Οδηγία 94/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Μαρτίου 1994 περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τις εκπομπές των οχημάτων με κινητήρα και περί τροποποίησης της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 100 της 19/04/1994 σ. 0042 - 0052
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 26 σ. 0044
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 26 σ. 0044
ΟΔΗΓΙΑ 94/12/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 23ης Μαρτίου 1994 περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τις εκπομπές των οχημάτων με κινητήρα και περί τροποποιήσεως της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 100 Α, την πρόταση της Επιτροπής (1), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 189 Β της συνθήκης, Εκτιμώντας: ότι είναι σημαντικό να ληφθούν μέτρα στα πλαίσια της εσωτερικής αγοράς 7 ότι η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, στον οποίο διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων 7 ότι το πρώτο πρόγραμμα δράσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί προστασίας του περιβάλλοντος (3), το οποίο εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 22 Νοεμβρίου 1973, απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη οι πλέον πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις όσον αφορά την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προκαλείται από αέρια εκπεμπόμενα από τα οχήματα με κινητήρα, και να προσαρμόζονται αναλόγως οι οδηγίες που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν 7 ότι το πέμπτο πρόγραμμα δράσης, η γενική προσέγγιση του οποίου εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στο ψήφισμά του της 1ης Φεβρουαρίου 1993 (4), προβλέπει ότι πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για να μειωθεί αισθητά το ισχύον επίπεδο εκπομπών ρύπων από τα οχήματα με κινητήρα 7 ότι ο στόχος μείωσης του επιπέδου εκπομπών των ρύπων από τα οχήματα με κινητήρα και η θέσπιση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς οχημάτων δεν μπορούν να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη μεμονωμένα και, μπορούν, ως εκ τούτου, να επιτευχθούν καλύτερα με την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τα οχήματα με κινητήρα 7 ότι όλοι συμφωνούν ότι η ανάπτυξη των μεταφορών στην Κοινότητα θα επιφέρει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον 7 ότι ορισμένες επίσημες προβλέψεις σχετικά με την αύξηση της πυκνότητας της κυκλοφορίας απεδείχθησαν μικρότερες από τις επίσημες τιμές 7 ότι, για το λόγο αυτό, θα πρέπει να επιβληθούν αυστηρά πρότυπα εκπομπής σε όλα τα οχήματα με κινητήρα 7 ότι η Επιτροπή θέσπισε ευρωπαϊκό πρόγραμμα για τις εκπομπές καυσαερίων, τα καύσιμα και τις τεχνολογίες των κινητήρων (EFERE) 7 ότι το εν λόγω πρόγραμμα καταστρώθηκε για να εξασφαλισθεί ότι στις προτάσεις μελλοντικών οδηγιών για τις εκπομπές ρυπαντικών ουσιών θα αναζητούνται οι καλύτερες λύσεις, τόσο για τους καταναλωτές όσο και για την οικονομία 7 ότι στο πρόγραμμα αυτό η συμβολή στη ρύπανση καταλογίζεται χωριστά στο όχημα και στο καύσιμο που το προωθεί 7 ότι η οδηγία 70/220/ΕΟΚ (5), που αφορά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά της ρύπανσης του αέρα από τις εκπομπές των οχημάτων με κινητήρα, είναι μία από τις ιδιαίτερες οδηγίες για τη διαδικασία έγκρισης τύπου ΕΟΚ, που έχει θεσπιστεί με