93/126/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1992 όσον αφορά μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και βάσει του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (IV/33.151 - Jahrhundertvertrag) (IV/33.997 - VIK-GVSt) (Το κείμενο στην γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 050 της 02/03/1993 σ. 0014 - 0026
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 22ας Δεκεμβρίου 1992 όσον αφορά μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ και βάσει του άρθρου 65 της συνθήκης ΕΚΑΧ (IV/33.151 - Jahrhundertvertrag) (IV/33.997 - VIK-GVSt) (Το κείμενο στη γερμανιική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (93/126/ΕΟΚ)Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, τον κανονισμό αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962 πρώτο κανονισμό εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, και ιδίως τα άρθρα 6 και 8, τις αιτήσεις έκδοσης αρνητικής πιστοποίησης ή απαλλαγής, που υπέβαλε την 1η Ιουνίου 1989 και στις 2 Ιουλίου 1991 ο Gesamtverband des deutschen Steinkohlebergbaus (Ενιαίος σύνδεσμος των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης λιθάνθρακα), βάσει των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού αριθ. 17, την περίληψη του ουσιώδους περιεχομένου της κοινοποίησης που δημοσιεύθηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 19 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 17 (2), Έπειτα από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων, βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 17, Εκτιμώντας: Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΙΣΤΑΤΙΚΑ Α. Ο "Jahrhundertvertrag" ("εκατονταετές συμβόλαιο") (1) Ως εκατονταετές συμβόλαιο χαρακτηρίζεται το συνολικό πλέγμα των συμφωνιών, βάσει των οποίων οι δημόσιες επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής ηλεκτρικού ρεύματος (που στο εξής καλούνται EVU) καθώς και οι βιομηχανικές επιχειρήσεις αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αγοράζουν μέχρι το 1995 ορισμένες ποσότητες γερμανικού λιθάνθρακα προς τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το ενιαίο πλέγμα συμβάσεων αποτελεί μέρος μιας συνολικής προσέγγισης προς υποστήριξη των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης λιθάνθρακα και η σύναψή του πραγματοποιήθηκε με την ενεργό υποστήριξη του ομοσπονδιακού υπουργού Οικονομίας, ο οποίος είναι παράλληλα αρμόδιος για τα ορυχεία και τα θέματα ενέργειας. Το εκατονταετές συμβόλαιο ισχύει μόνο μεταξύ επιχειρήσεων από την επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πριν από την προσχώρηση των νέων ομοσπονδιακών κρατών. (2) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι οι δύο συμφωνίες, με τις οποίες δημιουργείται το πλαίσιο για το "εκατονταετές συμβόλαιο". Πρόκειται για τις συμφωνίες "Ergaenzungsvereinbarung ueber den Absatz deutscher Steinkohle bis 1995" ("πρόσθετη συμφωνία σχετικά με την πώληση γερμανικού λιθάνθρακα μέχρι το 1995") η οποία συνήφθη μεταξύ του Gesamtverband des deutschen Steinkohlenbergbaus (Ενιαίου συνδέσμου των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης λιθάνθρακα) με έδρα το Έσσεν (που στο εξής καλείται GVSt) και του Vereinigung Deutscher Elektrizitaetswerke e.V. (Συνδέσμου των γερμανικών εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος εγγεγραμμένου σωματείου), με έδρα τη Φρανκφούρτη του Μάιν (ο οποίος στο εξής καλείται VDEW) της 23ης Απριλίου 1980 και "Ergaenzungsvereinbarung ueber den Absatz deutscher Steinkohle an die industrielle Kraftwirtschaft bis 1995" ("πρόσθετη συμφωνία σχετικά με την πώληση γερμανικού λιθάνθρακα στις βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ρεύματος μέχρι το 1995"), η οποία συνήφθη στις 20 Απριλίου 1980 μεταξύ του GVSt) και του Vereinigung Industrielle Kraftwirtschaft e.V. (Συνδέσμου βιομηχανικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, εγγεγραμμένου σωματείου), με έδρα το Έσσεν (που στο εξής καλείται VIK). Η συμφωνία μεταξύ των GVSt, σε ανταπόκριση του αιτήματος παροχής πληροφοριών που απηύθυνε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής, ενώ η συμφωνία μεταξύ των GVSt και VIK δηλώθηκε στις 2 Ιουλίου 1991. 