31996R1429

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1429/96 του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1996 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2333/92 για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 184 της 24/07/1996 σ. 0009 - 0012


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1429/96 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 1996 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2333/92 για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (1), και ιδίως το άρθρο 72 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής (2),

Εκτιμώντας:

ότι η υποχρεωτική αναφορά του παρασκευαστή μπορεί να βοηθήσει τους καταναλωτές να προσδιορίζουν τον τρόπο παρασκευής αφρώδους οίνου, ιδίως όσον αφορά τους αφρώδεις οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές, κατωτέρω «v.m.q.p.r.d» 7 ότι, υπό αυτούς τους όρους, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη παραγωγής να καταστήσουν υποχρεωτική την αναφορά του παρασκευαστή στη σήμανση των αφρωδών οίνων 7

ότι πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα, η οποία ήδη υπάρχει σε ορισμένα κράτη μέλη, να χρησιμοποιούνται μία ή περισσότερες παραδοσιακές ενδείξεις ως ονομασία πώλησης για ορισμένους αφρώδεις οίνους 7

ότι τα σάκχαρα που περιέχονται στους αφρώδεις οίνους μετά την ολοκλήρωση της παρασκευής τους μπορούν να αποτελούνται όχι μόνο από υπολειμματικά σάκχαρα, αλλά επίσης από προστιθέμενα σάκχαρα 7 ότι πρέπει να προσαρμοσθεί ανάλογα ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2333/92 (3) 7

ότι πρέπει να διευκρινισθούν οι ενδείξεις που προβλέπονται για την ενημέρωση του καταναλωτή σχετικά με την περιεκτικότητα σε σάκχαρα 7

ότι, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε κατάχρηση στη χρησιμοποίηση ονομάτων ποικιλιών αμπέλου στην ετικέτα, πρέπει να απαγορευθεί η επανάληψη των εν λόγω ονομάτων, πλην της περιπτώσεως ομωνύμων 7

ότι η χρησιμοποίηση του ονόματος μιας ποικιλίας αμπέλου για την περιγραφή ενός αφρώδους οίνου υποδηλώνει μια ορισμένη ποιότητα στους καταναλώτες 7 ότι πρέπει να ενισχυθεί ο χαρακτήρας αυτός και να προβλεφθεί ελάχιστη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής και ζύμωσης του εν λόγω αφρώδους οίνου προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτό το όνομα στην ετικέτα 7

ότι, για την παραγωγή ορισμένων αφρωδών οίνων, η χρησιμοποίηση τριών ποικιλιών αμπέλου είναι απαραίτητη για να αποκτήσει ο οίνος το χαρακτήρα του 7 ότι πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης του ονόματος των εν λόγω τριών ποικιλιών αμπέλου στην ετικέτα αυτών των αφρωδών οίνων 7

ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην υπόθεση C-309/ 89 (4), ακύρωσε το άρθρο 6 παράγραφο 6 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2333/92 και, κατά συνέπεια, τους όρους χρησιμοποίησης της ένδειξης «Crιmant» 7 ότι, ωστόσο, η εν λόγω ένδειξη χρησιμοποιείται για προϊόντα που τηρούν αυστηρούς όρους παραγωγής και παρασκευής και τα οποία, ως εκ τούτου, έχουν αποκτήσει κάποια φήμη μεταξύ των καταναλωτών 7 ότι, για να μην καταστεί κοινότοπη η χρησιμοποίηση της ένδειξης αυτής, πρέπει να καθοριστούν στοιχειώδεις προϋποθέσεις παραγωγής και παρασκευής για να μπορεί να χρησιμοποιείται 7

ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, έχουν καθοριστεί όροι χρησιμοποίησης ορισμένων ενδείξεων 7 ότι, για να μην προκαλείται σύγχυση και παραπλανώνται οι καταναλωτές, πρέπει να προβλεφθεί ότι θα χρησιμοποιούνται μόνον υπό τους όρους αυτούς 7

ότι οι αφρώδεις οίνοι μπορούν να τίθενται σε κυκλοφορία μόνο μέσα σε γυάλινες φιάλες, οι οποίες φέρουν ετικέτα και κλείνονται με πώμα σε σχήμα μανιταριού, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι σχετικές ρυθμίσεις 7 ότι πρέπει να επιτραπούν εξαιρέσεις για τα προϊόντα που βρίσκονται ακόμα στη διαδικασία παρασκευής υπό ορισμένους όρους, και ιδίως υπό τον όρο ότι η άσκηση ελέγχου είναι εξασφαλισμένη 7 ότι, όσον αφορά τους αφρώδεις οίνους ποιότητας, θα πρέπει οι παρεκκλίσεις αυτές να είναι χρονικώς περιορισμένες και να χορηγούνται ρητώς από τα κράτη μέλη, ώστε να συνεκτιμηθεί και η κτηθείσα εμπειρία 7