την οδηγία 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1970 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν στην έγκριση των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους (6) 7 ότι η οδηγία 70/220/ΕΟΚ καθορίζει τις οριακές τιμές μονοξειδίου του άνθρακα και των εκπομπών άκαυστων υδρογονανθράκων από τους κινητήρες των εν λόγω οχημάτων 7 ότι αυτές οι οριακές τιμές μειώθηκαν για πρώτη φορά με την οδηγία 74/290/ΕΟΚ (7) και συμπληρώθηκαν, βάσει της οδηγίας 77/102/ΕΟΚ της Επιτροπής (8), με οριακές τιμές για τις επιτρεπόμενες εκπομπές των οξειδίων του αζώτου 7 ότι οι οριακές τιμές γι' αυτούς τους τρείς τύπους ρύπων μειώθηκαν στη συνέχεια με τις οδηγίες 78/665/ΕΟΚ της Επιτροπής (9), 83/351/ΕΟΚ (10) και 88/76/ΕΟΚ (11) 7 ότι οριακές τιμές των εκπομπών σωματιδιακών ρύπων από τους πετρελαιοκινητήρες καθιερώθηκαν από την οδηγία 88/436/ΕΟΚ (12) 7 ότι καθορίσθηκαν αυστηρότερα ευρωπαϊκά πρότυπα για τις εκπομπές αερίων ρύπων από αυτοκίνητα κάτω των 1 400 cm³ από την οδηγία 89/458/ΕΟΚ (13) 7 ότι η εφαρμογή αυτών των προτύπων επεκτάθηκε σε όλα τα ιδιωτικά αυτοκίνητα, ανεξαρτήτως κυβισμού, βάσει μιας βελτιωμένης ευρωπαϊκής διαδικασίας δοκιμής, η οποία περιλαμβάνει κύκλο οδήγησης σε υπεραστικό περιβάλλον 7 ότι, με την οδηγία 91/44/ΕΟΚ (14), θεσπίσθηκαν απαιτήσεις σχετικά με τις εκπομπές λόγω εξάτμισης και την αντοχή των συστατικών μερών των οχημάτων που παίζουν ρόλο στη μείωση των εκπομπών, καθώς και αυστηρότερα πρότυπα για τις εκπομπές σωματιδίων από οχήματα με κινητήρα ντίζελ 7 ότι, όσον αφορά τα ιδιωτικά αυτοκίνητα που έχουν σχεδιασθεί γαι να μεταφέρουν περισότερο από έξι άτομα ή έχουν μέγιστη μάζα άνω των 2 500 χιλιογράμμων, τα ελαφρά οχήματα επαγγελματικής χρήσεως και τα οχήματα παντός εδάφους, που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 20/220/ΕΟΚ και για τα οποία ίσχυαν μέχρι τότε λιγότερο αυστηρά πρότυπα έχουν επιβληθεί, με την οδηγία 93/59/ΕΟΚ, πρότυπα εξίσου αυστηρά με εκείνεα για τα ιδιωτικά αυτοκίνητα, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών που ισχύουν για τα οχήματα αυτα 7 ότι οι εργασίες της Επιτροπής στο πεδίο αυτό έδειξαν ότι οι καλύτερες τεχνολογίες που διατίθενται τη στιγμή αυτή για τη βιομηχανία της Κοινότητας είναι δυνατόν να τελειοποιηθούν περαιτέρω έτσι ώστε τα ιδιωτικά αυτοκίνητα να συμμορφώνονται προς αισθητά μειωμένες οριακές τιμές εκπομπών 7 ότι τα προτεινόμενα πρότυπα ισχύουν τόσο για την έγκριση νέων τύπων οχημάτων όσο και για τον έλεγχο πιστότητας της παραγωγής, καθόσον η τροποποιηθείσα μέθοδος δειγματοληψίας και στατιστικής αξιολόγησης επιτρέπει να καταργηθούν οι ανοχές, ως προς τις οριακές τιμές, που είχαν προβλεφθεί στο πλαίσιο των προγενέστερων τροποποιήσεων της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ 7 ότι, λαμβάνοντας υπόψη το ανησυχητικό επίπεδο ρύπανσης που προκαλείται από τις εκπομπές των οχημάτων και το ρόλο τους στο σχηματισμό αερίων που ευθύνονται για το φαινόμενο θερμοκηπίου, οι εκπομπές, και ιδίως οι εκπομπές CO2, είναι ανάγκη να μειωθούν σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανελήφθησαν στα πλαίσια της σύμβασης-πλαισίου για τις κλιματικές μεταβολές, που υπογράφηκε στο Ρίο τον Ιούνιο του 1992 7 ότι το CO2 προέρχεται απευθείας από την καύση καυσίμων με βάση τον άνθρακα 7 ότι οι εκπομπές CO2 είναι δυνατό να μειωθούν κυρίως με την ελάττωση της κατανάλωσης καυσίμων 7 