31996D0559

96/559/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 1996 σχετικά με ενισχύσεις που χορηγεί η περιφέρεια της Λιγυρίας (Ιταλία) υπέρ των γεωργικών συνεταιρισμών (Το κείμενο στην ιταλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 244 της 25/09/1996 σ. 0010 - 0014


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 13ης Μαρτίου 1996 σχετικά με ενισχύσεις που χορηγεί η περιφέρεια της Λιγυρίας (Ιταλία) υπέρ των γεωργικών συνεταιρισμών (Το κείμενο στην ιταλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (96/559/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 234/68 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1968, περί ιδρύσεως κοινής αγοράς στον τομέα των ζώντων φυτών και των προϊόντων της ανθοκομίας (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3290/94 (2), και ιδίως το άρθρο 11, καθώς και τις αντίστοιχες διατάξεις των λοιπών κοινών οργανώσεων αγοράς των γεωργικών προϊόντων,

Αφού, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της συνθήκης, έταξε προθεσμία στους ενδιαφερομένους, για να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Ι

1. Με επιστολή στις 19 Αυγούστου 1993, η οποία καταχωρίσθηκε στις 30 Αυγούστου 1993, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιταλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες γνωστοποίησε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, το σχέδιο νόμου αριθ. 292 της περιφέρειας της Λιγυρίας (εφεξής: σχέδιο νόμου αριθ. 292/93) σχετικά με έκτακτες ενισχύσεις υπέρ των γεωργικών συνεταιρισμών. Οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή με επιστολές στις 22 Οκτωβρίου 1993 και τις 13 Ιανουαρίου 1994, τις συμπληρωματικές πληροφορίες που είχε ζητήσει η Επιτροπή με επιστολές στις 16 Σεπτεμβρίου 1993 και στις 29 Νοεμβρίου 1993.

Με επιστολή της στις 22 Μαρτίου 1994, η Επιτροπή ενημέρωσε την ιταλική κυβέρνηση για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης κατά των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του σχεδίου νόμου αριθ. 292/93, τα οποία φαινόταν ότι συνιστούσαν λειτουργικές ενισχύσεις, που δεν μπορούσαν να υπαχθούν σε καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 92 της συνθήκης και, επομένως, έπρεπε να θεωρηθούν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.

Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας, κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Επιτροπή, με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (3), κάλεσε επίσης τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερομένους τρίτους, να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

Παρατηρήσεις υποβλήθησαν από την ιταλική κυβέρνηση με τέλεφαξ στις 6 Μαΐου 1994, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 10 Μαΐου 1994, και τις 12 Δεκεμβρίου 1994, το οποίο καταχωρίσθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1994.

2. Το σχέδιο νόμου αριθ. 292/93 της περιφέρειας της Λιγυρίας προβλέπει, στο άρθρο 1, τη χορήγηση ενισχύσεων στους συνεταιρισμούς για τη διαγραφή των χρεών τους.

Οι εν λόγω ενισχύσεις αποσκοπούν στη μείωση των στοιχείων του παθητικού που προκύπτουν:

α) από μη επιδοτούμενα τραπεζικά δάνεια που είχαν συνομολογηθεί κατά το παρελθόν για:

- τη χρηματοδότηση επενδύσεων, όπως κατασκευή ακινήτων, προμήθεια εξοπλισμών και μηχανημάτων,

- την κάλυψη των εξόδων εκκίνησης των συνεταιρισμών,

- την κάλυψη των εξόδων διαχείρισης και λειτουργίας των συνεταιρισμών,

[άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α)] 7

β) από δάνεια για έγγειες βελτιώσεις με μειωμένο επιτόκιο, τα οποία συνομολογήθηκαν μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1981 και 31ης Δεκεμβρίου 1984 (σε περίοδο που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια στην Ιταλία) και αφορούσαν επενδύσεις,

[άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)] 7

γ) από χρέη προς τα μέλη του συνεταιρισμού για τα προϊόντα που έχουν παραδοθεί και δεν έχουν ακόμη πληρωθεί,

[άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ)].

