31998Y0803(01)

Ειδική έκθεση αριθ. 10/98 σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνοδευόμενη από τις απαντήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (υποβαλλόμενη δυνάμει του άρθρου 188 Γ, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 243 της 03/08/1998 σ. 0001 - 0015


ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ αριθ. 10/98 σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνοδευόμενη από τις απαντήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (υποβαλλόμενη δυνάμει του άρθρου 188Γ, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ) (98/C 243/01)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πεδίο του ελέγχου

1.1. Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λαμβάνουν μισθό από τα εθνικά κοινοβούλια, ο οποίος διαφέρει ανάλογα με τη χώρα. Δεν αμείβονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά λαμβάνουν από αυτό αποζημιώσεις για έξοδα που πραγματοποιούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, βάσει κανονιστικής ρύθμισης που εγκρίθηκε, το 1984, από το Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (PE 133 116) και ενημερώνονται τακτικά (1).

1.2. Ο έλεγχος αφορούσε αποκλειστικά την εφαρμογή της κανονιστικής ρύθμισης σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα έξοδα που πραγματοποιούν οι βουλευτές:

α) την κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης (2) 7

β) την ειδική αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης με ανώτατο όριο 3 000 ECU (3) 7

γ) την αποζημίωση διαμονής (4) 7

δ) την αποζημίωση γραμματείας (5) 7

ε) την αποζημίωση γενικών εξόδων (6) 7

στ) την απόδοση των εξόδων μετακίνησης, διαμονής και διδασκαλίας στην περίπτωση συμμετοχής σε μαθήματα γλωσσών και πληροφορικής (7).

1.3. Ο έλεγχος είχε ως αντικείμενο την εξέλιξη που παρουσίασε το σύστημα αποζημιώσεων από τους τελευταίους ελέγχους του Συνεδρίου για τα οικονομικά έτη 1990 και 1991 (8). Οι επαληθεύσεις βάσει εγγράφων αφορούσαν κυρίως το οικονομικό έτος 1996. Εξετάστηκαν οι ισχύουσες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες από την πλευρά της ειδικής κανονιστικής ρύθμισης που έχει εγκρίνει το Κοινοβούλιο, των κοινοτικών δημοσιονομικών κανόνων και της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Όλες οι αδυναμίες και οι κίνδυνοι που επισημαίνονται στην παρούσα έκθεση τεκμηριώνονται από τις διαπιστώσεις του ελέγχου.

Δημοσιονομικά δεδομένα

1.4. Στους πίνακες που παρατίθενται στο παράρτημα (πίνακες 1, 2 και 3) παρουσιάζεται η εξέλιξη των πληρωμών που αντιστοιχούν στις εξεταζόμενες αποζημιώσεις κατά την περίοδο 1990-1997. Το συνολικό ποσό των σχετικών δαπανών ανερχόταν σε 142,6 εκατ. ECU το 1997 και αντιστοιχούσε στο 16 % του συνόλου των δαπανών λειτουργίας του Κοινοβουλίου. Το 48 % των πληρωμών διατέθηκαν για τις αποζημιώσεις γραμματείας, το 33 % για τις διάφορες αποζημιώσεις ταξιδίου και διαμονής και το 16 % για τις αποζημιώσεις γενικών εξόδων. Η μέση ετήσια δαπάνη, η οποία πραγματοποιείται είτε άμεσα είτε έμμεσα, ανά βουλευτή στο πλαίσιο αυτών των αποζημιώσεων αυξήθηκε από 138 000 ECU το 1990 σε 227 000 ECU το 1997 (9) γεγονός που αντιστοιχεί σε μέση αύξηση κατά 7,4 % ετησίως. Η αύξηση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αναπροσαρμογή του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης γραμματείας (+10,6 % κατά ετήσιο μέσο όρο). Από τον Ιούνιο του 1996, αυτή η αποζημίωση καταβάλλεται απευθείας στους βοηθούς ή σε τρίτους πληρωτές που υποδεικνύουν οι βουλευτές.

ΤΥΠΙΚΗ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

1.5. Εκτός από την περίπτωση της απόδοσης εξόδων σχετικών με μαθήματα γλωσσών και πληροφορικής, η διαχείριση των εξεταζόμενων αποζημιώσεων ασκείται από την υπηρεσία βουλευτικών αποζημιώσεων, η οποία περιλαμβάνει δύο χωριστούς τομείς:

- το ταμείο παγίων προκαταβολών των βουλευτών, αρμόδιο για την καταβολή των αποζημιώσεων ταξιδίου και διαμονής, υπό τον έλεγχο υπηρεσίας εντολής των πληρωμών, η οποία προβαίνει στην επαλήθευση των πληρωμών του ταμείου, στην έκδοση των αναγκαίων ενταλμάτων είσπραξης ή συμπληρωματικών πληρωμών και στην καταχώρηση αυτών των πράξεων στον προϋπολογισμό 7

- τον τομέα «αποζημιώσεων γραμματείας και γενικών εξόδων», αρμόδιο για την εντολή των πληρωμών και τους ελέγχους σχετικά με τις αποζημιώσεις γενικών εξόδων και γραμματείας.

1.6. Τα συστήματα διαχείρισης που έχουν καθιερωθεί στο πλαίσιο της υπηρεσίας βουλευτικών αποζημιώσεων εξασφαλίζουν, στο σύνολό τους, την ορθή εφαρμογή της κανονιστικής ρύθμισης που έχει εγκρίνει το Κοινοβούλιο.

1.7. Οι διαδικασίες, είτε πρόκειται για τις πληρωμές στο πλαίσιο του ταμείου παγίων προκαταβολών είτε για άλλες δαπάνες σχετικά με αποζημιώσεις, βασίζονται σε ορθά σχεδιασμένα και δοκιμασμένα πληροφορικά εργαλεία, τα οποία χαρακτηρίζονται από συνοχή, αξιοπιστία και ταχύτητα. Η τυπική κανονικότητα των δαπανών, ως προς τους κανόνες που έχει θεσπίσει το Προεδρείο του Κοινοβουλίου, εξασφαλίζεται μέσω της προσκόμισης και του συστηματικού ελέγχου των εγγράφων που απαιτεί αυτή η κανονιστική ρύθμιση.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΓΙΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

1.8. Το ταμείο παγίων προκαταβολών των βουλευτών είναι αρμόδιο, στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο, για την πληρωμή των δαπανών που αντιστοιχούν στην κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης, στην ειδική αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης και στην αποζημίωση διαμονής. Οι πληρωμές που πραγματοποίησε το ταμείο παγίων προκαταβολών των βουλευτών το 1997 ανήλθαν σε 46,9 εκατ. ECU και αντιστοιχούσαν στο 33 % των αποζημιώσεων που αφορούν τα Μέλη του Κοινοβουλίου. Το ανώτατο ποσό της ανανεώσιμης προκαταβολής που χορηγείται σε αυτό το ταμείο έχει οριστεί στα 3,2 εκατ. ECU από το 1991.

