31999D0831

1999/831/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 1999, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις που κοινοποίησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών όσον αφορά τους περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως πενταχλωροφαινόλης (PCP) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(1999) 3419] (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ.) (Το κείμενο στην ολλανδική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 329 της 22/12/1999 σ. 0015 - 0024


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 26ης Οκτωβρίου 1999

σχετικά με τις εθνικές διατάξεις που κοινοποίησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών όσον αφορά τους περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως πενταχλωροφαινόλης (PCP)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(1999) 3419]

(Το κείμενο στην ολλανδική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(1999/831/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I. ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

1. Κοινοτική νομοθεσία: η οδηγία 91/173/ΕΟΚ

(1) Η οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων(1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/77/ΕΚ(2), προβλέπει την απαγόρευση και τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων. Η οδηγία 76/769/ΕΟΚ τροποποιείται συχνά με την προσθήκη, στο παράρτημά της περαιτέρω επικίνδυνων ουσιών για τον άνθρωπο ή για το περιβάλλον.

(2) Η οδηγία 91/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου(3), η οποία τροποποιεί για ενάτη φορά την οδηγία 76/769/ΕΟΚ, εναρμονίζει τους κανόνες που διέπουν την κυκλοφορία, στην αγορά, και τη χρήση της πενταχλωροφαινόλης (καλούμενης στο εξής PCP), καθώς και των αλάτων και εστέρων της. Η οδηγία 91/173/ΕΟΚ απαγορεύει την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρήση της πενταχλωροφαινόλης, των αλάτων και εστέρων της, σε ουσίες ή σε παρασκευάσματα συγκέντρωσης ίσης ή ανώτερης του 0,1 % κατά μάζα.

(3) Πλην όμως, δέχεται τέσσερις εξαιρέσεις. Η χρήση της PCP και των ενώσεών της επιτρέπεται στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις:

α) για την επεξεργασία του ξύλου. Ωστόσο, τα επεξεργασμένα ξύλα δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό κτιρίων ή για την κατασκευή κιβωτίων που προορίζονται για τις καλλιέργειες και για την κατασκευή συσκευασιών που ενδέχεται να έρχονται σε επαφή με προϊόντα που προορίζονται για την διατροφή του ανθρώπου ή/και των ζώων·

β) για τον εμποτισμό ινών και βαρέων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που δεν προορίζονται για ενδύματα, ούτε για επίπλωση για διακοσμητικούς σκοπούς·

γ) ως παράγοντας σύνθεσης ή/και μεταποίησης σε βιομηχανικές διαδικασίες·

δ) σε επιτόπιες εργασίες αποκατάστασης του σκελετού και της τοιχοποιίας που έχουν προσβληθεί από μύκητες "dry rot fungus" και "cubic rot fungi" σε κτίρια πολιτιστικού, καλλιτεχνικού και ιστορικού ενδιαφέροντος (υπό την επιφύλαξη της χορηγήσεως αδείας για την κάθε περίπτωση, από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Πάντως, η ολική περιεκτικότητα σε εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη (H6CDD) που χρησιμοποιείται αυτοτελώς, ή ως συστατικό παρασκευασμάτων, στο πλαίσιο των προαναφερθεισών παρεκκλίσεων, πρέπει να είναι μικρότερη των τεσσάρων μερών ανά εκατομμύριο (parts per million - ppm). Οι εν λόγω ουσίες και παρασκευάσματα δεν δύνανται να κυκλοφορήσουν στην αγορά παρά μόνον σε συσκευασίες χωρητικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 20 λίτρων, ούτε να πωλούνται στο ευρύ κοινό· οφείλουν, εκτός από την επισήμανση που απαιτείται βάσει άλλων κοινοτικών διατάξεων, να φέρουν την ένδειξη "Μόνον για βιομηχανικούς και επαγγελματικούς χρήστες".

(4) Η οδηγία ορίζει ότι οι παρεκκλίσεις αυτές επανεξετάζονται υπό το πρίσμα της εξέλιξης των γνώσεων και των τεχνικών, το αργότερο τρία έτη μετά τη θέση της οδηγίας σε εφαρμογή. Η πρώτη επανεξέταση της οδηγίας πραγματοποιήθηκε εντός του 1995. Οι συζητήσεις, στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας, σχετικά με τους περιορισμούς κυκλοφορίας και χρήσης επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε να τροποποιηθεί η οδηγία 76/769/ΕΟΚ όσον αφορά την PCP, αφού, κατά την άποψη της ομάδας, η αξιολόγηση ενδεχόμενων υποκατάστατων δεν είχε δώσει αποδεκτά αποτελέσματα και επιβαλλόταν διεξοδικότερη μελέτη του θέματος.

(5) Η ανάλυση αυτή ολοκληρώθηκε το 1998 όταν μια δεύτερη εξέταση είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της οδηγίας 1999/51/ΕΚ(4), η οποία, μεταξύ άλλων, προσαρμόζει στην τεχνική πρόοδο τις διατάξεις τις σχετικές με την PCP και τα άλατα και εστέρες της. Σύμφωνα με τις τροποποιηθείσες διατάξεις, η διάθεση στην αγορά και η χρήση της πενταχλωροφαινόλης, των αλάτων και εστέρων της, σε ουσίες ή σε παρασκευάσματα, δεν επιτρέπονται σε συγκέντρωση ίση ή μεγαλύτερη του 0,1 % κατά μάζα. Αυτό ισοδυναμεί με απαγόρευση της χρήσης ουσιών ή παρασκευασμάτων στα οποία προσετέθησαν σκοπίμως PCP ή άλατα και εστέρες της. Οι νέες διατάξεις αρχίζουν να ισχύουν από την 1η Σεπτεμβρίου 2000. Κατά παρέκκλιση, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο δύνανται να εξακολουθήσουν την εφαρμογή της προγενέστερης νομοθεσίας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008.

2. Εθνικές διατάξεις

(6) Το ολλανδικό νομικό καθεστώς που διέπει την PCP στηρίζεται σε τέσσερα αυτοτελή κείμενα: το νόμο για τα φυτοφάρμακα του 1962(5), το κεφάλαιο IX "Ξύλο και φελλός" του κανονισμού για τις συσκευασίες και τα προϊόντα κατανάλωσης, του 1980(6), το διάταγμα της 18ης Αυγούστου 1992 δυνάμει του άρθρου 24 του νόμου για τις επικίνδυνες για το περιβάλλον ουσίες, του 1992(7) και τον κανονισμό για την πενταχλωροφαινόλη, που θεσπίστηκε δυνάμει του νόμου για εμπορεύματα, της 11ης Φεβρουαρίου 1994(8).

(7) Οι διατάξεις του νόμου για τα φυτοφάρμακα του 1962 και της εκτελεστικής απόφασης για τη σύνθεση, την ταξινόμηση, τη συσκευασία και την επισήμανση των φυτοφαρμάκων που εκδόθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1980 (καλούμενης στο εξής "απόφαση SIVEB"(9) καθώς και οι επακόλουθες τροποποιήσεις, προβλέπουν την γενική απαγόρευση των προαναφερθεισών ουσιών, σε συνδυασμό με σύστημα αδειών που χορηγούνται κατά περίπτωση. Ο νόμος για τα φυτοφάρμακα αφορά ταυτοχρόνως τα φυτοφάρμακα γεωργικής και μη γεωργικής χρήσεως [άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο στ)] που δεν δύνανται να χορηγούνται, να φυλάσσονται, να αποθηκεύονται, να διατίθενται στην αγορά ή να χρησιμοποιούνται, στις Κάτω Χώρες παρά μόνο εφόσον εγκρίνονται σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 2 παράγραφος 1). Το άρθρο 3 παράγραφος 1 καθορίζει τους γενικούς όρους που ένα φυτοφάρμακο πρέπει να πληροί προκειμένου να τύχει αδείας (ιδίως, να μην έχει επιβλαβείς επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και στα υπόγεια ύδατα, ούτε επιβλαβείς συνέπειες για το περιβάλλον).

