Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1890/97 του Συμβουλίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1997 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας - Δήλωση του Συμβουλίου
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 267 της 30/09/1997 σ. 0001 - 0018
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1890/97 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Σεπτεμβρίου 1997 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1), και ιδίως τα άρθρα 8 και 9, την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1. Η καταγγελία (1) Τον Αύγουστο του 1996, η Επιτροπή ανήγγειλε, με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2), την κίνηση διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας. Η διαδικασία κινήθηκε σαν αποτέλεσμα καταγγελίας που υπέβαλαν από κοινού Scottish Salmon Growers' Association Ltd. (SSGA) και η Shetland Salmon Farmers' Association (SSFA), εξ ονόματος των μελών τους, των οποίων η συλλογική παραγωγή σολομού Ατλαντικού εκτροφής αποτελεί μείζον ποσοστό της συνολικής παραγωγής του προϊόντος αυτού στην Κοινότητα. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά στοιχεία για την εφαρμογή ντάμπινγκ στο εν λόγω προϊόν καταγωγής Νορβηγίας, και σχετικά με την σοβαρή ζημία που προέκυπτε από αυτό, πράγμα που θεωρήθηκε επαρκές ώστε να δικαιολογείται η έναρξη της διαδικασίας. (2) Την ίδια ημερομηνία κινήθηκε μία παράλληλη διαδικασία αντεπιδότησης (3) όσον αφορά τις ίδιες εισαγωγές και η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο χωριστής έρευνας από την παρούσα διαδικασία αντιντάμπινγκ. 2. Έναρξη των ερευνών (3) Η Επιτροπή ειδοποίησε επίσημα τους παραγωγούς, τους εξαγωγείς και τους εισαγωγείς που ήταν γνωστοί ως ενδιαφερόμενοι, τους εκπροσώπους της εξάγουσας χώρας και τους καταγγέλλοντες, σχετικά με την έναρξη έρευνας και έδωσε στα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να υποβάλουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση. (4) Ενόψει του μεγάλου αριθμού των εμπλεκόμενων στη διαδικασία αυτή μερών και των αυστηρών προθεσμιών που πρέπει να τηρηθούν σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο βασικός κανονισμός»), διενεργήθηκε δειγματοληψία των κοινοτικών παραγωγών και των νορβηγών παραγωγών/εξαγωγέων, με τον ακόλουθο τρόπο. Όσον αφορά τους παραγωγούς που υποστήριξαν την καταγγελία, η Επιτροπή αποφάσισε να περιορίσει την έρευνα ορισμένων πτυχών της ζημίας σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 16 κοινοτικών παραγωγών, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 και 2 του βασικού κανονισμού. Όσον αφορά τους νορβηγούς παραγωγούς/εξαγωγείς, επελέγησαν από την Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, και με τη συγκατάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 και 2 του βασικού κανονισμού, δύο χωριστά αντιπροσωπευτικά δείγματα έξι εκτροφέων και έξι εξαγωγέων. Μία επιχείρηση όμως, η Saga Lax Norge A/S, η οποία αρχικά συγκαταλέγετο στο δείγμα των εξαγωγέων, δεν παρείχε στην Επιτροπή τις πληροφορίες που κρίθηκαν αναγκαίες για τους σκοπούς της έρευνας, και αντικαταστάθηκε από άλλη εταιρεία, την Domstein Salmon A/S. (5) H Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια στις εταιρείες που είχαν επιλεγεί ως μέρη των δειγμάτων κοινοτικών παραγωγών, νορβηγών εκτροφέων και νορβηγών εξαγωγέων, καθώς και σε συνδεδεμένους και σε ανεξάρτητους εισαγωγείς στην Κοινότητα, όπως επίσης σε ενώσεις επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποίησης, οι οποίες είχαν αναγγελθεί, και στις εταιρείες μέλη τους. Στα μέρη που το ζήτησαν, δόθηκε από την Επιτροπή η σχετική ευκαιρία ακρόασης. Η Επιτροπή επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για τους σκοπούς του προσδιορισμού του ντάμπινγκ, της ζημίας που απορρέει από αυτό, και του κοινοτικού συμφέροντος και διενήργησε έρευνες στα γραφεία των ακόλουθων εταιρειών: α) Καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί στο Ηνωμένο Βασίλειο: Aquascot, Alness Ardessie, Dundonnell Ardvar, Laing Ayre, Mossbank Dury, Laxo Highland Fish Farmer, Aberdeen Joseph Johnston, Montrose Kames, Argyll Kyles of Bute, Tighnabruich Landcatch, Langbank Marine Harvest, Edinburgh Murray Seafood, Dunoon North Atlantic, Vadlure Walls Ocean Reaper, Scalloway Shetland Norse, Lerwick Strathaird, Inverness β) Νορβηγοί εκτροφείς: Aakvik Settefisk A/S, Mψre og Romsdal Bolstad Fiskeoppdrett A/S/Bolstad Fjordbruk A/S, Hordaland Finnmark Stamfiskstasjon A/S, Finnmark Karstensen Fiskeoppdrett A/S, Sogn og Fjordane Egil Kristoffersen & Sψnner A/S, Nordland Kvernsmolt A/S, Hordaland γ) Νορβηγοί εξαγωγείς: Hydro Seafood Mowi A/S / Hydro Seafood Sales A/S / Nor-Food A/S, Hordaland Domstein Salmon A/S, Sogn og Fjordane Skaarfish Group A/S, Sogn og Fjordane Terra Seafood A/S / Norfood Group A/S, Sψr-Trψndelag Timar Seafood A/S, Sψr-Trψndelag Εlesundfisk A/S, Sogn og Fjordane δ) Εισαγωγείς στην Κοινότητα: Skaarfish International GmbH, Hamburg, Γερμανία Timar (Culturas em Agua) Lda, Olhao, Πορτογαλία ε) Εταιρείες μεταποίησης στην Κοινότητα: Pκcheries de Fιcamp, Γαλλία. (6) Η έρευνα του ντάμπινγκ κάλυψε το χρονικό διάστημα από 1ης Αυγούστου 1995 έως 31ης Ιουλίου 1996 (στο εξής αναφερόμενο ως «η περίοδος της έρευνας»). Η εξέταση της ζημίας κάλυψε το διάστημα από το 1992 μέχρι το τέλος της περιόδου έρευνας. (7) Έχοντας ενημερωθεί σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα της Επιτροπής, οι νορβηγοί εξαγωγείς που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού προσφέρθηκαν να αναλάβουν υποχρεώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 8 του βασικού κανονισμού. Οι υποχρεώσεις αυτές θεωρήθηκαν από την Επιτροπή ως αποδεκτές. (8) Στη συνέχεια, η Επιτροπή ολοκλήρωσε την έρευνα για το ντάμπινγκ και τη ζημία και ενημέρωσε όλα τα μέρη σχετικά με τα ουσιώδη γεγονότα και το σκεπτικό, βάσει των οποίων προτίθετο να διατυπώσει τη σύσταση να επιβληθούν οριστικά υπόλοιπα δασμών αντιντάμπινγκ, τα οποία θα εφαρμόζονται στους εξαγωγείς εκείνους οι οποίοι ή είχαν παραλείψει να προτείνουν την ανάληψη δεσμεύσεως ή στη συνέχεια απέσυραν τη δέσμευσή τους ή κατ' άλλον τρόπο αθέτησαν την εκπλήρωσή της. Δυνάμει του άρθρου 20 του βασικού κανονισμού, χορηγήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη προθεσμία εντός της οποίας όφειλαν να παρουσιάσουν τις απόψεις τους μετά τη δημοσιοποίηση της υποθέσεως. (9) Εξετάσθηκαν τα σχετικά διαβήματα των μερών, η δε Επιτροπή τροποποίησε τα συμπεράσματά της όπου αυτό ήταν ενδεδειγμένο. Β. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ 1. Το υπό εξέταση προϊόν (10) Το υπό εξέταση προϊόν είναι ο σολομός Ατλαντικού εκτροφής, έστω και σε φιλέτα, νωπός, διατηρημένος με απλή ψύξη ή κατεψυγμένος. Με τον ορισμό αυτό αποκλείονται άλλα ομοειδή προϊόντα ιχθυοτροφείων, όπως η θαλασσινή πέστροφα («πεστροφοσολομός»), άλλα είδη σολομού, όπως ο σολομός Ειρηνικού, καθώς και ο άγριος σολομός και οι περαιτέρω επεξεργασμένοι τύποι, όπως ο καπνιστός σολομός. Το προϊόν, όπως περιγράφεται ανωτέρω, υπάγεται τώρα στους κωδικούς ΣΟ ex 0302 12 00, ex 0304 10 13, ex 0303 22 00 και ex 0304 20 13, που αντιστοιχούν στις διάφορες τυποποιήσεις του προϊόντος (ολόκληρο ψάρι νωπό, ή απλής ψύξης, φιλέτα νωπά ή απλής ψύξης, κατεψυγμένο ολόκληρο ψάρι και κατεψυγμένα φιλέτα). Όλες αυτές οι εμφανίσεις του προϊόντος αποδείχθηκαν αρκετά ομοειδείς μεταξύ τους, ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο προϊόν για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής. 2. Ομοειδές προϊόν (11) Από την έρευνα απεδείχθη ότι ο σολομός Ατλαντικού εκτροφής, που παράγεται από τον κοινοτικό βιομηχανικό κλάδο και πωλείται στην κοινοτική αγορά είναι είτε όμοιος από όλες τις απόψεις, είτε σε μεγάλο βαθμό παρόμοιος με το σολομό Ατλαντικού εκτροφής, που παράγεται στη Νορβηγία και πωλείται τόσο στη νορβηγική όσο και στην κοινοτική αγορά, και συνεπώς τα προϊόντα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Γ. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ 1. Γενικά (12) Ένα από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του νορβηγικού κλάδου παραγωγής σολομού είναι η τήρηση αυστηρής διάκρισης μεταξύ των παραγωγών (που συνήθως καλούνται «εκτροφείς»), οι οποίοι παράγουν το σολομό, και των εμπορευομένων (που συνήθως καλούνται «εξαγωγείς»), οι οποίοι τον πωλούν στην εγχώρια αγορά και προς εξαγωγή. Κανονικά, οι εκτροφείς πωλούν όλη την παραγωγή τους στους νορβηγούς εξαγωγείς και, γενικότερα, δεν έχουν γνώση του τελικού προορισμού του προϊόντος. Στο μέτρο που οι πωλήσεις «που προορίζονται για εγχώρια κατανάλωση» (κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού) και οι πωλήσεις «προς εξαγωγή από τη χώρα εξαγωγής στην Κοινότητα» (όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού) θα μπορούσαν να εξακριβωθούν μόνο στο επίπεδο των εξαγωγέων, η αξιολόγηση του ντάμπινγκ έγινε στο επίπεδο αυτό. (13) Οι νορβηγοί εξαγωγείς αμφισβήτησαν την ύπαρξη τέτοιας αυστηράς διακρίσεως μεταξύ παραγωγών και εξαγωγέων. Κατά την άποψή τους, «οι καθετοποιημένες εταιρείες πραγματοποιούν το ήμισυ περίπου του όγκου των πωλήσεων των εταιρειών που περιλαμβάνονται στο δείγμα των "εξαγωγέων"». Διατύπωσαν την υπόδειξη ότι για να υπάρχει συμμόρφωση με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού το κόστος που έχουν αυτές οι «καθετοποιημένες εταιρείες» για την παραγωγή σολομού που πωλείται εγχώρια και σολομού προς εξαγωγή, θα πρέπει να είχε βασιστεί μάλλον στο δικό τους κόστος εκτροφής παρά σε στοιχεία που ελήφθησαν από ανεξάρτητους εκτροφείς περιλαμβανόμενους στο δείγμα των παραγωγών. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι αν και υπάρχουν εταιρικές σχέσεις μεταξύ των εξαγωγέων και των εκτροφέων, ειδικά καθώς οι εξαγωγείς μερικές φορές είναι ιδιοκτήτες - εν όλω ή εν μέρει - ορισμένου αριθμού εκτροφείων σολομού, παραμένει το γεγονός ότι οι δύο δραστηριότητες είναι σαφώς διακριτές από επιχειρησιακή άποψη. Αυτό εμφαίνεται από το γεγονός ότι στις απαντήσεις του «προκαταρκτικού ερωτηματολογίου» που εστάλη στους εξαγωγείς στις αρχές της έρευνας για δειγματοληπτικούς σκοπούς, κανένας εξαγωγέας δεν ισχυρίστηκε ότι αγοράζει σολομό αποκλειστικά από «καθετοποιημένα» εκτροφεία και λίγα εκτροφεία ανέφεραν ότι πωλούσαν όλη την παραγωγή τους σε ένα και μόνο εξαγωγέα. Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν από τη συνέχεια της έρευνας στους νορβηγούς εκτροφείς και εξαγωγείς του δείγματος. Περαιτέρω, αρκετοί εξαγωγείς στους οποίους έγινε έρευνα και που διαθέτουν συμφέροντα σε εκτροφεία σολομού, δήλωσαν στις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο, ή στη διάρκεια των επισκέψεων εξακρίβωσης, ότι η τιμή στην οποία προμηθεύονται σολομό από «συνδεόμενους» μαζί τους παραγωγούς ευθυγραμμίζεται πλήρως με αυτήν που χρεώνεται από ανεξάρτητους εκτροφείς και προσδιορίζεται αυστηρά από τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά. Σημειώνεται επίσης ότι οι εκτροφείς και οι εξαγωγείς σολομού στη Νορβηγία είναι οργανωμένοι σε χωριστές εμπορικές ενώσεις, υπάγονται σε χωριστά νομικά και οικονομικά καθεστώτα και, συχνά, υπερασπίζονται αποκλίνοντα επιχειρηματικά συμφέροντα. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρήθηκε ότι η πλέον λογική προσέγγιση ήταν να γίνει επιλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος νορβηγών εκτροφέων και να βασιστεί το «κόστος απόκτησης» καθενός εξαγωγέα, που χρησιμεύει για τον προσδιορισμό του κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις ήταν προσοδοφόρες και για την κατασκευή της κανονικής αξίας, σε ένα σταθμισμένο μέσο όρο των εγχώριων τιμών πωλήσεως που χρεώνονταν από τους εκτροφείς του δείγματος. 2. Κανονική αξία (14) Αρχικά, ήταν αναγκαίο να προσδιοριστεί το κατά πόσον οι κατηγορίες των προϊόντων που πωλούσαν οι έξι ερευνηθέντες εξαγωγείς στην εγχώρια αγορά - κατηγορίες που ορίστηκαν από την άποψη της διατήρησης (προϊόν νωπό/απλής ψύξης ή κατεψυγμένο), της ποιότητας (ανώτερη, κανονική ή χαμηλή) και της εμφάνισης (προϊόν καθαρισμένο με κεφάλι, καθαρισμένο χωρίς κεφάλι ή σε φιλέτα) - θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ταυτόσημες ή παρόμοιες σε μεγάλο βαθμό με τις κατηγορίες που πωλούνται προς εξαγωγή στην Κοινότητα. Τούτο απεδείχθη ότι όντως ισχύει όσον αφορά όλες τις εγχώρια πωλούμενες κατηγορίες σολομού Ατλαντικού εκτροφής. Καθώς δύο συγκεκριμένες κατηγορίες (νωπός/διατηρημένος με απλή ψύξη σολομός, ανώτερης και συνήθους ποιότητας, καθαρισμένος σολομός με κεφάλι) καλύπτουν περισσότερο από το 72 % των συνολικών εξαγωγών στην Κοινότητα για τον καθένα από τους έξι εξαγωγείς στους οποίους έγινε έρευνα στη διάρκεια της περιόδου έρευνας, αποφασίστηκε να περιοριστεί η έρευνα του ντάμπινγκ σ' αυτές τις δύο κατηγορίες. (15) Εξετάστηκε επίσης κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καθενός από τους έξι ερευνηθέντες εξαγωγείς ήταν αντιπροσωπευτικές, δηλαδή πραγματοποιήθηκαν σε αρκετές ποσότητες. Για το σκοπό αυτό, η συνολική ποσότητα που όντως πωλήθηκε εγχώρια στη διάρκεια της περιόδου έρευνας συγκρίθηκε με τη συνολική ποσότητα που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Κοινότητα, αφήνοντας κατά μέρος τις «εγχώριες» πωλήσεις σε άλλους εξαγωγείς, των οποίων ο τελικός προορισμός δεν θα ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί από τον πωλητή του υπό εξέταση προϊόντος. Με βάση τα ανωτέρω, παρά το ότι κανένας από τους έξι ερευνηθέντες εξαγωγείς δεν είχε όγκο εγχώριων πωλήσεων του σχετικού προϊόντος που να αποτελεί το 5 % τουλάχιστον του όγκου εξαγωγών του προϊόντος αυτού στην Κοινότητα, δύο από τους εν λόγω εξαγωγείς έφθαναν αναλογία υψηλότερη του 4 %. Οι εγχώριες πωλήσεις άλλων εξαγωγέων ανέρχονταν σε αναλογία σημαντικά χαμηλότερη του 4 %. Καθώς οι στατιστικές που παρέχει ο νορβηγικός κλάδος παραγωγής εμφανίζουν ότι η Νορβηγία έχει συνολική εγχώρια κατανάλωση σολομού Ατλαντικού εκτροφής, που αντιπροσωπεύει το 5,2 % των εξαγωγών της στην Κοινότητα, θεωρήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ότι οι τιμές που χρεώνονταν από τους εν λόγω δύο εξαγωγείς δεν θα μπορούσαν να θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικές της εν λόγω αγοράς και επομένως οι εγχώριες πωλήσεις τους πραγματοποιήθηκαν σε επαρκείς ποσότητες. Οι εν λόγω δύο εξαγωγείς πρόβαλαν το επιχείρημα ότι η κανονική αξία δεν θα έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά της Νορβηγίας επειδή το μέγεθος της νορβηγικής αγοράς είχε υπερεκτιμηθεί εξαιτίας της συμπερίληψης ποιοτήτων οι οποίες δεν ήταν συγκρίσιμες με τις εξαγόμενες στην Κοινότητα ποιότητες και του γεγονότος ότι οι πωλήσεις επί ζημία δεν είχαν αποκλεισθεί όταν διενεργήθηκε ο έλεγχος της αντιπροσωπευτικότητας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ορισμένες εγχώρια πωλούμενες ποιότητες δεν ήταν συγκρίσιμες με τις εξαγόμενες στην Κοινότητα ποιότητες, πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού προβλέπει σύγκριση μεταξύ «πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος με προορισμό την εγχώρια κατανάλωση» και του όγκου «πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος» που εξάγεται στην Κοινότητα. Στην παρούσα υπόθεση, το υπό εξέταση προϊόν έχει οριστεί ότι είναι ο σολομός Ατλαντικού εκτροφής, που εμπίπτει στους κωδικούς ΣΟ ex 0302 12 00, ex 0304 10 13, ex 0303 22 00 και ex 0304 20 13. Οι εν λόγω κωδικοί ΣΟ συμπεριλαμβάνουν το σολομό Ατλαντικού εκτροφής «ανωτέρας», «συνήθους» και «παραγόμενης» ποιότητας. Αν και ο σολομός «παραγόμενης» ποιότητας κανονικά δεν εξάγεται στην Κοινότητα, είναι σαφές ότι αποτελεί «ομοειδές προϊόν», καθώς πρόκειται για προϊόν «παρόμοιο από όλες τις απόψεις» ή τουλάχιστον, προϊόν που διαθέτει «χαρακτηριστικά έντονης ομοιότητας με εκείνα του σολομού ανώτερης ή συνήθους ποιότητας», όπως προβλέπεται από το άρθρο 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Αναφορικά με τον μη αποκλεισμό των πωλήσεων επί ζημία, για τους σκοπούς διενέργειας του ελέγχου αντιπροσωπευτικότητας, προβλήθηκε το επιχείρημα ότι δεν ήταν συνεπές να περιληφθούν οι πωλήσεις επί ζημία («όχι κατά τη συνήθη ροή του εμπορίου») ενόψει του να εκτιμηθεί η αντιπροσωπευτικότητα των εγχώριων πωλήσεων και να αποκλείονται τέτοιες πωλήσεις κατά τον προσδιορισμό του ύψους της κανονικής αξίας. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, δεν απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη μόνο οι κερδοφόρες εγχώριες πωλήσεις κατά τη διαπίστωση της αντιπροσωπευτικότητας της εγχώριας αγοράς. Επίσης, το κριτήριο της «συνήθους ροής του εμπορίου», που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας, τίθεται σε εφαρμογή μόνον αφού προηγουμένως έχει διενεργηθεί ο έλεγχος της αντιπροσωπευτικότητας, στο μέτρο που για την ανάλυση του κερδοφόρου χαρακτήρα των εγχώριων συναλλαγών απαιτείται να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το πλήρες κόστος των πωλήσεων, με αναφορά στα αντιπροσωπευτικά εγχώρια γενικά και διοικητικά έξοδα ενός ή περισσοτέρων εξαγωγέων. Συνεπώς απορρίφθηκε το επιχείρημα που προέβαλαν ορισμένοι εξαγωγείς όσον αφορά την εφαρμογή του ελέγχου αντιπροσωπευτικότητας. (16) Το επόμενο βήμα ήταν να προσδιορισθεί, αναφορικά με τους δύο εξαγωγείς των οποίων οι συνολικές εγχώριες πωλήσεις ήταν σε επαρκείς ποσότητες και αναφορικά με τις δύο κατηγορίες σολομού Ατλαντικού εκτροφής, που πωλούνται ως επί το πλείστον για εξαγωγή στην Κοινότητα, κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις καθεμιάς κατηγορίας ήταν επίσης επαρκώς αντιπροσωπευτικές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Για να υπάρχει συνοχή με τον έλεγχο της αντιπροσωπευτικότητας όπως εφαρμόστηκε σε συνολική βάση, χρησιμοποιήθηκε ένα κατώφλι ύψους 4 % (αντί του συνήθους 5 %). Στη βάση αυτή, μόνον οι εγχώριες πωλήσεις μιας κατηγορίας σολομού που πωλήθηκαν από μια εταιρεία διαπιστώθηκαν ότι ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές. (17) Ακολούθως, ήταν αναγκαίο να εξετασθεί κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις της εν λόγω κατηγορία προϊόντος μπορούσαν, δεδομένων των τιμών στις οποίες πραγματοποιούντο οι πωλήσεις αυτές, να θεωρηθούν ότι πραγματοποιήθηκαν εντός της συνήθους ροής του εμπορίου. Για το σκοπό αυτό υπολογίσθηκε το πλήρες κόστος των εγχώριων πωλήσεων με την άθροιση τριών στοιχείων: α) ενός αντιπροσωπευτικού «κόστους απόκτησης», που προκύπτει από το σταθμισμένο μέσο όρο των εγχώριων τιμών πωλήσεως που χρέωναν οι έξι εκτροφείς του δείγματος σε ανεξάρτητους πελάτες κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, β) μιας μέσης «προσαρμογής μεταποίησης», με βάση στοιχεία που συνελέγησαν από τους εκτροφείς και τους εξαγωγείς 7 αυτή η προσαρμογή επήλθε στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες το κόστος της αφαίμαξης, του καθαρισμού και της συσκευασίας των ψαριών δεν περιλαμβανόταν ήδη στην τιμή που χρέωσε ο εκτροφέας, γ) των γενικών και διοικητικών εξόδων πωλήσεων που βάρυναν τον εν λόγω εξαγωγέα στις εγχώριες πωλήσεις του σχετικού προϊόντος. Οι νορβηγοί εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η χρήση του «κόστους απόκτησης», δηλαδή του σταθμισμένου μέσου όρου των τιμών πωλήσεως ανά ποιότητα από τους εκτροφείς του δείγματος, για τον υπολογισμό του πλήρους κόστους των εγχώριων πωλήσεων οδηγούσε σε «λανθασμένα αποτελέσματα». Επίσης, εξέφρασαν έκπληξη για το ότι το κόστος παραγωγής των εκτροφέων δεν ελήφθη υπόψη κατά τον υπολογισμό του ντάμπινγκ. Αν και το ερωτηματολόγιο που εστάλη στους εκτροφείς στους οποίους έγινε έρευνα περιελάμβανε ερωτήσεις σχετικές τόσο με το κόστος εκτροφής που έφεραν, όσο και τις τιμές πωλήσεών τους σε ανεξάρτητους εξαγωγείς, το Συμβούλιο θεωρεί, για τους λόγους που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 13, ότι η χρήση του «κόστους απόκτησης» αποτελούσε την πλέον λογική προσέγγιση για τον προσδιορισμό του πλήρους κόστους που έφερε ένας εξαγωγέας όταν προμήθευε σολομό προς μεταπώληση σε πελάτες της εγχώριας ή της εξαγωγικής αγοράς. Μετά από σύγκριση του κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογισθέντος πλήρους κόστους, εκφρασμένου σε νορβηγικές κορόνες ανά κιλό (ΝΚ/kg), με την τιμή που χρεώθηκε σε όλες τις συναλλαγές εγχώριων πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου έρευνας, απεδείχθη ότι λιγότερο από το 80 % (αλλά περισσότερο από το 10 %) των ποσοτήτων της εν λόγω κατηγορίας προϊόντος είχαν πωληθεί με κέρδος. Συνεπώς, η κανονική αξία ορίστηκε, για τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντος, ως ο σταθμισμένος μέσος όρος της εγχώριας τιμής επί των κερδοφόρων συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Οι εξαγωγείς αμφισβήτησαν την αξιοπιστία της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, η οποία βασίστηκε στις τιμές των εγχώριων πωλήσεων, αποκλειομένων των πωλήσεων σε τιμές κάτω του κατά μέσον όρο «πλήρους κόστους» και διαμαρτυρήθηκαν ότι η μέθοδος αυτή οδηγούσε σε τεχνητά υψηλές κανονικές αξίες για ένα αναλωτό προϊόν. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε, καθώς ο αποκλεισμός των «πωλήσεων κάτω του κόστους» από τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου όρου τιμής των εγχώριων πωλήσεων που χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την κανονική αξία, ευθυγραμμίζεται με την πάγια πρακτική των κοινοτικών οργάνων και συνάδει πλήρως με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Το γεγονός ότι ο σολομός είναι προϊόν αναλωτό δεν θίγει την έννοια ότι οι κάτω του κόστους πωλήσεις θεωρούνται ότι δεν γίνονται εντός της «συνήθους ροής του εμπορίου». (18) Όσον αφορά όλες τις άλλες κατηγορίες προϊόντος, η κανονική αξία έπρεπε να καθοριστεί, για τους έξι ερευνηθέντες εξαγωγείς, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, με βάση μια κατασκευασμένη αξία. Η κατασκευασμένη αξία υπολογίστηκε, για τους δύο εξαγωγείς με αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις, προσθέτοντας στο «κόστος απόκτησης» (και όπου ήταν αναγκαίο στην «προσαρμογή μεταποίησης») ποσά που αντιστοιχούσαν στις πραγματικές γενικές και διοικητικές δαπάνες πωλήσεων και κέρδη που, αντίστοιχα, έφεραν ή πραγματοποίησαν καθεμία από τις δύο ενδιαφερόμενες εταιρείες όσον αφορά τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά. Για το σκοπό αυτό, προσδιορίστηκε η κερδοφορία των εταιρειών αυτών μετά από σύγκριση του κόστους των εγχώριων πωλήσεων, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 17 ανωτέρω, εκφρασμένο σε ΝΚ/kg, με την τιμή καθεμίας των συναλλαγών εγχώριων πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Καθώς οι ποσότητες που πωλήθηκαν με κέρδος ήταν, και στις δύο περιπτώσεις, χαμηλότερες από το 80 % (αλλά υψηλότερες του 10 %), για τον υπολογισμό της σταθμισμένης μέσης μεμονωμένης απόδοσης κέρδους ελήφθησαν υπόψη μόνον οι κερδοφόρες συναλλαγές. Οι εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι το σταθμισμένο μέσο περιθώριο κέρδους που προστέθηκε στο πλήρες κόστος των εξαγωγέων για το σκοπό του υπολογισμού των κατασκευασμένων κανονικών αξιών ήταν «υπερβολικό και μη ανταποκρινόμενο στα πράγματα περιθώριο κέρδους για εταιρείες εμπορίας σολομού». Προέβαλαν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο ii) της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της ΓΣΔΕ του 1994, θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί μάλλον το πραγματικό κέρδος που πραγματοποίησαν οι εξαγωγείς παρά κάποιο κέρδος, που υπολογίστηκε αφού αποκλείσθηκαν οι πωλήσεις κάτω του κόστους. Παρατήρησαν επίσης, ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα διαδικασία ήταν σημαντικά υψηλότερο από αυτό που χρησιμοποιήθηκε στην προηγούμενη έρευνα των ετών 1989/90. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τους εξής λόγους. Πρώτον, τα δεδομένα της προηγούμενης έρευνας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, καθώς και το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού όσο και το άρθρο 2.2.2 της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της ΓΣΔΕ του 1994, ορίζουν ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται «ενημερωμένα στοιχεία αναφορικά με την παραγωγή και την πώληση» 7 δηλαδή τα δεδομένα που διαπιστώθηκαν στην τωρινή έρευνα. Δεύτερον, οι προαναφερόμενες διατάξεις αναφέρονται σε κέρδη που σημειώθηκαν επί εγχωρίων πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της «συνήθους ροής του εμπορίου» 7 δηλαδή των πωλήσεων εκείνων που προσδιορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. (19) Όσον αφορά τους τέσσερις εξαγωγείς που δεν είχαν αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις, η κατασκευασμένη αξία υπολογίστηκε προσθέτοντας στο «κόστος απόκτησης» (και όπου ήταν αναγκαίο στην «προσαρμογή μεταποίησης») ποσά που αντιστοιχούν στο σταθμισμένο μέσο όρο τόσο των γενικών και διοικητικών δαπανών πωλήσεως που είχαν όσο και των κερδών που πραγματοποίησαν οι δύο άλλοι εξαγωγείς, όσον αφορά τις εγχώριες πωλήσεις τους του ομοειδούς προϊόντος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού. 3. Τιμή εξαγωγής (20) Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι πωλήσεις προς εξαγωγή του σολομού Ατλαντικού εκτροφής πραγματοποιήθηκαν σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα, η τιμή εξαγωγής ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, με βάση τις όντως καταβληθείσες τιμές εξαγωγής. (21) Σε τέσσερις περιπτώσεις, στις οποίες το προϊόν εισήχθη στην Κοινότητα από συνδεδεμένη εταιρεία πωλήσεων, έπρεπε να κατασκευαστούν αξιόπιστες τιμές εξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, με βάση την τιμή που χρεωνόταν στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή, και αφού αφαιρέθηκαν όλες οι δαπάνες που ανέκυπταν μεταξύ της εισαγωγής και της μεταπώλησης και τα αντίστοιχα κέρδη. Για το σκοπό αυτό, το περιθώριο κέρδους καθορίστηκε με αναφορά στο κέρδος που πραγματοποίησαν υπό κανονικές συνθήκες οι ανεξάρτητοι εισαγωγείς. Οι εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι το περιθώριο κέρδους 2,8 % που εφαρμόστηκε στις τιμές που χρέωναν συνδεδεμένοι εισαγωγείς στην Κοινότητα, με σκοπό την κατασκευή των εξαγωγικών τιμών, ήταν ιδιαίτερα υψηλό στο μέτρο που οι συνδεδεμένοι εισαγωγείς χρησίμευαν μόνο για «σκοπούς τιμολόγησης». Το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να γίνει δεκτό καθώς και το περιθώριο κέρδους που εφαρμόστηκε προέκυπτε από πραγματικά δεδομένα που ελήφθησαν στη διάρκεια της έρευνας και συμφωνούσαν με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. (22) Σε μία περίπτωση, μία συνδεδεμένη εταιρεία πωλήσεων δεν υπέβαλε αξιόπιστα στοιχεία όσον αφορά τις δαπάνες που ανέκυπταν μεταξύ της εισαγωγής και της μεταπώλησης. Προκειμένου να κατασκευαστεί η τιμή εξαγωγής όσον αφορά τον σχετικό εξαγωγέα, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα υψηλότερα στοιχεία κόστους που διαπιστώθηκαν αναφορικά με άλλη συνδεδεμένη εταιρεία πωλήσεων, η οποία συνεργάστηκε κατά την έρευνα, ως διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά, κατά την έννοια του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού. (23) Σε μια άλλη περίπτωση, ένας εξαγωγέας δεν υπέβαλε στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με τις πωλήσεις του σε ανεξάρτητους αγοραστές σημαντικών ποσοτήτων καπνιστού σολομού, τον οποίο μεταποιούσε στην Κοινότητα ένα συνδεόμενο καπνιστήριο, χρησιμοποιώντας νωπό σολομό που προμήθευε ο εν λόγω εξαγωγέας. Αποφασίστηκε ότι όλες οι εξαγωγικές συναλλαγές με το συγκεκριμένο συνδεόμενο καπνιστήριο θα παραβλέποντο. 4. Σύγκριση (24) Με σκοπό να εξασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, επήλθαν προσαρμογές όπου κρίθηκε ενδεδειγμένο, ώστε να ληφθούν υπόψη διαφορές που επηρεάζουν τη δυνατότητα σύγκρισης των τιμών και αφορούν το κόστος μεταφοράς, ασφάλισης, χειρισμού, φόρτωσης και παρεπόμενων δαπανών, πιστώσεων και προμηθειών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. 5. Περιθώριο ντάμπινγκ (25) Όσον αφορά και τους έξι εξαγωγείς στους οποίους έγινε έρευνα, η σύγκριση ανά κατηγορία προϊόντος των σταθμισμένων μέσων κανονικών αξιών και των σταθμισμένων μέσων τιμών εξαγωγής στη διάρκεια της περιόδου έρευνας, αποκάλυψε την ύπαρξη ντάμπινγκ. Στο μέτρο που τα περιθώρια ντάμπινγκ ποικίλλουν ανά κατηγορία προϊόντος, καθορίστηκε ένα σταθμισμένο μέσο περιθώριο ντάμπινγκ για κάθε εξαγωγέα της έρευνας. (26) Από την ανάλυση των τιμών εξαγωγής σε μέση μηνιαία βάση προέκυψε επίσης ότι και οι έξι εξαγωγείς ακολουθούσαν συγκεκριμένο σύστημα προσδιορισμού των εξαγωγικών τιμών, το οποίο διέφερε σε σημαντικό βαθμό ανάλογα με τις εποχές, δηλαδή οι εξαγωγικές τιμές το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο, που αποτελούν την περίοδο αιχμής της κατανάλωσης αμέσως πριν τα Χριστούγεννα, ήταν σημαντικά κατώτερες των μέσων εξαγωγικών τιμών στη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Όσον αφορά τους δύο εξαγωγείς, αυτό το σύστημα διαμόρφωσης των τιμών θεωρήθηκε ως αρκετά έντονο ώστε να δικαιολογείται ο υπολογισμός του ντάμπινγκ βάσει συγκρίσεως των σταθμισμένων μέσων κανονικών τιμών με τις τιμές όλων των μεμονωμένων συναλλαγών εξαγωγής προς την Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού, κατά τρόπο που να αντανακλάται σε όλη την έκτασή της η ασκηθείσα πρακτική ντάμπινγκ. Οι δύο εξαγωγείς θεώρησαν ότι η μέθοδος αυτή αντέβαινε προς τη συνήθη «μέσος όρος προς μέσο όρο» προσέγγιση που περιέχεται στο άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού και ότι δεν υφίστατο λόγος παρέκκλισης από τη συνήθη προσέγγιση στην παρούσα υπόθεση. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε καθώς, όσον αφορά τους δύο ενδιαφερόμενους εξαγωγείς, υπήρξε σημαντική διαφορά μεταξύ των περιθωρίων ντάμπινγκ που υπολογίστηκαν βάσει της μεθόδου «μέσος όρος προς μέσο όρο» και βάσει της μεθόδου «μέσος όρος προς συγκεκριμένη συναλλαγή». Τούτο ήταν ενδεικτικό ενός αρκετά χαρακτηριστικού σχεδίου πωλήσεων σε χαμηλότερες τιμές στη διάρκεια ορισμένων περιόδων ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή της μεθόδου «μέσος όρος προς συγκεκριμένη συναλλαγή». (27) Όσον αφορά την εταιρεία Saga Lax Norge A/S, που αρχικά συγκαταλέγετο στο δείγμα των εξαγωγέων, αλλά που στη συνέχεια δεν υπέβαλε στην Επιτροπή τα στοιχεία που κρίθηκαν αναγκαία για την έρευνα, έπρεπε να υπολογιστεί ένα περιθώριο ντάμπινγκ με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Ως προς τούτο, για τους λόγους που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 101, και ειδικότερα λόγω της σχέσεως της Saga Lax Norge A/S με έναν από τους συνεργασθέντες εξαγωγείς στους οποίους έγινε η έρευνα, την Timar Seafood A/S, θεωρείται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για την τελευταία αυτή εταιρεία, το οποίο είναι το υψηλότερο μεταξύ όλων των εξαγωγέων του δείγματος, θα πρέπει να αποδοθεί στη Saga Lax Norge A/S. (28) Με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, η Επιτροπή υπολόγισε ένα σταθμισμένο μέσο περιθώριο ντάμπινγκ για τους εξαγωγείς στους οποίους έγινε έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. Σε αυτό το σημείο δεν ελήφθη υπόψη το περιθώριο ντάμπινγκ που ορίστηκε για την επιχείρηση Saga Lax Norge A/S, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Καθώς η συνεργασία την οποία παρέσχε γενικότερα ο νορβηγικός κλάδος ήταν ικανοποιητική, και ενόψει της αντικειμενικότητας των «προεπιλεγέντων» εκτροφέων και εξαγωγέων από τους οποίους συγκροτήθηκαν τα δείγματα, συνήχθη το συμπέρασμα ότι αυτό το σταθμισμένο μέσο περιθώριο ντάμπινγκ θα έπρεπε να εφαρμοστεί σε όλους τους συνεργασθέντες νορβηγούς εξαγωγείς και εκτός του δείγματος. (29) Στη βάση αυτή, τα περιθώρια ντάμπινγκ που υπολογίστηκαν βάσει των τιμών ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα, ήταν τα εξής: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Δ. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (30) Οι κοινοτικοί παραγωγοί που υποστηρίζουν την καταγγελία αντιπροσωπεύουν το 57 % σχεδόν του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής του σχετικού προϊόντος, και κατά συνέπεια θεωρήθηκαν ότι συναποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Ε. ΖΗΜΙΑ 1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις (31) Ζητήθηκαν και ελήφθησαν από όλους τους καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή, τις πωλήσεις και το μερίδιό τους στην αγορά. Εντούτοις, ενόψει του μεγάλου αριθμού παραγωγών που υποστηρίζουν την καταγγελία και των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, ο υπολογισμός των υπόλοιπων δεικτών ζημίας βασίστηκε σε πληροφορίες που ελήφθησαν από αντιπροσωπευτικό δείγμα κοινοτικών παραγωγών. (32) Από τους 90 κοινοτικούς παραγωγούς που υποστηρίζουν την καταγγελία, επελέγησαν δειγματοληπτικά 16, ανάλογα με τη γεωγραφική θέση και με το μέγεθος των επιχειρήσεων από την άποψη παραγωγής και πωλήσεων. Οι εταιρείες αυτές καλύπτουν το 73 % της παραγωγής του καταγγέλλοντος κοινοτικού κλάδου και το 42 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής. (33) Η ζημία έχει υπολογισθεί με βάση στοιχεία αναφερόμενα στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 1992 και της περιόδου έρευνας. Το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της έρευνας κατά την περίοδο αυτή ήταν η Κοινότητα, όπως είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της κινήσεως της διαδικασίας, ήτοι η Κοινότητα των 15 κρατών μελών. Η αξιολόγηση της ζημίας βασίστηκε στους οικείους οικονομικούς συντελεστές, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού. (34) Υπενθυμίζεται ότι οι ζημιογόνες επιπτώσεις των εισαγωγών με ντάμπινγκ από τη Νορβηγία στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σολομού Ατλαντικού εκτροφής, διαπιστώθηκαν αρχικά το 1991, στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Από τότε, οι επιπτώσεις των εισαγωγών από τη Νορβηγία οδήγησαν την Επιτροπή στο να επιβάλει, αρκετές φορές, ελάχιστες τιμές εισαγωγής. Όμως, τα μέτρα αυτά φαίνεται να είχαν απλώς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κάποια βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα στην αγορά. (35) Επομένως, θα πρέπει να εξετασθούν οι ακόλουθοι δείκτες ζημίας, σε συνάρτηση με την από μακρού χρόνου δυσμενή κατάσταση που επικρατεί στο σχετικό κοινοτικό κλάδο. 2. Κοινοτική κατανάλωση (36) Για τον υπολογισμό της συνολικής φαινομένης κοινοτικής κατανάλωσης σολομού Ατλαντικού εκτροφής, ελήφθησαν υπόψη τα ακόλουθα συνδυαστικά συνολικά στοιχεία: - ο όγκος των πωλήσεων στην Κοινότητα των κοινοτικών παραγωγών, όπως διαπιστώθηκε με βάση τα στοιχεία που παρείχαν η Scottish Salmon Growers' Association, η Shetland Salmon Farmers' Association και η Irish Salmon Growers' Association, σε συνδυασμό με τα στοιχεία της Eurostat όσον αφορά τις εξαγωγές τους εκτός Κοινότητας, - οι εισαγωγές στην Κοινότητα των υπό εξέταση προϊόντων από τη Νορβηγία (όπως δηλώθηκαν ως υπαγόμενα στους κωδικούς ΣΟ 0302 12 00, 0303 22 00, 0304 10 13 και 0304 20 13), - οι εισαγωγές στην Κοινότητα των ίδιων αυτών προϊόντων από όλες τις άλλες τρίτες χώρες. (37) Με σκοπό να καταρτισθούν, για ολόκληρη την υπό εξέταση περίοδο, συνεκτικά στοιχεία που να καλύπτουν τη διευρυμένη Κοινότητα των 15, το σύνολο των εισαγωγών υπολογίστηκε με βάση τα σχετικά στατιστικά στοιχεία της Eurostat και της ΕΖΕΣ. Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί το συγκρίσιμο μεταξύ των διαφόρων αριθμητικών στοιχείων, όλα τα στοιχεία μετατράπηκαν σε ισοδύναμο ολόκληρων ψαριών. Για το σκοπό αυτό, τα αριθμητικά στοιχεία των εισαγωγών νωπού και διατηρημένου με απλή ψύξη σολομού και των νωπών και διατηρημένων με απλή ψύξη φιλέτων σολομού διαιρέθηκαν αντίστοιχα με τους συντελεστές 0,90 και 0,65. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ΣΟ 0302 12 00, 0304 10 13 και 0304 20 13 μπορούν επίσης να καλύπτουν και προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο της παρούσας διαδικασίας (δηλαδή σολομό Ειρηνικού ή/και άγριο σολομό) αλλά των οποίων οι εισαχθείσες ποσότητες μπορούν να θεωρηθούν, αν ληφθεί υπόψη η καταγωγή τους, ως αμελητέες. (38) Με βάση τα ανωτέρω, η φαινομένη κοινοτική κατανάλωση σολομού Ατλαντικού εκτροφής αυξήθηκε από 201 037 τόνους το 1992 σε 316 866 τόνους κατά την περίοδο της έρευνας, ήτοι παρουσίασε αύξηση 58 %. 3. Όγκος και μερίδιο αγοράς των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ (39) Ο σωρευτικός όγκος των εισαγωγών από τη Νορβηγία αυξήθηκε συνεχώς και σημαντικά από 134 338 τόνους το 1992 σε 211 597 τόνους την περίοδο της έρευνας - ήτοι αύξηση 58 % - σε ευθύγραμμη σχέση με την αύξηση της κοινοτικής κατανάλωσης. (40) Το μερίδιο αγοράς των νορβηγικών εισαγωγών στην Κοινότητα μειώθηκε σταδιακά από 67 % περίπου το 1992 στο 62 % περίπου το 1993 και 1994, και στη συνέχεια αυξήθηκε στο 67 % το 1995 και κατά την περίοδο της έρευνας. (41) Το γεγονός ότι οι νορβηγικές εισαγωγές ήταν σε θέση, στη διάρκεια των τελευταίων τεσσεράμισι ετών, να διατηρήσουν το πολύ υψηλό μερίδιό τους σε μια αγορά ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενη, εικονογραφεί τη θέση των νορβηγών εξαγωγέων στην κοινοτική αγορά. Επιπλέον, αυτή η σημαντική αύξηση των εισαγωγών από τη Νορβηγία έλαβε χώρα παρά τις κατώτατες τιμές εισαγωγής που επέβαλε η Επιτροπή στη διάρκεια της εν λόγω περιόδου (βλέπε αιτιολογική σκέψη 76). 4. Τιμές των νορβηγικών εξαγωγών α) Γενική τάση (42) Από τα στατιστικά στοιχεία εμφαίνεται ότι η τιμή cif των εισαγωγών σολομού καταγωγής Νορβηγίας μειώθηκε συνεχώς και συνολικά κατά 27 % μεταξύ του 1992 και της περιόδου έρευνας. Περαιτέρω, η τάση αυτή φαίνεται να υποδεικνύει ότι οι κατώτατες τιμές εισαγωγής που επιβλήθηκαν στη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, δεν τηρήθηκαν με συνέπεια από τους νορβηγούς εξαγωγείς. β) Προσφορά χαμηλότερων τιμών (43) Οι τιμές των κοινοτικών παραγωγών του δείγματος συγκρίθηκαν με τις τιμές των νορβηγικών εξαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Για τους κοινοτικούς παραγωγούς, ως βάση συγκρίσεως ελήφθησαν οι τιμές του καθαρισμένου σολομού με κεφάλι. Αυτές οι κατηγορίες σολομού αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 65 % του όγκου των πωλήσεων όλων των τύπων σολομού που πωλήθηκαν από τους κοινοτικούς παραγωγούς του δείγματος και αποτελούσαν την πλειονότητα των εισαγωγών νορβηγικού σολομού. (44) Όσον αφορά τους εξαγωγείς, οι τιμές βασίστηκαν στα στοιχεία τα σχετικά με τις πωλήσεις, που υπέβαλαν οι νορβηγοί εξαγωγείς που συνεργάστηκαν στην έρευνα που αφορούσε τόσο το ντάμπινγκ όσο και τις επιδοτήσεις. Στις τιμές αυτές έγινε προσαρμογή με βάση τις τιμές του προϊόντος στα κοινοτικά σύνορα μετά την καταβολή δασμού. (45) Οι συγκρίσεις έγιναν σε μέση σταθμισμένη μηνιαία βάση. Οι τιμές των κοινοτικών παραγωγών ήταν στο επίπεδο «εκ του εργοστασίου» και σε στάδια εμπορίας που είναι γνωστά ως συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα των νορβηγικών εισαγωγών. Τα αποτελέσματα της σύγκρισης κατέδειξαν την ύπαρξη μηνιαίων περιθωρίων μειώσεως των τιμών σε ποσοστό μέχρι και 12 %. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η προσφορά χαμηλότερων τιμών κορυφώθηκε στη διάρκεια του πλέον σημαντικού διαστήματος της περιόδου πωλήσεων, δηλαδή κατά την περίοδο αμέσως πριν τα Χριστούγεννα. (46) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διακίνηση του σολομού ως εμπορεύματος γίνεται στο πλαίσιο μιας διαφανούς και ανταγωνιστικής αγοράς. Το προϊόν αυτό πωλείται σε ημερήσια βάση, και οι προμηθευτές οφείλουν να προσαρμόζονται γρήγορα, δηλαδή σε ημερήσια ή ωριαία βάση, στις όποιες μειώσεις των τιμών των ανταγωνιστών τους, γεγονός άρα που δυσχεραίνει την εκτίμηση του ποσοστού προσφοράς σε μειωμένες τιμές. Κατά συνέπεια, τα περιθώρια προσφοράς μειωμένων τιμών που διαπιστώθηκαν θα πρέπει να εκτιμηθούν στο πλαίσιο της συνεχούς πιέσεως που ασκούν οι νορβηγικές εισαγωγές στις τιμές τις αγοράς. (47) Ορισμένοι εισαγωγείς πρόβαλαν το επιχείρημα ότι, κατά τη σύγκριση των τιμών, θα πρέπει να υπάρξει προσαρμογή προς τα πάνω των νορβηγικών τιμών κατά τρόπο που να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο καταναλωτής είναι διατεθειμένος να πληρώνει ακριβότερα το σολομό καταγωγής Σκωτίας. Δεν υπεβλήθη όμως κανένα αποδεικτικό στοιχείο όσον αφορά το επιχείρημα αυτό και ειδικότερα, όσον αφορά τις διαφορές στα φυσικά χαρακτηριστικά των προϊόντων, οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν προσαρμογή των τιμών. 