1.9. Κατά την άποψη του Συνεδρίου (10) η χρησιμοποίηση παγίων προκαταβολών για πληρωμές παρόμοιου ύψους δεν είναι σύμφωνη με τις αρχές που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός (άρθρο 54) και οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του (άρθρο 82 και επόμενα). Ούτε η φύση των εν λόγω δαπανών, ούτε κάποια ιδιαίτερη επείγουσα ανάγκη δικαιολογούν, στην προκειμένη περίπτωση, παρέκκλιση από τους συνήθεις κανόνες πληρωμής και ελέγχου.

1.10. Επιπλέον, οι βουλευτές, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 5, της κανονιστικής ρύθμισης του Κοινοβουλίου, έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν, από το γραφείο ταξιδίων του Κοινοβουλίου, εισιτήρια για ιδιωτική χρήση, των οποίων το κόστος αφαιρείται από τις αποζημιώσεις ταξιδίου και διαμονής που τους οφείλονται. Αυτή η ευχέρεια έχει ως αποτέλεσμα το Κοινοβούλιο να πληρώνει προσωρινώς τιμολόγια που δεν έχουν καμία σχέση με τη δραστηριότητά του, να ανακτά αργότερα τα αντίστοιχα ποσά κατά παράβαση των κανόνων που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός και να χορηγεί κατ' αυτόν τον τρόπο προκαταβολές στους βουλευτές.

1.11. Σε αντίθεση με το δημοσιονομικό κανονισμό, αυτές οι πάγιες προκαταβολές χρησιμοποιούνται προκειμένου να καθιστούν δυνατή την ανάκτηση από τους βουλευτές, πριν από την εντολή των πληρωμών, και χωρίς παρέμβαση του δημοσιονομικού ελεγκτή, των ποσών τα οποία οφείλουν για διάφορους λόγους (κυρίως εισιτήρια για ιδιωτική χρήση, αποζημιώσεις που πληρώνονται για μη αιτιολογημένες παρουσίες).

1.12. Μολονότι το άρθρο 23, παράγραφος 3, της κανονιστικής ρύθμισης του Κοινοβουλίου περιορίζει την πληρωμή σε μετρητά στις αποζημιώσεις διαμονής, μια ανακοίνωση του Σώματος των Κοσμητόρων ανέστειλε, το 1990, αυτή τη διάταξη, εκτείνοντας τη δυνατότητα πληρωμής σε μετρητά στο σύνολο των αποζημιώσεων που καταβάλλει το ταμείο παγίων προκαταβολών. Οι πληρωμές σε μετρητά αντιστοιχούσαν, το 1997, στο 42 % του συνολικού αριθμού των πράξεων που εκτέλεσε το ταμείο παγίων προκαταβολών.

1.13. Αυτές οι παρεκκλίσεις επιφέρουν υψηλό κόστος και κινδύνους διαχείρισης. Το ίδιο το σύστημα των παγίων προκαταβολών, που συνεπάγεται ταυτόχρονα την ύπαρξη ταμείου και υπηρεσίας ελέγχου και εντολής των πληρωμών, απαιτεί πολυάριθμο ανθρώπινο δυναμικό και σημαντικά χρηματικά μέσα. Οι προκαταβολές που χορηγούνται στους βουλευτές για ιδιωτική χρήση επιβαρύνουν τόσο το έργο του προσωπικού όσο και τα διαθέσιμα αυτού του ταμείου. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της υπηρεσίας βουλευτικών αποζημιώσεων ασχολείται με την πληρωμή και τον έλεγχο περιορισμένης αναλογίας του συνόλου των αποζημιώσεων. Εξάλλου, οι πληρωμές σε μετρητά, που συνεπάγονται, στην προκειμένη περίπτωση, διαχείριση σημαντικών κεφαλαίων, ενέχουν μεγαλύτερους κινδύνους διαχείρισης από ό,τι άλλοι τρόποι πληρωμής.

1.14. Οι κανονικές διαδικασίες πληρωμής και ελέγχου θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την καλύτερη κατανομή του φόρτου εργασίας και τον περιορισμό των κινδύνων που συνδέονται με τη διαχείριση των μετρητών. Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν σύστημα μονίμων προκαταβολών, σύμφωνο με το άρθρο 46 του δημοσιονομικού κανονισμού, προκειμένου να αποφευχθεί, με καλύτερες συνθήκες ασφάλειας από αυτές που μπορεί να προσφέρει ένα ταμείο παγίων προκαταβολών, η επιβάρυνση των βουλευτών με ταμιακά έξοδα.

Κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης και αποζημίωση διαμονής

1.15. Η κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης προορίζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 7 της κανονιστικής ρύθμισης του Κοινοβουλίου, για την απόδοση όλων των εξόδων που συνδέονται με τη μετακίνηση των βουλευτών από τον τόπο κατοικίας τους στον τόπο συνεδρίασης, με αφορμή την εγκεκριμένη και αποδεδειγμένη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των επισήμων οργάνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η αποζημίωση διαμονής, σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 της κανονιστικής ρύθμισης καταβάλλεται για κάθε ημέρα συμμετοχής σε δραστηριότητες για τις οποίες οι βουλευτές δικαιούνται την κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης.

1.16. Η κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης υπολογίζεται με εφαρμογή χιλιομετρικής κλίμακας στην απόσταση μεταξύ του τόπου συνεδρίασης και του τόπου κατοικίας που έχει δηλώσει ο βουλευτής. Αυτή η κλίμακα είναι «παγωμένη» από το 1994. Η αποζημίωση διαμονής υπολογίζεται εφαρμόζοντας την ημερήσια κλίμακα στον αριθμό των ημερών παρουσίας που δηλώνει ο βουλευτής.

1.17. Η κλίμακα της κατ' αποκοπή αποζημίωσης εξόδων μετακίνησης δεν αντιστοιχεί στα πραγματικά έξοδα μετακίνησης που αναλαμβάνουν οι βουλευτές. Η ανάλυση του Συνεδρίου δείχνει ότι, το 1996, για τις διαδρομές από τον τόπο κατοικίας των βουλευτών στους τόπους συνεδριάσεων, πραγματοποιήθηκαν πληρωμές (27,6 εκατ. ECU) οι οποίες υπερέβαιναν, κατά συνολικό μέσο όρο, κατά 30 % το κόστος των αεροπορικών εισιτηρίων για τη θέση «business», γεγονός που αντιπροσωπεύει διαφορά περίπου 6,5 εκατ. ECU. Αυτή η διαφορά ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τον τόπο καταγωγής των βουλευτών και αυξάνεται σε συνάρτηση με την απόσταση από αυτόν. Η πραγματική διαφορά είναι πιο σημαντική, γιατί, στην πράξη, συχνά χρησιμοποιούνται λιγότερο δαπανηρά μεταφορικά μέσα (τραίνο, αεροπλάνο σε οικονομική θέση), ενώ ορισμένα εθνικά κοινοβούλια προσφέρουν στους ευρωβουλευτές διευκολύνσεις στα εσωτερικά δρομολόγια).

1.18. Έως το τέλος του 1997, η πληρωμή των κατ' αποκοπή αποζημιώσεων ταξιδίου και διαμονής πραγματοποιείτο από το ταμείο παγίων προκαταβολών με βάση τις δηλώσεις που υπέβαλλαν οι βουλευτές. Οι έλεγχοι δεν είχαν ως αντικείμενο να εξακριβώσουν αν όντως πραγματοποιήθηκαν τα ταξίδια ή η διαμονή, αλλά αν οι βουλευτές ήταν παρόντες στους τόπους συνεδρίασης, γεγονός που αποδεικνύεται κατά κανόνα με την υπογραφή του μητρώου που διατίθεται στην αίθουσα συνεδρίασης.