(8) Στηριζόμενη στο νόμο για τα φυτοφάρμακα, η απόφαση SIVEB (που συνιστά υπουργικό κανονισμό), καθορίζει τις συγκεντρώσεις επιβλαβών ουσιών που επιτρέπονται στα φυτοφάρμακα. Αυτή είναι η απόφαση στην οποία στηρίζεται το αρμόδιο υπουργείο για τη χορήση φυτοφαρμάκων που υπάγονται στον νόμο για τα φυτοφάρμακα. Στην περίπτωση της PCP, η απόφαση SIVEB καθορίζει την μέγιστη επιτρεπτή συγκέντρωση για ορισμένες προσμίξεις: εξαχλωροβενζόλιο 1 g/kg, εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνες 10 mg/kg (= 10 ppm), επταχλωροδιβενζοπαραδιοξίνες (100 mg/kg), τριχλωροφαινόλη (1 g/kg), χλωριωμένα διβενζοφουράνια (500 mg/kg). Όλες οι άδειες που χορηγήθηκαν για την επεξεργασία του ξύλου με προϊόντα που περιέχουν PCP, έληξαν το 1989. Η τελευταία άδεια για την επεξεργασία των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων έληξε το 1992.

(9) Ο κανονισμός για τις συσκευασίες και τα προϊόντα κατανάλωσης, του 1980, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το ξύλο και ο φελλός που χρησιμοποιούνται ως συσκευασίες ή ως προϊόντα κατανάλωσης πρέπει να τυγχάνουν επεξεργασίας με τις ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα της απόφασης της σχετικής με τις συσκευασίες και τα προϊόντα κατανάλωσης(10). Οι πρώτες ύλες και οι βοηθητικές ουσίες, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τρόπο που δεν ορίζεται στο παράρτημα. Η PCP και τα άλατα και οι εστέρες της δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εγκεκριμένων προϊόντων προστασίας του ξύλου και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν.

(10) Το κατ' εφαρμογήν του άρθρου 24 του νόμου για τις επικίνδυνες για το περιβάλλον ουσίες, του 1992, διάταγμα απαγορεύει, γενικά, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση της PCP, των αλάτων της και των εστέρων της, για οιαδήποτε χρήση, εφόσον η συγκέντρωσή τους είναι μεγαλύτερη του 0,1 %. Χορηγούνται παρεκκλίσεις για τη χρήση της πενταχλωροφαινόλης και των ενώσεών της ως ενδιάμεσων παραγόντων σε βιομηχανικές διαδικασίες κλειστού κυκλώματος, εφόσον η περιεκτικότητά τους σε εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη είναι κατώτερη των 4 ppm, και εφόσον πρόκειται για εργαστηριακές έρευνες. Το διάταγμα προβλέπει, εξάλλου, την πλήρη απαγόρευση της πώλησης σε καταναλωτές του ιδιωτικού τομέα, ενά ελάχιστο όγκο 20 λίτρων για τις συσκευασίες και την υποχρεωτική επίσημανση με την ένδειξη "Μόνο για τους βιομηχανικούς και επαγγελματικούς χρήστες".

(11) Ο κανονισμός για την PCP που θεσπίστηκε δυνάμει του νόμου για τα εμπορεύματα, του 1994, ορίζει ότι τα προϊόντα που τυγχάνουν επεξεργασίας με PCP δεν δύνανται να διατεθούν στην ολλανδική αγορά εφόσον περιέχουν PCP σε ποσότητες άνω των 5 mg/kg.

3. Σύγκριση των εθνικών διατάξεων με την οδηγία 91/173/ΕΟΚ

(12) Από τη σύγκριση μεταξύ της κοινοτικής νομοθεσίας και των ολλανδικών διατάξεων, προκύπτει ότι τα εθνικά μέτρα είναι περιοριστικότερα σε ένα βασικό σημείο: η διάθεση στην αγορά και η χρήση ουσιών ή παρασκευασμάτων που περιέχουν PCP, των αλάτων και εστέρων της, για την επεξεργασία του ξύλου και για τον εμποτισμό ινών ή βαρέων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων απαγορεύονται από την ολλανδική νομοθεσία, ενώ επιτρέπονται από την οδηγία.

(13) Από την άλλη πλευρά, οι ολλανδικές διατάξεις είναι δυνητικά λιγότερο περιοριστικές απ' ό,τι οι διατάξεις της οδηγίας, δεδομένου ότι ο νόμος για τα φυτοφάρμακα, του 1962, δεν οριοθετεί επακριβώς τους τομείς εφαρμογής για τους οποίους θα μπορούσε να χορηγηθεί άδεια. Ο περιορισμός αυτός ισχύει για τις μεμονωμένες άδειες. Ως εκ τούτου, οι ολλανδικές αρχές θα μπορούσαν να εγκρίνουν την χρήση PCP για εφαρμογές οι οποίες δεν επιτρέπονται από την οδηγία 91/173/ΕΟΚ. Τέλος, η οριακή τιμή για την περιεκτικότητα της PCP σε εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη (της οποίας η χρήση θα μπορούσε, θεωρητικά, να εγκριθεί) είναι 10 ppm, και, ως εκ τούτου, ανώτερη της οριακής τιμής των 4 ppm που ορίζει η κοινοτική οδηγία.

(14) Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι διατάξεις της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ όσον αφορά την PCP τροποποιήθηκαν από την οδηγία 1999/51/ΕΚ και θα εφαρμοστούν από τις Κάτω Χώρες από την 1η Σεπτεμβρίου 2000. Η ολλανδική νομοθεσία, για την οποία ζητήθηκε έγκριση σύμφωνα με το παλαιό άρθρο 100 Α παράγραφος 4, συμφωνεί με τις νέες κοινοτικές διατάξεις.

II. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(15) Η οδηγία 91/173/ΕΟΚ εκδόθηκε στις 21 Μαρτίου 1991. Τα κράτη μέλη εκαλούντο τα θέσουν σε ισχύ τις εθνικές διατάξεις τις αναγκαίες για την συμμόρφωση με την οδηγία πριν από την 1η Ιουλίου 1992 (άρθρο 2 παράγραφος 2).

(16) Με την επιστολή της της 21ης Ιανουαρίου 1992, η ολλανδική Μόνιμη Αντιπροσωπεία ειδοποίησε την Επιτροπή ότι οι Κάτω Χώρες έκριναν αναγκαίο να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν, σύμφωνα με το παλαιό άρθρο 100 Α παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ, εθνικές διατάξεις που προβλέπουν περιοριστικότερα μέτρα σχετικά με τη χρήση της PCP για την επεξεργασία του ξύλου και τον εμποτισμό των ινών και των βαρέων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων [στοιχεία α) και β) του σημείο 23 του παραρτήματος της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ] για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Με την επιστολή της 20ής Μαρτίου 1992, η ολλανδική Μόνιμη Αντιπροσωπεία κοινοποίησε σχέδιο κανονισμού για την PCP δυνάμει του νόμου για τα εμπορεύματα, η οποία απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση εμπορευμάτων που έχουν τύχει επεξεργασίας με PCP· ζητούσε εξάλλου την επιβεβαίωση σύμφωνα με το παλαιό άρθρο 100 Α παράγραφος 4, για τη θέσπιση της εν λόγω νομοθεσίας.

(17) Με την επιστολή της της 27ης Απριλίου 1992, συμπληρωθείσα από επιστολή της 26ης Ιουνίου 1992, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των άλλων κρατών μελών για την αίτηση των ολλανδικών αρχών σχετικά με την εφαρμογή, στην περίπτωση της PCP, περιοριστικότερων διατάξεων. Έλαβε απάντηση από επτά κράτη μέλη: η Ιρλανδία, η Δανία και η Γερμανία υποστηρίζουν το ολλανδικό αίτημα, ενώ η Γαλλία, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία, αντιτίθενται.