5. Κατάσταση του κοινοτικού κλάδου 5.1. Γενικότερα πληροφοριακά στοιχεία α) Παραγωγή (48) Η παραγωγή του σολομού Ατλαντικού εκτροφής, από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, αυξήθηκε από 45 801 τόνους το 1992 σε 90 206 τόνους κατά την περίοδο της έρευνας. Αυτή η αύξηση της παραγωγής προέκυψε από την αυξημένη ζήτηση και επέτρεψε στον κοινοτικό κλάδο να μειώσει το μοναδιαίο κόστος του και να βελτιώσει την παραγωγικότητά του. Από την άποψη αυτή, τα στοιχεία που ελήφθησαν από τις εταιρείες του δείγματος, δείχνουν ότι κατά την περίοδο της έρευνας αυτές ήταν σε θέση να παράγουν 2,35 φορές την παραχθείσα το 1992 ποσότητα, με τον ίδιο ακριβώς αριθμό εργαζομένων. β) Πωλήσεις και μερίδια στην αγορά (49) Ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου στην κοινοτική αγορά αυξήθηκε στη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου από 42 535 τόνους το 1992 σε 82 885 τόνους κατά την περίοδο της έρευνας, πράγμα που αντιπροσωπεύει αύξηση 40 320 τόνων. Η αύξηση αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συσχετισμό με αύξηση στην κατανάλωση κατά σχεδόν 116 000 τόνους στην Κοινότητα κατά την ίδια περίοδο. (50) Η εξέλιξη του όγκου των πωλήσεων σε σύγκριση με αυτήν της φαινομένης κοινοτικής κατανάλωσης, δείχνει ότι το μερίδιο αγοράς που κατέχει ο κοινοτικός κλάδος αυξήθηκε από 21,2 % το 1992 σε 28,9 % το 1994, και στη συνέχεια μειώθηκε στο 26,2 % κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. 5.2 Στοιχεία της δειγματοληψίας γ) Ικανότητα παραγωγής και χρησιμοποίησή της (51) Όσον αφορά την ικανότητα παραγωγής, διαπιστώθηκε ότι οι επιλεγείσες στο δείγμα εταιρείες χρησιμοποιούσαν διαφορετικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της παραγωγικής ικανότητάς τους και, επομένως, δεν είναι δυνατόν να συλλεγούν αξιόπιστα αριθμητικά στοιχεία για το παρελθόν και συγκεκριμένα για την περίοδο που προηγείται της περιόδου έρευνας. Εντούτοις, για την περίοδο έρευνας, διαπιστώθηκαν ότι είναι αξιόπιστα τα αριθμητικά στοιχεία τα σχετικά με την παραγωγική ικανότητα που δόθηκαν από την Scottish Environmet Protection Agency, οργανισμό που ιδρύθηκε πρόσφατα και προσδιορίζει τα όρια αειφόρας παραγωγικής ικανότητας σε σχέση με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Με βάση τα ανωτέρω, ο μέσος συντελεστής χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας υπολογίστηκε ότι ανερχόταν στο 59 % κατά την περίοδο της έρευνας. δ) Εξέλιξη των τιμών (52) Οι τιμές των εταιρειών του δείγματος μειώθηκαν κατά 24 % μεταξύ του 1992 και της περιόδου έρευνας. Η μείωση αυτή στις τιμές προσεγγίζει ιδιαίτερα τη μείωση των τιμών των εισαγωγών από τη Νορβηγία, γεγονός που άρα υποδεικνύει ότι ο κοινοτικός κλάδος δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στις πιέσεις που ασκούσαν οι νορβηγικές τιμές. (53) Οι νορβηγοί εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η πτωτική εξέλιξη των τιμών οφειλόταν αποκλειστικά στη βελτίωση, σε παγκόσμια κλίμακα, της αποτελεσματικότητας κόστους των παραγωγών σολομού. (54) Ο κοινοτικός κλάδος όντως αύξησε την παραγωγή του και τις πωλήσεις στη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, με συνακόλουθες μειώσεις στο μοναδιαίο κόστος και σημαντικά κέρδη στην παραγωγικότητα. Όμως, παρόλα αυτά, η έρευνα απέδειξε ότι η προαναφερόμενη μείωση των τιμών οδήγησε σε ανεπαρκή κερδοφορία του κοινοτικού κλάδου. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι οι τιμές έπεσαν μετά την αύξηση της παραγωγικότητας κάτω από το αναμενόμενο επίπεδο. Ενώ είναι αλήθεια ότι η τιμή του σολομού θα μειωθεί εφόσον μειώνεται το κόστος παραγωγής, αυτό δεν εξηγεί την επιδείνωση της κερδοφορίας του κοινοτικού κλάδου (βλέπε αιτιολογική σκέψη 55). ε) Δυνατότητα απόδοσης κέρδους (55) Το μέσο ποσοστό απόδοσης κέρδους βελτιώθηκε μεταξύ του 1992 και του 1993, αλλά μειώθηκε στη συνέχεια, παρά το γεγονός ότι η αγορά επεκτεινόταν και το κόστος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειωνόταν. Επιπλέον, η μέση αποδοτικότητα ουδέποτε έφθασε στο ελάχιστο επίπεδο κερδοφορίας (περίπου 15 % του κύκλου εργασιών), πράγμα που θεωρείται απαραίτητο για ένα κλάδο υψηλού κινδύνου, όπως ο συγκεκριμένος κλάδος (λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργείται από κινδύνους νόσων, αρπακτικών και κακών καιρικών συνθηκών), και μάλιστα κατά την περίοδο της έρευνας ήταν στο χαμηλότερο σημείο από το 1992 (3,3 %). Πρέπει να τονισθεί ότι στη διάρκεια της περιόδου έρευνας, η πλειονότητα των κοινοτικών παραγωγών του δείγματος σημείωνε σημαντικές ζημίες. (56) Αναφορικά με τη δυνατότητα απόδοσης κέρδους, το ποσοστό του 15 % το οποίο έλαβε υπόψη της η Επιτροπή ως κανονικό περιθώριο κέρδους, θεωρήθηκε υπερβολικό από τους νορβηγούς εξαγωγείς. (57) Όπως ήδη προαναφέρθηκε, διαπιστώθηκε από την έρευνα ότι ένα ποσοστό της τάξεως του 15 % επί του κύκλου εργασιών είναι όντως αναγκαίο για τον εν λόγω βιομηχανικό κλάδο. Πέραν του υψηλού κινδύνου που διέπει τον κλάδο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, το στοιχείο αυτό επιβεβαιώθηκε επίσης μετά από εξέταση των περιθωρίων κέρδους που διέθετε η βιομηχανία σολομού πριν εμφανισθεί το ζημιογόνο ντάμπινγκ, και επίσης, τα περιθώρια κέρδους που θεωρούντο ως λογικά σε άλλους, συγκρίσιμους, κοινοτικούς τομείς, όπως η εκτροφή πέστροφας και τα ορνιθοτροφεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, επιβεβαιώθηκε το ποσοστό του 15 %. Επιπλέον, ποσοστό κέρδους ύψους 15 % θεωρήθηκε ως εύλογη, αν και συντηρητική, εκτίμηση από έναν κοινοτικό παραγωγό νορβηγικής ιδιοκτησίας. Η εταιρεία αυτή θεώρησε ότι ποσοστό 15 % ήταν μάλλον χαμηλή εκτίμηση τουλάχιστον όσον αφορά τις μικρές εταιρείες. Τέλος, εάν εξετασθούν τα σωρευτικά κέρδη επί των πωλήσεων που πραγματοποιούνται στη συνήθη ροή του εμπορίου από τους νορβηγούς εκτροφείς και εξαγωγείς του δείγματος, στην εγχώρια αγορά τους, αυτά ευθυγραμμίζονται με το ποσοστό του 15 %. στ) Απασχόληση (58) Τα επίπεδα απασχόλησης όσον αφορά τους κοινοτικούς παραγωγούς του δείγματος παρέμειναν σταθερά μεταξύ του 1992 και της περιόδου έρευνας, με τις εταιρείες του δείγματος να αντιπροσωπεύουν περίπου 1 100 θέσεις απασχόλησης άμεσα συνδεδεμένες με την παραγωγή σολομού Ατλαντικού εκτροφής. Βάσει της εκτίμησης του συνολικού επιπέδου απασχόλησης στην Κοινότητα, όσον αφορά το συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής, προκύπτει ότι 3 300 άτομα απασχολούντο στη βιομηχανία σολομού στη διάρκεια της περιόδου έρευνας. ζ) Επενδύσεις (59) Οι επενδύσεις αυξήθηκαν μεταξύ του 1992 και της περιόδου έρευνας. Εντούτοις, η αύξηση αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της συγκεκριμένης κατάστασης της βιομηχανίας σολομού, στην οποία πάνω από το ήμισυ των επενδήσεων κατά την εν λόγω περίοδο προορίζονταν για αντικαταστάσεις. Επιπλέον, στο πλαίσιο μιας αναπτυσσόμενης βιομηχανίας, στην οποία η απόκτηση σύγχρονου εξοπλισμού είναι καθοριστικής σημασίας, οι πραγματοποιούμενες καθαρές επενδύσεις δεν φαίνεται να είναι επαρκείς για τη συνέχιση της φαινομένης ανάπτυξης, μακροπρόθεσμα. 6. Συμπέρασμα (60) Για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο κοινοτικός βιομηχανικός κλάδος υπέστη σημαντική ζημία στη διάρκεια της εξετασθείσας περιόδου, ελήφθησαν υπόψη τα πιο κάτω γεγονότα. (61) Από την έρευνα απεδείχθη ότι οι περιληφθέντες στο δείγμα κοινοτικοί παραγωγοί υπέστησαν σημαντική πίεση στις τιμές τους κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, με συνακόλουθη σημαντική πτώση στις τιμές των εταιρειών αυτών. Τούτο οδήγησε σε επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των συγκεκριμένων παραγωγών, και σε ανεπαρκή επίπεδα κερδοφορίας που επετεύχθησαν από τις εταιρείες του δείγματος γενικότερα, αλλά και ζημίες που σημειώθηκαν σε πολλούς παραγωγούς. Στο πρόσφατο παρελθόν, αρκετές εταιρείες έκλεισαν οριστικά και, μεταξύ των εταιρειών του δείγματος που επιβίωσαν, ορισμένες βρίσκονται σε κίνδυνο. Επιπλέον, η επιδείνωση αυτή του επιπέδου αποδόσεως κέρδους πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως των σημαντικών βελτιώσεων που σημειώθηκαν σε σχέση με την παραγωγικότητα κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Όσον αφορά το μερίδιο στην αγορά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τη βελτίωση που σημειώθηκε το 1994, το μερίδιο που κατέχει ο κοινοτικός κλάδος στην αγορά ακολουθεί και πάλι πτωτική πορεία παρά τη σημαντική αύξηση της κατανάλωσης. (62) Υπό το φως της προηγηθείσας ανάλυσης, προέκυψε το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός κλάδος έχει υποστεί σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται κατά κύριο λόγο στις πιέσεις τιμών που δέχθηκε ο κλάδος αυτός, μαζί με τη μειούμενη και σαφώς ανεπαρκή δυνατότητα κερδοφορίας των κοινοτικών παραγωγών του δείγματος. ΣΤ. ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΖΗΜΙΑΣ (63) Με σκοπό να προσδιορισθεί το κατά πόσον η ζημία την οποία υπέστη ο κοινοτικός κλάδος προκλήθηκε από τις νορβηγικές εισαγωγές με ντάμπινγκ ή κατά πόσον άλλοι παράγοντες προκάλεσαν ή συνέβαλαν στην πρόκληση της ζημίας, εξετάστηκαν τα ακόλουθα στοιχεία. 1. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των υπό εξέταση εισαγωγών και της ζημίας (64) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εφόσον διαπιστώθηκε ότι οι νορβηγικές εισαγωγές σολομού αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ την ίδια περίοδο κατά την οποία οι νορβηγοί παραγωγοί εισέπρατταν αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις, τα συμπίπτοντα αποτελέσματα τόσο της πρακτικής ντάμπινγκ όσο και των επιδοτήσεων δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστούν από κοινού. (65) Κατά την εξέταση του κατά πόσον η σοβαρή ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής προκλήθηκε από τις επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και επιδοτήσεων, σημειώθηκε καταρχάς, ότι η ζημία συνίστατο κυρίως στις συνεχείς πιέσεις επί των τιμών και στη μειωμένη αποδοτηκότητα των κοινοτικών παραγωγών. Τούτο συνέπεσε με τη σημαντική αύξηση του όγκου εισαγωγών σολομού Νορβηγίας σε χαμηλές τιμές. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να είναι σε θέση η Νορβηγία να διατηρεί το μερίδιό της στην αγορά σε πολύ υψηλό επίπεδο (67 %), στο πλαίσιο της διευρυνόμενης αγοράς. Επιπλέον, οι τιμές των εισαγωγών αυτών σημείωσαν σημαντική πτώση στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου και, όπως διαπιστώθηκε, η προσφορά χαμηλότερων τιμών μέχρι ποσοστού και 12 % σημειώθηκε στη διάρκεια της πλέον σημαντικής περιόδου πωλήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η αγορά του σολομού είναι διαφανής. Σε μία τέτοια αγορά, οποιαδήποτε πτωτική πίεση επί των τιμών προέρχεται, μάλλον, από τον κύριο προμηθευτή, που στην περίπτωση αυτή είναι η Νορβηγία. (66) Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα συνδυαστικά αποτελέσματα του ντάμπινγκ και των επιδοτήσεων των νορβηγικών εισαγωγών προκάλεσαν σοβαρή ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. 2. Άλλοι παράγοντες (67) Εξετάστηκαν επίσης αναλυτικά οι τάσεις της κατανάλωσης στην κοινοτική αγορά, η εξέλιξη και οι επιπτώσεις των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες και η ανταγωνιστικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας σολομού, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσον οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει τη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος. α) Η κοινοτική κατανάλωση (68) Η κοινοτική κατανάλωση σολομού Ατλαντικού αυξήθηκε συνέχεια και συνολικά κατά 58 % μεταξύ του 1992 και της περιόδου της έρευνας. Η ζημία την οποία υπέστη ο κοινοτικός κλάδος δεν μπορεί, συνεπώς, να αποδοθεί σε οποιαδήποτε πτωτική τάση της ζήτησης. β) Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες (69) Όσον αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες που δεν καλύπτονται από την παρούσα διαδικασία (κυρίως από τις Φερόες Νήσους, τη Χιλή, τον Καναδά και την Ισλανδία), διαπιστώθηκε ότι το συνολικό μερίδιό τους στην αγορά είχε μειωθεί από το 12 % στο 7 % στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Συνεπώς, συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων εισαγωγών ήταν περιορισμένες. γ) Ανταγωνιστικότητα του κοινοτικού κλάδου (70) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί σολομού βελτίωσαν σημαντικά την ανταγωνιστικότητά τους μεταξύ του 1992 και της περιόδου της έρευνας 7 το ανά εργαζόμενο προϊόν υπερδιπλασιάστηκε, σημειώθηκε μείωση του ποσοστού θνησιμότητας των ψαριών κατά 23 % και αύξηση κατά ποσοστό 25 % του μέσου βάρους των εκτρεφόμενων σολομών. Επιπλέον, ο όγκος των εξαγωγών του κοινοτικού κλάδου αυξήθηκε από 3 266 τόνους το 1992 σε 7 321 τόνους στη διάρκεια της περιόδου της έρευνας. Στη βάση αυτή, ο κοινοτικός κλάδος έχει πετύχει αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα από την άποψη του κόστους. 3. Συμπέρασμα (71) Με βάση τα ανωτέρω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές σολομού από τη Νοργηγία, που αποτέλεσαν το αντικείμενο ντάμπινγκ και επιδοτήσεων, προκάλεσαν, θεωρούμενες μεμονωμένα, σημαντική ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Ζ. ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ 1. Γενικές εκτιμήσεις (72) Με βάση όλα τα υποβληθέντα αποδεικτικά στοιχεία, έγινε εκτίμηση του κατά πόσον, ανεξάρτητα από τα συμπεράσματα τα σχετικά με το ντάμπινγκ και τη ζημία, υπήρχαν αποχρώντες λόγοι οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν προς το συμφέρον της Κοινότητας να επιβληθούν μέτρα στην παρούσα υπόθεση. Για το σκοπό αυτό, εξετάστηκαν τόσο η επίπτωση των ενδεχόμενων μέτρων σε όλα τα εμπλεκόμενα στη διαδικασία μέρη, όσο και οι συνέπειες που θα είχε για τα ίδια αυτά μέρη η μη λήψη μέτρων. (73) Για να διαμορφωθεί μια τέτοια εκτίμηση, σύμφωνα με το βασικό κανονισμό, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη εξάλειψης των επιπτώσεων στρέβλωσης των συναλλαγών που έχει το ζημιογόνο ντάμπινγκ και αποκατάστασης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. 2. Το συμφέρον του κοινοτικού κλάδου (74) Θα πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνησθεί ότι ο κοινοτικός κλάδος σολομού Ατλαντικού εκτροφής, έχει ήδη υποστεί μακρά διαδρομή πρακτικής ντάμπινγκ, που καταλογίζεται στις νορβηγικές εξαγωγές. (75) Το ζημιογόνο ντάμπινγκ είχε διαπιστωθεί ήδη από το 1991 [απόφαση της Επιτροπής 91/142/ΕΟΚ (4)], όταν αποφασίστηκε από την Επιτροπή, παρά τα θετικά πορίσματα τόσο για το ντάμπινγκ όσο και για τη ζημία, ότι δεν έπρεπε να επιβληθούν μέτρα, με το σκεπτικό ότι οι νορβηγικές αρχές είχαν λάβει μέτρα σε εθνικό επίπεδο, πράγμα το οποίο, όπως εκτιμάτο θα σταθεροποιούσε την αγορά. (76) Στη συνέχεια, η Επιτροπή όρισε, σε διάφορες περιπτώσεις στη διάρκεια των τελευταίων ετών, κατώτατες τιμές εισαγωγής (ΚΤΕ) (το Νοέμβριο 1993, το Φεβρουάριο 1994, το Μάρτιο 1994) και τελευταία στο διάστημα από 16 Δεκεμβρίου 1995 έως 13 Ιουνίου 1996, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2907/95 (5). Οι ΚΤΕ δικαιολογούντο από το γεγονός ότι ο όγκος και οι τιμές των εισαγωγών προκαλούσαν ή απειλούσαν να προκαλέσουν διαταραχές στην αγορά, με αποτέλεσμα σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές δυσχέρειες, και απαιτούσαν τη λήψη άμεσων μέτρων. Σε αντιδιαστολή προς τα μέτρα αντιντάμπινγκ ή τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα μέτρα αυτά δεν απαιτούσαν την εξακρίβωση ότι η ενδιαφερόμενη εξάγουσα χώρα είχε εμπλακεί σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Τα μέτρα αυτά απέτυχαν ως προς τα αναμενόμενα αποτελέσματά τους. (77) Ενόψει των ανωτέρω, γίνεται η σκέψη ότι εφόσον δεν ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα με σκοπό τη διόρθωση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων των νορβηγικών εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ και επιδοτήσεων, η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου θα εξακολουθήσει να επιδεινώνεται σε σημείο που, τελικά, να τεθεί σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξή του. (78) Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι ο κοινοτικός κλάδος εκτροφής σολομού Ατλαντικού αποτελείται κατά κύριο λόγο από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, εγκατεστημένες σε αγροτικές και ως επί το πλείστον λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες της Κοινότητας (περιφέρειες του στόχου 1), όπου η οικονομική δραστηριότητα είναι άτονη. Όπως προαναφέρθηκε, ο κοινοτικός κλάδος έχει διαρκώς βελτιώσει την παραγωγικότητά του, πράγμα για το οποίο συνεπώς δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Στη διάρκεια της αναδιάρθρωσης που έλαβε χώρα, ορισμένος αριθμός μικρών εκτροφείων έχει εξαγορασθεί από παραγωγούς που αποτελούν μέρος ευρύτερων ομίλων. Εάν δεν ληφθούν μέτρα, πέρα από το σοβαρό ενδεχόμενο περαιτέρω μειώσεως του αριθμού των ανταγωνιστών στην αγορά, υπάρχει επίσης κάλλιστα το ενδεχόμενο οι επενδύσεις για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και η αναδιάρθρωση να μην έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. 3. Το συμφέρον των άλλων κοινοτικών κλάδων (79) Ορισμένος αριθμός κατάντη χρηστών των προϊόντων, όπως τα καπνιστήρια και οι χονδρέμποροι σολομού Ατλαντικού εκτροφής, ισχυρίστηκαν ότι η επιβολή μέτρων στις εισαγωγές νορβηγικού σολομού Ατλαντικού εκτροφής, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις δραστηριότητές τους. Οι χρήστες αυτοί πρόβαλαν το επιχείρημα ότι εάν τα μέτρα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγόμενων από τη Νορβηγία ποσοτήτων σολομού Ατλαντικού εκτροφής, δεν θα υπήρχαν εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού. Οι ίδιοι χρήστες ισχυρίστηκαν ότι αν οι εισαγωγές σολομού εκτροφής από τη Νορβηγία καθίσταντο ακριβότερες, θα ήταν υποχρεωμένοι να μετακυλήσουν το πρόσθετο κόστος στον τελικό καταναλωτή, ο οποίος θα στρεφόταν τότε προς άλλα προϊόντα. Διατυπώθηκε επίσης το επιχείρημα ότι η επιβολή δασμού στον μη επεξεργασμένο σολομό Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας θα μπορούσε να οδηγήσει στην επέκταση του νορβηγικού κλάδου επεξεργασίας σολομού Ατλαντικού εκτροφής, εις βάρος της κοινοτικής βιομηχανίας επεξεργασίας του προϊόντος. (80) Θα πρέπει, κατ' αρχάς, να επισημανθεί ότι από την έρευνα απεδείχθη ότι ο κοινοτικός κλάδος έχει την ικανότητα να αυξήσει την παραγωγή του και θα το έπραττε αναμφισβήτητα εάν υπήρχε η δυνατότητα να επιτύχει κάποια εύλογη απόδοση. Περαιτέρω, σε περίπτωση που τα προτεινόμενα μέρη κατέληγαν σε μείωση των ποσοτήτων σολομού Ατλαντικού εκτροφής εισαγόμενου από τη Νορβηγία, θα ήταν άμεσα διαθέσιμες εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, δηλαδή: η Χιλή, ο Καναδάς, η Ισλανδία και οι Φερόες Νήσοι. (81) Όσον αφορά την πολιτική τιμολόγησης που ενδεχομένως να υιοθετηθεί από τους κοινοτικούς παραγωγούς μετά την επιβολή των μέτρων, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι οποιαδήποτε αύξηση των τιμών των κοινοτικών παραγωγών αναγκαστικά θα περιορίζεται στο μέτρο εκείνο που είναι αυστηρά αναγκαίο για τους ίδιους ώστε να επιτυγχάνουν μία περισσότερο λογική απόδοση. Εάν οι κοινοτικοί παραγωγοί ανέβαζαν μαζικά τις τιμές τους είναι, πράγματι, περισσότερο από πιθανό ότι άλλες χώρες εξαγωγής θα κατακτούσαν σημαντικότερο μερίδιο της κοινοτικής αγοράς. Επιπλέον, οι όποιες τέτοιες αυξήσεις των τιμών από πλευράς του κοινοτικού κλάδου θα περιορίζονταν υποχρεωτικά από έναν άλλον παράγοντα, δηλαδή από τη διάθεση στον καταναλωτή της μεγάλης ιριδίζουσας πέστροφας που είναι προϊόν σχετικά ομοειδές και ως εκ τούτου, υποκατάστατο του σολομού. Το προϊόν αυτό διατίθεται στην Κοινότητα σε ελαφρώς χαμηλότερη τιμή και έχει επίσης επηρεασθεί αρνητικά από την αύξηση των εισαγωγών με ντάμπινγκ σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας. (82) Όσον αφορά το ενδεχόμενο να θιγεί ο κοινοτικός κλάδος επεξεργασίας από τον ανταγωνισμό των μεταποιημένων προϊόντων από τη Νορβηγία, οι δασμοί αντιντάμπινγκ και οι αντισταθμιστικοί δασμοί θα επιβάλλονται στην πρώτη ύλη που αντιπροσωπεύει