Δικαιούχοι είναι οι συνεταιρισμοί συλλογής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (κατά το μεγαλύτερο μέρος προϊόντων ανθοκομίας), οι οποίοι υποβάλλουν σχέδιο εξυγίανσης. Το σχέδιο αυτό - το οποίο πρέπει να περιγράφει τη χρηματοοικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού, να αναφέρει τις λύσεις που προβλέπεται να δοθούν από αυτόν, καθώς και να περιέχει τη δέσμευση των μελών του συνεταιρισμού για χρηματοδοτική παρέμβαση με στόχο την εξυγίανση - υποβάλλεται προς έγκριση στις αρχές.

Το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ανέρχεται σε 2,6 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες. Στις περιπτώσεις που περιγράφονται ανωτέρω στα στοιχεία α) και γ) συνίσταται σε χρηματοοικονομική ενίσχυση που μπορεί να φθάσει στο 50 % των σχετικών υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που περιγράφεται στο στοιχείο β) πρόκειται για χρηματικές επιδοτήσεις που αντιστοιχούν στην αναπροσαρμογή των ποσών για την εξόφληση των επιτοκίων των επιδοτούμενων δανείων για έγγειες βελτιώσεις, η οποία μπορεί να ισούται, κατ' ανώτατο όριο, με τη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που καθορίστηκε τη στιγμή της σύναψης των δανείων και του τρέχοντος επιδοτούμενου επιτοκίου.

Στην επιστολή τους στις 13 Ιανουαρίου 1994, οι ιταλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι, όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) του εν λόγω σχεδίου νόμου αριθ. 292/93, «το ύψος των ενισχύσεων . . . τηρεί τα όρια που έχουν καθοριστεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 866/90» και ότι οι συνεταιρισμοί που θα επωφεληθούν από τις επιδοτήσεις «έχουν υλοποιήσει επενδύσεις που εμπίπτουν στους στόχους του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 866/90».

3. Το άρθρο 8 του κοινοποιηθέντος σχεδίου νόμου αριθ. 292/93 προβλέπει την έναρξη ισχύος του νόμου μόνον αφού εκδοθεί θετική απόφαση της Επιτροπής περί του συμβιβάσιμου κατά την έννοια των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης.

ΙΙ

Στο πλαίσιο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

Οι ιταλικές αρχές δήλωσαν ότι η ενίσχυση που προοριζόταν για τη μείωση των στοιχείων του παθητικού που προέκυπταν από τραπεζικά δάνεια για τη χρηματοδότηση επενδύσεων [σημείο 2 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση] «ανταποκρίνεται στους όρους που εγγυώνται την τήρηση των ορίων ανά κλάδο που προβλέπονται στο σημείο 2 του παραρτήματος της απόφασης 90/342/ΕΟΚ της Επιτροπής και είναι σύμφωνη με τους στόχους του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 866/90».

Οι ιταλικές αρχές υποστήριξαν ότι «μεταγενέστερη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των συνεταιρισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε πτώχευσή τους, με αρνητικές συνέπειες για το επίπεδο της απασχόλησης στην περιοχή».

Όσον αφορά τις άλλες προβλεπόμενες ενισχύσεις, οι ιταλικές αρχές πρόσθεσαν ότι «η ενίσχυση έχει έκτακτο και επικουρικό χαρακτήρα και προβλέπεται ενίσχυση εφάπαξ» και ότι «οι διαστάσεις της χρηματοδότησης - που ισοδυναμεί με 2,5 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες - φαίνονται πράγματι μικρές και δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν προβλήματα νόθευσης των κανόνων ανταγωνισμού».