ότι τούτο απαιτεί προόδους στον τομέα του σχεδιασμού των κινητήρων και των οχημάτων καθώς και στον τομέα της ποιότητας των καυσίμων 7 ότι όλα αυτά τα στοιχεία θα ληφθούν υπόψη σε μεταγενέστερη πρόταση της Επιτροπής 7 ότι θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη η επιτάχυνση της διάθεσης στην αγορά οχημάτων που ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που εγκρίνονται σε κοινοτικό επίπεδο, μέσω της παροχής φορολογικών κινήτρων τα οποία πρέπει να είναι σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης και να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, που αποσκοπούν στην αποτροπή στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά 7 ότι οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών να περιλαμβάνουν τις εκπομπές ρύπων και άλλων ουσιών στη βάση υπολογισμού των τελών κυκλοφορίας των οχημάτων με κινητήρα 7 ότι η κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας απαίτηση έγκαιρης κοινοποίησης, δεν θίγει τις απαιτήσεις προηγούμενης κοινοποίησης που προβλέπονται από τις άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης 7 ότι το Συμβούλιο θα πρέπει να θεσπίσει, το αργότερο στις 30 Ιουνίου 1996, τις προδιαγραφές για το στάδιο «2000», βάσει πρότασης που θα υποβάλει η Επιτροπή το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1994 και ότι αυτή η πρόταση αποσκοπεί στη σημαντική μείωση των εκπομπών ρύπων από οχήματα με κινητήρα 7 ότι η Επιτροπή προέβη σε ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι οποίες κορυφώθηκαν με το Συμπόσιο «Εκπομπές των Αυτοκινήτων το 2000» που πραγματοποιήθηκε στις 21 και 22 Σεπτεμβρίου 1992, οπότε διαπιστώθηκε ότι η παρούσα προσέγγιση, επικεντρωμένη στις εκπομπές σωλήνα εξαγωγής των εξατμίσεων, αποτελεί ένα από το στοιχεία για το μετέπειτα στάδιο εφαρμογής των προδιαγραφών της παρούσας οδηγίας, στα πλαίσια μιας «πολύπλευρης αντιμετώπισης» που περιλαμβάνει όλα τα μέτρα μείωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προκαλείται από την οδική κυκλοφορία 7 ότι όλες οι παράμετροι, οι οποίες θεωρούνται ότι έχουν σημαντική επίπτωση στη ρύπανση αυτή, προς το παρόν μπορούν να απαριθμηθούν μόνο υπό μορφή καταλόγου 7 ότι η Επιτροπή πρόκειται να προβεί στην αναγκαία ανάλυση των πτυχών που αφορούν το περιβάλλον, την τεχνολογία, και την αποτελεσματικότητα ως προς το κόστος ούτως ώστε να προσδιοριστούν, πριν από το τέλος του 1994, ποσοτικά οι στόχοι των κοινοτικών μέτρων για το έτος 2000 7 ότι ο στόχος μείωσης του επιπέδου εκπομπής αερίων ρύπων των οχημάτων με κινητήρα συνεπάγεται ότι, κατά την εκπόνηση των προτάσεων των μέτρων που θα εφαρμοστούν από το έτος 2000, και με βάση τη θέσπιση, ιδίως, των τεχνικών συμπληρωματικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 4, η Επιτροπή θα προτείνει, ενδεχομένως, «τιμές-στόχους» που θα περιλαμβάνουν σημαντική περαιτέρω μείωση των εκπομπών, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Το παράρτημα Ι της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 2 1. Από την 1η Ιουλίου 1994, ή, εφόσον η παρούσα οδηγία δεν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 το αργότερο, έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή της, τα κράτη μέλη δέχονται να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, για τους σκοπούς του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 7 παράγραφος 1 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ. 