι που θα συγκροτήσουν το πειθαρχικό συμβούλιο. Λαμβάνονται δύο ονόματα από κάθε κατάλογο.

Τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου είναι υπάλληλοι τουλάχιστον ισόβαθμοι προς τον κρινόμενο. Εάν είναι δυνατόν, ένα μέλος ανήκει στην αυτή βαθμίδα με τον κρινόμενο.

Ο Πρόεδρος ενημερώνει έκαστο μέλος για τη σύνθεση του πειθαρχικού συμβουλίου.

3. Εντός πέντε ημερών από τη συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, ο κρινόμενος υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει την εξαίρεση οιουδήποτε μέλους πλην του προέδρου.

Εντός της αυτής προθεσμίας, έκαστο μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούται να ζητήσει την εξαίρεσή του, προβάλλοντας νόμιμους λόγους.

Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου προβαίνει σε πλήρωση των κενών θέσεων δια κληρώσεως.

Άρθρο 8

Τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου απολαύουν πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Οι εργασίες της επιτροπής είναι απόρρητες.

ΤΜΗΜΑ 4

Πειθαρχική διαδικασία

Άρθρο 9

Ο διευθυντής διαβιβάζει στο πειθαρχικό συμβούλιο έκθεση αναφέρουσα σαφώς τις πράξεις που αποδίδονται στον κρινόμενο και, εάν ενδείκνυται, τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν.

Η έκθεση διαβιβάζεται στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο οποίος τη φέρει εις γνώση των μελών του και του κρινομένου υπαλλήλου.

Άρθρο 10

Άμα τη παραλαβή της εκθέσεως, ο κρινόμενος υπάλληλος δικαιούται να λάβει πλήρη γνώση του υπηρεσιακού του φακέλου, καθώς και αντίγραφα όσων εγγράφων μπορούν να χρησιμεύσουν στη διαδικασία.

Άρθρο 11

Κατά την πρώτη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου, ο πρόεδρος διορίζει εισηγητή της υποθέσεως ένα από τα μέλη του και του αναθέτει να συντάξει γενική έκθεση επί της υποθέσεως.

Άρθρο 12

Από την κοινοποίηση της έκθεσης στον κρινόμενο και μέχρι την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας μεσολαβούν 15 τουλάχιστον ημέρες, ώστε ο ενδιαφερόμενος να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

Ο κρινόμενος δικαιούται να διατυπώσει ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου γραπτούς ή προφορικούς ισχυρισμούς, να προσαγάγει μάρτυρες και να παραστεί με συνήγορο της προτιμήσεώς του.

Άρθρο 13

Η Europol δικαιούται επίσης να κλητεύσει μάρτυρες.

Άρθρο 14

Εάν το πειθαρχικό συμβούλιο ζητεί περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κρινόμενο πράξεις ή με τις περιστάσεις της τελέσεώς τους, δικαιούται να διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας κάθε πλευρά δικαιούται να υποβάλει τους ισχυρισμούς της και να απαντήσει στους ισχυρισμούς του αντιδίκου.

Την έρευνα διεξαγάγει ο εισηγητής. Το συμβούλιο δικαιούται να ζητήσει προς τούτο να προσκομισθούν όσα έγγραφα έχουν σχέση με την υπόθεση.

Άρθρο 15

Μόλις εξετάσει τα προσκομισθέντα έγγραφα και λαμβάνοντας υπόψη τους γραπτούς ή προφορικούς ισχυρισμούς του κρινομένου και των μαρτύρων, καθώς και το αποτέλεσμα της τυχόν διεξαχθείσας έρευνας, το πειθαρχικό συμβούλιο εγκρίνει δια πλειοψηφίας αιτιολογημένη εισήγηση σχετικά με την πειθαρχική ποινή που πρέπει να επιβληθεί για τις πράξεις τις αποδιδόμενες στον κρινόμενο. Η εισήγηση διαβιβάζεται στον διευθυντή και στον κρινόμενο εντός μηνός από την ημέρα κατά την οποία το πειθαρχικό συμβούλιο επελήφθη της υποθέσεως. Εάν το συμβούλιο διατάξει έρευνα, η προθεσμία αυτή γίνεται τρίμηνη.

Εάν ασκηθεί ποινική δίωξη, το συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να μην εγκρίνει εισήγηση μέχρις εκδόσεως της ποινικής αποφάσεως.

Ο διευθυντής αποφασίζει εντός μηνός κατόπιν ακροάσεως του κρινομένου.

Άρθρο 16

Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου δεν έχει ψήφο επί της ουσίας της υποθέσεως, αλλά μόνον επί διαδικαστικών ζητημάτων ή σε περίπτωση ισοψηφίας.

Έργο του προέδρου είναι η εφαρμογή των αποφάσεων του συμβουλίου, καθώς και η γνωστοποίηση όλων των σχετικών με την υπόθεση πληροφοριών και εγγράφων προς έκαστο των μελών του.

Άρθρο 17

Ο γραμματέας τηρεί πρακτικά των συνεδριάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου.

Οι μάρτυρες υπογράφουν τα πρακτικά που περιέχουν τις καταθέσεις τους.

Η κατ' άρθρο 15 αιτιολογημένη εισήγηση υπογράφεται από όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου.