Τέλος, οι ιταλικές αρχές επικαλούνται το επιχείρημα ότι η αγορά των προϊόντων ανθοκομίας δεν θα διαταραχθεί από τις δραστηριότητες των συνεταιρισμών και ότι οι δραστηριότητες αυτές θα είναι σημαντικές για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και διάσωσης του τοπίου.

ΙΙΙ

Κατά το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης, «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές».

Οι ενισχύσεις αποσκοπούν στην εξασφάλιση της επιβίωσης και της λειτουργίας των δικαιούχων συνεταιρισμών, οι οποίοι, χωρίς αυτές, θα είχαν υποχρεωθεί είτε να εκλείψουν από την αγορά είτε να υιοθετήσουν αποτελεσματικότερη οικονομική συμπεριφορά.

Ως εκ τούτου, βελτιώνουν την οικονομική κατάσταση των δικαιούχων επιχειρήσεων σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι δεν λαμβάνουν την αρωγή αυτή. Κατά συνέπεια, νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.

Αν ληφθεί υπόψη η αξία των συναλλαγών σε προϊόντα του τομέα των ζώντων φυτών και των προϊόντων ανθοκομίας [για το 1993: αποστολές από την Ιταλία προς την ΕΚ: 179,59 εκατομμύρια Ecu 7 αποστολές από την ΕΚ προς την Ιταλία: 303,07 εκατομμύρια Ecu (4)], οι εν λόγω ενισχύσεις είναι εκ φύσεως ικανές να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών διά της ευνοϊκής μεταχείρισης της εθνικής παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας εις βάρος των επιχειρηματιών των άλλων κρατών μελών.

Από την άποψη αυτή πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ούτε τα επιχειρήματα που πρόβαλε η ιταλική κυβέρνηση, όπως το σχετικά μικρό μέγεθος της δικαιούχου επιχειρήσεως ή η σχετικά μικρή σημασία μιας ενίσχυσης, όπως προβάλλεται από την ιταλική κυβέρνηση, δεν αποκλείουν, εκ προοιμίου, το ενδεχόμενο να επηρεαστούν οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

Βάσει των ανωτέρω, οι εξεταζόμενες ενισχύσεις αποτελούν κρατικές ενισχύσεις που πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

IV

1. Η αρχή του ασυμβίβαστου που τίθεται στο άρθρο 92 της συνθήκης γνωρίζει πάντως εξαιρέσεις.

2. Οι παρεκκλίσεις ως προς το εν λόγω ασυμβίβαστο που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 92 προδήλως δεν έχουν εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Άλλωστε, ούτε οι ιταλικές αρχές δεν τις επικαλέστηκαν.

3. Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 92 πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά κατά την εξέταση κάθε προγράμματος περιφερειακών ή τομεακών ενισχύσεων, ή κάθε μεμονωμένης περίπτωσης εφαρμογής καθεστώτων γενικών ενισχύσεων.

Μπορούν, ειδικότερα, να χορηγούνται μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι η ενίσχυση είναι αναγκαία για την υλοποίηση ενός από τους προβλεπόμενους στόχους. Η χορήγηση του ευεργετήματος των παρεκκλίσεων αυτών σε ενισχύσεις που δεν προσφέρουν παρόμοιο αντιστάθμισμα θα ισοδυναμούσε με το να δοθεί η δυνατότητα βλάβης των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών και των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, που δεν δικαιολογούνται από άποψη κοινοτικού συμφέροντος, αλλά και, ταυτόχρονα, αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων για τους επιχειρηματίες ορισμένων κρατών μελών.

4. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενίσχυση δεν προσφέρει κανένα αντιστάθμισμα αυτής της φύσεως. Πράγματι, η ιταλική κυβέρνηση δεν παρέσχε, αλλά ούτε η Επιτροπή διαπίστωσε, καμία αιτιολογία, η οποία να οδηγεί στη διαπίστωση ότι η εν λόγω ενίσχυση πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή μιας από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3.