1.19. Επιπλέον, η κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι η συμμετοχή του βουλευτή στις εργασίες του Κοινοβουλίου μπορεί να αποδειχθεί βάσει άλλων δικαιολογητικών εγγράφων. Οι βουλευτές στους οποίους έχουν ανατεθεί κάποιες ειδικές εντολές (11) έχουν τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή της υπογραφής της κατάστασης παρόντων στην αίθουσα συνεδρίασης, υπογράφοντας ειδικό κατάλογο. Όλοι οι βουλευτές μπορούν επίσης, στην περίπτωση που παρέλειψαν να υπογράψουν το μητρώο παρόντων, να προσκομίσουν εναλλακτικά αποδεικτικά έγγραφα, κυρίως εισιτήρια ή αποδείξεις ξενοδοχείων. Ωστόσο, η προσκόμιση παρόμοιων αποδεικτικών στοιχείων γίνεται δεκτή μόνο πέντε φορές ανά περίοδο δυόμισι ετών.

1.20. Η αποδεικτική ισχύς εγγράφων, όπως το αεροπορικό ή σιδηροδρομικό εισιτήριο ή η απόδειξη του ξενοδοχείου, τα οποία γίνονται δεκτά στη θέση της υπογραφής των μητρώων ή των καταστάσεων παρόντων, είναι αδύναμη. Το 1996, στις μισές περίπου περιπτώσεις, προσκομίστηκαν παρόμοια δικαιολογητικά ως εναλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία. Σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν το 1996, οι αποδείξεις ξενοδοχείου που προσκομίστηκαν στη διοίκηση ως αντιστάθμιση για την έλλειψη άλλων αποδεικτικών στοιχείων, αφορούσαν τη συμμετοχή κατά την έναρξη ή τη λήξη εβδομαδιαίας συνεδρίασης.

1.21. Η υπογραφή των μητρώων παρόντων δεν επιτρέπει επίσης να αποδειχθεί η πραγματική συμμετοχή των βουλευτών στις εργασίες του Κοινοβουλίου.

1.22. Λόγω της έλλειψης, έως το τέλος του 1997, ελέγχου προκειμένου να εξακριβώνεται αν όντως πραγματοποιούνται οι διαδρομές που δηλώνονται στο πλαίσιο της κατ' αποκοπή αποζημίωσης εξόδων μετακίνησης, οι πληρωμές μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η αντίστοιχη διαδρομή.

1.23. Επιπλέον, το Συνέδριο διαπίστωσε την έλλειψη κριτηρίων και, κατά συνέπεια, διαφάνειας και ελέγχου όσον αφορά τον τόπο αναχώρησης (ο τόπος κατοικίας δηλώνεται κατά τη βούληση του βουλευτή).

1.24. Το Συνέδριο επισημαίνει τις προσπάθειες του Προεδρείου του Κοινοβουλίου, το οποίο έλαβε, το 1997, ορισμένα μέτρα για να διορθώσει αυτές τις αδυναμίες:

α) καθιέρωσε μόνιμο σύστημα ελέγχου των κατ' αποκοπή αποζημιώσεων ταξιδίου, μέσω της προσκόμισης δικαιολογητικών. Από την 1η Νοεμβρίου 1997, η πληρωμή των κατ' αποκοπή αποζημιώσεων ταξιδίου εξαρτάται από την προσκόμιση της κάρτας επιβίβασης ή του σιδηροδρομικού εισιτηρίου σε περίπτωση αεροπορικού ή σιδηροδρομικού ταξιδίου, ή αναλυτικής προσωπικής δήλωσης σε περίπτωση ταξιδίου με αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης 7

β) από την 1η Φεβρουαρίου 1998, οι βουλευτές που δεν είναι παρόντες κατά τις μισές τουλάχιστον ονομαστικές ψηφοφορίες, τις ημέρες που το Κοινοβούλιο εξετάζει νομοθετικά ζητήματα (Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη κατά τη διάρκεια των συνόδων στο Στρασβούργο και Πέμπτη κατά τη διάρκεια των συνόδων στις Βρυξέλλες), χάνουν το ήμισυ της ημερήσιας αποζημίωσής τους 7

γ) στις Βρυξέλλες, οι βουλευτές έχουν την επιλογή να υπογράψουν είτε τις καταστάσεις παρόντων κατά τις συνεδριάσεις των επιτροπών και των πολιτικών ομάδων, καθώς και κατά τις άλλες επίσημες συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είτε κεντρικό μητρώο παρουσιών.

Ειδική αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης με ανώτατο όριο 3 000 ECU

1.25. Αυτή η αποζημίωση (άρθρο 10 της κανονιστικής ρύθμισης) αποσκοπεί, εκτός από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις κατ' αποκοπή αποζημιώσεις ταξιδίου και διαμονής, στην απόδοση, με ανώτατο όριο 3 000 ECU ετησίως, των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι βουλευτές με αφορμή τις μετακινήσεις που πραγματοποιούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με εξαίρεση τις μετακινήσεις στο εσωτερικό της χώρας εκλογής τους.

1.26. Οι δαπάνες που πραγματοποιούν οι βουλευτές λόγω των μετακινήσεων που καλύπτει αυτή η αποζημίωση αποδίδονται από το ταμείο παγίων προκαταβολών βάσει δήλωσης, συνοδευόμενης από τα δικαιολογητικά του ταξιδίου, από πρόσκληση ή από το πρόγραμμα της επίσκεψης. Η έγκριση κριτηρίων τα οποία καθορίζουν ποιες μετακινήσεις των βουλευτών θεωρούνται ότι πραγματοποιούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, θα καταστήσει δυνατή τη διενέργεια ελέγχων που θα αφορούν επίσης την επιλεξιμότητα των δαπανών.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

1.27. Ο τομέας «αποζημιώσεις γραμματείας και γενικών εξόδων» προβαίνει στην εκκαθάριση και στην εντολή πληρωμής των οφειλόμενων ποσών στο πλαίσιο αυτών των αποζημιώσεων, οι οποίες καταβάλλονται μηνιαίως με τραπεζικό έμβασμα στο κοινοτικό νόμισμα που υποδεικνύει ο βουλευτής, με ανώτατο όριο το ποσό που ορίζει το Προεδρείο του Κοινοβουλίου. Οι αντίστοιχες δαπάνες ανήλθαν σε 93,6 εκατ. ECU το 1997.

1.28. Ο δημοσιονομικός κανονισμός που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προβλέπει (άρθρο 11, παράγραφος 4) ότι οι μετατροπές μεταξύ του ECU και των εθνικών νομισμάτων πραγματοποιούνται κατ' αρχήν με την ισοτιμία της ημέρας ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεόντως αιτιολογημένες, με εφαρμογή της τιμής της προτελευταίας ημέρας του μήνα που προηγείται του μήνα για τον οποίο είχαν καθοριστεί οι ισοτιμίες.

