Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1239/95 της Επιτροπής της 31ης Μαΐου 1995 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες ενώπιον του γραφείου και τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 121 της 01/06/1995 σ. 0037 - 0059
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1239/95 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 31ης Μαΐου 1995 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες ενώπιον του γραφείου και τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1994 για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (1), και ιδίως το άρθρο 114, Εκτιμώντας: ότιο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2100/94 (εφεξής καλούμενος «βασικός κανονισμός») θεσπίζει ένα νέο κοινοτικό καθεστώς για τα δικαιώματα φυτικών ποικιλιών, βάσει του οποίου το δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας ισχύει σε όλη την Κοινότητα 7 ότι το καθεστώς αυτό πρέπει να εφαρμόζεται αποτελεσματικά, το ταχύτερο δυνατόν, από το κοινοτικό γραφείο φυτικών ποικιλιών, το οποίο θα επικουρείται από γραφεία εξέτασης για τη διεκπεραίωση της τεχνικής εξέτασης των σχετικών φυτικών ποικιλιών και ότι μπορεί να προσφύγει στις υπηρεσίες των εγκεκριμένων εθνικών οργανισμών ή της δικής του τοπικής υπηρεσίας που θα ιδρυθεί για αυτόν το σκοπό 7 όρι πρέπει, στο πλαίσιο αυτό, να καθοριστούν οι σχέσεις μεταξύ του γραφείου και των τοπικών του υπηρεσιών, των γραφείων εξέτασης και των εθνικών οργανισμών 7 ότι κατά των αποφάσεων του γραφείου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών, το οποίο πρέπει να ιδρυθεί και να καθοριστούν οι διατάξεις και η ενώπιόν του ακολουθητέα διαδικασία 7 ότι ενδέχεται να συσταθούν εφόσον παραστεί ανάγκη, και άλλα τμήματα προσφυγών, από το διοικητικό συμβούλιο 7 ότι ορισμένες διατάξεις των άρθρων 23, 29, 34, 35, 36, 42, 45, 46, 49, 50, 58, 81, 85, 87, 88 και 100 του βασικού κανονισμού προβλέπουν ήδη ρητώς ότι πρέπει ή δύνανται να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή τους 7 ότι θα θεσπιστούν και άλλοι λεπτομερείς κανόνες για τον ίδιο σκοπό, εφόσον απαιτηθούν διευκρινίσεις 7 ότι η έναρξη ισχύος της μεταβίβασης κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικών ποικιλιών ή η μεταβίβαση σχετικής εξουσιοδότησης πρέπει να καθοριστεί στους κανόνες περί καταχώρισης στα μητρώα 7 ότι έγιναν διαβουλεύσεις με το διοικητικό συμβούλιο του κοινοτικού γραφείου φυτικών ποικιλιών 7 ότι τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Μόνιμης Επιτροπής Δικαιωμάτων επί Φυτικών Ποικιλιών, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΤΙΤΛΟΣ Ι ΔΙΑΔΙΚΟΙ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΔΙΑΔΙΚΟΙ Άρθρο 1 Διάδικοι 1. Τα ακόλουθα πρόσωπα μπορούν να είναι διάδικοι ενώπιον του κοινοτικού γραφείου φυτικών ποικιλιών, που καλείται στο εξής γραφείο: α) ο υποβάλλων αίτημα για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας 7 β) ο, κατά το άρθρο 59 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ενιστάμενος 7 γ) ο κάτοχος ή οι κάτοχοι κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, που καλείται στο εξής «κάτοχος» 7 δ) οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο πρέπει να υποβάλει αίτηση ή προσφυγή προκειμένου το γραφείο να εκδώσει απόφαση. 2. Το γραφείο μπορεί να επιτρέψει σε πρόσωπο που δεν αναφέρεται στην παράγραφο 1, αλλά το οποίο είναι άμεσα και προσωπικώς ενδιαφερόμενο, κατόπιν εγγράφου αιτήσεώς του, να συμμετάσχει ως διάδικος. 3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και κάθε οργανισμός εξομοιούμενος με νομικό πρόσωπο σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται σε αυτόν, θεωρείται πρόσωπο κατά την έννοια των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2. Άρθρο 2 Προσδιορισμός των διαδίκων 1. Οι διάδικοι προσδιορίζονται με το όνομα και τη διεύθυνσή τους. 2. Το όνομα των φυσικών προσώπων περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμό τους. Η ονομασία των νομικών προσώπων καθώς και των εταιρειών ή των επιχειρήσεων είναι η επίσημη επωνυμία τους. 3. Η διεύθυνση περιλαμβάνει όλες τις σχετικές διοικητικές πληροφορίες, περιλαμβανομένης της ονομασίας του κράτους στο οποίο βρίσκεται ο τόπος διαμονής ή η έδρα ή είναι εγκατεστημένος ο διάδικος. Κατά προτίμηση αναφέρεται μία μόνον διεύθυνση για κάθε διάδικο 7 σε περίπτωση αναφοράς περισσοτέρων της μιας διευθύνσεων, λαμβάνεται υπόψη μόνον η πρώτη, εκτός εάν ο διάδικος ορίσει μία άλλη διεύθυνση ως αντίκλητο. 4. Σε περίπτωση που ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, αναφέρεται με το όνομα και τη διεύθυνση του φυσικού προσώπου που τον εκπροσωπεί νομίμως, δυνάμει της σχετικής εθνικής νομοθεσίας. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στο φυσικό αυτό πρόσωπο. Το γραφείο μπορεί να παρεκκλίνει από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου πρώτη φράση. 5. Σε περίπτωση που διάδικος είναι η Επιτροπή ή κράτος μέλος, ορίζεται αντιπρόσωπος για κάθε διαδικασία στην οποία λαμβάνουν μέρος. Άρθρο 3 Γλώσσες των διαδίκων 1. Η γλώσσα μεταξύ των επισήμων γλωσσών των Κοινοτήτων, που επιλέγει ο διάδικος στο πρώτο έγγραφο που υποβάλλει στο γραφείο και υπογράφει προκειμένου να το υποβάλει, χρησιμοποιείται από το διάδικο μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως από το γραφείο. 2. Αν διάδικος υποβάλει έγγραφο, υπογεγραμμένο από αυτόν, συντεταγμένο σε επίσημη γλώσσα των Κοινοτήτων, πέρα από εκείνη που χρησιμοποίησε ο διάδικος σύμφωνα με την παράγραφο 1, το εγγραφο αυτό θεωρείται ότι παρελήφθη μόλις το γραφείο λάβει τη μετάφραση αυτού, η οποία γίνεται από άλλες υπηρεσίες. Το γραφείο μπορεί να επιτρέψει παρεκκλίσεις από αυτήν την υποχρέωση. 3. Αν διάδικος χρησιμοποιεί στην προφορική διαδικασία γλώσσα διαφορετική από εκείνη την επίσημη γλώσσα των Κοινοτήτων που χρησιμοποιείται είτε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του γραφείου, είτε από άλλο διάδικο, είτε από αμφότερους, και η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται από αυτόν, οφείλει να μεριμνήσει για ταυτόχρονη διερμηνεία. Αν δεν μεριμνήσει σχετικώς, η προφορική διαδικασία μπορεί να συνεχισθεί στις γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του γραφείου και οι άλλοι διάδικοι. Άρθρο 4 Γλώσσες της προφορικής διαδικασίας και της αποδεικτικής διαδικασίας 1. Οι διάδικοι, οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες που λαμβάνουν τον λόγο στην προφορική διαδικασία, στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, πρέπει να χρησιμοποιούν μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. 2. Αν αποφασιστεί η διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, και αν διάδικος, μάρτυρας ή πραγματογνώμονας, αδυνατούν να εκφραστούν ευχερώς σε μία από τις επίσημες γλώσσες των Κοινοτήτων, μπορούν να λάβουν το λόγο μόνον εφόσον ο διάδικος που υπέβαλε το σχετικό αίτημα μεριμνήσει για διερμηνεία σε μία από τις γλώσσες που μπορούν από κοινού να χρησιμοποιήσουν όλοι οι διάδικοι, ή, σε περίπτωση αδυναμίας, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του γραφείου. Το γραφείο μπορεί να επιτρέψει παρέκκλιση από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου. 3. Δηλώσεις υπαλλήλων του γραφείου, διαδίκων, μαρτύρων και πραγματογνωμόνων που διατυπώνονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες των Κοινοτήτων στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας ή της αποδεικτικής διαδικασίας, καταχωρίζονται στα πρακτικά στη γλώσσα που διατυπώθηκαν. Παρατηρήσεις που διατυπώνονται σε άλλη γλώσσα καταχωρίζονται στη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι υπάλληλοι του γραφείου. Άρθρο 5 Μετάφραση των εγγράφων των διαδίκων 1. Αν διάδικος υποβάλει έγγραφο σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το γραφείο μπορεί να ζητήσει μετάφραση των παραληφθέντων εγγράφων από το διάδικο στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο διάδικος ή στη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του γραφείου. 2. Αν πρόκειται να υποβληθεί ή έχει υποβληθεί μετάφραση εγγράφου από διάδικο, το γραφείο μπορεί να ζητήσει την υποβολή βεβαίωσης που να πιστοποιεί ότι η μετάφραση αντιστοιχεί στο πρωτότυπο κείμενο εντός προθεσμίας που αυτό τάσσει. 3. Ελλείψει υποβολής της μετάφρασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και της βεβαίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, το εν λόγω έγγραφο θεωρείται ότι δεν παρελήφθη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Τμήμα 1 Επιτροπές του γραφείου Άρθρο 6 Προσόντα των μελών των Επιτροπών 1. Οι επιτροπές που προβλέπονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, συντίθεται, κατά τη διακριτική ευχέρεια του προέδρου του γραφείου, από μέλη που έχουν είτε τεχνική είτε νομική κατάρτιση και από τις δύο. 2. Τα μέλη με τεχνική κατάρτιση πρέπει να είναι πτυχιούχοι ή να έχουν αναγνωρισμένη εμπειρία στον τομέα της φυτολογίας. 3. Τα μέλη με νομική κατάρτιση πρέπει να έχουν πτυχίο νομικής ή αναγνωρισμένη εμπειρία στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας ή στην καταχώριση φυτικών ποικιλιών. Άρθρο 7 Αποφάσεις της επιτροπής 1. Η επιτροπή, εκτός από τις αποφάσεις που εκδίδει βάσει του άρθρου 35 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, εκδίδει αποφάσεις σχετικά με: - τη μη αναστολή της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το άρθρο 67 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, - την προδικαστική αναθεώρηση κατά το άρθρο 70 του βασικού κανονισμού, - την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση κατά το άρθρο 80 του βασικού κανονισμού και - την κατανομή δαπανών κατά το άρθρο 85 παράγραφος 2 και το άρθρο 75 του παρόντος κανονισμού. 2. Οι αποφάσεις της επιτροπής λαμβάνονται με πλειοψηφία των μελών της. Άρθρο 8 Εξουσία των μελών των επιτροπών ατομικώς 1. Η επιτροπή ορίζει ένα από τα μέλη ως εισηγητή ενεργούντα εξ ονόματός της. 2. Ειδικότερα ο εισηγητής: α) εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπει το άρθρο 25 και επιμελείται της παραδόσεως των εκθέσεων των γραφείων εξέτασης 7 β) παρακολουθεί τη διαδικασία εντός του γραφείου, επισημαίνοντας ιδίως σφάλματα που πρέπει να διορθώσει ο διάδικος, και καθορίζοντας τις προθεσμίες και γ) διασφαλίζει τη στενή διαβούλευση και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερομένων διαδίκων. Άρθρο 9 Ρόλος του προέδρου Ο πρόεδρος του γραφείου μεριμνά για τη συνέπεια των εκδιδομένων υπό την ευθύνη του αποφάσεων. Ειδικότερα καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους λαμβάνονται οι αποφάσεις επί ενστάσεων βάσει του άρθρου 59 του βασικού κανονισμού, όπως επίσης και οι αποφάσεις κατά τα άρθρα 61, 62, 63 και 66 του βασικού κανονισμού. Άρθρο 10 Διαβουλεύσεις Οι υπάλληλοι του γραφείου μπορούν, άνευ επιβαρύνσεων, να χρησιμοποιούν τα γραφεία των εθνικών οργανισμών στους οποίους ανατίθενται ορισμένα διοικητικά καθήκοντα σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού και των γραφείων εξέτασης για την πραγματοποίηση των περιοδικών διαβουλεύσεων με τους διαδίκους και τρίτα πρόσωπα. Τμήμα 2 Τμήματα προσφυγών Άρθρο 11 Τμήματα προσφυγών 1. Συνιστάται τμήμα προσφυγών προκειμένου να αποφαίνεται επί των προσφυγών κατά αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 67 του βασικού κανονισμού. Αν είναι αναγκαίο, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί, κατόπιν προτάσεως του γραφείου, να συστήσει και άλλα τμήματα προσφυγών. Στην περίπτωση αυτή, καθορίζει την κατανομή εργασίας μεταξύ των συσταθέντων τμημάτων προσφυγών. 2. Κάθε τμήμα προσφυγών συντίθεται από μέλη που διαθέτουν τεχνική ή νομική κατάρτιση. Το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3, εφαρμόζεται κατ' αναλογία. Ο πρόεδρος πρέπει να είναι νομικός. 3. Η εξέταση μιας προσφυγής ανατίθεται από τον πρόεδρο της επιτροπής προσφυγών σε ένα από τα μέλη του, το οποίο ορίζεται ως εισηγητής. Η εξέταση περιλαμβάνει, εφόσον απαιτείται, αποδεικτική διαδικασία. 4. Οι αποφάσεις του τμήματος προσφυγών λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Άρθρο 12 Γραμματεία για το τμήμα προσφυγών 1. Ο πρόεδρος του γραφείου δημιουργεί γραμματεία για το τμήμα προσφυγών 7 υπάλληλοι του γραφείου αποκλείονται από τη γραμματεία, εφόσον μετείχαν στη διαδικασία που αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση. 2. Οι υπάλληλοι της γραμματείας αυτής είναι ειδικότερα υπεύθυνοι για: - την τήρηση των πρακτικών της προφορικής διαδικασίας και της αποδεικτικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 63 και - τον προσδιορισμό των δαπανών που κατανέμονται δυνάμει του άρθρου 85 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού και του άρθρου 76 του παρόντος κανονισμού, - τη βεβαίωση των διακανονισμών δαπανών κατά το άρθρο 77 του παρόντος κανονισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΓΡΑΦΕΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ Άρθρο 13 Ανάθεση σε γραφείο εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού 1. Στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο αναθέτει την τεχνική εξέταση στο αρμόδιο γραφείο ενός κράτους μέλους, ο πρόεδρος του γραφείου κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση στο συγκεκριμένο γραφείο, στο εξής καλούμενο γραφείο εξέτασης. Η ανάθεση αρχίζει να ισχύει από την ημέρα κοινοποίησης της σχετικής απόφασης από τον πρόεδρο του γραφείου. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται κατ' αναλογία στην περίπτωση ανάκλησης της ανάθεσης στο γραφείο εξέτασης, κατά το άρθρο 15 παράγραφος 6. 2. Οι υπάλληλοι του γραφείου εξέτασης που λαμβάνουν μέρος στην τεχνική εξέταση, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν χωρίς άδεια ή να γνωστοποιήσουν σε οποιοδήποτε αναρμόδιο πρόσωπο περιστατικά, έγγραφα ή πληροφορίες, που περιέχονται σε γνώση τους κατά τη διάρκεια ή σε σχέση με την τεχνική εξέταση 7 η δέσμευση αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά την περάτωση της σχετικής τεχνικής εξέτασης, μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία και μετά την ανάκληση της ανάθεσης στο οικείο γραφείο εξέατασης. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία για το υλικό της ποικιλίας, που έχει διατεθεί από τον αιτούντα στο γραφείο εξέτασης. 4. Το γραφείο ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 και αποφαίνεται ως προς τον αποκλεισμό ή τις εξαιρέσεις των υπαλλήλων των γραφείων εξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Άρθρο 14 Ανάθεση γραφείο εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού 1. Στην περίπτωση που το γραφείο προτίθεται να αναθέσει σε οργανισμούς την ευθύνη για την τεχνική εξέταση ποικιλιών, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση, επεξηγηματικό έγγραφο ως προς την τεχνική καταλληλότητα του συγκεκριμένου οργανισμού για να θεωρηθεί γραφείο εξέτασης. 2. Στην περίπτωση που το γραφείο προτίθεται να ιδρύσει δική του τοπική υπηρεσία για την τεχνική εξέταση ποικιλιών, διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση, επεξηγηματικό έγγραφο ως προς την τεχνική και οικονομική καταλληλότητα ίδρυσης τέτοιας τοπικής υπηρεσίας για τον σκοπό αυτό και για την έδρα της τοπικής αυτής υπηρεσίας. 3. Στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δώσει τη συγκατάθεσή του στα επεξηγηματικά έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, ο πρόεδρος του γραφείου κοινοποιεί την ανάθεση στον οργανισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή, αντίστοιχα, δημοσιεύει την ανάθεση σε τοπική υπηρεσία που αναφέρεται στην παράγραφο 2, στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ανάκληση της ανάθεσης επιτρέπεται μόνον με τη συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου. Το άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται, κατ' αναλογία, στους υπαλλήλους του αναφερόμενου στην παράγραφο 1 οργανισμού. Άρθρο 15 Υλοποίηση της ανάθεσης 1. Η ανάθεση σε γραφείο εξέτασης γίνεται με γραπτή συμφωνία μεταξύ του γραφείου και του γραφείου εξέτασης, η οποία προβλέπει την πραγματοποίηση της τεχνικής εξέτασης ποικιλιών από το γραφείο εξέτασης και την καταβολή αμοιβής που αναφέρεται στο άρθρο 58 του βασικού κανονισμού. Στην περίπτωση της τοπικής υπηρεσίας που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες λειτουργίας του γραφείου. 2. Η σύναψη της γραπτής συμφωνίας συνεπάγεται ότι πράξεις που πραγματοποιήθηκαν ή θα πραγματοποιηθούν από υπαλλήλους του γραφείου εξέτασης βάσει της συμφωνίας αυτής, θεωρούνται, έναντι τρίτων, ως πράξεις του γραφείου. 3. Στην περίπτωση που το γραφείο εξέτασης προτίθεται να προσφύγει σε υπηρεσίες άλλων οργανισμών που διαθέτουν τεχνική εξειδίκευση, σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, οι οργανισμοί αυτοί πρέπει ήδη να αναφέρονται στην γραπτή συμφωνία με το γραφείο. Το άρθρο 81 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού και το άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους αρμόδιους υπαλλήλους οι οποίοι αναλαμβάνουν γραπτή δέσμευση να τηρήσουν την υποχρέωση εχεμύθειας. 4. Η καταβολή της αμοιβής από το γραφείο στο γραφείο εξέτασης γίνεται σύμφωνα με τα ανώτατα και κατώτατα όρια που θα περιληφθούν στον παρόντα κανονισμό το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999, βάσει του άρθρου 93 παράγραφος 1. Τα καθοριζόμενα ανώτατα και κατώτατα όρια μπορούν να τροποποιηθούν μόνον κατόπιν τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1238/95 της Επιτροπής (1) (περί τελών). 5. Το γραφείο εξέτασης υποβάλλει περιοδικά στο γραφείο έκθεση κατανομής των δαπανών για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης τεχνικής εξέτασης και για τη διατήρηση των απαραιτήτων συλλογών αναφοράς. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, το γραφείο εξέτασης υποβάλλει στο γραφείο χωριστή έκθεση ελέγχου των οργανισμών. 6. Η ανάκληση της ανάθεσης σε γραφείο εξέτασης δεν παράγει αποτελέσματα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η καταγγελία της γραπτής συμφωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙ ΦΥΤΙΚΗΣ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ Τμήμα 1 Ενέργειες του αιτούντος Άρθρο 16 Υποβολή της αίτησης 1. Η αίτηση για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας υποβάλλεται εις διπλούν στο γραφείο, ή γραπτώς εις τριπλούν στον εγκεκριμένο εθνικό οργανισμό, ή στις τοπικές υπηρεσίες, που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. 2. Η ενημέρωση, για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 49 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, περιλαμβάνει: - στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος και, εφόσον απαιτείται, του αντιπροσώπου του, - τον εθνικό οργανισμό ή την τοπική υπηρεσία. όπου υποβλήθηκε η αίτηση για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας και - την προσωρινή ονομασία της εν λόγω ποικιλίας. 3. Το γραφείο διαθέτει, ατελώς, τα ακόλουθα έντυπα, που πρέπει να συμπληρώσει και να υπογράψει ο αιτών: α) έντυπο αίτησης και ερωτηματολόγιο τεχνικών στοιχείων για υποβολή αίτησης για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας 7 β) έντυπο παροχής των πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 2, στο οποίο διευκρινίζονται οι συνέπειες παράληψης υποβολής αυτών των στοιχείων. Άρθρο 17 Παραλαβή της αίτησης 1. Όταν ο εξουσιοδοτημένος εθνικός οργανισμός ή ιδρυθείσα τοπική υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4 του κανονισμού, παραλαμβάνει την αίτηση, διαβιβάζει μαζί με την αίτηση και σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, απόδειξη παραλαβής της αίτησης στο γραφείο. Η απόδειξη παραλαβής πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τον αριθμό πρωτοκόλλου του εθνικού οργανισμού, τον αριθμό των διαβιβαζομένων εγγράφων και την ημερομηνία παραλαβής από τον εθνικό οργανισμό ή την τοπική υπηρεσία. Αντίγραφο της διαβιβαζόμενης απόδειξης παραλαβής χορηγείται στον αιτούντα από τον εθνικό οργανισμό ή την τοπική υπηρεσία. 2. Όταν το γραφείο παραλαμβάνει απευθείας την αίτηση από τον αιτούντα ή μέσω τοπικής υπηρεσίας ή εθνικού οργανισμού, με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων, χορηγεί στα έγγραφα που συνθέτουν την αίτηση αριθμό πρωτοκόλλου και η ημερομηνία παραλαβής από το γραφείο και χορηγεί στον αιτούντα απόδειξη παραλαβής. Η απόδειξη παραλαβής πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τον αριθμό πρωτοκόλλου του γραφείου, τον αριθμό των υποβληθέντων εγγράφων, την ημερομηνία παραλαβής από το γραφείο και την ημερομηνία υποβολής της αίτησης κατά την έννοια του άρθρου 51 του βασικού κανονισμού. Αντίγραφο της απόδειξης παραλαβής χορηγείται στον εθνικό οργανισμό ή στην τοπική υπηρεσία στην περίπτωση που το γραφείο παραλαμβάνει την αίτηση μέσω αυτών. 3. Στην περίπτωση που το γραφείο παραλαμβάνει την αίτηση μέσω τοπικής υπηρεσίας ή εθνικού οργανισμού μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της εκ μέρους του αιτούντος, η ημερομηνία της αίτησης κατά το άρθρο 51 του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής από το γραφείο, εκτός αν το γραφείο κρίνει βάσει επαρκών εγγράφων αποδείξεων ότι ο αιτών το έχει ενημερώσει σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 1 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού και του άρθρου 16 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 18 Οι όροι που προβλέπει το άρθρο 50 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού 1. Αν το γραφείο διαπιστώσει ότι η αίτηση δεν πληροί τους όρους του άρθρου 50 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, ενημερώνει τον αιτούντα για τις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν και ότι μόνο η ημερομηνία παραλαβής των στοιχείων που θα αποκαταστήσουν τις κοινοποιηθείσες ελλείψεις θα θεωρηθεί ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης, κατά την έννοια του άρθρου 51 του βασικού κανονισμού. 2. Μία αίτηση θεωρείται ότι πληροί τους όρους του άρθρου 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του βασικού κανονισμού, εφόσον αναφέρονται η ημερομηνία και η χώρα της πρώτης διάθεσης κατά την έννοια του άρθρου 10 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, ή ελλείψει διάθεσης, σχετική δήλωση. 3. Μία αίτηση θεωρείται ότι πληροί τους όρους του άρθρου 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) του βασικού κανονισμού, εφόσον περιέχει, στο βαθμό που γνωρίζει ο αιτών, την ημερομηνία τυχόν προγενέστερης αίτησης για την εν λόγω ποικιλία και το κράτος και εφόσον η προγενέστερη αίτηση αφορά: - αίτηση για τη χορήγηση δικαιώματος ιδιοκτησίας επί της ποικιλίας και - αίτηση για επίσημη έγκριση της ποικιλίας για πιστοποίηση και διάθεση στο εμπόριο, εφόσον η επίσημη έγκριση περιλαμβάνει περιγραφή της ποικιλίας, σε κράτος μέλος ή σε μέλος της διεθνούς ενώσεως προστασίας φυτών. Άρθρο 19 Οι όροι που προβλέπει το άρθρο 50 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού 1. Αν το γραφείο διαπιστώσει ότι η αίτηση δεν συμφωνεί με τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 ή του άρθρου 16, εφαρμόζει το άρθρο 17 παράγραφος 2, αλλά ζητεί από τον αιτούντα να αποκαταστήσει τις διαπιστωθείσες ελλείψεις εντός προθεσμίας που τάσσει το γραφείο. Εάν δεν αποκατασταθούν σε εύθετο χρόνο οι ελλείψεις που έχουν ανακοινωθεί, το γραφείο απορρίπτει αμέσως την αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. 2. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα πληροφοριακά στοιχεία: α) την ιθαγένεια του αιτούντος, εάν είναι φυσικό πρόσωπο, και το διορισμό του ως διαδίκου, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, καθώς και, αν δεν είναι ο δημιουργός, το όνομα και τη διεύθυνση του δημιουργού της ποικιλίας 7 β) τη λατινική ονομασία του γένους ή της διάκρισης στην οποία ανήκει η ποικιλία καθώς και την κοινή ονομασία 7 γ) την περιγραφή των χαρακτηριστικών της ποικιλίας στην οποία ιδίως θα διευκρινίζεται, κατά τη γνώμη του αιτούντος, κατά τι αυτή διακρίνεται σαφώς από άλλες ποικιλίες 7 οι άλλες αυτές ποικιλίες μπορούν να αναφερθούν ως ποικιλίες αναφοράς για τις δοκιμές 7 δ) την καλλιέργεια, διατήρηση και αναπαραγωγή της ποικιλίας 7 η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει ιδίως στοιχεία ως προς: - τα χαρακτηριστικά, την ονομασία της ποικιλίας ή, ελλείψει ονομασίας, τον προσωρινό χαρακτηρισμό και καλλιέργεια φυτών άλλης ποικιλίας ή άλλων ποικιλιών, το υλικό των οποίων πρέπει να χρησιμοποιείται επανειλημμένα για την παραγωγή της ποικιλίας ή - τα χαρακτηριστικά που έχουν τροποποιηθεί γενετικώς στην περίπτωση, που η συγκεκριμένη ποικιλία αποτελεί έναν γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 της οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1) 7 ε) την περιοχή και τη χώρα στην οποία δημιουργήθηκε, ανακαλύφθηκε και αναπτύχθηκε η ποικιλία 7 στ) την ημερομηνία και τη χώρα της πρώτης διάθεσης των συστατικών της ποικιλίας ή συγκομιδής της ποικιλίας, προς αναγνώριση του νέου κατά το άρθρο 10 του κανονισμού ή, ελλείψει αυτών, δήλωση ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι ακόμη διαθέσιμα 7 ζ) τη μνεία της αρχής στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση και του αριθμού πρωτοκόλλου της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 3 7 η) υφιστάμενα εθνικά δικαιώματα επί φυτικής ποικιλίας ή ενδεχόμενο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τη συγκεκριμένη ποικιλία εντός της Κοινότητας. 3. Το γραφείο μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε αναγκαία πληροφόρηση ή τεκμηρίωση, καθώς επίσης, εφόσον χρειάζονται επαρκή σχέδια ή φωτογραφίες για τη διενέργεια της τεχνικής εξέτασης, εντός τακτής προθεσμίας που ορίζεται. 