5. Δεν πρόκειται για ενισχύσεις που αποσκοπούν στην προώθηση της υλοποίησης ενός σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο β), δεδομένου ότι, λόγω των συνεπειών που μπορούν να έχουν για τις συναλλαγές, οι ενισχύσεις αυτές αντιβαίνουν στο κοινό συμφέρον.

Δεν πρόκειται ούτε για μέτρα που τείνουν να διορθώσουν μια σοβαρή διαταραχή της οικονομίας του συγκεκριμένου κράτους μέλους, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως.

6. Οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η ιταλική κυβέρνηση οδηγούν την Επιτροπή να διατυπώσει τις ακόλουθες παρατηρήσεις και συμπεράσματα.

Όσον αφορά το προβαλλόμενο επιχείρημα, ότι δηλαδή χωρίς τις ενισχύσεις αυτές οι συνεταιρισμοί θα υποχρεώνονταν να κηρύξουν πτώχευση, είναι φυσιολογικό οι δυνάμεις που επενεργούν στην οικονομία της αγοράς να μπορούν να επιφέρουν το τέλος των μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.

Ωστόσο, όπως ανέφερε η Επιτροπή όταν κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, οι ενισχύσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά μόνον υπό ορισμένες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δηλαδή:

α) οι υπό κρίση ενισχύσεις πρέπει να χρησιμεύουν για την αντιμετώπιση χρηματοοικονομικών βαρών που απορρέουν από δάνεια που έχουν συναφθεί για τη χρηματοδότηση επενδύσεων που έχουν ήδη υλοποιηθεί 7

β) το σωρευτικό ισοδύναμο επιχορήγησης των ενισχύσεων που, ενδεχομένως, χορηγήθηκαν κατά τη σύναψη των δανείων και των επίμαχων ενισχύσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ποσοστά που γίνονται εν γένει αποδεκτά από την Επιτροπή, ήτοι, για τις επενδύσεις στον τομέα της μεταποίησης ή της εμπορίας, το 55 % για τα σχέδια που συμφωνούν με τα τομεακά προγράμματα ή με έναν από τους στόχους του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 866/90 του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1990, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (5), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2843/94 (6), και το 35 % για τα άλλα σχέδια, εφόσον δεν αποκλείονται από τα κριτήρια επιλογής που προβλέπονται στο σημείο 2 του παραρτήματος της απόφασης 90/342/ΕΟΚ της Επιτροπής (7), τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως για την εκτίμηση των ενισχύσεων σε σχέση με το άρθρο 92 της συνθήκης 7

γ) οι εξεταζόμενες ενισχύσεις πρέπει να συνοδεύονται με την ανάγκη νέου υπολογισμού του επιτοκίου νέων δανείων που γίνονται για να ληφθεί υπόψη η μεταβολή του κόστους δανεισμού ή πρέπει να αφορούν γεωργικές εκμεταλλεύσεις που προσφέρουν εγγυήσεις βιωσιμότητας, ιδίως στην περίπτωση που τα χρηματοοικονομικά βάρη που προκύπτουν από τα υφιστάμενα δάνεια θέτουν σε κίνδυνο τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, με ενδεχόμενη πτώχευσή τους.

Η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών αποβλέπει στο να εξασφαλίζεται ότι μπορούν να λάβουν τέτοιες ενισχύσεις εξυγίανσης μόνο οι εκμεταλλεύσεις/συνεταιρισμοί που, αν και είναι καταρχήν κερδοφόρες, βρίσκονται, λόγω της υλοποίησης μιας επένδυσης που αποσκοπεί στη διαρκή βελτίωση των γεωργικών διαρθρώσεων, σε κατάσταση έλλειψης χρημάτων λόγω εξαιρετικών και απρόβλεπτων περιστάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να καταλογιστούν στους εκμεταλλευόμενους το συνεταιρισμό.

