31994R1506

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1506/94 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 27ης Ιουνίου 1994 περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μειγμάτων ουρίας και νιτρικού αμμωνίου σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 162 της 30/06/1994 σ. 0016 - 0024


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1506/94 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 27ης Ιουνίου 1994 περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μειγμάτων ουρίας και νιτρικού αμμωνίου σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 1988 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 522/94 (2), και ιδίως το άρθρο 11,

Μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής,

Εκτιμώντας ότι:

Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ (1) Το Μάιο 1993, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (3), η Επιτροπή ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Κοινότητα μειγμάτων ουρίας και ντιρικού αμμωνίου σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα καταγωγής Βουλγαρίας και Πολωνίας, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 3102 80 00.

(2) Η ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε μετά την υποβολή γραπτής καταγγελίας από την "European Fertilizer Manufacturer Association" (EFMA) που, κατά τους ισχυρισμούς της, αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό της συνολικής κοινοτικής παραγωγής του εν λόγω προϊόντος. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά στοιχεία για την πώληση του εν λόγω προϊόντος σε τιμές ντάμπινγκ και για τη σοβαρή ζημία που προκλήθηκε από την πρακτική αυτή. Τα στοιχεία θεωρήθηκαν επαρκή για να αιτιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας.

(3) Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τους παραγωγούς και τους εξαγωγείς των ενδιαφερομένων χωρών και τους εισαγωγείς που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται, τους αντιπροσώπους των χωρών εξαγωγής και η καταγγέλλουσα κάλεσε τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση.

(4) Οι πολωνοί παραγωγοί, ένας πολωνός εξαγωγέας, ένας βούλγαρος παραγωγός, ένας βούλγαρος εξαγωγέας, οι καταγγέλλουσες εταιρείες και δύο εισαγωγείς γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους.

(5) Η Επιτροπή συγκέντρωσε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που θεώρησε απαραίτητες για την εξαγωγή προκαταρκτικών συμπερασμάτων και διαξήγαγε έρευνες στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

α) κοινοτικοί παραγωγοί

DSM AGRO BV, Κάτω Χώρες,

Grande Paroisse SA, Γαλλία,

Hydro Agri Rostock GmbH, Γερμανία,

Hydro Agri Sluiskil BV, Κάτω Χώρες,

Hydro Azote, Γαλλία,

Kemira BV, Κάτω Χώρες,

Stickstoffwerke AG, Γερμανία-

β) Παραγωγοί και εξαγωγείς στην Πολωνία

CIECH, Βαρσοβία,

Zaklady Azotowe kedzierzyn, Kedzierzyn ("ZAK"),

Zaklady Azotowe Pulawy, Pulawy ("ZAP")-

γ) Παραγωγοί εγκατεστημένοι στις ανάλογες χώρες

Duslo Statny Podnik, Duslo, Σλοβακική Δημοκρατία,

Severoceske Chemicke Zavody, Lovosice, Τσεχική Δημοκρατία.

(6) Η έρευνα ντάμπινγκ κάλυψε την περίοδο από 1ης Απριλίου 1992 έως 31 Μαρτίου 1993.

(7) Όσον αφορά την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ, ο βούλγαρος εξαγωγέας υποστήριξε ότι η Επιτροπή είχε αρχίσει παράνομα την έρευνα αντιντάμπινγκ σε όλο το έδαφος της Κοινότητας. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι, κατά την περίοδο της έρευνας, οι εξαγωγές της Βουλγαρίας προορίζονταν προς ένα μόνο κράτος μέλος, τη Γαλλία, και ότι οι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος πωλούσαν το προϊόν τους στην τοπική μόνον αγορά, στην οποία οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος από τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη ήταν περιορισμένες. Επομένως, σύμφωνα με το βούλγαρο εξαγωγέα, η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει τις επιπτώσεις των εισαγωγών της Βουλγαρίας μόνο σε σχέση με τη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 (του "βασικού κανονισμού").

(8) Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι εισαγωγές από τη Βουλγαρία, που κατά την περίοδο της έρευνας προορίζονταν προς ένα μόνο κράτος μέλος, κατά τους δώδεκα προηγούμενους μήνες είχαν πραγματοποιηθεί και προς άλλα κράτη μέλη. Εξάλλου, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του βούλγαρου εξαγωγέα, η αγορά του εν λόγω κράτους μέλους εφοδιάζεται σε σημαντικό βαθμό με εισαγωγές από παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη. Επομένως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επιπτώσεις των εισαγωγών της Βουλγαρίας που αποτελούν, κατά τους ισχυρισμούς, αντικείμενο ντάμπινγκ στο σχετικό βιομηχανικό κλάδο πρέπει να εξεταστούν σε κοινοτική κλίμακα.

Β. ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ (9) Το εξεταζόμενο προϊόν είναι μείγμα ουρίας σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα. Το προϊόν αυτό χρησιμοποιείται ως λίπασμα αζώτου στη γεωργία και έχει περιεκτικότητα σε άζωτο που κυμαίνεται από 28 έως 32 %.

Κατά παράδοση, τα διαλύματα που έχουν διαφορετική περιεκτικότητα σε άζωτο χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές στην Κοινότητα, αλλά δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές όσον αφορά τα φυσικά χαρακτηριστικά και τις εφαρμογές του προϊόντος.

(10) Η καταγγελία και η ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αφορούν διαλύματα διαφορετικών κατηγοριών, όπως αναφέρεται παραπάνω στην αιτιολογική σκέψη 9. Το προϊόν που παράγεται στη Βουλγαρία και την Πολωνία και εξάγεται από τις χώρες αυτές είναι ομοειδές με εκείνο της κοινοτικής βιομηχανίας και παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, τα ίδια τεχνικά και φυσικά χαρακτηριστικά και έχει τις ίδιες εφαρμογές.