Άρθρο 18

Έξοδα προκληθέντα κατόπιν πρωτοβουλίας του κρινόμενου υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, και ιδίως η αμοιβή του προσώπου το οποίο επέλεξε για την υπεράσπισή του, βαρύνουν τον υπάλληλο εάν η πειθαρχική διαδικασία καταλήξει σε μία από τις κυρώσεις περί των οποίων το άρθρο 82 παράγραφος 2 στοιχεία γ) έως στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 19

Εάν ανακύψουν νέα στοιχεία και αντίστοιχο αποδεικτικό υλικό, ο διευθυντής δικαιούται να ανακινήσει την πειθαρχική διαδικασία είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας είτε αιτήσει του κριθέντος υπαλλήλου.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 8

Φόροι

Άρθρο 1

Ο φόρος επί των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού της Europol, περί του οποίου το άρθρο 10 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Europol, υπολογίζεται και εισπράττεται κατά τα οριζόμενα στο παρόν προσάρτημα.

Άρθρο 2

Υπόκεινται στο φόρο:

α) τα πρόσωπα που υπάγονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών, εξαιρέσει των τοπικών υπαλλήλων 7

β) οι δικαιούχοι του επιδόματος αποχωρήσεως, περί του οποίου το άρθρο 77 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως 7

γ) οι δικαιούχοι επιδόματος ανεργίας, βάσει του άρθρου 59 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

Άρθρο 3

1. Ο φόρος επιβάλλεται κάθε μήνα επί των πάσης φύσεως αποδοχών που καταβάλλει η Europol στους υποκείμενους στον φόρο.

2. Παρά ταύτα, εξαιρούνται του φορολογητέου ποσού χρηματικά ποσά και επιδόματα καταβαλλόμενα κατ' αποκοπήν ή άλλως, εφόσον αποτελούν αποζημίωση για δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο υπάλληλος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

3. Επίσης εκπίπτονται από το φορολογητέο ποσό τα οκογενειακά επιδόματα και οι κοινωνικές παροχές που απαριθμούνται παρακάτω:

α) επίδομα αρχηγού οικογενείας 7

β) επίδομα συντηρουμένου τέκνου 7

γ) σχολικό επίδομα 7

δ) επίδομα γεννήσεως τέκνου 7

ε) επίδομα στέγασης 7

στ) κοινωνική αρωγή 7

ζ) επιδόματα καταβαλλόμενα για επαγγελματική νόσο ή ατύχημα 7

η) από οιοδήποτε ποσό, το τμήμα που αντιπροσωπεύει οικογενειακά επιδόματα.

4. Στο εξαγόμενο που προκύπτει κατόπιν της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, γίνεται μείωση ύψους 10 % για επαγγελματικές και προσωπικές δαπάνες.

Περαιτέρω μείωση ίση προς το διπλάσιο του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου γίνεται για κάθε συντηρούμενο τέκνο του υποκείμενου στο φόρο, καθώς και για κάθε πρόσωπο εξομοιούμενο προς συντηρούμενο τέκνο, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4 του προσαρτήματος 5.

5. Εκπίπτονται, τέλος, από το φορολογητέο ποσό οι κρατήσεις επί των αποδοχών του υποκείμενου στο φόρο, οι προοριζόμενες για τη χρηματοδότηση των συντάξεων επιδομάτων αποχωρήσεως και άλλων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως.

Άρθρο 4

Ο φόρος υπολογίζεται επί του φορολογητέου ποσού που προκύπτει κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 7 εφόσον το ποσό αυτό υπερβαίνει τα 183 ολλανδικά φλορίνια, ισχύουν οι εξής συντελεστές:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Άρθρο 5

1. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4:

α) τα ποσά τα καταβαλλόμενα ως αμοιβή για υπερωριακή εργασία φορολογούνται με το συντελεστή ο οποίος ίσχυε, κατά το μήνα που προηγείται της πληρωμής, για το υψηλότερο φορολογητέο ποσό των αποδοχών του υπαλλήλου 7

β) τα ποσά τα καταβαλλόμενα λόγω λήξεως των καθηκόντων φορολογούνται, αφού γίνουν οι κατ' άρθρο 3 παράγραφος 4 μειώσεις, με συντελεστή ίσον προς τα δύο τρίτα του πηλίκου:

- του ποσού του καταβλητέου φόρου, και

- του φορολογητέου ποσού όπως ορίζεται στο άρθρο 3.

Οι όροι της διαιρέσεως υπολογίζονται με βάση τα στοιχεία της τελευταίας μισθοδοσίας.

2. Η διά της εφαρμογής του παρόντος προσαρτήματος επερχόμενη μείωση των πάσης φύσεως αποδοχών που καταβάλλει η Europol, επ' ουδενί οδηγεί σε εξαγόμενο κατώτερο του ελαχίστου ορίου διαβιώσεως, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 5 του προσαρτήματος 6.

Άρθρο 6

Εάν το καταβαλλόμενο φορολογητέο ποσό καλύπτει περίοδο μικρότερη του μηνός, φορολογείται με το συντελεστή τον ισχύοντα για την αντίστοιχη μηνιαία πληρωμή.

Εάν το φορολογητέο ποσό καλύπτει διάστημα μεγαλύτερο του μηνός, ο φόρος υπολογίζεται κατανεμομένου ισομερώς του ποσού αυτού στους αντίστοιχους μήνες.

Διορθωτικές καταβολές μη έχουσες σχέση με το μήνα κατά τον οποίο καταβάλλονται, φορολογούνται όπως θα είχαν φορολογηθεί εάν είχαν καταβληθεί τότε που έπρεπε.

Άρθρο 7

Ο φόρος εισπράττεται δια παρακρατήσεως στην πηγή. Το ποσό του φόρου στρογγυλοποιείται προς τα κάτω.

Άρθρο 8

Οι εισπραττόμενοι φόροι καταλογίζονται στο τμήμα εσόδων του προϋπολογισμού της Europol.

Άρθρο 9

Το Συμβούλιο προβαίνει, προτάσει του διοικητικού συμβουλίου, στη θέσπιση των εκτελεστικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.