95/547/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1995, σχετικά με την υπό όρους έγκριση της ενίσχυσης την οποία χορηγεί η Γαλλία στην τράπεζα Credit Lyonnais (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 308 της 21/12/1995 σ. 0092 - 0119
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την υπό όρους έγκριση της ενίσχυσης την οποία χορηγεί η Γαλλία στην τράπεζα Crιdit Lyonnais (Το κείμενο στη Γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (95/547/ΕΚ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 92 και 93, τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως τα άρθρα 61 και 62, αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (1), σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα, Εκτιμώντας ότι: 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με επιστολή της 2ας Μαΐου 1995 [SG(95)D/5500], η Επιτροπή γωστοποίησε στις γαλλικές αρχές την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται στη δημόσια τράπεζα Crιdit Lyonnais (στο εξής CL). Στο τέλος τους 1993, η CL ήταν ο πρώτος ευρωπαϊκός τραπεζικός όμιλος από απόψεως συνολικού ενεργητικού (περίπου 2 000 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα), και απασχολούσε περισσότερους από 71 000 υπαλλήλους. Οι δραστηριότητές του εκτείνονταν από τις εμπορικές τραπεζικές εργασίες έως τις επενδυτικές εργασίες, από τις ευρύτερες επενδυτικές υπηρεσίες έως τη διαχείριση κεφαλαίων για λογαριασμό τρίτων και από τις ασφάλειες μέχρι τις υπόλοιπες οιονεί τραπεζικές εργασίες. Το δίκτυο της CL στη Γαλλία και στο εξωτερικό απαριθμούσε περίπου 900 υποκαταστήματα στην Ευρώπη εκτός Γαλλίας και 800 στον υπόλοιπο κόσμο. Στις 31 Δεκεμβρίου 1993, την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της CL κατείχε το γαλλικό κράτος, με 55 % των μετοχών και 76 % των δικαιωμάτων ψήφου. Οι υπόλοιποι μέτοχοι κοινών μετοχών ήταν η Thomson-CSF (εταιρεία του κρατικού ομίλου Thomson, με περίπου 20 % των δικαιωμάτων ψήφου) και η Caisse des Dιpτts et Consignations (δημόσιο πιστωτικό ίδρυμα με 4 % των δικαιωμάτων ψήφου). Το υπόλοιπο του μετοχικού κεφαλαίου (22 %) αποτελούσαν πιστοποιητικά επενδύσεων εισηγμένα στο χρηματιστήριο. Μετά από μια πενταετία μεγάλης ανάπτυξης, η CL παρουσίασε αρνητικά αποτελέσματα το 1992 (1,8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) και το 1993 (6,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα). Οι πολύ μεγάλες ζημιές σε σύγκριση με τα ίδια κεφάλαια θα επιδρούσαν αρνητικά στο συντελεστή φερεγγυότητας της CL (δηλαδή στη σχέση μεταξύ των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας και των στοιχείων του ενεργητικού, μετά από προσαρμογή για να ληφθεί υπόψη το στοιχείο του κινδύνου), μειώνοντάς τον κάτω από το ελάχιστο νόμιμο επίπεδο του 8 %, εάν οι γαλλικές αρχές, μετά από πρόσκληση της αρμόδιας γαλλικής εποπτικής αρχής στον τραπεζικό τομέα (της Commission Bancaire), δεν ελάμβαναν το 1994 μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης, κυρίως με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και την ανάληψη από το κράτος ορισμένων μη αποδοτικών στοιχείων του ενεργητικού. Στις αρχές του 1995, φάνηκε ότι η CL θα σημείωνε νέες ζημίες οι οποίες θα έθεταν σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα της τράπεζας 7 για το σκοπό αυτό, το γαλλικό κράτος δημιούργησε ένα νέο μηχανισμό διάσωσης, με τη σύσταση μιας χωριστής οντότητας η οποία θα ανελάμβανε στοιχεία του ενεργητικού της CL ύψους 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, κυρίως δε, εκείνα με μικρή ή μηδαμινή απόδοση. Η λειτουργία του μηχανισμού αυτού επέτρεψε τον περιορισμό των λογιστικών ζημιών για το 1994 σε 12,1 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Η κρίση την οποία αντιμετωπίζει η CL φαίνεται να συνδέεται, σε μεγάλο βαθμό, με την επιθετική, πιστωτική και επενδυτική πολιτική που ακολούθησε η τράπεζα κατά τη δεκαετία του '80 και στις αρχές της δεκαετίας του '90, χωρίς αρκετά αυστηρό έλεγχο των αναλαμβανομένων κινδύνων. Μεταξύ 1988 και 1993, διπλασιάστηκε σχεδόν το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού, ενώ η αξία του βιομηχανικού χαρτοφυλακίου της CL αυξήθηκε περίπου πέντε φορές, φθάνοντας τα 50 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Οι πράξεις της CL στην αγορά ακινήτων υπερέβησαν τα 100 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, τοποθετώντας την τράπεζα στην πρώτη θέση μεταξύ των γαλλικών πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά τις πιστώσεις που χορηγήθηκαν στους διαφόρους επαγγελματίες του εν λόγω κλάδου, με πολύ σημαντικότερο μερίδιο από τη θέση της στην αγορά. Επιπλέον, για να αναπτύξει περισσότερο τη δραστηριότητά της τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, η CL προέβη στην απόκτηση αρκετών αλλοδαπών τραπεζών σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές (παραδείγματος χάρη Chase Banque de Commerce στο Βέλγιο, Banco Commercial Espaρol και Banca Jover στην Ισπανία, Credito Bergamasco και Banca Lombarda στην Ιταλία, BfG στη Γερμανία, Slavenburg Bank στις Κάτω Χώρες. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις της, σε μια κατάσταση αυξανόμενου ανταγωνισμού, η CL ακολούθησε μια πολιτική χρέωσης που κατέληξε σε πολύ υψηλό κόστος χρηματοδότησης. Στη συνέχεια, η φθορά της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού προκάλεσε επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας της τράπεζας και αύξηση του κόστους χρηματοδότησης από τις αγορές. Συγχρόνως, τα γενικά έξοδα συνέχισαν να αυξάνονται σε ρυθμό μεγαλύτερο από την αύξηση των συνολικών στοιχείων του ενεργητικού. Για τη στήριξη της ανάπτυξης της CL, το γαλλικό κράτος εισέφερε άμεσα ή έμμεσα στην τράπεζα αυτή σημαντικούς πόρους (άνω των 17 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων), κυρίως με τη μορφή τίτλων δημοσίων επιχειρήσεων και αμοιβαίων (διασταυρούμενων) συμμετοχών (Rhτne-Poulenc, Usinor-Sacilor, Aιrospatiale, Altus). Με τον τρόπο αυτό έγινε δυνατή η λογιστική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων, πλην όμως υπονομεύθηκαν τα αποτελέσματα του ομίλου λόγω της χαμηλής αποδοτικότητας των συμμετοχών αυτών, στη συνέχεια δε λόγω των ζημιών που υπέστησαν ορισμένες από τις επιχειρήσεις αυτές. Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, που προκάλεσε την πτώση των τιμών στις αγορές ακινήτων και στο χρηματιστήριο και η οποία επιδείνωσε την κατάσταση των οφειλετών, συνέβαλε στην αύξηση των προβλημάτων της τράπεζας. Το περιθώριο κέρδους μέσω των επιτοκίων μειώθηκε σημαντικά, ενώ οι μακροχρόνιες συμμετοχές στον βιομηχανικό τομέα είχαν πολύ μικρή αν όχι αρνητική απόδοση. Μετά από μια πρώτη εξέταση της υπόθεσης, η Επιτροπή κατέληξε ότι τα μέτρα στήριξης της CL περιείχαν σημαντικά στοιχεία κρατικών ενισχύσεων που στο παρόν στάδιο και με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες δεν μπορούσαν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. 2. ΓΕΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ Τα μέτρα που έλαβε το γαλλικό κράτος υπέρ της CL περιλαμβάνουν αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 4,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα και την ανάληψη από το κράτος των κινδύνων, καθώς και του κόστους που συνδέεται με τα στοιχεία εκείνα τα οποία μεταβιβάστηκαν σε έναν ειδικό φορέα, στο πλαίσιο μιας πράξης διαχωρισμού των εν λόγω στοιχείων. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο διάσωσης που υλοποιήθηκε το 1994, η ανάληψη από το κράτος περιορίστηκε σε 18,4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα επί 42 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων μεταβιβασθέντων στοιχείων του ενεργητικού. Το 1995, μετά από τη μεταβίβαση νέων υποχρεώσεων, το κράτος επέκτεινε την κάλυψή του κατά γενικό τρόπο, αναλαμβάνοντας το σύνολο της καθαράς αξίας των στοιχείων τα οποία μεταβιβάστηκαν το 1994 και 1995 (δηλαδή περίπου 135 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα), καθώς και τους τόκους για το δάνειο ύψους 145 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που χορήγησε η CL σε μία δημόσια εταιρεία με την επωνυμία SPBI, για τη χρηματοδότηση του μηχανισμού διαχωρισμού. Η αύξηση του κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο 1994 από τους τρεις κύριους μετόχους, δηλαδή το κράτος (μέσω της SPBI, ομορρύθμου εταιρείας που ελέγχεται από το κράτος και την Thomson SIEG, θυγατρική της Thomson CSF), την Thomson CSF και την Caisse des Dιpτts et Consignations, σύμφωνα με το μερίδιό τους στο μετοχικό κεφάλαιο της CL. Μετά την πράξη αυτή, η άμεση και έμμεση συμμετοχή του γαλλικού κράτους στην CL συξήθηκε από 78 σε 80,7 %. Η συναλλαγή έγινε με τη διανομή δελτίων προεγγραφής στους μετόχους ως αμοιβή της επένδυσής τους. Κάθε δελτίο επιτρέπει στον κάτοχό του να προεγγραφεί για μία νέα μετοχή εντός πενταετίας στην τιμή των 774 γαλλικών φράγκων ανά μετοχή. Η τιμή αυτή ισοδυναμεί με την καθαρά αξία του ενεργητικού ανά μετοχή, όπως υπολογίστηκε με βάση τους λογαριασμούς του 1993. Μετά την πράξη διαχωρισμού το 1994, μη αποδοτικά δάνεια στον τομέα των ακινήτων ύψους 42 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων (επί συνόλου άνω των 100 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που δεν είχαν ακόμα εξοφληθεί στον ίδιο κλάδο), των οποίων η κάλυψη ήταν ανεπαρκής, τοποθετήθηκαν σε μία ad hoc θυγατρική εταιρεία της CL, με την επωνυμία OIG. Η εταιρεία αυτή εξαγόρασε τις πιστώσεις στην καθαρή λογιστική τους αξία, με τη βοήθεια ενός συμμετοχικού δανείου που χορηγήθηκε από την SPBI. Το δάνειο αυτό χρηματοδοτήθηκε με άλλο δάνειο το οποίο χορήγησε η CL στην SPBI. Οι τρεις δημόσιοι μέτοχοι της CL δεσμεύθηκαν να καλύψουν τις ζημίες που ενδεχομένως θα προέκυπταν από τη ρευστοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού, μέχρι ποσού 14,4 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, και ένα μέρος της επιβάρυνσης για την αναχρηματοδότηση του δανείου που χορηγήθηκε από την CL προς την SPBI για τα δύο πρώτα χρόνια, ύψους 2 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων κατ' έτος. Με την ανάληψη από το κράτος των μεταβιβασθεισών υποχρεώσεων, που καταχωρήθηκαν στους λογαριασμούς του 1993, η CL κατόρθωσε να μειώσει το επίπεδο των προβλέψεων και των ζημιών επί των επισφαλών της υποχρεώσεων και να συνεχίσει τη δραστηριότητά της. Στην ουσία, το κράτος επέτρεψε στην CL να αντικαταστήσει τα αμφίβολα στοιχεία του ενεργητικού της, για τα οποία χρειάζονταν σημαντικές προβλέψεις κάλυψής τους, με ένα ασφαλές περιουσιακό στοιχείο. Το 1995 δημιουργήθηκε μία νέα εταιρεία για το διαχωρισμό, που καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς του 1994, το Consortium De Rιalisations (CDR), 100 % θυγατρική της CL. Σύμφωνα με το σχέδιο που κοινοποίησαν οι γαλλικές αρχές, η θυγατρική αυτή αγοράζει από την CL περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 190 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, συνοδευόμενα με υποχρεώσεις ύψους 55 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Όλα τα σχετικά στοιχεία του ενεργητικού -δηλαδή τα ακίνητα που συγκεντρώνονται κυρίως στην OIG, οι θυγατρικές τράπεζες (κυρίως SBT, SDBO και Colbert), οι χρηματοδοτήσεις που δόθηκαν στον τομέα του κινηματογράφου και οι βιομηχανικές συμμετοχές- πρέπει να εκχωρηθούν ή να ρευστοποιηθούν. Κατά συνέπεια, το 80 % των στοιχείων του ενεργητικού πρέπει να εκχωρηθεί εντός πενταετίας και εάν οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέπουν, τουλάχιστον 50 % των ίδιων αυτών στοιχείων θα πρέπει να εκχωρηθούν εντός των επόμενων τριών ετών. Όσον αφορά τις θυγατρικές τράπεζες που μεταβιβάζονται στο CDR, το υγιές μέρος των τραπεζών αυτών είτε θα εκχωρηθεί σε τρίτους, είτε θα αναληφθεί εκ νέου από την CL πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995, με τρόπο ώστε στο τέλος της εταιρικής χρήσης 1995 κανένας ενεργός τραπεζικός οργανισμός να μην παραμένει πλέον στο CDR. Για να μπορέσει να αγοράσει τα στοιχεία του ενεργητικού από την CL, το CDR λαμβάνει συμμετοχικό δάνειο ύψους 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων από την SPBI. Η τελευταία χρηματοδοτείται από την CL με ένα μη συμμετοχικό δάνειο 145 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων κατ' ανώτατο όριο. Με το δάνειο αυτό, η SPBI θα μπορέσει να χορηγήσει συμμετοχικό δάνειο ύψους 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων στο CDR και να αγοράσει ομόλογα με μηδενικό κουπόνι για ανώτατο ποσό 10 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, περίπου. Η προεγγραφή με μηδενικό κουπόνι θα επιτρέψει στην SPBI να παρουσιάσει κέρδος 35 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων περίπου στο τέλος του 2014, απορροφώντας με τον τρόπο αυτό τις ζημίες που θα εμφανιστούν στο CDR. Το δάνειο CL προς την SPBI, καθώς και το δάνειο της τελευταίας προς το CDR, λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου 2014. Το δάνειο της CL θα εξοφληθεί επισπευσμένα και τμηματικά με την εκποίηση των στοιχείων του ενεργητικού, μέχρι του ύψους των εισπραττόμενων ποσών. Το ετήσιο επιτόκιο που εφαρμόζεται είναι 7 %, το 1995, και 85 % του επιτοκίου της χρηματαγοράς, από το 1996. Το συμμετοχικό δάνειο προς το CDR θα εξοφλείται τμηματικά στο τέλος κάθε χρήσης: η SPBI θα λαμβάνει ένα μέρος του συνολικού ποσού ίσο με το ύψος των στοιχείων που εκχωρήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους και, εάν υπάρξει μείωση της αξίας κατά τη διάρκεια της εκχώρησης, θα παραιτείται από τις απαιτήσεις της για ποσό ίσο προς το ύψος των ζημιών του CDR. Μέσω του συμμετοχικού δανείου, οι ζημίες του CDR θα καλυφθούν από την SPBI, δηλαδή από το κράτος, μέχρι ανώτατο ποσό 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Εάν, εφόσον υπάρξει τέτοια περίπτωση, οι ζημίες του CDR υπερβούν το ύψος αυτό, θα καλυφθούν από την CL, μοναδικό μέτοχο του CDR. Η CL διαθέτει με τον τρόπο αυτό την κάλυψη του κράτους για την εξασφάλιση του δανείου προ την SPBI, γεγονός το οποίο έχει σαν αποτέλεσμα οι λογαριασμοί του CDR να μην εμφανίζονται στους ενοποιημένους λογαριασμούς του ομίλου CL, είτε για λόγους εποπτείας είτε για λογιστικούς λόγους. Κατά συνέπεια, ο μηχανισμός αυτός επέτρεψε στην τράπεζα να προβεί σε μειωμένες προβλέψεις και ζημίες και να τηρήσει το συντελεστή φερεγγυότητας. Ως αντιστάθμισμα, η SPBI θα επωφεληθεί από το προϊόν μιας ειδικής ρήτρας «de retour ΰ meilleure fortune» (επανόδου σε υγιή κατάσταση) επί της CL. Στην περίπτωση αυτή θα λάβει το 34 % των καθαρών ενοποιημένων κερδών της CL, που είναι το μερίδιο του ομίλου (προτού ληφθεί υπόψη η συνεισφορά αυτή καθώς και η ετήσια εισφορά στο ταμείο γενικών τραπεζικών κινδύνων και πριν την επιβολή του γαλλικού εταιρικού φόρου), προσαυξημένο κατά 26 % του τμήματος των εν λόγω κερδών που υπερβαίνουν το 4 % των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων που αναλογούν στον όμιλο (δηλαδή περίπου 1 δισεκατομμύριο γαλλικά φράγκα. Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι το κράτος είναι δυνατόν να καταθέσει για κάποια προθεσμία στην SPBI τις μετοχές του στην CL, ούτως ώστε η πρώτη να μπορέσει να επωφεληθεί από τα μερίσματα, καθώς και από το προϊόν της μελλοντικής ιδιωτικοποίησης της CL. Βάσει της σύμβασης των συμφωνηθέντων στόχων μεταξύ του κράτους και της CL, η τελευταία μπορεί να εξαγοράσει ορισμένες βιομηχανικές και εμπορικές συμμετοχές στην τρέχουσα αξία τους για ποσό το οποίο δεν υπερβαίνει το 10 % της πραγματικής αξίας του χαρτοφυλακίου συμμετοχών της, δηλαδή περίπου 5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Επιπλέον, το υγιές τμήμα των θυγατρικών τραπεζών, που έχουν μεταβιβαστεί στο CDR, που δεν έχουν εκχωρηθεί σε τρίτους πρέπει να εξαγοραστεί από την CL πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995, το δε υπόλοιπο τμήμα πρέπει να τεθεί υπό εκκαθάριση. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο συμφωνίας, η CL θα παράσχει συνδρομή στο CDR στο πλαίσιο σύμβασης υπηρεσιών όπου θα περιλαμβάνεται ρήτρα διανομής των κερδών σε σχέση με ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού, βάσει των κανόνων που θα καθοριστούν μεταγενέστερα με κοινή συμφωνία μεταξύ των μερών. Ωστόσο, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν προφορικά στη συνέχεια ότι η ρήτρα αυτή θα εξαλειφθεί. 3. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ 3.1. Εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στον τραπεζικό κλάδο και αξιολόγηση της ύπαρξης κρατικών ενισχύσεων Κατά την εξέταση των μέτρων κρατικής ενίσχυσης προς τις τράπεζες, πρέπει αρχικά να ληφθεί υπόψη ότι στη συνθήκη δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για τα πιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις. Εντούτοις, η Επιτροπή έχει επίγνωση των ιδιαιτεροτήτων του τραπεζικού κλάδου και της μεγάλης ευαισθησίας των χρηματοοικονομικών αγορών ακόμα και σε περίπτωση δυσχερειών που περιορίζονται σε κάποιο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Υπενθυμίζεται, στο πλαίσιο αυτό, η σημασία την οποία δίνει το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην οδηγία 89/647/ΕΟΚ (2) σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων: «τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται εντός μιας κοινής τραπεζικής αγοράς να ανταγωνίζονται απευθείας μεταξύ τους και [. . .] η θέσπιση κοινών κανόνων φερεγγυότητας με τη μορφή ενός ελάχιστου συντελεστή θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόληψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και την ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος της Κοινότητας». Στην ίδια οδηγία, το Συμβούλιο ανέφερε επίσης ότι «ο καθορισμός κοινών κανόνων για τα ίδια κεφάλαια σε συνάρτηση με τα στοιχεία του ενεργητικού και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που υπόκεινται στον πιστωτικό κίνδυνο είναι [. . .] ένα από τα ουσιαστικά στοιχεία της εναρμόνισης που απαιτείται για την επίτευξη της αμοιβαίας αναγνώρισης των τεχνικών ελέγχου και, επομένως, για τη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τραπεζικό τομέα». Οι ανωτέρω σκέψεις βασίζονται στην παραδοχή ότι ένα ελάχιστο επίπεδο συντελεστή φερεγγυότητας αποτελεί συγχρόνως κριτήριο ισότητας των όρων ανταγωνισμού, καθώς και ένα από τα κριτήρια βιωσιμότητας μιας τράπεζας. Ωστόσο, τα κρατικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα τη χρηματοδοτική στήριξη των τραπεζών που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες για να τους επιτραπεί η τήρηση των κοινοτικών εποπτικών κανόνων μπορούν, ταυτόχρονα, να περιλαμβάνουν στοιχεία κρατικών ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρέπει να ελέγχει κατά πόσον τηρούνται οι κανόνες της συνθήκης για τις κρατικές ενισχύσεις, ούτως ώστε να προλαμβάνεται κάθε πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού που δεν συμβιβάζεται με τη συνθήκη. Σε μια ανταγωνιστική αγορά, τα πιστωτικά ιδρύματα είναι ελεύθερα να επιλέγουν, τηρώντας τους κανόνες προληπτικής εποπτείας και κάτω από τον έλεγχο των αρμόδιων εποπτικών αρχών τους, την επενδυτική πολιτική, καθώς και το συνδυασμό κινδύνου-αποδοτικότητας του χαρτοφυλακίου των στοιχείων του ενεργητικού τους που θεωρούν καταλληλότερο. Μια τολμηρή και επιθετική πολιτική μπορεί να επιφέρει υψηλότερες αποδόσεις, πλην όμως συνοδεύεται από μεγαλύτερο κίνδυνο εάν δεν μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς. Ο εντοπισμός, ο έλεγχος και ο περιορισμός των κινδύνων