Γ. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ α) Γενικές πτυχές

(11) Όσον αφορά τον προσδιορισμό της πρακτικής ντάμπινγκ, τόσο η Πολωνία όσο και η Τσεχική και η Σλοβακική Δημοκρατία, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως χώρες ανάλογες με τη Βουλγαρία (βλέπε κατωτέρω την αιτιολογική σκέψη 24) θεωρήθηκαν ως χώρες με οικονομία αγοράς. Επομένως, η κανονική αξία και, κατά περίπτωση, οι προσαρμογές των τιμών εξαγωγής, για παράδειγμα το κόστος μεταφοράς, καθορίστηκαν με βάση τα στοιχεία που αφορούν τις τιμές πώλησης των παραγωγών στην εγχώρια αγορά τους ή το αντίστοιχο κόστος τους.

β) Πολωνία

1. Κανονική αξία

(12) Στην έρευνά της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι κατά την περίοδο της έρευνας και κατά τα προηγούμενα έτη, οι παραγωγοί και ο εξαγωγέας της Πολωνίας δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος στην εγχώρια αγορά.

Επομένως, η κανονική αξία κατασκευάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii) του βασικού κανονισμού, με βάση το σύνολο του πάγιου και μεταβλητού κόστους παραγωγής συν ένα ποσό που αντιστοιχεί στα έξοδα πώλησης, στα γενικά και διοικητικά έξοδα καθώς και στο εύλογο περιθώριο κέρδους. Δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος στην εγχώρια αγορά και σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) στημείο ii) του βασικού κανονισμού, τα έξοδα πώλησης, τα διοικητικά και τα γενικά έξοδα καθώς και τα ποσά που αντιστοιχούν στα κέρδη υπολογίστηκαν με βάση τις εγχώριες πωλήσεις των παραγωγών στον ίδιο τομέα οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή στον τομέα των λιπασμάτων. Κατά την περίοδο της έρευνας, οι δύο παραγωγοί πραγματοποίησαν σημαντικές πωλήσεις λιπασμάτων στην εγχώρια αγορά.

(13) Ένας παραγωγός προέβη σε ορισμένες προσαρμογές του κόστους παραγωγής του προκειμένου να το κοινοποιήσει στην Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας αντιντάμπινγκ. Ο εν λόγω παραγωγός δεν ήταν σε θέση, ωστόσο, να αιτιολογήσει τις προσαρμογές αυτές, ούτε να τεκμηριώσει με έγγραφα το αίτημά του. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε, στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας και σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, να χρησιμοποιήσει το κόστος παραγωγής του εν λόγω παραγωγού, όπως υπολογίστηκε στην εσωτερική λογιστική του, για να καθορίσει την αντίστοιχη κανονική αξία.

Ο άλλος παραγωγός δεν συμπεριέλαβε τα έξοδα χρηματοδότησης στο κόστος παραγωγής που κοινοποίησε, παρότι επιβαρύνθηκε με τα έξοδα αυτά. Η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, συμπεριέλαβε τα έξοδα αυτά για να καθορίσει την κανονική αξία στην περίπτωση του παραγωγού.

2. Τιμές εξαγωγής

(14) Οι δύο πολωνοί παραγωγοί εξήγαγαν το εν λόγω προϊόν στην Κοινότητα μέσω δύο δικτύων πώλησης:

- απ' ευθείας στους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς στην ΕΚ και

- μέσω του εξαγωγέα στην Πολωνία.

Πριν από την ελευθέρωση της πολωνικής αγοράς που άρχισε το 1989, ο εξαγωγέας πραγματοποιούσε όλες τις εξαγωγές χημικών προϊόντων. Κατά την περίοδο της έρευνας, ο εξαγωγέας πραγματοποίησε μέρος του συνόλου των εξαγωγών των δύο παραγωγών.

Για έναν από τους παραγωγούς, ο όγκος του εξαγόμενου προϊόντος μέσω του εξαγωγέα αντιπροσώπευε σχετικά μικρό μερίδιο. Η Επιτροπή κατέληξε, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι θα ήταν σκόπιμο να υπολογιστεί η τιμή εξαγωγής μόνο με βάση τις υπόλοιπες πωλήσεις που πραγματοποίησε απ' ευθείας στην Κοινότητα ο παραγωγός αυτός. Για τον άλλο παραγωγό, ο όγκος των προϊόντων που εξήχθησαν μέσω του εξαγωγέα αντιπροσώπευε σημαντικό μέρος των συνολικών εξαγωγών. Ως εκ τούτου, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε με βάση τις τιμές που εφάρμοσε ο εν λόγω παραγωγός τόσο για τις άμεσες πωλήσεις του σε ανεξάρτητους εισαγωγείς στην Κοινότητα όσο και για τις πωλήσεις του στον εξαγωγέα που ανέλαβε την περαιτέρω εξαγωγή στην Κοινότητα.

(15) Όσον αφορά τις πωλήσεις εξαγωγής που πραγματοποιήθηκαν μέσω του εξαγωγέα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι θα ερευνήσει περαιτέρω τη φύση των σχέσεων μεταξύ του παραγωγού και του εξαγωγέα. Στο σημερινό στάδιο της έρευνας, η Επιτροπή κατέληξε προσωρινά στο συμπέρασμα ότι η τιμή που κατέβαλε ο εξαγωγέας στον παραγωγό πρέπει να θεωρείται ως τιμή εξαγωγής του παραγωγού, δεδομένου ότι οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν από τον παραγωγό για εξαγωγή στην Κοινότητα.

(16) Όσον αφορά τις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν απ' ευθείας σε ανεξάρτητους εισαγωγείς στην Κοινότητα, οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές.

Εν προκειμένω, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις ενός παραγωγού, η Επιτροπή έκρινε ότι ο τελευταίος δεν είχε αναφέρει όλες τις εξαγωγικές συναλλαγές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προέβη σε προσαρμογή των στοιχείων των εξαγωγικών συναλλαγών του εν λόγω παραγωγού και τις αξιολόγησε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού.

(17) Όσον αφορά τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσω του εξαγωγέα, οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές στον παραγωγό του εν λόγω προϊόντος.