1.29. Σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 26) προκρίνεται, για τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα των μηνιαίων πληρωμών στο πλαίσιο των αποζημιώσεων γραμματείας και γενικών εξόδων, η ισοτιμία της προτελευταίας ημέρας του Νοεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους αναφοράς και εξασφαλίζεται, κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, η διατήρηση του ποσού της αποζημίωσης γραμματείας, εκφραζόμενης σε εθνικό νόμισμα, στο επίπεδο του προηγούμενου έτους. Επιπλέον, οι βουλευτές είναι ελεύθεροι να υποδείξουν και να αλλάξουν το νόμισμα πληρωμής. Αυτές οι παρεκκλίσεις από τους συνήθεις κανόνες μετατροπής μπορούν να προκαλέσουν σημαντικά έξοδα για το θεσμικό όργανο. Θα πρέπει να αναζητηθούν άλλοι μηχανισμοί, σύμφωνοι με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού, οι οποίοι θα αποκριθούν στην εύλογη ανησυχία όσον αφορά την προστασία της αμοιβής των βοηθών έναντι των κινδύνων που συνεπάγονται οι συναλλαγματικές διαφορές.

Αποζημίωση γενικών εξόδων

1.30. Η αποζημίωση γενικών εξόδων προορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 13 της κανονιστικής ρύθμισης, για την κάλυψη εξόδων που απορρέουν από κοινοβουλευτικές δραστηριότητες των βουλευτών, τα οποία δεν καλύπτονται από άλλες αποζημιώσεις. Καταβάλλεται σύμφωνα με το ύψος που ορίζει το Προεδρείο (38 304 ECU ετησίως το 1997) βάσει ετήσιας αίτησης χορήγησης. Αυτή η αποζημίωση μειώνεται κατά 50 % για τους βουλευτές που συμμετέχουν σε λιγότερες από τις μισές συνεδριάσεις.

1.31. Η κλίμακα αυτής της κατ' αποκοπή αποζημίωσης δεν βασίζεται σε ακριβή υπολογισμό των διαφόρων αναληφθέντων εξόδων και δεν λαμβάνει υπόψη τα γενικά έξοδα που μπορούν να αποδοθούν, για παράδειγμα, από ορισμένα εθνικά κοινοβούλια.

Αποζημίωση γραμματείας

1.32. Η αποζημίωση γραμματείας προορίζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως 16 της κανονιστικής ρύθμισης, να καλύψει τις δαπάνες που απορρέουν από την πρόσληψη ή τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών ενός ή πολλών βοηθών. Καταβάλλεται μηνιαία με ανώτατο ετήσιο όριο που ορίζει το Προεδρείο (110 460 ECU το 1997).

1.33. Η κανονιστική ρύθμιση δεν διευκρινίζει τα στοιχεία πραγματικού κόστους που αιτιολογούν το οριζόμενο όριο. Οι μόνες ενδείξεις που έχει παράσχει το Κοινοβούλιο σχετικά με αυτό το θέμα εμφανίζονταν στις παρατηρήσεις των προϋπολογισμών για το 1993 και το 1994, όπου διευκρινιζόταν ότι κάθε βουλευτής «μπορεί να προσλάβει δύο βοηθούς, έναν στις Βρυξέλλες και έναν στο κράτος μέλος καταγωγής του». Αυτές οι αναφορές δεν εμφανίζονται στους μετέπειτα προϋπολογισμούς. Έτσι, έκτοτε, η αισθητή αύξηση του ποσού αυτής της αποζημίωσης δεν αιτιολογείται από καμία σαφή αναφορά στα έξοδα που προορίζεται να αντισταθμίσει. Επιπλέον, στο πλαίσιο της πληρωμής της αποζημίωσης γραμματείας, δεν λαμβάνονται υπόψη αποζημιώσεις με το ίδιο αντικείμενο, που ορισμένα εθνικά κοινοβούλια χορηγούν στους ευρωβουλευτές.

1.34. Η μηνιαία καταβολή της αποζημίωσης γραμματείας προϋποθέτει είτε την υποβολή «αίτησης χορήγησης», που καταρτίζει ο βουλευτής για μια μοναδική πληρωμή ή για επαναλαμβανόμενες πληρωμές προς ένα βοηθό βουλευτή, είτε την προσκόμιση τιμολογίου για την εκτέλεση εργασιών έρευνας, τεκμηρίωσης ή γραμματείας. Από τον Ιούνιο του 1996, η αμοιβή των βοηθών τους καταβάλλεται απευθείας ή μέσω τρίτου πληρωτή που υποδεικνύει ο βουλευτής. Με την επιφύλαξη του ασυμβίβαστου που αφορά τους υπαλλήλους των πολιτικών ομάδων ή των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, η επιλογή των βοηθών εναπόκειται στη βούληση των βουλευτών.

1.35. Η κανονιστική ρύθμιση διευκρινίζει ότι ο βουλευτής έχει την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη εθνική νομοθεσία, μεταξύ του ιδίου και του βοηθού, αλλά δεν επιβάλλουν την προσκόμιση αυτού του εγγράφου. Οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου δεν διενεργούν κανέναν έλεγχο σχετικά με την πραγματική σύναψη των συμβάσεων που προβλέπει η κανονιστική ρύθμιση, ούτε εξετάζουν την εγκυρότητα των ρητρών τους όσον αφορά τις εθνικές φορολογικές ή κοινωνικές διατάξεις. Επίσης, ο έλεγχος δεν αφορά την επιλεξιμότητα των τιμολογίων.

1.36. Στην πράξη, δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ πληρωμής στο πλαίσιο σύμβασης και πληρωμής για την παροχή υπηρεσιών βάσει τιμολογίου. Οι βοηθοί μπορούν πράγματι να προσκομίσουν τιμολόγια επιπλέον της σύμβασης μισθωτών υπηρεσιών ή να καλύπτονται από σύμβαση παροχής υπηρεσιών και όχι μισθωτών υπηρεσιών. Παρομοίως, μια αίτηση χορήγησης μπορεί να υποβληθεί τόσο για σύμβαση διαρκείας όσο και για μια «μοναδική πληρωμή», η οποία δεν διακρίνεται με κανένα τρόπο από ένα απλό τιμολόγιο.