(18) Η Ιρλανδία ανακοινώνει στην Επιτροπή ότι δεν έχει αντιρρήσεις όσον αφορά το αίτημα των ολλανδικών αρχών.

(19) Η Δανία υποστηρίζει το αίτημα των Κάτω Χωρών και θεωρεί, και αυτή, ότι η PCP συνιστά κίνδυνο για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Κατά την άποψη των δανικών αρχών, η μόνη αποδεκτή λύση είναι η ολική απαγόρευση της PCP. Επιφυλάσσονται επίσης του δικαιώματός τους να εφαρμόσουν αυστηρότερες εθνικές διατάξεις.

(20) Στηρίζοντας την ολλανδική θέση, η Γερμανία παραπέμπει στη δική της αίτηση που υπέβαλε στο πλαίσιο του παλαιού άρθρου 100 Α παράγραφος 4.

(21) Η Γαλλία αμφισβητεί την ορθότητα του αιτήματος των Κάτω Χωρών. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, η αιτιολόγηση των Κάτω Χωρών δεν είναι επαρκής, οι εθνικές διατάξεις δεν σέβονται τους κανόνες της αναλογικότητας και οι οικονομικές τους επιπτώσεις για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες είναι σημαντικές.

(22) Η Ισπανία είναι της γνώμης ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται από την οδηγία 91/173/ΕΟΚ είναι επαρκείς για να εξασφαλιστεί η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του καταναλωτή. Μια ευνοϊκή ως προς το ολλανδικό αίτημα απόφαση θα δημιουργούσε μια κατάσταση ανισορροπίας, ζημιογόνο για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Η Ισπανία προτείνει τη γενική αναθεώρηση της οδηγίας ως την λογικότερη επίλυση του προβλήματος.

(23) Η Ελλάδα εκτιμά ότι η οδηγία 91/173/ΕΟΚ πρέπει να τεθεί σε ορθή εφαρμογή από το σύνολο των κρατών μελών· σε αντίθετη περίπτωση, ο αντίκτυπος των εθνικών μέτρων στην εσωτερική αγορά θα είναι σημαντικός. Τα εθνικά μέτρα δεν δικαιολογούνται παρά μόνο όταν αποδεικνύεται ότι το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και του καταναλωτή που προβλέπει η οδηγία δεν είναι επαρκές.

(24) Η Πορτογαλία αμφιβάλει για το κατά πόσον τα ολλανδικά μέτρα είναι σύμμορφα με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπει η οδηγία κρίθηκαν αναγκαίες ελλείψει ασφαλέστερων και εξίσου αποτελεσματικών εναλλακτικών λύσεων. Η Πορτογαλία αντιτίθεται στη χορήγηση παρέκκλισης στις Κάτω Χώρες, με το σκεπτικό ότι οι ολλανδικές αρχές δεν παρουσίασαν κάποια νέα αιτιολόγηση σε σχέση με ό,τι ήταν γνωστό κατά τη θέσπιση της οδηγίας.

(25) Με την επιστολή της της 23ης Σεπτεμβρίου 1993, η Επιτροπή πληροφόρησε τις ολλανδικές αρχές ότι κατά την άποψή της, το σχέδιο κανονισμού για την PCP που υιοθετήθηκε δυνάμει του Νόμου για τα εμπορεύματα (κοινοποιήθηκε από τις Κάτω Χώρες στις 30 Μαρτίου 1992) δεν εγγραφόταν στον τομέα της εναρμόνισης που θεσπίστηκε με τις διατάξεις της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ. Πράγματι, το εν λόγω σχέδιο αφορά κατά αποκλειστικότητα τα εμπορεύματα που τυγχάνουν επεξεργασίας με PCP. Οι Κάτω Χώρες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την ερμηνεία αυτή, με επιστολή τους που φέρει ημερομηνία 4 Μαρτίου 1994. Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση της Επιτροπής, με την απόφασή του της 1ης Οκτωβρίου 1998, σύμφωνα με την οποία "το άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 91/173/ΕΟΚ, δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που έτυχαν επεξεργασίας με PCP, τα άλατα και εστέρες της ή με παρασκεύασμα που παρήχθη με βάση την εν λόγω ουσία, έτσι ώστε τα κράτη μέλη παραμένουν κατ' αρχήν ελεύθερα να καθορίζουν αυτοτελώς οριακές τιμές για τέτοιου είδους προϊόντα"(11).

(26) Με την επιστολή της της 8ης Νοεμβρίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε τις ολλαντικές αρχές ότι όσον αφορά την κοινοποίηση της 21ης Ιανουαρίου 1992, προετίθετο να προβεί σε εκτίμηση των κινδύνων για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον που αντπροσωπεύει η PCP και τα προϊόντα υποκατάστασής της. Η εκτίμηση αναμενόταν να ολοκληρωθεί το 1998 και θα μπορούσε, εάν αυτό εκρίνετο αναγκαίο, να καταλήξει σε προσαρμογή της κοινοτικής οδηγίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή δεν έκρινε σκόπιμο να λάβει οριστική απόφαση για την κοινοποίηση των Κάτω χωρών.

(27) Η αναθεώρηση ολοκληρώθηκε το 1998, καταλήγοντας σε προσαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ για την PCP μέσω της οδηγίας 1999/51/ΕΚ (βλέπε κεφάλαιο I ανωτέρω). Η τροποποιητική οδηγία κατήργησε κατ' αρχήν την παρέκκλιση που προβλεπόταν αρχικά στην κοινοτική οδηγία όσον αφορά την επεξεργασία του ξύλου και των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων.

(28) Την 1η Μαΐου 1999 ετέθη σε ισχύ η συνθήκη του Άμστερνταμ η οποία τροποποιεί τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένων συνδεδεμένων πράξεων, η οποία υπεγράφη στο Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997. Με την επιστολή της της 22ας Σεπτεμβρίου 1999, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ενημέρωσε τις ολλανδικές αρχές ότι η κοινοποίησή τους σχετικά με την εμπορία και χρήση PCP θα εξεταζόταν υπό το φως των νέων διατάξεων της συνθήκης.

III. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

1. Εφαρμοστέοι κανόνες

(29) Η συνθήκη του Άμστερνταμ τροποποίησε σημαντικά τις διατάξεις του παλαιού άρθρου 100 Α της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αντικαθιστώντας τις παραγράφους 3, 4 και 5 του εν λόγω άρθρου με οκτώ νέες παραγράφους (3 έως 10). Το τροποποιημένο άρθρο κατέστη, λόγω της νέας αρίθμησης των άρθρων, το άρθρο 95 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(30) Η συνθήκη του Άμστερνταμ δεν περιλαμβάνει ειδικές μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τους κανόνες τους εφαρμοστέους στις κοινοποιήσεις που προηγήθηκαν της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ της εν λόγω συνθήκης, όπως είναι η ολλανδική κοινοποίηση, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης.

(31) Ελλείψει ειδικών διατάξεων για την παράταση εφαρμογής τους, οι παλαιές διατάξεις του άρθρου 100 Α παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ θεωρούνται καταργηθείσες από την ημέρα θέσεως σε ισχύ των νέων διατάξεων (1η Μαΐου 1999). Από την ημερομηνία αυτή και μετά, οι νέες διατάξεις της συνθήκης εφαρμόζονται άμεσα στην εξέταση της εν λόγω κοινοποίησης.

2. Παραλαβή

(32) Η κοινοποίηση που υπέβαλαν οι ολλανδικές αρχές στις 21 Ιανουαρίου 1992 αποβλέπει στην απόφαση άδειας για τη διατήρηση εθνικών διατάξεων ασύμβατων με την οδηγία 91/173/ΕΟΚ, που αποτελεί μέτρο εναρμόνισης, που θεσπίστηκε βάσει του παλαιού άρθρου 100 Α της συνθήκης ΕΚ (σημερινού άρθρου 95).