Ωστόσο, όσον αφορά τις πωλήσεις αυτές, τόσο ο εξαγωγέας όσο και ο παραγωγός δεν μπόρεσαν να παράσχουν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο που εφαρμόστηκε κατά την περίοδο της έρευνας, για να καθοριστεί η προμήθεια που κατέβαλε ο παραγωγός στον εξαγωγέα, η οποία αφαιρέθηκε από την τιμή εξαγωγής του εξαγωγέα προκειμένου να καθοριστεί η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή στον παραγωγό. Επιπλέον, τα ειδικά ποσά που περιλαμβάνονται στις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο, δεν αντιστοιχούν στα πράγματι καταβληθέντα ποσά, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε κατά τον επιτόπιο έλεγχο, ήταν αισθητά υψηλότερα.

Επομένως, η Επιτροπή συνήγαγε τα συμπεράσματά της για το καταβλητέο ποσό με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, και εκτίμησε το ποσοστό προμήθειας σε 4 %, το οποίο ήταν το υψηλότερο ποσό που διαπιστώθηκε κατά τον επιτόπιο έλεγχο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ποσοστό αυτό είναι ακόμη χαμηλότερο από το ποσοστό που εφάρμοσε ο εν λόγω παραγωγός για τις πωλήσεις άλλων λιπασμάτων μέσω του εξαγωγέα.

3. Σύγκριση των τιμών εξαγωγής με την κανονική αξία και τα περιθώρια ντάμπινγκ

(18) Δεδομένου ότι η κανονική αξία κατασκευάστηκε με βάση το κόστος παραγωγής των παραγωγών, έγινε σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής των ίδιων προϊόντων, ανάλογα με τη διαφορετική περιεκτικότητα σε άζωτο.

(19) Οι τιμές εξαγωγής, όπως καθορίστηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 14 έως 17, προσαρμόστηκαν με βάση τα πραγματικά έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, συσκευασίας, φόρτωσης και τα παρεπόμενα έξοδα καθώς και τους μισθούς των πωλητών που απασχολήθηκαν με άμεση δραστηριότητα πωλήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 9 και 10 του βασικού κανονισμού, προκειμένου, να καθοριστούν οι τιμές εξαγωγής "εκ του εργοστασίου", δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με την κανονική αξία.

(20) Οι τιμές εξαγωγής εκ του εργοστασίου του εξεταζόμενου προϊόντος συγκρίθηκαν, για κάθε συναλλαγή χωριστά, με την κανονική αξία που έχει καθοριστεί, όπως αναφέρεται στις παραπάνω αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13.

Από τη σύγκριση προέκυψε ότι οι τιμές "εκ του εργοστασίου" όλων των εξαγωγικών συναλλαγών για τους δύο παραγωγούς ήταν χαμηλότερες από την κανονική αξία, δεδομένου ότι το περιθώριο ντάμπινγκ αντιστοιχούσε στη διαφορά της μεταξύ κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής. Τα ποσά αυτά αθροίσθηκαν για όλες τις εξαγωγικές συναλλαγές και το συνολικό περιθώριο ντάμπινγκ, εκφραζόμενο ως ποσοστό της συνολικής αξίας cif στα κοινοτικά σύνορα, καθορίζεται ως εξής για τους δύο παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στην Πολωνία:

1. ΖΑΚ: 40,0 %,

2. ZAP: 33,8 %.

(21) Για τους ενδεχόμενους άλλους παραγωγούς/εξαγωγείς ή τους εξαγωγείς που δεν απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής ή δεν κατέστησαν γνωστές τις απόψεις τους με άλλο τρόπο, η πρακτική ντάμπινγκ προσδιορίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού.

Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν σκόπιμο να εφαρμόσει το υψηλότερο περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε για τους παραγωγούς που συνεργάστηκαν στην έρευνα.

Η λύση αυτή θεωρήθηκε αναγκαία προκειμένου να μην ευνοηθούν οι παραγωγοί που δεν συνεργάσθηκαν και να αποφευχθεί η δημιουργία ευκαιριών καταστρατήγησης.

γ) Βουλγαρία

1. Κανονική αξία

(22) Η Βουλγαρία θεωρήθηκε ως χώρα που δεν έχει οικονομία αγοράς, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας αντιντάμπινγκ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καθόρισε την κανονική αξία που πρέπει να συγκριθεί με τις τιμές εξαγωγής της Βουλγαρίας, με βάση τις τιμές και το κόστος που διαπιστώθηκαν σε ανάλογη χώρα με οικονομία αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού.

(23) Εν προκειμένω, η "European Fertilizer Import Association" ("EFIA") ζήτησε να μη θεωρηθεί η Βουλγαρία ως χώρα που δεν έχει οικονομία αγοράς, δεδομένου ότι η Κοινότητα επρόκειτο να συνάψει ενδιάμεση συμφωνία με τη χώρα αυτή. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι εξαγωγές καταγωγής Βουλγαρίας πραγματοποιήθηκαν όταν η Βουλγαρία ήταν χώρα στην οποία εφαρμοζόταν ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1765/82 του Συμβουλίου (4), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 848/92 (5), ζητήθηκε από την Επιτροπή να καθορίσει την κανονική αξία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού δηλαδή, στην παρούσα περίπτωση, με βάση τις τιμές και το κόστος σε χώρα με οικονομία αγοράς, και συγκεκριμένα την πρώην Τσεχοσλοβακία.

(24) Ως ανάλογη χώρα, οι καταγγέλλουσες εταιρείες πρότειναν να επιλεγεί η πρώην Τσεχοσλοβακία.

Ο βούλγαρος εξαγωγέας υποστήριξε ότι η πρώην Τσεχοσλοβακία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ανάλογη χώρα, δεδομένου ότι αποτελεί πλέον δύο ανεξάρτητες χώρες.

Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, καθόλη σχεδόν την περίοδο της έρευνας, η πρώην Τσεχοσλοβακία αποτελούσε μία χώρα και, επομένως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κανονική αξία μπορεί εύλογα να καθοριστεί με βάση τις δραστηριότητες των δύο παραγωγών του εν λόγω προϊόντος που είναι εγκατεστημένοι στην Τσεχική Δημοκρατία και τη Σλοβακική Δημοκρατία, στο έδαφος της πρώην Τσεχοσλοβακίας.