1.37. Η ευελιξία του κανονιστικού πλαισίου που προκρίνεται, το οποίο χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαφάνειας και ελέγχου σχετικά με τις ρήτρες και τη φύση των συμβάσεων, δεν παρέχει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή λογική εξασφάλιση έναντι του κινδύνου μη ενδεδειγμένης χρήσης της αποζημίωσης γραμματείας. Σήμερα, το κανονιστικό πλαίσιο επιτρέπει μεγάλη πολυμορφία νομικών τύπων συμβάσεων και τύπων αναληφθεισών δαπανών, χωρίς να παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την πραγματική υπόσταση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

1.38. Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να εξελιχθεί συντόμως. Η Επιτροπή κατάρτισε σχέδιο πρότασης κανονισμού για την εισαγωγή στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό (RAA) νέου άρθρου σχετικά με το καθεστώς των βοηθών βουλευτών. Στο νέο αυτό πλαίσιο, εναπόκειται στο Κοινοβούλιο να ορίσει το ακριβές περιεχόμενο των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν για την απασχόληση των βοηθών βουλευτών. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το μελλοντικό καθεστώς του «ευρωπαίου βοηθού» θα συμπληρώσει, χωρίς να τις αντικαταστήσει, τις σημερινές δυνατότητες απασχόλησης στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, με στόχο να αυξηθεί η διαφάνεια όσον αφορά τη διαχείριση των βοηθών και να διατηρηθεί ταυτόχρονα η ευελιξία του ισχύοντος καθεστώτος.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

1.39. Η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τις αποζημιώσεις που αφορούν τους βουλευτές πρέπει να έχει ως αντικείμενο την εξασφάλιση επαρκούς ανάληψης των εξόδων τα οποία πραγματοποιούν οι βουλευτές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες εξασφαλίζουν, στο σύνολό τους, την ορθή εφαρμογή της κανονιστικής ρύθμισης που έχει εγκρίνει το Κοινοβούλιο. Κατά το οικονομικό έτος 1997, το Προεδρείο του Κοινοβουλίου υιοθέτησε διάφορα μέτρα με στόχο την αντιμετώπιση ορισμένων αδυναμιών του συστήματος. Επιπλέον, επί του παρόντος εκπονείται σχέδιο καθεστώτος των βοηθών βουλευτών.

1.40. Ωστόσο, από τον έλεγχο του Συνεδρίου προκύπτουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις και συστάσεις, βάσει των οποίων μπορεί να αιτιολογηθεί μια εις βάθος αναμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου.

Βελτίωση του συστήματος διοικητικής διαχείρισης

1.41. Ορισμένες από τις διατάξεις της κανονιστικής ρύθμισης του Κοινοβουλίου δεν είναι σύμφωνες με τους κοινοτικούς δημοσιονομικούς κανόνες, ενώ συνεπάγονται υψηλό κόστος διαχείρισης. Αυτό ισχύει για τη διαδικασία των παγίων προκαταβολών, καθώς και για τις δυνατότητες χορήγησης προκαταβολών στους βουλευτές για ιδιωτική χρήση. Οι χρησιμοποιούμενες ισοτιμίες θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει ο δημοσιονομικός κανονισμός και οι κίνδυνοι που απορρέουν από συναλλαγματικές διαφορές να καλύπτονται, εφόσον είναι αναγκαίο, από άλλους μηχανισμούς (βλέπε σημεία 1.13 και 1.29).

Προσέγγιση των μηχανισμών αποζημιώσεων στην πραγματικότητα

1.42. Οι διαδικασίες δεν επιτρέπουν να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι περισσότερες αποζημιώσεις καταβάλλονται κατ' αποκοπήν ή αποτελούν ετήσια δικαιώματα με ανώτατο όριο, χωρίς να συνδέονται στενά με τις πραγματικές καταστάσεις ή το κόστος. Το κόστος που μπορεί να αναληφθεί στο πλαίσιο των αποζημιώσεων γενικών εξόδων και γραμματείας θα πρέπει να ορίζεται και να υπολογίζεται σαφώς, λαμβανομένων υπόψη των παροχών και των πλεονεκτημάτων που ενδεχομένως χορηγούνται επιπλέον στους βουλευτές. Θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο απόδοσης των εξόδων μετακίνησης με βάση τα πραγματικά έξοδα. Θα μπορούσε, εφόσον είναι αναγκαίο, να περιλαμβάνει σύστημα μονίμων προκαταβολών, το οποίο θα δίνει στους βουλευτές τη δυνατότητα να εξακολουθούν να μην επιβαρύνονται με ταμειακά έξοδα. Σύγχρονα μέσα, όπως μαγνητικές κάρτες που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τις μεταφορικές εταιρείες, θα μπορούσαν να επιτρέψουν επίσης την απευθείας εξόφληση τιμολογίων στους παροχείς υπηρεσιών (βλέπε σημεία 1.14-17, 1.31 και 1.33).

Μηχανισμός με μεγαλύτερη διαφάνεια και περισσότερες δυνατότητες ελέγχου

1.43. Η πληρωμή αυτών των αποζημιώσεων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε σύστημα υποβολής δηλώσεων, που περιλαμβάνει ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την προσκόμιση δικαιολογητικών και τη διενέργεια ελέγχων. Επιπλέον, σε πολλούς τομείς, οι βασικοί κανόνες έχουν προσαρμοστεί βάσει διατάξεων που περιορίζουν τη δεσμευτική τους ισχύ. Το σύστημα των αποζημιώσεων πρέπει να περιλαμβάνει λογικό επίπεδο ελέγχου και διαφάνειας, προκειμένου να εξακριβώνεται εάν τα κεφάλαια που χορηγούνται χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το αντικείμενο που προβλέπουν οι κανόνες (βλέπε σημεία 1.18-1.23, 1.26 και 1.35).

Μείωση των υπαρχόντων κενών

1.44. Τα κενά του κανονιστικού πλαισίου μπορούν να οδηγήσουν στην ακατάλληλη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων. Η διατήρηση συστήματος αποζημιώσεων υπό τη μορφή δικαιωμάτων με ανώτατο όριο θα πρέπει να στηριχθεί σε διαφανείς όρους πληρωμής, βασιζόμενους στην προσκόμιση δικαιολογητικών εγγράφων (συμβάσεων, δεόντως καταρτισμένων τιμολογίων). Η θέσπιση καθεστώτος για τους βοηθούς βουλευτών, η οποία μπορεί να επιβαρύνει επιπλέον τον προϋπολογισμό, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της διαφάνειας και στη βελτίωση της διαχείρισης των εξόδων που απορρέουν από την απασχόληση βοηθών βουλευτών, μόνο αν το νέο καθεστώς έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για τους ευρωβουλευτές και επιτρέπει τον έλεγχο της πραγματικής υπόστασης των αναληφθεισών παροχών (βλέπε σημεία 1.36-1.38).

Η παρούσα έκθεση εγκρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στο Λουξεμβούργο κατά τη συνεδρίασή του της 15ης Ιουλίου 1998.

Για το Ελεγκτικό Συνέδριο

Bernhard FRIEDMANN

Πρόεδρος

(1) Βλέπε PE 133 116/ΚΟΣΜ./Αναθ. VII/1-97.

(2) Η κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης προορίζεται για την απόδοση του συνόλου των εξόδων που συνδέονται με τη μετακίνηση βουλευτών από τον τόπο κατοικίας τους στον τόπο συνεδρίασης, με αφορμή την εγκεκριμένη και αποδεδειγμένη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των επισήμων οργάνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

(3) Η ειδική αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης αποσκοπεί, εκτός από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις κατ' αποκοπή αποζημιώσεις ταξιδίου και διαμονής, στην απόδοση, με ανώτατο όριο τα 3 000 ECU ετησίως, των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι βουλευτές λόγω των μετακινήσεων που πραγματοποιούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με εξαίρεση τις μετακινήσεις στο εσωτερικό της χώρας εκλογής τους.

(4) Η αποζημίωση διαμονής καταβάλλεται για κάθε ημέρα συμμετοχής σε δραστηριότητες για τις οποίες οι βουλευτές δικαιούνται την κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης.