(33) Το άρθρο 95 παράγραφος 4 της συνθήκης έχει ως εξής: "Όταν, αφού το Συμβούλιο ή η Επιτροπή θεσπίσουν ένα μέτρο εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να διατηρήσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή, καθώς και τους λόγους διατήρησής τους".

(34) Η οδηγία 91/173/ΕΟΚ θεσπίστηκε στις 21 Μαρτίου 1991. Τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν θέσει σε ισχύ τις εθνικές διατάξεις τις αναγκαίες για την συμμόρφωση με την εν λόγω οδηγία το αργότερο την 1η Ιουλίου 1992. Οι Κάτω Χώρες κοινοποίησαν τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που σκόπευαν να διατηρήσουν, στις 21 Ιανουαρίου 1992, δηλαδή πριν από την ημερομηνία που προβλεπόταν για την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας.

(35) Οι επίμαχες ολλανδικές διατάξεις, και ειδικότερα ο νόμος για τα φυτοφάρμακα, θεσπίστηκε το 1962. Όλες οι άδειες για την επεξεργασία ξύλου με PCP είχαν λήξει πριν από το 1989. Στις 26 Μαΐου 1989 αποφασίστηκε ότι η τελευταία άδεια για την επεξεργασία κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων με εστέρα PCP θα έληγε την 1η Ιουλίου 1992. Κατά συνέπεια, η περιοριστικότερη νομοθεσία σχετικά με τη χρήση PCP για την επεξεργασία ξύλου και κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων θεσπίστηκε πριν από την θέσπιση της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ (21 Μαρτίου 1991).

(36) Ευλόγως λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι όροι που προβλέπει το άρθρο 95 παράγραφος 4: σύμφωνα με αυτό, οι κοινοποιημένες εθνικές διατάξεις πρέπει να έχουν θεσπιστεί πριν από τη θέσπιση κοινοτικού μέτρου εναρμόνισης, όταν ένα κράτος μέλος επιθυμεί να διατηρήσει τις εθνικές αυτές διατάξεις μετά την εφαρμογή του περί ου ο λόγος μέτρου εναρμόνισης.

(37) Εξάλλου, με την επιστολή της της 30ής Μαρτίου 1992, η ολλανδική Μόνιμη Αντπροσωπεία κοινοποίησε σχέδιο κανονισμού για την PCP, που υιοθετήθηκε δυνάμει του νόμου για τα εμπορεύματα, και ζήτησε την άδεια θέσπισης της νομοθεσίας αυτής, σύμφωνα με το παλαιό άρθρο 100 Α παράγραφος 4. Ο κανονισμός τελικά θεσπίστηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1994. Ωστόσο, εξηγήθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι οι εν λόγω εθνικές κανονιστικές διατάξεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ, και ως εκ τούτου δεν αφορούν την παρούσα απόφαση.

(38) Υπό το φως των προαναφερθέντων, η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση παρέκκλισης από την οδηγία 91/173/ΕΟΚ που υπέβαλε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και κοινοποιήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1992 δυνάμει του παλαιού άρθρου 100 Α παράγραφος 4, κρίνεται παραληπτέα βάσει του άρθρου 95 παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ.

3. Εκτίμηση του βάσιμου

(39) Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 95 της συνθήκης, η Επιτροπή οφείλει να βεβαιώνεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ούτως ώστε ένα κράτος μέλος να κάνει χρήση των δυνατοτήτων παρέκκλισης που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Ειδικότερα, οφείλει να βεβαιωθεί ότι οι διατάξεις που κοινοποιούνται από το κράτος μέλος δικαιολογούνται υπό το πρίσμα των επιτακτικών λόγων που ορίζονται στο άρθρο 30 της συνθήκης ή αναφέρονται στην προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας. Η Επιτροπή οφείλει εξάλλου να ελέγχει, όταν κρίνει δικαιολογημένες τις διατάξεις αυτές, το κατά πόσον συνιστούν, ή όχι, μέσω αυθαίρετης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένου περιορισμού των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, καθώς και το κατά πόσον συνιστούν ή όχι εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 95 παράγραφος 6).

(40) Οι ολλανδικές αρχές στήριξαν την αίτησή τους για παρέκκλιση στην ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά και της υγείας του ανθρώπου. Συνόδευσαν την αίτησή τους της 21ης Ιανουαρίου 1992 με σύντομη ανάλυση των συνεπειών της PCP στην υγεία και στο περιβάλλον, με σύντομα επεξηγηματικά σημειώματα για την ισχύουσα ή υπό επεξεργασίαν προγραμματισμένη εθνική νομοθεσία, καθώς και με τα κείμενα ορισμένων κοινοβουλευτικών ερωτήσεων και απαντήσεων σχετικά με την εμπορία και τη χρήση της PCP. Μετά από πολλές επαφές με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και προκειμένου να τεκμηριώσει περαιτέρω την αίτηση παρέκκλισης από την οδηγία 91/173/ΕΟΚ, η ολλανδική κυβέρνηση υπέβαλε πέντε συμπληρωματικές μελέτες(12) με επιστολή της με ημερομηνία 26 Απριλίου 1994.

(41) Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέθεσαν σε εξωτερικό σύμβουλο την εκπόνηση μελέτης της κατάστασης στις Κάτω Χώρες όσον αφορά τη ρύπανση από τις διοξίνες, τα φουράνια και από τη χρήση PCP(13). Αξιοποιήθηκαν επίσης ανάλογες μελέτες που είχε παραγγείλει η Επιτροπή στο πλαίσιο παρόμοιων αιτήσεων που είχαν υποβάλει η Γερμανία κα η Δανία. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης των διατάξεων της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνέταξαν έκθεση για τη λειτουργία της οδηγίας και για τις δυνατότητες υποκατάστασης της PCP(14). Ανέθεσαν επίσης σε εξωτερικούς συμβούλους την εκπόνηση άλλων μελετών σχετικά με τους κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση PCP(15) και σχετικά με τις υποψήφιες ουσίες υποκατάστασης για την επεξεργασία του ξύλου και των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων(16). Η Επιτροπή συμβουλεύθηκε την επιστημονική επιτροπή τοξικότητας, οικοτοξικότητας και περιβάλλοντος βάσει της τελευταίας μελέτης σχετικά με τους κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση PCP. Η επιστημονική επιτροπή τοξικότητας, οικοτοξικότητας και περιβάλλοντος γνωμοδότησε στις 27 Νοεμβρίου 1998.

(42) Σημειωτέον ότι, δεδομένης της προθεσμίας που θεσπίζεται από το άρθρο 95 παράγραφος 6, η οποία δεν υπήρχε στο παλαιό άρθρο 100 Α παράγραφος 4 -όταν οι Κάτω Χώρες κοινοποίησαν την αίτησή τους- οι σημαντικές προσπάθειες που κατέβαλε η Επιτροπή για να ανακαλύψει συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με την αιτιολόγηση της διατήρησης των εθνικών ολλανδικών διατάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν προηγούμενο για το μέλλον. Όταν η Επιτροπή εξετάζει το κατά πόσον τα κοινοποιηθέντα, δυνάμει του άρθρου 95 παράγραφος 4, εθνικά μέτρα δικαιολογούνται από επιτακτικές ανάγκες, πρέπει να στηριχθεί στους "λόγους" που προβάλει το κράτος μέλος για να αιτιολογήσει τη διατήρηση των εν λόγω εθνικών διατάξεων. Αυτό σημαίνει ότι, δυνάμει των διατάξεων της συνθήκης, η ευθύνη της απόδειξης της αιτιολόγησης των εν λόγω μέτρων βαρύνει το κράτος μέλος που υποβάλλει την αίτηση. Με δεδομένο το διαδικαστικό πλαίσιο που θεσπίζεται από το άρθρο 95, η Επιτροπή οφείλει, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να περιοριστεί στην εξέταση της εγκυρότητας των στοιχείων που του υποβάλλονται από το κράτος μέλος που υποβάλλει την αίτηση, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει η ίδια στοιχεία αιτιολόγησης.