Εξάλλου, με βάση την έρευνα που διεξήχθη, η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρώην Τσεχοσλοβακία αποτελεί σωστή επιλογή ανάλογης χώρας στο προκαταρκτικό στάδιο, για τους παρακάτω λόγους:

- η εγχώρια αγορά του σχετικού προϊόντος είναι αρκετά σημαντική ώστε να θεωρείται αντιπροσωπευτική σε σχέση με τις ποσότητες που εξάγονται από τη Βουλγαρία,

- οι δύο εθνικοί παραγωγοί είναι ιδιαίτερα σημαντικοί

- σημαντικές ποσότητες του προϊόντος εισάγονται από τρίτες χώρες,

- η τεχνολογία παραγωγής που χρησιμοποιείται από τους εθνικούς παραγωγούς είναι συγκρίσιμη με εκείνη που χρησιμοποιείται στη Βουλγαρία,

- οι συνθήκες εφοδιασμού σε πρώτες ύλες στην πρώην Τσεχοσλοβακία είναι ανάλογες με εκείνες που επικρατούν στη Βουλγαρία, δεδομένου ότι και οι δύο χώρες προμηθεύονται φυσικό αέριο, την ακριβότερη πρώτη ύλη από τη Ρωσία στις τιμές της διεθνούς αγοράς και

- από τον έλεγχο των λογιστικών δεδομένων των ενδιαφερόμενων εταιρειών η Επιτροπή πείσθηκε ότι τα στοιχεία αυτά είναι αξιόπιστα και σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς κανόνες της λογιστικής.

Με βάση τις παραπάνω εκτιμήσεις, η Επιτροπή θεωρεί ότι, στην παρούσα έρευνα αντιντάμπινγκ, είναι σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί η πρώην Τσεχοσλοβακία ως ανάλογη χώρα σε σχέση με τη Βουλγαρία.

(25) Η κανονική αξία υπολογίστηκε με βάση τις τιμές πώλησης και το κόστος στην εγχώρια αγορά των δύο παραγωγών της πρώην Τσεχοσλοβακίας. Οι τιμές πώλησης στην εγχώρια αγορά αντιστοιχούσαν στις πράγματι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές από ανεξάρτητους πελάτες, χωρίς καμία έκπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού.

Για έναν παραγωγό, ορισμένες τιμές στην εγχώρια αγορά ήταν χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής του. Για το λόγο αυτό, η κανονική αξία καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii) του βασικού κανονισμού, με βάση το σύνολο του μεταβλητού και πάγιου κόστους παραγωγής, συν ένα ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα διοικητικά και τα γενικά έξοδα και το κατάλληλο περιθώριο κέρδους. Το τελευταίο υπολογίστηκε με βάση τις επικερδείς πωλήσεις ομοειδών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Για τις υπόλοιπες επικερδείς πωλήσεις ελήφθησαν υπόψη οι τιμές που εφαρμόζονται από τον παραγωγό.

2. Τιμή εξαγωγής

(26) Όσον αφορά τις εξαγωγές, από το 1991 όλες οι εξαγωγικές συναλλαγές του προϊόντος πραγματοποιήθηκαν από ένα μόνο βούλγαρο εξαγωγέα, και συγκεκριμένα την εταιρεία Chimimport Investment and Fertilizer Inc. Ο εν λόγω εξαγωγέας υπέβαλε στοιχεία σχετικά με τις εξαγωγικές συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με ανεξάρτητους εισαγωγείς στην Κοινότητα. Για τις πωλήσεις αυτές, οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις πράγματι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές.

3. Σύγκριση των τιμών εξαγωγής με την κανονική αξία και τα περιθώρια ντάμπινγκ

(27) Το εν λόγω προϊόν που πωλήθηκε στην εγχώρια αγορά της πρώην Τσεχοσλοβακίας έχει περιεκτικότητα σε άζωτο 30 % ενώ το εξαγόμενο προϊόν καταγωγής Βουλγαρίας έχει περιεκτικότητα σε άζωτο 32 %. Πέρα από τη διαφορά αυτή, τα δύο προϊόντα έχουν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά και την ίδια εφαρμογή ως γεωργικό λίπασμα. Επομένως, κατά τη σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, η κανονική αξία προσαρμόστηκε με βάση την περιεκτικότητα σε άζωτο των εν λόγω δύο προϊόντων.

(28) Επιπλέον, οι τιμές εξαγωγής και η κανονική αξία, όπως καθορίστηκαν στις παραπάνω αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26, προσαρμόστηκαν με βάση τα πραγματικά έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης συσκευασίας, φόρτωσης και τα παρεπόμενα έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 9 και 10 του βασικού κανονισμού, με σκοπό να καθοριστούν οι τιμές εξαγωγής και η κανονική αξία στο ίδιο επίπεδο, δηλαδή "εκ του εργοστασίου".

(29) Οι προσαρμοσμένες τιμές εξαγωγής του προϊόντος συγκρίθηκαν, για κάθε συναλλαγή χωριστά, με την προσαρμοσμένη κανονική αξία. Από τη σύγκριση αυτή προέκυψε ότι οι τιμές "εκ του εργοστασίου" όλων των εξαγωγικών συναλλαγών του βούλγαρου εξαγωγέα ήταν χαμηλότερες από την κανονική αξία, δεδομένου ότι το περιθώριο ντάμπινγκ αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής. Τα ποσά αυτά που αθροίστηκαν για όλες τις εξαγωγικές συναλλαγές και προέκυψε το ακόλουθο συνολικό περιθώριο ντάμπινγκ, εκφραζόμενο ως ποσοστό της συνολικής αξίας cif στα κοινοτικά σύνορα, για τις εξαγωγές καταγωγής Βουλγαρίας:

Chimimport Investment and Fertilizer Inc. 33,3 %.

(30) Για τους ενδεχόμενους άλλους παραγωγούς/εξαγωγείς ή τους εξαγωγείς που δεν απήντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής ή δεν κατέστησαν γνωστές τις απόψεις τους με άλλο τρόπο, η πρακτική ντάμπινγκ προσδιορίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού.

Στη συνάρτηση αυτή, η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν σκόπιμο να εφαρμοστεί το περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε για τον εξαγωγέα που δεν συνεργάστηκε στην έρευνα.