2. Από 1ης Ιανουαρίου 1996, τα κράτη μέλη δεν χορηγούν πλέον για τύπο οχήματος: - την έγκριση τύπου ΕΟΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ ή - εθνική έγκριση τύπου, εκτός εάν γίνεται χρήση των διατάξεων του άρθρου 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, για λόγους συνδεόμενους με την ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλείται από εκπομπές, εφόσον δεν πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία. 3. Από 1ης Ιανουαρίου 1997, τα κράτη μέλη - πρέπει να θεωρούν ότι τα πιστοποιητικά πιστότητας που συνοδεύουν νέα οχήματα σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ δεν είναι πλέον έγκυρα για τους σκοπούς του άρθρου 7 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας και - πρέπει να αρνούνται τη χορήγηση πινακίδων κυκλοφορίας, πώληση και θέση σε κυκλοφορία νέων οχημάτων, τα οποία δεν συνοδεύονται από πιστοποιητικό πιστότητας σύμφωνα με την οδηγία 70/156/ΕΟΚ, εκτός εάν γίνεται χρήση των διατάξεων του άρθρου 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, για λόγους συνδεόμενους με την ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλείται από εκπομπές, εφόσαν τα οχήματα δεν πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 3 Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προβλέπουν τα φορολογικά κίνητρα παρά μόνο για οχήματα με κινητήρα, τα οποία είναι σύμφωνα με την οδηγία 70/220/ΕΟΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία. Τα εν λόγω κίνητρα πρέπει να είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της συνθήκης και να πληρούν τους ακόλουθους όρους: - πρέπει να ισχύουν για όλα τα νέα οχήματα τα οποία διατίθενται στην αγορά κράτους μέλους και πληρούν ήδη τις προδιαγραφές της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, - πρέπει να καταργηθούν μόλις αρχίσουν να εφαρμόζονται υποχρεωτικά οι τιμές εκπομπών, όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 για τα νέα οχήματα με κινητήρα, - για κάθε τύπο οχήματος με κινητήρα, πρέπει να αντιπροσωπεύουν ποσό χαμηλότερο από το επιπλέον κόστος των επιβαλλομένων τεχνικών λύσεων καθώς και το κόστος τοποθέτησής τους επί του οχήματος προς διασφάλιση της τήρησης των καθορισμένων τιμών. Η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται εγκαίρως ως προς τα σχέδια θέσπισης ή τροποποίησης των φορολογικών κινήτρων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ώστε να είναι σε θέση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Άρθρο 4 Το Συμβούλιο, ενεργώντας υπό τις συνθήκες που προβλέπονται στη συνθήκη, λαμβάνει το αργότερο στις 30 Ιουνίου 1996, θέση επί των προτάσεων που θα υποβάλει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994 η Επιτροπή για μια άλλη φάση κοινοτικών μέτρων κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τις εκπομπές των οχημάτων με κινητήρα. Τα μέτρα αυτά θα έχουν εφαρμογή από το έτος 2000 και μετά. Στις ανωτέρω προτάσεις, η Επιτροπή θα τηρεί την ακόλουθη προσέγγιση: - τα μέτρα θα είναι σχεδιασμένα κατά τρόπον ώστε να έχουν αποτελέσματα ανάλογα με τις κοινοτικές απαιτήσεις σε κριτήρια ποιότητας του αέρα καθώς και με τους συναφείς στόχους τους, - θα γίνεται αξιολόγηση των πτυχών κόστους-αποτελεσματικότητας κάθε μέτρου, Στο σχετικό υπολογισμό θα υπεισέρχεται, μεταξύ άλλων, η δυνητική συμβολή στην ποιοτική βελτίωση του αέρα: - της οργάνωσης της κυκλοφορίας, π.