31997D0807

97/807/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 1997 σχετικά με ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στην αεροναυπηγική εταιρεία Construcciones Aeronαuticas, SA (Casa) (Το κείμενο στην ισπανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 331 της 03/12/1997 σ. 0010 - 0017


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 30ής Απριλίου 1997 σχετικά με ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στην αεροναυπηγική εταιρεία Construcciones Aeronαuticas, SA (Casa) (Το κείμενο στην ισπανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (97/807/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα άλλα κράτη μέλη και τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, βάσει των προαναφερθέντων άρθρων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ι

Η ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία

Η παρούσα απόφαση αφορά ενίσχυση ύψους 7 210 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών που χορηγήθηκε στην εταιρεία Construcciones Aeronαuticas, SA (στο εξής Casa), μεταξύ των ετών 1991 και 1993 για το πρόγραμμα Casa-3000, σχέδιο ανάπτυξης ενός στροβιλοκίνητου ελικοφόρου αεροσκάφους χωρητικότητας 70 έως 80 θέσεων.

Το σχέδιο διεκόπη το 1994, παρότι αρχικά προβλεπόταν ότι θα διαρκούσε μέχρι το 1998.

ΙΙ

Η απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1994

Με επιστολή της 20ής Οκτωβρίου 1994, η Επιτροπή ενημέρωσε τις ισπανικές αρχές σχετικά με την απόφασή της της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 (1) να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης σχετικά με κρατική ενίσχυση ύψους 32 897 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών (209 εκατομμύρια Ecu περίπου) που χορηγήθηκε στην Casa. Η εν λόγω απόφαση περιείχε την περιγραφή του σχεδίου, της οικονομικής παρέμβασης του ισπανικού κράτους υπέρ του σχεδίου και αποσαφήνιζε τους λόγους που οδήγησαν στην κίνηση της διαδικασίας.

Προκειμένου να διερευνήσει η κρατική παρέμβαση, η Επιτροπή ζήτησε με επιστολή της 17ης Φεβρουαρίου 1992 πληροφορίες από τις ισπανικές αρχές (απάντηση των ισπανικών αρχών της 7ης Απριλίου 1992). Με επιστολές της 26ης Μαΐου 1992 (απάντηση της 7ης Ιουλίου 1992) και της 12ης Οκτωβρίου 1992 (απάντηση της 6ης Νοεμβρίου 1992) ζητήθηκαν περαιτέρω στοιχεία.

Εν συνεχεία, στις 8 Ιουλίου 1993, έλαβε χώρα συνεδρίαση μεταξύ της Επιτροπής και των ισπανικών αρχών. Συμπληρωματικές διευκρινίσεις ζητήθηκαν στις 12 Αυγούστου 1993 (απάντηση της 13ης Σεπτεμβρίου 1993), στις 6 Οκτωβρίου 1993 (απάντηση της 29ης Οκτωβρίου 1993) ενώ ελήφθη μία ακόμη επιστολή εκ μέρους των ισπανικών αρχών με ημερομηνία 4 Αυγούστου 1994.

Οι παρασχεθείσες πληροφορίες, τα κύρια στοιχεία των οποίων παρουσιάστηκαν κατά την κίνηση της διαδικασίας, φανέρωναν ότι, στις 27 Δεκεμβρίου 1991, η Casa και το τότε Υπουργείο Βιομηχανίας, Εμπορίου και Τουρισμού υπέγραψαν σύμφωνο συνεργασίας όσον αφορά το σχέδιο Casa-3000, στόχος του οποίου ήταν η ανάπτυξη ενός στροβιλοκίνητου ελικοφόρου αεροσκάφους χωρητικότητας 70 έως 80 θέσεων.

Η Casa δραστηριοποιείται στον αεροναυπηγικό τομέα και ασχολείται με το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την κατασκευή, τη συναρμολόγηση και την πιστοποίηση πολιτικών και στρατιωτικών αεροσκαφών. Επίσης, συνεργάζεται, ως συνεταίρος ή υπεργολάβος, με τους μεγαλύτερους κατασκευαστές αεροσκαφών στον κόσμο κατά το σχεδιασμό, την κατασκευή και την πιστοποίηση αεροσκαφών, ιδίως στοιχείων μεγάλων διαστάσεων που κατασκευάζονται με μη μεταλλικά υλικά, συστατικών μερών δορυφόρων και δομών για συστήματα εκτόξευσης. Ασχολείται επίσης με τη συντήρηση αεροσκαφών για τις ένοπλες δυνάμεις της Ισπανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Στις σημαντικές δραστηριότητες της Casa περιλαμβάνονται επίσης η συμμετοχή στο πρόγραμμα του δορυφόρου Ariane, στην κοινοπραξία της Airbus και στο σχέδιο Eurofighter.

Η συμφωνία της 27ης Δεκεμβρίου 1991, μετά την έγκριση του υπουργικού συμβουλίου κατά τη συνεδρίασή του της 20ής Δεκεμβρίου 1991, προέβλεπε τη χορήγηση αποπληρωτέων δανείων για τη χρηματοδότηση των φάσεων σκοπιμότητας, καθορισμού και ανάπτυξης του προγράμματος Casa-3000 για ποσό ύψους 32 897 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών, το οποίο θα καταβαλλόταν σε ετήσιες δόσεις κατά τη διάρκεια ανάπτυξης του αεροσκάφους μεταξύ των ετών 1991 και 1997. Το ποσό του δανείου ορίστηκε προκειμένου να καλύψει το 70 % του κόστους ανάπτυξης του σχεδίου.