Δ. ΖΗΜΙΑ α) Όγκος των συναλλαγών στην κοινοτική αγορά

(31) Σύμφωνα με τις μελέτες της αγοράς, τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αντιντάμπινγκ, καθώς και τις στατιστικές για τις εισαγωγές, η συνολική κοινοτική κατανάλωση του εξεταζόμενου προϊόντος σημείωσε μικρή μείωση από 2,9 εκατομμύρια τόνους το 1991 (διάλυμα με περιεκτικότητα σε άζωτο 32 %) σε 2,8 εκατομμύρια τόνους το 1992 και κατά την περίοδο της έρευνας. Η αύξηση που σημειώθηκε στη γερμανική αγορά δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει πλήρως τη μείωση στη γαλλική και ισπανική αγορά.

β) Σώρευση των βουλγαρικών και πολωνικών εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(32) Ο βούλγαρος εξαγωγέας υποστήριξε ότι οι εξαγωγές καταγωγής Βουλγαρίας δεν μπορούν να σωρευθούν με τις εξαγωγές Πολωνίας, δεδομένου ότι από τις στατιστικές της Eurostat για τις εισαγωγές προκύπτει ότι οι βουλγαρικές εισαγωγές στην Κοινότητα είχαν μειωθεί από το 1991 έως το 1992.

(33) Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς και εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι στη Βουλγαρία και την Πολωνία, θεωρούνται πιο σαφή από τα στοιχεία της Eurostat και ότι τα στοιχεία που έχουν παράσχει οι μεμονωμένοι παραγωγοί και εξαγωγείς επιτρέπουν να αξιολογηθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο και λεπτομερή η κατάσταση σχετικά με τις εισαγωγές. Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με τις εισαγωγές στην Κοινότητα που έχει παράσχει ο βούλγαρος εξαγωγέας, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι ο μοναδικός εξαγωγέας του εξεταζόμενου προϊόντος, οι εισαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά κατά την εν λόγω περίοδο και οι τιμές που εφαρμόστηκαν ήταν ανάλογες με εκείνες των πολωνών παραγωγών.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της έρευνας ότι το εξεταζόμενο προϊόν καταγωγής Βουλγαρίας και Πολωνίας και εκείνο που παράγεται στην Κοινότητα παρουσιάζουν ανάλογα φυσικά χαρακτηριστικά, πωλήθηκαν από αντίστοιχα, αν όχι από τα ίδια, δίκτυα και είχαν την ίδια τελική χρήση ως λίπασμα.

(34) Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχείρημα που προέβαλε ο βούλγαρος εξαγωγέας δεν είναι βάσιμο και ότι οι εισαγωγές του προϊόντος καταγωγής Βουλγαρίας και Πολωνίας πρέπει να σωρευθούν σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Κοινότητας.

γ) Όγκος και τιμές των βουλγαρικών και πολωνικών εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(35) Ο όγκος των βουλγαρικών και πολωνικών εισαγωγών του εξεταζόμενου προϊόντος που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην Κοινότητα, εκφραζόμενος σε τόνους προϊόντος, αυξήθηκε αισθητά από το 1991 μέχρι την περίοδο έρευνας, από 500 000 τόνους περίπου (διάλυμα με περιεκτικότητα σε άζωτο 32 %) το 1991 σε περισσότερους από 750 000 τόνους κατά την περίοδο της έρευνας, ήτοι αύξηση πάνω από 50 %.

Σε σχέση με τη συνολική κοινοτική κατανάλωση, το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αυξήθηκε από 16 % σε περισσότερο από 27 % κατά την περίοδο της έρευνας.

Η Επιτροπή θεώρησε ότι, για να αξιολογήσει τις επιπτώσεις των εν λόγω εισαγωγών στην κοινοτική αγορά μειγμάτων ουρίας και νιτρικού αμμωνίου σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα, οι διακυμάνσεις του συνολικού όγκου των πωλήσεων και του μεριδίου αγοράς έπρεπε να εξεταστούν με βάση το μικρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο σημειώθηκαν.

(36) Οι τιμές του εν λόγω προϊόντος που εισήχθη από τη Βουλγαρία και την Πολωνία μειώθηκαν κατά 7 % περίπου κατά την περίοδο 1991/92, τάση που συνεχίστηκε κατά την περίοδο της έρευνας. Οι τιμές αυτές που δεν κάλυπταν το κόστος παραγωγής, ήταν σταθερά χαμηλότερες από τις τιμές των κοινοτικών παραγωγών και, επομένως, συμπίεζαν συνεχώς και σε σημαντικό βαθμό τις τιμές των κοινοτικών παραγωγών και τα έσοδα από τις πωλήσεις.

(37) Όπως προκύπτει από μια λεπτομερή αξιολόγηση των τιμών που εφάρμοζαν οι βούλγαροι και πολωνοί εξαγωγείς και παραγωγοί για τις εξαγωγές του εν λόγω προϊόντος στην Κοινότητα κατά την περίοδο της έρευνας, σε σχέση με τις τιμές που εφάρμοζαν οι κοινοτικοί παραγωγοί σε αντίστοιχο εμπορικό στάδιο, οι τιμές των εισαχθέντων προϊόντων ήταν σαφώς χαμηλότερες από τις τιμές των κοινοτικών παραγωγών. Η σύγκριση αυτή πραγματοποιήθηκε με βάση τα λεπτομερή στοιχεία για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή που κοινοποιήθηκαν από τους βούλγαρους και πολωνούς εξαγωγείς και παραγωγούς καθώς και από τους κοινοτικούς παραγωγούς για τις ίδιες κατηγορίες του εν λόγω προϊόντος που πωλήθηκαν τόσο από τους κοινοτικούς παραγωγούς όσο και από τους βούλγαρους και πολωνούς παραγωγούς. Από τη σύγκριση αυτή προέκυψε ότι η συμπίεση των τιμών ανερχόταν σε 7 % για το βούλγαρο εξαγωγέα, ενώ για τους πολωνούς παραγωγούς κυμαινόταν μεταξύ 6 και 10 %. Η συμπίεση αυτήν των τιμών και τα ποσοστά μείωσής τους ήταν ιδιαίτερα επιζήμια για την κοινοτική αγορά του σχετικού προϊόντος, μια αγορά με ελάχιστα περιθώρια διαφοροποίησης των προϊόντων. Επομένως, η μοναδική επιλογή των κοινοτικών παραγωγών ήταν να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους με τις τιμές των εν λόγω χωρών εξαγωγής ώστε να διαφυλάξουν τη θέση τους στην αγορά και να διατηρήσουν τη χρήση του παραγωγικού εξοπλισμού τους σε οικονομικό σχετικά επίπεδο.