χ. σε ό,τι αφορά μια κατάλληλη κατανομή του περιβαλλοντικού κόστους, - της βελτίωσης των αστικών συγκοινωνιών, - των νέων κινητήριων τεχνολογικών μεθόδων (π.χ. ηλεκτρική έλξη), - της χρησιμοποίησης εναλλακτικών καυσίμων (π.χ. βιοκαυσίμων), - τα μέτρα θα είναι δεόντως θεμελιωμένα και αναλογικά με τους επιδιωκόμενους στόχους. Οι προτάσεις που θα εκπονηθούν με βάση τη μεθοδολογία που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο και τα οποία θα αποσκοπούν στη σημαντική μείωση των εκπομπών ρύπων σε σχέση με τα οχήματα τα καλυπτόμενα από την παρούσα οδηγία, θα περικλείουν ειδικότερα, τα ακόλουθα στοιχεία: 1. Περαιτέρω βελτιώσεις των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας: Με βάση την εκτίμηση: - των δυνατοτήτων της παραδοσιακής τεχνολογίας των κινητήρων και του σταδίου μετά την καύση, - των δυνατών βελτιώσεων της διαδικασίας δοκιμής, π.χ. εκκίνηση με ψυχρό τον κινητήρα, εκκίνηση με χαμηλές ή χειμερινές εξωτερικές θερμοκρασίες, διάρκεια ζωής (π.χ. στις δοκιμές πιστότητας), εξατμίσεις καυσίμων, - των μέτρων στο στάδιο έγκρισης τύπου, τα οποία ενισχύουν τις απαιτήσεις ελέγχου και συντήρησης, συμπεριλαμβανομένης π.χ. της ενσωμάτωσης διαγνωστικών συστημάτων στο όχημα, - της δυνατότητας ελέγχου της πιστότητας των κυκλοφορούντων οχημάτων, - των ενδεχόμενων αναγκών: i) για ειδικές τιμές HC και NOx, επιπλέον της αθροιστικής οριακής τιμής και ii) των μέτρων για ρύπους ως προς τους οποίους δεν υπάρχει ακόμη ρύθμιση. 2. Συμπληρωματικά τεχνικά μέτρα στα πλαίσια ειδικών οδηγιών, που θα περιλαμβάνουν: - βελτιώσεις της ποιότητας καυσίμου όσον αφορά τις εκπομπές επικίνδυνων ουσιών (ιδίως βενζόλιο) από τα οχήματα, - ενίσχυση των προδιαγραφών στα πλαίσια προγραμμάτων ελέγχου και συντήρησης. Οι μειωμένες οριακές τιμές που θα αποτελέσουν αντικείμενο της νέας οδηγίας δεν θα εφαρμοσθούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000 για νέες εγκρίσεις τύπου. Το Συμβούλιο αποφασίζει για τους όρους παροχής φορολογικών κινήτρων με βάση τις εν λόγω οριακές τιμές. Άρθρο 5 Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Ιουλίου 1994, ή, εφόσον η παρούσα οδηγία δεν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1993, έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή της. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες της αναφοράς αυτής εκδίδονται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 6 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, 23 Μαρτίου 1994. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος E. KLEPSCH Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (1) ΕΕ αριθ. C 56 της 26. 2. 1993, σ. 34. (2) ΕΕ αριθ. C 201 της 26. 7. 1993, σ. 9. (3) ΕΕ αριθ. C 112 της 20. 12. 1973, σ. 1. (4) ΕΕ αριθ. C 138 final της 17. 5. 1993, σ. 1. (5) ΕΕ αριθ. L 76 της 6. 4. 1970, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 93/59/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 186 της 28. 7. 1993, σ. 21). (6) ΕΕ αριθ. L 42 της 23. 2. 1970, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 93/81/ΕΟΚ της Επιτροπής (ΕΕ αριθ. L 264 της 23. 10. 1993, σ. 49). (7) ΕΕ αριθ. L 159 της 15. 6. 1974, σ. 61. (8) ΕΕ αριθ. L 32 της 3. 2. 1977, σ. 32. (9) ΕΕ αριθ. L 223 της 14. 8. 1978, σ. 48. (10) ΕΕ αριθ. L 197 της 20. 7. 1983, σ. 1. (11) ΕΕ αριθ. L 36 της 9. 2. 1988, σ. 1. (12) ΕΕ αριθ. L 214 της 6. 