4. Στην περίπτωση κατά την οποία η σχετική ποικιλία αντιπροσωπεύει γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ, το γραφείο θα ζητήσει από τον αιτούντα να υποβάλει αντίγραφο της γραπτής συγκατάθεσης των αρμόδιων αρχών ότι η ποικιλία δεν προκαλεί κινδύνους στο περιβάλλον από την τεχνική εξέταση πουπροβλέπεται στα άρθρα 55 και 56 του βασικού κανονισμού και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας. Άρθρο 20 Προτεραιότητα αξίωσης Εάν ο αιτών αξιώνει δικαίωμα προτεραιότητας για αίτηση η οποία σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού δεν είναι η παλαιότερη από χρονολογική άποψη βάσει αυτών που πρέπει να προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 πρώτη περίπτωση, το γραφείο προσδιορίζει ότι η ημερομηνία προτεραιότητας μπορεί μόνο να δοθεί στην εν λόγω παλαιότερη αίτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία το γραφείο εξέδωσε αποδεικτικό παραλαβής στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία καταχώρησης αιτήσεως, η οποία δεν είναι παλαιότερη από χρονολογικής απόψεως βάσει των στοιχείων που πρέπει να προσδιορίζονται, η εν λόγω ημερομηνία προτεραιότητας θεωρείται άκυρη. Άρθρο 21 Δικαίωμα επί κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας 1. Σε περίπτωση που διεκδικητική αγωγή δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού κατά του αιτούντος έχει εγγραφεί στο πρωτόκολλο αιτήσεων για τη χορήγηση κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών, το γραφείο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία αίτησης. Το γραφείο μπορεί να ορίσει ημερομηνία κατά την οποία προτίθεται να συνεχίσει την εκκρεμούσα ενώπιόν του διαδικασία. 2. Στην περίπτωση που τελεσίδικη απόφαση ή άλλης μορφής περάτωση της αγωγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καταχωριστεί στο πρωτόκολλο των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών, το γραφείο συνεχίζει τη διαδικασία. Μπορεί να τη συνεχίσει ενωρίτερα, αλλά όχι πριν από την ημερομηνία που έχει ήδη οριστεί κατά την παράγραφο 1. 3. Στην περίπτωση μεταβίβασης σε άλλο πρόσωπο κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, η οποία αφορά το γραφείο, το πρόσωπο αυτό μπορεί να συνεχίσει την αίτηση του πρώτου αιτούντος ως δική του, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνει σχετικώς το γραφείο εντός μηνός από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο μητρώο αιτήσεων για κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικής ποικιλίας. Τέλη οφειλόμενα κατά το άρθρο 83 του βασικού κανονισμού και ήδη καταβληθέντα από τον πρώτο αιτούντα, θεωρούνται ότι κατεβλήθησαν από το νέο αιτούντα. Τμήμα 2 Διεξαγωγή της τεχνικής εξέτασης Άρθρο 22 Απόφαση ως προς τις κατευθυντήριες αρχές βάσει των οποίων γίνεται η εξέταση 1. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει κατόπιν προτάσεως του προέδρου του γραφείου, ως προς τις κατευθυντήριες αρχές βάσει των οποίων γίνεται η εξέταση. Η ημερομηνία και τα προς εξέταση είδη της απόφασης δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα που αναφέρεται στο άρθρο 87. 2. Ελλείψει σχετικής αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, ο πρόεδρος του γραφείου αποφασίζει προσωρινώς. Η προσωρινή απόφαση παύει να υφίσταται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου. Στην περίπτωση που η προσωρινή απόφαση του προέδρου του γραφείου διαφέρει από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, τεχνική εξέταση που άρχισε πριν από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου δεν επηρεάζεται. Το διοικητικώ συμβούλιο είναι δυνατόν να αποφασίσει διαφορετικά εάν το επιβάλουν οι περιστάσεις. Άρθρο 23 Εξουσιοδότηση στον πρόεδρο του γραφείου 1. Στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει ως προς τις κατευθυντήριες αρχές βάσει των οποίων γίνεται η εξέταση, εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο του γραφείου να προσθέσει επί πλέον χαρακτηριστικά της ποικιλίας, και την έκφραση των χαρακτηριστικών αυτών. 2. Στην περίπτωση που ο πρόεδρος του γραφείου κάνει χρήση της εξουσιοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το άρθρο 22 παράγραφος 2 εφαρμόζεται κατ' αναλογίαν. Άρθρο 24 Ενημέρωση του γραφείου εξέτασης από το γραφείο Σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, το γραφείο διαβιβάζει στο γραφείο εξέτασης αντίγραφα των ακολούθων εγγράφων που αφορούν τη συγκεκριμένη ποικιλία: α) της αίτησης, του τεχνικού ερωτηματολογίου και κάθε άλλου εγγράφου που υπέβαλε ο αιτών, που περιέχει στοιχεία ως προς τη διεξαγωγή της τεχνικής εξέτασης 7 β) των εντύπων που συμπλήρωσε ο αιτών κατά το άρθρο 86 7 γ) των εγγράφων των σχετικών με τυχόν ένσταση που υποστηρίζει ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι των άρθρων 7 έως 9 του βασικού κανονισμού. Άρθρο 25 Συνεργασία μεταξύ του γραφείου και του γραφείου εξέτασης Οι υπάλληλοι υο γραφείου εξέτασης που είναι υπεύθυνοι για την τεχνική εξέταση, συνεργάζονται επί όλων των θεμάτων με τον εισηγητή που ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1. Η συνεργασία αυτή αφορά τουλάχιστον τα ακόλουθα θέματα: α) παρακολούθηση από πλευράς εισηγητή της διεξαγωγής της τεχνικής εξέτασης που περιλαμβάνει επιθεώρηση των χώρων και των αγροτεμαχίων πειραματισμού, καθώς και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν στις δοκιμές 7 β) ενημέρωση από το γραφείο εξέτασης σχετικά με τις λεπτομέρειες τυχόν προηγούμενης διαθέσεως της ποικιλίας στο εμπόριο, με την επιφύλαξη των άλλων ερευνών που πραγματοποιήθηκαν από το γραφείο 7 γ) υποβολή ενδιάμεσων εκθέσεων σχετικά με κάθε περίοδο καλλιέργειας από το γραφείο εξέτασης προς το γραφείο. Άρθρο 26 Τύπος των εκθέσεων εξέτασης 1. Η κατά το άρθρο 57 του κανονισμού έκθεση εξέτασης, υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο του γραφείου εξέτασης και αναφέρει ότι υπόκειται στα αποκλειστικά δικαιώματα διάθεσης του γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. 2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν σε όλες τις ενδιάμεσες εκθέσεις που υποβάλλονται προς το γραφείο. Το γραφείο εξέτασης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω ενδιάμεσης έκθεσης απευθείας στον αιτούντα. Άρθρο 27 Άλλες εκθέσεις εξέτασης 1. Μία έκθεση εξέτασης σχετικά με τα αποτελέσματα της τεχνικής εξέτασης, η οποία διενεργήθηκε ή διενεργείται σε ένα κράτος μέλος από ένα από τα εξουσιοδοτημένα γραφεία για συγκεκριμένο είδος φυτού σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού μπορεί να θεωρηθεί από το γραφείο ότι συνιστά μία επαρκή βάση για λήψη απόφασης, υπό τον όρο ότι: - το υλικό που παρουσιάστηκε για τεχνική εξέταση πληροί, από πλευράς ποσότητας και ποιότητας, τα επίπεδα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, - η τεχνική εξέταση διενεργήθηκε κατά τρόπο ο οποίος είναι σύμφωνος με την ανάθεση από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, και διεξάχθηκε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες κατευθυντήριες αρχές εκτέλεσης πειραμάτων ή τις γενικές οδηγίες που έχουν δοθεί, σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού και τα άρθρα 22 και 23 του παρόντος κανονισμού, - το γραφείο έχει τη δυνατότητα να ελέγχει την εκτέλεση της τεχνικής εξέτασης και - εφόσον η τελική έκθεση δεν είναι διαθέσιμη οι ενδιάμεσες εκθέσεις σχετικά με κάθε περίοδο καλλιέργειας υποβάλλονται στο γραφείο πριν από την έκθεση εξέτασης. 2. Στην περίπτωση κατά την οποία το γραφείο δεν θεωρεί ότι η έκθεση εξέτασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συνιστά επαρκή βάση για λήψη απόφασης, είναι δυνατόν να ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 55 του βασικού κανονισμού, μετά τη διαβούλευση του αιτούντος με το σχετικό γραφείο εξέτασης. 3. Το γραφείο και κάθε αρμόδιος εθνικός οργανισμός για τις φυτικές ποικιλίες σε κράτος μέλος παρέχουν αμοιβαία διοικητική αρωγή, ατελώς, διαθέτοντας ήδη υφιστάμενες παραγράφους εξέτασης της ποικιλίας, κατόπιν αιτήσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί η δυνατότητα διάκρισης, η ομοιομορφία και η σταθερότητα της ίδιας ποικιλίας. Ένα συγκεκριμένο ποσό θα χρεώνεται από το γραφείο ή το αρμόδιο εθνικό γραφείο ποικιλιών φυτών για την υποβολή μιας τέτοιας περιγραφής στον παραλήπτη, το οποίο έχει συμφωνηθεί από τα ενδιαφερόμενα γραφεία. Τμήμα 3 Ονομασία της ποικιλίας Άρθρο 28 Πρόταση σχετικά με την ονομασία της ποικιλίας Η πρόταση σχετικά με την ονομασία της ποικιλίας πρέπει να υπογράφεται και να υποβάλλεται εγγράφως εις διπλούν στο γραφείο, ή, σε περίπτωση που η πρόταση συνοδεύει την αίτηση για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας που υπεβλήθη στον εγκεκριμένο εθνικό οργανισμό ή την ιδρυθείσα τοπική υπηρεσία κατά το άρθρο 30 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, εις τριπλούν. Το γραφείο διαθέτει, ατελώς, έντυπο για την υποβολή προτάσεως σχετικά με την ονομασία της ποικιλίας. Άρθρο 29 Εξέταση της πρότασης 1. Στην περίπτωση που η πρόταση δεν συνοδεύει αίτηση για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας ή στην περίπτωση που πρόταση ονομασίας μίας ποικιλίας δεν μπορεί να εγκριθεί από το γραφείο, το γραφείο ενημερώνει πάραυτα τον αιτούντα, του ζητεί να υποβάλει πρόταση ή νέα πρόταση, διευκρινίζοντας σχετικώς τις συνέπειες της παραλήψεώς του. 2. Στην περίπτωση που το γραφείο διαπιστώσει κατά το χρόνο παραλαβής των αποτελεσμάτων της τεχνικής εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού ότι ο αιτών δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε πρόταση για ονομασία ποικιλίας, απορρίπτει πάραυτα την αίτηση για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού. Άρθρο 30 Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ονομασίες ποικιλίας Καθορίζονται ενιαία και οριστικά κριτήρια ως προς τα κωλύματα του κατά γένος καθορισμού μιας ονομασίας ποικιλίας, κατά το άρθρο 63 παράγραφος 3 και 4 του βασικού κανονισμού, σε κατευθυντήριες γραμμές που εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΕΝΣΤΑΣΗ Άρθρο 31 Κατάθεση της ένστασης 1. Οι μνημονευόμενες στο άρθρο 59 του βασικού κανονισμού ενστάσεις πρέπει να περιέχουν τα ακόλουθα: α) το όνομα του αιτούντος και τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης κατά της οποίας υποβάλλεται η ένσταση 7 β) τα στοιχεία του ενισταμένου, με την ιδιότητα του διαδίκου, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 2 7 γ) εάν ο ενιστάμενος έχει ορίσει αντίκλητο, το όνομα και τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου 7 δ) δήλωση επί της μνημονευόμενης στο άρθρο 59 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού διαφοράς, στην οποία στηρίζεται η ένσταση, καθώς και επί των πραγματικών γεγονότων, αποδείξεων και αποδεικτικών μέσων που έχουν υποβληθεί προς στήριξη της ένστασης. 2. Εάν έχουν κατατεθεί περισσότερες της μιας ενστάσεις κατά της αυτής αιτήσεως περί χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, το γραφείο δύναται να τις εξετάσει στα πλαίσια μιας ενιαίας διαδικασίας. Άρθρο 32 Απόρριψη ενστάσεως 1. Εάν το γραφείο διαπιστώσει ότι η ένσταση δεν πληροί τις διατάξεις του άρθρου 59 παράγραφοι 1 και 3 του βασικού κανονισμού ή του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού ή ότι δεν διευκρινίζει επαρκώς τα στοιχεία της αίτησης κατά της οποίας έχει κατατεθεί, τότε απορρίπτει αμέσως την ένσταση ως απαράδεκτη, εκτός κι αν αυτές οι ελλείψεις καλυφθούν εντός της προθεσμίας την οποία αυτό δύναται να ορίζει. 2. Εάν το γραφείο διαπιστώσει ότι η ένσταση δεν πληροί κάποιες διατάξεις του βασικού κανονισμού ή του παρόντος κανονισμού, τότε απορρίπτει την ένσταση ως απαράδεκτη, εκτός κι αν οι παρατυπίες διορθωθούν πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙ ΦΥΤΙKΗΣ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ Άρθρο 33 Υποχρεώσεις του κατόχου βάσει του άρθρου 64 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού 1. Ο κάτοχος οφείλει να επιτρέπει τη διενέργεια ελέγχου στο υλικό της οικείας ποικιλίας, στο χώρο όπου φυλάσσεται η ταυτότητα της ποικιλίας, ώστε να είναι διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση της διατήρησης του αναλλοίωτου της ποικιλίας, σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. 2. Ο κάτοχος οφείλει να τηρεί γραπτά πρακτικά που να επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα που μνημονεύει το άρθρο 64 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Άρθρο 34 Τεχνική εξέταση της προστατευομένης ποικιλίας Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, η τεχνική εξέταση της προστατευομένης ποικιλίας διενεργείται δεόντως, βάσει των κατευθυντήριων αρχών, εφόσον έχει παραχωρηθεί κοινοτικό δικαίωμα για τη συγκεκριμένη ποικιλία. Τα άρθρα 22 και 24 έως 27 ισχύουν, κατ' αναλογία, για το γραφείο, το γραφείο εξέτασης και τον κάτοχο. Άρθρο 35 Λοιπό υλικό προς χρήση για μία τεχνική εξέταση Εάν ο κάτοχος έχει προσκομίσει, βάσει του άρθρου 64 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, υλικό της ποικιλίας, το γραφείο εξέτασης δύναται, με τη συγκατάθεση του γραφείου, να εξετάσει το προσκομισθέν υλικό με τη βοήθεια άλλου υλικού που έχει ληφθεί από εγκαταστάσεις που, από τον κάτοχο ή με τη συναίνεσή του, παράγουν υλικό ή έχει ληφθεί από υλικό που, από τον κάτοχο ή με συναίνεσή του, διατίθεται στην αγορά, ή έχει ληφθεί από επίσημες υπηρεσίες κράτους μέλους στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους. Άρθρο 36 Τροποποιήσεις της ονομασίας της ποικιλίας 1. Εάν η ονομασία της ποικιλίας οφείλει να τροποποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 66 του κανονισμού, το γραφείο ανακοινώνει στον κάτοχο τους λόγους, ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο κάτοχος οφείλει να υποβάλει μία ικανοποιητική πρόταση περί τροποποιημένης ονομασίας της ποικιλίας και υποδεικνύει ότι, σε περίπτωση μη υποβολής τέτοιας πρότασης, το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας δυνατόν να ακυρωθεί, δυνάμει του άρθρου 21 του βασικού κανονισμού. Κάθε πρόταση εκ μέρους του κατόχου κατατίθεται εγγράφως εις διπλούν στο γραφείο. 