3.1. Αιτιολόγηση βάσει επιτακτικών αναγκών

3.1.1. Η PCP - γενικές πληροφορίες

(43) Η PCP αποτελεί συνθετική χημική ουσία αναγνωρισμένη ως επικίνδυνη για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον. Η ταξινόμηση και η επισήμανση της PCP είναι εναρμονισμένες σε κοινοτικό επίπεδο σύμφωνα με την οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, σχετικά με την ταξινόμηση, τη συσκευασία και την επισήμανση, των επικίνδυνων ουσιών(17), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/33/ΕΚ(18). Η PCP έχει χαρακτηρισθεί ως:

- καρκινογόνος ουσία της κατηγορίας 3, δηλαδή ουσία δυνητικά επικίνδυνη για τον άνθρωπο λόγω της ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, για την οποία όμως τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ικανοποιητική αξιολόγηση. Υπάρχουν στοιχεία από κατάλληλες μελέτες στα ζώα, πλην όμως αυτά είναι ανεπαρκή για να καταταγεί η ουσία στην 2η κατηγορία καρκινογόνων ουσιών. Μια τέτοια ουσία επισημαίνεται με τη φράση κινδύνου R 40: "Δύναται να προκαλέσει μη αναστρέψιμα αποτελέσματα",

- πολύ τοξική δι' εισπνοής και η οποία επισημαίνεται με τη φράση R 26: "Πολύ τοξική δι' εισπνοής",

- τοξική όταν έρχεται σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση κατάποσης, η οποία επισημαίνεται με τη φράση R 24/25: "Τοξική μέσω της επαφής με το δέρμα και σε περίπτωση κατάποσης",

- ερεθιστική για τους οφθαλμούς, την αναπνευστική οδό και το δέρμα και επισημαίνεται με τη φράση R 36/37/38: "Ερεθιστική για τους οφθαλμούς, την αναπνευστική οδό και το δέρμα",

- επικίνδυνη για το περιβάλλον και επισημαίνεται με τη φράση: R 50/53: "Πολύ τοξική για τους υδατικούς οργανισμούς, δύναται να προκαλέσει μακροπρόθεσμες βλάβες στο υδάτινο περιβάλλον".

(44) Ως οργανοαλογονούχος ένωση, η PCP περιλαμβάνεται στον κατάλογο I της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαΐου 1976, σχετικά με τη ρύπανση που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας(19), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 91/692/ΕΟΚ(20). Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει ουσίες που διακρίνονται κυρίως για την τοξικότητά τους, την ανθεκτικότητά τους και την ικανότητα βιοσυσσώρευσης.

(45) Προκειμένου να εξαλειφθεί η ρύπανση των διαφόρων μερών του υδάτινου περιβάλλοντος που θα μπορούσαν να προσβληθούν από την απόρριψη PCP, καθορίστηκαν οριακές τιμές από την οδηγία 86/280/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986 περί των οριακών τιμών και των στόχων ποιότητας για τις απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο I του παραρτήματος της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ(21).

(46) Η PCP περιέχει επικίνδυνες προσμίξεις, ιδίως μέχρι 0,1 % πολυχλωροδιβενζοδιοξίνες και 1 έως 5 % πολυχλωριωμένες φαινοξυφαινόλες. Η PCP, από μόνη της, καθώς και οι τελευταίες αυτές προσμίξεις είναι υπεύθυνες για την ημερήσια διασπορά διοξινών στο περιβάλλον. Οι διοξίνες διασπείρονται όταν τα προϊόντα που τυγχάνουν επεξεργασίας με την PCP εκτίθενται στον ήλιο και, στο τέλος του βίου τους, όταν αποτεφρώνονται. Η PCP, ως ευρισκόμενη στην ιλύ καθαρισμού (λυματολάσπες) αποτελεί επίσης πηγή διοξινών.

(47) Η PCP χρησιμοποιείται ως:

- παράγοντας κατεργασίας του ξύλου (μηκυτοκτόνος δράση και παράγοντες κατά των ευρωτομυκήτων),

- παράγοντας εμποτισμού των βιομηχανικών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων (μηκυτοκτόνος δράση),

- βακτηριοκτόνο στην βυρσοδεψία και στη βιομηχανία χαρτοπολτού,

- μαλακιοκτόνο στην επεξεργασία των βιομηχανικών λυμάτων, ειδικότερα δε των ψυκτικών υδάτων, και ορισμένες φορές ως

- αποστειρωτικό.

(48) Λόγω της τοξικότητάς της, η PCP αποτελεί αντικείμενο διαφόρων περιορισμών σε πάνω από τριάντα χώρες.

3.1.2. Η θέση των Κάτω Χωρών

(49) Στην κοινοποίησή τους της 21ης Ιανουαρίου 1992, οι ολλανδικές αρχές αιτιολόγησαν τα περιοριστικότερα εθνικά μέτρα στην βάση επιτακτικών αναγκών που συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου.

(50) Σύμφωνα με τις ολλανδικές αρχές, η PCP (καθώς και οι εστέρες της και τα άλατά της) παρουσιάζει μικρή αποδομησιμότητα στο περιβάλλον και είναι τοξικά για τον άνθρωπο και τους υδατικούς οργανισμούς. Η PCP παρουσιάζει σχετική κινητικότητα και διασπορά σε όλα τα περιβαλλοντικά μέσα.

(51) Η PCP συσσωρεύεται στους λιπώδεις ιστούς και, ως εκ τούτου, στην τροφική άλυσο. Οι εστέρες της και τα άλατά της, αποδομούνται σε PCP, και, ως εκ τούτου, έχουν ανάλογες επιδράσεις. Η PCP τα άλατα και εστέρες της, μολύνονται από τις διβενζοδιοξίνες και από τα χλωριωμένα διβενζοφουράνια. Οι ενώσεις αυτές σηματίζονται επίσης όταν η PCP αποτεφρώνεται με τα απόβλητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η χρήση της PCP αποτελεί σημαντική πηγή ρύπανσης του περιβάλλοντος από τις χλωριωμένες διβενζοδιοξίνες και διβενζοφουράνια.

(52) Οι ολλανδικές αρχές υπενθυμίζουν ότι οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση της PCP για το υδάτινο περιβάλλον αναγνωρίστηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήδη από το 1976: η οδηγία 76/464/ΕΟΚ ορίζει ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες για να αποτρέπονται οι εκπομπές PCP στα επιφανειακά ύδατα.

(53) Το σημείο γ) του παραρτήματος 1Β της τελικής διακήρυξης της 3ης συνδιάσκεψης για την προστασία της Βορείου Θαλάσσης περιλαμβάνει την PCP μεταξύ των ουσιών των οποίων η χρήση στα φυτοφάρμακα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς ή και να καταργηθεί.

(54) Οι ολλανδικές αρχές υπενθυμίζουν επίσης ότι, όσον αφορά την παραγωγή πόσιμου ύδατος, η παρουσία PCP στα υπόγεια και στα επιφανειακά ύδατα, σε συγκεντρώσεις μεγαλύτερες του 0,1 pg/l, δεν είναι αποδεκτή. Υπενθυμίζουν, στο πλαίσιο αυτό, τη ρύπανση του Ρήνου και του Meuse, των οποίων τα ύδατα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου νερού στις Κάτω Χώρες. Θα ήταν επομένως σκόπιμο να αποφευχθούν οι μετρήσιμες εκπομπές της εν λόγω ουσίας στο νερό, στο έδαφος και στον αέρα, υποκαθιστώντας την, παντού, με άλλες ουσίες.