αυτών, που είναι διαφορετικής φύσης και συχνά αλληλένδετοι, αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του τραπεζικού επαγγέλματος. Όταν επέρχονται σημαντικοί κίνδυνοι, αυτοί μπορούν να μειώσουν τα αποτελέσματα της τράπεζας και να επηρεάσουν το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και το συντελεστή φερεγγυότητας. Η μείωση των δραστηριοτήτων που ενέχουν κίνδυνο ή η αύξηση του κεφαλαίου είναι δυνατό να αποδειχθούν απαραίτητες για την αποκατάσταση του ελάχιστου νόμιμου επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και του συντελεστή (8 %). Απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση, οι μέτοχοι της τράπεζας μπορούν να εισφέρουν συμπληρωματικούς πόρους, εάν θεωρούν ότι η επένδυσή τους πρόκειται να έχει επαρκή απόδοση. Θα απαιτήσουν, φυσικά, τις ανάλογες προσπάθειες αναδιάρθρωσης για να περιοριστεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος. Δεδομένου ότι συχνά η εναλλακτική λύση της εκκαθάρισης μιας τράπεζας είναι συνολικά περισσότερο δαπανηρή σε σχέση με την εκκαθάριση μιας βιομηχανικής επιχείρησης, εξαιτίας της εξ ορισμού υψηλότερης αναλογίας μεταξύ κεφαλαίων τρίτων και ιδίων κεφαλαίων και της μεγαλύτερης συχνά ευθύνης των πλειοψηφικών μετοχών έναντι των καταθετών, και ότι πρέπει να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών, οι εποπτικές αρχές του τραπεζικού τομέα εφαρμόζουν σταθερά και ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα ελέγχου της διαχείρισης των τραπεζών, καθώς και των μετόχων για να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις μιας πτώχευσης. Προβαίνουν σε ελέγχους και μπορούν να ζητήσουν διορθωτικά μέτρα, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο. Σε περίπτωση παράβασης των κανόνων εποπτείας, διαθέτουν αρκετά μέσα για την αποκατάσταση των κανονικών συνθηκών άσκησης της τραπεζικής δραστηριότητας 7 τα μέτρα αυτά κυμαίνονται από την προειδοποίηση μέχρι την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. Μπορούν, επίσης, να ζητήσουν από τους μετόχους να συνδράμουν στην προσπάθεια εξυγίανσης της τράπεζας, κυρίως εάν η πτώχευση μπορεί να έχει ανεπιθύμητες αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη των καταθετών και, ενδεχομένως, στις χρηματαγορές. Οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικές, ακόμη και δυσανάλογες με τις δυσκολίες της συγκεκριμένης μεμονωμένης τράπεζας. Εάν η αναδιάρθρωση των κεφαλαίων της τράπεζας από τους μετόχους της ή η εξαγορά της από κάποιο άλλο ίδρυμα δεν είναι δυνατή, εξετάζονται διάφορες λύσεις: είτε η κήρυξη πτώχευσης, είτε η εφαρμογή ενός μηχανισμού ελεγχόμενης εκκαθάρισης ή πώλησης ανά τμήματα, είτε η αλληλέγγυα παρέμβαση αρκετών άλλων τραπεζών για την αποφυγή των πιθανών αρνητικών ανεπιθύμητων επιπτώσεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Στην περίπτωση κατά την οποία ο ιδιωτικός τομέας συμμετέχει σε μη υποχρεωτική βάση και κατά σημαντικό τρόπο από οικονομικής απόψεως στα μέτρα διάσωσης, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι δεν υπάρχει καμία κρατική ενίσχυση. Ανάλογα με την έκταση του κινδύνου κρίσης για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι εποπτικές αρχές μπορούν να επέμβουν. Στην περίπτωση των δημοσίων τραπεζών, το κράτος μπορεί επίσης να κληθεί να επέμβει ως μέτοχος. Στην περίπτωση κατά την οποία το κράτος παρέχει το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο της χρηματοδοτικής στήριξης, ακόμα και αν αυτό συμβεί μετά από αίτηση των εποπτικών αρχών, η Επιτροπή πρέπει να σταθμίσει το ενδεχόμενο να υπάρχουν στοιχεία ενίσχυσης στις κρατικές παρεμβάσεις. Κατά την αξιολόγηση των παρεμβάσεων αυτών, η Επιτροπή εφαρμόζει γενικά «την αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς», σύμφωνα με την ανακοίνωσή της για τις δημόσιες επιχειρήσεις (3). Η ανακοίνωση αυτή αναφέρει ότι υπάρχει στοιχείο ενίσχυσης σε μια πράξη, εάν κάποιος συγκρίσιμος ιδιώτης επενδυτής δεν προέβαινε στην πράξη αυτή κάτω από κανονικές συνθήκες αγοράς. Όσον αφορά τις δημόσιες συμμετοχές στο εταιρικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 1984 (4), εκτιμάται ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε επιχειρήσει τέτοια πράξη και επομένως υπάρχει τεκμήριο ενίσχυσης, όταν η χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας είναι τέτοια που η επάνοδος σε επίπεδο φυσιολογικής απόδοσης (από άποψη μερισμάτων ή κεφαλαιουχικών κερδών) του επενδυμένου κεφαλαίου δεν είναι εξασφαλισμένη σε εύλογο χρονικό διάστημα ή όταν οι κίνδυνοι μιας τέτοιας πράξης είναι ηυξημένοι ή έχουν υπερβολική χρονική διάρκεια. Ομοίως, η Επιτροπή θεωρεί ότι υπάρχει τεκμήριο ενίσχυσης στις κρατικές εγγυήσεις εάν είναι απαραίτητες για την επιβίωση της εταιρείας, με άλλα λόγια εάν η περικλειόμενη ενίσχυση ισούται με το ποσό για το οποίο παρέχεται η εγγύηση, καθώς και εάν οι εγγυήσεις υπερβαίνουν τη φυσιολογική διάρκεια ή ο ενεχόμενος κίνδυνος είναι ιδιαίτερα υψηλός. Για να μπορέσει η Επιτροπή να εξακριβώσει αν τηρείται η αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς, πρέπει να δικαιολογηθεί η συμπεριφορά του κράτους μετόχου σε σχέση με τη συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή. Προς το σκοπό αυτό, χρειάζεται να υποβληθεί ένα συνεκτικό και λεπτομερές πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, στο οποίο να αποδεικνύεται ότι μπορεί λογικά να αναμένεται ότι η επέμβαση του κράτους θα έχει σαν αποτέλεσμα την επίτευξη μιας «κανονικής» απόδοσης, αποδεκτής από κάποιον επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας αγοράς. Σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει κρατική ενίσχυση. Το άρθρο 10 παράγραφος 3 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ που αναφέρεται ανωτέρω σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας αναφέρει επίσης ότι «στην περίπτωση που ο συντελεστής φερεγγυότητας πέσει κάτω από το 8 %, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε το οικείο πιστωτικό ίδρυμα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να επαναφέρει, το ταχύτερο δυνατό, τον εν λόγω συντελεστή στο ελάχιστο συμφωνηθέν ύψος». Αυτή η διάταξη οδηγεί σε τρεις συλλογισμούς. Πρώτον, δημιουργείται η υποχρέωση για τις εποπτικές αρχές να ελέγχουν ότι λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση της φερεγγυότητας της τράπεζας. Προφανώς, για να είναι τα μέτρα αυτά κατάλληλα δεν πρέπει απλώς και μόνο να επαναφέρουν το συντελεστή στο απαιτούμενο ύψος από λογιστικής απόψεως, αλλά επίσης να περιλαμβάνουν ουσιαστικότερες παρεμβάσεις για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικής αναδιάρθρωσης και μιας βιώσιμης ανάκαμψης των δραστηριοτήτων της τράπεζας, ούτως ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα να συναντήσει η τράπεζα τα ίδια προβλήματα. Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι η υποχρέωση εποπτείας δικαιολογείται, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, από την ανάγκη πρόληψης κάθε μορφής κρίσης εμπιστοσύνης και διατήρησης ισότιμων όρων άσκησης του ανταγωνισμού. Μια συνεχής και αυστηρή εποπτεία είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι με τον τρόπο αυτό μπορούν να προβλεφθούν διορθωτικά μέσα για τον περιορισμό των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες, την πρόληψη κρίσης στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τις ενδεχόμενες καταστρεπτικές της συνέπειες, και συνεπώς να περιοριστεί το ύψος των πόρων που είναι απαραίτητοι για τη διάσωση. Κατά συνέπεια, η άσκηση ελέγχου από τις εποπτικές αρχές συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση της ενδεχόμενης ενίσχυσης που είναι απαραίτητη για την ανάκαμψη. Δεδομένου ότι ο στόχος της οδηγίας δεν είναι απλώς να εξασφαλιστεί η σταθερότητα του συστήματος, αλλά επίσης η διατήρηση του υγιούς ανταγωνισμού, ο ρόλος της εποπτείας τον οποίο αναθέτει η οδηγία στις εποπτικές αρχές μέσω του ελέγχου του συντελεστή φερεγγυότητας πρέπει να διεκπεραιώνεται στο πλαίσιο των κανόνων ανταγωνισμού, και, κυρίως, εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις, για την εξασφάλιση ενός θεμιτού ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, οι εποπτικές αρχές πρέπει να μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα να μην αναλαμβάνουν δραστηριότητες με υπερβολικό ποσοστό κινδύνου, που μπορούν να επηρεάσουν το συντελεστή φερεγγυότητας, με τη ρητή ή σιωπηρή στήριξη του κράτους, δεδομένου ότι πρόκειται για δημόσιους οργανισμούς ή οργανισμούς το μέγεθος των οποίων δεν επιτρέπει την πτώχευση (too-big-to-fail). Η αυτόματη αποκατάσταση του συντελεστή φερεγγυότητας με τη εισφορά ιδίων κεφαλαίων, ή με οποιοδήποτε ισοδύναμο μέτρο εκ μέρους του κράτους, θα είχε σαν αποτέλεσμα την επιδοκιμασία της αθέμιτης πρακτικής την οποία ασκούσε το ίδρυμα πριν από την κρίση. Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εν λόγω διάταξη της οδηγίας δεν επιβάλλει την αποκατάσταση του συντελεστή φερεγγυότητας με οποιοδήποτε κόστος, ή με οποιοδήποτε μέσο. Είναι όμως προφανές ότι η μη τήρηση των κανόνων φερεγγυότητας επιφέρει την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος και, κατά συνέπεια, την εκκαθάριση ή την πτώχευση της τράπεζας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), η ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές να αφαιρέσουν την άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος (6). Ακόμα και αν οι εθνικοί κανόνες προβλέπουν υποχρέωση αναδιάρθρωσης των κεφαλαίων της τράπεζας η οποία αντιμετωπίζει δυσκολίες, μια τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε ενίσχυση εάν δεν γινόταν κάτω από κανονικές συνθήκες, παραδεκτές από άποψη αποδοτικότητας για κάποιον ιδιώτη επενδυτή. Συγκρίνοντας την ενέργεια του κράτους με εκείνη ενός επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας αγοράς, η αξιολόγηση του ποσού της ενίσχυσης πρέπει να βασιστεί στη σύγκριση μεταξύ του κόστους της πράξης αυτής και της ορθά υπολογισμένης αξίας της (7). Ακόμα και εάν μια κρατική παρέμβαση κρίνεται απαραίτητη για λόγους που εξέρχονται του πλαισίου του ιδρύματος προς το οποίο παρέχεται η συνδρομή, το γεγονός αυτό δεν εξαλείφει την υποχρέωση να ελέγχεται κατά πόσον έχει επιλεγεί η λύση με τις λιγότερες δυνατές στρεβλώσεις 7 εάν κάποια σημαντική στρέβλωση είναι αναπόφευκτη, πρέπει να απαιτούνται σημαντικά αντισταθμίσματα, που θα χρησιμεύσουν στους υπόλοιπους οικονομικούς φορείς του κλάδου για την εξισορρόπηση των αρνητικών επιπτώσεων και τον περιορισμό των πιθανοτήτων ριζοσπαστικότερης, πλην όμως ενίοτε αναπόφευκτης, λύσης 7 τα εν λόγω αντισταθμίσματα εφαρμόζονται στο βιομηχανικό τομέα, ο οποίος είναι λιγότερο ευαίσθητος στις δυσκολίες που παρουσιάζει κάποια μεμονωμένη επιχείρηση. Από τα ανωτέρω προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να εφαρμόζονται και στις τράπεζες για να προσδιορίζεται αν υπάρχουν στοιχεία ενίσχυσης σε ένα κρατικό μέτρο στήριξης προς μια τράπεζα η οποία αντιμετωπίζει δυσκολίες, οι στρεβλώσεις τις οποίες δημιουργεί η στήριξη αυτή, καθώς και οι όροι που πρέπει να τηρήσει το κράτος στο πλαίσιο του κοινού συμφέροντος. 3.2. Εξέταση του συμβιβάσιμου μιας κρατικής ενίσχυσης προς μία ή περισσότερες τράπεζες Αφού προσδιοριστεί ότι το υπό εξέταση μέτρο έχει, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης, χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης, η Επιτροπή εξετάζει αν τα μέτρα αυτά μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά. Στην περίπτωση κατά την οποία στοιχεία εκτός του ελέγχου των τραπεζών προκαλούν κρίση εμπιστοσύνης στο σύστημα, το κράτος μπορεί να οδηγηθεί να παράσχει τη στήριξή του στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων για την αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων μιας τέτοιας κρίσης. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση πραγματικής κρίσης του τραπεζικού συστήματος, η παρέκκλιση του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για «την αρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους». Προϋπόθεση του συμβιβάσιμου χαρακτήρα των ενισχύσεων είναι να χορηγούνται κατά τρόπο ουδέτερο από άποψη ανταγωνισμού στο οικείο κράτος μέλος, στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος και χωρίς να υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο ύψος. Καταρχήν, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάποια ή κάποιες τράπεζες δεν επιφέρουν απαραίτητα κρίση εμπιστοσύνης για όλο το σύστημα. Ωστόσο, η πτώχευση μιας και μόνο τράπεζας ενός ορισμένου μεγέθους, μολονότι μπορεί να οφείλεται σε σφάλματα εσωτερικής διαχείρισης, είναι δυνατό να δημιουργήσει δυσκολίες και σε αρκετά άλλα πιστωτικά ιδρύματα με τα οποία διατηρεί χρηματοοικονομικούς δεσμούς, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό γενικότερη κρίση. Η στήριξη από το κράτος μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παρέχεται χωρίς όρους προς το ίδρυμα που αντιμετωπίζει τις δυσκολίες ούτε να χορηγείται χωρίς σοβαρή παρέμβαση στην οριστική αναδιάρθρωση και το μεμονωμένο περιορισμό της στρέβλωσης του ανταγωνισμού που προκαλεί η ενίσχυση. Κατά την αξιολόγησή της όσον αφορά το συμβιβάσιμο των χορηγούμενων ενισχύσεων στις μεγάλες τράπεζες, η Επιτροπή ελέγχει εάν πράγματι οι ενισχύσεις δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) ή γ). Πρέπει συνεπώς να εξακριβώνει την ύπαρξη σχεδίου ανάκαμψης, το οποίο να κοινοποιηθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, να είναι συνεκτικό και να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι απαραίτητα συγκεκριμένα μέτρα για να αποφευχθεί η πτώχευση μιας μεγάλης τράπεζας να προκαλέσει ανεπιθύμητες αρνητικές επιπτώσεις στις χρηματαγορές. Η τήρηση του κοινού συμφέροντος μπορεί να απαιτεί η αδυναμία εκκαθάρισης ενός πιστωτικού ιδρύματος να αντισταθμίζεται από σημαντικούς περιορισμούς της ανταγωνιστικής του δύναμης. Στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων στις 27 Ιουλίου 1994 (8), η Επιτροπή όρισε ότι οι κρατικές ενισχύσεις, για να διαφυλάσσεται το κοινό συμφέρον και κατά συνέπεια για να μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες, πρέπει να ακολουθούν τις ακόλουθες τέσσερις αρχές: α) η ενίσχυση πρέπει να εξασφαλίζει την επάνοδο της επιχείρησης στη βιωσιμότητα μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα 7 β) η ενίσχυση πρέπει να είναι ανάλογη με το κόστος και τα οφέλη από την αναδιάρθωση και δεν πρέπει να υπερβαίνει το αυστηρά αναγκαίο ποσό 7 γ) για να περιορίζονται οι επιπτώσεις από τη στρέβλωση του ανταγωνισμού έναντι των ανταγωνιστών, τα μέτρα ενίσχυσης πρέπει να προκαλούν τη μικρότερη δυνατή στρέβλωση του ανταγωνισμού και η επιχείρηση πρέπει να συνεισφέρει οικονομικά κατά σημαντικό τρόπο στο κόστος αναδιάρθρωσης 7 δ) πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την κατά το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αντιστάθμιση των πιθανών δυσμενών επιπτώσεων της ενίσχυσης επί των ανταγωνιστών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι τέσσερις αυτές γενικές αρχές μπορούν να εφαρμόζονται στις τράπεζες, λαμβανομένων παράλληλα υπόψη των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων αρνητικών συνεπειών από την εφαρμογή τους επί του χρηματοοικονομικού συστήματος, καθώς και επί της εμπιστοσύνης του κοινού προς τον τραπεζικό κλάδο, όπως επίσης και της αναγκαιότητας τήρησης των κοινοτικών κανόνων στον τραπεζικό τομέα. Όταν το κράτος είναι ο κύριος μέτοχος της τράπεζας που διέρχεται κρίση, πρέπει να διαχωρίζεται ο ρόλος του κράτους ως μετόχου από το ρόλο της αρχής ελέγχου, η οποία έχει την υποχρέωση να διαφυλάσσει την εμπιστοσύνη προς το τραπεζικό σύστημα. Πράγματι, η τελευταία αυτή υποχρέωση μπορεί να οδηγήσει το κράτος να χορηγήσει στην προβληματική τράπεζα πρόσθετη ενίσχυση, επιπλέον των μέτρων που είναι πραγματικά απαραίτητα για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της τράπεζας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί να αξιολογήσει ευνοϊκότερα τα μέτρα στήριξης που λαμβάνονται από ανεξάρτητες εποπτικές αρχές, κυρίως στην περίπτωση των δημοσίων τραπεζών, εφόσον επιτρέπουν την εξασφάλιση της ουδετερότητας των κρατικών παρεμβάσεων και τη διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. 4. ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, η Επιτροπή είχε εκφράσει τη γνώμη της για τις γενικές γραμμές του προγράμματος ανάκαμψης. Είχε διαπιστώσει ότι το πρόγραμμα αντιμετώπιζε τα ουσιαστικά προβλήματα της τράπεζας, ότι είχε ζητηθεί από την CL να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες, έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη τα έννομα συμφέροντα των ανταγωνιστών, αναχαιτίζοντας την επέκταση της CL και περιορίζοντας την παρουσία της σε ορισμένους τομείς δραστηριότητας. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι κατέστη δυνατό να αποφευχθεί η εκ νέου αναδιάρθρωση των κεφαλαίων της, ότι τα μη αποδοτικά περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας διαχωρίζονται και αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας εκχώρησης και ότι θα γίνει συγκέντρωση των βασικών δραστηριοτήτων CL. Η Επιτροπή είχε επίσης βεβαιώσει ότι κατά την εξέταση του συμβιβάσιμου της ενίσχυσης, θα έδινε ιδιαίτερη προσοχή στις προσπάθειες που απαιτούνται από τη CL, και ιδίως στην εξυγίανση του ισολογισμού και στην αρχή της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση που συνεπάγεται τη συγκράτηση της μελλοντικής επέκτασης της CL, καθώς και τον εξορθολογισμό των τραπεζικών εργασιών σε μεγάλη έκταση, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων σημαντικών συμπληρωματικών μειώσεων του προσωπικού και της γεωγραφικής κάλυψης των τραπεζικών δραστηριοτήτων. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι απαιτούνται διευκρινίσεις όσον αφορά ορισμένα σημαντικά σημεία. Χωρίς αυτές, η Επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να καταλήξει ως προς το συμβιβάσιμο του προγράμματος με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε επίσης τη γενική αρχή που ισχύει για τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, σύμφωνα με την οποία το συμβιβάσιμο μιας ενίσχυσης εξαρτάται, τόσο από τον περιορισμό της ενίσχυσης στο ελάχιστο δυνατό έτσι ώστε το βάρος της προσπάθειας αναδιάρθρωσης να φέρει κατά κύριο λόγο η ίδια η επιχείρηση, όσο και από την ύπαρξη αρκετών αντισταθμισμάτων έναντι του στρεβλωτικού αποτελέσματος που έχει για τον ανταγωνισμό μια ενίσχυση της τάξεως αυτής και, τέλος, από την εκτέλεση στο ακέραιο ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης που επιτρέπει την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης εντός ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Ειδικότερα, η Επιτροπή είχε ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες ως προς τα ακόλουθα, κυρίως, στοιχεία: α) τους αναλυτικούς καταλόγους των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, που αναφέρονται στο πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ του κράτους και της CL, καθώς και τις μελέτες αξιολόγησης που διεξήγαγαν οι τράπεζες-σύμβουλοι και η επιτροπή τραπεζικών υποθέσεων (Commission Bancaire) 7 β) το αναλυτικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης ανά δραστηριότητα και γεωγραφικό διαμέρισμα, που να αποδεικνύει την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της CL 7 γ) την αυτονομία μεταξύ CDR και CL και τις λεπτομέρειες συμμετοχής της CL στον έλεγχο της διαχείρισης του CDR 7 δ) τον τρόπο εξαγοράς από την CL των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων 7 ε) τη δυνατότητα μεταφοράς των φορολογικών ζημιών 7 στ) την πλήρη ανάληψη από το κράτος των ανειλημμένων υποχρεώσεων της SPBI 7 ζ) το κόστος για την αναδιάρθρωση των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων η οποία απαιτείται προκειμένου να πωληθούν 7 η) τους όρους ιδιωτικοποίησης της CL, κυρίως όσον αφορά το μέλλον των περιορισμών που επιβάλλονται στην CL μετά την ιδιωτικοποίηση 7 θ) τον ενδεχόμενο όρο αποχώρησης των μειοψηφούντων μετόχων της SPBI 7 ι) την πώληση περιουσιακών στοιχείων εκτός του μηχανισμού CDR/SPBI για ποσό 100 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων 7 ια) κάθε άλλη διάθεση στοιχείου στην περιφέρεια ή στον τομέα των βασικών εργασιών της CL 7 ιβ) τις δραστηριότητες της OIG το 1994, όπως για παράδειγμα τις οικονομικές της εκθέσεις. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι πληροφορίες που χορηγήθηκαν από τις γαλλικές αρχές. Οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν γραπτώς (επιστολές στις 26 και 28 Απριλίου, στις 23 Ιουνίου και στις 6 Ιουλίου, που καταχωρήθηκαν αντίστοιχα στις 27 Απριλίου, Α/33402, στις 3 Μαΐου 1995, Α/33499, στις 26 Ιουνίου, Α/34961 και στις 7 Ιουλίου, Α/35317) ή προφορικά κατά τη διάρκεια συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής, της γαλλικής κυβερνήσεως και της CL (στις 28 Απριλίου, στις 17 Μαΐου, στις 20 και 27 Ιουνίου, καθώς και στις 5 Ιουλίου 1995). 4α) Σκοπός των πληροφοριών που ζητήθηκαν στο στοιχείο α) ήταν η εξακρίβωση των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων και της τιμής μεταβίβασής τους. Επιπλέον, η Επιτροπή χρειαζόταν συμπληρωματικές πληροφορίες για να προβεί σε ακριβέστερη εκτίμηση των ενισχύσεων που περιλαμβάνουν τα μέτρα διάσωσης. Πράγματι, η ποσοτική έκφραση της πραγματικής υποστήριξης του κράτους είναι απαραίτητη τόσο για τον προσδιορισμό των αντισταθμισμάτων που θα κληθεί να καταβάλει ο δικαιούχος της ενίσχυσης όσο και για τον περιορισμό της ενίσχυσης στο απολύτως αναγκαίο. Όσον αφορά τη λογιστική εξακρίβωση, η CL δήλωσε ότι μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία ύψους 190 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων τα οποία συνδέονται με υποχρεώσεις ύψους 55 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Όπως διαπιστώθηκε από την εξέταση των εγγράφων που διαβιβάστηκαν, το καθαρό ποσό των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων (τίτλοι και απαιτήσεις) ανέρχεται περίπου σε 130 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Στο ποσό αυτό, θα πρέπει να προστεθεί μεταβίβαση 16 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που αφορούν εγγυήσεις που μπορούν να αποτιμηθούν, καθώς και ένας αριθμός άλλων εγγυήσεων που δεν μπορούν να αποτιμηθούν ποσοτικά 7 πρόκειται συγκεκριμένα για δυνητικούς κινδύνους που θα μπορούσαν να προέλθουν από εγγυήσεις υποχρεώσεων οι οποίες έχουν χορηγηθεί σε τρίτες εταιρείες από την CL ή τις θυγατρικές της, από αμφισβητούμενες υποθέσεις και από υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί από νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από το CDR. Στον πίνακα που παρατίθεται στη συνέχεια παρουσιάζονται οι αξίες αγοράς των περουσιακών στοιχείων ανά ευρείες κατηγορίες, όπως κοινοποιήθηκαν από την CL 7 >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Η τιμή μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων καθορίζεται ως εξής: - απαιτήσεις κινητές αξίες σταθερού εισοδήματος και συμμετοχές σε κεφάλαιο μη ενοποιημένων εταιρειών: λογιστική αξία κατά τις 31 Δεκεμβρίου 1994 χωρίς τις προβλέψεις (εκτός από τις απαιτήσεις επί του ομίλου MGM που μεταβιβάζονται στην ακαθάριστη αξία τους), - συμμετοχές σε κεφάλαιο ενοποιημένων εταιρειών: τιμή καθοριζόμενη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην προκαλεί μεταβολή των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων του ομίλου CL στις 31 Δεκεμβρίου 1993. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ του κράτους και της CL, οι εκχωρήσεις θα πραγματοποιηθούν με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1994, η απόδοση και οι επιβαρύνσεις των διαχωριζόμενων περιουσιακών στοιχείων, που αφορούν την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1994 μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης, θα πρέπει να μεταβιβαστούν στο CDR. Κατ' εφαρμογή της αρχής αυτής, η τιμή εκχώρησης των τίτλων προσαυξήθηκε με το ποσό των τόκων που υπολογίστηκαν με επιτόκιο 4,845 % (δηλαδή 85 % του επιτοκίου της χρηματαγοράς για το 1994, ήτοι 5,7 %). Όσον αφορά τις απαιτήσεις, η αρχή αυτή εφαρμόστηκε κατ' αποκοπή: η CL παραιτείται του δικαιώματος επιστροφής των δαπανών χρηματοδότησης και εισπράττει τα έσοδα που προέρχονται από τους τόκους εφόσον οι τόκοι έχουν καταχωρηθεί στους λογαριασμούς. 4β) Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή είχε ζητήσει να της χορηγηθεί το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της CL έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων, και ιδίως της αύξησης του κεφαλαίου. Η Επιτροπή είχε έτσι ζητήσει αναλυτικότερες χρηματοπιστωτικές πληροφορίες για τους διάφορους οικονομικούς και γεωγραφικούς τομείς δραστηριοτήτων του ομίλου CL, προκειμένου να εξακριβωθεί ότι η ενίσχυση δεν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο ποσό και ότι η CL θα μπορέσει να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητά της χωρίς άλλη κρατική ενίσχυση στο μέλλον. Οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για να εκτιμηθεί κατά πόσο είναι ρεαλιστικό το σενάριο αναφοράς της CL για την προσεχή πενταετία και, ειδικότερα, κατά πόσο είναι εφικτή η μείωση του συντελεστή εκμετάλλευσης (δηλαδή του λόγου γενικών εξόδων συν τις αποσβέσεις προς τα καθαρά τραπεζικά έσοδα) της CL, που σήμερα ανέρχεται σε 81 %, σε επίπεδο κατώτερο από εκείνο των κυριότερων ανταγωνιστών της, δηλαδή περίπου 70 %, πράγμα που θα οδηγήσει σε αντίστοιχη βελτίωση των αποτελεσμάτων της CL. Οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν το επιχειρηματικό πρόγραμμα (business plan) που καταρτίστηκε από την CL. Για να αποκατασταθεί η κερδοφορία της CL, το επιχειρησιακό πρόγραμμα αναλύει τα κυριότερα προβλήματα στα οποία οφείλονται οι δυσχέρειες της τράπεζας, και συγκεκριμένα την υπερβολική και ανεξέλεγκτη επέκτασή της, την αδυναμία συγκράτησης της αύξησης των γενικών εξόδων και την ανεπάρκεια του ελέγχου των κινδύνων. Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, το πρόγραμμα στρέφεται γύρω από τους ακόλουθους τρεις άξονες: α) Μια διαδικασία «επανασυγκέντρωσης» των βασικών δραστηριοτήτων, με αναχαίτιση της σημαντικής εξωτερικής επέκτασης. Η CL θα εξακολουθήσει να ασκεί τις δραστηριότητές της ως «εμπορική τράπεζα στη Γαλλία» (με νέο καταμερισμό της πελατείας, την ανάπτυξη νέων διαύλων διανομής και τη βελτιστοποίηση του δικτύου των υποκαταστημάτων) και ως «τράπεζα των μεγάλων επιχειρήσεων και των μεγάλων επενδυτών σε παγκόσιο επίπεδο». Θα περιορίσει επίσης τον παγκόσμιο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων: οι δραστηριότητές της στον τομέα των λιανικών τραπεζικών εργασιών στο ευρύ συναλλακτικό κοινό εκτός Ευρώπης, καθώς και οι παρατραπεζικές δραστηριότητες εκτός Ευρώπης θα εκχωρηθούν. Ειδικότερα, η CL σκοπεύει να εκχωρήσει το 1995 όλες τις θυγατρικές της στη Λατινική Αμερική. Θα πραγματοποιηθούν και άλλες εκχωρήσεις στο διεθνές της δίκτυο. Η CL θα εκχωρήσει ή θα εγκαταλείψει επίσης τις δραστηριότητες λιανικής τράπεζας στην Ευρώπη, οι οποίες δεν έχουν προοπτικές ικανοποιητικής απόδοσης. Στο πλαίσιο αυτό, η CL έχει ήδη κλείσει στη Μεγάλη Βρετανία το σύνολο των καταστημάτων της λιανικών τραπεζικών εργασιών. Τα στοιχεία που προβλέπονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα συμπεριλαμβάνουν την εκχώρηση της CLBN το 1995, καθώς και την πώληση άλλων θυγατρικών στην αλλοδαπή κατά τα προσεχή έτη, έτσι ώστε να καταστεί εν τω μεταξύ δυνατή η αναδιάρθρωσή τους. Ο αντίκτυπος που θα έχει η επανασυγκέντρωση των δραστηριοτήτων της CL στον ισολογισμό της θα είναι, εφόσον οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί, μία μείωση εκτιμώμενη σε 100 περίπου δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε περίοδο τεσσάρων ετών, μη υπολογιζόμενου του αντίκτυπου της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στο φορέα διαχωρισμού 7 β) βελτίωση της παραγωγικότητας, που εμφαίνεται με τη μείωση του επιπέδου του συντελεστή εκμετάλλευσης (γενικά έξοδα συν αποσβέσεις/καθαρά τραπεζικά έσοδα) από άνω του 80 % σε 70 % εντός μιας τετραετίας. Τα μέτρα που λήφθηκαν για το σκοπό αυτό εμπίπτουν σε δύο βασικές κατηγορίες. Πρώτον, μέτρα σχετικά με τις κατά κεφαλήν μισθολογικές δαπάνες και τη μείωση του προσωπικού. Κατά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του προγράμματος το 1994, καταργήθηκαν 1 500 θέσεις απασχόλησης στη Γαλλία. Ο επιδιωκόμενος στόχος είναι να επιτευχθεί μείωση των θέσεων απασχόλησης της τάξης των 2 400 θέσεων το 1995. Η τελευταία φάση του προγράμματος, εκείνη που καλύπτει την περίοδο από τις 31 Μαρτίου 1996 έως τις 31 Μαρτίου 1997, προβλέπεται να επιτρέψει μια ανάλογη βελτίωση της παραγωγικότητας. Σε αυτά τα στοιχεία είχαν στηριχθεί οι προβλέψεις για αναδιάρθρωση το 1994. Στην Ευρώπη, ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η μείωση του προσωπικού από άτομα τον Ιούνιο του 1994 σε άτομα τον Δεκέμβριο του 1995. Το προσωπικό των εμπορικών τραπεζών εκτός Ευρώπης (11 600 ατόμα σήμερα) θα μειωθεί [. . .] στο πλαίσιο της διαδικασίας στρατηγικής επανασυγκέντρωσης. Εκτός από αυτή την κατηγορία μέτρων, θα πρέπει να προστεθεί η μείωση των άλλων δαπανών, κυρίως σε διοικητικό επίπεδο. γ) έλεγχος και εποπτεία των κινδύνων, στόχος τον οποίο η CL σκοπεύει να επιτύχει, κυρίως, χάρη στην αναδιοργάνωση του σκέλους των υποχρεώσεων, τη μέτρηση του κόστους του κινδύνου και τη βελτίωση της κάλυψης, σε συνδυασμό με τα ευεργετικά αποτελέσματα του διαχωρισμού στον τομέα της διαχείρισης των κινδύνων. Στον παρακάτω πίνακα παρατίθεται η εξέλιξη των κυριοτέρων λογιστικών μεγεθών του ομίλου CL μετά την αναδιάρθρωση για τά έτη 1994 έως 1999, όπως παρουσιάστηκε από την CL. >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Οι προβλέψεις των βασικών δραστηριοτήτων και τα διαθέσιμα στοιχεία του επιχειρησιακού προγράμματος για τα έτη 1995 έως 1996 αποτελούν συνδυασμό των προβλέψεων που διαβιβάστηκαν από τις διευθύνσεις λειτουργίας και ορισμένων ειδικών μέτρων που αφορούν, κυρίως, τα καθαρά τραπεζικά έσοδα και τα γενικά έξοδα, που προσδιορίστηκαν συνολικά, τα αποτελέσματα των οποίων κατανεμήθηκαν εν συνεχεία στις επιμέρους βασικές μονάδες. Για τα έτη 1997 έως 1999, οι προβλέψεις καταρτίστηκαν χωρίς να γίνει επιμερισμός στις πιο στοιχειώδεις μονάδες, αλλά κατά τρόπο συνολικότερο για καθεμία από τις σημαντικές δραστηριότητες του ομίλου. Το επιχειρησιακό πρόγραμμα της CL στηρίζεται στις ακόλουθες υποθέσεις: - τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια παραμένουν χαμηλά καθ' όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου στην Ευρώπη (στη Γαλλία 4,78 % το 1995, 4,6 % στη συνέχεια) αλλά σημειώνουν άνοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (από 6,06 σε 6,45 %), - τα μακροπρόθεσμα επιτόκια παραμένουν σταθερά, - η θέση του δολαρίου Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής βελτιώνεται σε σχέση με το 1994, και η ισοτιμία γερμανικό μάρκο/γαλλικό φράγκο παραμένει σταθερή, - το οικονομικό περιβάλλον αντανακλά την προβλεπόμενη βελτίωση της οικονομικής συγκυρίας στην Ευρώπη, πράγμα που καθιστά δυνατή τη μείωση των κονδυλίων για τις προβλέψεις μέχρι το 1997. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν από την CL με τις ακόλουθες παρατηρήσεις: - το καθαρό τραπεζικό προϊόν μειώνεται το 1995 [. . .] και το 1996, λόγω του γεγονότος ότι το επιτόκιο εξόφλησης του δανείου προς την SPBI από 7 % μειώνεται σε 85 % του επιτοκίου της χρηματαγοράς (δηλαδή 4 % βάσει των υποθέσεων για τα επιτόκια που χρησιμοποιήθηκαν στο υπόδειγμα). Τα επόμενα έτη, ο θετικός αντίκτυπος των εξοφλήσεων του δανείου που έλαβε η SPBI από την CL ανάλογα με τις πραγματοποιούμενες πωλήσεις των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων, αντισταθμίζεται από την εκχώρηση ορισμένων ευρωπαϊκών θυγατρικών και από τα αποτελέσματα της αναδιάρθρωσης, - τα γενικά έξοδα και οι αποσβέσεις μειώνονται καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Τα μέτρα αναδιάρθωσης παράγουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα που συνδέονται με τη μείωση του προσωπικού, - ο συντελεστής εκμετάλλευσης παρουσιάζει σταθερή βελτίωση, και από [. . .] το 1994 μειώνεται σε [. . .] το 1996, ενώ αναμένεται να φθάσει σε [. . .] το 1999, - η εξέλιξη των καθαρών εισφορών για προβλέψεις στηρίζεται στην υπόθεση ότι το υπόλοιπο θα έχει καλυφθεί μέχρι το [. . .], το υψηλότερο σημείο του τραπεζικού κύκλου, - τα άλλα στοιχεία περιλαμβάνουν το μερίδιο που αντιστοιχεί στα αποτελέσματα των ασφαλειών ζωής [. . .] και τις έκτακτες υπεραξίες και τις αρνητικές αξίες που πραγματοποιούνται λόγω των εκχωρήσεων. Στον πίνακα 3, παρουσιάζεται η εξέλιξη του συντελεστή αποδοτικότητας της CL, σύμφωνα με το επιχειρηματικό πρόγραμμα (αποτελέσματα μεριδίου του ομίλου πριν από την αφαίρεση της συμμετοχικής ρήτρας επί των ιδίων κεφαλαίων). >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> 4γ) Όταν η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία, είχε ζητήσει να προσδιοριστεί σαφέστερα η αυτονομία της διάρθρωσης διαχωρισμού (CDR) έναντι της CL, για να εξασφαλιστεί ο ανεξάρτητος έλεγχος της διαχείρισης και της πώλησης ή της ρευστοποίησης των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων. Η Επιτροπή είχε εκτιμήσει ότι, ακόμη και εάν θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν πόροι στη διαχείριση ορισμένων τομέων (ιδίως των τομέων που αφορούν τραπεζικά θέματα και ακίνητα) από το προσωπικό της CL, υπήρχε ο προφανής κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτός ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων θα πρέπει να εξαλειφθεί με την ουσιαστική αυτονομία του CDR έναντι της CL και την άσκηση ισχυρότερης άμεσης επιρροής από μέρους του κράτους. Την ίδια ανησυχία είχαν εκφράσει και οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι. Στο πλαίσιο της διαδικασίας, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή την οριστική διατύπωση των άρθρων του πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ του κράτους και της CL, η οποία παρουσιάζει ορισμένες τροποποιήσεις σε σχέση με το αρχικό σχέδιο. Σύμφωνα με τις τροποποιήσεις, ο διορισμός των εντολοδόχων της CDR, ο οποίος σύμφωνα με το δίκαιο των εταιρειών ανατίθεται στο μέτοχο CL, θα υποβληθεί στο κράτος προκειμένου να εγκριθεί. Έτσι προβλέπεται ότι θα συσταθεί μια συμβουλευτική επιτροπή ελέγχου, η οποία θα απαρτίζεται από τρία μέλη διοριζόμενα από την SPBI υπό τον άμεσο έλεγχο υπουργού Οικονομικών, δύο μέλη διοριζόμενα από την CL και πέντε εμπειρογνώμονες διοριζόμενους από το Υπουργείο Οικονομικών. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο της συμφωνίας, ο διορισμός των μελών που υποδεικνύεται από την CL πρέπει να εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Οι εξουσίες που ανατίθενται στη συμβουλευτική επιτροπή είναι ευρύτατες. Πράγματι, καλείται να αποφανθεί σχετικά με όλες τις σημαντικές αποφάσεις που δεσμεύουν το CDR ή τις θυγατρικές του και που αφορούν για παράδειγμα τις εκχωρήσεις περιουσιακών στοιχείων, τις συμπληρωματικές πράξεις χρηματοδότησης ή τις διαφορές πέραν των κατωτάτων ορίων που προσδιορίζονται στο πρωτόκολλο της συμφωνίας και που μπορούν να τροποποιηθούν μεταγενέστερα από τον εσωτερικό κανονισμό της επιτροπής. Παρόλο που από νομική άποψη οι γνωμοδοτήσεις της έχουν απλώς συμβουλευτικό χαρακτήρα, στην περίπτωση που είναι αρνητικές, συνεπάγονται τον αποκλεισμό της χρηματικής ευθύνης της SPBI. Στην πράξη, η συμβουλευτική επιτροπή θα έχει την εξουσία να αρνείται την έγκριση των πράξεων αυτών. Έτσι, για την εκπλήρωση της αποστολής της, η επιτροπή θα μπορεί να προβαίνει σε ελέγχους των περιουσιακών στοιχείων ή των πράξεων που πραγματοποιούνται. Ειδικότερα, οι εντολές εκχώρησης, εκτός αν έχουν εγκριθεί ρητά από την επιτροπή, θα ανατίθενται σε τρίτες τράπεζες για να εξασφαλισθεί η ανεξαρτησία της εκτίμησης. Αυτή η ανεξάρτητη προσέγγιση θα ισχύει επίσης και για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων η οποία, εφόσον απαιτείται, μπορεί να ανατεθεί σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Όσον αφορά τη ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη, ώστε να υποκινηθεί η σωστή διαχείριση του φορέα διαχωρισμού από μέρους της CL, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν ανεπίσημα ότι το άρθρο του πρωτοκόλλου της συμφωνίας σχετικά με τη ρήτρα αυτή δεν θα εφαρμοσθεί. 4δ) Όσον αφορά τη δυνατότητα της εξαγοράς από την CL ορισμένων διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με το παράρτημα 12 του πρωτοκόλλου συμφωνίας, οι τυχόν εντολές πώλησης, θα ανατεθούν σε τρίτες τράπεζες και η CL θα πρέπει να ζητήσει τη ρητή προηγούμενη έγκριση της SPBI πριν την απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου. Ειδικότερα, σε περίπτωση προγραμματισμένης εκχώρησης υπέρ ενός τρίτου που δεν ανήκει στον όμιλο CDR, η αγορά από μέρους της CL θα πρέπει να πραγματοποιηθεί υποχρεωτικά σύμφωνα με τους όρους (ιδίως όσον αφορά την τιμή) τουλάχιστον ίσους με εκείνους που προτείνονται από τον εν λόγω τρίτο που δεν ανήκει στον όμιλο CDR. Σε περίπτωση έκτακτης εκχώρησης, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, στο πλαίσιο της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων, η SPBI μπορεί να επιβάλει μια διαδικασία πλειοδοσίας μεταξύ της CL και των τρίτων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, καθώς και στην περίπτωση εκχώρησης τραπεζών που έχουν μεταβιβαστεί στο φορέα διαχωρισμού, η τιμή αγοράς από την CL, εφόσον το ζητήσει η SPBI, θα καθοριστεί από κοινού από δύο εμπορικές τράπεζες που θα ορισθούν αντίστοιχα από την CL και την SPBI ως εξουσιοδοτημένοι εμπειρογνώμονες. 4ε) Η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι η δυνατότητα της CL να μεταφέρει φορολογικά ελλείμματα θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα και θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο πλαίσιο για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης. Οι καταγγέλλοντες ζήτησαν επίσης να καταργηθεί η δυνατότητα αυτή. Κατά τα τέλη του 1994, ο φορολογικός όμιλος που αποτελείται από την CL και τις 71 θυγατρικές της έχει μεταφέρει έλλειμμα της τάξης των 29 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που έχει δημιουργηθεί κατά κύριο λόγο από τη δραστηριότητα της μητρικής εταιρείας στη Γαλλία. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της CL, τα φορολογικά αποτελέσματα του ομίλου αναμένεται να είναι ελαφρώς θετικά και να απορροφηθεί έτσι ένα μέρος του φορολογικού ελλείμματος το οποίο μπορεί να μεταφερθεί μόνο επί πέντε έτη, εκτός από το τμήμα του ελλείμματος που προέρχεται από αποσβέσεις ακινήτων για το οποίο η μεταφορά είναι απεριόριστη (δηλαδή 4,8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα). [. . .] Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά την ενδεχόμενη ιδιωτικοποίηση της CL με την πιθανή εκχώρηση της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση, η δυνατότητα μεταφοράς των ζημιών θα τροποποιηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η μεταφορά αυτή να μην είναι πλέον δυνατή. 