2. Εάν η πρόταση περί τροποποιημένης ονομασίας της ποικιλίας δεν εγκριθεί από το γραφείο, τότε το γραφείο γνωστοποιεί τούτο χωρίς καθυστέρηση στον κάτοχο, ορίζει εκ νέου προθεσμία εντός της οποίας ο κάτοχος οφείλει να υποβάλει ικανοποιητική πρόταση και υποδεικνύει ότι, σε περίπτωση αδυναμίας του κατόχου, το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας δυνατόν να ακυρωθεί δυνάμει του άρθρου 21 του βασικού κανονισμού. 3. Τα άρθρα 31 και 32 ισχύουν κατ' αναλογία για τις ενστάσεις που κατατίθενται βάσει του άρθρου 66 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ Τμήμα 1 Δικαιώματα αναγκαστικής εκμετάλλευσης Άρθρο 37 Αιτήσεις χορηγήσεως δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης 1. Η αίτηση για τη χορήγηση δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης πρέπει να περιέχει: α) το όνομα του αιτούντος και το όνομα του αντιτασσομένου κατόχου της οικείας ποικιλίας, ως διαδίκων 7 β) την την ονομασία της ποικιλίας και το βοτανικό είδος της οικείας ποικιλίας ή ποικιλιών 7 γ) πρόταση περί του είδους των πράξεων που θα πρέπει να καλύπτονται από το δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης 7 δ) δήλωση που να διευκρινίζει τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που την υπαγορεύουν, συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών περιστατικών, των αποδείξεων και των αποδεικτικών μέσων που προβάλλονται προς στήριξη του περί λόγων δημοσίου συμφέροντος επιχειρήματος 7 ε) σε περίπτωση αιτήσεως του είδους που μνημονεύεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, πρόταση περί της κατηγορίας προσώπων στα οποία θα πρέπει να χορηγηθεί δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως και ειδικών όρων τους οποίους θα πρέπει να πληροί η εν λόγω κατηγορία προσώπων. 2. Η αίτηση, που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 και 5 του βασικού κανονισμού, πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφα που να αποδεικνύουν τις ανεπιτυχείς προηγούμενες προσπάθειές του για την εκ μέρους του αντιτασσομένου κατόχου εκχώρηση συμβατικού δικαιώματος εκμετάλλευσης. 3. Η μνημονευόμενη στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού αίτηση, πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφα που να αποδεικνύουν τις ανεπιτυχείς προηγούμενες προσπάθειες του αιτούντος για την εκ μέρους του αντιτασσομένου κατόχου εκχώρηση συμβατικού δικαιώματος εκμετάλλευσης. Σε περίπτωση που αιτών για τη χορήγηση δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης είναι η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος, το γραφείο μπορεί να τους απαλλάξει από αυτή την υποχρέωση σε περίπτωση ανωτέρας βίας. 4. Μία αίτηση για τη χορήγηση συμβατικού δικαιώματος εκμετάλλευσης θεωρείται ανεπιτυχής υπό την έννοια των ανωτέρω παραγράφων 2 και 3 εάν: α) ο αντιτασσόμενος κάτοχος δεν έδωσε οριστική απάντηση στον αιτούντα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ή β) ο αντιτασσόμενος κάτοχος αρνήθηκε να εκχωρήσει συμβατικό δικαίωμα εκμετάλλευσης στον αιτούντα ή γ) ο αντιτασσόμενος κάτοχος προσέφερε συμβατικό δικαίωμα εκμετάλλευσης στον αιτούντα υπό εκδήλως καταχρηστικούς όρους, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με το θέμα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που θα πρέπει να του καταβάλλονται, ή υπό όρους που στο σύνολό τους είναι εκδήλως καταχρηστικοί. Άρθρο 38 Εξέταση των αιτήσεων για τη χορήγηση δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης 1. Η προφορική και η αποδεικτική διαδικασία πραγματοποιούνται, κατ' αρχήν, από κοινού στα πλαίσια μίας και μόνης συνεδρίασης. 2. Αιτήσεις περί συμπληρωματικών συνεδριάσεων γίνονται δεκτές μόνον εφόσον βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά που μεταβλήθησαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ή μετά. 3. Πριν λάβει απόφαση, το γραφείο καλεί τους ενδιαφερόμενους διαδίκους να επιτύχουν συμβιβασμό για ένα συμβατικό δικαίωμα εκμετάλλευσης. Το γραφείο δύναται ενδεχομένως να υποβάλει συγκεκριμένη συμβιβαστική πρόταση. Άρθρο 39 Κυριότητα κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας στη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας 1. Εάν στο μητρώο των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών έχει καταχωριστεί διεκδικητική αγωγή, δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, κατά του κατόχου, το γραφείο δύναται να αναστείλει τη διαδικασία για τη χορήγηση δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης. Τη συνεχίζει μόνο μετά την εγγραφή στο προαναφερθέν μητρώο τελεσίδικης αποφάσεως ή της καθ' οιονδήποτε τρόπο παύσης της αγωγής. 2. Σε περίπτωση μεταβίβασης του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας που παράγει αποτελέσματα έναντι του γραφείου, τότε ο νέος κάτοχος εισέρχεται στη διαδικασία ως διάδικος, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, εάν ο αιτών έχει προσπαθήσει ανεπιτυχώς να λάβει από το νέο κάτοχο την εκχώρηση συμβατικού δικαιώματος εκμετάλλευσης εντός διμήνου από την εκ μέρους του γραφείου κοινοποίηση της καταχωρίσεως του ονόματος του νέου κατόχου στο μητρώο κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών. Το αίτημα του αιτούντος πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις άκαρπες προσπάθειές του και τις ενδεχόμενες ενέργειες του νέου κατόχου. 3. Στην περίπτωση της αίτησης που προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ο νέος κάτοχος εισέρχεται στη διαδικασία ως διάδικος. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται. Άρθρο 40 Περιεχόμενο της αποφάσεως της σχετικής με την αίτηση Η γραπτή απόφαση υπογράφεται από τον πρόεδρο του γραφείου. Η απόφαση πρέπει να περιέχει: α) μνεία ότι η απόφαση έχει εκδοθεί από το γραφείο 7 β) την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 7 γ) τα ονόματα των μελών της επιτροπής που συμμετείχαν στη διαδικασία 7 δ) τα ονόματα των διαδίκων και των αντικλήτων τους 7 ε) μνεία της γνωμοδότησης του διοικητικού συμβουλίου 7 στ) κατάλογο των θεμάτων επί των οποίων θα ληφθεί απόφαση 7 ζ) συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών 7 η) το σκεπτικό επί του οποίου θεμελιώνεται η απόφαση 7 θ) το διατακτικό της απόφασης του γραφείου. Ενδεχομένως, το διατακτικό περιλαμβάνει το είδος των πράξεων που καλύπτονται από το δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης, τους εύλογους όρους προς τον σκοπό αυτό, καθώς και την κατηγορία προσώπων, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι αναγκαίο, των ειδικών προϋποθέσεων που αφορούν την εν λόγω κατηγορία προσώπων. Άρθρο 41 Χορήγηση δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης 1. Η απόφαση περί χορηγήσεως δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης περιέχει διευκρινιστική μνεία περί των λόγων δημοσίου συμφέροντος. 2. Δημόσιο συμφέρον μπορούν ειδικότερα να αφορούν οι ακόλουθοι λόγοι: α) προστασία της ζωής ή της υγείας ανθρώπων, ζώων ή φυτών ή β) ανάγκη εφοδιασμού της αγοράς με υλικό ειδικών προδιαγραφών ή γ) ανάγκη διατήρησης κινήτρων για τη συνεχή εξάπλωση βελτιωμένων ποικιλιών. 3. Το δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης δεν είναι αποκλειστικό. 4. Το δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης δεν μεταβιβάζεται, εξαιρέσει του τμήματος εκείνου μιας επιχείρησης που κάνει χρήση του δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης ή, στη μνημονευόμενη από άρθρο 29 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού περίπτωση, της μεταβίβασης της κυριότητας επί μιας κατ' ουσίαν παραγώγου ποικιλίας. Άρθρο 42 Όροι που οφείλει να τηρεί το πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης 1. Με την επιφύλαξη των λοιπών όρων που θέτει το άρθρο 29 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, το πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης, οφείλει να διαθέτει τις κατάλληλες οικονομικές και τεχνικές δυνατότητες για να κάνει χρήση του δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης. 2. Η τήρηση ή μή των όρων που διέπουν το δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης και τους οποίους επιβάλλει η ως άνω αναφερθείσα απόφαση, θεωρείται ως μία από τις οριζόμενες στο άρθρο 29 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού περιστάσεις. 3. Το γραφείο αποφασίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε δικαίωμα αναγκαστικής εκμετάλλευσης, δύναται να ασκήσει αγωγή για παραβίαση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας μόνον στην περίπτωση όπου ο κάτοχος αρνηθεί ή αμελήσει να το πράξει εντός διμήνου από τη στιγμή που του ζητηθεί τούτο. Άρθρο 43 Κατηγορία προσώπων που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις 1. Κάθε πρόσωπο υπαγόμενο στην κατηγορία των προσώπων που πληρούν τις μνημονευόμενες στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προτίθεται να κάνει χρήση ενός δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης, οφείλει να ανακοινώσει στο γραφείο και στον κάτοχο την πρόθεσή του με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής. Η ανακοίνωση πρέπει ειδικότερα να περιέχει: α) το όνομα και τη διεύθυνση του εν λόγω προσώπου, υπό τους όρους που ισχύουν για τους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 2 7 β) έκθεση των πραγματικών περιστατικών που ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις 7 γ) έκθεση των ενεργειών που πρόκειται να γίνουν και δ) διαβεβαίωση ότι το εν λόγω πρόσωπο διαθέτει το κατάλληλο οικονομικό υπόβαθρο, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές του δυνατότητες και κάνει χρήση του δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης. 2. Κατόπιν αιτήσεως το γραφείο καταχωρίζει ένα πρόσωπο στο μητρώο των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών εφόσον το πρόσωπο αυτό πληροί τις προϋποθέσεις τις σχετικές με τη μνημονευόμενη στην παράγραφο 1 ανακοίνωση. Το εν λόγω πρόσωπο δεν δύναται να κάνει χρήση του δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης εάν δεν καταχωριστεί προηγουμένως στο μητρώο. Η καταχώριση κοινοποιείται στο εν λόγω πρόσωπο και στον κάτοχο. 3. Το άρθρο 42 παράγραφος 3 ισχύει, κατ' αναλογία, και για πρόσωπα καταχωρισμένα δυνάμει της παραγράφου 2. Κάθε δικαστική απόφαση ή άλλη τελική έκβαση της ένδικης δράσεως επί παραβιάσει ισχύει και για τα άλλα καταχωρισμένα ή μέλλοντα να καταχωριστούν πρόσωπα. 4. Η μνημονευόμενη στην παράγραφο 2 καταχώριση δύναται να διαγραφεί για το μόνο λόγο ότι οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις τις οποίες όριζε η απόφαση περί χορηγήσεως δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης ή οι οικονομικές και τεχνικές δυνατότητες, που είχαν διαπιστωθεί, βάσει της παραγράφου 2, μεταβλήθησαν μετά την πάροδο έτους από τη χορήγηση του δικαιώματος αναγκαστικής εκμετάλλευσης και εντός της ενδεχόμενης προθεσμίας που όριζε η απόφαση. Η διαγραφή της καταχώρισης κοινοποιείται, στο πρόσωπο που έχει καταχωρηθεί και στον κάτοχο. Τμήμα 2 Δικαιώματα εκμετάλλευσης βάσει του άρθρου 100, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού Άρθρο 44 Δικαιώματα εκμετάλλευσης βάσει του άρθρου 100 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού 1. Η μνημονευόμενη στο άρθρο 100 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού αίτηση περί συμβατικού μη αποκλειστικού δικαιώματος εκμετάλλευσης από ένα νέο κάτοχο, πρέπει να υποβάλλεται, στην περίπτωση του παλαιού κατόχου, εντός διμήνου και, στην περίπτωση προσώπου που είχε ασκήσει δικαιώματα εκμετάλλευσης, εντός τετραμήνου από την παραλαβή της ανακοίνωσης του γραφείου ότι το όνομα του νέου κατόχου έχει καταχωριστεί στο μητρώο των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών. 2. Η αίτηση για την χορήγηση δικαιώματος εκμετάλλευσης δυνάμει του άρθρου 100 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού πρέπει να συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία της μνημονευόμενης στην παράγραφο 1 ανεπιτυχούς προσπάθειας. Οι διατάξεις του άρθρου 37 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) και παράγραφος 4, του άρθρου 38, του άρθρου 39 παράγραφος 3, του άρθρου 40 πλην του στοιχείου στ), του άρθρου 41 παράγραφοι 3 και 4 και του άρθρου 42 εφαρμόζονται κατ' αναλογία. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Άρθρο 45 Περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής Το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία του προσφεύγοντος, με την ιδιότητα του διαδίκου, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 2 7 β) τον αριθμό πρωτοκόλλου της αποφάσεως κατά της οποίας κατατίθεται η προσφυγή και διευκρίνιση περί του βαθμού της ζητουμένης τροποποιήσεως ή ακυρώσεως. Άρθρο 46 Παραλαβή του δικογράφου προσφυγής Όταν το γραφείο παραλαμβάνει ένα δικόγραφο προσφυγής, το πρωτοκολλεί με αριθμό διαδικασίας προσφυγής και ημερομηνία παραλαβής και ανακοινώνει στον προσφεύγοντα την προθεσμία εντός της οποίας αυτός οφείλει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε προσφυγή. Οι διάδικοι δεν μπορούν να προβάλουν καμία αξίωση σε περίπτωση παράλειψης της υπόμνησης περί της προθεσμίας. Άρθρο 47 Συμμετοχή υπό την ιδιότητα διαδίκου σε διαδικασία προσφυγής 1. Το γραφείο κοινοποιεί αμελλητί αντίγραφο του δικογράφου προσφυγής, με τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία παραλαβής, στους διαδίκους που συμμετείχαν στις ενώπιον του γραφείου διαδικασίες. 2. Οι μνημονευόμενοι στην παράγραφο 1 διάδικοι, δύνανται να συμμετάσχουν ως μέρη στη διαδικασία προσφυγής εντός διμήνου από την κοινοποίηση του αντιγράφου του δικογράφου προσφυγής. Άρθρο 48 Καθήκοντα του γραφείου 1. Το αναφερόμενο στο άρθρο 70 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αρμόδιο τμήμα του γραφείου και ο πρόεδρος του τμήματος προσφυγών, μεριμνούν, με εσωτερικά προπαρασκευαστικά μέτρα, ώστε να μπορέσει το τμήμα προσφυγών να εξετάσει την υπόθεση αμέσως μετά την υποβολή της. Ο πρόεδρος ειδικότερα, επιλέγει τα δύο άλλα μέρη, βάσει του άρθρου 46 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού και ορίζει έναν εισηγητή, πριν από την παραπομπή της υποθέσεως. 2. Πριν από την παραπομπή της υποθέσεως, στο τμήμα προσφυγών το αναφερόμενο στο άρθρο 70 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αρμόδιο τμήμα του γραφείου, κοινοποιεί αμελλητί σε κάθε διαδικό αντίγραφο των υποβληθέντων από τον αντίδικο εγγράφων. 3. Ο πρόεδρος του γραφείου μεριμνά για τη δημοσίευση των μνημονευομένων στο άρθρο 89 πληροφοριών, πριν από την παραπομπή της υποθέσεως. Άρθρο 49 Απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης 1. Εάν η προσφυγή δεν πληροί τις διατάξεις των άρθρων 67, 68 και 69 του βασικού κανονισμού ή τις διατάξεις του άρθρου 45, του παρόντος κανονισμού, το τμήμα προσφυγών το γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα και του ζητεί να προβεί στις αναγκαίες διορθώσεις εντός της προθεσμίας που του ορίζει. Εάν η προσφυγή δεν διορθωθεί εγκαίρως, το τμήμα προσφυγών την απορρίπτει ως απαράδεκτη. 2. Εάν ασκηθεί προσφυγή κατά αποφάσεως του γραφείου κατά της οποίας επίσης έχει ασκηθεί απευθείας προσφυγή που προβλέπεται στο άρθρο 74 του βασικού κανονισμού, τότε το τμήμα προσφυγών προβλέπει αμελλητί την προσφυγή ως απευθείας προσφυγή στο δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τη συγκατάθεση του προσφεύγοντος. Εάν ο προσφεύγων δεν δίνει τη συγκατάθεσή του, τότε το τμήμα προσφυγών απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη. Σε περίπτωση παραπομπής της προσφυγής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η προσφυγή λογίζεται κατατεθείσα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ημέρα παραλαβής της από το γραφείο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 46 του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 50 Προφορικές διαδικασίες 1. Μετά την παραπομπή της υπόθεσης στο τμήμα προσφυγών, ο πρόεδρος αυτού κλητεύει αμελλητί τους διαδίκους στην προφορική διαδικασία, τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 77 του βασικού κανονισμού και εφιστά την προσοχή αυτών επί του περιεχομένου του άρθρου 59 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. 2. Η προφορική διαδικασία και η αποδεικτική διαδικασία διεξάγονται καταρχήν ταυτοχρόνως, σε μία επ' ακροατηρίω συνεδρίαση. 3. Αιτήσεις για συμπληρωματικές συνεδριάσεις γίνονται δεκτές μόνο εφόσον στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά που μετεβλήθησαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ή μετά. Άρθρο 51 Εξέταση των προσφυγών Εκτός κι αν άλλως ορίζεται, οι διατάξεις οι σχετικές με τις ενώπιον του γραφείου διαδικασίες εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τις διαδικασίες προσφυγής. Ο διάδικοι θεωρούνται ως μέρη της διαδικασίας προσφυγής. Άρθρο 52 Απόφαση επί της προσφυγής 1. Εντός τριμήνου από την ολοκλήρωση της προφορικής διαδικασίας, η απόφαση επί της προσφυγής κοινοποιείται εγγράφως στα μέρη της διαδικασίας προσφυγής. 2. Η γραπτή απόφαση υπογράφεται από τον πρόεδρο του τμήματος προσφυγών και από τον εισηγητή που είχε ορισθεί βάσει του άρθρου 48 παράγραφος 1. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα: α) τη μνεία ότι η απόφαση εκδίδεται από το τμήμα προσφυγών 7 β) την ημερομηνία εκδόσεως της απόφασης 7 γ) τα ονόματα του προέδρου και των λοιπών μελών της Επιτροπής προσφυγών που μετείχαν στην εκδίκαση της προσφυγής 7 δ) τα ονόματα των μερών της διαδικασίας προσφυγής και των αντικλήτων τους 7 ε) τον κατάλογο των θεμάτων επί των οποίων θα ληφθεί απόφαση 7 στ) τη συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών 7 ζ) το σκεπτικό επί του οποίου θεμελιώνεται η απόφαση 7 η) το διατακτικό της απόφασης του τμήματος προσφυγών, συμπεριλαμβανομένης, εάν χρειάζεται, μιας αποφάσεως επί του επιμερισμού των δαπανών και της επιστροφής των τελών. 3. Η γραπτή απόφαση του τμήματος προσφυγών συνοδεύεται από μνεία περί της δυνατότητας άσκησης περαιτέρω προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης και της προθεσμίας για την κατάθεσή της. Οι διάδικοι δεν μπορούν να προβάλουν καμία αξίωση παράλειψης της ανωτέρω μνείας. ΤΙΤΛΟΣ IV ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΑ Άρθρο 53 Αποφάσεις 1. Κάθε απόφαση του γραφείου πρέπει να φέρει την υπογραφή και το όνομα των αρμοδίων υπό την εξουσία του προέδρου του γραφείου, συμφώνως προς το άρθρο 35 του βασικού κανονισμού. 2. Σε περίπτωση προφορικής διαδικασίας ενώπιον του γραφείου, η απόφαση μπορεί να εκδοθεί προφορικώς. Η γραπτή απόφαση επιδίδεται αργότερα στους διαδίκους. 3. Οι υποκείμενες σε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 67 του βασικού κανονισμού ή σε απευθείας προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 74 του βασικού κανονισμού, αποφάσεις του γραφείου συνοδεύονται από μνεία περί της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης και της προθεσμίας για την κατάθεσή τους. Τα αντίδικα μέρη δεν μπορούν να προβάλουν αξιώσεις σε περίπτωση παράλειψης της εν λόγω μνείας. 4. Τα γλωσσικά σφάλματα, γραφικά λάθη και προφανή σφάλματα που τυχόν υπάρχουν στο κείμενο μιας απόφασης του γραφείου, διορθώνονται. Άρθρο 54 Βεβαίωση περί κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας 1. Κάθε φορά που το γραφείο χορηγεί κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας, εκδίδει, μαζί με τη σχετική απόφαση, και βεβαίωση περί κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ως αποδεικτικό στοιχείο της απόφασης. 2. Το γραφείο χορηγεί το πιστοποιητικό για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας στις επίσημες γλώσσες των Κοινοτήτων εφόσον ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο κάτοχο. 3. Κατόπιν αιτήσεως, το γραφείο δύναται να εκδώσει αντίγραφο στο δικαιούχο, εάν διαπιστώσει ότι το πρωτότυπο της βεβαίωσης απωλέσθη ή κατεστράφη. Άρθρο 55 Ανακοινώσεις Εκτός και αν άλλως ορίζεται, κάθε ανακοίνωση του γραφείου ή οποιουδήποτε γραφείου εξέτασης οφείλει να αναφέρει τουλάχιστον το όνομα του αρμοδίου υπαλλήλου. Άρθρο 56 Δικαίωμα ακρόασης 1. Εάν το γραφείο διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να λάβει απόφαση σύμφωνη με τα αιτούμενα ή τα ζητούμενα, ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για τις διαπιστωθείσες ελλείψεις και τον καλεί να τις καλύψει εντός της προθεσμίας που του θέτει. Εάν οι διαπιστωθείσες και κοινοποιηθείσες ελλείψεις δεν καλυφθούν εγκαίρως, το γραφείο προχωρεί στην έκδοση απόφασης. 2. Εάν το γραφείο λάβει παρατηρήσεις εκ μέρους ενός εκ των διαδίκων, τις κοινοποιεί στους λοιπούς διαδίκους και τους καλεί, εάν το θεωρήσει αναγκαίο, να απαντήσουν εντός της προθεσμίας που αυτό τάσσει. Εάν δεν ληφθεί απάντηση εγκαίρως, το γραφείο δεν λαμβάνει υπόψη τα εκπροθέσμως παραληφθέντα έγγραφα. Άρθρο 57 Έγγραφα κατατιθέμενα από τους διαδίκους 1. Ως ημερομηνία παραλαβής ενός εγγράφου κατατιθέμενου από ένα διάδικο λογίζεται η ημέρα πραγματικής αφίξεως του εγγράφου στους χώρους του γραφείου, του εξουσιοδοτημένου εθνικού οργανισμού ή της εγκατεστημένης, δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, τοπικής υπηρεσίας του. 2. Εξαιρέσει των προσηρτημένων εγγράφων, όλα τα κατατιθέμενα από τους διαδίκους έγγραφα πρέπει να φέρουν την υπογραφή των ιδίων ή των αντικλήτων τους. 3. Με σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου, το γραφείο δύναται να επιτρέψει σε διάδικο να καταθέσει έγγραφα τηλεγραφικώς, με τηλέτυπο, τηλεαντίγραφο ή οποιοδήποτε άλλο επικοινωνιακό μέσον και να θεσπίσει διατάξεις για τον τρόπο χρήσεώς τους. 4. Εάν ένα έγγραφο δεν είναι δεόντως υπογεγραμμένο ή έχει γίνει δεκτό να κατατεθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3, ο ενδιαφερόμενος διάδικος καλείται να καταθέσει το πρωτότυπο του εγγράφου, υπογεγραμμένο σύμφωνα με την παράγραφο 2, εντός προθεσμίας που αυτό τάσσει. Εάν το έγγραφο κατατεθεί εγκαίρως, διατηρείται ως ημερομηνία παραλαβής εκείνη του πρώτου εγγράφου. Διαφορετικά, λογίζεται ως μη παραληφθέν. 5. Το γραφείο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος διάδικος προβεί στην καταχώρηση του σχετικού εγγράφου απευθείας μόνο στο γραφείο. Η εν λόγω παρέκκλιση δεν μπορεί να υπερβεί δύο επιπλέον εβδομάδες. 6. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά πρέπει να κοινοποιούνται στους άλλους διαδίκους καθώς και στο οικείο γραφείο εξέτασης ή πιθανόν να αφορούν δύο ή περισσότερες αιτήσεις χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή δικαιώματος εκμετάλλευσης, πρέπει να κατατίθενται σε επαρκή αριθμό αντιγράφων. Τα ελλείποντα αντίγραφα εκδίδονται δαπάναις του ενδιαφερομένου διαδίκου. Άρθρο 58 Αποδεικτικά έγγραφα 1. Τα αποδεικτικά έγγραφα που αφορούν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή αποφάσεις άλλες από εκείνες του γραφείου, θεωρούνται έγκυρα εφόσον υποβληθεί αντίγραφο δεόντως επικυρωμένο από το δικαστήριο ή από την αρμόδια για την σχετική απόφαση αρχή. 2. Λοιπά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται από τους διαδίκους θεωρούνται έγκυρα εφόσον υποβληθεί το πρωτότυπο ή κάποιο επικυρωμένο αντίγραφο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ Άρθρο 59 Κλήτευση σε προφορική διαδικασία 1. Οι διάδικοι κλητεύονται σε προφορική διαδικασία την οποία προβλέπει το άρθρο 77 του βασικού κανονισμού και η προσοχή τους εφιστάται επί της παραγράφου 2. Στους διαδίκους χορηγείται προθεσμία ενός τουλάχιστον μηνός από την ημερομηνία κλήτευσης, εκτός κι αν οι διάδικοι και το γραφείο συμφωνήσουν για μια συντομότερη προθεσμία. 2. Εάν δεν εμφανισθεί ενώπιον του γραφείου ένας διάδικος ο οποίος έχει κανονικά κλητευθεί, τότε η διαδικασία δύναται να συνεχισθεί χωρίς αυτόν. Άρθρο 60 Αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του γραφείου 1. Εάν το γραφείο θεωρήσει απαραίτητο να ακούσει τους διαδίκους, μάρτυρες ή πραγματογνώμονες ή να προβεί σε αυτοψία, εκδίδει σχετική απόφαση ορίζοντας το αποδεικτικό μέσον, τα προς απόδειξη πραγματικά περιστατικά, καθώς και την ημέρα, την ώρα και τον τόπο διενέργειας της ακρόασης ή της αυτοψίας. Εάν η ακρόαση μαρτύρων και πραγματογνωμόνων έχει ζητηθεί από έναν εκ των διαδίκων, η απόφαση του γραφείου καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών διάδικος οφείλει να του κοινοποιήσει τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων των οποίων την ακρόαση έχει ζητήσει. 2. Στους κλητευόμενους προς ακρόαση μάρτυρες ή πραγματογνώμονες δίδεται προθεσμία ενός τουλάχιστον μηνός, εκτός και αν το γραφείο και οι ίδιοι συμφωνήσουν για μια συντομότερη προθεσμία. Η κλήση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα: α) απόσπασμα της μνημονευομένης στην παράγραφο 1 απόφασης, το οποίο να ορίζει ειδικότερα την ημέρα, την ώρα και τον τόπο της συγκεκριμένης εξέτασης, καθώς και τα γεγονότα επί των οποίων θα καταθέσουν οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες 7 β) τα ονόματα των διαδίκων και λεπτομέρειες περί της αποζημιώσεως την οποία οι μάρτυρες ή οι πραγματογνώμονες δύνανται να απαιτήσουν δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 2 έως 4 7 γ) υπόμνηση ότι ο διάδικος, μάρτυρας ή πραγματογνώμων δύναται να ζητήσει να καταθέσει ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών ή άλλων αρχών της χώρας διαμονής του, καθώς και παράκληση να γνωστοποιήσει στο γραφείο, εντός προθεσμίας οριζομένης από το γραφείο, κατά πόσον προτίθεται να εμφανιστεί ενώπιόν του. 3. Πριν να καταθέσει ένας διάδικος, μάρτυρας ή πραγματογνώμων, πρέπει να ενημερωθεί ότι το γραφείο δύναται να ζητήσει από την αρμόδια δικαστική ή άλλη αρχή του τόπου διαμονής του εκ νέου κατάθεσή του ενόρκως ή με άλλο δεσμευτικό τρόπο. 