Η μελέτη σκοπιμότητας και ο καθορισμός του αεροσκάφους διεξήχθησαν κατά το 1991, το 1992 και κατά το πρώτο τρίμηνο του 1993, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρξε καθυστέρηση τριών μηνών σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα που προβλεπόταν στη συμφωνία. Η πρώτη φάση του σχεδίου περιελάμβανε τον προσδιορισμό του προϊόντος και των συστατικών του μερών, τη δοκιμή των στοιχείων ζωτικής σημασίας, (κυρίως αεροδυναμικής και δοκιμών σε αεροσήραγγα), την αναζήτηση βιομηχανικών υπεργολάβων και πελατών για τη διακίνηση του αεροσκάφους.

Στο άρθρο 3, η συμφωνία προέβλεπε τη δυνατότητα αναθεώρησης κατά τη λήξη της φάσης σκοπιμότητας και καθορισμού, ούτως ώστε να παρέχεται στην κυβέρνηση η δυνατότητα να αποφασίσει βάσει των αποτελεσμάτων της μελέτης, αν θα εξακολουθήσει ή όχι να στηρίζει το σχέδιο. Σε περίπτωση συνέχισης του σχεδίου, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εγκρίνει, μέσω της αναθεώρησης αυτής, μια πιο πρόσφατη εκτίμηση του κόστους και του χρονοδιαγράμματος.

Βάσει των αποτελεσμάτων της μελέτης σκοπιμότητας και των εργασιών καθορισμού, η κυβέρνηση αποφάσισε στις 7 Μαΐου 1993 να συνεχίσει το υπόλοιπο σχέδιο, δηλαδή να αρχίσει τη δεύτερη φάση, τη φάση ανάπτυξης. Για το σκοπό αυτό, την 1η Ιουνίου 1993, η Casa και το Υπουργείο Βιομηχανίας, Εμπορίου και Τουρισμού υπέγραψαν συμφωνία που συμπλήρωνε την αρχική της 27ης Δεκεμβρίου 1991, η οποία επιβεβαίωνε το συνολικό ποσό του αρχικά προβλεπόμενου δανείου δηλαδή 32 897 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες, και διατηρούσε την υποχρέωση βάσει της οποίας το δάνειο έπρεπε να καλύπτει το 70 % των δαπανών. Περιελάμβανε επίσης επαναπρογραμματισμό των δραστηριοτήτων και παρέτεινε το σχέδιο μέχρι το 1998, πράγμα που οδήγησε σε αναπροσαρμογή των ποσών των επιμέρους ετήσιων δόσεων του δανείου που έπρεπε να καταβάλουν οι ισπανικές αρχές.

Η δεύτερη φάση ξεκίνησε το 1993 και συνεχίστηκε μέχρι τη διακοπή του σχεδίου το 1994, πράγμα που πρέπει να εκληφθεί ως τεχνική αποτυχία του σχεδίου.

Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, αναφερόταν ότι το δάνειο των 32 897 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών αντιστοιχούσε σε χρηματοδότηση κατά 44,3 % του κόστους του σχεδίου, ποσοστό που προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού ποσού του δανείου, δηλαδή 32 897 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες, διά του συνολικού κόστους του σχεδίου δηλαδή 74 263 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες (περίπου 468 εκατομμύρια Ecu), όπως αναφέρεται στην επιστολή των ισπανικών αρχών της 29ης Οκτωβρίου 1993.

Η Επιτροπή έκρινε ότι ένταση ενίσχυσης 40 % ήταν αποδεκτή σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου και, ως εκ τούτου, δεν ήγειρε αντιρρήσεις σχετικά με αρχική χρηματοδότηση κατά 40 %. Εν συνεχεία, στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 εγκρίθηκε το τμήμα της ενίσχυσης που αντιστοιχούσε στο 40 % και κινήθηκε η διαδικασία για το υπόλοιπο (4,3 %).

ΙΙΙ

Παρατηρήσεις τρίτων

Μετά την κίνηση της διαδικασίας, δύο κράτη μέλη (οι Κάτω Χώρες και η Σουηδία) και δύο ιδιωτικοί οργανισμοί υπέβαλαν παρατηρήσεις. Ορισμένες παρατηρήσεις αναφέρονταν στη μέθοδο υπολογισμού των στοιχείων που συνιστούσαν ενίσχυση τα οποία περιείχαν τα δάνεια με βάση τα δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας. Σε μία περίπτωση, ετέθη το ερώτημα αν είναι πρόσφορη η εφαρμογή αυστηρής πολιτικής ενισχύσεων στον αεροναυπηγικό τομέα, δεδομένων των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών, ενώ σε άλλη περίπτωση γινόταν επίκληση αυστηρότερης πολιτικής, ούτως ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις επιδοτήσεις.

Οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις κοινοποιήθηκαν στην Ισπανία με επιστολή της 17ης Ιουλίου 1995, στην οποία οι ισπανικές αρχές απάντησαν, επίσης γραπτώς, στις 20 Σεπτεμβρίου 1995. Οι αρχές εκδήλωσαν την επιθυμία για τη χορήγηση μεγαλύτερων ενισχύσεων προς τον αεροναυπηγικό τομέα, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του και των δυσχερειών που αντιμετωπίζει και ζήτησαν να μη μειωθούν οι ενισχύσεις πριν επιτευχθεί η αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αεροναυπηγικής βιομηχανίας.

IV

Παρατηρήσεις της ισπανικής κυβέρνησης

Μετά την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή έλαβε πρόσθετα στοιχεία εκ μέρους των ισπανικών αρχών με επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 1994. Βάσει δημοσιευμάτων του τύπου στα οποία αναφερόταν ότι το σχέδιο είχε ανασταλεί εξαιτίας των δυσμενών προοπτικών της αγοράς, η Επιτροπή, με επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 1995, ζήτησε από τις ισπανικές αρχές πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο των εργασιών του σχεδίου. Στις 22 Μαΐου 1995, απεστάλη εκ νέου επιστολή με το ίδιο αίτημα 7 ότι οι ισπανικές αρχές απάντησαν στις 15 Ιουνίου 1995 διαβεβαιώνοντας ότι δεν είχαν χορηγήσει κεφάλαια για το σχέδιο κατά το 1994 ούτε προβλεπόταν η χορήγηση κεφαλαίων για το 1995 και ότι το σχέδιο είχε πράγματι ανασταλεί.