ένα μέρος μόνον του κόστους του μεταποιημένου προϊόντος. Η περιορισμένη επίπτωση των σχεδιαζόμενων δασμών συνεπώς δεν θα είναι επαρκής για να δικαιολογήσει τη μείωση των εργασιών επεξεργασίας στην Κοινότητα. Τέλος, τα περισσότερα καπνιστήρια στην Κοινότητα επεξεργάζονται επίσης και εμπορεύονται σολομό που παράγεται στην Κοινότητα καθώς και άλλα προϊόντα και συνεπώς δεν είναι πλήρως εξαρτημένα από το σολομό που εισάγεται από τη Νορβηγία. (83) Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι με σκοπό να αξιολογηθεί η πιθανή επίπτωση των μέτρων στις μονάδες επεξεργασίας της Κοινότητας, η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια σε όλες τις εταιρείες οι οποίες ήταν μέλη των τριών ενώσεων εμπορίας και μεταποίησης, οι οποίοι είχαν αναγγελθεί και είχαν ζητήσει ακρόαση. (84) Συνολικά, εστάλησαν 93 ερωτηματολόγια, αλλά παρελήφθη μόνον μία πλήρης και εξακριβώσιμη απάντηση, πράγμα που έκανε έτσι αδύνατη την αξιολόγηση, πάνω σε αντιπροσωπευτική βάση, της ενδεχόμενης επίπτωσης που θα είχε η επιβολή μέτρων στον κοινοτικό κλάδο εμπορίας ή μεταποίησης σολομού Ατλαντικού εκτροφής. (85) Πάντως, από τα μέχρι τώρα ληφθέντα πληροφοριακά στοιχεία απεδείχθη ότι, όσον αφορά τον καπνιστό σολομό, το κόστος της πρώτης ύλης, δηλαδή ο σολομός Ατλαντικού εκτροφής, αντιπροσωπεύει το 45 % περίπου του συνολικού κόστους παραγωγής καπνιστού σολομού. Έτσι, εάν το κόστος της πρώτης ύλης αυξανόταν, για παράδειγμα, κατά 10 %, τούτο θα συνεπαγόταν αύξηση του κόστους παραγωγής καπνιστού σολομού κατά 4,5 % μόνον. (86) Επιπλέον, τα πληροφοριακά στοιχεία που ελήφθησαν από διάφορες αξιόπιστες πηγές φαίνεται να δεικνύουν ότι η κατάσταση κοινοτικών μονάδων επεξεργασίας ποικίλει αρκετά. Υπάρχουν αφενός εταιρείες οι οποίες παράγουν έτοιμα γεύματα και οι οποίες ανήκουν σε μεγάλους ομίλους. Στο μέτρο που το κόστος της πρώτης ύλης, δηλαδή του ψαριού, περιορίζεται σε μικρό ποσοστό του κόστους του τελικού προϊόντος, οι εταιρείες αυτές κατά πάσα πιθανότητα δεν θα επηρεαστούν σημαντικά από τα παρόντα μέτρα. Αφετέρου, υπάρχει ορισμένος αριθμός εταιρειών οι οποίες παράγουν καπνιστό ή παστό σολομό και οι οποίες εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από την τιμή της πρώτης ύλης. Οι εταιρείες αυτές θα πρέπει μάλλον να μετακυλήσουν μέρος του επιπλέον κόστους στο επόμενο στάδιο εμπορίας. Όπως προαναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη (85), η αύξηση του κόστους θα είναι περιορισμένου χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, οι μέχρι τώρα ληφθείσες πληροφορίες φαίνεται να υποδεικνύουν ότι μόνο στην περίπτωση αυξήσεων των τιμών πέραν του 20 % θα υπήρχε κίνδυνος να στραφούν οι καταναλωτές προς άλλα προϊόντα. 4. Το συμφέρον των εισαγωγέων (87) Ορισμένος αριθμός εισαγωγέων πρόβαλαν με γενικότερους όρους, το επιχείρημα ότι οποιαδήποτε επιβολή προστατευτικών μέτρων θα τους επηρέαζε αρνητικά. (88) Όπως έχει καταδειχτεί πιο πάνω, αναμένεται ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα, ενώ θα επιτρέψουν στον κοινοτικό κλάδο να ανακάμψει από τα ζημιογόνα αποτελέσματα του ντάμπινγκ, δεν πρόκειται ούτε να θίξουν τη δυνατότητα των εισαγωγέων να αγοράζουν σολομό από τη Νορβηγία ή από άλλες πηγές, ούτε θα συνεπάγονται αυξήσεις τιμών πέραν του ορίου εκείνου που είναι αναγκαίο για τον κοινοτικό κλάδο ώστε να είναι σε θέση να επανέλθει σε κατάσταση λογικής κερδοφορίας. 5. Συμφέρον των καταναλωτών (89) Οι εκπρόσωποι των καταναλωτών (BEUC) πρόβαλαν το επιχείρημα ότι τα προστατευτικά μέτρα δεν θα είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών εντός της Κοινότητας, δεδομένου ότι θα έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των διατιθέμενων προς πώληση προϊόντων ή/και αυξήσεις των τιμών στον καταναλωτή. (90) Όπως απεδείχθη πιο πάνω, η ύπαρξη εναλλακτικών πηγών εφοδιασμού, η ύπαρξη διαθέσιμων υποκατάστατων προϊόντων, τείνουν να καταδείξουν ότι οι όποιες επιπτώσεις στον τελικό καταναλωτή θα είναι ελάχιστες. Επιπλέον, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι οποιοσδήποτε δασμός επιβληθεί θα εισπραχθεί επί της τιμής εισαγωγής cif. Επίσης, οι όποιες επιπτώσεις στις τιμές λιανικής θα είναι για το λόγο αυτό σημαντικά μειωμένες. Θα πρέπει επιπλέον να σημειωθεί ότι η μέση ετήσια κατανάλωση σολομού στην Κοινότητα υπολογίζεται σε 0,8 κιλά κατά κεφαλή, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι συνολικές επιπτώσεις στους καταναλωτές θα είναι ελάχιστες. 6. Συμπέρασμα (91) Αφού εξετάστηκαν προσεκτικά όλες οι ανωτέρω πτυχές, συνήχθη το συμπέρασμα ότι είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να επιβληθούν μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας, καθώς δεν υπάρχουν αποχρώντες λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιβολή τέτοιων μέτρων δεν είναι προς το κοινοτικό συμφέρον. Η. ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ 1. Ύψος των μέτρων αντιντάμπινγκ (92) Σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του βασικού κανονισμού, εξετάσθηκε το κατά πόσον τα μέτρα θα έπρεπε να είναι κατώτερα των διαπιστωθέντων περιθωρίων ντάμπινγκ, εφόσον τέτοια χαμηλότερα μέτρα θα ήταν επαρκή για την άρση της ζημίας που προκαλείται στον κοινοτικό κλάδο. (93) Από την άποψη αυτή, κρίνεται ότι τα όποια μέτρα επιβληθούν θα πρέπει να παρέχουν στον κοινοτικό κλάδο τη δυνατότητα να επιτυγχάνει τιμές οι οποίες θα διαμορφώνονταν ελλείψει των εισαγωγών με ντάμπινγκ. Απουσία οποιωνδήποτε αντίθετων πληροφοριών, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τέτοιες τιμές θα κάλυπταν το κόστος παραγωγής του κλάδου αυτού και κάποιο λογικό κέρδος. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να αυξηθούν ανάλογα οι τιμές των εισαγωγών. (94) Για τους σκοπούς υπολογισμού της αναγκαίας αύξησης των τιμών, συγκρίθηκαν οι τιμές των εισαγωγών με ντάμπινγκ προς τις τιμές πώλησης, που αντανακλούν το κόστος παραγωγής του κοινοτικού κλάδου, προσαυξημένες κατά ένα λογικό ποσοστό κέρδους. Από την άποψη αυτή, ένα περιθώριο κέρδους ύψους 15 % θεωρήθηκε ότι αποτελεί το ελάχιστο επίπεδου κέρδους που είναι απαραίτητο για τη βιωσιμότητα του τομέα αυτού. Για τον προσδιορισμό του εν λόγω επιπέδου κέρδους, ελήφθησαν υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες: ο κλάδος εκτροφής σολομού είναι ένας παραγωγικός κλάδος που χαρακτηρίζεται από υψηλό κίνδυνο δεδομένων, μεταξύ άλλων, της μεγάλης διάρκειας της διαδικασίας παραγωγής (18-24 μήνες) 7 του κινδύνου νόσων, των αρπακτικών και των κακών καιρικών συνθηκών που πλήττουν συχνά το συγκεκριμένο κλάδο 7 της αδυναμίας πρόβλεψης των τιμών ενός προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο εμπορευματικών συναλλαγών 7 της εξαιρετικά βραχείας διάρκειας προσφοράς του προϊόντος το ράφι για τον καταναλωτή. Απεδείχθη επίσης ότι ένα επαρκές περιθώριο κέρδους ήταν αναγκαίο ώστε οι κοινοτικοί παραγωγοί να μπορούν να διαθέτουν χρηματοδότηση, πράγμα που είναι ιδιαίτερα καίριας σημασίας για τον κλάδο αυτό, ώστε να είναι σε θέση να παραμένει ανταγωνιστικός σε μία ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενη αγορά. (95) Βάσει των ανωτέρω, οι εξαγωγικές τιμές για τους συγκεκριμένους τύπους προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό του ποσοστού προσφοράς χαμηλοτέρων τιμών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 43) συγκρίθηκαν, όσον αφορά την περίοδο της έρευνας, στο επίπεδο τιμής ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα μετά από προσαρμογή, όπου χρειαζόταν, για μεταφορικά, τελωνειακούς δασμούς και δαπάνες μετά την εισαγωγή, με τις μέσες σταθμισμένες τιμές πωλήσεως που χρέωναν οι επιλεγμένοι ενδιαφερόμενοι κοινοτικοί παραγωγοί, αυξημένες, όπου ήταν ενδεδειγμένο, με τρόπο που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής προσαυξημένο κατά το προαναφερόμενο περιθώριο κέρδους 15 %. Ύψος των δασμών (96) Χρειάστηκε στην υπόθεση αυτή να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι είχε επίσης εγκριθεί από το Συμβούλιο η επιβολή υπολοίπου αντισταθμιστικού δασμού, ύψους 3,8 %. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, κανένα προϊόν δεν υπόκειται ταυτόχρονα σε δασμό αντιντάμπινγκ και σε αντισταθμιστικό δασμό όταν επιδιώκεται η αντιμετώπιση μιας και της αυτής καταστάσεως που προκύπτει από το ντάμπινγκ ή από την επιδότηση εξαγωγών. Στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώθηκε ότι ήταν δυνατόν να επιβληθούν και τα δύο είδη δασμών. Ο λόγος γι' αυτό ήταν ότι καμία από τις αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις της υποθέσεως αυτής δεν ήταν εξαγωγική επιδότηση και, συνεπώς, δεν είχαν επιπτώσεις στο περιθώριο του ντάμπινγκ. Οι επιδοτήσεις είχαν τα ίδια αποτελέσματα στην κανονική αξία και στην τιμή εξαγωγής και, ελλείψει επιδοτήσεων, το περιθώριο ντάμπινγκ θα είχε παραμείνει το ίδιο. Εντούτοις, καθώς στην υπόθεση αυτή διαπιστώθηκε ότι η ζημία προέκυπτε τόσο από το ντάμπινγκ όσο και από τις επιδοτήσεις, το συνολικό ύψος και των δύο δασμών δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό εκείνο που είναι αναγκαίο για την άρση της ζημίας αυτής. (97) Το διαπιστωθέν για καθένα από τους ερευνηθέντες εξαγωγείς περιθώριο ντάμπινγκ συγκρίθηκε, κατά συνέπεια, με το ποσό της ζημίας το οποίο δεν είχε ήδη εξαλειφθεί με την επιβολή αντισταθμιστικού δασμού, ήτοι το αντίστοιχο επίπεδο εξάλειψης της ζημίας μειώθηκε κατά 3,8 %. Το επίπεδο του εφαρμοστέου σε όλους τους νορβηγούς εξαγωγείς εκτός δείγματος δασμού αντιντάμπινγκ καθορίστηκε με παρόμοιο τρόπο, με τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου όρου του χαμηλότερου από τα περιθώρια ντάμπινγκ και των επιπέδων εξάλειψης της ζημίας, μειωμένων κατά τον αντίστοιχο αντισταθμιστικό δασμό, για καθεμία εταιρεία χωριστά. (98) Όσον αφορά τους δύο εξαγωγείς, οι οποίοι, όπως διαπιστώθηκε, προέβαιναν σε έντονες αλλαγές στον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών στο διάστημα αμέσως πριν τα Χριστούγενα (βλέπε αιτιολογική σκέψη 26), το επίπεδο εξάλειψης της ζημίας υπολογίστηκε με αναφορά στις τιμές μεμονωμένων εξαγωγικών συναλλαγών τους στην Κοινότητα. Όσον αφορά τους υπόλοιπους τέσσερις, το επίπεδο εξάλειψης της ζημίας υπολογίστηκε με αναφορά στις σταθμισμένες μέσες εξαγωγικές τιμές. (99) Όσον αφορά τρεις εξαγωγείς περιλαμβανόμενους στο δείγμα, το επίπεδο εξάλειψης της ζημίας ήταν χαμηλότερο από το περιθώριο ντάμπινγκ και οποιαδήποτε μέτρα αντιντάμπινγκ απέναντί τους θα έπρεπε να βασίζονται στο πρώτο επίπεδο. Όσον αφορά τους άλλους, τα μέτρα θα πρέπει να βασίζονται στο περιθώριο ντάμπινγκ. 