(55) Το 1992, οι κυριότερες εκπομπές PCP έλαβαν χώρα στην ατμόσφαιρα (48 τόνοι ετησίως) και προέρχονταν κυρίως από το επεξεργασμένο ξύλο. Περίπου 14 τόνοι PCP που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα εναποτίθεντο κάθε χρόνο στο έδαφος ή στην επιφάνεια του νερού, εκ των οποίων 11,5 τόνοι από το επεξεργασμένο ξύλο.

(56) Η PCP χρησιμοποιείται κυρίως ως συντηρητικό του ξύλου. Η χρήση αυτή απαγορεύθηκε το 1989 και οι αναγκαίες άδειες δεν ανανεώθηκαν. Πριν όμως από αυτό, μεταξύ του 1984 και του 1987, η κατανάλωση είχε ήδη μειωθεί, από τους 300 τόνους σε 0,2 τόνους ετησίως. Η PCP χρησιμοποιήθηκε σε μικρότερο βαθμό στις κόλλες, σε κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, σε δέρματα, χρώματα, στο χαρτί, στα ψυκτικά υγρά. Οι Κάτω Χώρες δεν παρήγαγαν ποτέ PCP.

(57) Με την επιστολή τους της 6ης Φεβρουαρίου 1995, οι ολλανδικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή υπολογισμούς σχετικά με τις εκπομπές διοξινών βάσει των οποίων εμφαίνεται ότι η χρήση PCP κατά το παρελθόν αποτελεί, το έτος 2000, την κύρια πηγή εκπομπών διοξινών (20 g σε σύνολο 58 g από όλες τις πηγές, συμπεριλαμβανομένης της αποτέφρωσης αποβλήτων), ακόμη και εάν διατηρείτο η ισχύς απαγόρευσης. Σε περίπτωση που θα επιτρεπόταν εκ νέου η χρήση PCP, η κατάσταση θα επιδεινωνόταν σημαντικά.

3.1.3. Αξιολόγηση της θέσης των Κάτω Χωρών

(58) Από τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο προκύπτει ότι οι ολλανδικές αρχές στηρίζουν την αίτηση για παρέκκλιση κατ' αποκλειστικότητα σε λόγους που συνδέονται με τις γενικές επιπτώσεις της PCP και των προσμίξεων που περιέχει, στην υγεία και στο περιβάλλον. Δεν επικαλούνται κάποιες ολλανδικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη που θα δικαιολογούσαν την λήψη αυστηρότερων εθνικών μέτρων.

(59) Η μελέτη που ανέθεσε η Επιτροπή σε εξωτερικό σύμβουλο(22) επιβαιώνει επίσης ότι σε αντίθεση με την περίπτωση της Γερμανίας, η κατάσταση στις Κάτω Χώρες δεν παρουσιάζει καμία ιδιαιτερότητα. Οι ολλανδικές κανονιστικές διατάξεις δεν δικαιολογούνται από κάποια ειδική ανάγκη προστασίας της υγείας του ανθρώπου, δεδομένου ότι το επίπεδο έκθεσης στην PCP στην χώρα αυτή είναι αισθητά κατώτερο από τις ημερήσιες αποδεκτές δόσεις. Η διαπίστωση αυτή απορρέει επίσης από τη συμπληρωματική τεκμηρίωση που υπέβαλαν οι ολλανδικές αρχές.

(60) Η μελέτη αμφισβητεί επίσης τα επιχειρήματα των ολλανδικών αρχών σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος: η PCP είναι πτητική ουσία και υπόκειται σε φωτοχημική αποδόμηση και σε βιοαποδόμηση: ως εκ τούτου δεν είναι δυσαποδόμητη (ανθεκτική)(23). Η PCP απομακρύνεται μέσω των ούρων και των κοπράνων όλων των ζώων και, ως εκ τούτου, δε συσσωρεύεται στους λιπώδεις ιστούς και στην τροφική άλυσο. Επίσης, σύμφωνα με τη μελέτη, τα επίπεδα ρύπανσης του υδάτινου περιβάλλοντος, όπως εκτίθενται στην ολλανδική τεκμηρίωση(24) είναι κατά πολύ κατώτερα των αποδεκτών οριακών τιμών. Η μελέτη δεν διαπιστώνει επίσης σχέση μεταξύ των συγκεντρώσεων διοξινών και φουρανίων στο περιβάλλον ή στο μητρικό γάλα, και της χρήσης PCP στις Κάτω Χώρες. Εξάλλου δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κάποιου γενικότερου προβλήματος (απουσία παράδοσης στην παρασκευή PCP, πολύ περιορισμένη χρήση).

(61) Ωστόσο, οι διατάξεις της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ επιβάλλουν την επανεξέταση των παρεκκλίσεων στη γενική απαγόρευση της χρήσης PCP, των αλάτων και εστέρων της, υπό το φως της εξέλιξης των γνώσεων και των τεχνικών. Η κοινοτική οδηγία δεν προέβλεπε παρεκκλίσεις στην εν λόγω απαγόρευση παρά μόνο στους τομείς όπου δεν είχαν εξευρεθεί κατάλληλες ή ασφαλέστερες λύσεις τη στιγμή της έκδοσής της. Στο σύνολό τους, οι κίνδυνοι που αντιπροσωπεύει η PCP για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον είχαν σαφώς εντοπισθεί και εξετασθεί υπό το φως των διαθέσιμων γνώσεων.

(62) Ήδη το 1994, η Επιτροπή εγκαινίασε πρόγραμμα επανεξέτασης όσον αφορά την αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση υποκατάστατων της PCP, προκειμένου να ενισχυθούν οι περιορισμοί που προβλέπονται στην οδηγία 91/173/ΕΟΚ, στην προοπτική μιας γενικής απαγόρευσης(25). Το πρόγραμμα αυτό ολοκληρώθηκε το 1998 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όντως, υπήρχαν λιγότερο επικίνδυνα υποκατάστατα.

(63) Εξάλλου, η επιστημονική επιτροπή, στη γνώμη της της 27ης Νοεμβρίου 1998, η οποία στηρίχθηκε σε μεγάλο αριθμό δεδομένων στο δημόσιο τομέα και στη μελέτη που εκπονήθηκε από το ERM(26), συμπέρανε ότι, σε ορισμένους τομείς, η έκθεση του ανθρώπου εξακολουθούσε ακόμη και όταν η PCP δεν χρησιμοποιείτο πλέον. Εξάλλου δεν έχει ακόμη βρεθεί κατάλληλη επεξεργασία του εδάφους που έχει μολυνθεί με PCP. Υπάρχει κίνδυνος ρύπανσης των υδάτων από την PCP και τις χημικές ουσίες που συνδέονται με αυτή, τουλάχιστον σε "κρίσιμα σημεία", ιδίως σε περιπτώσεις τοπικής απόρριψης PCP στο περιβάλλον.

(64) Υπό το φως της αναλυτικής επανεξέτασης και αξιολόγησης των υποκατάστατων, που διενεργήθηκε στο διάστημα 1994-1998, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν υψηλά επίπεδα προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, έκριναν αναγκαίο να θεσπίσουν, στην οδηγία 1999/51/ΕΚ, μέτρα για την Κοινότητα, ισοδύναμα προς τις ολλανδικές διατάξεις. Τα κράτη μέλη θα θεσπίσουν τις εν λόγω κοινοτικές διατάξεις από τον Ιανουάριο του 2000.

(65) Οι περιορισμοί στη χρήση PCP στην ολλανδική νομοθεσία θεωρούνται ανάλογοι με τον επιδιωκόμενο στόχο, δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις στην απαγόρευση PCP που θεσπίζει η οδηγία 91/173/ΕΟΚ δεν κρίνονται πλέον ικανοποιητικές για την εξασφάλιση επαρκών επιπέδων προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, συμπεραίνεται ότι, μολονότι δεν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις στις Κάτω Χώρες σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κράτη μέλη, τα αυστηρότερα εθνικά μέτρα μπορούν να θεωρηθούν ως δικαιολογημένα.