Με επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 1995, ζητήθηκαν από τις ισπανικές αρχές περαιτέρω διευκρινίσεις, ιδίως σχετικά με την ένταση της ενίσχυσης που θεωρούσαν αποδεκτή 7 η απάντηση ελήφθη με επιστολή της 29ης Νοεμβρίου 1995. Ύστερα από συνεδρίαση που συγκλήθηκε στις Βρυξέλλες στις 24 Ιανουαρίου 1996, οι ισπανικές αρχές επιβεβαίωσαν με επιστολή της 12ης Ιουνίου 1996 την οριστική διακοπή του σχεδίου και παρείχαν στοιχεία σχετικά με το πραγματικό κόστος του σχεδίου και με τα κεφάλαια που είχε θέσει το ισπανικό κράτος στη διάθεση της Casa.

Τέλος, με επιστολή της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, η Επιτροπή ζήτησε να αποσαφηνιστούν πιο αναλυτικά οι δραστηριότητες Ε& Α της Casa καθώς και οι συναφείς δαπάνες. Η απάντηση διαβιβάστηκε με επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 1996.

V

Κρατική ενίσχυση

Ήδη πριν από την κίνηση της διαδικασίας, οι ισπανικές αρχές υποστήριζαν ότι η παρέμβασή τους δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης, δεδομένου ότι το δάνειο θα μπορούσε να εξομοιωθεί με τη χορήγηση κεφαλαίου υψηλού κινδύνου προς μια επιχείρηση [σημείο 3.2, έκτο εδάφιο της ανακοίνωσης της Επιτροπής του 1984 σχετικά με τις κρατικές κεφαλαιακές εισφορές σε δημόσιες επιχειρήσεις (2)]. Δεδομένου ότι η Casa είναι επιχείρηση του δημοσίου, η ανακοίνωση ισχύει όσον αφορά την κρατική κεφαλαιακή εισφορά προς την επιχείρηση. Το σημείο 3.2 αναφέρει ότι δεν πρόκειται περί κρατικών ενισχύσεων όταν υπάρχει συνεισφορά σε νέο κεφάλαιο σε επιχειρήσεις, αν η συνεισφορά αυτή πραγματοποιείται υπό συνθήκες που θα ήταν παραδεκτές για έναν ιδιώτη που προβαίνει σε επενδύσεις στις κανονικές συνθήκες μιας οικονομίας αγοράς. Μια από αυτές τις συνθήκες (πέμπτη περίπτωση) είναι όταν ο στρατηγικός χαρακτήρας της επένδυσης (άνοιγμα νέων αγορών, ανεφοδιασμός) είναι τέτοιος ώστε η συμμετοχή να μπορεί να εξομοιωθεί με τη συνήθη συμπεριφορά ενός επενδύοντα μολονότι η αποδοτικότητα της επένδυσης διαφέρει.

Οι ισπανικές αρχές αναφέρθηκαν περαιτέρω στο σημείο 5 της εν λόγω ανακοίνωσης της Επιτροπής: «τα κράτη μέλη έχουν εξάλλου εφαρμόσει ορισμένα είδη παρέμβασης, τα οποία, χωρίς να παρουσιάζουν στο σύνολό τους τα χαρακτηριστικά συνεισφοράς σε κεφάλαιο υπό τη μορφή απόκτησης μετοχικών μεριδίων από το δημόσιο, μοιάζουν επαρκώς για να μπορούν να εξομοιωθούν. Αυτή είναι κυρίως η περίπτωση των συνεισφορών σε κεφάλαιο υπό τη μορφή δανείων αναγκαστικά μετατρέψιμων ή δανείων των οποίων η οικονομική απόδοση εξαρτάται, τουλάχιστον μερικώς, από τα οικονομικά αποτελέσματα της επιχείρησης».

Οι ισπανικές αρχές πρόσθεσαν ότι η Casa είχε την υποχρέωση να εξοφλήσει το δάνειο, προσαυξημένο κατά τους τόκους, με το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας της Ισπανίας και ότι το δημόσιο θα αποκτούσε τα δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας που θα απέρρεαν από την ανάπτυξη του αεροσκάφους.

Αξιολόγηση

Μολονότι είναι δυνατή η εξομοίωση ενός δανείου με μια συνεισφορά κεφαλαίου, μένει να εξεταστεί αν, στην παρούσα περίπτωση, ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε συνάψει δάνειο με ανάλογες συνθήκες. Αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται στην παρούσα περίπτωση, αν ληφθούν υπόψη ο κίνδυνος και η προσδοκώμενη απόδοση του σχεδίου 7 συνεπώς, η Επιτροπή δύναται να θεωρεί ότι το δάνειο δεν αποτελεί επένδυση, αλλά κρατική ενίσχυση που πρέπει να αναλυθεί βάσει των ειδικών κανονισμών που εφαρμόζονται στις ενισχύσεις για την Ε& Α.