8. 1988, σ. 1. (13) ΕΕ αριθ. L 226 της 3. 8. 1989, σ. 1. (14) ΕΕ αριθ. L 242 της 30. 8. 1991, σ. 1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 70/220/ΕΟΚ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 93/59/ΕΟΚ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι 1. Το σημείο 3.1 έχει ως εξής: «3.1. Η αίτηση έγκρισης τύπου, βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, ενός τύπου οχήματος, όσον αφορά τις εκπομπές από τον σωλήνα εξαγωγής, τις εξατμιστικές εκπομπές και την αντοχή των συσκευών αντιρρύπανσης υποβάλλεται από τον κατασκευαστή του οχήματος.» 2. Το σημείο 4 έχει ως εξής: «4. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΤΥΠΟΥ ΕΟΚ 4.1. Εφόσον πληρούνται οι σχετικές απαιτήσεις, χορηγείται έγκριση τύπου ΕΟΚ βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ. 4.2. Υπόδειγμα του πιστοποιητικού έγκρισης τύπου ΕΟΚ δίδεται στο παράρτημα ΙΧ.» 3. Στο σημείο 5.3.1.4: Οι τίτλοι στις στήλες και η πρώτη γραμμή του πίνακα για τα οχήματα της κατηγορίας Μ αντικαθίστανται από τα παραηάτω: «>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> » 4. Το σημείο 7 έχει ως εξής: «7. ΠΙΣΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ 7.1. Τα μέτρα με τα οποία διασφαλίζεται η πιστότητα της παραγωγής λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ. Η συμμόρφωση της παραγωγής ελέγχεται βάσει της περιγραφής που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΧ της παρούσας οδηγίας. Εάν οι αρχές δεν ικανοποιηθούν από τη διαδικασία ελέγχου του κατασκευαστή, τότε ισχύουν τα σημεία 2.4.2 και 2.4.3 του παραρτήματος Χ της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ. 7.1.1. Εάν πρόκειται να πραγματοποιηθεί δοκιμή τύπου Ι και μια έγκριση τύπου οχήματος έχει μία ή περισσότερες επεκτάσεις, οι δοκιμές πραγματοποιούνται στο όχημα (οχήματα) όπως περιγράφεται (περιγράφονται) στο βασικό φάκελο. 7.1.1.1. Έλεγχος πιστότητας για δοκιμή τύπου Ι. Κατόπιν επιλογής των αρχών, ο κατασκευαστής δεν προβαίνει σε καμία ρύθμιση των επιλεγέντων οχημάτων. 7.1.1.1.1. Επιλέγονται τυχαία τρία οχήματα από τη σειρά και υποβάλλονται σε δοκιμή, όπως περιγράφεται στο σημείο 5.3.1 του παρόντος παραρτήματος. Οι παράγοντες φθοράς χρησιμοποιούνται κατά τον ίδιο τρόπο. Οι οριακές τιμές δίδονται στο σημείο 5.3.1.4 του παρόντος παραρτήματος. 7.1.1.1.2. Εάν οι αρχές ικανοποιηθούν από την τυποποιημένη απόκλιση της παραγωγής που δίδει ο κατασκευαστής σύμφωνα με το παράρτημα Χ της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, οι δοκιμές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το προσάρτημα 1 του παρόντος παραρτήματος. Εάν οι αρχές δεν ικανοποιηθούν από την τυποποιημένη απόκλιση της παραγωγής που δίδει ο κατασκευαστής σύμφωνα με το παράρτημα Χ της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, οι δοκιμές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το προσάρτημα 2 του παρόντος παραρτήματος. 7.1.1.1.3. Η παραγωγή μιας σειράς θεωρείται σύμφωνη ή όχι, βάσει δοκιμής των οχημάτων με δειγματοληψία, εφόσον λαμβάνεται θετική απόφαση για όλους τους ρύπους, ή λαμβάνεται αρνητική απόφαση για ένα ρύπο, σύμφωνα με τα ισχύοντα κριτήρια δοκιμής του κατάλληλου προσαρτήματος. Εάν ληφθεί θετική απόφαση για ένα ρύπο, η απόφαση αυτή δεν μεταβάλλεται με πρόσθετες δοκιμές που πραγματοποιούνται για να ληφθεί απόφαση σχετικά με άλλους ρύπους. Εάν δεν ληφθεί καμία θετική απόφαση για όλους τους ρύπους και δεν ληφθεί καμία αρνητική απόφαση για ένα ρύπο, πραγματοποιείται δοκιμή σε άλλο όχημα (βλέπε εικόνα 1/7). 