4στ) Η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να κηρύξει συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά την πλήρη ανάληψη των ανειλημμένων υποχρεώσεων από το κράτος οι οποίες υπάρχει κίνδυνος να υποστούν σημαντικές μεταβολές. Η Επιτροπή κατανοεί ότι είναι πολύ δυσχερές να προσδιοριστεί σήμερα το ακριβές κόστος αυτής της ανάληψης από το κράτος λόγω της ευμετάβλητης αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή πρέπει να καταλήξει σε αποτίμηση του ποσού του τελικού κόστους του εγχειρήματος για το κράτος, ακόμη και εντός περιθωρίου δύο ακραίων τιμών, έτσι ώστε να αξιολογήσει κατά πόσο τηρούνται οι κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και, ιδίως, όσον αφορά τον περιορισμό της ενίσχυσης στο ελάχιστο δυνατό και τα παρεχόμενα αντισταθμίσματα. Οποιαδήποτε υπέρβαση του εγκριθέντος κόστους θα υποχρεώσει την Επιτροπή να επανεξετάσει την υπόθεση. Εξάλλου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεδομένου ότι η SPBI είναι ιδιόρρυθμη εταιρεία με δύο εταίρους, το κράτος και την Thomson SIEG, και ότι η ευθύνη της Thomson SIEG περιορίζεται σε 1 000 γαλλικά φράγκα σύμφωνα με το καταστατικό της SPBI, το κράτος είναι ο μοναδικός μέτοχος που ευθύνεται για τις καθαρές υποχρεώσεις της SPBI. Παρόλο που η ευθύνη αυτή είναι απεριόριστη, το ποσό των καθαρών υποχρεώσεων για την SPBI μπορεί να εκτιμηθεί ως τη διαφορά μεταξύ του δανείου της CL στην SPBI (145 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) και των εσόδων της SPBI που θα προέρχονται, ιδίως, από το μηδενικό κουπόνι, τη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση, το συμμετοχικό δάνειο στην CDR και την αντεγγύηση της CDC και της Thomson CSF για ένα μέρος των ζημιών της OIG. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η ανάληψη από το κράτος, μέσω της SPBI, των κινδύνων και των επιβαρύνσεων της CDR περιορίζεται στο ποσό του συμμετοχικού δανείου της SPBI στην CDR, δηλαδή 135 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, και ότι δεν μπορούσε να ορισθεί όριο χαμηλότερο από το ποσό αυτό 7 σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπήρχε κίνδυνος να μην εγκριθεί από τους ελεγκτές των λογαριασμών και τις αρχές εποπτείας η απομόνωση των λογαριασμών του φορέα διαχωρισμού από τους λογαριασμούς της CL. 4ζ) Ο μηχανισμός διαχωρισμού σκοπό έχει να επιτρέψει στην CL να αποφύγει την καταχώρηση στους λογαριασμούς σημαντικών προβλέψεων που υπολογίζονται, με την τεχνική βοήθεια των ελεγκτών, σε 60 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται αποτιμήσιμοι κίνδυνοι που έχουν εκτιμηθεί σε [. . .] δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σύμφωνα με τους λογαριασμούς της 30ής Ιουνίου 1994 συμπεριλαμβανομένου ποσού [. . .] δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων για αποτιμήσιμες εγγυήσεις που αναφέρονται στο σημείο 4α κόστος διατήρησης περιουσιακών στοιχείων για την οικονομική χρήση του 1994 ύψους [. . .] δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων και προβλέψεις του πρώτου εξαμήνου του 1994 για λεγόμενες έκτακτες περιστάσεις ύψους [. . .] δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που χορηγήθηκαν από τις γαλλικές αρχές, το ακαθάριστο κόστος διατήρησης για το 1995 μπορεί να εκτιμηθεί σε περίπου 4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Για τα επόμενα έτη δεν είναι δυνατόν να γίνει καμία εκτίμηση. 4η) Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη διάρκεια του μηχανισμού χρηματοοικονομικής στήριξης της CL (20 έτη), η Επιτροπή ζήτησε διευκρινίσεις για τη μελλοντική ιδιωτικοποίηση της CL και, ιδίως, για την ενδεχόμενη τροποποίηση των όρων του προγράμματος σε τέτοια περίπτωση, κυρίως όσον αφορά τη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση και την ανάληψη των υποχρεώσεων από το κράτος. Οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι στόχος τους παραμένει η ιδιωτικοποίηση της CL. Αλλά η αβεβαιότητα όσον αφορά το χρόνο που απαιτείται για την αναδιάρθρωση της τράπεζας δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί ούτε η ημερομηνία ούτε οι όροι της ιδιωτικοποίησης αυτής. Εν πάσει περιπτώσει, μια πρώτη αξιολόγηση της κατάστασης προβλέπεται να πραγματοποιηθεί σε πέντε έτη, έτσι ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσο η CL μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί ή όχι. Προηγουμένως, θα έχει πραγματοποιηθεί στις 31 Δεκεμβρίου 1997 διεξοδικός απολογισμός της εφαρμογής του προγράμματος αναδιάρθρωσης έτσι ώστε να εξετασθούν εκ νέου οι παράμετροι, εφόσον αυτό απαιτείται. Η ιδιωτικοποίηση της CL θα εξαρτηθεί από τη χρηματοοικονομική ισορροπία που θα εξασφαλίσει το κράτος (μέσω της SPBI) χάρη στις χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις. Για το σκοπό αυτό, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι το κράτος δεν έχει την πρόθεση να εγκαταλείψει, χωρίς κατάλληλο αντιστάθμισμα κατά τη στιγμή της ιδιωτικοποίησης, τη ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη της CL η οποία έχει χορηγηθεί στην SPBI. Η επάρκεια του αντισταθμίσματος θα αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από μέρους των τραπεζών συμβούλων. Στο πλαίσιο των συζητήσεων μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής και των γαλλικών αρχών, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν και πάλι ότι σκοπεύουν να ιδιωτικοποιήσουν την CL, καταρχήν εντός πέντε ετών, εάν τηρηθεί το επιχειρηματικό πρόγραμμα και συνεπώς αποκατασταθεί η βιωσιμότητα της τράπεζας. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν, επίσης, ότι τα έσοδα της ιδιωτικοποίησης θα συμβάλουν στην αποκατάσταση της τελικής ισορροπίας της SPBI. Στο πλαίσιο αυτό, οι τίτλοι της CL που κατέχονται από το κράτος θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στην SPBI. 4θ) Η Επιτροπή είχε ζητήσει λεπτομερέστερες πληροφορίες για τη συμμετοχή των μετόχων μειοψηφίας (ιδίως της Thomson και της CDC) στο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της CL, και ειδικότερα για τον ενδεχόμενο όρο αποχώρησης των μετόχων αυτών από την SPBI. Οι γαλλικές αρχές υπογράμμισαν ότι η Thomson CSF και CDC θα εγγυηθούν για τις ζημίες της OIG, εάν αυτές υπερβούν τα 12,3 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, και μέχρις ορίου 1,77 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων για την Thomson CSF και εν συνεχεία, εφόσον απαιτείται, 300 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων για την CDC. Η ημερομηνία ενεργοποίησης αυτής της υποχρέωσης μετατέθηκε για τις 31 Δεκεμβρίου 2012. Όσον αφορά την SPBI, οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι η SPBI είναι ομόρρυθμη εταιρεία με δύο εταίρους: το κράτος και την Thomson SIEG, θυγατρική της Thomson CSF. Η ευθύνη της Thomson SIEG περιορίζεται, σύμφωνα με το καταστατικό της SPBI, στο ποσό της συμμετοχής της στην SPBI, δηλαδή σε 1 000 γαλλικά φράγκα. Δεν προβλέπεται το ενδεχόμενο της αποχώρησης της Thomson SIEG. 4ι) Οι γαλλικές αρχές είχαν ανακοινώσει ότι η CL θα μείωνε, το συντομότερο δυνατό, το μέγεθος του ισολογισμού της κατά τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, χωρίς να υπολογίζονται τα αποτελέσματα που προκαλεί η σύσταση του CDR. Η μείωση αυτή επιβεβαιώθηκε. Διευκρινίσθηκε ότι η εν λόγω μείωση μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω αποεπενδύσεων (τραπεζικών και μη τραπεζικών), εκχωρήσεων απαιτήσεων, μετοχοποιήσεων και εκχωρήσεων επενδυτικών τίτλων. Ειδικότερα, οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι είχε ξεκινήσει η διαδικασία πώλησης του συνόλου του τραπεζικού δικτύου στη Λατινική Αμερική, ότι είχαν δοθεί εντολές πώλησης ή είχαν καταρτισθεί σχέδια εκχώρησης για άλλους διεθνείς φορείς του ομίλου, και ότι η Banca Lombarda (Ιταλία) είχε πωληθεί και είχε αρχίσει διαδικασία πώλησης της CLBN (Κάτω Χώρες), καθώς και μιας ειδικευμένης γαλλικής θυγατρικής. Η αξία των εκχωρήσεων αυτών αντιστοιχεί σε άνω των 120 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων των περιουσιακών στοιχείων του ενοποιημένου ισολογισμού της CL, εκτός των μετοχοποιήσεων (περίπου 14 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα). 4ια) Το επιχειρηματικό πρόγραμμα προβλέπει την επανασυγκέντρωση των δραστηριοτήτων της CL που θα περιλαμβάνουν δύο βασικά σκέλη, τις εργασίες εμπορικής τράπεζας στη Γαλλία και της τράπεζας για μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλους επενδυτές του κόσμου. Η CL δήλωσε ότι θα εκχωρηθούν οι δραστηριότητες λιανικής τράπεζας εκτός της Ευρώπης, καθώς και οι παρατραπεζικές δραστηριότητες εκτός της Ευρώπης. Οι γαλλικές αρχές δεν έδωσαν διευκρινίσεις σχετικά με ενδεχόμενες συμπληρωματικές εκχωρήσεις. 4ιβ) Οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή μια προσωρινή έκθεση για την δραστηριότητα και τους λογαρισμούς της OIG. Τα αποτελέσματα του 1994 δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά, δεδομένου ότι η εκκίνηση των δραστηριοτήτων της τράπεζας έγινε με πολύ αργό ρυθμό. Εκχωρήθηκαν περιουσιακά στοιχεία ύψους 2 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, ενώ το κόστος διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων του χαρτοφυλακίου αντιστοιχούσε σε 2,5 δισεκατομμύρια γαλλικών φράγκων νέων κεφαλαίων. Το ποσό αυτό αυξήθηκε σε 3,3 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το Μάρτιο του 1995, λόγω της κατάστασης της αγοράς ακινήτων η οποία παραμένει επισφαλής 5. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΗΦΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ 5.1. Αντιδράσεις τρίτων ενδιαφερομένων Η Banque Nationale de Paris και η Sociιtι Gιnιrale, δύο γαλλικές τράπεζες με μέγεθος συγκρίσιμο με εκείνο της CL, διαβίβασαν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους για την εξεταζόμενη υπόθεση. Δεδομένου ότι οι δύο φάκελοι που παραλήφθηκαν παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες, τα επιχειρήματά τους παρατίθενται σε ενιαία παρουσίαση. Η ένωση μισθωτών μετόχων και παλαιών μισθωτών του Groupe Crιdit Lyonnais (Crιdit Lyonnais Actionnaires Salariιs) εξέφρασε στην Ευρώπη την ανησυχία της σχετικά με το μέλλον της CL και, κυρίως, όσον αφορά τη μείωση του μεγέθους της. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι η επιθετική και τολμηρή πολιτική της CL κατά τη διάρκεια του δευτέρου μισού της δεκαετίας του '80 είχε τη σαφή υποστήριξη του γαλλικού κράτους. Η μόνιμη αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η British Bankers' Association απέστειλαν επίσης δύο επιστολές στις οποίες εκφράζουν τη σύμφωνη γνώμη τους με τη στάση της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή στις τράπεζες των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, και τονίζουν ότι είναι απαραίτητο να διαφυλαχθεί η εμπιστοσύνη των οικονομικών φορέων στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. όσον αφορά την CL, τονίζουν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε η ενίσχυση να περιοριστεί στο ελάχιστο αναγκαίο και η CL να προσφέρει σημαντικά αντισταθμίσματα που θα περιλαμβάνουν την πώληση περιουσιακών στοιχείων και τη μείωση του μεγέθους της. Η μόνιμη αντιπροσωπεία της Δανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση απέστειλε, επίσης, επιστολή στην οποία εξέφρασε την ικανοποίησή της για τον τρόπο αντιμετώπισης του θέματος από την Επιτροπή. Πάντως, οι παρατηρήσεις της Δανίας έφθασαν μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ορισθεί στην ανακοίνωση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, συνεπώς, αναφέρονται μόνο για λόγους ενημέρωσης. Οι δανικές αρχές τόνισαν επίσης ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις πτώχευσης μιας ή περισσοτέρων μεγάλων τραπεζών, απαιτείται η λήψη επειγόντων και άμεσων μέτρων. Τα επιχειρήματα των γαλλικών αρχών μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: I. Το σχέδιο διάσωσης δεν προσφέρει σαφή εικόνα του επιδιωκόμενου στρατηγικού στόχου. Αν δεν υπάρξει σαφής και δραστική μείωση των δραστηριοτήτων της τράπεζας τόσο σε γεωγραφικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο του φάσματος των εργασιών, υπάρχει κίνδυνος να γίνει «αναδόμηση» της τράπεζας με κρατική στήριξη με την ίδια ακριβώς μορφή όπως στο παρελθόν. II. Τα δεσμευθέντα κεφάλαια δεν έχουν την κανονική απόδοση. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει κρατική ενίσχυση, χωρίς τις χρηματοδοτικές εισφορές της CL, μεταξύ 50 και 62 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, λαμβάνοντας την 1η Ιανουαρίου 1995 ως ημερομηνία αναφοράς για τον υπολογισμό της αξίας. Το ποσό αυτό λαμβάνεται προσθέτοντας τα ποσά, μετά από αναγωγή στην παρούσα αξία, της αύξησης του κεφαλαίου (5,3 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα), και της πράξης διαχωρισμού (μεταξύ 545 και 66 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων), αφού αφαιρεθούν, μετά από αναγωγή στην παρούσα αξία, τα έσοδα του δανείου με μηδενικό κουπόνι (7,8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) και της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση (1 δισεκατομμύριο γαλλικά φράγκα). Ο συντελεστής αναγωγής στην παρούσα αξία που χρησιμοποιήθηκε (7,81 %) προέκυψε με βάση τις εκτιμήσεις των γαλλικών αρχών της αξίας του μηδενικού κουπονιού. Η εκτίμηση του κόστους της πράξης διαχωρισμού στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι το σύνολο του χαρτοφυλακίου των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων θα πωληθεί σε πέντε έτη και ότι για κάθε έτος θα πρέπει να υπολογισθεί κόστος διατήρησης της τάξης του 5 έως 6 %. ΙΙΙ. Το πρόγραμμα προκαλεί σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οι οποίες δεν αντισταθμίζονται από σημαντική προσπάθεια αναδιάρθρωσης από μέρους της CL. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η πολύ επιθετική πολιτική που ασκήθηκε από την CL από το 1987 έως το 1993, ιδίως με την απόκτηση τραπεζικών και βιομηχανικών συμμετοχών σε πολύ υψηλές τιμές, είχε ήδη χρηματοδοτηθεί κατά μεγάλο μέρος από το κράτος (με την εισφορά σχεδόν 20 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων σε ίδια κεφάλαια, ενώ η αυτοχρηματοδότηση αντιστοιχούσε σε ποσό χαμηλότερο των 6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων). Εξάλλου, η δυσανάλογη παρέμβαση της CL συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην επιδείνωση της κρίσης στην αγορά ακινήτων στη Γαλλία. Πράγματι, πριν από την πράξη διαχωρισμού, στην CL αναλογούσε το ένα τρίτο σχεδόν του συνόλου των πιστώσεων σε επιχειρήσεις του τομέα των ακινήτων (105 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα επί 324 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων) και άνω του διπλασίου των συνολικών υποχρεώσεων της BNP και της Sociιtι Gιnιrale, οργανισμοί με μέγεθος συγκρίσιμο με εκείνο της CL. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, οι όροι υλοποίησης του προγράμματος φαίνονται ελάχιστα επαχθείς και η εξυγίανση της CL είναι καθαρά θεωρητική, δεδομένου ότι οι ενέργειες εξορθολογισμού που αναλήφθηκαν στη Γαλλία από την CL έχουν την ίδια φύση και την ίδια έκταση με εκείνες των ανταγωνιστικών της (έτσι το 1994, το προσωπικό της CL στη Γαλλία είχε μειωθεί κατά 2 % για την ίδια περίμετρο δραστηριοτήτων, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το προσωπικό της BNP στη Γαλλία είχε μειωθεί κατά 2,3 % (9). IV. Θα πρέπει συνεπώς να ληφθούν τα ακόλουθα διορθωτικά μέτρα: 1. Η διαχείριση της CDR θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη (το κεφάλαιο, τα όργανα διαχείρισης και το προσωπικό θα πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητα από την CL) για να αποφευχθεί οποιαδήποτε πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων. 2. Η Altus, η SDBO και η Colbert θα πρέπει να παραμείνουν στην περίμετρο ενοποίησης του ομίλου CL (ο οποίος θα πρέπει να αναλάβει ο ίδιος το κόστος που συνδέεται με την εκκαθάριση των τραπεζών αυτών). 3. Θα πρέπει να ορισθεί ένα ανώτατο όριο για την εγγύηση που παρέχει το κράτος. 4. Η κρατική επιδότηση λειτουργίας προς την CL, η οποία προέρχεται από την υποκατάσταση στους λογαριασμούς CL των διαχωρισθέντων μη αποδοτικών περιουσιακών στοιχείων με δάνειο προς την SPBI, θα πρέπει να μειωθεί δραστικά. 5. Θα πρέπει να καταργηθεί η δυνατότητα μεταφοράς των φορολογικών ελλειμμάτων. 6. Η ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση πρέπει να μείνει ανέπαφη για την αρχικά προβλεφθείσα περίοδο των 20 ετών, ανεξάρτητα από το εάν η CL θα ιδιωτικοποιηθεί ή όχι. 7. Η CL θα πρέπει να εκχωρήσει σημαντικά τμήματα των δραστηριοτήτων της, τόσο στην Ευρώπη όσο και εκτός της Ευρώπης. 8. Οι υποχρεώσεις της CL θα πρέπει να διευκρινισθούν, να απογραφούν και να καταστούν ανέκκλητες 7 επιπλέον, θα πρέπει να καταρτίζεται μια δημόσια ετήσια έκθεση της εφαρμογής του προγράμματος. Το μεγαλύτερο μέρος των παρατηρήσεων των δύο γαλλικών τραπεζών, οι οποίες είχαν ήδη ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή όταν κινήθηκε η διαδικασία -είτε κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της ενίσχυσης, είτε κατά την αίτηση παροχής πληροφοριών- εξετάζονται διεξοδικότερα στην εκτίμηση της ενίσχυσης που εμπεριέχεται στην πράξη και του συμβιβασμού της εν λόγω ενίσχυσης. εν πάσει περιπτώσει, η Επιτροπή θεωρεί ότι ορισμένα επιχειρήματα των καταγγελλόντων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και, ιδίως, όσον αφορά τα σημεία 2 και 4. Το σημείο 3 δεν θεωρείται ότι έχει ουσιώδη συνάφεια με το πρόβλημα της αξιολόγησης από την Επιτροπή της ενίσχυσης που περιέχει η εγγύηση αυτή. Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το αίτημα των καταγγελλόντων να μη μεταβιβασθούν η Altus, η SDBO και η Colbert στο φορέα διαχωρισμού, και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον, εάν οι θυγατρικές αυτές παρέμεναν στην περίμετρο ενοποίησης του ομίλου CL, ο εν λόγω όμιλος θα χρειαζόταν μια συμπληρωματική αύξηση του κεφαλαίου ύψους τουλάχιστον 9 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των ελεγκτών όσον αφορά τις προβλέψεις. Δεύτερον, ούτως ή άλλως, κατά τα τέλη του 1995, οι θυγατρικές αυτές θα περιέλθουν εκ νέου στην CL, εάν δεν έχουν ήδη πωληθεί ή εκκαθαριστεί. Η τιμή της εξαγοράς μπορεί να καθοριστεί από δύο ανεξάρτητες εμπορικές τράπεζες. όσον αφορά τη μείωση της επιδότησης λειτουργίας και, ιδίως, το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο το κόστος διατήρησης των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να προστεθεί στο ποσό των ζημιών που έχουν εκτιμηθεί από τους ελεγκτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό δεν είναι ορθό, διότι θα συνεπαγόταν το διπλό υπολογισμό της ενίσχυσης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, το ποσό των ζημιών συμπεριλαμβάνει το σύνολο του κόστους διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων. 5.2. Απαντήσεις των γαλλικών αρχών στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από τρίτους Τα επιχειρήματα των τρίτων μερών συζητήθηκαν με τις γαλλικές αρχές, στο πλαίσιο τακτικών συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν με τους εκπροσώπους της Επιτροπής. Τα σχόλιά τους συμπεριλαμβάνονται στην εκτίμηση της πράξης και στην εξέταση του συμβιβάσιμού της από την Επιτροπή (σημεία 6 και 7). 