Όσον αφορά τον κίνδυνο που εμπεριείχε το σχέδιο, πρέπει να τονιστεί ότι, καθώς η αποπληρωμή του δανείου συνδεόταν με την εμπορική επιτυχία του αεροσκάφους (από τον αριθμό των πωλούμενων αεροσκαφών), οι πιθανότητες αποπληρωμής εμφανίζονταν μειωμένες. Οι ισπανικές αρχές σε διάφορες περιπτώσεις επιβεβαίωσαν τον υψηλό κίνδυνο που εμπεριείχε το σχέδιο (επιστολές της 7ης Απριλίου 1992, της 6ης Νοεμβρίου 1992, της 12ης Δεκεμβρίου 1994 και της 12ης Ιουνίου 1996) και εξηγούσαν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για μακροπρόθεσμο σχέδιο, για το οποίο είχε επιλεγεί η πιο σύγχρονη τεχνολογία και ότι η ζήτηση στην αγορά ήταν μειωμένη, εξέλιξη η οποία ήταν ήδη προβλέψιμη κατά την εποχή εκείνη δεδομένης της κατάστασης της αγοράς, ιδίως όσον αφορά την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.

Η αναμενόμενη αποδοτικότητα του σχεδίου είναι επίσης ένας παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Οι ισπανικές αρχές δεν παρείχαν καμία απόδειξη ότι το δάνειο θα προσέφερε αναμενόμενη απόδοση ανάλογη με τον κίνδυνο αυτό. Αντιθέτως, ο υπολογισμός των ισπανικών αρχών σχετικά με την απόδοση του δανείου εμφάνιζε, όσον αφορά το είδος του επιτοκίου και το ρυθμό εξόφλησης, απόδοση χαμηλότερη του 6 %. Το ποσοστό αυτό πρέπει να θεωρηθεί πολύ χαμηλό, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά το 1991 και 1992, το επιτόκιο μακροπρόθεσμου δανεισμού (δέκα έτη) απαλλαγμένο από κίνδυνο υπερέβαινε το 12 %. Αν προστίθετο το αντίστοιχο ασφάλιστρο κινδύνου, η απόδοση θα υπερέβαινε ασφαλώς το 20 %.

Μολονότι, στην επιστολή τους της 12ης Δεκεμβρίου 1994 οι ισπανικές αρχές υποστήριζαν ότι η ζήτηση στην αγορά είχε παρουσιάσει ανάκαμψη μετά το 1992, η ματαίωση του σχεδίου αποδεικνύει τον υψηλό κίνδυνο που παρουσίαζε.

Κατά συνέπεια, το δάνειο δεν χορηγήθηκε σε συνθήκες ανάλογες με εκείνες που ισχύουν στην ιδιωτική αγορά και, ως εκ τούτου, συνιστούσε ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1, αν ληφθεί επίσης υπόψη ότι η Casa θα επωφελείτο πιθανότατα εις βάρος άλλων ευρωπαίων κατασκευαστών του αεροναυπηγικού τομέα. Δάνεια αυτού του είδους αποτελούν το κλασικό μέσο κρατικής υποστήριξης σχεδίων Ε& Α με προοπτική μακροπρόθεσμης πραγματοποίησης και εγγενείς κινδύνους, ανεξάρτητα αν ο δικαιούχος είναι δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση.

Στην παρούσα περίπτωση, δύναται να εφαρμοστεί το κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και την ανάπτυξη του 1996 (3), το οποίο αντικατέστησε το προηγούμενο πλαίσιο Ε& Α του 1986 (4). Οι ισπανικές αρχές επικαλέστηκαν τη δυνατότητα εφαρμογής του πλαισίου του 1996 στην επιστολή τους της 12ης Ιουνίου 1996. Το κόστος του σχεδίου και η μέγιστη επιτρεπόμενη ένταση ενίσχυσης πρέπει να υπολογιστούν βάσει του πλαισίου του 1996 και της πάγιας πολιτικής της Επιτροπής. Το πλαίσιο του 1996 παρέχει τα κριτήρια που πρέπει να διέπουν τις εντάσεις ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ), βάσει του οποίου επιτρέπονται οι ενισχύσεις που προορίζονται για την υλοποίηση συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων με την προϋπόθεση να μην αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον.

Σε περίπτωση που είχε εφαρμοστεί το πλαίσιο του 1986, το αποτέλεσμα όσον αφορά την ένταση της αποδεκτής ενίσχυσης θα ήταν το ίδιο με εκείνο που προκύπτει από την εφαρμογή του πλαισίου του 1996.

VI

Κόστος του σχεδίου

Το συνολικό κόστος του σχεδίου ανέρχεται σε 8 973 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες (57 εκατομμύρια Ecu) και η επιχορήγηση σε 7 210 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες (45 εκατομμύρια Ecu). Το πλαίσιο του 1996 προβαίνει σε διάκριση μεταξύ της βιομηχανικής έρευνας (σημείο 5.3), των προανταγωνιστικών δραστηριοτήτων ανάπτυξης (σημείο 5.5) και των μελετών τεχνικής σκοπιμότητας που προηγούνται ενός από τα δύο είδη έρευνας (σημείο 5.4). Το πλαίσιο του 1986 έκανε διαχωρισμό μόνο μεταξύ της βιομηχανικής έρευνας και των προανταγωνιστικών δραστηριοτήτων ανάπτυξης. Το πλαίσιο του 1996 εισήγαγε την κατηγορία των μελετών σκοπιμότητας, που επιτρέπουν μεγαλύτερη ένταση ενίσχυσης σε σχέση με τη βιομηχανική έρευνα και τις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης.

Στον πίνακα που εμφανίζεται κατωτέρω, οι δαπάνες ταξινομούνται σύμφωνα με το πλαίσιο του 1996. Οι δραστηριότητες που εντάσσονται στην κατηγορία «μελέτη σκοπιμότητας» αντιστοιχούν κυρίως στην πρώτη φάση του σχεδίου («μελέτη σκοπιμότητας και καθορισμού»), ενώ οι άλλες δύο κατηγορίες αντιστοιχούν στη δεύτερη φάση («φάση ανάπτυξης»). Στον πίνακα εμφανίζονται επίσης οι θέσεις των ισπανικών αρχών και της Επιτροπής σχετικά με την ένταση της ενίσχυσης, πράγμα που θα εξεταστεί αναλυτικά στο μέρος VII.