Όσον αφορά τα διάφορα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 1 του σχεδίου νόμου αριθ. 292/93, το νομοθετικό κείμενο που κοινοποιήθηκε από τις ιταλικές αρχές, καθώς και οι συμπληρωματικές πληροφορίες και οι παρατηρήσεις που διαβιβάστηκαν στη συνέχεια δεν περιλαμβάνουν κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να συναχθεί ότι, στις διάφορες περιπτώσεις, πληρούνται όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται ανωτέρω.

Ως προς το αίτιο της ανισορροπίας της χρηματοοικονομικής κατάστασης των δικαιούχων συνεταιρισμών, σύμφωνα με το κριτήριο που αναφέρεται ανωτέρω στο στοιχείο α), μόνο τα βάρη δανείων που συνάπτονται για τη χρηματοδότηση επενδύσεων λαμβάνονται υπόψη. Βάσει του κριτηρίου αυτού, τα μέτρα ενισχύσεων που περιγράφονται στο μέρος Ι, παράγραφος 2 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση και στοιχείο γ) δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την πάγια πρακτική της Επιτροπής σε θέματα ενισχύσεων προς όφελος των συνεταιριστικών εκμεταλλεύσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες.

Οι ενισχύσεις που περιγράφονται στο μέρος Ι παράγραφος 2 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση και στοιχείο β) συνοδεύονται, ωστόσο, με την υλοποίηση των επενδύσεων, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου 6. Ωστόσο, βάσει του κριτηρίου που αναφέρεται ανωτέρω στο στοιχείο β), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνες με τους εφαρμοστέους κοινοτικούς κανόνες.

Αν και οι ιταλικές αρχές έχουν δηλώσει ότι τηρούνται οι στόχοι του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 866/90, καθώς και τα τομεακά όρια - δήλωση η οποία άλλωστε δεν περιέχεται στο σχέδιο νόμου αριθ. 292/93 ούτε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση των ενισχύσεων - η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, δεν της ανακοινώθηκαν τα στοιχεία που θα της επέτρεπαν να υπολογίσει το καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης, αν και ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες από την Επιτροπή, και αν και αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης.

Επιπλέον, όσον αφορά την προϋπόθεση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας που αναφέρεται ανωτέρω στο στοιχείο γ), οι ιταλικές αρχές δεν παρέσχαν, αλλά ούτε και η Επιτροπή μπόρεσε να διαπιστώσει, καμία παράμετρο ή άλλο οικονομικό κριτήριο για να στηρίξει τη βιωσιμότητα των δικαιούχων συνεταιρισμών.

Άλλωστε, η οικονομική βιωσιμότητα δεν αποτελεί conditio sine qua non για τη χορήγηση των ενισχύσεων, αλλά, δυνάμει του άρθρου 4 του σχεδίου νόμου αριθ. 292/93, μόνο ένα μεταξύ πολλών κριτηρίων για τον καθορισμό της προτεραιότητας χορήγησης των εν λόγω ενισχύσεων.

Εξάλλου, η Επιτροπή είχε αναφέρει στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, ότι οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι συνεταιρισμοί πρέπει να οφείλονται σε γεγονός εξωτερικό. Αντίθετα, οι πληροφορίες που ελήφθησαν από τις ιταλικές αρχές δεν της επιτρέπουν να αποκλείσει την υπόθεση ότι προορίζονται τουλάχιστον εν μέρει, για να καλύψουν δαπάνες που απορρέουν από την αναποτελεσματική διαχείριση του συνεταιρισμού.

Οι ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 του σχεδίου νόμου αριθ. 292/93, καθόσον δεν ανταποκρίνονται σε όλες τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στα στοιχεία α), β) και γ), λόγω του ότι δεν μπορούν να έχουν κανένα διαρκές αποτέλεσμα για την ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα, δεν συμβιβάζονται με την πάγια πρακτική της Επιτροπής.

7. Εξάλλου τα προβλεπόμενα μέτρα δεν τηρούν ούτες τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (8).

Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές εγκρίθηκαν από την Επιτροπή το 1994, μετά την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, και καθορίζουν τις γενικές κατευθύνσεις ως προς τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση σε όλους τους τομείς.

Στο γεωργικό τομέα, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, μπορεί, εάν το επιθυμεί, ως εναλλακτική λύση σε σχέση με τους ειδικούς κανόνες - οι οποίοι εφαρμόζονταν κατά την εποχή που κινήθηκε η διαδικασία, δεδομένου ότι κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχε εναλλακτική λύση - να εφαρμόσει για τους μεμονωμένους δικαιούχους τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές.

Οι ενισχύσεις για διάσωση πρέπει, σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, να συνίστανται, μεταξύ άλλων, σε ταμειακές ενισχύσεις υπό μορφή εγγύησης πιστώσεων ή επιστρεπτέων πιστώσεων με επιτόκιο ισοδύναμο με το αντίστοιχο της αγοράς.

Πάντοτε σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές για όλα τα σχέδια αναδιάρθρωσης, η προϋπόθεση sine qua non είναι ότι πρέπει να αποκαθιστούν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και υγεία της εταιρείας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και βάσει ρεαλιστικών υποθέσεων όσον αφορά τους μελλοντικούς όρους λειτουργίας. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης πρέπει να σχετίζεται με ένα βιώσιμο σχέδιο αναδιάρθρωσης/εξυγίανσης το οποίο υποβάλλεται με όλες τις σχετικές λεπτομέρειες στην Επιτροπή.

Επειδή καμία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν έχει τηρηθεί, οι εξεταζόμενες ενισχύσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως ενισχύσεις που αποσκοπούν στη διάσωση και στην αναδιάρθρωση επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα προαναφερθέντα μέτρα δεν δικαιούνται του ευεργετήματος των παρεκκλίσεων του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της συνθήκης που αφορούν ενισχύσεις που αποσκοπούν στην προώθηση ή τη διευκόλυνση της οικονομικής ανάπτυξης συγκεκριμένης περιφέρειας, καθώς και στην ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων.

8. Ως προς τη δραστηριότητα των συνεταιρισμών και, ιδίως, τη «σημασία της λειτουργίας τους για τη διάσωση του περιβάλλοντος» και «τον πρωταρχικό τους ρόλο για το πανοραμικό τοπίο της περιφέρειας της Λιγυρίας», οι ιταλικές αρχές δεν έδωσαν καμία διευκρίνιση στο ερώτημα, κατά πόσο και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό στόχος της ενίσχυσης ήταν (κατά πρώτο λόγο) η προστασία του περιβάλλοντος.

Οι αιτιολογίες που προβάλλει η ιταλική κυβέρνηση, επομένως, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από την Επιτροπή.

9. Βάσει των ανωτέρω, οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να υπαχθούν σε καμία από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 92 της συνθήκης και πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 του σχεδίου νόμου αριθ. 292/93 της περιφέρειας της Λιγυρίας δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΚ και δεν μπορούν να χορηγηθούν.

Άρθρο 2

Η Ιταλία υποχρεούται να καταργήσει τη διάταξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

Η Ιταλία ενημερώνει την Επιτροπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτήν.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 13 Μαρτίου 1996.

Για την Επιτροπή

Franz FISCHLER

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. L 55 της 2. 3. 1968, σ. 1.

(2) ΕΕ αριθ. L 349 της 31. 12. 1994, σ. 105.

(3) ΕΕ αριθ. C 159 της 10. 6. 1994, σ. 3.

(4) Eurostat-Comext.

(5) ΕΕ αριθ. L 91 της 6. 4. 1990, σ. 1.

(6) ΕΕ αριθ. L 302 της 25. 11. 1994, σ. 1.

(7) ΕΕ αριθ. L 163 της 29. 6. 1990, σ. 71.

(8) ΕΕ αριθ. C 368 της 23. 12. 1994, σ. 12.