δ) Κοινοτική βιομηχανία

(38) Με βάση τις μελέτες της αγοράς και την έρευνα που διεξήχθη, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καταγγέλλοντες παραγωγοί αντιπροσωπεύουν σημαντική μερίδα της κοινοτικής παραγωγής του σχετικού προϊόντος (πάνω από 65 %) κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού. Οι άλλοι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, δηλαδή στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έλαβαν μέρος στην έρευνα.

(39) Η κοινοτική βιομηχανία, αντιδρώντας στην αισθητή αύξηση των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, αποφάσισε να ευθυγραμμιστεί με τη μείωση των τιμών που εφάρμοζαν οι χώρες εξαγωγής ώστε να διατηρήσει τη θέση της στην αγορά της Κοινότητας. Παράλληλα, από το 1991 μέχρι το τέλος της περιόδου της έρευνας, η κοινοτική βιομηχανία μείωσε το παραγωγικό δυναμικό της κατά 5 % περίπου με τη διακοπή της λειτουργίας δύο εγκαταστάσεων στη Γαλλία. Το παραγωγικό δυναμικό μειώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την περίοδο της έρευνας.

Η εν λόγω μείωση του παραγωγικού δυναμικού επέτρεψε στην κοινοτική βιομηχανία να χρησιμοποιήσει τον εξοπλισμό της κατά τρόπο πιο οικονομικό. Ωστόσο, δεδομένου ότι ήταν υποχρεωμένη να ευθυγραμμιστεί με τις τιμές των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, η χρηματοοικονομική της κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά, πράγμα που οδήγησε σε σημαντικές χρηματοοικονομικές απώλειες, κατά την περίοδο της έρευνας. Πράγματι, η βελτίωση της χρήσης του παραγωγικού δυναμικού που προέκυψε από τη διακοπή λειτουργίας των εγκαταστάσεων δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμιστεί η μείωση του κύκλου εργασιών της κοινοτικής βιομηχανίας.

(40) Όσον αφορά το μερίδιο της αγοράς, η στρατηγική της κοινοτικής βιομηχανίας είχε θετικά αποτελέσματα, δεδομένου ότι το μερίδιο αγοράς της υπέστη μικρή μόνο μείωση από 40 % το 1991 σε 38 % το 1992 και αυξήθηκε σε 42 % κατά την περίοδο της έρευνας. Ταυτόχρονα, η συνολική παραγωγή της κοινοτικής βιομηχανίας μειώθηκε από το 1991 έως το 1992 για να αυξηθεί πάλι κατά την περίοδο της έρευνας και να ανέλθει σε επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο του 1991, δηλαδή σε 1,2 εκατομμύρια τόνους περίπου (διάλυμα με περιεκτικότητα σε άζωτο 32 %). Ο δε όγκος των πωλήσεών της μειώθηκε από το 1991 έως το 1992 για να αυξηθεί εκ νέου κατά την περίοδο της έρευνας και να ανέλθει σε επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο του 1991, δηλαδή λίγο χαμηλότερο από 1,2 εκατομμύρια τόνους (διάλυμα με περιεκτικότητα σε άζωτο 32 %).

ε) Συμπέρασμα

(41) Συμπερασματικά, η σημαντική κάμψη των τιμών στην αγορά της Κοινότητας και οι αρνητικές επιπτώσεις της στην κοινοτική βιομηχανία που υπέστη σημαντικές χρηματοοικονομικές ζημίες οδήγησαν την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι η κοινοτική βιομηχανία του εξεταζόμενου προϊόντος υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

Ε. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ α) Επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(42) Η ταχεία αύξηση, σε μικρό χρονικό διάστημα, των βουργαρικών και πολωνικών εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, σε τιμές αισθητά χαμηλότερες από τις τιμές των κοινοτικών παραγωγών, συνέπεσε με τη μείωση των τιμών στην κοινοτική αγορά του εν λόγω προϊόντος μεταξύ του 1991 και της περιόδου έρευνας. Αν και η κοινοτική βιομηχανία μπόρεσε να διατηρήσει τον όγκο των πωλήσεων και το μερίδιο της αγοράς της, δεν θα εξασφάλιζε αυτή τη σταθερότητα της θέσης της στην κοινοτική αγορά χωρίς μείωση των τιμών της που προσαρμόστηκαν στις χαμηλές τιμές των εισαγωγών. Επομένως, η κοινοτική βιομηχανία υπέστη σημαντικές και συνεχώς αυξανόμενες απώλειες μεταξύ του 1992 και της περιόδου έρευνας.

Δεδομένου ότι το εξεταζόμενο προϊόν αποτελεί βασικό προϊόν, η αγορά του παρουσιάζει υψηλή ελαστικότητα στις τιμές. Ως εκ τούτου, όταν οι κοινοτικοί παραγωγοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνεχώς αυξανόμενες εισαγωγές σε χαμηλές τιμές, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ευθυγραμμίσουν εκ νέου τις τιμές τους με τις τιμές των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

β) Άλλοι παράγοντες

(43) Όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην αιτιολογική σκέψη 30, η κοινοτική αγορά του σχετικού προϊόντος ήταν αρκετά σταθερή. Η κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας δεν μπορεί επομένως να αποδοθεί σε μείωση της κατανάλωσης.