ότι οι φιάλες τύπου «αφρωδών οίνων» ή παρεμφερούς τύπου χρησιμοποιούνται από πολύ παλαιά για την εμπορία αφρωδών οίνων 7 ότι ο καταναλωτής αποδίδει στα ποτά που είναι συσκευασμένα στις φιάλες αυτές ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, και συγκεκριμένα το χαρακτήρα ενός ποτού προϊόντος ζύμωσης 7 ότι, προκειμένου να αποτραπούν ορισμένες καταχρήσεις αυτού του τύπου φιάλης, πρέπει να μην επιτραπεί η χρησιμοποίησή του για τα προϊόντα που ενδέχεται να βλάψουν την ποιοτική εικόνα των αμπελοοινικών προϊόντων και των αφρωδών οίνων ειδικότερα, καθώς και να προκαλέσουν σύγχυση στους καταναλωτές ως προς τη φύση του ποτού 7

ότι οι v.m.q.p.r.d πρέπει να κυκλοφορούν σε γυάλινες φιάλες που φέρουν ετικέτα και πώμα σχήματος μανιταριού, στο οποίο πρέπει να αναγράφεται το όνομα της καθορισμένης περιοχής 7 ότι εάν, μετά το σχετικό έλεγχο, ο οίνος δεν θεωρηθεί ως v.m.q.p.r.d, ενδέχεται να ανακύψουν προβλήματα όσον αφορά τη δυνατότητα διάθεσής του ως αφρώδους οίνου ή αφρώδους οίνου ποιότητας, ακόμη και αν το όνομα της καθορισμένης περιοχής αναγράφεται στο πώμα 7 ότι, συνεπώς, πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα θέσπισης, διά των εκτελεστικών διατάξεων, κατάλληλων διατάξεων για την επίλυση αυτών των προβλημάτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2333/92 τροποποιείται ως εξής:

1. Στο άρθρο 3 παράγραφος 2, μετά το πρώτο εδάφιο παρατίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ωστόσο, το κράτος μέλος παραγωγής μπορεί να καθιστά υποχρεωτική την αναφορά του πλήρους ονόματος ή της εταιρικής επωνυμίας του παρασκευαστή.»

2. Στο άρθρο 5:

α) στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν, για ορισμένους v.m.q.p.r.d που παράγονται στο έδαφός τους, ότι ορισμένες ενδείξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να χρησιμοποιούνται, είτε μόνες είτε από κοινού.»

β) στην παράγραφο 3:

- ο όρος «υπολειμματικά» διαγράφεται παντού,

- στο πρώτο εδάφιο, οι περιπτώσεις αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«- "brut nature", "naturherb", "bruto natural", "pas dosι", "dosage zιro" ή "dosaggio zero":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα είναι κατώτερη από 3 γραμμάρια ανά λίτρο 7 οι ενδείξεις αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τα προϊόντα στα οποία δεν έχει προστεθεί ζάχαρη μετά την έκχυση,

- "extra brut", "extra herb" ή "extra bruto":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα περιλαμβάνεται μεταξύ 0 και 6 γραμμαρίων ανά λίτρο,

- "brut", "herb" ή "bruto":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα είναι κατώτερη των 15 γραμμαρίων ανά λίτρο,

- "extra dry", "extra trocken" ή "extra seco":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα κυμαίνεται μεταξύ 12 και 20 γραμμαρίων ανά λίτρο,

- "sec", "trocken", "secco" ή "asciutto", "dry", "tψr", "ξηρός", "seco", "torr" ή "kuiva":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα κυμαίνεται μεταξύ 17 και 35 γραμμαρίων ανά λίτρο,

- "demi-sec", "halbtrocken", "abboccato", "medium dry", "halvtψr", "ημίξηρος", "semi seco", "meio seco", "halvtorr" ή "puolikuiva":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα κυμαίνεται μεταξύ 33 και 50 γραμμαρίων ανά λίτρο,

- "doux", "mild", "dolce", "sweet", "sψd", "γλυκύς", "dulce", "doce", "sφt" ή "makea":

αν η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα υπερβαίνει τα 50 γραμμάρια ανά λίτρο.»