3.2. Απουσία αυθαίρετης διάκρισης

(66) Το άρθρο 95 παράγραφος 6 υποχρεώνει την Επιτροπή να ελέγχει το κατά πόσον οι εθνικές διατάξεις αποτελούν, ή όχι, μέσο αυθαίρετης διάκρισης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η έλλειψη διάκρισης σημαίνει ότι παρόμοιες καταστάσεις δεν μπορούν να τύχουν διαφορετικής μεταχείρισης, ούτε επίσης ότι διαφορετικές καταστάσεις μπορούν να τύχουν ανάλογης μεταχείρισης.

(67) Οι ολλανδικές κανονιστικές διατάξεις εφαρμόζονται χωρίς διάκριση σε όλα τα προϊόντα, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτά έχουν παρασκευασθεί στις Κάτω Χώρες ή εισαχθεί από άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος για να υποτεθεί ότι οι ολλανδικές κανονιστικές διατάξεις έχουν χρησιμοποιηθεί ως μέσο αυθαίρετης διάκρισης μεταξύ οικονομικών φορέων στην Κοινότητα.

3.3. Απουσία συγκεκαλυμμένου περιορισμού της εμπορίας

(68) Η λήψη αυστηρότερων εθνικών μέτρων για τον περιορισμό της εμπορίας και της χρήσης προϊόντων που παρεκκλίνουν των διατάξεων μιας κοινοτικής οδηγίας συνιστούν, καλώς εχόντων των πραγμάτων, εμπόδιο στις συναλλαγές - και δικαιολογημένα, αφού προϊόντα τα οποία δύνανται να αποτελούν το αντικείμενο νόμιμης εμπορίας στο υπόλοιπο της Κοινότητας, δεν μπορούν να διατίθενται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Η αρχή που είναι ενσωματωμένη στο άρθρο 95 παράγραφος 6 αποβλέπει στο να αποτραπεί το ενδεχόμενο να επιβληθούν περιορισμοί που στηρίζονται στο κριτήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 για αστήρικτους λόγους και οι οποίοι θα αποτελούσαν, στην πραγματικότητα, οικονομικής φύσεως μέτρα για την παρεμπόδιση των εισαγωγών προϊόντων από άλλα κράτη μέλη, ούτως ώστε να προστατευθεί έμμεσα η εθνική παραγωγή.

(69) Η Επιτροπή ανέθεσε μελέτη(27) για την ανάλυση των επιπτώσεων της διατήρησης, εκ μέρους των Κάτω Χωρών, των αυστηρότερων εθνικών διατάξεών τους, στο εμπόριο και στον ανταγωνισμό. Οι συγγραφείς της μελέτης συνέλεξαν πληροφορίες για τον όγκο των εμπλεκόμενων ενδοκοινοτικών συναλλαγών, και για το ενδεχόμενο συμφέρον που θα είχαν οι Κάτω Χώρες να εφαρμόσουν τη νομοθεσία τους για να ευνοήσουν, σε εθνική κλίμακα, τη χρήση υποκατάστατων PCP και προϊόντων που περιέχουν PCP.

(70) Σύμφωνα με τη μελέτη, κανένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν παράγει PCP ή ένα από τα παράγωγά της. Τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία του ξύλου και των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων πρέπει να είναι εγκεκριμένα δυνάμει της ίδιας με τη σχετική με την PCP νομοθεσίας, είτε αυτά παράγονται στις Κάτω Χώρες είτε σε άλλα κράτη μέλη. Η εθνική νομοθεσία για την PCP, ως εκ τούτου, δεν συνιστά κανένα άμεσο πλεονέκτημα για τους παραγωγούς υποκατάστατων στις Κάτω Χώρες.

(71) Αναφέρθηκε πιο πάνω ότι υπήρχε πραγματική ανησυχία για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον, όσον αφορά τη χρήση PCP και επεξεργασμένου ξύλου. Επιπλέον, οι εθνικές διατάξεις για την PCP αποτελούν τμήμα γενικότερης πολιτικής για τις διοξίνες και τα φουράνια. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος δεν αποτελούν όντως τον αληθινό στόχο της διατήρησης της εθνικής νομοθεσίας.

(72) Συνολικά, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις συγκεκαλυμμένου περιορισμού της εμπορίας μεταξύ κρατών μελών, από την ολλανδική νομοθεσία σχετικά με την PCP.

3.4. Η απουσία εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς

(73) Ο όρος αυτός, που θεσπίζεται στο άρθρο 95 παράγραφος 6 εδάφιο πρώτο της συνθήκης ΕΚ, δεν υπήρχε στο κείμενο του παλαιού άρθρου 100 Α παράγραφος 4. Η απαίτηση αυτή δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να οδηγεί στην απαγόρευση της έγκρισης κάθε εθνικού μέτρου που ενδέχεται να επηρεάσει την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Στην πραγματικότητα, όλα τα εθνικά μέτρα που συνιστούν παρέκκλιση από μέτρο εναρμόνισης το οποίο αποσκοπεί στην ολοκλήρωση και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενδέχεται, κατ' ουσίαν, να επηρεάσουν την εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, για να διατηρήσει τη χρησιμότητα της διαδικασίας παρεκκλίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 95 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή εκτιμά ότι, στο πλαίσιο της παραγράφου 6 του άρθρου 95, πρέπει να θεωρηθεί ως "εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς" ένα αποτέλεσμα δυσανάλογο με τον επιδιωκόμενο στόχο.

(74) Αφ' ότου το τελευταίο εργοστάσιο έκλεισε τις πόρτες του στη Γαλλία, το 1992, δεν υπάρχει πλέον παραγωγός PCP στην Κοινότητα. Οι Γερμανοί παραγωγοί, οι οποίοι είχαν αρχίσει να παράγουν το 1978, εγκατέλειψαν ήδη από το 1985. Λόγω των περιορισμών που επεβλήθησαν σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, σε τρία μόνο κράτη μέλη χρησιμοποιούνταν σημαντικές ποσότητες PCP για την επεξεργασία του ξύλου, καθώς και μικρές ποσότητες για την επεξεργασία κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που υπεισέρχονται σε μικρές στρατιωτικές χρήσεις. Η κατανάλωση PCP στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα πέρασε από τους 8000 τόνους το 1986, στους 2000 τόνους το 1994.

(75) Την ίδια περίοδο, η παγκόσμια παραγωγή PCP μειώθηκε από 26000 τόνους, στους 11000 τόνους. Οι παραγωγοί βρίσκονται στις ΗΠΑ, στην Ινδία και στην Κίνα.

(76) Οι ολλανδικές εισαγωγές PCP για την επεξεργασία του ξύλου δεν έφθαναν πλέον παρά τους 2 έως 4 τόνους, ήδη το 1987, δηλαδή πριν από τη λήξη της τελευταίας άδειας και τους 37,5 τόνους λαυρικής PCP για την επεξεργασία των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Αυτό αντιπροσώπευε ήδη ένα πολύ μικρό μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η μελέτη που παρήγγειλε η Επιτροπή(28) κατέληξε και αυτή στο συμπέρασμα ότι η επίδραση της ολλανδικής νομοθεσίας στην αγορά ήταν κατ' ουσίαν αμελητέα.

(77) Εξάλλου, μολονότι οι ολλανδικές αρχές συνέχισαν να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία αντί της κοινοτικής νομοθεσίας από την 1η Ιουλίου 1992, κανένας οικονομικός φορέας, ολλανδικός ή αλλοδαπός, δεν υπέβαλε ποτέ σχετική καταγγελία. Δεδομένου επίσης ότι, εν τω μεταξύ, η κοινοτική νομοθεσία προσαρμόστηκε στην τεχνική πρόοδο και ότι από 1ης Σεπτεμβρίου 2000 δεν θα υπάρχει πλέον διάκριση μεταξύ της ολλανδικής και της κοινοτικής νομοθεσίας, οι συνολικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς κρίνονται ελάχιστες.