(44) Επιπλέον, από το 1991 έως την περίοδο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές του ίδιου προϊόντος από τρίτες χώρες εκτός της Βουλγαρίας και της Πολωνίας, στην Κοινότητα, οι οποίες, ωστόσο, μειώθηκαν γενικά σε όγκο. Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών αυτών προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ). Οι εισαγωγές αυτές από τις ΗΠΑ μειώθηκαν αισθητά κατά τις προαναφερόμενες περιόδους, και συγκεκριμένα από το 35 % που αντιστοιχούσε το μερίδιο αγοράς τους το 1991 έφθασε στο 10 % κατά την περίοδο της έρευνας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Οι υπόλοιπες εισαγωγές αυξήθηκαν, αλλά κατανέμονται μεταξύ πολλών χωρών εκ των οποίων καμία δεν κατέχει σημαντικό μερίδιο στο σύνολο της κοινοτικής αγοράς.

γ) Συμπέρασμα

(45) Από το 1991 έως την περίοδο της έρευνας, οι εισαγωγές που προέρχονταν από χώρες εκτός της Βουλγαρίας και της Πολωνίας, είτε αυξήθηκαν, παραμένοντας ωστόσο χαμηλές σε απόλυτες τιμές, είτε ενώ αντιστοιχούσαν σε σημαντικά επίπεδα, σημείωσαν κάμψη κατά το διάστημα αυτό.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, καταγωγής Βουλγαρίας και Πολωνίας, εξεταζόμενες μεμενωμένα, λόγω του μεγάλου όγκου τους και των χαμηλών τιμών τους, προξένησαν σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, ιδίως χρηματοοικονομικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

ΣΤ. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ (46) Στόχος των μέτρων αντιντάμπινγκ είναι να αντιμετωπισθούν οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που είναι ζημιογόνες για την κοινοτική βιομηχανία και να αποκατασταθεί κατά τον τρόπο αυτό ένας υγιής ανταγωνισμός, που, σαν τέτοιος, ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της Κοινότητας.

(47) Στο πλαίσιο της έρευνας διαπιστώθηκε ότι η κοινοτική βιομηχανία αντιμετωπίζει μια επιζήμια κατάσταση με σοβαρές χρηματοοικονομικές απώλειες, οι οποίες οφείλονται στο σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο όγκο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Αν δεν βρεθεί λύση, η βιωσιμότητα της κοινοτικής βιομηχανίας θα απειληθεί, πράγμα που έχει ήδη διαφανεί από το γεγονός ότι πολλοί κοινοτικοί παραγωγοί έχουν ήδη αναγκαστεί να διακόψουν τη λειτουργία ορισμένων εγκαταστάσεων.

(48) Εξάλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι οι γεωργοί επωφελήθηκαν βραχυπρόθεσμα από το χαμηλό επίπεδο των τιμών των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Ωστόσο, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι αγορές του εν λόγω προϊόντος αντιπροσωπεύουν σχετικά χαμηλό ποσοστό του συνόλου των δαπανών των γεωργών. Σε γενικές γραμμές, τα κέρδη που θα μπορούσαν να προκύψουν για τους γεωργούς δεν θεωρούνται αρκετά ώστε να μην προστατευθεί η κοινοτική βιομηχανία έναντι των αθέμιτων όρων εισαγωγής του εν λόγω προϊόντος.

(49) Ο βούλγαρος εξαγωγέας υποστήριξε ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ κατά των βουλγαρικών εισαγωγών του εξεταζόμενου προϊόντος δεν συμβιβάζονται με την αυξημένη συνεργασία μεταξύ της Κοινότητας και της Βουλγαρίας. Το επιχείρημα αυτό διαπιστώθηκε από την EFIA όσον αφορά τις εισαγωγές από την Πολωνία.

Ο βούλγαρος εξαγωγέας προσέθεσε ότι τυχόν μέτρα αντιντάμπινγκ θα είχαν καταστροφικές επιπτώσεις στη βουλγαρική οικονομία και θα προκαλούσαν απώλειες θέσεων εργασίας και ενδεχομένως πολιτική αποσταθεροποίηση.

(50) Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Κοινότητα θα εξακολουθήσει να ενισχύει τους οικονομικούς δεσμούς της με τη Βουλγαρία και την Πολωνία. Συγχρόνως, ωστόσο, περιμένει από τους βούλγαρους και πολωνούς παραγωγούς και εξαγωγείς να απαπτύσσουν τις δραστηριότητές τους στην αγορά της Κοινότητας στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών που καθιερώνουν θεμιτούς όρους εμπορικών συναλλαγών. Όσον αφορά συγκεκριμένα τις εικαζόμενες επιπτώσεις στη Βουλγαρία, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές του εν λόγω προϊόντος προς την Κοινότητα αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο μέρος του συνόλου των βουλγαρικών εξαγωγών. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι ρεαλιστικό να υποστηρίζεται ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί για να αποκατασταθούν θεμιτοί όροι εμπορικών συναλλαγών στον εν λόγω τομέα της αγοράς θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων στη Βουλγαρία. Αυτό ισχύει και για τις επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων στην αγορά εργασίας της Βουλγαρίας- πράγματι, η παραγωγή λιπασμάτων δεν αποτελεί τομέα έντασης εργασίας. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ δεν αποβλέπει στην εξάλειψη από την κοινοτική αγορά των προϊόντων που εξάγονται από τις ενδιαφερόμενες χώρες, αλλά στην αποκατάσταση ενός υγιούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος.

(51) Τέλος, οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ όσον αφορά το εξεταζόμενο προϊόν θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη χώρα από οικονομικής και πολιτικής πλευράς, δεν θεωρούνται ρεαλιστικοί.

(52) Συμπερασματικά, η Επιτροπή θεωρεί ότι, κατόπιν σταθμίσεως των αντίρροπων συμφερόντων, το συμφέρον της Κοινότητας απαιτεί να επιβληθούν προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές μειγμάτων ουρίας και νιτρικού αμμωνίου σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα, καταγωγής Βουλγαρίας και Πολωνίας.

Ζ. ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΔΑΣΜΟΣ (53) Με βάση τα ανωτέρω συμπεράσματα σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το κοινοτικό συμφέρον, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τη μορφή και το επίπεδο των μέτρων αντιντάμπινγκ που είναι απαραίτητα για την αποκατάσταση όρων υγιούς ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά του εν λόγω προϊόντος.