(5) Η αποζημίωση γραμματείας προορίζεται για την κάλυψη των δαπανών που απορρέουν από την πρόσληψη ή τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών ενός ή πολλών βοηθών.

(6) Η αποζημίωση γενικών εξόδων προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων που απορρέουν από τις κοινοβουλευτικές δραστηριότητες των βουλευτών, τα οποία δεν καλύπτονται από άλλες αποζημιώσεις.

(7) Καμία σημαντική παρατήρηση σχετικά με αυτόν τον τύπο αποζημιώσεων δεν προέκυψε από τον εν λόγω έλεγχο.

(8) ΕΕ C 324 της 13. 12 1991, κεφάλαιο 15 και ΕΕ C 330 της 15. 12 1992, κεφάλαιο 18.

(9) Το 82 % των βουλευτών εν υπηρεσία στις 1/11/1996 έλαβαν ποσό χαμηλότερο ή υψηλότερο του 20 % του μέσου ετησίου ποσού.

(10) Βλέπε σημεία 15.22-15.23 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 1990 και 18.7-18.8 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 1991.

(11) Πρόεδρος, αντιπρόεδροι, κοσμήτορες, πρόεδροι και αντιπρόεδροι επιτροπών, εισηγητές ...

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Παράγραφοι 1.1-1.4

Προκειμένου η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να βοηθήσει το Κοινοβούλιο στη βελτίωση της της διαφάνειας του συστήματος αποζημιώσεων των Βουλευτών, το Κοινοβούλιο θα ήθελε να τονίσει το πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκε το σύστημα αποζημιώσεών του, τους περιορισμούς υπό τους οποίους οργανώνει τις δραστηριότητές του, την ίδια τη φύση ενός κοινοβουλευτικού θεσμικού οργάνου, τον ρόλο των μελών του και τις αλλαγές που επέφερε ήδη το Προεδρείο στο υφιστάμενο σύστημα - διαδικασία που ξεκίνησε πολύ πριν από τη διεξαγωγή του λογιστικού ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία να σημειωθεί η απουσία κοινού ύψους αποδοχών, που οφείλεται στο γεγονός ότι τα μέλη του Κοινοβουλίου δεν έχουν μέχρι στιγμής ένα κοινό καθεστώς, αντίθετα με τα μέλη της Επιτροπής, του Δικαστηρίου, του Πρωτοδικείου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Είναι εντελώς ιδιάζουσες οι συνθήκες ενός Κοινοβουλίου που ασκεί δραστηριότητα σε υπερεθνικό επίπεδο: ο αριθμός των πολιτών που αντιπροσωπεύονται από κάθε βουλευτή, το μέγεθος των εκλογικών περιφερειών, οι εξαιρετικά μεγάλες επιβαρύνσεις όσον αφορά την μετακίνηση κάθε βουλευτού (από το κράτος μέλος καταγωγής του έως τους τόπους εργασίας, μεταξύ των τόπων εργασίας, καθώς και προς άλλα κράτη μέλη). Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν θίγει τα σημεία αυτά.

Λείπει επίσης η αναγνώριση ότι οι βουλευτές σε ένα κοινοβουλευτικό θεσμικό όργανο βρίσκονται «εν υπηρεσία» όχι μόνον όταν συμμετέχουν σε επίσημες συνεδριάσεις επισήμων οργάνων του Κοινοβουλίου, αλλά και όταν παρευρίσκονται σε εξαιρετικά ευρύ φάσμα δημοσίων εκδηλώσεων στις οποίες οι βουλευτές έχουν να παίξουν κάποιο ρόλο.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνωρίζει τις αδιάλειπτες προσπάθειες που καταβάλλει το Κοινοβούλιο, με δική του πρωτοβουλία, προκειμένου να εξυγιάνει το σύστημα αποζημιώσεων.

- το επίμονο αίτημα του Κοινοβουλίου προς την Επιτροπή για την υποβολή προτάσεως που θα παρέχει ένα κοινοτικό νομικό πλαίσιο για τους βοηθούς των βουλευτών 7 η πρόταση αυτή έχει πλέον κατατεθεί 7

- την καθιέρωση μέτρων βάσει των οποίων απαιτείται η προσκόμιση δικαιολογητικών για τις πραγματοποιούμενες μετακινήσεις 7

- τη σύνδεση της καταβολής της αποζημιώσεως παρουσίας με τη συμμετοχή στις ονομαστικές ψηφοφορίες 7

- το πάγωμα της αποζημιώσεως ταξιδίου για αρκετά έτη.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν μνημονεύει καμία σύγκριση με συστήματα και ελέγχους που εφαρμόζονται στο πλαίσιο εθνικών κοινοβουλίων. Για παράδειγμα, η υποχρέωση των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αποδεικνύουν την παρουσία τους υπογράφοντας μητρώο δεν ισχύει στα περισσότερα εθνικά κοινοβούλια. Εξάλλου, η προσκόμιση δικαιολογητικών μετακίνησης δεν είναι πάντοτε αναγκαία σε εθνικό επίπεδο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν εξηγεί ποια κριτήρια χρησιμοποίησε για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων που εφαρμόσθηκαν, είναι όμως σαφές ότι, όποια κι αν είναι τα κριτήρια που έχει κατά νού, δεν βασίζονται σε μια τυποποιημένη πρακτική των κοινοβουλίων των κρατών μελών.

Η αύξηση των δαπανών (παράγραφος 1.4) οφείλεται στο γεγονός ότι η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή αποδέχθηκε την αύξηση της εν λόγω αποζημιώσεως για να βελτιώσει το επίπεδο της κοινοβουλευτικής συνδρομής, ιδίως λόγω των νέων αρμοδιοτήτων που ανετέθησαν στο όργανο και τα μέλη του μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η τελευταία διεύρυνση, με δύο εκ των τριών χωρών πολύ μακριά από το κέντρο της Ευρώπης, αποτελεί ουσιαστικό παράγονα αύξησης των εξόδων ταξιδίου και διαμονής. Λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες αυτούς, ο αναγνώστης θα μπορέσει να αποκτήσει σαφέστερη εικόνα των τάσεων στις δύο σημαντικότερες κατηγορίες δαπανών που αφορούν τους Βουλευτές, ήτοι τις δαπάνες για τους βοηθούς και τα έξοδα μετακίνησης (82 % του συνόλου).