2. Αναλήψεις υποχρεώσεων (100) Όπως προαναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 7, οι νορβηγοί εξαγωγείς του παραρτήματος προσφέρθηκαν να αναλάβουν δεσμεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 8 του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τις εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα. (101) Ο νορβηγός εξαγωγέας Saga Lax Norge A/S δεν παρέσχε κατά την έναρξη της έρευνας τις αναγκαίες πληροφορίες που θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να προβεί σε χωριστά πορίσματα για την εταιρεία αυτή όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη ζημία. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η Saga Lax Norge A/S είναι συνδεδεμένη με αρκετές εταιρείες της Νορβηγίας, οι οποίες συνεργάστηκαν πλήρως κατά την έρευνα. Σ' αυτές περιλαμβάνονται μία από τις επιλεγείσες στο δείγμα των εξαγωγέων εταιρείες, η Timar Seafood A/S, για την οποία κατέστη δυνατόν, συνεπώς, να διατυπωθούν εξατομικευμένα πορίσματα όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη ζημία. Σχετικά με το επίπεδο του υπολοίπου δασμού, αυτό ορίστηκε με αναφορά στα πορίσματα που διατυπώθηκαν σε σχέση με την Timar Seafood A/S. Ως προς το κατά πόσον η Saga Lax Norge A/S και οι συνδεδεμένες με αυτήν εταιρείες έπρεπε να υπαχθούν στο δασμό αυτό χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να προσφερθούν να αναλάβουν υποχρέωση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στη διάρκεια σημαντικού μέρους της περιόδου της έρευνας, αρκετές συνδεδεμένες εταιρείες, περιλαμβανομένης της Timar Seafood A/S, δεν είχαν σχέση με τη Saga Lax Norge A/S και, κατά συνέπεια, δεν φαίνεται ενδεδειγμένο να στερηθούν του οφέλους που δικαιούνται από τη συνεργασία τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, διατυπώνεται η σκέψη ότι δεν θα είχε καμία χρησιμότητα η άρνηση να ληφθεί υπόψη η προσφορά εκ μέρους της ίδιας της Saga Lax Norge A/S να αναλάβει κάποια υποχρέωση. Η παρακολούθηση των αναλαμβανόμενων στην παρούσα διαδικασία υποχρεώσεων θα διευκολυνθεί με τη δέσμευση την οποία ανέλαβε η νορβηγική κυβέρνηση στην παράλληλη διαδικασία αντεπιδοτήσεως και άρα, διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι όλες οι ενδιαφερόμενες εταιρείες θα πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης από την άποψη των μέτρων, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να αναλάβουν δεσμεύσεις σχετικές με τις τιμές. (102) Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις σχετικές αναλήψεις υποχρεώσεων, διαπίστωσε ότι είναι αποδεκτές, στο μέτρο που θα εξαλείφουν τα ζημιογόνα αποτελέσματα του ντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. (103) Η Επιτροπή προέβη σε διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή όσον αφορά την αποδοχή των δεσμεύσεων αυτών και δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις. Οι δεσμεύσεις τις οποίες προσφέρθηκαν να αναλάβουν οι εξαγωγείς του παραρτήματος έγιναν αποδεκτές με την απόφαση 97/634/ΕΚ (6) της Επιτροπής και, συνεπώς, η έρευνα έπρεπε να τερματιστεί χωρίς την επιβολή οριστικών δασμών στους εξαγωγείς αυτούς. 3. Οριστικοί δασμοί (104) Παρά την αποδοχή των δεσμεύσεων που προσφέρθηκε να αναλάβει ικανός αριθμός νορβηγών εξαγωγέων, θα πρέπει να επιβληθούν υπόλοιπα δασμών στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος, καταγωγής Νορβηγίας, με σκοπό να καλύπτονται όλες οι νορβηγικές εξαγωγές του προϊόντος αυτού στην Κοινότητα και επίσης για να ενισχυθεί ο χαρακτήρας των αναληφθεισών υποχρεώσεων, με την αποθάρρυνση της καταστρατήγησής τους. Επιπλέον, θα πρέπει να προσδιοριστεί το επίπεδο του δασμού που θα επιβάλλεται σε περίπτωση αθέτησης ή απόσυρσης από τις αναληφθείσες υποχρεώσεις. α) Μορφή του δασμού (105) Αφού εξετάστηκαν τα διάφορα είδη δασμών τα οποία θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση, προέκυψε το συμπέρασμα ότι ο πλέον ενδεδειγμένος θα ήταν ένας εξατομικευμένος δασμός, υπό τον τύπο ενός σταθερού ποσού σε Ecu ανά kg. Ένας τέτοιος δασμός φαίνεται να είναι εξαιρετικά κατάλληλος όσον αφορά το υπό εξέταση προϊόν και δεν μπορεί να υπάρξει διαφυγή από αυτόν με ανακριβή δήλωση της τιμής στα κοινοτικά σύνορα. Καθώς οι συναλλαγές που αφορούν το σολομό Ατλαντικού εκτροφής είναι ως επί το πλείστον εμπορευματικές και η τιμή του εμπορεύματος αυτού δεν μπορεί να κυμαίνεται σε σημαντικό βαθμό ανάλογα με το μέγεθος, την εμφάνιση ή την ποιότητα, και καθώς ο κύριος όγκος των νορβηγικών εξαγωγών στην Κοινότητα αποτελείται από καθαρισμένο σολομό νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη, η προσέγγιση αυτή φαίνεται να είναι επαρκής. (106) Η εφαρμογή ενός εξατομικευμένου δασμού δικαιολογείται επίσης, στην υπόθεση αυτή, από το γεγονός ότι οι δηλούμενες κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα αξίες δεν φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με συνέπεια προς τις τιμές που πράγματι χρεώνουν οι νορβηγοί εξαγωγείς στους ανεξάρτητους πελάτες τους στην ΕΚ. β) Ποσά των δασμών (107) Ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ, που θα επιβάλλεται στις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, τον οποίο εξάγουν εταιρείες που δεν προσφέρθηκαν να αναλάβουν οποιαδήποτε δέσμευση και που θα επιβάλλεται επίσης σε περίπτωση αθέτησης ή απόσυρσης από υποχρεώσεις που ανέλαβε οποιοδήποτε μέρος μη ειδικά κατονομαζόμενο πιο κάτω, ανέρχεται σε 0,32 Ecu ανά kg καθαρού βάρους του προϊόντος. Οι εξαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, που διενεργούνται από τις ακόλουθες εταιρείες, οι οποίες όλες συμφώνησαν την από πλευράς τους ανάληψη υποχρεώσεων θα υπόκεινται στα ακόλουθα ποσοστά δασμών σε περίπτωση αθέτησης ή απόσυρσης από τις αναληφθείσες υποχρεώσεις: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> γ) Εφαρμογή και διαχείριση των δασμών (108) Με σκοπό να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των δασμών, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να τροποποιεί με κανονισμό, μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή, το παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνονται κατ' εξαίρεση μέτρα έναντι εξαγωγέων και όχι έναντι παραγωγών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 12 και επόμενες) καθώς οι εξαγωγικές εταιρείες του κλάδου δεν ασκούν, γενικότερα, παραγωγικές δραστηριότητες. Τούτο διευκολύνει τη δυνατότητα εισόδου στον κλάδο εξαγωγής σολομού. Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται η πιθανότητα να εμφανισθεί σημαντικός αριθμός νέων νορβηγών εξαγωγέων προς την Κοινότητα. Συνεπώς, για τους σκοπούς της ορθής διαχείρισης, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να διευρύνει την απαλλαγή από την πληρωμή δασμών ώστε αυτή να περιλαμβάνει όλους τους νέους εξαγωγείς που προσφέρουν αποδεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 1. α) Με τον παρόντα κανονισμό επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής (άλλων πέραν του άγριου) που εμπίπτουν στους κωδικούς ΣΟ ex 0302 12 00 (κωδικός Taric: 0302 12 00 19), ex 0304 10 13 (κωδικός Taric: 0304 10 13 19), ex 0303 22 00 (κωδικός Taric: 0303 22 00 19) και ex 0304 20 13 (κωδικός Taric: 0304 20 13 19) καταγωγής Νορβηγίας. β) Ο δασμός αυτός δεν θα εφαρμόζεται στον άγριο σολομό Αλταντικού (κωδικοί Taric: 0302 12 00 11, 0304 10 13 11, 0303 22 00 11, 0304 20 13 11). Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως άγριος σολομός Ατλαντικού ορίζεται αυτός ως προς τον οποίο οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εκφόρτωσης αναγνωρίζουν, βασιζόμενες στα διάφορα έγγραφα εκτελωνισμού και μεταφοράς που οφείλουν να υποβάλουν τα ενδιαφερόμενα μέρη, ότι αλιεύτηκε στη θάλασσα. 2. Το ποσοστό του επιβαλλόμενου δασμού ανέρχεται σε 0,32 Ecu/kg καθαρού βάρους προϊόντος (πρόσθετος κωδικός Taric 8900), με εξαίρεση τις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, που εξάγεται από τις εταιρείες του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού, οι οποίες απαλλάσσονται από την καταβολή δασμών. 3. Εκτός αν άλλως ορίζεται, εφαρμόζονται οι ισχύουσες δασμολογικές διατάξεις. Άρθρο 2 Στις περιπτώσεις που κάποιος νέος εξαγωγέας της εν λόγω εξάγουσας χώρας παρέχει στην Επιτροπή επαρκείς αποδείξεις για το γεγονός ότι δεν εξήγαγε τα περιγραφόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 προϊόντα στη διάρκεια της περιόδου έρευνας, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή, δύναται να τροποποιεί με κανονισμό, όπου είναι ενδεδειγμένο, το παράρτημα του παρόντος κανονισμού, με σκοπό να περιλαμβάνεται ο νέος εξαγωγέας στην απαλλαγή από την πληρωμή των δασμών. Άρθρο 3 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 26 Σεπτεμβρίου 1997. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος J. POOS (1) ΕΕ L 56 της 6. 3. 1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2331/96 (ΕΕ L 317 της 6. 12. 1996, σ. 1). (2) ΕΕ C 253 της 31. 8. 1996, σ. 18. (3) ΕΕ C 253 της 31. 8. 1996, σ. 20. (4) ΕΕ L 69 της 16. 3. 1991, σ. 32-37. (5) ΕΕ L 304 της 16. 12. 1995, σ. 38-39. (6) Βλέπε σελίδα 81 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Δήλωση του Συμβουλίου Το Συμβούλιο δηλώνει ότι, στις περιπτώσεις του άρθρου 8 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 που αφορούν την παραβίαση ή ανάκληση ανάληψης υποχρεώσεων από εξαγωγέα, θα εξετάζει, με σκοπό την ταχύτερη δυνατή έκδοσή της, με γραπτή διαδικασία, πρόταση την οποία θα υποβάλει η Επιτροπή μετά από συνεννόηση με τη συμβουλευτική επιτροπή, για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού, με σκοπό να στερήσει τον εν λόγω εξαγωγέα του ευεργετήματος της απαλλαγής από το δασμό.