Παρά τη διακοπή του σχεδίου, οι ισπανικές αρχές, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, δεν έχουν ζητήσει ακόμη την επιστροφή μέρους του δανείου. Σε περίπτωση που δεν απαιτηθεί αποπληρωμή (μερική), η ένταση θα ανέλθει στο 80 % (7 210 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες -ποσό του δανείου- διαιρούμενα διά 8 973 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες - κόστος του σχεδίου), ποσοστό υψηλότερο από εκείνο που ορίστηκε κατά την κίνηση της διαδικασίας, δηλαδή 44,3 %, και υψηλότερο επίσης από το 40 % της έντασης που εγκρίθηκε στην περίπτωση εκείνη).

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Η τιμή μετατροπής ισπανικής πεσέτας/Ecu που χρησιμοποιείται είναι η ισχύουσα κατά το μήνα λήψης της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας (Σεπτέμβριος 1994): 158,855.

Η ένταση της επιτρεπόμενης ενίσχυσης μπορεί να υπολογιστεί ως εξής: 100 % Χ (65 % Χ 6 392 + 67 % Χ 398 + 40 % Χ 2 183) / 8 973= 59 %.

Στον πίνακα εμφανίζονται δαπάνες που αντιστοιχούν σε καθεμία από τις τρεις φάσεις: μελέτη σκοπιμότητας, βιομηχανική έρευνα και προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα φανερώνουν ότι τα δύο τρίτα της δαπάνης του σχεδίου αντιστοιχούν στη μελέτη σκοπιμότητας του αεροσκάφους.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

VII

Ένταση της ενίσχυσης

Σύμφωνα με τα πλαίσια του 1986 και του 1996 και με τη διοικητική πρακτική της Επιτροπής, είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεων μέχρι ανώτατου ποσού 50 % για δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας και μέχρι ανώτατου ποσού 25 % για προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης. Το πλαίσιο του 1996 πρόσθεσε στις κατηγορίες αυτές και τις μελέτες σκοπιμότητας. Για τις μελέτες σκοπιμότητας που αφορούν δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας και προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης, η ένταση της ενίσχυσης δύναται να ανέρχεται σε 75 % και 50 % αντίστοιχα. Οι ισπανικές αρχές θεωρούν τη μελέτη σκοπιμότητας, σύμφωνα με το πλαίσιο του 1996, ως «μελέτη τεχνικής σκοπιμότητας που προηγείται των δραστηριοτήτων βιομηχανικής έρευνας» και πρέπει, κατά την άποψή τους, να μπορεί να λαμβάνει ένταση 75 %.

Οι εθνικές αρχές που επιθυμούν να χορηγούν στις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης ένταση 50 %, υποστηρίζουν ότι η διακοπή του σχεδίου ευνοεί την πολιτική της Επιτροπής, στόχος της οποίας είναι να λαμβάνει υπόψη την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και να προωθεί την ολοκλήρωση σχεδίων διαφορετικών κοινοτικών κατασκευαστών. Αναφέρονται κυρίως στο σημείο 5.6 του πλαισίου του 1996, σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατό να γίνει δεκτή μεγαλύτερη ένταση ενίσχυσης σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου. Οι ισπανικές αρχές αναφέρουν επίσης τρεις προγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής, βάσει των οποίων εγκρίθηκε αύξηση της βασικής έντασης 25 % για αναπτυξιακά σχέδια που εμφάνιζαν υψηλό κίνδυνο. Η ένταση του 50 % δικαιολογείται στην περίπτωση των προανταγωνιστικών δραστηριοτήτων ανάπτυξης λόγω του υψηλού κινδύνου που παρουσιάζει το σχέδιο.

Οι ισπανικές αρχές προτείνουν να εφαρμόζεται η συνήθης τιμή του 50 % για τις δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας. Δεδομένου ότι ορισμένες από τις εν λόγω δραστηριότητες (1 %) πραγματοποιούνται σε περιοχές που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) (περιοχές στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση), υποστηρίζουν ότι πρέπει να χορηγηθεί αύξηση ίση με 10 ποσοστιαίες μονάδες για τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται στις εν λόγω περιοχές.

Η θέση αυτή των ισπανικών αρχών αντικατοπτρίζεται στον ανωτέρω πίνακα. Μόνο 60 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες από τα ποσά που προορίζονταν για δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας αντιστοιχούσαν σε ενισχυόμενες περιοχές. Η εφαρμογή εκ μέρους των ισπανικών αρχών της περιφερειακής αύξησης των 10 ποσοστιαίων μονάδων αυξάνει τη μέση συνολική επιτρεπόμενη ένταση για αναπτυξιακές δραστηριότητες από 50 % σε 52 %.

Από τον ανωτέρω πίνακα συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που εφαρμόζουν οι ισπανικές αρχές, η μέση επιτρεπόμενη ένταση θα είναι της τάξης του 68 %, και αντιστοιχεί σε επιστροφή 7 εκατομμυρίων Ecu περίπου.

Η παρούσα θέση των ισπανικών αρχών διαφέρει από τη δέσμευση που είχαν αναλάβει πριν από την κίνηση της διαδικασίας. Στην επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 1993, ανέφεραν:

«Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της συμφωνίας συνεργασίας και της προσθήκης της, η Casa θα πρέπει, σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι στόχοι της φάσης ανάπτυξης, να προβεί στις δέουσες αποπληρωμές προς το κράτος, ούτως ώστε οι κρατικές ενισχύσεις να μην υπερβαίνουν ένταση της τάξης του 40 %, συν την εγκεκριμένη αύξηση, όπως ορίζεται στο σημείο 5.4 του κοινοτικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων για την έρευνα και την ανάπτυξη (86/C 83/02) για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την υλοποίηση του προγράμματος ενισχύσεων σε λιγότερο ευνοημένες περιοχές και σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).»