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΓΙΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

Παράγραφοι 1.8-1.14

Σε ό,τι αφορά τις πράξεις του ταμείου παγίων προκαταβολών (παράγραφοι 1.8-1.14), το Κοινοβούλιο απορρίπτει για μία ακόμη φορά την εκτίμηση που είχε διατυπώσει ήδη το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τις προηγούμενες εκθέσεις του σχετικά με το θέμα αυτό, σύμφωνα με την οποία η χρησιμοποίηση ενός ταμείου παγίων προκαταβολών για την καταβολή των αποζημιώσεων ταξιδίου και της αποζημιώσεως διαμονής δεν είναι σύμφωνη με τις αρχές που προβλέπονται στον δημοσιονομικό κανονισμό και στις διατάξεις εφαρμογής του. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι ο μεγάλος αριθμός και η συχνότητα των πληρωμών αυτών αιτιολογούν πλήρως την εφαρμογή του συστήματος των πάγιων προκαταβολών που προβλέπεται στο άρθρο 54 του δημοσιονομικού κανονισμού και στα άρθρα 82 και εξής των διατάξεων εκτέλεσής του. Κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο επαναλαμβάνει τις απαντήσεις που έδωσε κατά τις ετήσιες εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα έτη 1990 και 1991, βάσει των οποίων «το άρθρο 54 του δημοσιονομικού κανονισμού επιτρέπει τη σύσταση ταμείου παγίων προκαταβολών για την πληρωμή ορισμένων κατηγοριών δαπανών. Ουδένα όρο θέτει ο δημοσιονομικός κανονισμός όσον αφορά το ύψος των πληρωτέων ποσών» (βλ. ΕΕ C 324 της 13.12 1991, σελ. 14, και C 330 της 15.12 1992, σελ. 453). Το Κοινοβούλιο θα ήθελε επίσης να τονίσει ότι, αν για τις πληρωμές αυτές ακολουθείτο η συνήθης μέθοδος της έκδοσης εντάλματος πληρωμής υπογεγραμμένου από τον διατάκτη και θεωρημένου από τον δημοσιονομικό ελεγκτή, πριν ο υπόλογος μπορέσει να καταβάλει τα σχετικά ποσά, τούτο θα προκαλούσε, στην προκειμένη περίπτωση, σημαντικές καθυστερήσεις, χωρίς παράλληλα να μειώνονται ουσιαστικά ούτε ο φόρτος εργασίας των οικείων υπηρεσιών ούτε τα συναφή εξοδα διαχείρισης.

Σε ό,τι αφορά την παρατήρηση σχετικά με την πιθανή χορήγηση πάγιων προκαταβολών στο πλαίσιο των εν λόγω αποζημιώσεων «για μη αιτιολογημένες παρουσίες» (σημείο 1.11), πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, στις σπάνιες αυτές περιπτώσεις, εφαρμόζεται συστηματικά η δέουσα διαδικασία ανάκτησης μετά τον έλεγχο των υπογραφών στις καταστάσεις παρόντων, οι οποίες στοιχειοθετούν το δικαίωμα των βουλευτών στην είσπραξη των εν λόγω ποσών. Οι πληρωμές με πάγιες προκαταβολές οριστικοποιούνται και εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνον μετά τον διακανονισμό τους - ο διατάκτης που υπογράφει το ένταλμα διακανονισμού και το υποβάλλει στη συνέχεια προς θεώρηση στον δημοσιονομικό ελεγκτή πρέπει να έχει προηγουμένως διενεργήσει όλους τους ελέγχους που προβλέπονται από τον δημοσιονομικό κανονισμό.

Η παρατήρηση που αφορά τη διενέργεια πληρωμών από το ταμείο παγίων προκαταβολών για την κάλυψη του κόστους ανεπίσημων ταξιδίων των βουλευτών (παράγραφος 1.10), με αποτέλεσμα ο διακανονισμός και η ανάκτηση να πραγματοποιούνται εκ των υστέρων, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ωστόσο, τούτο αφορά σχετικά μικρό αριθμό εισιτηρίων και το Κοινοβούλιο είναι διατεθειμένο να επανεξετάσει το ζήτημα αυτό.

Το ίδιο ισχύει και για τους τρόπους πληρωμής με στόχο τον περιορισμό ή και την εξάλειψη των κινδύνων που συνδέονται με τη διαχείριση μετρητών.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνωρίζει ότι το βελτιωμένο σύστημα που προτείνει θα ήταν σκόπιμο «να περιλαμβάνει σύστημα μονίμων προκαταβολών, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβάρυνση των βουλευτών με ταμιακά έξοδα.» Τούτο θα σήμαινε στην πράξη 626 ατομικούς λογαριασμούς βουλευτών και θα δημιουργούσε μεγάλες περιπλοκές από πλευράς διαχείρισης. Το Κοινοβούλιο θα εξετάσει με ενδιαφέρον τις προτάσεις για τον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου συστήματός του, ώστε να το προσαρμόσει αναλόγως.

Κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων μετακίνησης και αποζημίωση διαμονής

Παράγραφοι 1.15-1.26

Είναι ίδιον μιας κατ' αποκοπήν επιστροφής να μην αντιστοιχεί επακριβώς στα πράγματι καταβληθέντα έξοδα.Εν προκειμένω, από το 1997 το Προεδρείο ενίσχυσε, όπως παραδέχεται το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο, το μηχανισμό ελέγχου ως προς τους όρους καταβολής της κατ' αποκοπήν αποζημίωσης ταξιδίου (πληρωμή κατόπιν προσκόμισης δικαιολογητικών που αποδεικνύουν την πραγματοποίηση του σχετικού ταξιδιού).

Το Ελεγκτικό Συνέδριο χαρακτηρίζει ως αδύναμη την «αποδεικτική ισχύ εγγράφων, όπως το αεροπορικό ή σιδηροδρομικό εισιτήριο ή η απόδειξη του ξενοδοχείου, τα οποία γίνονται δεκτά στη θέση της υπογραφής των μητρώων ή των καταστάσεων παρόντων» (παράγραφος 1.20) και επισημαίνει ότι η υπογραφή των μητρώων παρόντων δεν είναι αρκετή για να αποδείξει την πραγματική συμμετοχή των βουλευτών στις κοινοβουλευτικές εργασίες (παράγραφος 1.21). Η φύση της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας, η οποία συχνά απαιτεί, για παράδειγμα, την πραγματοποίηση επαφών και συναντήσεων εκτός των εγκαταστάσεων του Κοινοβουλίου αλλά και εντός αυτών, δεν έχει ληφθεί υπόψη.

Σε ό,τι αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών για ταξίδια που πραγματοποιούν οι βουλευτές «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» και οι οποίες καταλογίζονται στην ειδική αποζημίωση των 3 000 Ecu, καθώς δεν υπάρχουν κριτήρια που να καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό του χαρακτήρα των μετακινήσεων αυτών (παράγραφος 1.26), θα πρέπει και σε αυτό το σημείο να μην διατυπώνονται τόσο απόλυτες κρίσεις, και τούτο διότι η συμμετοχή των βουλευτών σε ένα ευρύ φάσμα δημοσίων εκδηλώσεων εντάσσεται στο πλαίσιο των καθηκόντων τους ως πολιτικών. Στην πράξη, κάθε αίτημα υποβάλλεται σε εξέταση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν εντάσσεται στο πλαίσιο κάποιου επίσημου προγράμματος. Σε περίπτωση αμφιβολιών το θέμα παραπέμπεται στον αρμόδιο Κοσμήτορα. Τέλος, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ο συγκεκριμένος τύπος δαπανών αντιπροσωπεύει μια εξαιρετικά χαμηλή αναλογία των συνολικών κοινοβουλευτικών αποζημιώσεων, ότι η καταβολή τους γίνεται μόνον με την προσκόμιση δικαιολογητικών (πραγματικά έξοδα), καθώς και ότι το ένα τρίτο των βουλευτών δεν ζητεί αυτήν την αποζημίωση.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

Παράγραφοι 1.27-1.38

Η παρατήρηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την προβλεπόμενη από την κανονιστική ρύθμιση ισοτιμία μετατροπής μεταξύ Ecu και εθνικών νομισμάτων κατά την πληρωμή των αποζημιώσεων αυτών (παράγραφοι 1.27-1.29), αν και είναι ακριβής, έχει μάλλον ιστορικό χαρακτήρα, διότι με την εισαγωγή του ευρώ δεν θα υπάρχουν πλέον συναλλαγματικές διαφορές για τα νομίσματα των κρατών μελών που προκρίθηκαν να συμμετάσχουν στην ΟΝΕ. Όπως παραδέχεται και το Ελεγκτικό Συνέδριο, η χρησιμοποίηση μιας πάγιας ετήσιας ισοτιμίας υπαγορευόταν από την «εύλογη ανησυχία όσον αφορά την προστασία της αμοιβής των βοηθών έναντι των κινδύνων που συνεπάγονται οι συναλλαγματικές διαφορές.» Για τα νομίσματα των υπολοίπων κρατών μελών θα μπορούσαν να βρεθούν οι κατάλληλες μεταβατικές λύσεις.