4. Οι διάδικοι πρέπει να τηρούνται ενήμεροι για κάθε μάρτυρα ή πραγματογνώμονα που καταθέτει ενώπιον μιας αρμόδιας δικαστικής ή άλλης αρχής. Έχουν το δικαίωμα να είναι παρόντες και να θέτουν ερωτήσεις στους καταθέτοντες διαδίκους, μάρτυρες ή πραγματογνώμονες, είτε μέσω της εν λόγω αρμόδιας αρχής, είτε απευθείας οι ίδιοι. Άρθρο 61 Διορισμός πραγματογνωμόνων 1. Το γραφείο αποφασίζει για τη μορφή των εκθέσεων που θα υποβάλει ένας διορισμένος από αυτό πραγματογνώμων. 2. Η εντολή προς τον πραγματογνώμονα προβλέπει: α) ακριβή περιγραφή των καθηκόντων του 7 β) την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να υποβάλει την έκθεσή του 7 γ) τα ονόματα των διαδίκων 7 δ) λεπτομέρειες σχετικά με την αποζημίωση την οποία αυτός δύναται να απαιτήσει δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 2 έως 4. 3. Για τους σκοπούς της έκθεσης του πραγματογνώμονα, το γραφείο δύναται να καλέσει το γραφείο εξέτασης που πραγματοποίησε την τεχνική εξέταση της συγκεκριμένης ποικιλίας να παρουσιάσει το σχετικό υλικό βάσει των οδηγιών που του δόθηκαν. Εάν είναι ανάγκη, το γραφείο δύναται να ζητήσει από τους διαδίκους ή από τρίτους να παρουσιάσουν υλικό. 4. Στους διαδίκους διαβιβάζεται αντίγραφο και, εάν είναι αναγκαίο, μετάφραση κάθε γραπτής έκθεσης. 5. Οι διάδικοι δύνανται να ζητήσουν την εξαίρεση ενός πραγματογνώμονα. Το άρθρο 48 παράγραφος 3 και το άρθρο 81 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού εφαρμόζονται κατ' αναλογία. 6. Το άρθρο 13 παράγραφος 2 και 3 εφαρμόζεται κατ' αναλογία, στον εμπειρογνώμονα που διορίσθηκε από το γραφείο. Κατά το διορισμό του εμπειρογνώμονα, το γραφείο τον ενημερώνει σχετικά με την απαίτηση της τήρησης του απορρήτου. Άρθρο 62 Δαπάνες της αποδεικτικής διαδικασίας 1. Για την πραγματοποίηση της αποδεικτικής διαδικασίας, δυνατόν να τεθεί ως προϋπόθεση η εκ μέρους του αιτούντος διαδίκου κατάθεση εγγύησης, το ύψος της οποίας καθορίζεται από το γραφείο σε συνάρτηση με τη συνολική εκτιμούμενη δαπάνη. 2. Οι μάρτυρες και πραγματογνώμονες που κλητεύονται από το γραφείο και παρουσιάζονται ενώπιόν του, δικαιούνται την επιστροφή των σχετικών εξόδων μετακίνησης και παραμονής. Δύνανται να λάβουν προκαταβολή. 3. Οι δικαιούμενοι, βάσει της παραγράφου 2, αποζημίωση μάρτυρες δικαιούνται επίσης μία εύλογη αποζημίωση έναντι διαφυγόντος εισοδήματος, οι δε πραγματογνώμονες, εκτός κι αν είναι μέλη του προσωπικού των γραφείων εξέτασης, δικαιούνται αμοιβή για την εργασία τους. Τα ποσά αυτά καταβάλλονται στους μεν μάρτυρες μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, στους δε πραγματογνώμονες μετά την εκπλήρωση των καθηκόντων ή της αποστολής τους. 4. Τα ποσά που οφείλονται δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 και συμφώνως προς τους όρους και τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στο παράρτημα. Άρθρο 63 Πρακτικά των προσφορών και των αποδεικτικών διαδικασιών 1. Για τις προφορικές και τις αποδεικτικές διαδικασίες, συντάσσονται πρακτικά τα οποία περιέχουν τα ουσιώδη σημεία των εν λόγω διαδικασιών, τις νομικά ουσιώδεις δηλώσεις των διαδίκων, τις μαρτυρίες των διαδίκων, μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων και τα αποτελέσματα κάθε αυτοψίας. 2. Τα πρακτικά της κατάθεσης ενός μάρτυρα, πραγματογνώμονα ή διαδίκου αναγιγνώσκονται ενώπιόν του ή του διαβιβάζονται προς εξέταση. Στα πρακτικά γίνεται μνεία ότι εξεπληρώθη η τυπική αυτή διαδικασία και ότι το πρόσωπο που κατέθεσε τη μαρτυρία ενέκρινε τα πρακτικά. Εάν δεν τα εγκρίνει, λαμβάνονται υπό σημείωση οι αντιρρήσεις του. 3. Τα πρακτικά υπογράφονται από τον υπάλληλο που τα συνέταξε και από τον υπάλληλο που διηύθηνε την προφορική ή αποδεικτική διαδικασία. 4. Οι διάδικοι λαμβάνουν αντίγραφο και, εάν είναι αναγκαίο, μετάφραση των πρακτικών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΕΠΙΔΟΣΗ Άρθρο 64 Γενικές διατάξεις περί εκδόσεως 1. Στις διαδικασίες ενώπιον του γραφείου, κάθε επίδοση εγγράφου σε διάδικο γίνεται με τη μορφή επίδοσης του πρωτοτύπου, σε περίπτωση βεβαιώσεων, ή επικυρωμένου από το γραφείο αντιγράφου. Τα αντίγραφα εγγράφων προερχομένων από άλλους διαδίκους δεν χρειάζονται επικύρωση από το γραφείο. 2. Εάν ένας ή περισσότεροι διάδικοι έχουν ορίσει αντίκλητο, η επίδοση γίνεται σε αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1. 3. Η επίδοση γίνεται: α) ταχυδρομικώς, σύμφωνα με το άρθρο 65 7 β) με άμεση επίδοση, σύμφωνα με το άρθρο 66 7 γ) με δημόσια κοινοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 67. Άρθρο 65 Ταχυδρομική επίδοση 1. Τα έγγραφα ή τα αντίγραφά τους, που περιέχουν ενέργειες για τις οποίες το άρθρο 79 του βασικού κανονισμού προβλέπει επίδοση, επιδίδονται με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής. 2. Η επίδοση στην περίπτωση παραληπτών που δεν έχουν διεύθυνση ή έδρα ή εγκατάσταση εντός της Κοινότητας και δεν έχουν ορίσει αντίκλητο βάσει του άρθρου 82 του βασικού κανονισμού, γίνεται δια ταχυδρομικής αποστολής των προς επίδοση εγγράφων με απλή επιστολή στην τελευταία γνωστή στο γραφείο διεύθυνση του παραλήπτη. Η επίδοση λογίζεται πραγματοποιηθείσα μόλις ταχυδρομηθεί η επιστολή, έστω και αν αυτή επιστραφεί ως ανεπίδοτη. 3. Εάν η επίδοση γίνει με συστημένη επιστολή, με ή χωρίς απόδειξη παραλαβής, λογίζεται πραγματοποιηθείσα τη δέκατη ημέρα κατά την ταχυδρόμησή της, εκτός κι αν δεν κατέστη δυνατόν να παραδοθεί η επιστολή στον παραλήπτη ή του παρεδόθη σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση αμφισβήτησης, εναπόκειται στο γραφείο να αποφανθεί ότι η επιστολή έφθασε όντως στον προορισμό της ή ενδεχομένως να προσδιορίσει την ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε η επιστολή στον παραλήπτη. 4. Η επίδοση με συστημένη επιστολή, με ή χωρίς απόδειξη παραλαβής, λογίζεται πραγματοποιηθείσα ακόμη κι αν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί την επιστολή ή να επιβεβαιώσει τη λήψη της. 5. Στις περιπτώσεις ταχυδρομικής επίδοσης που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 1 έως 4, ισχύει το δίκαιο του κράτους στο έδαφος του οποίου γίνεται η επίδοση. Άρθρο 66 Άμεση επίδραση Στους χώρους του γραφείου, η επίδοση ενός εγγράφου στον παραλήπτη μπορεί να γίνει άμεσα, ο δε παραλήπτης επιβεβαιώνει τη λήψη του. Η επίδοση λογίζεται πραγματοποιηθείσα ακόμη κι αν ο παραλήπτης αρνείται να δεχθεί το έγγραφο ή να επιβεβαιώσει τη λήψη του. Άρθρο 67 Δημόσια κοινοποίηση Εάν καταστεί αδύνατον να προσδιοριστεί η διεύθυνση του παραλήπτη, ή εάν η βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 επίδοση απεδείχθη αδύνατη ακόμη και μετά από μια δεύτερη προσπάθεια εκ μέρους του γραφείου, τότε η επίδοση γίνεται δια δημοσίας κοινοποιήσεως μέσω των τακτικών δημοσιεύσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 89 του βασικού κανονισμού. Ο πρόεδρος του γραφείου καθορίζει τις λεπτομέρειες τις σχετικές με τη δημοσίευση της δημόσιας κοινοποίησης. Άρθρο 68 Αντικανονική επίδοση Εάν το γραφείο δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι ένα έγγραφο που έχει ληφθεί από τον παραλήπτη του έχει επιδοθεί νομοτύπως ή εάν δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις οι σχετικές με την επίδοση εγγράφων, τότε το έγγραφο λογίζεται επιδοθέν την ημερομηνία που το γραφείο θα καθορίσει ως ημέρα λήψεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ Άρθρο 69 Υπολογισμός των προθεσμιών 1. Οι προθεσμίες υπολογίζονται σε πλήρη έτη, μήνες, εβδομάδες ή ημέρες. 2. Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει την επομένη ημέρα κατά την οποία συνέβη το κρίσιμο γεγονός, όπου ως γεγονός νοούνται είτε μια ενέργεια είτε η εκπνοή μιας άλλης προθεσμίας. Εκτός κι αν άλλως ορίζεται, η ενέργεια συνίσταται στην επίδοση του εγγράφου, το δε γεγονός είναι η λήψη του επιδιδομένου εγγράφου. 3. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 2, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει τη 15η ημέρα μετά την ημέρα δημοσίευσης μιας ενέργειας, όπου ως ενέργεια θεωρείται είτε η μνημονευόμενη στο άρθρο 67 δημόσια κοινοποίηση, είτε μια απόφαση του γραφείου, εκτός κι αν έχει επιδοθεί στον ενδιαφερόμενο, ή οποιαδήποτε προς δημοσίευση ενέργεια ενός διαδίκου. 4. Όταν η προθεσμία είναι ενός ή περισσοτέρων ετών, αυτή εκπνέει εντός του οικείου μεταγενέστερου μήνα, τον αυτό μήνα και την κατ' αριθμόν αντίστοιχη ημέρα προς εκείνη κατά την οποία συνέβη το γεγονός. Εάν ο σχετικός μήνας δεν έχει κατ' αριθμόν αντίστοιχη ημέρα, τότε η προθεσμία εκπνέει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα. 5. Όταν η προθεσμία είναι ενός ή περισσοτέρων μηνών, αυτή εκπνέει εντός του οικείου μεταγενέστερου μήνα, την κατ' αριθμόν αντίστοιχη ημέρα εκείνη κατα την οποία συνέβη το γεγονός. Εάν ο σχετικός μήνας δεν έχει κατ' αριθμόν αντίστοιχη ημέρα, τότε η προθεσμία εκπνέει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα. 6. Όταν η προθεσμία είναι μιας ή περισσοτέρων εβδομάδων, αυτή εκπνέει εντός της οικείας μεταγενέστερης εβδομάδος, την αντίστοιχη ημέρα προς εκείνη κατά την οποία συνέβη το γεγονός. Άρθρο 70 Διάρκεια των προθεσμιών Όπου ο βασικός κανονισμός ή ο παρών κανονισμός μνημονεύουν προθεσμία της οποίας η διάρκεια πρέπει να προσδιοριστεί από το γραφείο, η εν λόγω διάρκεια δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός ούτε μεγαλύτερη των τριών μηνών. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, η διάρκεια της προθεσμίας δύναται να παραταθεί έως έξι μήνες, κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης πριν από την εκπνοή της προθεσμίας. Άρθρο 71 Παράταση των προθεσμιών 1. Εάν μια προθεσμία εκπνέει ημέρα κατά την οποία το γραφείο δεν είναι ανοικτό για τη λήψη εγγράφων ή κατά την οποία, για άλλους λόγους άλλους από εκείνους που ορίζονται στην παράγραφο 2, το κανονικό ταχυδρομείο δεν διενεμήθηκε στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένο το γραφείο, τότε η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία το γραφείο ανοίγει για τη λήψη εγγράφων ή από εκείνη κατά την οποία επανήρχισε η διανομή του κανονικού ταχυδρομείου. Οι ημέρες για τις οποίες γίνεται λόγος στην πρώτη φράση, καθορίζονται και ανακοινώνονται από τον πρόεδρο του γραφείου πριν από την έναρξη του κάθε ημερολογιακού έτους. 2. Εάν μια προθεσμία εκπνέει ημέρα κατά την οποία σημειώθηκε γενική διακοπή της διανομής του ταχυδρομείου ή διαταραχή της διανομής οφειλόμενη στη γενική διακοπή, είτε σε ένα κράτος μέλος είτε μεταξύ ενός κράτους μέλους και του τόπου όπου είναι εγκατεστημένο το γραφείο τότε η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία λήγη η διακοπή ή διαταραχή, για τους διαδίκους εκείνους που έχουν τη μόνιμη κατοικία τους ή την έδρα τους ή την εγκατάστασή τους στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή των οποίων οι αντίκλητοι έχουν έδρα στο εν λόγω κράτος μέλος. Σε περίπτωση που το εν λόγω κράτος μέλος συμπίπτει να είναι το κράτος που είναι εγκατεστημένο και το γραφείο, τότε η διάταξη αυτή ισχύει για όλους τους διαδίκους. Ως διάρκεια της περιόδου διακοπής ή διαταραχής θεωρείται εκείνη την οποία προσδιορίζει και ανακοινώνει ο πρόεδρος του γραφείου. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τους εξουσιοδοτημένους εθνικούς οργανισμούς και τις εγκατεστημένες τοπικές υπηρεσίες του γραφείου περί των οποίων ορίζει το άρθρο 30 παράγραφος 4 του κανονισμού, όπως και για τα γραφεία εξέτασης. Άρθρο 72 Διακοπή των διαδικασιών 1. Οι ενώπιον του γραφείου διαδικασίες διακόπτονται: α) σε περίπτωση θανάτου ή απώλειας της δικαιοπρακτικής ικανότητας, του αιτούντος ή του κατόχου του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, ή του αιτούντος από το γραφείο τη χορήγηση δικαιώματος εκμετάλλευσης, ή του δικαιούχου ενός δικαιώματος εκμετάλλευσης, ή του αντίκλητου ενός εκ των ανωτέρων διαδίκων ή β) σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα αγωγής ασκηθείσης κατά της ιδιοκτησίας του, ένα από τα προαναφερθέντα πρόσωπα κωλύεται για νομικούς λόγους να συνεχίσει τη διαδικασία ενώπιον του γραφείου. 2. Όταν τα αναγκαία στοιχεία ταυτότητας του προσώπου, του εξουσιοδοτημένου να συνεχίσει ως διάδικος ή ως αντίκλητος ενώπιον του γραφείου, καταχωριστούν στο σχετικό μητρώο, τότε το γραφείο γνωστοποιεί στο εν λόγω πρόσωπο και στους λοιπούς διαδίκους την επανάληψη της διαδικασίας κατά την ημέρα την οποία αυτό καθορίζει. 3. Οι ήδη τεθείσες προθεσμίες αρχίζουν και πάλι να τρέχουν από την ημέρα που επαναλαμβάνεται η διαδικασία. 