3. Στο άρθρο 6 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο:

α) μετά το στοιχείο γ) προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

«γ α) το όνομα αυτής της ποικιλίας δεν επαλαναμβάνεται στην ίδια έκφραση, εκτός εάν υπάρχουν περισσότερες ποικιλίες που φέρουν το ίδιο όνομα και αν το όνομα αυτό περιλαμβάνεται σε κατάλογο που θα εγκριθεί από το κράτος μέλος παραγωγής. Ο κατάλογος κοινοποιείται στην Επιτροπή η οποία ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη.»

β) μετά το στοιχείο δ) προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

«ε) η διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής που περιλαμβάνει την παλαίωση στην επιχείρηση παραγωγής, υπολογιζόμενη με αφετηρία τη ζύμωση που αποσκοπεί να καταστήσει το προϊόν βάσεως αφρώδες, δεν ήταν κατώτερη από 90 ημέρες, και εφόσον η διάρκεια της ζύμωσης που αποσκοπεί να καταστήσει το προϊόν βάσεως αφρώδες και η διάρκεια της επαφής του προϊόντος βάσεως με τις οινολάσπες ήταν:

- τουλάχιστον 60 ημέρες,

- τουλάχιστον 30 ημέρες εάν η ζύμωση έγινε εντός δοχείων εφοδιασμένων με αναδευτήρα.

Πάντως, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στους αφρώδεις οίνους αρωματικού τύπου που αναφέρονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2332/92 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992, περί των αφρωδών οίνων των παραγομένων στην Κοινότητα.»

4. Στο άρθρο 6 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, η δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«- να δεχθούν την αναφορά δύο ή τριών ποικιλιών αμπέλου στην περίπτωση που η νομοθεσία του κράτους μέλους παραγωγής το προβλέπει και εφόσον όλα τα σταφύλια από τα οποία έχει παραχθεί το προϊόν αυτό προέρχονται από τις τρεις αυτές ποικιλίες, με εξαίρεση τα προϊόντα που περιέχονται στο διάλυμα έκλυσης και στο γευστικό διάλυμα, και εφόσον η ανάμειξη των εν λόγω δύο ή τριών ποικιλιών είναι καθοριστική για να προσδώσει το χαρακτήρα του στο εν λόγω προϊόν.»

5. Στο άρθρο 6 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) η διάρκεια της ζύμωσης για να καταστεί το προϊόν βάσεως αφρώδες και η διάρκεια επαφής του προϊόντος βάσεως με την οινολάσπη ήταν τουλάχιστον 90 ημέρες.»

6. Στο άρθρο 6 παράγραφος 6, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) η ένδειξη "Crιmant" για τους v.m.q.p.r.d:

- στους οποίους το κράτος μέλος όπου παρασκευάζονται αποδίδει αυτή την ένδειξη, συνδέοντάς την με το όνομα της καθορισμένης περιοχής,

- που παράγονται από γλεύκη που λαμβάνονται με έκθλιψη ολόκληρων, όσον αφορά τους λευκούς, v.m.q.p.r.d, σταφυλιών, εντός ορίου 100 λίτρων για 150 kg προϊόντος τρύγου,

- που έχουν μέγιστη περιεκτικότητα σε θειικό ανυδρίτη 150 mg/λίτρο,

- που έχουν περιεκτικότητα σε σάκχαρα κατώτερη των 50 γραμμαρίων ανά λίτρο

και

- που παράγονται σύμφωνα με τους ενδεχόμενους ειδικούς συμπληρωματικούς κανόνες που καθορίζονται για την παρασκευή τους και την περιγραφή τους από το κράτος μέλος ή τη χώρα στην οποία παρασκευάζονται.

Κατά παρέκκλιση της πρώτης περίπτωσης, για τους v.m.q.p.r.d στους οποίους το οικείο κράτος μέλος δεν χορηγεί την ένδειξη "crιmant" βάσει της διάταξης αυτής, οι παραγωγοί αυτών μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ένδειξη αυτή αν τη χρησιμοποιούσαν εκ παραδόσεως επί 10 τουλάχιστον έτη πριν την 1η Ιουλίου 1996.

Το οικείο κράτος μέλος ανακοινώνει στην Επιτροπή τις περιπτώσεις που προσφεύγει στην παρέκκλιση αυτή.»

7. Στο άρθρο 6 παράγραφος 11 παρατίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η μνεία "Rιserve" μπορεί, ενδεχομένως, να συμπληρώνεται από επιθετικό προσδιορισμό σύμφωνα με όσα ορίζει το κράτος μέλος παραγωγής.»