(78) Με βάση τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ολλανδικές διατάξεις που υπόκεινται στην παρούσα απόφαση συνιστούν δυσανάλογο, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους, εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(79) Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι οι διατάξεις όσον αφορά τη χρήση πενταχλωροφαινόλης, όπως κοινοποιήθηκαν από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δυνάμει του παλαιού άρθρου 100 Α παράγραφος 4 της 21ης Ιανουαρίου 1992 και οι οποίες εξετάστηκαν βάσει του νέου άρθρου 95 παράγραφοι 4 και 6 της συνθήκης ΕΚ:

- πληρούν τις επίσημες απαιτήσεις που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να γίνουν δεκτές,

- μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένες βάσει επιτακτικών αναγκών προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος,

- δεν συνιστούν ούτε μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένου περιορισμού των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, αλλά ούτε και δυσανάλογο εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(80) Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή έχει λόγους να θεωρεί ότι οι κοινοποιηθείσες εθνικές διατάξεις μπορούν να εγκριθούν.

(81) Σημειωτέον ότι οι ολλανδικές διατάξεις σχετικά με την PCP καθορίζουν σύστημα χορήγησης αδειών που δεν καθορίζει επακριβώς τους τομείς των δυνατών χρήσεων. Εξάλλου, το όριο για την περιεκτικότητα σε εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνες, όπως καθορίζεται στην απόφαση SIVEB του 1980, είναι υψηλότερο από ό,τι το όριο στην κοινοτική οδηγία. Το άρθρο 95 παράγραφος 4 επιτρέπει μόνο την έγκριση εθνικών νομοθετικών διατάξεων βάσει επιτακτικών αναγκών που αναφέρονται στο άρθρο 30 ή λόγων που συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος και του χώρου εργασίας. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να εγκριθούν εθνικά μέτρα που εξασφαλίζουν χαμηλότερα επίπεδα προστασίας από αυτά που καθορίζει η οδηγία. Ως εκ τούτου, οι εθνικές ολλανδικές νομοθετικές διατάξεις δεν μπορεί παρά να εγκριθούν, δεδομένου ότι η εφαρμογή τους στην πράξη έδειξε ότι δεν εγκρίθηκε προϊόν που περιέχει PCP για εφαρμογές που δεν επιτρέπονται από την κοινοτική οδηγία ή που περιέχει περισσότερη εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη από 4 ppm. Μια διαφορετική εφαρμογή της εθνικής ολλανδικής νομοθεσίας δεν μπορεί να εγκριθεί βάσει του άρθρου 95 παράγραφος 4.

(82) Η παρούσα απόφαση δεν θίγει την εφαρμογή, από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, των διατάξεων της οδηγίας 1999/51/ΕΚ.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι διατάξεις του νόμου για τα φυτοφάρμακα του 1962 εγκρίνονται στο μέτρο που εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να μην χορηγούνται εγκρίσεις δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου για τα φυτοφάρμακα, οι οποίες θα εξακόντιζαν τις διατάξεις της οδηγίας 91/173/ΕΟΚ σχετικά με τις εξαιρέσεις στην απαγόρευση χρήσεως της PCP ή στην περιεκτικότητα σε εξαχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.

Βρυξέλλες, 26 Οκτωβρίου 1999.

Για την Επιτροπή

Erkki LIIKANEN

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ L 262 της 27.9.1976, σ. 201.

(2) ΕΕ L 207 της 6.8.1999, σ. 18.

(3) ΕΕ L 85 της 5.4.1991, σ. 34.

(4) ΕΕ L 142 της 5.6.1999, σ. 22.

(5) Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 288/1962, όπως τροποποιήθηκε από την πράξη της 15ης Δεκεμβρίου 1994, Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 4/1995.

(6) Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 18/1980.

(7) Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 455/1992.

(8) Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 35/1994.

(9) Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 43/1980.

(10) Επίσημη Εφημερίδα των Κάτω Χωρών αριθ. 558/1979.

(11) Υπόθεση C-127/97, αιτιολογική σκέψη 31.

(12) Integrated Criteria Document Chlorophenols. Έκθεση RIVM αριθ. 710401013, Αύγουστος 1991.

Assessment of the Integrated Criteria Document Cholrophenols. Συμβουλευτική έκθεση της επιτροπής για την αξιολόγηση των κινδύνων, του συμβουλίου δημόσιας υγείας των Κάτω Χωρών.

Basisdocument dioxinen. Έκθεση RIVM αριθ. 710401024, Φεβρουάριος 1993.

Emissies van dioxinen in Nederland. Έκθεση RIVM και ΤΝΟ αριθ. 770501003, Απρίλιος 1993.

Besluit luchtemissies afvalverbranding. Γενική διοικητική οδηγία που περιλαμβάνει επεξηγηματικό σημείωμα.

(13) C. Rappe, Concerning Pentachlorophenol and Dioxins. Τελική έκθεση, Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Χημείας, Πανεπιστήμιο της Umea, Umea, Δεκέμβριος 1994.

(14) Έκθεση προς την Επιτροπή για την πενταχλωροφαινόλη (PCP), Βρυξέλλες, 14 Δεκεμβρίου 1994. Η έκθεση συνετάγη μετά από διαβουλεύσεις με το σύνολο των κρατών μελών και των άλλων ενδιαφερομένων μερών που είχαν ενημερωθεί μέσω σημειώματος που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 315 της 12.11.1994, σ. 4. Συνεκτιμήθηκαν επίσης τρεις μελέτες που εκπονήθηκαν από εξωτερικούς συμβούλους.

(15) Environmental Resources Management, Assessment of the Risks Posed by Pentachlorophenol (PCP) through the Exposure of Man and the Environment to Dioxins. Τελική έκθεση, Λονδίνο, Δεκέμβριος 1997.

(16) Ο σύμβουλος "Cabinet Paracelse" συνέταξε εκτιμήσεις της επικινδυνότητας και εκθέσεις για την καταλληλότητα 5 υποκατάστατων ουσιών της PCP για την επεξεργασία του ξύλου και των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Οι τελικές εκθέσεις υπεβλήθησαν τον Σεπτέμβριο του 1998.

(17) ΕΕ 196 της 16.8.1967, σ. 1.

(18) ΕΕ L 199 της 30.7.1999, σ. 57.

(19) ΕΕ L 129 της 18.5.1976, σ. 23.

(20) ΕΕ L 377 της 31.12.1991, σ. 48.

(21) ΕΕ L 181 της 4.7.1986, σ. 16.

(22) Βλέπε υποσημείωση 13.

(23) Αυτό επιβεβαιώθηκε και από το WHO Environmental Health Criteria Document 71, Pentachlorophenol, WHO, Γενεύη 1987.

(24) Βλέπε υποσημείωση 12.

(25) Αυτό εξαγγέλθηκε στην απόφαση 94/783/ΕΚ της Επιτροπής, σχετικά με την απαγόρευση της PCP που κοινοποίησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΕΕ L 316 της 9.12.1994, σ. 43) και στην ειδοποίηση που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 315 της 12.11.1994, για την συνεννόηση με τα ενδιαφερόμενα μέρη πριν από τη σύνταξη της έκθεσης για την PCP.

(26) Βλέπε υποσημείωση 15.

(27) S. J. Davis, The Effects της the Retention by the Netherlands of its National Rules on Pentachlorophenol in Place της the Rules Established by directive 91/173/ΕΟΚ, Λονδίνο (ΗΒ), Μάιος 1995.

(28) Βλέπε υποσημείωση 27.