Εάν η Επιτροπή ακολουθούσε τη θέση αυτή, η οποία διατυπώθηκε όταν οι ισπανικές αρχές δεν γνώριζαν ακόμη ότι το σχέδιο επρόκειτο να διακοπεί, η επιτρεπόμενη ένταση θα ανερχόταν μόνο σε 40 % (καμία δραστηριότητα εκ μέρους των ΜΜΕ και ουσιαστικά καμία σε ενισχυόμενες περιοχές) και η αποπληρωμή θα ανερχόταν σε 23 εκατομμύρια Ecu.

Αξιολόγηση

Η Επιτροπή συμφωνεί με τις ισπανικές αρχές ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα διάφορα είδη δραστηριοτήτων, προκειμένου να υπολογιστεί η μέγιστη επιτρεπόμενη ένταση.

Όσον αφορά τις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης, η εγκριθείσα ένταση κατά την έναρξη της διαδικασίας ανερχόταν σε 40 %. Η εν λόγω ενίσχυση θεωρήθηκε ότι βασιζόταν στην πρακτική που σχετίζεται με τα αποπληρωτέα δάνεια για σχέδια ανάπτυξης, και λάμβανε επίσης υπόψη τη σημασία του αεροναυπηγικού τομέα, πράγμα που μπορούσε να δικαιολογήσει τις ενισχύσεις, αλλά αναγνώριζε και την ανάγκη περιορισμού της ενίσχυσης, δεδομένης της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που παρατηρείτο στην περιφερειακή αγορά αεροσκαφών.

Συνεπώς, η πραγματική επιτρεπόμενη ένταση ενίσχυσης για τις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης θα ανερχόταν σε 40 % σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, ενώ η επιτρεπόμενη ένταση βάσης για αυτό το είδος σχεδίων ανέρχεται σε 25 %. Στο σημείο 5.6 του πλαισίου του 1996 γίνεται αναφορά στην εν λόγω αύξηση σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου. Κατά την πρακτική της λήψης των αποφάσεων, η Επιτροπή έχει μέχρι σήμερα εφαρμόσει την αύξηση αυτή, κατά τρόπο περιοριστικό, και την έχει περιορίσει σε προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης που σχετίζονται με προανταγωνιστικές δραστηριότητες έρευνας και χρηματοδοτούνται μέσω προκαταβολών (5). Το νοθευτικό αποτέλεσμα που προκαλείται στην αγορά από ενισχύσεις που χορηγούνται σε σχέδια που δεν καρποφορούν πρέπει να θεωρείται ήσσονος σημασίας, πράγμα που επιτρέπει την έγκριση υψηλότερης έντασης.

Η Επιτροπή δεν δύναται να αποδεχθεί την αξίωση των ισπανικών αρχών για αύξηση της βασικής τιμής του 25 % όσον αφορά τις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης, λόγω του κινδύνου που εμφανίζει το σχέδιο. Οι ισπανικές αρχές αναφέρονται σε σειρά αποφάσεων της Επιτροπής που σχετίζονται με άλλα προγράμματα, κατά τις οποίες εγκρίθηκε η εν λόγω αύξηση. Πράγματι, ευσταθεί ότι, στην περίπτωση ορισμένων σχεδίων που παρουσίαζαν υψηλό κίνδυνο, η Επιτροπή αποφάσισε να επιτρέψει ένταση ανώτερη της βασικής τιμής του 25 %. Συγκεκριμένα, αυτό συνέβη στην περίπτωση (μη δημοσιευθείσας) απόφασης σχετικής με ένα ιταλικό πρόγραμμα αεροναυπηγικής έρευνας (απόφαση του 1987) και στην περίπτωση ενός παρόμοιου προγράμματος που πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία (αρχική απόφαση του 1988 και παράταση του 1992). Ωστόσο, και οι δύο αποφάσεις αφορούσαν προγράμματα που περιείχαν μεγάλο αριθμό σχεδίων και όχι μόνο ένα πρόγραμμα, όπως στην περίπτωση του Casa-3000, όπου η ενίσχυση προκαλεί μεγαλύτερη στρέβλωση λόγω του μεγέθους της και των ιδιαίτερων επιπτώσεών της στην αγορά, αν ληφθεί υπόψη η δεσπόζουσα θέση του ενδοκοινοτικού εμπορίου στον κλάδο και η προφανής ύπαρξη πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έχει εγκρίνει από τότε την εφαρμογή αύξησης που να εμπεριέχει κίνδυνο και, ως εκ τούτου, έχει αποφασίσει να μην επιτρέψει ανάλογη αύξηση στο πλαίσιο του 1996.

Η πρόταση των ισπανικών αρχών να επιτραπεί, στην παρούσα περίπτωση, ένταση 50 % όσον αφορά τις δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας είναι σύμφωνη με το πλαίσιο του 1996 (σημείο 5.6). Ωστόσο, 60 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες αντιστοιχούσαν σε δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας που πραγματοποιήθηκαν σε ενισχυόμενες περιοχές όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2. Κατ' εφαρμογή του σημείου 5.10.2 του πλαισίου του 1996, είναι δυνατή η χορήγηση αύξησης της τάξης του 10 % στις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης που πραγματοποιούνται σε ενισχυόμενες περιοχές. Αν εφαρμοστεί η αύξηση αυτή του 10 % στις δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας που πραγματοποιούνται στις προαναφερθείσες περιοχές, η συνολική ένταση της ενίσχυσης θα σημειώσει αύξηση κατά 2 % όσον αφορά τις εν λόγω δραστηριότητες.

Επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση του Casa-3000, είναι δυνατόν να εγκριθεί υψηλότερη ένταση ενίσχυσης όχι μόνο για τις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, αλλά και για τη βιομηχανική έρευνα και τη μελέτη σκοπιμότητας. Οι ειδικές συνθήκες αναφέρονται, συγκεκριμένα, στα χαρακτηριστικά της αεροναυπηγικής βιομηχανίας που απαιτεί υψηλές δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης για περιορισμένο αριθμό πωλούμενων αεροσκαφών, μεγάλη αναμενόμενη διάρκεια χρήσεως των προϊόντων (άνω των 20 ετών), αβέβαιες προοπτικές της αγοράς, που εξαρτώνται από σχετικά μικρό αριθμό ανταγωνιστών και από την εξέλιξη της συνολικής ζήτησης. Επιπλέον, δεδομένου ότι το σχέδιο Casa-3000 κατέληξε σε αποτυχία από τεχνική άποψη, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του σχεδίου επιτρέπει την εφαρμογή της αύξησης όσον αφορά τις δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας και τη μελέτη σκοπιμότητας.

Η εγκριθείσα ένταση ενίσχυσης για τη βιομηχανική έρευνα ανέρχεται, συνεπώς, στο 67 % (50 % βασική ένταση συν 2 % αύξηση κατ' εφαρμογή του σημείου 5.10.2 του πλαισίου 1996 συν μία ένταση ενίσχυσης λόγω της αποτυχίας, που στην παρούσα περίπτωση μπορεί να ανέλθει στο 15 %).

Όσον αφορά τη μελέτη σκοπιμότητας, οι ισπανικές αρχές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μελέτη που προηγήθηκε χρονικά των δραστηριοτήτων βιομηχανικής έρευνας πράγμα που, σύμφωνα με τις οδηγίες του 1996, θα επέτρεπε ένταση 75 % (σημείο 5.4). Ωστόσο, το Casa-3000 είναι σχέδιο ανάπτυξης και όχι βιομηχανικής έρευνας, οπότε η μελέτη σκοπιμότητας δεν μπορεί να είναι μελέτη που προηγείται της βιομηχανικής έρευνας. Το είδος της εργασίας που περιγράφεται ανωτέρω ως «μελέτη σκοπιμότητας» συνίσταται στην τυπική έρευνα βιωσιμότητας που πρέπει να προηγείται της διεξοδικής ανάπτυξης οποιουδήποτε προϊόντος. Σύμφωνα με το σημείο 5.4 του πλαισίου του 1996, η ένταση ενίσχυσης για τις μελέτες σκοπιμότητας που προηγούνται προανταγωνιστικών δραστηριοτήτων ανάπτυξης ανέρχεται σε 50 %. Τέλος, όπως έχει ήδη τονιστεί, υψηλότερη ένταση ενίσχυσης λόγω αποτυχίας του σχεδίου είναι επίσης αποδεκτή για τη μελέτη σκοπιμότητας στην παρούσα περίπτωση, ούτως ώστε η συνολική επιτρεπόμενη ένταση για τη μελέτη σκοπιμότητας να ανέρχεται σε 65 %.

Το πλαίσιο του 1996 επιτρέπει και άλλες αυξήσεις της έντασης της ενίσχυσης όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Έτσι, στην περίπτωση των ΜΜΕ, επιτρέπεται αύξηση κατά 10 % (σημείο 5.10.1). Η Casa δεν είναι ΜΜΕ και, κατά συνέπεια, η εν λόγω αύξηση δεν δύναται να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση.

Το πλαίσιο του 1996 προβλέπει αύξηση κατά 15 % (σημείο 5.10.3) όταν το σχέδιο έρευνας συμφωνεί με τους στόχους ενός συγκεκριμένου σχεδίου ή προγράμματος που πραγματοποιείται ως μέρος του κοινοτικού προγράμματος πλαισίου για την Ε& Α, όπως προβλέπεται στην απόφαση 90/221/Ευρατόμ, ΕΟΚ του Συμβουλίου (6), και στο τέταρτο πρόγραμμα πλαίσιο για την Ε& Α, όπως προβλέπεται στην απόφαση αριθ. 1110/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), έχουν στόχο να ενισχύσουν την τεχνολογική βάση όλων των ευρωπαϊκών αεροναυπηγικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της Casa. Δεν είναι δυνατός ο άμεσος συσχετισμός μεταξύ του σχεδίου Casa-3000 και των προγραμμάτων. Κατά συνέπεια, η αύξηση δεν μπορεί να εγκριθεί.

Το σχέδιο δεν προϋποθέτει διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων οργανισμών έρευνας ούτε ευρεία διάδοση των αποτελεσμάτων και κατά συνέπεια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αύξησης που προβλέπεται στο σημείο 5.10.4 του πλαισίου του 1996.

Αποκλείεται επίσης η εφαρμογή του σημείου 5.13 του πλαισίου του 1996, το οποίο προβλέπει εξίσωση όσον αφορά τις μέγιστες επιτρεπόμενες εντάσεις που προβλέπονται στη συμφωνία για τις επιχορηγήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) (75 % στην περίπτωση της βιομηχανικής έρευνας και 50 % προανταγωνιστικές δραστηριότητες). Επιπλέον, μια ένταση μπορεί να θεωρηθεί μεγαλύτερη από την ενίσχυση όταν η Επιτροπή έχει αποδεικτικά στοιχεία ότι στην περίπτωση ενός μη κοινοτικού ανταγωνιστή εγκρίθηκε υψηλότερη ενίσχυση. Ο όρος αυτός δεν πληρούται στην παρούσα περίπτωση και επιπλέον το κράτος μέλος δεν έχει ζητήσει αυτή την ευθυγράμμιση. Αλλά ακόμη και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη ότι στην περιφερειακή αγορά αεροσκαφών δεσπόζει ο ενδοκοινοτικός ανταγωνισμός, πράγμα που θα μπορούσε να αποκλείσει την εφαρμογή σχετικής αύξησης της έντασης της ενίσχυσης.