Εν προκειμένω, έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, ο σχετικός κλάδος της κοινοτικής βιομηχανίας υπέστη συνολικά χρηματοοικονομικές ζημίες.

(54) Επομένως, η Επιτροπή υπολόγισε το επίπεδο των τιμών στο οποίο η κοινοτική βιομηχανία θα μπορούσε να καλύψει το μέσο κόστος παραγωγής της και να πραγματοποιήσει εύλογο κέρδος.

Όσον αφορά το εύλογο επίπεδο κέρδους, η κοινοτική βιομηχανία πρότεινε σειρά στόχων κερδοφορίας που καθορίστηκαν από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Οι στόχοι αυτοί ποικίλλουν σε σημαντικό βαθμό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν έχουν καθοριστεί για τα συγκεκριμένα προϊόντα, αλλά στο πλαίσιο της συνολικής πολιτικής που εφαρμόζεται στον κλάδο κατά την αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τόσο το σχετικό προϊόν όσο και η κοινοτική αγορά έχουν φθάσει σε στάδιο πλήρους ανάπτυξης και, για το λόγο αυτό, απαιτούν μικρά ποσά για επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη. Επομένως θεωρήθηκε εύλογο ένα ποσοστό κέρδους 5 % επί του κύκλου εργασιών.

(55) Με βάση τα στοιχεία αυτά και λαμβανομένου υπόψη του κόστους παραγωγής της κοινοτικής βιομηχανίας, υπολογίστηκε η ελάχιστη τιμή εισαγωγής που θα επιτρέψει στην κοινοτική βιομηχανία να αυξήσει τις τιμές της σε αποδοτικό επίπεδο.

(56) Διαπιστώθηκε ότι τα ανώτατα όρια ζημίας που καθορίστηκαν κατά τον τρόπο αυτό είναι χαμηλότερα από τα περιθώρια ντάμπινγκ τόσο των δύο πολωνών παραγωγών όσο και του βούλγαρου εξαγωγέα, όπως αναφέρεται παραπάνω στα σημεία 19 και 20 του αιτιολογικού.

(57) Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρή ζημία χρηματοοικονομικού χαρακτήρα που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, το γεγονός ότι η απορρόφηση δασμού ad valorem θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση των τιμών στην κοινοτική αγορά γι' αυτό το εποχιακό προϊόν με υψηλή ελαστικότητα ως προς την τιμή και την ύπαρξη αρκετών δικτύων εισαγωγής μέσω εταιρειών σε τρίτες χώρες, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να επιβάλει ένα μεταβλητό δασμό στις εισαγωγές που τιμολογούνται απευθείας από βούλγαρους ή πολωνούς παραγωγούς ή από φορείς που έχουν εξάγει το εν λόγω προϊόν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ώστε να μπορέσει η κοινοτική βιομηχανία να αυξήσει τις τιμές της σε αποδοτικά, συνολικά, επίπεδα, καθώς και έναν ειδικό δασμό, στην ίδια βάση, για όλες τις άλλες εισαγωγές με σκοπό να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ.

Η. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (58) Στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης, πρέπει να καθοριστεί προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους. Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι όλα τα συμπεράσματα που έχουν συναχθεί στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού είναι προσωρινά και μπορούν να τροποποιηθούν, σε περίπτωση που η Επιτροπή προτείνει την επιβολή οριστικού δασμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Επιβάλλεται προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές στην Κοινότητα μειγμάτων ουρίας και νιτρικού αμμωνίου σε υδατικά ή αμμωνιακά διαλύματα καταγωγής Βουλγαρίας και Πολωνίας, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 3102 80 00.

2. Το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ ισούται με τη διαφορά μεταξύ της τιμής των 89 Ecu ανά τόνο προϊόντος και της τιμής cif, συν το δασμό που καταβάλλεται ανά τόνο προϊόντος εφόσον η τιμή cif συν το δασμό που καταβάλλεται ανά τόνο προϊόντος είναι χαμηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής, και εφόσον οι εισαγωγές που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία έχουν τιμολογηθεί απευθείας στον εισαγωγέα από τους ακόλουθους εξαγωγείς ή παραγωγούς εγκατεστημένους στη Βουλγαρία:

- Chimimport Investment and Fertilizer Inc., Σόφια,

- Agropolychim, Devnya,

(πρόσθετος κωδικός Taric: 8791)

ή στην Πολωνία:

- CIEM, Βαρσοβία,

- Zaklady Azotowe Kedzierzyn, Kedzierzyn,

- Zaklady Azotowe Pulawy, Pulawy,

(πρόσθετος κωδικός Taric: 8793).

3. Για εισαγωγές που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και οι οποίες δεν έχουν τιμολογηθεί απευθείας στον εισαγωγέα από έναν από τους ανωτέρω εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι στη Βουλγαρία ή την Πολωνία επιβάλλεται ο ακόλουθος ειδικός δασμός:

α) για το προϊόν καταγωγής Βουλγαρίας: 20 Ecu ανά τόνο προϊόντος (πρόσθετος κωδικός Taric: 8792)-

β) για το προϊόν καταγωγής Πολωνίας: 22 Ecu ανά τόνο προϊόντος (πρόσθετος κωδικός Taric: 8794), με εξαίρεση το προϊόν που πιστοποιήθηκε ότι παράγεται από την Zaklady Azotowe Pulawy για το οποίο ο συγκεκριμένος δασμός είναι 19 Ecu ανά τόνο προϊόντος (πρόσθετος κωδικός Taric: 8795).

4. Εφόσον δεν ορίζονται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τους δασμούς.

5. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε παροχή εγγύησης, ίσης με το ποσό του προσωρινού δασμού.

Άρθρο 2

Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Ιουνίου 1994.

Για την Επιτροπή

Leon BRITTAN

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. L 209 της 2. 8. 1988, σ. 1.

(2) ΕΕ αριθ. L 66 της 10. 3. 1994, σ. 10.

(3) ΕΕ αριθ. C 123 της 5. 5. 1993, σ. 5.

(4) ΕΕ αριθ. L 195 της 5. 7. 1982, σ. 1.

(5) ΕΕ αριθ. L 89 της 4. 4. 1992, σ. 1.