8. Στο άρθρο 10:

α) στην παράγραφο 1, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ωστόσο, για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, τα οποία παρασκευάζονται με δεύτερη ζυμωση σε φιάλη όπως αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφοι 3 και 4, εξαιρέσεις για τους αφρώδεις οίνους που βρίσκονται ακόμη στη φάση της παρασκευής, είναι κλεισμένοι με προσωρινό πώμα και δεν φέρουν ετικέτα, μπορούν:

α) να ορίζονται από το κράτος μέλος παραγωγό, υπό τον όρο ότι οι οίνοι αυτοί:

- προορίζονται να γίνουν v.m.q.p.r.d,

- κυκλοφορούν μόνο μεταξύ παρασκευαστών στο εσωτερικό της εν λόγω καθορισμένης περιοχής,

- είναι εφοδιασμένοι με συνοδευτικό έγγραφο

και

- υπόκεινται σε ειδικούς ελέγχους 7

β) να εφαρμόζονται, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001, στους παρασκευαστές αφρωδών οίνων ποιότητας, στους οποίους έχει δοθεί ρητή άδεια από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και οι οποίοι τηρούν τις προϋποθέσεις που έχει ορίσει το κράτος αυτό, ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο.

Πριν από τις 30 Ιουνίου 2000, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα διαβιβάσουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής. Η Επιτροπή, αν χρειάζεται, θα υποβάλει τις απαραίτητες προτάσεις για τη συνέχιση της εφαρμογής της.» 7

β) μετά την παράγραφο 1 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α) σε φιάλες τύπου "αφρωδών οίνων" ή παρεμφερούς τύπου, εφοδιασμένες με πώμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) μπορούν να συσκευάζονται, προκειμένου να πωληθούν, να τεθούν σε κυκλοφορία ή να εξαχθούν, μόνον τα εξής:

- τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1,

- τα ποτά για τα οποία χρησιμοποιείται κατά παράδοση η εν λόγω συσκευασία και:

- που ανταποκρίνονται στους ορισμούς του ημιαφρώδους οίνου ή του αεριούχου ημιαφρώδους οίνου που αναφέρονται στα σημεία 17 και 18 του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 822/87

ή

- που λαμβάνονται με αλκοολική ζύμωση ενός φρούτου ή άλλης γεωργικής πρώτης ύλης, ιδίως προϊόντος οριζόμενου στο άρθρο 43 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2392/89 και προϊόντος υπαγόμενου στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1601/91,

ή

- που έχουν κτηθέντα αλκοολικό τίτλο μέχρι 1,2 % κατ' όγκο,

- τα προϊόντα που δεν είναι πιθανό, παρά τη συσκευασία αυτή, να δημιουργήσουν σύγχυση ή να παραπλανήσουν τον καταναλωτή για την πραγματική φύση του προϊόντος.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του εδαφίου 1 αποφασίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 83 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 822/87.»

9. Στο άρθρο 13, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4. Η ονομασία, η παρουσίαση και η διαφήμιση προϊόντων άλλων από εκείνα του άρθρου 1 παράγραφος 1 δεν μπορούν να αναφέρουν ή να υποδηλώσουν ότι πρόκειται για αφρώδη οίνο.»

10. Στο άρθρο 15 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την ίδια διαδικασία θεσπίζονται οι διατάξεις παρέκκλισης όσον αφορά την αναγραφή στο πώμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, σε περίπτωση που, κατά τον έλεγχο της αρμόδιας αρχής, ένας αφρώδης οίνος δεν αναγνωρίζεται ως v.m.q.p.r.d.»

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Το άρθρο 1 σημείο 3 στοιχείο β) και σημείο 5 εφαρμόζεται από 1ης Σεπτεμβρίου 1997.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Λουξεμβούργο, 26 Ιουνίου 1996.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. PINTO

(1) ΕΕ αριθ. L 84 της 27. 3. 1987, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1544/95 (ΕΕ αριθ. L 148 της 30. 6. 1995, σ. 31).

(2) ΕΕ αριθ. C 74 της 14. 3. 1996, σ. 15.

(3) ΕΕ αριθ. L 231 της 13. 8. 1992, σ. 9 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.

(4) Codurniϊ SA κατά Συμβούλιου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, C 309/89, Συλλογή ΔΕΚ Ι-1853 Απόφαση της 18ης Μαΐου 1994, (ΕΕ αριθ. C 174 της 25. 6. 1994, σ. 4).