Η κατ' αποκοπήν αποζημίωση γενικών εξόδων καλύπτει ένα ολόκληρο σύνολο εξόδων στα οποία καλούνται να υποβληθούν οι βουλευτές, ιδίως στις χώρες καταγωγής τους, όπως τα έξοδα διαχείρισης γραφείου, τα έξοδα τηλεπικοινωνιών και γραμματοσήμανσης, τα έξοδα εξοπλισμού πληροφορικής, τα έξοδα ταξιδίου στο εσωτερικό της χώρας τους, κ.τ.λ. Ο κατ' αποκοπήν χαρακτήρας της δικαιολογείται από το μεγάλο φάσμα δαπανών που καλύπτει, καθώς και από την ανάγκη να αποφευχθούν τα μη αμελητέα έξοδα διαχείρισης και οι αναπόφευκτες καθυστερήσεις ενός συστήματος βασιζόμενου σε δικαιολογητικά που θα έπρεπε να προσκομίζουν 626 βουλευτές προερχόμενοι από 15 κράτη μέλη, σε συνδυασμό μάλιστα με τους κανόνες κατά της σώρευσης εντολών που ισχύουν ανάλογα με τη χώρα.

Οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την αποζημίωση γραμματείας αφορούν μάλλον την κανονιστική ρύθμιση παρά την εφαρμογή της. Το Κοινοβούλιο θα επιθυμούσε να τονίσει τα ακόλουθα σημεία:

- ενώ το Κοινοβούλιο έχει την ευθύνη να εξασφαλίζει την προσήκουσα εκτέλεση της δαπάνης για τους βοηθούς, η πρόσληψη βοηθών είναι μια υπόθεση που δεσμεύει τον βουλευτή και τον ή τους βοηθούς του 7 οι νομικοί αυτοί δεσμοί υπάγονται στο ιδιωτικό δίκαιο και ουδόλως δεσμεύουν το Κοινοβούλιο ως θεσμικό όργανο. Κατά συνέπεια, η διοίκηση του Κοινοβουλίου, για να αποφύγει τον κίνδυνο να θεωρηθεί από έναν εθνικό δικαστή ως ο άμεσος εργοδότης των βοηθών, δεν είναι εις θέσιν να παρέμβει στο θέμα αυτό για να εξακριβώσει την εγκυρότητα των ιδιωτικών αυτών συμβάσεων ως προς τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις (αστικές, εμπορικές, φορολογικές και κοινωνικές) 7

- η ευελιξία του κανονιστικού πλαισίου (συμβάσεις μισθωτής απασχόλησης, συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, ενιαίες πληρωμές επί τη βάσει τιμολογίων κτλ.) αποσκοπεί στην κατοχύρωση της δυνατότητας των βουλευτών να προσαρμόζουν τις ανάγκες πλαισίωσής τους στη συνεχή εξέλιξη των ειδικών καθηκόντων και αποστολών που τους ανατίθενται.

Όπως παρατηρεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, το κανονιστικό αυτό πλαίσιο βρίσκεται υπό αναθεώρηση, σε συνεργασία με την Επιτροπή και το Συμβούλιο, προκειμένου να εισαχθεί στο καθεστώς που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους μια νέα κατηγορία προσωπικού, ήτοι οι κοινοβουλευτικοί βοηθοί. Η μεταρρύθμιση επιδιώκεται να βελτιώσει περαιτέρω τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα στον τομέα της διαχείρισης των βοηθών, όπως παραδέχεται και το Ελεγκτικό Συνέδριο (παράγραφος 1.38).

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρεται στη δυνατότητα είσπραξης από τους βουλευτές ορισμένων αποζημιώσεων ταξιδίου από τα κράτη μέλη, επιπροσθέτως των αποζημιώσεων που λαμβάνουν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τον ίδιο σκοπό. Αυτό δεν αποτελεί διαδεδομένη πρακτική. Εντούτοις, το Κοινοβούλιο είναι διατεθειμένο να εισαγάγει, στο πλαίσιο των κανονιστικών του ρυθμίσεων, μια διάταξη η οποία να απαγορεύει τις διπλές αυτές πληρωμές, καθώς και να εξασφαλίσει τη διεξαγωγή των κατάλληλων ελέγχων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν γνωρίζει περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εθνικά κοινοβούλια να πληρώνουν ή να έχουν πληρώσει πρόσθετη αποζημίωση γραμματείας σε βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός εάν ο βουλευτής έχει διπλή εντολή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παράγραφοι 1.39-1.44

Το Κοινοβούλιο σημειώνει τα γενικά συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τα οποία οι ισχύουσες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις που έχει εγκρίνει το Κοινοβούλιο.

Οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου πρέπει να γίνουν αντιληπτές στο πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί το υφιστάμενο σύστημα αποζημιώσεων: απουσία κοινού καθεστώτος και κοινού ύψους αποδοχών για τους βουλευτές, καθώς και ιδιάζουσες συνθήκες εργασίας των βουλευτών ενός υπερεθνικού κοινοβουλευτικού οργάνου.

Το Κοινοβούλιο πιστεύει ότι τα μέτρα που ελήφθησαν κατά το οικονομικό έτος 1997 βελτίωσαν το υφιστάμενο σύστημα, ενώ επίσης θα το βελτιώσει και η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με ένα νέο νομικό πλαίσιο για τους βοηθούς των βουλευτών.

Το Κοινοβούλιο συνεχίζει την αναθεώρηση του υφιστάμενου συστήματος αποζημιώσεων, η οποία ξεκίνησε το 1995, προκειμένου να αυξήσει τη διαφάνεια και να βελτιώσει τους ελέγχους και τη συνοχή του συστήματος. Θα λάβει δε υπόψη τις συστάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου όταν είναι πρακτικώς εφαρμόσιμες.

Χωρίς να επηρεάζεται η συνεχιζόμενη δέσμευσή του για τη βελτίωση της υφιστάμενης κανονιστικής ρύθμισης, το Κοινοβούλιο θα συνεχίσει τις εργασίες του όσον αφορά το σχέδιο κοινού καθεστώτος για τους βουλευτές, προκειμένου να παράσχει μια υγιή και ισότιμη βάση για τις αποδοχές των βουλευτών στο μέλλον.