4. Η διακοπή της διαδικασίας δεν επηρεάζει την εκ μέρους ενός γραφείου εξέτασης συνέχιση της τεχνικής εξέτασης ή του ελέγχου της ποικιλίας, εφόσον έχουν ήδη καταβληθεί στο γραφείο τα σχετικά τέλη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΑΝΤΙΚΛΗΤΟΙ Άρθρο 73 Διορισμός αντικλήτων 1. Κάθε διορισμός αντικλήτου γνωστοποιείται στο γραφείο. Η γνωστοποίηση πρέπει να περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση του αντικλήτου. Το άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3, εφαρμόζονται κατ' αναλογία. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 4, η μνημονευόμενη στην ανωτέρω παράγραφο 1 γνωστοποίηση πρέπει επίσης να διευκρινίζει τυχόν υπαλληλική σχέση του αντικλήτου προς τον διάδικο. Υπάλληλος ενός διαδίκου δεν δύναται να διορισθεί αντίκλητός του κατά την έννοια του άρθρου 82 του βασικού κανονισμού. 3. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 έχει ως αποτέλεσμα να λογισθεί η γνωστοποίηση ως μη ληφθείσα. 4. Ένας αντίκλητος ο οποίος έχει παυθεί, συνεχίζει να θεωρείται αντίκλητος μέχρις ότου γνωστοποιηθεί στο γραφείο η ανάκληση του διορισμού του ως αντικλήτου. Πλην αντιθέτου ρητής προβλέψεως πάντως, η ιδιότητα του αντικλήτου παύει να ισχύει για το γραφείο σε περίπτωση θανάτου εκείνου ο οποίος τον διόρισε. 5. Εάν στη διαδικασία εμφανίζονται από κοινού περισσότεροι του ενός διάδικοι, οι οποίοι δεν έχουν διορίσει κοινό αντίκλητο ενώπιον του γραφείου, ο διάδικος του οποίου το όνομα αναγράφεται πρώτο στην αίτηση περί χορηγήσεως, εκ μέρους του γραφείου, κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή δικαιώματος εκμετάλλευσης ή του οποίου το όνομα αναγράφεται πρώτο στην ένσταση, λογίζεται διορισμένος ως κοινός αντίκλητος. Άρθρο 74 Πληρεξούσιο των αντικλήτων 1. Όταν γνωστοποιείται στο γραφείο ο διορισμός ενός αντικλήτου, το αναγκαίο υπογεγραμμένο πληρεξούσιο κατατίθεται προς καταχώριση στο φάκελλο εντός της προθεσμίας που ορίζει το γραφείο, πλην αντιθέτου διατάξεως. Εάν το πληρεξούσιο δεν κατατεθεί εγκαίρως, οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια του αντικλήτου λογίζεται ως μη γενομένη. 2. Το πληρεξούσιο δύναται να καλύπτει μία ή και περισσότερες διαδικασίες και κατατίθεται σε αντίστοιχο αριθμό αντιγράφων. Δύνανται να κατατεθεί γενικό πληρεξούσιο αναθέτοντας στον αντίκλητο να ενεργεί σε όλες τις διαδικασίες που αφορούν τον εκρποσωπούμενο διάδικο. Σε αυτή την περίπτωση, αρκεί ένα αντίτυπο του γενικού πληρεξουσίου. 3. Ο πρόεδρος του γραφείου δύναται να καθορίσει ποιό θα είναι το περιεχόμενο του πληρεξουσίου συμπεριλαμβανομένου και του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 γενικού πληρεξουσίου και να διανείμει δωρεάν έντυπα αυτού στους ενδιαφερόμενους προς συμπλήρωση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ Άρθρο 75 Κατανομή των δαπανών 1. Το ζήτημα της κατανομής των δαπανών καθορίζεται στην απόφαση περί έκπτωσης ή ακύρωσης του κοινοτικού δικαιώματος φυτικής ποικιλίας ή στην απόφαση περί προσφυγής. 2. Σε περίπτωση κατανομής δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 1 βασικού κανονισμού, το γραφείο θα μνημονεύει την κατανομή αυτή στο σκεπτικό της απόφασης για έκπτωση ή ακύρωση του κοινοτικού δικαιώματος φυτικής ποικιλίας ή την απόφαση επί της προσφυγής. Οι διάδικοι δεν μπορούν να επικαλεσθούν της μνείας αυτής. Άρθρο 76 Προσδιορισμός των δαπανών 1. Αίτηση περί προσδιορισμού των δαπανών γίνεται δεκτή μόνο αν έχει ληφθεί η απόφαση για την οποία ζητείται προσδιορισμός των δαπανών και, σε περίπτωση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, αν η Επιτροπή προσφυγών έχει αποφανθεί περί της προσφυγής αυτής. Η αίτηση προσδιορισμού των δαπανών πρέπει να συνοδεύεται από κατάσταση εξόδων και δικαιολογητικών. 2. Τα έξοδα προσδιορίζονται μόλις πιστοποιηθούν. 3. Αν ένας διάδικος προκαλέσει δαπάνες σε έτερο διάδικο, δεν μπορεί να του ζητηθεί αποζημίωση για οποιεσδήποτε δαπάνες πέραν αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 4. Σε περίπτωση που ο νικητής διάδικος εκπροσωπείται από περισσότερους του ενός αντιπροσώπους, συμβούλους ή δικηγόρους, ο ηττημένος διάδικος αναλαμβάνει τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μόνο για ένα από τα άτομα αυτά. 4. Οι απαραίτητες για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας δαπάνες καλύπτουν: α) έξοδα για μάρτυρες και πραγματογνώμονες που καταβάλλονται σε μάρτυρα ή πραγματογνώμονα για λογαριασμό του γραφείου 7 β) δαπάνες ταξιδίου και διαμονής για διάδικο και αντιπρόσωπο, σύμβουλο ή δικηγόρο που έχει ορισθεί ως αντιπρόσωπος ενώπιον του γραφείου, στα πλαίσια των αντίστοιχων κλιμάκων που εφαρμόζονται για τους μάρτυρες και τους πραγματογνώμονες και παρατίθενται στο παράρτημα 7 γ) αποζημίωση αντιπροσώπου, συμβούλου ή δικηγόρου που έχει ορισθεί ως εκπρόσωπος του διαδίκου ενώπιον του γραφείου, στα πλαίσια της κλίμακας που παρατίθεται στο παράρτημα. Άρθρο 77 Διακανονισμός δαπανών Σε περίπτωση διακανονισμού των δαπανών με βάση το άρθρο 85 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, το γραφείο θα επιβεβαιώνει το διακανονισμό σε ανακοίνωση των ενδιαφερομένων διαδίκων. Σε περίπτωση που μία τέτοια ανακοίνωση επιβεβαιώνει επίσης το διακανονισμό των καταβλητέων δαπανών, καθίσταται απαράδεκτη αίτηση για προσδιορισμό των δαπανών. ΤΙΤΛΟΣ V ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΜΗΤΡΩΑ, ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ Τμήμα 1 Μητρώα Άρθρο 78 Καταχωρίσεις που γίνονται στα μητρώα και έχουν σχέση με τις διαδικασίες και τα κοινοτικά δικαιώματα επι φυτικής ποικιλίας 1. Τα ακόλουθα «άλλα στοιχεία» που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού καταχωρούνται στο μητρώο αιτήσεων για κοινοτικό δικαίωμα επι φυτικής ποικιλίας 7 α) ημερομηνία δημοσίευσης όταν η δημοσίευση είναι στοιχείο σχετικό με τον υπολογισμό των χρονικών ορίων 7 β) ενστάσεις καθώς και τις ημερομηνίες, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του ενισταμένου και του αντικλήτου του 7 γ) στοιχεία προτεραιότητας (ημερομηνία και κράτος της προγενέστερης αίτησης) 7 δ) κάθε ανάληψη ενεργειών σε σχέση με αξιώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 και στο άρθρο 99 του βασικού κανονισμού και έχουν σχέση με τη χορήγηση του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας και την τελική απόφαση, ή οποιοδήποτε άλλο τερματισμό αυτής της ανάληψης. 2. Τα ακόλουθα «άλλα στοιχεία» που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού θα καταχωρούνται στο μητρώο για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας, κατόπιν αιτήσεως: α) σύσταση εμπράγματης ασφάλειας ή εμπραγμάτου δικαιώματος επί του τίτλου κοινοτικής προστασίας φυτικής ποικιλίας 7 β) αγωγές βάσει του άρθρου 98 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 99 του βασικού κανονισμού σχετικά με το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας καθώς και η τελεσίδικη απόφαση ή η καθ' οποιοδήποτε τρόπο περάτωση της δίκης. 3. Ο πρόεδρος του γραφείου αποφασίζει περί των λεπτομερειών των καταχωρίσεων και επί περαιτέρω στοιχείων που θα καταχωριστούν στα μητρώα για λόγους διαχείρισης του γραφείου. Άρθρο 79 Καταχώριση μεταβίβασης κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας 1. Κάθε μεταβίβαση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας πρέπει να καταχωρίζεται στο μητρώο κοινοτικών δικαιωμάτων επι φυτικών ποικιλιών είτε με αποδεικτικά στοιχεία της πράξης και της μεταβίβασης ή με επίσημα έγγραφα που πιστοποιούν τη μεταβίβαση, ή με αποσπάσματα από την πράξη μεταβίβασης ή έγγραφα που αρκούν για να πιστοποιήσουν τη μεταβίβαση. Το γραφείο κρατεί αντίγραφο των εγγράφων αυτών στους φακέλους του. 2. Άρνηση καταχώρισης της μεταβίβασης μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους όρους που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και στο άρθρο 23 του βασικού κανονισμού. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται για κάθε μεταβίβαση κοινοτικού δικαιώματος επι φυτικής ποικιλίας για το οποίο έχει καταχωριστεί αίτηση στο μητρώο αιτήσεων για κοινοτικά δικαιώματα επι φυτικής ποικιλίας. Η αναφορά στο μητρώο κοινοτικών δικαιωμάτων επι φυτικής ποικιλίας λογίζεται ως αναφορά στο μητρώο των αιτήσεων για κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικής ποικιλίας. Άρθρο 80 Όροι για καταχώριση στα μητρώα Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του κανονισμού ή των εφαρμοσμένων κανόνων, αίτηση για καταχώριση ή διαγραφή καταχώρισης στα μητρώα μπορεί να γίνει από οιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς συνοδευόμενη από τα δικαιολογητικά έγγραφα. Άρθρο 81 Όροι για ειδικές καταχωρίσεις στα μητρώα 1. Όταν αιτούμενο ή χορηγηθέν κοινοτικό δικαίωμα επι φυτικής ποικιλίας συνδέεται με περίπτωση πτώχευσης ή παρεμφερή διαδικασία, το γεγονός θα πρέπει επίσης να καταχωρίζεται στο μητρώο κοινοτικών δικαιωμάτων επι φυτικής ποικιλίας κατόπιν αίτησης της αρμόδιας εθνικής αρχής, ατελώς. Η καταχώριση αυτή διαγράφεται επίσης κατόπιν αίτησης της αρμόδιας εθνικής αρχής, ατελώς. 2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται κατ' αναλογία στην άσκηση αγωγών που αναφέρονται στο άρθρα 98 και 99 του βασικού κανονισμού και τελεσίδικη απόφαση ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο περάτωση της δίκης. 3. Σε περίπτωση προσδιορισμού ποικιλιών ως αρχικών και κατ' ουσία παραγωγών από την αρχική, η αίτηση για καταχώριση από όλους τους διαδίκους μπορεί να υποβληθεί από κοινού ή χωριστά. Σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί από έναν μόνο διάδικο, η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία των ενεργειών που προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο η) του βασικού κανονισμού, αντικαθιστώντας την αίτηση του ετέρου διαδίκου. 4. Σε περίπτωση αίτησης για την καταχώριση συμβατικού δικαιώματος αποκλειστικής εκμετάλλευσης ή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας που χορηγήθηκε ως ασφάλεια ή πραγματοπαγές δικαίωμα, η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Άρθρο 82 Δημόσια επιθεώρηση των μητρώων 1. Τα μητρώα είναι διαθέσιμα για δημόσια επιθεώρηση στους χώρους του γραφείου, ατελώς. 2. Αποσπάσματα των μητρώων παραδίδονται κατόπιν αιτήσεων οιουδήποτε προσώπου μετά την καταβολή διοικητικού τέλους. 3. Ο πρόεδρος του γραφείου μπορεί να επιτρέψει τη δημόσια επιθεώρηση σε χώρους συγκεκριμένων εθνικών υπηρεσιών ή σε εγκατεστημένες τοπικές υπηρεσίες του γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Τμήμα 2 Φύλαξη εγγράφων, δημόσια επιθεώρηση εγγράφων και καλλιεργούμενες ποικιλίες Άρθρο 83 Φύλαξη των φακέλων 1. Τα έγγραφα που έχουν σχέση με διαδικασίες φυλάσσονται σε φακέλους με αριθμό φακέλου για τις διαδικασίες αυτές, εκτός από τα έγγραφα που έχουν σχέση με αποκλεισμό ή ένσταση κατά των μελών του τμήματος προσφυγών, μελών του προσωπικού του γραφείου ή του ενδιαφερόμενου γραφείου εξέτασης, τα οποία φυλάσσονται χωριστά. 2. Το γραφείο κρατεί ένα αντίγραφο του φακέλου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 («αντίγραφο φακέλου») που θεωρείται πιστό και πλήρες αντίγραφο του φακέλου. Τα γραφεία εξέτασης μπορούν να κρατούν αντίγραφο των εγγράφων που έχουν σχέση με τις διαδικασίες αυτές («αντίγραφο εξέτασης»), αλλά θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να μπορούν να παραδίδουν τα πρωτότυπα που δεν διαθέτει το γραφείο. 3. Ο πρόεδρος του γραφείου καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τον τύπο των τηρουμένων φακέλων. Άρθρο 84 Επιθεώρηση εγγράφων 1. Η γραπτή αίτηση για επιθεώρηση εγγράφων πρέπει να απευθύνεται στο γραφείο. 2. Η επιθεώρηση εγγράφων γίνεται στους χώρους του γραφείου. Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως, η επιθεώρηση των εγγράφων μπορεί να γίνει και σε χώρους εγκεκριμένων εθνικών υπηρεσιών, ή εγκατεστημένων τοπικών υπηρεσιών του γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού στην επικράτεια του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή έχει την έδρα του ή είναι εγκατεστημένο το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση. 3. Κατόπιν αιτήσεως η επιθεώρηση των εγγράφων μπορεί να πραγματοποιηθεί με την έκδοση από πλευράς γραφείου αντιγράφων των εγγράφων προς το αιτούντα. Τα αντίγραφα αυτά μπορεί να συνεπάγονται χωριστά τέλη. Κατόπιν αιτήσεως, επιθεώρηση των εγγράφων μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί μέσω γραπτής διαβίβασης των πληροφοριών που περιέχουν τα έγγραφα. Ωστόσο, το γραφείο μπορεί να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να πραγματοποιήσει το ίδιο επιθεώρηση των εγγράφων, αν κρίνει ότι αυτό είναι σκόπιμο να γίνει λόγω του όγκου των ζητούμενων πληροφοριών. Άρθρο 85 Επιθεώρηση της καλλιέργειας των ποικιλιών 1. Η γραπτή αίτηση για επιθεώρηση της καλλιέργειας ποικιλιών πρέπει να απευθύνεται στο γραφείο. Με τη συγκατάθεση του γραφείου, το γραφείο εξέτασης μπορεί να καθορίσει την πρόσβαση στους χώρους δοκιμαστικής καλλιέργειας. 2. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 88 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, η γενική πρόσβαση των επισκεπτών στους χώρους δοκιμαστικής καλλιέργειας δεν θα επηρεάζεται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες έχουν κωδικοποιηθεί, το συμβεβλημένο γραφείο εξέτασης έχει λάβει και το γραφείο έχει εγκρίνει τα αναγκαία μέτρα για να αποτραπεί οιαδήποτε απομάκρυνση υλικού και έχουν ληφθεί και όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του αιτούντος ή κατόχου κοινοτικού δικαιώματος φυτικής ποικιλίας. 3. Ο πρόεδρος του γραφείου καθορίζει τις λεπτομέρειες των διαδικασιών που έχουν σχέση με την επιθεώρηση της καλλιέργειας των ποικιλιών και τον έλεγχο των διασφαλίσεων που προβλέπονται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Άρθρο 86 Εμπιστευτικές πληροφορίες Για λόγους τηρήσεως των πληροφοριών εμπιστευτικών, το γραφείο διαθέτει ατελώς έντυπα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας προκειμένου να υποβάλει αίτηση για μη δημοσιοποίηση όλων των στοιχείων που έχουν σχέση με τα συστατικά, συμπεριλαμβανομένης και της καλλιέργειάς τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Τμήμα 3 Δημοσιεύσεις Άρθρο 87 Επίσημη εφημερίδα 1. Η δημοσίευση που θα εκδίδεται τουλάχιστον κάθε δύο μήνες σύμφωνα με το άρθρο 89 του βασικού κανονισμού, θα ονομάζεται επίσημη εφημερίδα του κοινοτικού γραφείου φυτικής ποικιλίας, αποκαλούμενη χάριν συντομίας στο εξής επίσημη εφημερίδα. 2. Η επίσημη εφημερίδα θα περιέχει τα στοιχεία που καταχωρούνται στα μητρώα σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και παράγραφος 2 και το άρθρο 79. Άρθρο 88 Δημοσίευση αιτήσεων για δικαιώματα εκμτετάλλευσης που θα χορηγούνται από το γραφείο και αποφάσεις επ' αυτού Η ημερομηνία παραλαβής μιας αίτησης για δικαίωμα εκμετάλλευσης που θα χορηγηθεί από το γραφείο καθώς και η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επί της αίτησης αυτής, το ονοματεπώνυμο των διαδίκων και η μορφή της ζητούμενης ή τελικής απόφασης δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα. Σε περίπτωση έκδοσης μιας απόφασης για χορήγηση υποχρεωτικού δικαιώματος εκμετάλλευσης, το περιεχόμενο της απόφασης αυτής δημοσιεύεται επίσης. Άρθρο 89 Δημοσίευση προσφυγών και αποφάσεων επί αυτών Η ημερομηνία παραλαβής της αίτησης προσφυγής και της έκδοσης της απόφασης επί της προσφυγής αυτής, τα ονοματεπώνυμα και οι διευθύνσεις των διαδίκων της προσφυγής και η μορφή της ζητούμενης ή εκδοθείσας απόφασης δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ Άρθρο 90 Ανταλλαγή πληροφοριών 1. Οι ανταλλαγές πληροφοριών που γίνονται σύμφωνα με το άρθρο 90 του βασικού κανονισμού, πρέπει να πραγματοποιούνται απευθείας μεταξύ των υπηρεσιών που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο. 2. Η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού από ή προς το γραφείο να διενεργείται μέσω των αρμόδιων γραφείων φυτικής ποικιλίας των κρατών μελών, ατελώς. 3. Η διάταξη της παραγράφου 2 εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις ανταλλαγές πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού και διενεργούνται από ή προς το γραφείο εξέτασης. Το γραφείο λαμβάνει αντίγραφο της ανακοίνωσης αυτής. Άρθρο 91 Επιθεώρηση από ή μέσω δικαστηρίων ή εισαγγελικών αρχών των κρατών μελών 1. Η επιθεώρηση των φακέλων που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αφορά αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων του αντιγράφου φακέλου που εκδίδει το γραφείο αποκλειστικά για το σκοπό αυτό. 2. Τα δικαστήρια ή οι εισαγγελικές αρχές των κρατών μελών μπορούν, κατά τη διάρκεια των ενώπιόν τους διαδικασιών, να θέσουν τα έγγραφα που έχει διαβιβάσει το γραφείο στη διάθεση τρίτων για επιθεώρηση τρίτων. Η επιθεώρηση αυτή υπόκειται στο άρθρο 88 του βασικού κανονισμού 7 το γραφείο παρέχει αυτήν τη δυνατότητα, ατελώς. 3. Το γραφείο, κατά τη διαβίβαση των φακέλων προς τα δικαστήρια ή τις εισαγγελικές αρχές των κρατών μελών, πρέπει να αναφέρει τους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται η επιθεώρηση εγγράφων που έχουν σχέση με αιτήσεις ή χορηγήσεις κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικής ποικιλίας, σύμφωνα με το άρθρο 88 του βασικού κανονισμού. Άρθρο 92 Διαδικασίες επί αιτήσεων δικαστικής συνδρομής 1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία κεντρική υπηρεσία που αναλαμβάνει να παραλαμβάνει τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής που υποβάλλει το γραφείο και να τις διαβιβάζει προς εκτέλεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή αρχή. 2. Το γραφείο συντάσσει τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής στη γλώσσα του αρμόδιου δικαστηρίου ή αρχής ή επισυνάπτει μετάφραση σ' αυτήν τη γλώσσα. 3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5, η αρμόδια δικαστική ή άλλη αρχή ικανοποιεί τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία της χώρας διαδικασίας. Συγκεκριμένα, εφαρμόζει τα κατάλληλα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία. 4. Το γραφείο ενημερώνεται για τον τόπο και χρόνο διεξαγωγής των αποδείξεων ή των άλλων δικαστικών πράξεων και στη συνέχεια ενημερώνει σχετικά τους ενδιαφερομένους διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες. 5. Κατόπιν αιτήσεως του γραφείου, η αρμόδια δικαστική ή άλλη αρχή σε μέλη της υπεύθυνης υπηρεσίας να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να υποβάλλουν απεθείας ή μέσω της εν λόγω δικαστικής ή άλλης αρχής, ερωτήσεις στα εξεταζόμενα πρόσωπα. 6. Για την εκτέλεση των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής δεν ζητείται η καταβολή τέλος ή άλλων εξόδων. Το κράτος στο οποίο διαβιβάζεται η αίτηση έχει ωστόσο το δικαίωμα να ζητήσει από το γραφείο την επιστροφή των αποζημιώσεων που καταβλήθησαν στους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς, καθώς και την επιστροφή των εξόδων που προέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 5. ΤΙΤΛΟΣ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 93 Μεταβατική διάταξη 1. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 το γραφείο καταβάλλει τέλος για τη διενέργεια τεχνικής εξέτασης προς το γραφείο εξέτασης με βάση την πλήρη αποκατάσταση των διενεργηθέντων εξόδων. Το διοικητικό συμβούλιο, μέχρι τις 27 Απριλίου 1997, θα καθορίσει ενιαίες μεθόδους υπολογισμού των εξόδων και την ενιαία σύσταση των εξόδων που θα ισχύουν για όλα τα συγκεκριμένα γραφεία εξέτασης. 2. Το διοικητικό συμβούλιο θα αποφασίσει, πριν από τις 27 Οκτωβρίου 1996, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οποίων θα γίνεται η εξέταση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 22. Ο πρόεδρος του γραφείου θα υποβάλλει πρόταση για τις αρχές αυτές βάσει των οποίων θα γίνεται η δοκιμαστική εξέταση, πριν από τις 27 Απριλίου 1996, λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις εξέτασης που περιλαμβάνονται στα πορίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 116 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. 3. Ο αιτών κοινοτικό δικαίωμα προστασίας ποικιλιών φυτών σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 1 ή 2 του βασικού κανονισμού, υποβάλλει επικυρωμένο αντίγραφο των πορισμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 116 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1995. Αυτό το αντίγραφο περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τις διαδικασίες για τη χορήγηση εθνικού δικαιώματος εθνικής προστασίας ποικιλιών φυτών και επικυρώνεται από την υπηρεσία που τα χορήγησε. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα επικυρωμένο αντίγραφο εφαρμόζεται το άρθρο 55 του βασικού κανονισμού. Άρθρο 94 Παρεκκλίσεις Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 27 παράγραφος 1, το γραφείο μπορεί να λάβει υπόψη τις εκθέσεις εξέτασης σχετικά με τη διαδικασία επίσημης αποδοχής μιας ποικιλίας για πιστοποίηση και εμπορία υπό την προϋπόθεση ότι η τεχνική εξέταση της εν λόγω ποικιλίας στο εν λόγω κράτος μέλος έχει αρχίσει πριν τις 27 Απριλίου 1996, εκτός αν το διοικητικό συμβούλιο έχει λάβει απόφαση σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές πριν από την ημερομηνία. Άρθρο 95 Έναρξη ισχύος Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο 27 εφαρμόζεται έως τις 30 Ιουνίου 1998. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 31 Μαΐου 1995. Για την Επιτροπή Franz FISCHLER Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ αριθ. L 227 της 1. 9. 1994, σ. 1. (1) Βλέπε σελίδα 31 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας. (1) ΕΕ αριθ. L 117 της 8. 5. 1990, σ. 15. (1) ΕΕ αριθ. L 227 της 1. 9. 1994, σ. 1. (1) Βλέπε σελίδα 31 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας. (1) ΕΕ αριθ. L 117 της 8. 5. 1990, σ. 15. (1) ΕΕ αριθ. L 227 της 1. 9. 1994, σ. 1. (1) Βλέπε σελίδα 31 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας. (1) ΕΕ αριθ. L 117 της 8. 5. 1990, σ. 15. (1) ΕΕ αριθ. L 227 της 1. 9. 1994, σ. 1. (1) Βλέπε σελίδα 31 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας. (1) ΕΕ αριθ. L 117 της 8. 5. 1990, σ. 15. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. Η αποζημίωση που καταβάλλεται σε μάρτυρες και πραγματογνώμονες όσον αφορά τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής που προβλέπει το άρθρο 62 παράγραφος 2 υπολογίζονται ως εξής: 1.1. Έξοδα ταξιδίου: για μετάβαση και επιστροφή από τον τόπο κατοικίας ή την επαγγελματική έδρα στον τόπο της προφορικής διαδικασίας είτε της αποδεικτικής διαδικασίας: α) ίσα προς το αντίτιμο σιδηροδρομικού εισιτηρίου πρώτης θέσης, συμπεριλαμβανομένων των συνήθων προσαυξήσεων, εφόσον η συντομότερη σιδηροδρομική απόσταση δεν υπερβαίνει τα 800 χιλιόμετρα 7 β) ίσα προς το αντίτιμο αεροπορικού εισιτηρίου τουριστικής θέσης, εφόσον η συντομότερη σιδηροδρομική απόσταση υπερβαίνει τα 800 σιδηροδρομικά χιλιόμετρα ή η συντομότερη διαδρομή δεν απαιτεί τη διάσχιση θάλασσας. 1.2. Δαπάνες διαμονής καταβάλλονται μέχρι του ύψους της ημερήσιας αποζημίωσης που ορίζει το άρθρο 13 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για υπαλλήλους των βαθμών Α4 έως Α8. 1.3. Όταν ένας μάρτυρας ή πραγματογνώμονας καλείται σε συνεδριάσεις του γραφείου παραλαμβάνει με την πρόσκληση και ταξιδιωτική παραγγελία που περιέχει λεπτομέρειες όσον αφορά τα ποσά που καταβάλλονται βάσει των ανωτέρω σημείων 1.1 και 1.2, καθώς και έντυπο αίτησης για προκαταβολή εξόδων. Πριν καταβληθεί προκαταβολή σε μάρτυρα ή πραγματογνώμονα, θα πρέπει να πιστοποιηθεί ο διορισμός του από μέλος του προσωπικού του γραφείου που παρήγγειλε την παροχή στοιχείων ή, σε περίπτωση διαδικασίας προσφυγής, ο πρόεδρος της αρμοδίου επιτροπής προσφυγών. Κατά συνέπεια, το έντυπο της αίτησης θα πρέπει να επιστρέφεται στο γραφείο προς πιστοποίηση. 2. Η αποζημίωση που καταβάλλεται σε μάρτυρες έναντι διαφυγόντος εισοδήματος, που προβλέπει το άρθρο 62 παράγραφος 3, υπολογίζεται ως εξής: 2.1. Αν ένας μάρτυρας απαιτείται να λείψει για συνολική περίοδο μέχρι δώδεκα ώρες, η αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα αντιστοιχεί στο 1/60 του βασικού μηνιαίου μισθού υπαλλήλου του γραφείου στο χαμηλότερο κλιμάκιο του βαθμού Α4. 2.2. Αν μάρτυρας χρειαστεί να απουσιάσει για συνολική περίοδο άνω των δώδεκα ωρών, δικαιούται περαιτέρω αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο 1/60 του βασικού μισθού που αναφέρεται στο σημείο 2.1. για κάθε περαιτέρω περίοδο δώδεκα ωρών που ξεκινά. 3. Οι αμοιβές σε πραγματογνώμονες που προβλέπει το άρθρο 62 παράγραφος 3 καθορίζονται, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη πρόταση του εν λόγω πραγματογνώμονα. Το γραφείο μπορεί να αποφασίσει να ζητήσει από τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους όσον αφορά το προτεινόμενο ποσό. Αμοιβή χορηγείται σε πραγματογνώμονα μόνο αν παράσχει στοιχεία με υποστηρικτικά έγγραφα ότι δεν είναι μέλος του προσωπικού ενός γραφείου εξέτασης. 4. Οι πληρωμές μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων για αποζημίωση έναντι διαφυγόντων εισοδημάτων ή για αμοιβές σύμφωνα με τα σημεία 2 και 3 ανωτέρω, καταβάλλονται μετά από πιστοποίηση του διορισμού του εν λόγω μάρτυρα ή πραγματογνώμονα από πλευράς του μέλους του προσωπικού του γραφείου που παρήγγειλε την κλήτευση ή, στην περίπτωση της διαδικασίας προσφυγής, ο πρόεδρος της αρμόδιας της επιτροπής προσφυγών. 5. Η αποζημίωση πληρεξουσίου, συμβούλου ή δικηγόρου που ενεργεί ως αντιπρόσωπος διαδίκου όπως προβλέπει το άρθρο 76 παράγραφος 3 και παράγραφος 4 στοιχείο γ), βαρύνουν τον έτερο διάδικο με βάση τους παρακάτω κατ' ανώτατο όριο συντελεστές: α) σε περίπτωση διαδικασίας προσφυγής, εκτός από την αποδεικτική διαδικασία που περιλαμβάνει εξέταση μαρτύρων, γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή επιθεώρηση: 500 Ecu 7 β) σε περίπτωση αποδεικτικής διαδικασίας κατά τη διαδικασία προσφυγής, που περιλαμβάνει εξέταση μαρτύρων, γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή επιθεώρηση: 250 Ecu 7 γ) σε περίπτωση διαδικασίας για κήρυξη έκπτωσης ή ακύρωση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας: 250 Ecu.