6. ΕΚΤΙΜΗΣΗ 6.1. Επιβεβαίωση ότι στα χρηματοδοτικά μέτρα υπέρ της CL περιλαμβάνονται ενισχύσεις Λόγω του ότι η CL αποτελεί τράπεζα υπό κρατικό έλεγχο, η Επιτροπή, για να εκτιμήσει την παρουσία κρατικών ενισχύσεων στη χρηματοδοτική στήριξη που παρέχεται σε αυτήν, εφαρμόζει «την αρχή του ιδιώτη επενδυτή στην ελεύθερη οικονομία». Τα μέτρα αναδιάρθρωσης που λήφθηκαν το 1994 και συνεχίστηκαν το 1995 μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος μιας γενικότερης διαδικασίας αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο της οποίας εντάσσονται οι ενισχύσεις του 1994 και του 1995. 6.1.1. Αύξηση κεφαλαίου Όσον αφορά την αύξηση του κεφαλαίου που έγινε το Μάιο του 1994, η Επιτροπή βάσει των εγγράφων που της διαβιβάστηκαν, εκτιμά ότι η εισφορά κεφαλαίου κατά κανένα τρόπο δεν εξασφαλίζει τη μελλοντική αποδοτικότητα της τράπεζας. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αύξηση του κεφαλαίου ήταν ουσιαστικής σημασίας για την επιβίωση της τράπεζας, επειδή ο συντελεστής φερεγγυότητάς της είχε πέσει κάτω από το ελάχιστο όριο του 8 %. σε κάθε περίπτωση η αύξηση του κεφαλαίου δεν αποτελούσε μέρος ενός [. . .] σχεδίου εξυγίανσης της τράπεζας. Εκτός αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ύψος της αύξησης του κεφαλαίου φαίνεται να βασίστηκε σε μια υπερεκτίμηση της αξίας της τράπεζας. Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η εκτίμηση αυτή πιστοποιήθηκε από την [. . .]. Εντούτοις, υπάρχουν διάφορα στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι ένας ιδιώτης επενδυτής σε καμία περίπτωση δεν θα δεχόταν την εν λόγω εκτίμηση για παρόμοια επένδυση στην CL. Ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε απαιτήσει τη διεξαγωγή ολοκληρωμένης και σε βάθος έρευνας των υποχρεώσεων και των λογαριασμών της CL, καθώς και ένα αναλυτικό πρόγραμμα εξυγίανσης, πριν δεχθεί να προσφέρει νέα κεφάλαια, ενώ η [. . .], της οποίας η αποστολή δεν περιελάμβανε τον έλεγχο των κύριων υποχρεώσεων της CL, βασίστηκε σε πληροφορίες που της έδωσε η CL (στην πλειοψηφία τους δημοσιευμένες πληροφορίες), τις οποίες δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει εντελώς. Δεύτερον, η αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων, βασίστηκε στους λογαριασμούς του 1993, οι οποίοι δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζουν την πραγματική τους αξία, ιδίως όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο βιομηχανικών επενδύσεων και τα τραπεζικά περιουσιακά στοιχεία. Τέλος, ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε επίσης λάβει υπόψη το γεγονός ότι ορισμένες υποχρεώσεις, ιδίως στο χαρτοφυλάκιο βιομηχανικών επενδύσεων, των οποίων τα έσοδα ήταν κατώτερα από το κόστος χρηματοδότησής τους, θα είχαν αρνητική επίδραση στα μελλοντικά αποτελέσματα της τράπεζας. Συνεπώς, θα είχε κριθεί αναγκαία μια συμπληρωματική υποτίμηση της αξίας των καθαρών περιουσιακών στοιχείων. Επομένως, προκειμένου να αποκομίσει τα οφέλη που αναλογούν στην επένδυση που πραγματοποίησε τον Μάιο του 1994 χωρίς να χρειαστεί να προσφέρει και άλλη χρηματοδότηση, το κράτος χρειάστηκε να μελετήσει τη λήψη ορισμένων νέων μέτρων χρηματοδοτικής στήριξης της CL. Εκτός αυτού, δυνάμει της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, οι αρχές τραπεζικής εποπτείας πρέπει να φροντίζουν ώστε μια τράπεζα, της οποίας ο συντελεστής φερεγγυότητας βρίσκεται κάτω του 8 %, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την επαναφορά της στο κατάλληλο επίπεδο φερεγγυότητας το συντομότερο δυνατό με αναδιάρθρωση των κεφαλαίων της ή με μείωση των υποχρεώσεών της, και σε περίπτωση που δεν το πράξει να παύσει τις δραστηριότητες της. Σε κάθε περίπτωση, η αναδιάρθρωση ή η μείωση των υποχρεώσεων συνιστούν ενισχύσεις όταν δεν πραγματοποιούνται υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Έτσι, ο ελάχιστος συντελεστής φερεγγυότητας αποτελεί περιορισμό του οποίου η ύπαρξη βασίζεται στο σκεπτικό ότι μια τράπεζα δεν μπορεί να λειτουργήσει σε υγιή βάση χωρίς ένα ελάχιστο ποσοστό φερεγγυότητας. Η απαίτηση ελάχιστης φερεγγυότητας αποτελεί, ως εκ τούτου, ένα από τα κριτήρια βιωσιμότητας μιας τράπεζας και εξασφαλίζει ταυτόχρονα ισοτιμία στις συνθήκες ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια συνάγεται ότι ένας ιδιώτης επενδυτής της ελεύθερης οικονομίας δεν θα δεχόταν, όπως δέχθηκε το γαλλικό κράτος τον Μάιο του 1994, να εισφέρει κεφάλαια στην CL στην τιμή των 774 γαλλικών φράγκων ανά μετοχή, χωρίς τη διεξαγωγή [. . .] έρευνας των λογαριασμών της τράπεζας και χωρίς να υπάρχει [. . ] πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που να αποδεικνύει ότι η CL θα ανακτήσει τη βιωσιμότητά της μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, λοιπόν, η αύξηση του κεφαλαίου κατά 4,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα πρέπει να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση. 6.1.2. Η ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος στο πλαίσιο της πρώτης επιχείρησης αποδέσμευσης Όσον αφορά την ανάληψη 18,4 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων στο πλαίσιο της επιχείρησης διαχωρισμού του 1994, συνάγεται επίσης το συμπέρασμα ότι περιλαμβάνει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης. Η Επιτροπή, κινώντας τη διαδικασία, θεώρησε, όπως αναγνώρισε και η γαλλική κυβέρνηση, ότι η ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος ήταν απαραίτητη για την επιβίωση της CL, διότι χωρίς αυτήν η ανάγκη για προβλέψεις θα εξαντλούσε τα αποθέματα της τράπεζας, και θα την καθιστούσε αφερέγγυα. Εάν το κράτος δεν είχε προβεί στην ανάλυψη υποχρεώσεων ή σε ενέργεια παρόμοιου εύρους, η CL θα είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Δεύτερον, η ανάληψη από το κράτος δεν αντισταθμίστηκε με ένα σταθερό ασφάλιστρο κινδύνου, παρ' ότι υπήρξε ειδική ρήτρα «επιστροφής σε υγιή κατάσταση». Εντούτοις, η ρήτρα αυτή δεν είχε πρακτική αξία διότι είχαν υπερτιμηθεί ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που δεν απέδιδαν και διότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη επανόδου σε συνθήκες υγιούς λειτουργίας. Η υπερτίμηση θα καθιστούσε αφενός ανεπαρκή τη χρηματοδότηση που καλύφθηκε με την ανάληψη υποχρεώσεων, όπως ανέφερε η [. . .] στην έκθεσή της για την CL, και αφετέρου πολύ πιθανή την ενεργοποίηση της υποχρέωσης αυτής. Επειδή η ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος ήταν απαραίτητη για την επιβίωση της CL και δεν αναμενόταν καμία απόδοση από αυτήν, το στοιχείο ενίσχυσης που περιλαμβάνει ισούται στην ουσία με το εγγυημένο ποσό. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το εν λόγω εγχείρημα έλαβε χώρα περίπου τρία χρόνια μετά την αλλαγή των οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στον τομέα. Κατά την περίοδο αυτή η CL δεν είχε εγγράψει [. . .] πρόβλεψη επί των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει, οι οποίες όμως συνέχισαν να αυξάνονται, παρ' ότι κατά τη γνώμη διαφόρων εμπειρογνωμόνων ένα [. . .] μέρος των ειλημμένων υποχρεώσεών της επί ακινήτων, έπρεπε να καλύπτεται από προβλέψεις. Η Επιτροπή είχε επίσης απορρίψει την επιχειρηματολογία της γαλλικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία η ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση επειδή έγινε από τους μετόχους ύστερα από αίτημα της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων (Commission Bancaire) και αποτελούσε μέρος ενός μηχανισμού αποδέσμευσης που έχει χρησιμοποιηθεί και από άλλες γαλλικές τράπεζες. Η CL, όμως, χαρακτηρίζεται από κάποιες ιδιαιτερότητες σε σύγκριση με τις άλλες γαλλικές τράπεζες που χρησιμοποίησαν παρόμοιους μηχανισμούς. Καταρχήν, δεν έχει καταγράψει σημαντικές ζημίες επί της ονομαστικής αξίας υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν στον ειδικό φορέα διαχωρισμού (OIG), διότι ήταν σε θέση να διαθέσει τις υποχρεώσεις αυτές στην καθαρή λογιστική τους αξία, χάρη στην ανάληψη από το κράτος των κινδύνων του εν λόγω φορέα, ενώ οι προβλέψεις της CL επί των εν λόγω υποχρεώσεων ήταν σχεδόν αμελητέες σε σχέση με την ονομαστική αξία των περιουσιακών στοιχείων. Δεύτερον, από τα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι σε σχέση με άλλους μηχανισμούς διαχωρισμού, μόνο η συγκεκριμένη εταιρεία της CL (OIG) έτυχε της ανάληψης από το κράτος των κινδύνων που ενέκλειε. Η εν λόγω ανάληψη από το κράτος επέτρεψε στην CL να διατηρήσει στα βιβλία της τις υποχρεώσεις αυτές για το 1994 χωρίς να υποχρεωθεί να εγγράψει πρόσθετες προβλέψεις και να αναδιαρθρώσει τα ίδια κεφάλαιά της, όπως το απαιτούν οι κανόνες για τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Φαίνεται ότι οι άλλες γαλλικές τράπεζες δεν έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης, καθώς χρειάστηκαν να συστήσουν ειδικές εταιρείες εκτός της περιμέτρου ενοποίησής τους και την ανάληψή τους από χρηματοπιστωτικές εταιρείες χαρτοφυλακίου των τραπεζών αυτών και όχι από τους τελικούς τους μέτοχους. Τρίτον, μόνο στην περίπτωση της CL, ο μηχανισμός περιλαμβάνει την καταβολή του κόστους με το οποίο βαρύνεται η CL για την εξυπηρέτηση του χορηγηθέντος προς την ειδική εταιρεία δανείου (4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα). Η πληρωμή αυτή πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ως ενίσχυση που προστίθεται σε εκείνη της ανάληψης από το κράτος. Συνεπώς, βγαίνει το συμπέρασμα ότι στο μηχανισμό διαχωρισμού περιλαμβάνονται σημαντικές ενισχύσεις και, ιδίως, στην ανάληψη από το κράτος των κινδύνων των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν και της εξυπηρέτησης του δανείου. 6.1.3. Η δεύτερη επιχείρηση διαχωρισμού Το 1995, στο πλαίσιο της δεύτερης επιχείρησης διάσωσης, ο μηχανισμός διαχωρισμού τροποποιήθηκε για να λάβει υπόψη και άλλες δυνητικές ζημίες που θα ξεπερνούσαν τα βασικά ίδια κεφάλαια της CL. Οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι η προγραμματιζόμενη λύση πραγματοποιήθηκε με αίτημα της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων και αποτελεί τη μόνη που μπορεί να ικανοποιήσει τους διάφορους περιορισμούς που πρέπει να σεβαστεί το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, δηλαδή την προστασία των καταθέσεων και το σεβασμό των κανόνων όσον αφορά το τραπεζικό, εμπορικό και χρηματιστηριακό δίκαιο, την ελαχιστοποίηση του κόστους του προγράμματος για τους φορολογούμενους, την πρόληψη κάθε στρέβλωσης του ανταγωνισμού και την προστασία των περιουσιακών συμφερόντων του κράτους και των μειοψηφούντων μετοχών. Βεβαίωσαν επίσης ότι το κόστος κάθε άλλης εναλλακτικής λύσης για το κράτος θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, ότι η καθ' ολοκληρίαν ανάληψη από το κράτος των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατός ο διαχωρισμός τους από τους λογαριασμούς της CL και την πιστοποίηση των λογαριασμών αυτών, και ότι η ειδική ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση, σε συνδυασμό με το προϊόν της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, του μηδενικού κουπονιού και της ιδιωτικοποίησης της τράπεζας, καλύπτει το κόστος της ανάληψης συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του δανείου της CL προς την SPBI. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο μηχανισμός διαχωρισμού και, ιδίως, η ανάληψη από το κράτος των κινδύνων και του κόστους του εν λόγω μηχανισμού συνιστά κρατική ενίσχυση. Ο χαρακτήρας ενίσχυσης της ανάληψης από το κράτος συνάγεται από το γεγονός ότι είναι απαραίτητη για την επιβίωση της CL ότι είναι ασυνήθιστης διάρκειας, ότι περιλαμβάνει εξαιρετικά υψηλό κίνδυνο και δεν μπορεί να αναμένεται κανενός είδους απόδοση ανάλογη προς το μέγεθος της ανάληψης από το κράτος δεδομένου ότι μπορεί να παρουσιάσει σημαντικές διακυμάνσεις τις οποίες είναι αδύνατο να αντιμετωπίσει η CL. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν υπάρχουν λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το προβλεπόμενο συνολικό κόστος του επιλεγέντος μηχανισμού για το γαλλικό κράτος είναι στη φάση αυτή μικρότερο από το κόστος που θα έπρεπε να φέρει το κράτος ως μέτοχος σε περίπτωση ελεγχόμενης εκκαθάρισης ή οποιασδήποτε άλλης λύσης που θα αφορούσε την πώληση ή την αναδιάρθρωση, λαμβάνοντας υπόψη τους δυνητικούς περιορισμούς που ενυπάρχουν στις εθνικές και κοινοτικές διατάξεις που διέπουν τα διάφορα δυνατά σενάρια, διατάξεις που σε περίπτωση εκκαθάρισης μπορεί να συνεπάγονται υψηλότερο κόστος στον τραπεζικό απ' ό,τι στο βιομηχανικό τομέα. Εκτός αυτού, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το κόστος για το κράτος θα ήταν πολύ χαμηλότερο εάν η παρέμβασή του είχε γίνει σε προγενέστερο στάδιο. Εάν το κράτος είχε παρέμβει για να περιορίσει την υπερβολική ανάπτυξη του ομίλου CL, θα είχε επίσης περιορίσει τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεντο η CL, τόσο χάρη στην υποστήριξη που είχε από τον μέτοχό της όσο και χάρη στο μέγεθός της, και κατά συνέπεια το κατοπινό κόστος αναδιάρθρωσης για το κράτος. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται ότι η ανεξέλεγκτη επιθετική πολιτική της CL και το μέτριο ποιόν των περιουσιακών της στοιχείων είχαν ήδη οδηγήσει την εταιρεία εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας, Moody, το 1991 να διορθώσει προς το κάτω την κατάταξη της τράπεζας, δύο βαθμούς κάτω από το ανώτατο όριο. Σε κάθε περίπτωση η κατάταξη αυτή συνέχισε να είναι ανώτερη της πραγματικής ποιότητας του χαρτοφυλακίου της CL, χάρη στην εγγύηση που προσφέρει το κράτος ως κύριος μέτοχος της τράπεζας. Εκτός αυτού, διάφορα άλλα στοιχεία είχαν ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στις γαλλικές αρχές στις αρχές του 1992: η μεταστροφή της οικονομικής συγκυρίας και οι σαφείς επιπτώσεις της στις ειλημμένες υποχρεώσεις της CL στον τομέα των ακινήτων και στη βιομηχανία, η επισφαλής κατάσταση της CLBN, ιδίως εξαιτίας της συμμετοχής αυτής και της CL στην υπόθεση MGM, οι συνέπειες από τη συμμετοχή σε ελλειμματικές δημόσιες επιχειρήσεις όπως η Usinor-Sacilor, καθώς και οι δυσλειτουργίες που προβλέφθηκαν στις πρώτες έρευνες της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων για ορισμένες θυγατρικές του ομίλου, όπως η εταιρεία Altus. Αντίθετα, η CL συνέχισε να εφαρμόζει την πολιτική [. . .] εξάπλωσης. Το σύνολο του ισολογισμού αυξήθηκε από 1 600 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα (στα τέλη του 1991) σε περίπου 2 000 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα (στα τέλη του 1993), δηλαδή κατά 25 % σε μια διετία, το ήμισυ του οποίου οφείλεται στην απόκτηση της BfG στη Γερμανία, που συνάφθηκε το Δεκέμβριο του 1992. Ταυτόχρονα, η CL ενίσχυσε την παρουσία της στην Αμερική, την Ασία και την Αφρική. Το χαρτοφυλάκιο εμπορικών και βιομηχανικών επενδύσεών της, που στα τέλη του 1991 ανήρχετο σε 38 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου, έφτασε στα τέλη του 1993 τα 50 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου (δηλαδή +30 %). Είναι σαφές λοιπόν ότι ένας αυστηρότερος έλεγχος της ανάπτυξης της CL θα είχε περιορίσει το κόστος της αναδιάρθρωσής της. Άρα, το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης είναι όψιμο. Επισημαίνεται ότι οι γαλλικές αρχές δεν υπέβαλαν άλλη εναλλακτική λύση ελεγχόμενης εκκαθάρισης ή βαθμιαίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, ούτε εκτίμηση του κόστους της. Αν είχε επιλεγεί μια λύση του τύπου αυτού ακόμη και στην περίπτωση που το κόστος πλησίαζε εκείνο της αναδιάρθρωσης, είναι σαφές ότι θα ήταν λιγότερο στρεβλωτική από απόψη ανταγωνισμού. Συνάγεται λοιπόν ότι αν εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας, η εναλλακτική αυτή λύση θα έπρεπε να είχε επιλεγεί. [. . .] Παρά το γεγονός ότι είναι κατανοητοί οι λόγοι που οδήγησαν τις γαλλικές αρχές στην επιλογή της αναδιάρθωσης σε συνδυασμό με μια σημαντική οικονομική ενίσχυση από το κράτος, δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν οι σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις που η λύση αυτή έχει για τον ανταγωνισμό. Οι επιπτώσεις αυτές απαιτούν σημαντικό αντιστάθμισμα. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι είναι πολύ πιθανό το κόστος της επιχείρησης διάσωσης για το κράτος να ήταν λιγότερο εάν κατά την πρώτη παρέμβαση ή έστω και πριν από αυτήν, είχε γίνει ολοκληρωμένη και σε βάθος ανάλυση και υπήρχε ένα κατάλληλο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και τις διαθέσιμες πληροφορίες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αύξηση του κεφαλαίου, τα διάφορα στοιχεία του μηχανισμού CDR/SPBI, καθώς και η ανάληψη από το κράτος των μεταβιβασθεισών υποχρεώσεων ενέχουν σημαντικά στοιχεία κρατικής ενίσχυσης. 6.2. Αξιολόγηση του επιχειρηματικού προγράμματος Όσον αφορά το «επιχειρηματικό πρόγραμμα» (business plan) της CL, φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στα βασικά προβλήματα της τράπεζας, ενώ της επιτρέπει να ανακτήσει τη βιωσιμότητά της. Σε κάθε περίπτωση χρειάζονται, όμως, ορισμένες διευκρινίσεις. Καταρχάς, δεδομένου ότι το σύστημα διάσωσης της CL επιτρέπει την αποκατάσταση του συντελεστή φερεγγυότητας στο 8,3 %, με παράλληλη ελαχιστοποίηση του ύψους των πόρων που καταβάλλονται σήμερα από το κράτος, βγαίνει το συμπέρασμα ότι η ενίσχυση δεν υπερβαίνει κατά πολύ το απολύτως ελάχιστο που απαιτείται σήμερα. Ωστόσο, είναι εξίσου απαραίτητο να υπάρξει ένα σημαντικό αντιστάθμισμα προκειμένου η CL να μην επανέλθει στην προτέρα κατάστασή της, να συμμετάσχει σοβαρά στο κόστος αναδιάρθρωσης και να καταβάλει στους ανταγωνιστές αποζημιώσεις ανάλογες προς τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκάλεσε η ενίσχυση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες των γαλλικών αρχών όσον αφορά την εξέλιξη των ιδίων κεφαλαίων της CL, το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της επιτρέπει να ανακτήσει τη βιωσιμότητά της με έναν επαρκή συντελεστή φερεγγυότητας. Εάν το ποσοστό αύξησης των ιδίων κεφαλαίων που ανήκουν στον όμιλο (18 % σε μια πενταετία) είναι ανώτερο από το ποσοστό αύξησης των σταθμισμένων περιουσιακών στοιχείων (4,6 %), ο συντελεστής φερεγγυότητας θα μπορέσει να αυξηθεί. Η εκτίμηση της εξέλιξης του συντελεστή φερεγγυότητας και της αξίας του στο τέλος της διαδικασίας εξυγίανσης γίνεται εύκολα με βάση τις εκτιμήσεις της CL ως προς την αύξηση των σταθμισμένων περιουσιακών στοιχείων της και των ιδίων κεφαλαίων, που ανήκουν στον όμιλο με βάση την εξαιρετικά συντηρητική υπόθεση ότι τα υπολειπόμενα ίδια κεφάλαια (συμφέροντα της μειοψηφίας των μετόχων και συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια) θα παραμείνουν στο ύψος του 1994 (περίπου 50 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Από τους υπολογισμούς αυτούς συνάγεται ότι ο συντελεστής φερεγγυότητας παραμένει καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου εξυγίανσης υψηλότερος από το ελάχιστο όριο που επιβάλλει ο νόμος (πίνακας 4). >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Σε κάθε περίπτωση, οι υποθέσεις που έγιναν για το επιχειρηματικό πρόγραμμα φαίνεται να είναι κάπως αισιόδοξες. Όσον αφορά τα ονομαστικά και πραγματικά επιτόκια, το επιχειρηματικό πρόγραμμα υποθέτει ότι μειώνονται το 1995 σε χαμηλό επίπεδο (4,78 %) και παραμένουν στη συνέχεια σταθερά (4,67 %). Ωστόσο, η αναμενόμενη μείωση των επιτοκίων ήταν περιορισμένη. Τα τρέχοντα βραχυπρόθεσμα επιτόκια κυμαίνονται στο 7,2 % περίπου, δηλαδή είναι ανώτερα κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση που ο πληθωρισμός παραμένει χαμηλός (10), αυτό θα έχει ως συνέπεια υψηλά πραγματικά επιτόκια. Από την πείρα του παρελθόντος όσον αφορά την εξυγίανση των τραπεζών και από μελέτες της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων απορρέει ότι η εξυγίανση μιας τράπεζας γίνεται πιο δύσκολη όταν τα πραγματικά επιτόκια είναι υψηλά. Συγκεκριμένα, οι μελέτες της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων που περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις της δείχνουν ότι γενικά υπάρχει ευθέως ανάλογη σχέση μεταξύ του πραγματικού επιτοκίου και της ελάχιστης απόδοσης που πρέπει να επιτύχουν κατά μέσο όρο οι τράπεζες στο πλαίσιο των πιστωτικών τους δραστηριοτήτων, προκειμένου να αμειφθούν οι πόροι που έχουν δανειστεί και να καλυφθεί το κόστος διαμεσολάβησης («νεκρό σημείο» των τραπεζών). Η νομισματική στενότητα συνεπάγεται κάποια μείωση της ζήτησης πιστώσεων και αύξηση του ανταγωνισμού μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων με αποτέλεσμα τη μείωση των τραπεζικών περιθωρίων. Επιπλέον, η ρηχή καμπύλη των γαλλικών επιτοκίων (τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια βρίσκονται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τα μακροπρόθεσμα) καθιστά ασύμφορες τις εμπορικές δραστηριότητες και αυξάνει το κόστος διατήρησης ακινήτων περιουσιακών στοιχείων. Τέλος, αυξάνει και το κόστος των πόρων για τα περισσότερα ευαίσθητα πιστωτικά ιδρύματα διότι έχουν χαμηλότερη κατάταξη πιστοληπτικής ικανότητας, ιδίως, όσον αφορά τα μακροπρόθεσμα δάνεια που έχουν συνάψει (11). Στο πλαίσιο αυτό, η υπόθεση, ότι η CL θα μπορέσει να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της και ακόμη να ξεπεράσει τους ανταγωνιστές της από άποψη συντελεστή εκμετάλλευσης μέχρι τα τέλη του 1999, είναι μάλλον αισιόδοξη. Αυτό θα σήμαινε ότι η CL θα αύξανε το μερίδιο αγοράς το οποίο κατέχει. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πολύ πιο ρεαλιστικό να υποτεθεί ότι οι προσπάθειες που θα καταβάλουν οι ανταγωνιστές της κατά την περίοδο εκείνη για να βελτιώσουν τη δική τους παραγωγικότητα δεν θα της επιτρέψουν να τους ξεπεράσει. Η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας είναι δυνατή όταν υπάρχουν σπατάλες και κακή διαχείριση που μπορούν να διορθωθούν, αλλά το να ξεπεράσει τους ανταγωνιστές της συνεπάγεται ότι η CL θα μπορέσει να εφαρμόσει νέα συστήματα διαχείρισης αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα από εκείνα των ανταγωνιστών της και ότι αυτοί δεν το γνωρίζουν ακόμα. Κατά συνέπεια, ο στόχος αυτός φαίνεται μάλλον φιλόδοξος. Εκτός αυτού, δεν πρέπει να υπερεκτιμάται η προβλεπόμενη βελτίωση του κόστους. Συγκεκριμένα, η μείωση του κόστους του προσωπικού στη Γαλλία περιορίζεται από το τρέχον σύστημα απολύσεων το οποίο δεν ευνοεί την ανανέωση του παλαιότερου προσωπικού με νεότερο, καλύτερα προετοιμασμένο για την εισαγωγή, τη διάδοση και την εντατική εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής. Παρά το γεγονός ότι τα κοινωνικά προγράμματα καταρτίστηκαν με τη συμφωνία των εργατικών σωματείων με σκοπό να ευνοηθούν οι εθελοντικές αποχωρήσεις του πλεονάζοντος προσωπικού, οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια διατήρησης και προσέλκυσης ικανότερου προσωπικού, καθώς και βελτίωσης της παραγωγικότητάς του φαίνεται προβληματική. [. . .] προστίθεται ότι [. . .] από το 2000 έως το 2014 [. . .]. Το πρόγραμμα αυτό προβλέπει αύξηση του καθαρού αποτελέσματος μετά τη φορολογία 4 % ετησίως. Με συντελεστή πληθωρισμού 2 % περίπου ετησίως, αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό αυτόματης πραγματικής ανάπτυξης θα ανέρχεται σε 2 % περίπου ετησίως των καθαρών αποτελεσμάτων, coeteris paribus. Είναι φανερό ότι η αριθμητική αυτή προσέγγιση δεν είναι ρεαλιστική. Οποιαδήποτε έστω και οριακή ανάπτυξη της τραπεζικής αγοράς, συνεπάγεται και αύξηση του μεριδίου αγοράς της CL υπόθεση που δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται καλύτερο να υποτεθεί ότι θα υπάρξει κάποια σταθεροποίηση των πραγματικών αποτελεσμάτων μετά την εξυγίανση. Το ποσοστό απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων για το 1999 (12,4 %) βεβαιώνει την ανάκτηση της βιωσιμότητας της CL, ενώ η αυτόματη αύξησή του κατά τα επόμενα έτη αποτελεί υπερβολικά αισιόδοξη πρόβλεψη. Συνεπώς, το δυναμικό εξυγίανσης της CL θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικότερα. Αυτό φυσικά, σημαίνει ότι οι προβλέψεις όσον αφορά τα αναμενόμενα για το κράτος αποτελέσματα (προϊόντα της ειδικής ρήτρας «επιστροφής σε υγιή κατάσταση» καθώς και τα αποτελέσματα για το κράτος ως μέτοχο από άποψη μερισμάτων και εγγραφής στα αποθεματικά) πρέπει να προσαρμοστούν προς τα κάτω, με βάση την υπόθεση ότι ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης του καθαρού αποτελέσματος μετά τη φορολογία θα είναι 2 %, για την περίοδο από το 2000 έως το 2014. 6.3. Εκτίμηση του ύψους της κρατικής παρέμβασης Καταρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η εκτίμηση του κόστους της επιχείρισης διάσωσης της CL για το κράτος είναι πολύ δύσκολη, επειδή η εκτίμηση της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στο μηχανισμό διαμερισμού είναι δυσχερής. Η ενίσχυση που εμπεριέχεται στην ανάληψη από το κράτος των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην ειδική εταιρεία διαχωρισμού δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, εξαιτίας της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τον υπολογισμό του κινδύνου που εμπεριέχουν τα περιουσιακά στοιχεία. Για τη σωστή εκτίμηση της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στην ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος, πρέπει να εκτιμηθούν αναλυτικά, κυρίως, τα διαχωρισθέντα περιουσιακά στοιχεία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη διεξαγωγή ελέγχων από εμπειρογνώμονες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θέλησε να εξετάσει τα αποτελέσματα των διαφόρων αξιολογήσεων που πραγματοποιήθηκαν με τη βοήθεια διαφόρων εμπειρογνωμόνων, δηλαδή της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων, των νέων ορκωτών λογιστών της CL, και των τραπεζών συμβούλων. Το ενδεικτικό ύψος της ενίσχυσης που περιέχεται στην ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος μπορεί καταρχάς να υπολογιστεί όπως έκανε η Επιτροπή όταν κίνησε τη διαδικασία βάσει του ύψους των ιδίων κεφαλαίων που θα χρειαζόταν η CL για να διατηρήσει στο κατάλληλο επίπεδο το συντελεστή φερεγγυότητάς της σε περίπτωση που δεν την είχε καλύψει το κράτος. Κύριος στόχος της ανάληψης από το κράτος της συνολικής καθαρής αξίας των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων είναι να μπορέσει η CL να αποχωριστεί το εν λόγω σύνολο στοιχείων, χωρίς καμία πρόβλεψη (είτε για την υποτίμηση περιουσιακών στοιχείων σε σχέση με τη λογιστική τους αξία, είτε για το κόστος διατήρησής τους υπό την κυριότητά της) και χωρίς αύξηση των ιδίων κεφαλαίων που θα επιβάρυνε κατά πολύ τον κρατικό προϋπολογισμό, σύμφωνα με τους κανόνες φερεγγυότητας που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα. Από πληροφορίες των γαλλικών αρχών κατέστη δυνατή η ακριβέστερη εκτίμηση του ακαθάριστου ποσού που αφορά το εγχείρημα αυτό, βάσει της εν λόγω μεθόδου. Περιλαμβάνει 4,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα αύξηση κεφαλαίου, 60 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων προβλέψεων (12), περίπου 4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα απλώς για τα ίδια κεφάλαια που συνδέονται με το διαμερισμό περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή συνολικά περίπου 69 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Σε κάθε περίπτωση, όπως υπογράμμισαν οι γαλλικές αρχές, ο μηχανισμός έχει ως στόχο να μην καταγράψει σήμερα η CL τις ζημίες αυτές και να τις μεταφέρει στα επόμενα χρόνια έτσι ώστε να ανταθμιστούν με τα διάφορα άλλα στοιχεία του μηχανισμού. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, το έλλειμμα που απορρέει από την παραίτηση του CDR από απαιτήσεις, θα αντισταθμιστεί με την ειδική ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση, που συνεπάγεται την καταβολή εισφορών υπέρ της SPBI, από την τυχόν υπεραξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων που συμπεριλαμβάνονται στην καθαρή τους αξία στους λογαριασμούς της SPBI, καθώς και από το αποτέλεσμα της πώλησης μετοχών της CL από την SPBI κατά την ιδιωτικοποίηση της τράπεζας. Σε περίπτωση που υπάρξει αρνητικό υπόλοιπο (το 2014) θα καλυφθεί από τα έσοδα του δανείου με μηδενικό κουπόνι ύψους 35 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Για να εξακριβωθεί η εγκυρότητα του σκεπτικού αυτού, η αναμενόμενη απόδοση του εγχειρήματος αυτού για το κράτος ως μέτοχο πρέπει να συγκριθεί με το κόστος που θα πρέπει να φέρει το ίδιο το κράτος. Φυσικά, το ονομαστικό ύψος του τρέχοντος κόστους και των αναμενομένων εσόδων του μηχανισμού στο σχετικά απώτερο μέλλον, ιδίως οι τελικές ζημίες και το προϊόν της ειδικής ρήτρας ανάκτησης της βιωσιμότητας, των μερισμάτων και του μηδενικού κουπονιού, θα πρέπει να συγκριθούν σωστά μεταξύ τους πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να υπολογιστεί η παρούσα αξία όλων των μελλοντικών ποσών. Η Επιτροπή πρέπει να ακολουθήσει την προσέγγιση αυτή τόσο εξαιτίας των ισχυρισμών των γαλλικών αρχών ότι η επιχείρηση διαχωρισμού είχε μηδενικό καθαρό τελικό κόστος για το κράτος όσο και εξαιτίας της αξιολόγησης που υπέβαλαν οι ανταγωνιστικές τράπεζες, στο πλαίσιο της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία η καθαρή παρούσα αξία της ενίσχυσης υπολογίζεται μεταξύ 50 και 62 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Εκτός αυτού, η εν λόγω μέθοδος για την αξιολόγηση των κρατικών παρεμβάσεων έχει ήδη προσδιοριστεί από την Επιτροπή στην ανακοίνωσή της αριθ. 93/C 307/03 (13). Σ' εκείνη την ανακοίνωση η Επιτροπή ορίζει ότι για να εκτιμηθούν οι κρατικές παρεμβάσεις πρέπει να συγκριθεί η συμπεριφορά του κράτους με εκείνη ενός ιδιώτη επενδυτή. Συγκεκριμένα, ορίζει ότι «ένας επενδυτής επιχειρηματικού κεφαλαίου θα εισέφερε κεφάλαια υπό την προϋπόθεση ότι η παρούσα αξία του cash-flow (δηλαδή το μελλοντικό cash-flow υπολογιζόμενο με βάση το κεφαλαιακό κόστος της επιχείρησης, δηλαδή το ισχύον προεξοφλητικό επιτόκιο) που θα μπορούσε να προσδοκά από τη σχεδιαζόμενη επένδυση (που περιέχεται στον επενδυτή με τη μορφή της καταβολής μερισμάτων ή/και κεφαλαιουχικών κερδών συνυπολογιζομένων των επισφαλών απαιτήσεων) θα υπερβαίνει τη νέα εισφορά κεφαλαίου». Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ορίζει επίσης ότι «αυτό το στοιχείο ενίσχυσης είναι η διαφορά ανάμεσα στο κόστος της επένδυσης και στην παρούσα αξία του που έχει υπολογιστεί κατά το ενδεικνυόμενο τρόπο». Κατά την αξιολόγηση της εισφοράς κεφαλαίου και των αναμενόμενων αποτελεσμάτων υπό μορφή μερισμάτων ή/και κεφαλαιακών κερδών, το προεξοφλητικό επιτόκιο πρέπει να ισούται με το επιτόκιο που χρησιμοποιείται στις κεφαλαιαγορές για τον υπολογισμό της απόδοσης της χρηματοδοτικής υποστήριξης που παρέχουν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διαφόρων εμπειρογνωμόνων, της CL συμπεριλαμβανομένης, ο συντελεστής αποδοτικότητας που αρμόζει για κεφάλαια τοποθετημένα σε τράπεζα είναι της τάξεως του 12 %. Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει αν ληφθεί ο μέσος συντελεστής αποδοτικότητας των τεσσάρων τελευταίων ετών ενός δείγματος μεγάλων διεθνών τραπεζών (14). Με τον τρόπο αυτό ο συντελεστής αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων που έχει ορίσει ως στόχο η ίδια η CL είναι της αυτής τάξεως, και το 1999 αναμένεται, μετά την εξυγίανση, να ανέλθει σε 12,4 %. Συνεπώς, η Επιτροπή κρίνει ότι το 12 % αποτελεί τον ορθό συντελεστή για τον υπολογισμό της παρούσας αξίας των μελλοντικών εσόδων του κράτους. Προκειμένου να υπολογιστεί το καθαρό κόστος του εγχειρήματος αυτού για το κράτος πρέπει να ληφθούν υπόψη τρία στοιχεία. Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι η SPBI επειδή αποτελεί ομόρρυθμη εταιρεία υπό τον έλεγχο του κράτους, χαίρει της πλήρους αναλήψεως των υποχρεώσεών της από μέρους του μετόχου της. Συνεπώς, στις ενισχύσεις λειτουργίας περιλαμβάνονται όχι μόνο οι ζημίες επί του συμμετοχικού δανείου προς τον CDR, αλλά και το κόστος χρηματοδότησης της SPBI. Δεύτερον, στην παρούσα περίπτωση, η μέθοδος υπολογισμού πρέπει να βασιστεί στο γεγονός ότι η αξία της CL χωρίς το πρόγραμμα διάσωσης θα ήταν μηδενική, δεδομένου ότι οι ζημίες της θα εξαντλούσαν τα ίδια κεφάλαιά της. Επομένως, στο ακαθάριστο ποσό της παρέμβασης πρέπει να περιληφθεί τόσο το μηδενικό κουπόνι όσο και το προϊόν της ειδικής ρήτρας «επανόδου σε υγιή κατάσταση» (η εισφορά) και το μέρος εκείνο των κερδών που το κράτος θα λάβει ως άμεσος και έμμεσος μέτοχος της CL (Thomson και CDC), είτε ως μερίσματα είτε ως εγγραφή κερδών στα αποθεματικά. Τέλος, επισημαίνεται ότι οι πραγματικές καθαρές χρηματοδοτικές εισφορές της CL στο μηχανισμό CDR/SPBI στο πλαίσιο της ειδικής ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση πρέπει να μειωθούν κατά το ύψος των φόρων από τους οποίους το κράτος πρέπει να παραιτηθεί, προκειμένου να συμμετάσχει η CL στο κόστος του εγχειρήματος. Η ρήτρα επειδή αποτελεί στην ουσία εισφορά επί των αποτελεσμάτων πριν από τους γαλλικούς φόρους, το κράτος χάνει ταυτόχρονα και τους φόρους τους οποίους κανονικά θα εδικαιούτο ως φορολογούσα αρχή. Συνεπώς, η ενίσχυση προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία: i) την αύξηση του κεφαλαίου, ii) την παραίτηση από απαιτήσεις υπέρ του CDR επί του συμμετοχικού δανείου ύψους 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που χορήγησε η SPBI και ανέλαβε το κράτος, αφού λήφθηκαν υπόψη το προϊόν και το κόστος διατήρησης και αναδιάρθρωσης των περιουσιακών στοιχείων, iii) το καθαρό κόστος διατήρησης των υπόλοιπων διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή το υπόλοιπο της διαφοράς μεταξύ του κόστους που θα έχει για την SPBI το δάνειο που χορήγησε η CL και των εσόδων της SPBI από το συμμετοχικό δάνειο που χορηγήθηκε στον CDR. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη και τα ακόλουθα: iv) η παρούσα αξία των μελλοντικών εσόδων του μηδενικού κουπονιού, v) η παρουσία αξία των μελλοντικών εσόδων της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση, καθώς και το μέρος των αναμενομένων αποτελεσμάτων για το κράτος ως έμμεσου και άμεσου μετόχου (Thomson και CDC), μειωμένη κατά το ύψος της απώλειας φόρων για το κράτος εξαιτίας της ρήτρας αυτής. Η αύξηση του κεφαλαίου κατά 4,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο 1994 και η παρούσα αξία της ισούται με 5,2 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Όσον αφορά το σημείο ii), πρέπει καταρχάς να ληφθεί υπόψη ότι η μέγιστη ζημία για την SPBI στο CDR δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος του συμμετοχικού δανείου, εκτός εάν χορηγηθούν και άλλα κεφάλαια από μέρους της SPBI προς αυτό (15). Προκειμένου να υπολογιστεί η εν λόγω ζημία, πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία όπως οι τρέχουσες λανθάνουσες ζημίες των εν λόγω περουσιακών στοιχείων, το κόστος διατήρησης ή εκκαθάρισής τους, τα έσοδα από την πώλησή τους, το ενδεχόμενο κατάπτωσης των εγγυήσεων και η εξέλιξη της αγοράς. Ο υπολογισμός αυτός είναι ιδιαίτερα δύσκολος εξαιτίας της φύσεως των περιουσιακών στοιχείων και της αστάθειας των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά. Για λόγους απλούστευσης, τα διαχωρισθέντα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να καταταγούν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν εκείνα που έχουν μηδενική ή πολύ μικρή απόδοση στα οποία είναι αφιερωμένες όλες οι προβλέψεις ενώ στην άλλη κατηγορία ανήκουν περισσότερο αποδοτικά περιουσιακά στοιχεία. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, οι γαλλικές αρχές είχαν αρχικά δηλώσει ότι η προβλεπόμενη ζημία ισούτο με τις εκτιμήσεις των αναγκών για προβλέψεις που έγιναν με τη βοήθεια των ελεγκτών και ότι ανήρχοντο σε 50 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα αποτελέσματα των διαφόρων αναλύσεων των γαλλικών αρχών με τη συνεργασία των ελεγκτών, της επιτροπής τραπεζικών υποθέσεων και των τραπεζών-συμβούλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθούν οι προβλέψεις της CL για το πρώτο εξάμηνο του 1994 και το κόστος διατήρησης περιουσιακών στοιχείων για τη χρήση 1994 που μεταβιβάστηκαν στο CDR, και ανέρχονται περίπου σε 9,8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί και το κόστος χρηματοδότησης από την CL των αποδοτικότερων περιουσιακών στοιχείων iii), των οποίων το κόστος διατήρησης φέρει η SPBI. Το επιτόκιο του δανείου που χορηγεί η CL ανέρχεται σε 7 % για το 1995 και σε 85 % του επιτοκίου της αγοράς νομισμάτων (ΤΜΜ) από εκεί και πέρα. Στην περίπτωση που όλα τα περιουσιακά στοιχεία διατεθούν ενός μιας πενταετίας σε σταθερό επιτόκιο (16) και εφόσον το επιτόκιο της χρηματαγοράς παραμείνει σταθερό σε 4,7 % (επιτόκιο που εφάρμοσε η CL όταν κατάστρωσε το επιχειρηματικό πρόγραμμα), το κόστος υπολογίζεται σε 11 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα (παρούσα αξία). >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το προϊόν που θα αποφέρουν τα πλέον αποδοτικά από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές το προϊόν αυτό θα ανέλθει σε 5,2 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου ονομαστικής αξίας, δηλαδή 4,1 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε παρούσα αξία. Συνεπώς, το καθαρό κόστος της διατήρησης των υπόλοιπων διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων μπορεί να υπολογισθεί σε 7 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου. Το συνολικό αυτό κόστος του κράτους (περίπου 72 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) πρέπει να αφαιρεθεί από τα έσοδα του κράτους από το μηδενικό κουπόνι [iv)], καθώς και από τη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση και από τα αποτελέσματα του κράτους ως μετόχου από άποψη καταβολής μερισμάτων ή εγγραφής στα αποθεματικά [v)]. Όσον αφορά το μηδενικό κουπόνι ύψους 10 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων [iv)], πρέπει να αποφέρει κέρδος 35 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων σε μια εικοσαετία, συνεπαγόμενο επιτόκιο 7,8 %. Κατ' αυτό τον τρόπο η παρούσα αξία του κέρδους αυτού με το επιτόκιο αυτό, ισοδυναμεί με 8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα (αξία την 1η Ιανουαρίου 1995). Προκειμένου να καταστεί γνωστό σε ποιο βαθμό η CL συμμετέχει στη χρηματοδότηση του συστήματος αυτού, πρέπει φυσικά να ληφθεί υπόψη το σύνολο των εσόδων του κράτους βάσει του προγράμματος εξυγίανσης, δηλαδή όλα μαζί τα οφέλη που θα αποκομίσει τόσο υπό μορφή εισφοράς υπέρ του φορέα διαχωρισμού δυνάμει της ρήτρας όσο και εκείνα που του απομένουν κανονικά μετά τη φορολογία ως μετόχου, τα οποία λαμβάνει είτε ως μερίσματα είτε ως αποθεματικά [v)]. Επισημαίνεται ότι αφαιρώντας από το κόστος του εγχειρήματος τα κανονικά μελλοντικά μερίσματα στην παρούσα αξία τους, τα οποία το κράτος θα λάβει είτε άμεσα είτε έμμεσα (Thomson και CDC), είτε καταβληθούν είτε εγγραφούν σε αποθεματικά, λαμβάνεται υπόψη η αξία μιας ενδεχόμενης ιδιωτικοποίησης ή σε περίπτωση που αυτό δεν συμβεί, η παρούσα αξία της CL μετά την αναδιάρθρωση, σύμφωνα με τη μέθοδο της καθαρής παρούσας αξίας των μελλοντικών ταμειακών ροών. Όσον αφορά τη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το κράτος-μέτοχος χάνει ταυτόχρονα τα μερίσματα τα οποία κανονικά θα εδικαιούτο τόσο ως άμεσος και έμμεσος μέτοχος της CL (με 71 % του κεφαλαίου) (17) όσο και ως φορολογούσα αρχή. Η καθαρή συμμετοχή της CL στο κόστος του μηχανισμού διαχωρισμού στο πλαίσιο αυτό είναι μάλλον περιορισμένη. Χωρίς την ειδική ρήτρα, το κράτος θα δικαιούτο περίπου το 15 % των αποτελεσμάτων υπό μορφή φορολογίας και 71 % του υπόλοιπου ποσού ως μέτοχος (όπερ αντιστοιχεί σε 81 % των αποτελεσμάτων), ενώ με τη ρήτρα, το κράτος λαμβάνει αμέσως περίπου το 47 % των αποτελεσμάτων βάσει της ειδικής ρήτρας (18) και συνολικά το 90 % των αποτελεσμάτων. Παράλληλα όμως χάνει ένα μέρος των γαλλικών φόρων (δηλαδή περίπου το ένα έκτο του ποσού της ρήτρας) που άλλως θα εισέπραττε. Το πλεόνασμα της ρήτρας για το κράτος ανέρχεται σε 9 % επί των αποτελεσμάτων, δηλαδή 3 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα εντός μιας 20ετίας (παρούσα αξία). Είναι λοιπόν σαφές ότι αυτό που το κράτος κερδίζει από τη ρήτρα, το χάνει από τη φορολογία και τα κανονικά μερίσματα εκτός από το μέρος της εισφοράς δυνάμει της ρήτρας που το κράτος επιβάλλει [. . . ]. Η ρήτρα αποτελεί σε κάθε περίπτωση υποχρέωση, που «χαλιναγωγεί» την CL, ιδίως επειδή η εισφορά βάσει αυτής γίνεται πριν από τις προβλέψεις για το ταμείο γενικών τραπεζικών κινδύνων. Βάσει του επιχειρηματικού προγράμματος, η παρούσα αξία των εισφορών δυνάμει της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση, καθώς και η παρούσα αξία των αποτελεσμάτων για το κράτος,-μέτοχο εκτιμώνται σε 18 και 12 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, αντίστοιχα. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα βασίζεται σε μάλλον αισιόδοξες υποθέσεις (βλέπε σημείο 6.2). Το επιτόκιο της χρηματογοράς είναι σήμερα πολύ ανώτερο εκείνου που χρησιμοποιείται για τις εκτιμήσεις του επιχειρηματικού προγράμματος για το 1995. Έτσι, η ανάλυση των προηγούμενων περιπτώσεων εξυγίανσης των τραπεζών και των μελετών επί του «νεκρού σημείου» των τραπεζών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εξυγίανση μιας τράπεζας είναι συχνά δυσκολότερη στο πλαίσιο ενός χαμηλού συντελεστή πληθωρισμού και υψηλού πραγματικού επιτοκίου από ότι στην αντίθετη περίπτωση. Εξάλλου, φαίνεται δύσκολο να επιτύχει η CL τόσο γρήγορα τη μείωση των γενικών της δαπανών (18 % σε μια τετραετία), παρ' ότι η μείωση αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να φθάσει τους ανταγωνιστές της. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η διαμόρφωση του επιχειρηματικού προγράμματος για την περίοδο από το 2000 έως το 2014 βασίζεται στην υπόθεση της αυτόματης αύξησης του καθαρού αποτελέσματος μετά τη φορολογία κατά 4 % το χρόνο, πράγμα που δεν είναι ούτε ρεαλιστικό [. . . ] για την προκειμένη περίπτωση. Για όλους αυτούς τους λόγους, φαίνεται καλύτερο να υποτεθεί ότι τα πραγματικά αποτελέσματα θα σταθεροποιηθούν μετά την εξυγίανση. Ο συντελεστής της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων για το 1999 (12,4 %) επιβεβαιώνει την ανάκτηση της βιωσιμότητας της CL, ενώ η αυτόματη αύξησή του τα επόμενα χρόνια φαίνεται πολύ αισιόδοξη. Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα από την ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση, καθώς και τα αποτελέσματα του κράτους ως μετόχου, από άποψη μερισμάτων και εγγραφής στα αποθεματικά, πρέπει να προσαρμοστεί προς τα κάτω. Η ανάλυση της ευαισθησίας, βάσει της υποθέσεως ότι ο ονομαστικός συντελεστής ανάπτυξης του καθαρού αποτελέσματος μετά τη φορολογία θα είναι 2 %, δίνει αντίστοιχα 15 και 10 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα για τα δύο στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική διότι το κράτος χάνει ένα μέρος των κανονικών φόρων που θα εισέπραττε εξαιτίας της ρήτρας. Στον υπολογισμό του κόστους της κρατικής παρέμβασης πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό επειδή απορρέει από τη δυνατότητα να επωφεληθεί το κράτος από την επιστροφή της CL σε υγιή κατάσταση. Ακόμη και σε περίπτωση που η φορολογική αυτή διευκόλυνση ίσχυε για τους δημόσιους και τους ιδιωτικούς επενδυτές, δεν ισχύει για τις προβληματικές επιχειρήσεις και για το λόγο αυτόν αποτελεί καταρχήν κρατική ενίσχυση. Όπως προαναφέρθηκε, η παρακράτηση δυνάμει της ειδικής ρήτρας πραγματοποιείται πριν από την επιβολή των γαλλικών φόρων. Δεδομένου ότι η CL ωφελείται από μια μεταφορά των φορολογικών της ελλειμμάτων για τα πέντε πρώτα έτη και ότι περίπου το ήμισυ των εσόδων της προέρχονται από το εξωτερικό, η απώλεια φόρων υπολογίζεται σε 17,5 % της παρούσας αξίας του ποσού που ισοδυναμεί στην ειδική ρήτρα για την περίοδο 2000 έως το 2014, δηλαδή περίπου 2 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Το ποσό αυτό μπορεί να αφαιρεθεί από την τρέχουσα αξία της ρήτρας. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση που πρέπει να τεθεί υπόψη όσον αφορά τη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση ανέρχεται σε 13 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Ανακεφαλαιώνοντας, ο υπολογισμός των διαφόρων στοιχείων της επιχείρησης διάσωσης της CL έχει ως εξής: i) αύξηση του κεφαλαίου, με παρούσα αξία 5,2 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, ii) παραίτηση του CDR από απαιτήσεις επί του συμμετοχικού δανείου της SPBI μεγίστου ύψους 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων και εκτιμώμενου σε 60 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, αφού λήφθηκαν υπόψη τα έσοδα και το κόστος διατήρησης και αναδιάρθρωσης των περιουσιακών στοιχείων που έχουν μηδενική ή χαμηλή απόδοση, iii) το καθαρό κόστος διατήρησης των υπόλοιπων διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων ανέρχεται σε 7 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, δηλαδή ισοδυναμεί με τη διαφορά μεταξύ του κόστους που έχει για την SPBI το δάνειο που χορηγήθηκε στην CL (11 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) και των εσόδων της SPBI από το συμμετοχικό δάνειο που χορηγήθηκε στο CDR (4 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα). Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη δύο στοιχεία κόστους του συστήματος: iv) η παρούσα αξία των μελλοντικών εσόδων του μηδενικού κουπονιού, δηλαδή περίπου 8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, v) όλες οι παρούσες αξίες των μελλοντικών εσόδων του κράτους χάρη στη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση και με την ιδιότητά του ως μετόχου, όπως διαθρώθηκαν μετά την ανάλυση ευαισθησίας, αποτιμώνται σε 23 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου. Το υπόλοιπο, δηλαδή 41 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, αποτελεί την παρούσα αξία της εκτίμησης του καθαρού κόστους που θα μπορούσε να έχει το κράτος το σύστημα, βάσει της οποίας η Επιτροπή προέβη στην ανάλυση της ενίσχυσης. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι για ορισμένα στοιχεία του προγράμματος υπάρχουν μεγάλες αβεβαιότητες, ιδίως όσον αφορά τις απώλειες του CDR και τα μελλοντικά έσοδα της SPBI, πρέπει να υπολογισθεί περιθώριο διακύμανσης του παραπάνω κόστους, χωρίς αύξηση του κεφαλαίου (δηλαδή 36 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα), ± 10 %. Συνεπώς, το καθαρό κόστος της κρατικής παρέμβασης εκτιμάται σε 45 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα κατ' ανώτατο όριο. 6.4. Άλλα στοιχεία αξιολόγησης Όσον αφορά την ιδιωτικοποίηση της CL, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι η ιδιωτικοποίηση προβλέπεται μόνον μετά την εξυγίανση της τράπεζας. Σύμφωνα λοιπόν με το επιχειρηματικό πρόγραμμα που υπέβαλαν οι γαλλικές αρχές, η CL θα ανακτήσει τη βιωσιμότητά της το 1999. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχειρηματικό πρόγραμμα είναι αρκετά ρεαλιστικό και εφικτό, τουλάχιστον μέχρι το 2000. Συνεπώς, θεωρεί ότι από το 1999 και μετά υπάρχει δυνατότητα ιδιωτικοποίησης της CL. Η Επιτροπή θεωρεί ότι βάσει των πληροφοριών που διαβίβασαν οι γαλλικές αρχές, το θέμα του ρόλου που διαδραματίζει η Thomson SIEG και η CDC στο εγχείρημα υπέρ της CL δεν έχει σχέση με το πρόβλημα που εξετάζει η Επιτροπή. 6.5. Στρέβλωση των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών Η ελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών έχουν ως αποτέλεσμα να καθίστανται οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές όλο και πιο ευαίσθητες στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Η χορήγηση ενίσχυσης προς μια διεθνή τράπεζα όπως η CL, η οποία προσφέρει δάνεια και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα σε επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους στις διεθνείς αγορές και προσφέρει χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες σε ανταγωνισμό με άλλα ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα, διευρύνοντας παράλληλα τη δραστηριότητά της στο εξωτερικό μέσω ενός δικτύου υποκαταστημάτων εκτός Γαλλίας, θα έχει οπωσδήποτε στρεβλωτική επίδραση στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω ενισχύσεις επιτρέπουν την επιβίωση και την αναδιάρθρωση ορισμένων θυγατρικών που διαθέτει στο εξωτερικό η CL, κυρίως στις Κάτω Χώρες, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στη Γερμανία οι οποίες ανταγωνίζονται άλλα κοινοτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Επισημαίνεται ότι μέχρις στιγμής το ήμισυ των περιουσιακών στοιχείων της CL βρίσκεται εκτός Γαλλίας, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος εντός της Κοινότητας, ότι η ενίσχυση προς την CL αποσκοπεί σε μεγάλο βαθμό να καλύψει σημαντικές ζημίες εκτός Γαλλίας μεν αλλά εντός Κοινότητας, και ότι η εν λόγω ενίσχυση θα επιτρέψει στην CL να διατηρήσει την παρουσία της σε διαφορετικές αγορές εντός της Κοινότητας. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αύξηση κεφαλαίου και η ανάληψη υποχρεώσεων από το κράτος υπάγονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης, καθώς ενδέχεται να αποτελούν κρατικές ενισχύσεις και να νοθεύουν τον ανταγωνισμό σε κοινοτικό επίπεδο. 7. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟΥ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ 7.1. Γενικά Αφού εκτιμήθηκε ότι τα μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης της CL περιέχουν κρατικές ενισχύσεις, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο οι ενισχύσεις αυτές είναι συμβιβάσιμες υπό την έννοια του άρθρου 92 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης. Καταρχήν πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν πρόκειται για ενίσχυση κοινωνικού χαρακτήρα που χορηγείται σε μεμονωμένους καταναλωτές, ούτε για ενίσχυση που χορηγείται για την διευκόλυνση της ανάπτυξης ορισμένων γαλλικών περιοχών. Το ήμισυ των περιουσιακών στοιχείων της CL και μάλλον μια αντίστοιχη αναλογία των δραστηριοτήτων της βρίσκονται εκτός Γαλλίας. Όσον αφορά τη δραστηριότητά της στη Γαλλία είναι κατανεμημένη σε όλη τη γαλλική επικράτεια συγκεντρώνεται όμως στις μεσαίες και μεγάλες αστικές περιοχές. Επίσης δεν πρόκειται για ενίσχυση που αποσκοπεί να συνδράμει σε μια μεγάλη οικονομική κρίση, δεδομένου ότι η ενίσχυση συνδράμει στις δυσκολίες ενός και μόνο ενδιαφερομένου της CL και όχι όλων των φορέων που λειτουργούν στον τομέα αυτό. Εκτός αυτού, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα προβλήματα της CL δεν οφείλονται σε κρίση του τραπεζικού συστήματος της Γαλλίας, παρ' ότι η CL δεν αποτελεί τη μόνη προβληματική γαλλική τράπεζα και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλες γαλλικές τράπεζες, κυρίως, ανήκουσες στο Δημόσιο, οι οποίες αντιμετωπίζουν επίσης δυσκολίες. Οι αιτίες στις οποίες οφείλονται οι ζημίες της CL σχετίζονται αποκλειστικά με αυτήν και φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό συνδέονται με την επιθετική πιστωτική και επενδυτική πολιτική που ακολούθησε η τράπεζα κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 80, χωρίς αρκετά αυστηρό έλεγχο των κινδύνων και χωρίς να αξιολογεί σωστά την αξία των περιουσιακών στοιχείων που αποκτούσε. Σε κάθε περίπτωση, η χορηγηθείσα ενίσχυση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος παρ' ότι η Επιτροπή έχει συναίσθηση της ιδιαίτερης ευαισθησίας των χρηματοπιστωτικών αγορών και των ενδεχόμενων αρνητικών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η πτώχευση μιας τράπεζας όπως η CL. Συνεπώς, μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον η παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ). Όπως προαναφέρθηκε παραπάνω, το συμβιβάσιμο των εν λόγω μέτρων πρέπει να αξιολογηθεί με βάση ειδικούς κανόνες σχετικά με τις ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις επιπτώσεις της κρατικής παρέμβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα του οικείου κράτους μέλους. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση του τραπεζικού τομέα, η Επιτροπή εκτιμά ότι η χορήγηση κρατικής ενίσχυσης για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση της επιχείρησης μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη για όσο χρονικό διάστημα πληρούνται οι τέσσερεις προϋποθέσεις που περιγράφονται παραπάνω (σημείο 3.2). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει κατά πόσο το στρεβλωτικό αποτέλεσμα της κρατικής ενίσχυσης επί του ανταγωνισμού αντισταθμίζεται με συγκεκριμένα στοιχεία του προγράμματος αναδιάρθρωσης. Το αντιστάθμισμα αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να θεωρηθεί ότι η ενίσχυση δεν αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον. Εξαιτίας του κολοσσιαίου ύψους της ενίσχυσης, η οποία προορίζεται επίσης να καλύψει τις ζημίες από περιουσιακά στοιχεία που η CL απέκτησε κατά την επιθετική της εξάπλωση στη δεκαετία του 80, το αντιστάθμισμα που πρέπει να προσφέρει η CL πρέπει να είναι ταυτόχρονα σεβαστού ύψους, να εγγράφεται στο πλαίσιο μιας συρρίκνωσης της παρουσίας της στην αγορά και να οδηγεί στην ανάκτηση και τη διατήρηση της βιωσιμότητάς της. Το αντιστάθμισμα αυτό πρέπει να περιλαμβάνει σημαντικά και πραγματικά στοιχεία εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν επιτρέπεται να πτωχεύσει η CL, λόγω των ανεπιθύμητων και δυσανάλογων επιπτώσεων που αυτό θα είχε για τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η λύση αυτή θα ήταν, ενδεχομένως, δυνατή για μια ιδιωτική επιχείρηση από άλλον τομέα, που θα παρουσίαζε εξίσου κολοσσιαίες ζημίες. Επομένως, η στρέβλωση του ανταγωνισμού από την ενίσχυση είναι ιδιαίτερα σημαντική και πρέπει να οδηγήσει σε εξίσου σημαντικά αντισταθμίσματα. Επισημαίνεται ότι το έλλειμμα δεν καλύπτεται ούτε σε μια 20ετία, από τα προβλεπόμενα κέρδη. 7.2. Θέματα που απορρέουν από την αξιολόγηση της Επιτροπής και οι όροι που πρέπει να τεθούν προκειμένου να γίνει δεκτή η ενίσχυση 7.2.1. Διαχωρισμός μεταξύ CL και CDR Με βάση τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις που επέφεραν οι γαλλικές αρχές στο μηχανισμό ελέγχου του CDR, Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων θα εκλείψει εάν οι επιτροπές, καθώς και οι διευθυντές των μονάδων δεν εξαρτώνται από την CL. Οι μονάδες θα πρέπει να εξαρτώνται χρηματοδοτικά από το CDR. Πρέπει επίσης να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των διευθυντικών επιτροπών των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων έναντι της Crιdit Lyonnais. Όσον αφορά τη ρήτρα συμμετοχής που αποτελεί κίνητρο για την CL να διαχειριστεί σωστά το φορέα διαχωρισμού, η Επιτροπή εκτιμά ότι αφ' ης στιγμής επιτευχθεί πλήρης διαχωρισμός μεταξύ CL και CDR, η εν λόγω ρήτρα παύει να είναι αναγκαία και θα πρέπει να καταργηθεί όπως ήδη παραδέχονται ανεπίσημα οι γαλλικές αρχές. 7.2.2. Εξαγορά των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων Όσον αφορά τη δυνατότητα εξαγοράς από την CL ορισμένων από τα διαχωρισθέντα περιουσιακά στοιχεία, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι τροποποιήσεις των κανόνων διαχείρισης του CDR δεν θα λύσουν το πρόβλημα αυτό. Η Επιτροπή, όντως, εκτιμά ότι αν επιτραπεί στην CL να εξαγοράσει στην τιμή της αγοράς το σύνολο ή μέρος των συμμετοχών της που μεταβιβάστηκαν στο CDR στη λογιστική τους αξία απλά και μόνον επειδή δεν μπορούσε πλέον να τις χρηματοδοτεί, με το επιχείρημα ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει παρά ταύτα να διατηρήσει τις προνομιακές εμπορικές της σχέσεις με τις εν λόγω επιχειρήσεις, αυτό θα σήμαινε ότι η CL θα ωφελείτο διπλά από την ενίσχυση, πράγμα απαράδεκτο έναντι του ανταγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εκτιμά ότι εάν η CL θεωρήσει χρήσιμο να αγοράσει εκ νέου ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, η δυνατότητα αυτή δεν πρέπει να της δώσει κάποιο αδικαιολόγητο πλεονέκτημα. Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η CL μπορεί να αγοράσει εκ νέου διαχωρισθέντα περιουσιακά στοιχεία, στον περιορισμένο βαθμό που αναφέρεται στη σύμβαση επιδιώξεων, αποκλειστικά και μόνον στην τιμή που το σχετικό περιουσιακό στοιχείο μεταβιβάστηκε στο CDR ή στην τιμή αγοράς εφόσον είναι ανώτερη της τιμής μεταβίβασής του στο CDR. 7.2.3. Μεταφορά των φορολογικών ελλειμμάτων Όσον αφορά τη μεταφορά των φορολογικών ελλειμμάτων, η Επιτροπή εφαρμόζει τις αρχές της πλαισίωσης των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ζημία που αντισταθμίζεται με κάποια ενίσχυση δεν μπορεί να τύχει μεταφοράς σε άλλη χρήση από άποψη φορολογικής μεταχείρισης. Επομένως, οι ζημίες του 1994 που αντιστοιχούν στην αύξηση του κεφαλαίου κατά 4,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα δεν μπορούν να τύχουν μεταφοράς σε άλλη χρήση από φορολογική άποψη. Όσον αφορά τα υπολειμματικά φορολογικά ελλείμματα, η Επιτροπή ζητά από τις γαλλικές αρχές να άρουν τη δυνατότητα μεταφοράς των φορολογικών ελλειμμάτων για την CL την εποχή της ιδιωτικοποίησης, σε περίπτωση που μεταβιβαστεί η ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση. 7.2.4. Μείωση των περιουσιακών στοιχείων κατά 100 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα και διάθεσή τους στο τραπεζικό δίκτυο Προκειμένου να μειωθεί το ύψος της ενίσχυσης στο απολύτως απαραίτητο και να υπάρξει αρκετό αντιστάθμισμα χωρίς να επηρεαστούν οι μελλοντικές προοπτικές βιωσιμότητας της CL, χρειάζεται μια σημαντική εισφορά υπό μορφή μείωσης του μεγέθους της CL. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη του απορρήτου ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή οφείλει να μεριμνήσει ώστε η μείωση του μεγέθους της CL όντως να λάβει χώρα. Το επιχειρηματικό πρόγραμμα προβλέπει την εκ νέου συγκέντρωση των δραστηριοτήτων της CL σε δύο βασικούς τομείς, της εμπορικής τράπεζας στη Γαλλία και της τράπεζας των μεγάλων επιχειρήσεων και επενδύτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η CL δήλωσε ότι θα απαλλαγεί από τις δραστηριότητες λιανικής τράπεζας εκτός Ευρώπης, από τις παρατραπεζικές δραστηριότητες εκτός Ευρώπης, καθώς και από ορισμένες ευρωπαϊκές θυγατρικές τράπεζες λιανικών υπηρεσιών χαμηλής απόδοσης [βλέπε σημείο 41)]. Η Επιτροπή σημειώνει τις ακόλουθες πράξεις εκποίησης ή εκκαθάρισης που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή πρόκειται να γίνουν μέχρι το 1998 και αφορούν: α) ορισμένες γαλλικές θυγατρικές ειδικευόμενες [. . .] (1995) 7 β) την CLBN (Κάτω Χώρες), την CLBS (Σουηδία), την Banca Lombarda (Ιταλία) και το σύνολο των υποκαταστημάτων λιανικής τραπεζικής στη Μεγάλη Βρετανία (1995) 7 γ) άλλες ευρωπαϊκές θυγατρικές 7 δ) όλες τις θυγατρικές της στη Λατινική Αμερική 7 ε) άλλες θυγατρικές του διεθνούς δικτύου της εκτός Ευρώπης. Οι πράξεις εκποίησης που προβλέπονται για το 1995 αφορούν πάνω από 120 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περιουσιακών στοιχείων του ενοποιημένου ισολογισμού της CL. Οι γαλλικές αρχές διατείνονται, επίσης, ότι η CL προγραμματίζει μετοχοποίηση ύψους 14 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εκτιμά ότι η μετοχοποίηση δεν αποτελεί το κατάλληλο αντιστάθμισμα για την ενίσχυση, καθώς σημαίνει ότι η CL απλώς εκχωρεί τον κίνδυνο που ενέχουν τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ παράλληλα διατηρεί τους εμπορικούς της δεσμούς με τους πελάτες της. Οι προαναφερθείσες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων δεν μειώνουν τον ισολογισμό σε βαθμό που να τις θεωρήσει η Επιτροπή ως επαρκές αντιστάθμισμα εκτός από το γεγονός ότι αποτελούν ένδειξη κάποιας αναδιάρθρωσης. Οι πωλήσεις αυτές που προβλέπονται επίσης στο επιχειρηματικό πρόγραμμα, αφορούν, κυρίως, τις λιγότερο αποδοτικές δραστηριότητες από τις οποίες η CL θα έπρεπε να απαλλαγεί ούτως ή άλλως, ακόμη και εάν δεν είχε λάβει ενίσχυση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι εξαιτίας του κολοσσιαίου ύψους της ενίσχυσης και των στρεβλωτικών επιπτώσεών της στον ανταγωνισμό, η CL οφείλει να συμμετάσχει σε μεγάλο βαθμό στο κόστος της αναδιάρθρωσης και να αποζημιώσει σχετικά τους ανταγωνιστές της. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι στο πλαίσιο της επιθετικής πολιτικής της η CL τα τελευταία χρόνια είχε αποκτήσει πολλές τραπεζικές θυγατρικές και υποκαταστήματα, πράγμα δυνατό μόνον με κρατική υποστήριξη. Επρόκειτο για πολιτική που καμία άλλη ευρωπαϊκή τράπεζα δεν μπόρεσε να εφαρμόσει λόγω ελλείψεως πόρων. Οι εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό πρόγραμμα είναι σαφές ότι δεν αρκούν ως αντιστάθμισμα για την εν λόγω ενίσχυση. Συνεπώς, η εκποίηση θυγατρικών με μικρή έως μηδενική απόδοση πρέπει να συνοδευθεί από την εκποίηση αποδοτικών θυγατρικών και υποκαταστημάτων, που θα επιτρέψουν στην CL να χρηματοδοτήσει κατά το δυνατόν την αναδιάρθρωσή της με ίδια μέσα. Καθώς ορισμένες θυγατρικές χρειάζονται κάποια αναδιάρθρωση πριν μπορέσουν να εκποιηθούν, οι εκποιήσεις θα μπορέσουν καταρχήν να πραγματοποιηθούν εντός μιας τριετίας από την ημερομηνία της παρούσας απόφασης. Οι γαλλικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι η CL θα υποχρεωθεί να μειώσει το εμπορικό της δυναμικό κατά τουλάχιστον 35 % στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένου και του ευρωπαϊκού τραπεζικού δικτύου μέχρι τα τέλη του 1998, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε το γαλλικό κράτος [. . .]. Εάν ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί εμπρόθεσμα χωρίς να επέλθουν σοβαρές ζημίες και χωρίς να αναγκάσει το βασικό μέτοχο να προσφέρει εκ νέου οικονομική ενίσχυση, κυρίως για να διατηρηθεί ο ευρωπαϊκός συντελεστής φερεγγυότητας, η Επιτροπή θα επανεξετάσει τη δυνατότητα να παραταθεί, κατά περίπτωση, η εν λόγω προθεσμία. Το προϊόν της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων δεν θα μπορέσει να χρησιμοποιηθεί από την CL για την αγορά άλλων τραπεζικών δικτύων ή δραστηριοτήτων αλλά για τη χρησιμοποίηση της αναδιάρθρωσης άλλων δραστηριοτήτων παραδείγματος χάρη, [. . .]. Στην ουσία, η CL θα μπορέσει να αποκομίσει ιδιαίτερα οφέλη από το προϊόν της πώλησης θυγατρικών διαθέτοντάς το για την αναδιάρθρωση άλλων ζημιογόνων θυγατρικών, διότι με την εξάλειψη σημαντικών ζημιών η απόδοση των αναδιαρθρώσεων του τύπου αυτού είναι ιδιαίτερα υψηλή. 7.2.5. Ιδιωτικοποίηση και εκχώρηση της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής και των γαλλικών αρχών, οι τελευταίες επανέλαβαν την πρόθεσή τους να προβούν σε ιδιωτικοποίηση της CL, και διευκρίνισαν ότι η σχετική διαδικασία θα λάβει χώρα αφού αποκατασταθεί η οικονομική και χρηματοπιστωτική υγεία της και η τράπεζα ανακτήσει τη βιωσιμότητά της εντός μιας πενταετίας. Η Επιτροπή εκτιμά την πρόθεση των γαλλικών αρχών να προβούν στην ιδιωτικοποίηση της CL διότι η ενέργεια αυτή υποστηρίζει γενικά την επιτυχία του προγράμματος εξυγίανσής της και μειώνει τις στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Η ιδιωτικοποίηση, εξάλλου, θα έχει ως αποτέλεσμα να περιορισθεί η διάρκεια εφαρμογής του μηχανισμού (μια 20ετία) και, ως εκτούτου, η αβεβαιότητα ως προς τους κινδύνους και το καθαρό κόστος του μηχανισμού. Συνεπώς, η ιδιωτικοποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί το ύψος της ενίσχυσης πράγμα που θα εξασφαλιστεί εφόσον τα έσοδα από την ιδιωτικοποίηση διοχετευθούν στην SPBI. Ταυτόχρονα, η ιδιωτικοποίηση θα επιτρέψει να μειωθεί το στρεβλωτικό αποτέλεσμα της ενίσχυσης που αλλιώς θα διαρκέσει μια 20ετία. Δεδομένου ότι η τροποποίηση των όρων προγράμματος, ιδίως κατά την ιδιωτικοποίηση της CL, θα μπορούσε να οδηγήσει στην τροποποίηση του τελικού κόστους για το κράτος, κάθε τροποποίηση του προγράμματος θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή πριν εφαρμοστεί, ώστε η τελευταία να μπορέσει να βεβαιωθεί για το συμβιβασμό των τροποποιήσεων με την κοινή αγορά. Ως εκτούτου, αναβολή της ιδιωτικοποίησης πέραν της πενταετίας θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Εκτός αυτού, η εκχώρηση της συμμετοχής ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση έναντι καταβολής κάποιου χρηματικού ποσού, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε τιμή της αγοράς και βάσει εκτίμησης ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα. Η Επιτροπή εκτιμά ότι ακόμη και σε περίπτωση που για το κράτος ως μέτοχο η πώληση της CL με ή χωρίς τις διάφορες ρήτρες δεν έχει καταρχήν διαφορετικό αποτέλεσμα από οικονομική άποψη (εκτός από τις επιπτώσεις για τους μικρότερους μετόχους), δεδομένου ότι η εκχώρηση της ρήτρας έναντι καταβολής κάποιου χρηματικού ποσού θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής πώλησής της κατά το ποσό της παρούσας αξίας της, οι συνέπειες για τους ανταγωνιστές της τράπεζας μπορούν να είναι διαφορετικές. Η πώληση μετοχών στο κοινό σε συνδυασμό με την ανακοίνωση της ακύρωσης της ρήτρας κανονικά θα πρέπει να έχει ως συνέπεια αντίστοιχη αύξηση των πωλούμενων από το κράτος μετοχών, πράγμα που εκφράζει απολύτως την αγοραία αξία της εν λόγω ρήτρας. 7.3. Έλεγχος και εποπτεία της εφαρμογής του προγράμματος εξυγίανσης της CL Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι πρέπει να ασκηθεί έλεγχος ως προς την καλή εκτέλεση του προγράμματος, ιδίως όσον αφορά τις περικοπές στον ισολογισμό, την επιστροφή στις βασικές τραπεζικές δραστηριότητες, το εξορθολογισμό των τελευταίων, καθώς και την εισφορά της CL στον φορέα διαχωρισμού υπό μορφή παρακράτησης ή μερισμάτων. Κατ' εφαρμογή της πλαισίωσης των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω ενισχύσεις πρέπει κατά κανόνα να χρειαστούν άπαξ και μόνον. Επομένως, οι γαλλικές αρχές θα πρέπει ανά εξάμηνο να υποβάλλουν στην Επιτροπή τα ακόλουθα έγγραφα: α) αναλυτική έκθεση επί της εφαρμογής του προγράμματος, καθώς και τις εκθέσεις που υποβάλλονται στο εθνικό κοινοβούλιο 7 β) τους ισολογισμούς και τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων μαζί με τις εκθέσεις των διαχειριστών των εταιρειών που συμμετέχουν στην επιχείρηση διαχωρισμού, δηλαδή OIG, CDR, SPBI και CL 7 γ) κατάλογο των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων που τέθηκαν υπό εκκαθάριση ή πωλήθηκαν, με ένδειξη της τιμής πώλησης, των ονομάτων των αγοραστών και των επωνυμιών των τραπεζών στις οποίες δόθηκε η εντολή πώλησης 7 δ) αναλυτικό κατάλογο των πιστώσεων από τις οποίες παραιτείται το CDR σε σχέση με το συμμετοχικό δάνειο που χορήγησε η SPBI 7 ε) αναλυτικό κατάλογο των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων που η CL πώλησε εκτός του διαχωρισμού, με εκτίμηση της μείωσης της εμπορικής της παρουσίας στο εξωτερικό βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων κριτηρίων 7 στ) αναλυτικούς λογαριασμούς επί των εισφορών της CL στο φορέα διαχωρισμού υπό μορφή παρακράτησης ή μερισμάτων. Κάθε πρόθεση να τροποποιηθεί το πρόγραμμα που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και εγκριθεί από αυτήν, ιδίως κατά την ιδιωτικοποίηση της CL, οφείλει να κοινοποιείται στην Επιτροπή πριν από την υλοποίηση της. 8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το συμπέρασμα είναι ότι τόσο η αύξηση του κεφαλαίου του 1994 όσο και η ανάληψη από το κράτος των κινδύνων και του κόστους των μεταβιβασθεισών υποχρεώσεων, όπως τροποποιήθηκε το 1995, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία του μηχανισμού διαχωρισμού περιέχουν σημαντικά στοιχεία κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης. Η εκτίμηση της παρούσας αξίας του καθαρού κόστους που μπορεί να έχει το εν λόγω σύστημα για το κράτος ανέρχεται σε 5,2 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε σχέση με την αύξηση του κεφαλαίου και 36 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε σχέση με την ανάληψη από το κράτος. Εξαιτίας της αβεβαιότητας που επικρατεί όσον αφορά ορισμένα στοιχεία του προγράμματος, πρέπει να ληφθεί υπόψη περιθώριο ± 10 % επί της αξίας της κρατικής παρέμβασης, εκτός της αύξησης του κεφαλαίου. Η μέγιστη εκτίμηση της παρούσας αξίας του καθαρού κόστους λοιπόν ισούται με 45 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Τα εν λόγω μέτρα εξετάστηκαν προσεκτικά βάσει του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Με βάση τις σκέψεις που περιγράφονται παραπάνω, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην CL, φαίνεται ότι τηρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην πλαισίωση των ενισχύσεων διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων. Συνεπώς, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων, εκ των οποίων ορισμένες αποτελούν απαραίτητο αντιστάθμισμα για τη σημαντική ενίσχυση που παρασχέθηκε προκειμένου να διαφυλαχθεί το κοινό συμφέρον, τα μέτρα αυτά εξαιρούνται της απαγόρευσης του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, ως συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Η ενίσχυση που περιέχεται στο πρόγραμμα εξυγίανσης της Grιdit Lyonnais υπό μορφή αύξησης του κεφαλαίου κατά 4,9 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, ανάληψης των κινδύνων και του κόστους που συνδέονται με τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στο φορέα διαχωρισμού (μέχρι το ανώτατο όριο των 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων) και φορολογικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση, εγχείρημα του οποίου το συνολικό καθαρό κόστος για το κράτος, λαμβανομένων υπόψη των εσόδων του κράτους, υπολογίζεται σε 45 δισεκατομμυρία γαλλικά φράγκα κατ' ανώτατο όριο, κηρύσσεται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά και με τη συμφωνία για τον ΕΟΧ, δυνάμει του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Άρθρο 2 Η έγκριση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 εξαρτάται από την τήρηση εκ μέρους της Γαλλίας των ακόλουθων όρων και υποχρεώσεων: α) θα εξασφαλιστεί η εφαρμογή όλων των μέτρων εξυγίανσης και όλων των μέτρων που προβλέπει το σύστημα που περιγράφεται στο άρθρο 1 7 β) δεν θα τροποποιηθούν οι όροι που περιλαμβάνει το πρόγραμμα εξυγίανσης χωρίς συναίνεση της Επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση, η ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση μπορεί να εκχωρηθεί το νωρίτερο κατά την ιδιωτικοποίηση της Crιdit Lyonnais, και μόνον στην τιμή της αγοράς 7 η τιμή αυτή πρέπει να επαληθευτεί από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες 7 γ) θα εξασφαλιστεί η μείωση του εμπορικού δυναμικού της Crιdit Lyonnais, εξαιτίας του ύψους του κόστους του συστήματος για το κράτος που συνολικά υπολογίζεται σε 45 δισεκατομμυρία γαλλικά φράγκα, με μείωση τουλάχιστον κατά 35 % της εμπορικής της παρουσίας στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένου του ευρωπαϊκού τραπεζικού δικτύου, μέχρι τα τέλη του 1998 σύμφωνα με τις διεσμεύσεις που ανέλαβε η Γαλλία [. . .]. Εάν ο στόχος αυτός δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί εντός της ορισθείσας προθεσμίας χωρίς να προκληθούν σημαντικές ζημίες και χωρίς να αναγκασθεί ο εν λόγω μέτοχος να προσφέρει εκ νέου οικονομική υποστήριξη, ιδίως προκειμένου να διατηρηθεί ο ευρωπαϊκός συντελεστής φερεγγυότητας, η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δέσμευση να εξετάσει το ενδεχόμενο παράτασης της εν λόγω προθεσμίας, ανάλογα με τις περιστάσεις. Αν το κόστος του συστήματος, που εκτιμάται σε 45 δισεκατομμυρία γαλλικά φράγκα, υπερβεί το όριο αυτό, θα πρέπει να επανεξεταστεί η σημασία της μείωσης της εμπορικής παρουσίας της Crιdit Lyonnais, όπως αναγνωρίζεται στην [. . .] 7 δ) θα καταργηθεί η δυνατότητα της Crιdit Lyonnais να ωφελείται από τη μεταφορά των φορολογικών της ελλειμμάτων για το ποσό της φορολογικής της ζημίας το 1994 η οποία καλύφθηκε με αύξηση του κεφαλαίου της κατά 4,9 δισεκατομμυρία γαλλικά φράγκα 7 ε) θα καταργηθεί η δυνατότητα της Crιdit Lyonnais να αγοράσει εκ νέου ορισμένα από τα διαχωρισθέντα βιομηχανικά και εμπορικά περιουσιακά στοιχεία της σε άλλη τιμή εκτός από εκείνη στην οποία είχαν μεταβιβαστεί στο CDR, και σε κάθε περίπτωση εντός του ανώτατου συνολικού ορίου των 5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων 7 στ) θα αποκλειστεί κάθε συμμετοχή της Crιdit Lyonnais στο προϊόν των πράξεων του CDR 7 ζ) θα επιτευχθεί ο διαχωρισμός μεταξύ CDR και Crιdit Lyonnais όσον αφορά τα διευθυντικά τους στελέχη, τη διαχείρισή τους, καθώς και το σύστημα ελέγχου και εποπτείας της διαχείρισης των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων 7 η) θα εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των επιτροπών διαχείρισης των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων έναντι της Crιdit Lyonnais 7 θ) θα εκλείψει κάθε δυνατότητα για την Crιdit Lyonnais να μεταφέρει τα υπολειπόμενα φορολογικά ελλείμματα των χρήσεων πριν από το 1995 σε περίπτωση που κατά την ιδιωτικοποίηση εκχωρηθεί η ρήτρα επανόδου σε υγιή κατάσταση 7 ι) θα υπάρξει μέριμνα ώστε να η Crιdit Lyonnais να διοχετεύσει το προϊόν της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων στην αναδιάρθρωση περιουσιακών στοιχείων και δραστηριοτήτων που δεν είναι αποδοτικά 7 ια) θα υπάρξει μέριμνα ώστε η Crιdit Lyonnais να καταβάλει στην SPBI τα ποσά της εισφοράς δυνάμει της ρήτρας επανόδου σε υγιή κατάσταση 7 ιβ) θα περιέλθει στην SPBI το προϊόν της ιδιωτικοποίησης της Crιdit Lyonnais, ιδίως από την πώληση των μετοχών που σήμερα κατέχει η SPBI και θα προταθεί στο εθνικό κοινοβούλιο να περιέλθει στην SPBI το προϊόν της ιδιωτικοποίησης του υπολοίπου των μετοχών. Άρθρο 3 Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τη διαβεβαίωση των γαλλικών αρχών ότι η Crιdit Lyonnais θα ιδιωτικοποιηθεί και ότι η αναμενόμενη εξυγίανση πρέπει να επιτρέψει την ιδιωτικοποίηση αυτή εντός μιας πενταετίας. Ως εκ τούτου, η αναβολή της ιδιωτικοποίησης πέραν της πενταετίας οφείλει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Άρθρο 4 Οι γαλλικές αρχές συνεργάζονται πλήρως στον έλεγχο της παρούσας απόφασης και υποβάλλουν στην Επιτροπή ανά εξάμηνο, αρχής γενομένης την 1η Μαρτίου 1995, τα ακόλουθα έγγραφα: α) αναλυτική έκθεση επί της εφαρμογής του προγράμματος, καθώς και τις εκθέσεις που υποβάλλονται στο Κοινοβούλιο 7 β) τους ισολογισμούς και τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων μαζί με τις εκθέσεις των διαχειριστών των εταιρειών που συμμετέχουν στην επιχείρηση διαχωρισμού, δηλαδή OIG, CDR, SPBI και CL 7 γ) κατάλογο των διαχωρισθέντων περιουσιακών στοιχείων που τέθηκαν υπό εκκαθάριση ή πωλήθηκαν, με ένδειξη της τιμής πώλησης, των ονομάτων των αγοραστών και των επωνυμιών των τραπεζών στις οποίες δόθηκε η εντολή πώλησης 7 δ) αναλυτικό κατάλογο των πιστώσεων από τις οποίες παραιτείται το CDR σε σχέση με το συμμετοχικό δάνειο που χορήγησε η SPBI 7 ε) αναλυτικό κατάλογο των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων που η CL πώλησε εκτός του φορέα διαχωρισμού, με εκτίμηση της μείωσης της εμπορικής της παρουσίας στην αλλοδαπή βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων κριτηρίων 7 στ) αναλυτικούς λογαριασμούς επί των εισφορών της CL στο φορέα διαχωρισμού υπό μορφή παρακράτησης ή μερισμάτων. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει την αξιολόγηση των εν λόγω εγγράφων και της εφαρμογής του προγράμματος με τη διεξαγωγή ειδικών «ελέγχων». Άρθρο 5 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία. Βρυξέλλες, 26 Ιουλίου 1995. Για την Επιτροπή Karel VAN MIERT Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ αριθ. C 121 της 17. 5. 1995, σ. 4. (2) ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 14. (3) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΚ της Επιτροπής επί των δημοσίων επιχειρήσεων στον κλάδο της μεταποίησης (ΕΕ αριθ. C 307 της 13. 11. 1993). (4) Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 9, 1984. (5) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30. (6) Καταρχήν, είναι επίσης δυνατό να χορηγήσουν οι εποπτικές αρχές προσωρινή απαλλαγή από την υποχρέωση τήρησης του επιπέδου του 8 % του συντελεστή, υπό την προϋπόθεση ότι ο συντελεστής θα επανέλθει στα αναγκαία επίπεδα σε σύντομο χρονικό διάστημα. (7) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ αριθ. C 307 της 13. 11. 1993, ιδίως η παράγραφος 37. (8) ΕΕ αριθ. C 368 της 23. 12. 1994, σ. 12. (9*) Σε όλο το κείμενο έχουν παραληφθεί τα στοιχεία μέσα σε αγκύλες για λόγους προστασίας του επαγγελματικού απόρρητου (άρθρο 20 του κανονισμού αριθ. 17. (10) Η BNP αναφέρει, τέλος, ότι από το 1992 έως το 1994 χορηγήθηκαν στις γαλλικές κρατικές τράπεζες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ζημίες περίπου 40 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, εισφορές δημοσίων κεφαλαίων ύψους 25 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων και εγγυήσεις για πράξεις διαχωρισμού αξίας άνω των 180 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. (11) Σήμερα ο πληθωρισμός στη Γαλλία είναι 1,6 %. (12) Η μακροπρόθεσμη κατάταξη της CL παραμένει πολύ χαμηλή :BBB+ για την αμερικανική εταιρεία Standard & Poor's και Α3 για την εταιρεία Moody's. (13) Το ποσό αναλύεται παρακάτω. (14) Βλέπε ΕΕ αριθ. C 307, ιδίως τις παραγράφους 35 και 37. (15) Στο δείγμα περιλαμβάνονται 20 τράπεζες, εκ των οποίων, δύο γαλλικές, τρεις ελβετικές, τρεις γερμανικές, δύο ολλανδικές, τέσσερις αγγλικές, πέντε αμερικανικές και μία ιαπωνική και, ως εκτούτου, ογδόντα παρατηρήσεις (πηγή IBCA). (16) Οι γαλλικές αρχές δήλωσαν ότι η έκδοση πρόσθετων ομολόγων, για μέγιστο ποσό 10 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, προβλέπονται μόνο για προληπτικούς λόγους και δεν προβλέπεται πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998. Την ημερομηνία εκείνη, οι μερικές επιστροφές που θα έχει κάνει η SPBI θα έχουν ως αποτέλεσμα το συνολικό ποσό σε κάθε περίπτωση να παραμείνει στα πλαίσια του αρχικού ποσού 135 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. (17) Στην πραγματικότητα προβλέπεται ότι το 80 % των περιουσιακών στοιχείων θα διατεθούν εντός μιας πενταετίας, αλλά η διαφορά για τον υπολογισμό που ακολουθεί παρακάτω είναι οριακή. (18) Εξαιτίας του γεγονότος ότι το κράτος ελέγχει τον όμιλο Thomson, κατά 50 % περίπου. (19) Προσαρμοσμένο μέσο επιτόκιο επί των αποτελεσμάτων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό πρόγραμμα με ποσοστά παρακράτησης 34 και 60 %.