Οι ανωτέρω εκτιμήσεις οδηγούν στο ακόλουθο συμπέρασμα:

- είναι δυνατή η έγκριση έντασης ενίσχυσης κατά 65 % όσον αφορά τις μελέτες σκοπιμότητας που προηγούνται των προανταγωνιστικών δραστηριοτήτων ανάπτυξης,

- οι δραστηριότητες βιομηχανικής έρευνας δύνανται να λάβουν ποσοστό 67 %,

- εγκρίνεται ένταση ενίσχυσης 40 % για τις προανταγωνιστικές δραστηριότητες ανάπτυξης (βασική ένταση 25 % συν 15 ποσοστιαίες μονάδες για τυχόν αποτυχία του σχεδίου).

Ως εκ τούτου, η μέση επιτρεπόμενη ένταση μπορεί να υπολογισθεί στο 59 % (βλέπε πίνακα ανωτέρω).

VIII

Συμπέρασμα

Η ανάληψη της υποχρέωσης για χρηματοοικονομική βοήθεια ύψους 7 210 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών και η καταβολή τους πραγματοποιήθηκαν χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση και έγκριση της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης πριν την εφαρμογή του. Η χορήγηση και η καταβολή ενίσχυσης χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση συνιστά παράβαση του άρθρου 93 παράγραφος 3 και, ως εκ τούτου, η ενίσχυση είναι παράνομη.

Το εν λόγω συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι το τελευταίο τμήμα της ενίσχυσης ύψους 3 085 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών για το έτος 1993 καταβλήθηκε στην επιχείρηση στο πλαίσιο της συμφωνίας της 1ης Ιουνίου 1993, η οποία θα μπορούσε να τροποποιηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο όρος αυτός δεν αρκεί για να άρει τον παράνομο χαρακτήρα της ενίσχυσης.

Στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 γινόταν δεκτό ότι το δάνειο θα μπορούσε να καλύψει το 40 % των συνολικών δαπανών που ανέρχονταν σε 8 973 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες. Κατά συνέπεια, αυτό το μέρος του δανείου (3 589 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες ή 22 εκατομμύρια Ecu) δύναται να θεωρηθεί ότι εγκρίθηκε από την εν λόγω απόφαση.

Το τμήμα του δανείου που κάλυπτε το 19 % των δαπανών (1 704 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες ή 11 εκατομμύρια Ecu), το οποίο αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της μέγιστης επιτρεπόμενης έντασης ενίσχυσης ίσης με 59 % και του 40 % που εγκρίθηκε από την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1994, μπορεί να εγκριθεί σύμφωνα με το πλαίσιο του 1996. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα δεν θα ήταν διαφορετικό εάν εφαρμοζόταν το πλαίσιο του 1986.

Πρέπει να ζητηθεί η αποπληρωμή του τμήματος του δανείου που καλύπτει το 21 % του κόστους (1 917 εκατομμύρια ισπανικές πεσέτες ή 12 εκατομμύρια Ecu), το ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής έντασης της ενίσχυσης (80 %), και της επιτρεπόμενης έντασης (59 %).

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η ενίσχυση ύψους 3 621 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών που χορηγήθηκε από την Ισπανία στην Construcciones Aeronαuticas, SA, κατά το διάστημα 1991-1993, είναι παράνομη. Το ποσό των 1 704 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών κρίνεται συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά, ενώ το ποσό των 1 917 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών κρίνεται ασυμβίβαστο.

Άρθρο 2

Η Ισπανία να ανακτήσει από την Construcciones Aeronαuticas, SA το ποσό των 1 917 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών προσαυξημένο κατά τους τόκους, οι οποίοι υπολογίζονται σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία και καλύπτουν το διάστημα από την ημερομηνία χορήγησης της παράνομης ενίσχυσης μέχρι την ημερομηνία αποπληρωμής. Ως επιτόκιο θα ληφθεί το επιτόκιο αναφοράς για την Ισπανία που χρησιμοποιεί η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση των στοιχείων ενίσχυσης για τις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις.

Άρθρο 3

Η ισπανική κυβέρνηση θα ενημερώσει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή της.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο της Ισπανίας.

Βρυξέλλες, 30 Απριλίου 1997.

Για την Επιτροπή

Karel VAN MIERT

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ C 63 της 14. 3. 1995, σ. 4.

(2) Νομοθεσία περί ανταγωνισμού στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, τόμος ΙΙΑ, κανόνες που εφαρμόζονται στις κρατικές ενισχύσεις, 1995, σ. 125.

(3) ΕΕ C 45 της 17. 2. 1996, σ. 5.

(4) ΕΕ C 83 της 11. 4. 1986, σ. 2.

(5) Βλέπε τις αποφάσεις της Επιτροπής (δεν έχουν δημοσιευθεί) για τα καθεστώτα ενίσχυσης Ε 7/87 (Prototypes, Βέλγιο, απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1988), ΝΝ 7/87 (Anvar, Γαλλία, απόφαση της 5ης Ιουλίου 1989), Ν 297/89 (Tok, Κάτω Χώρες, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1990), Ν 463/90 (Atout-PUMA, Γαλλία, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1990).

(6) ΕΕ L 117 της 8. 5. 1990, σ. 28.

(7) ΕΕ L 126 της 18. 5. 1994, σ. 1.