7.1.1.2. Κατά παρέκκλιση των προδιαγραφών του σημείου 3.1.1 του παραρτήματος ΙΙΙ, οι δοκιμές διεξάγονται επί οχημάτων που εξέρχονται από τη γραμμή παραγωγής. 7.1.1.2.1. Εντούτοις, εάν το ζητήσει ο κατασκευαστής, οι δοκιμές διεξάγονται επί οχημάτων που έχουν διατρέξει: - 3 000 km, κατά το μέγιστο, για οχήματα με κινητήρα επιβαλλόμενης ανάφλεξης, - 15 000 km, κατά το μέγιστο, για οχήματα με κινητήρα ανάφλεξης δια συμπιέσεως. Στις περιπτώσεις αυτές, το στρώσιμο του οχήματος εκτελείται από τον κατασκευαστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη δέσμευση να μην επέμβει στα εν λόγω οχήματα. >ΑΡΧΗ ΓΡΑΦΗΚΟΥ> Δοκιμή τριών 3 οχημάτων Υπολογισμός του στατιστικού αποτελέσματος των δοκιμών Σύμφωνα με το κατάλληλο προσάρτημα, το στατιστικό αποτέλεσμα των δοκιμών συμφωνεί με τα κριτήρια αστοχίας της σειράς όσον αφορά τουλάχιστον ένα ρύπο; ΝΑΙ Η σειρά απορρίπτεται ΟΧΙ ΟΧΙ Σύμφωνα με το κατάλληλο προσάρτημα, το στατιστικό αποτέλεσμα των δοκιμών συμφωνεί με τα κριτήρια ανταπόκρισης της σειράς όσον αφορά τουλάχιστον ένα ρύπο; ΝΑΙ Η σειρά ανταποκρίνεται για έναν ή περισσότερους ρύπους Η σειρά ανταποκρίνεται για όλους τους ρύπους; ΝΑΙ Η σειρά εγκρίνεται ΟΧΙ Δοκιμή ενός ακόμη οχήματος Σχημά Ι.7 >ΤΕΛΟΣ ΓΡΑΦΗΚΟΥ> 7.1.1.2.2. Εάν ο κατασκευαστής ζητήσει να διεξαχθεί διαδικασία στρωσίματος του οχήματος ("Χ" km, όπου Χ ≤ 3 000 km για οχήματα με κινητήρα επιβαλλόμενης ανάφλεξης και ≤ 15 000 km για οχήματα με κινητήρα ανάφλεξης δια συμπιέσεως), η διαδικασία αυτή διεξάγεται ως ακολούθως: - οι εκπομπές ρύπων (τύπος Ι) μετρώνται σε 0 και "Χ" km επί του πρώτου υπό δοκιμήν οχήματος, - ο συντελεστής εξέλιξης των εκπομπών μεταξύ 0 και "Χ" km υπολογίζεται για κάθε ρύπο: Εκπομπές σε "Χ" km Εκπομπές σε 0 km Δύναται να είναι κατώτερος του 1. - τα υπόλοιπα οχήματα δεν υποβάλλονται στη διαδικασία στρωσίματος, αλλά οι εκπομπές τους σε 0 km προσαρμόζονται σύμφωνα με τον συντελεστή εξέλιξης. Στην περίπτωση αυτή, οι τιμές που λαμβάνονται υπόψη είναι: - οι τιμές σε "Χ" km για το πρώτο όχημα, - οι τιμές σε 0 km πολλαπλασιασμένες επί τον συντελεστή εξέλιξης για τα υπόλοιπα οχήματα. 7.1.1.2.3. Όλες οι δοκιμές αυτές μπορούν να διεξαχθούν με σύνηθες καύσιμο. Εν τούτοις, εάν το ζητήσει ο κατασκευαστής, δύνανται να χρησιμοποιηθούν τα πρότυπα καύσιμα που περιγράφονται στο παράρτημα VIII. 7.1.2. Εάν πρόκειται να διεξαχθεί δοκιμή τύπου ΙΙΙ, πρέπει να διεξάγεται επί όλων των οχημάτων που έχουν επιλεγεί για τη δοκιμή συντελεστή απόδοσης τύπου (7.1.1.1.1). Πρέπει να τηρούνται οι όροι που αναφέρει το σημείο 5.3.3.2. 7.1.3. Εάν πρόκειται να διεξαχθεί δοκιμή τύπου IV, πρέπει να διεξάγεται σύμφωνα με το σημείο 7 του παραρτήματος VI.» Προσάρτημα 1 1. Το παρόν προσάρτημα περιγράφει τη διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επαλήθευση της πιστότητας της παραγωγής για τη δοκιμή τύπου Ι, όταν η τυπική απόκλιση της παραγωγής του κατασκευαστή είναι ικανοποιητική. 2. Με ελάχιστο μέγεθος δείγματος 3, η διαδικασία δειγματοληψίας καθορίζεται κατά τρόπο ώστε η πιθανότητα μια παρτίδα να υποστεί με επιτυχία μια δοκιμή, να είναι 0,95 (κίνδυνος του προμηθευτή = 5 %), όταν 40 % της παραγωγής είναι ελαττωματικό, ενώ η πιθανότητα να εγκριθεί μια παρτίδα να είναι 0,10 (κίνδυνος του καταναλωτή = 10 %) όταν 65 % της παραγωγής είναι ελαττωματικό. 3. Για καθένα από τους ρύπους που αναφέρονται στο σημείο 5.3.1.4 του παραρτήματος Ι, χρησιμοποιείται η ακόλουθη διαδικασία (βλέπε σχήμα Ι.7). Όπου: L = ο φυσικός λογάριθμος της οριακής τιμής για τον ρύπο, Χ1 = ο φυσικός λογάριθμος της μέτρησης για το i-στο όχημα του δείγματος, s = μια εκτίμηση της τυπικής απόκλισης της παραγωγής μετά από αναγωγή των μετρήσεων σε φυσικό λογάριθμο, n = το μέγεθος του δείγματος. 4. Υπολογίστε για το δείγμα το στατιστικό αποτέλεσμα των δοκιμών που εκφράζει ποσοστικά το άθροισμα των τυπικών αποκλίσεων από το όριο και ορίζεται ως εξής: 1 S η Σ i = 1 (L - xi) 5. Τότε: - εάν το στατιστικό αποτέλεσμα των δοκιμών είναι μεγαλύτερο από τον αριθμό κριτηρίου ανταπόκρισης για το μέγεθος του δείγματος που δίδεται στον πίνακα Ι.1.5, θεωρούμε ότι υπάρχει ανταπόκριση για τον εν λόγω ρύπο, - εάν το στατιστικό αποτέλεσμα των δοκιμών είναι κατώτερο από τον αριθμό κριτηρίου αστοχίας για το μέγεθος του δείγματος που δίδεται στον πίνακα Ι.1.5, θεωρούμε ότι υπάρχει αστοχία για τον εν λόγω ρύπο 7 ειδάλλως, υποβάλλεται σε δοκιμή ένα ακόμη όχημα, σύμφωνα με το σημείο 7.1.1.1 του παραρτήματος Ι, και ο υπολογισμός επαναλαμβάνεται με δείγμα μεγαλύτερο κατά μία μονάδα από το προηγούμενο. >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Προσάρτημα 2 1. Το παρόν προσάρτημα περιγράφει τη διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των απαιτήσεων παραγωγής για τη δοκιμή τύπου Ι, όταν η τυπική απόκλιση της παραγωγής του κατασκευαστή είναι είτε μη ικανοποιητική είτε μη διαθέσιμη. 2. Με ελάχιστο μέγεθος δείγματος 3, η διαδικασία δειγματοληψίας καθορίζεται κατά τρόπο ώστε η πιθανότητα μια παρτίδα να υποστεί με επιτυχία μια δοκιμή, όταν 40 % της παραγωγής είναι ελαττωματικό, να είναι 0,95 (κίνδυνος του προμηθευτή = 5 %), ενώ η πιθανότητα να εγκριθεί μια παρτίδα, όταν 65 % της παραγωγής είναι ελαττωματικό, να είναι 0,1 (κίνδυνος του καταναλωτή = 10 %). 3. Οι μετρήσεις των ρύπων που αναφέρει η παράγραφος 5.3.1.4 του παραρτήματος Ι θεωρείται ότι ακολουθούν κανονική λογαριθμική κατανομή και πρέπει πρώτα να μετατραπούν λαμβάνοντας τους φυσικούς των λογαρίθμους. Έστω m0 και m το ελάχιστο και το μέγιστο μέγεθος δειγμάτων αντίστοιχα (m0 = 3 και m = 32) και έστω n το μέγεθος του δείγματος. 4. Εάν οι φυσικοί λογάριθμοι των μετρήσεων στη σειρά είναι x1, x2, . . ., xj και L είναι ο φυσικός λογάριθμος της οριακής τιμής για τον ρύπο, τότε, ορίσατε: dj = xj - L d-n = 1 n n Σ j = 1 dj v²n = 1 n n Σ j = 1 (dj - d-n)² 5. Ο πίνακας Ι.2.5 εμφαίνει τις τιμές των αριθμών κριτηρίου ανταπόκρισης (An) και αστοχίας (Bn) συναρτήσει του μεγέθους του δείγματος. Το στατιστικό αποτέλεσμα των δοκιμών είναι ο λόγος d-n/Vn και πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να προσδιορισθεί κατά πόσον οι σειρές ανταποκρίνονται ή αστοχούν στη δοκιμή ως ακολούθως: Για m0 ≤ n ≤ m: - Η σειρά ανταποκρίνεται εάν d-n/vn ≤ An; - Η σειρά αστοχεί εάν d-n/vn ≥ Bn; - Να γίνει νέα μέτρηση εάν si An < d-n/vn < Bn. 6. Παρατηρήσεις Οι ακόλουθοι αναδρομικοί τύποι είναι χρήσιμοι για τον υπολογισμό διαδοχικών τιμών του στατιστικού αποτελέσματος των δοκιμών: d-n = ( 1 - 1 n ) d-n-1 + 1 n dn v²n= ( 1 - 1 n ) v²n-1 + (d-n - dn)² n - 1 (n = 2, 3, . . .; d-1 = d1; v1 = 0) >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>