1. Οι αντισυμβαλλόμενοι (3) Ο GVSt αποτελεί σύνδεσμο επιχειρήσεων, ο οποίος εκπροσωπεί τα συμφέροντα των επιχειρήσεων εξόρυξης λιθάνθρακα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σύμφωνα με το καταστατικό του. Μέλη του είναι τέσσερις περιφερειακοί σύνδεσμοι εξόρυξης λιθάνθρακα. Στη Γερμανία υπάρχουν έξι επιχειρήσεις εξόρυξης λιθάνθρακα, από τις οποίες τρεις ανήκουν σε ένα όμιλο. Ο VDEW εκπροσωπεί ως σύνδεσμος τα συμφέροντα των επιχειρήσεων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας του Δημοσίου. Μέλη του είναι οι δημόσιες επιχειρήσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν παράγουν όλα τα μέλη του VDEW ηλεκτρική ενέργεια από λιθάνθρακα ή δεν παράγουν καν ηλεκτρική ενέργεια. Η πρόσθετη συμφωνία που έχει συναφθεί με τον GVSt αφορά συνολικά 44 μέλη του VDEW. Ο VIK εκπροσωπεί ως σύνδεσμος τα συμφέροντα των βιομηχανικών επιχειρήσεων στα θέματα του ενεργειακού εφοδιασμού και εκπροσωπεί σε συνάρτηση με τα ζητήματα αυτά και τα συμφέροντα βιομηχανικών επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν οι ίδιες ηλεκτρική ενέργεια. 2. Η συμφωνία μεταξύ GVSt και VDEW (4) Η "πρόσθετη συμφωνία σχετικά με την πώληση γερμανικού λιθάνθρακα μέχρι το 1995" της 23ης Απριλίου 1980 συμπληρώνει και αντικαθιστά την "Vereinbarung ueber den Absatz deutscher Steinkohle an die oeffentliche Elektrizitaetswirtschaft in den Jahren 1978 bis 1987" ("συμφωνία σχετικά με την πώληση γερμανικού λιθάνθρακα στις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του δημοσίου κατά τα έτη 1978 έως 1987") η οποία είχε συναφθεί στις 10 Μαΐου 1977 μεταξύ του GVSt και VDEW. Στη συμφωνία ρυθμιζόταν η απορρόφηση γερμανικού λιθάνθρακα από τις EVU κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 1981 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Σε δηλώσεις γενικού περιεχομένου που είχαν υποβάλει έναντι των συνδέσμων τους (τις αποκαλούμενες "δηλώσεις ανάληψης υποχρεώσεων"), οι γερμανικές EVU, οι οποίες παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα από λιθάνθρακα, και οι γερμανικές επιχειρήσεις εξόρυξης είχαν αναλάβει την υποχρέωση να απορροφούν ή να προμηθεύουν ορισμένες ποσότητες άνθρακα, οι οποίες δεν προσδιορίζονται ωστόσο επακριβώς, με μνεία των συγκεκριμένων στοιχείων. Σε ένα παράρτημα που είχε προσαρτηθεί στην πρόσθετη συμφωνία, τις αποκαλούμενες βασικές αρχές της συμφωνίας, ρυθμίζονταν μεμονωμένες πτυχές των υποχρεώσεων απορρόφησης και παράδοσης ποσοτήτων, καθώς και η συνολική ποσότητα του απορροφηθησομένου λιθάνθρακα. Σύμφωνα με το κείμενο των βασικών αρχών της συμφωνίας, φορείς των εκάστοτε υποχρεώσεων απορρόφησης ή προμήθειας ποσοτήτων ήταν οι EVU ή οι γερμανικές επιχειρήσεις εξόρυξης. Η σύναψη των μεμονωμένων συμβάσεων παράδοσης άνθρακα συνομολογήθηκε μεταξύ των μεμονωμένων επιχειρήσεων εξόρυξης (συνολικά έξι) και των μεμονωμένων EVU (συνολικά 44). Στις βασικές αρχές της συμφωνίας προβλεπόταν για τη χρονική διάρκεια του συμβολαίου η απορρόφηση συνολικής ποσότητας 511,5 εκατομμυρίων τόνων μονάδων λιθάνθρακα (SKE). Οι υποχρεώσεις αγοράς ποσοτήτων διευκρινίζονταν εκάστοτε για χρονικό διάστημα μιας πενταετίας (τα αποκαλούμενα "πεμπτημόρια"). Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1981 έως τις 31 Ιανουαρίου 1985 προβλεπόταν η απορρόφηση συνολικής ποσότητας 151 εκατομμυρίων τόνων SKE (μέση ετήσια συνολική ποσότητα 30,2 εκατομμυρίων τόνων SKE), κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1986 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1990 προβλεπόταν η αγορά συνολικής ποσότητας 173 εκατομμυρίων τόνων SKE (μέση ετήσια συνολική ποσότητα 34,6 εκατομμυρίων τόνων SKE), και κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1991 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995 είχε προβλεφθεί η απορρόφηση συνολικής ποσότητας 187,5 εκατομμυρίων τόνων SKE (37,5 εκατομμυρίων τόνων SKE). Οι EVU είχαν δεσμευθεί να απορροφούν ετησίως τουλάχιστον το ένα πέμπτο, μειωμένο κατά ποσοστό 15 %, της εκάστοτε συνολικής ποσότητας που προβλεπόταν να απορροφηθεί κατά τη διάρκεια του πενταετούς χρονικού διαστήματος. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης ήταν υποχρεωμένες να προμηθεύουν ετησίως μέχρι το ένα πέμπτο της προαναφερόμενης συνολικής ποσότητας, προσαυξημένο κατά 15 %. Παρά το γεγονός ότι στην πρόσθετη συμφωνία προβλεπόταν κατά βάση η απορρόφηση γερμανικού λιθάνθρακα, σε μία σημείωση στο πρωτόκολλο αναφορικά με την παράγραφο 1, των βασικών αρχών της συμφωνίας προβλέπεται ότι ποσοστό 50 % των ετήσιων ποσοτήτων που προέρχονται από την Houilliere du Bassin de Lorraine θα λογίζονται ως παράδοση ποσοτήτων κατά την έννοια της συμφωνίας, με ανώτατο όριο ωστόσο 50 000 τόνων SKE ετησίως. (5) Σε επιστέγασμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των αντισυμβαλλομένων πλευρών του "εκατονταετούς συμβολαίου", συμφωνήθηκε στο πλαίσιο του αποκαλούμενου "Γύρου διαπραγματεύσεων για τον άνθρακα του 1989" να μειωθούν οι αρχικά προβλεφθείσες ποσότητες άνθρακα. Οι υποχρεώσεις απορρόφησης των EVU και των βιομηχανικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, συνυπολογιζόμενες από κοινού, θα πρέπει σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτά να ανέλθουν κατά τη διάρκεια του τρίτου πεμπτημορίου σε ποσότητα 40,9 εκατομμυρίων τόνων SKE, ετησίως. Στη συμφωνία μεταξύ των GVSt και των VDEW αναλογεί, με βάση τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων αυτών, ετήσια ποσότητα 34,4 εκατομμυρίων τόνων SKE, ποσότητα στην οποία βασίστηκε και ο GVSt κατά την υποβολή της δήλωσης. Πράγματι, οι EVU δεν απορρόφησαν πλήρως κατά το χρονικό διάστημα από το 1986 έως το 1990 τις συμβατικά προβλεπόμενες ποσότητες εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο μέχρι το ύψος των 168 εκατομμυρίων τόνων SKE. Η απορροφηθείσα ετήσια ποσότητα ανήλθε κατά το 1989 σε 32,9 εκατομμύρια τόνους SKE, ενώ κατά το 1990 αγοράστηκε ποσότητα 33,5 εκατομμυρίων τόνων SKE. (6) Σύμφωνα με την παράγραφο 3 των βασικών αρχών της συμφωνίας, οι EVU και οι επιχειρήσεις εξόρυξης λιθάνθρακα δικαιούνται να μεταβιβάζουν τις υποχρεώσεις απορρόφησης και παράδοσης ποσοτήτων σε άλλες EVU και επιχειρήσεις εξόρυξης λιθάνθρακα. Εάν αλλάζει η περιοχή εφοδιασμού κάποιου EVU, η υποχρέωση απορρόφησης αναπροσαρμόζεται, ανάλογα με την προσαύξηση ή τη μείωση της απορροφώμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με μία σημείωση που έχει καταχωρηθεί στο πρωτόκολλο αναφορικά με το άρθρο 2 παράγραφος 4 των βασικών αρχών της συμφωνίας, οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα υποχρεούνται, σε περίπτωση που η δική τους εξόρυξη δεν επαρκεί προς εκπλήρωση των συμβατικά οφειλομένων ποσοτήτων, να απορροφήσουν τις υπολειπόμενες ποσότητες αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά. (7) Οι τιμές διαφορφώνονται με βάση τις ακόλουθες ρυθμίσεις: οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα εισπράττουν την τιμή που καθορίζει ο ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομίας, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 του τρίτου νόμου χρησιμοποίησης άνθρακα για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της 12ης Δεκεμβρίου 1974 και των εκάστοτε ισχυουσών κατευθυντηρίων οδηγιών αναφορικά με το θέμα αυτό, με ανώτατο όριο για την εισπραττόμενη τιμή την εκάστοτε οφειλόμενη τιμή τιμοκαταλόγου, η οποία χρεώνεται για την παράδοση ποσοτήτων άνθρακα χαμηλής ποιότητας, αφαιρουμένων των εκπτώσεων που ισχύουν για τις παραδιδόμενες ποσότητες άνθρακα χαμηλής ποιότητας. 3. Η συμφωνία μεταξύ GVSt και VIK (8) Η συμφωνία μεταξύ της GVSt και VIK συνήφθη παράλληλα με τη συμφωνία που αναλύθηκε προηγουμένως. Αντικείμενο της συμφωνίας της 20ής Απριλίου 1980 είναι η αγορά γερμανικού λιθάνθρακα από τις βιομηχανικές μονάδες οι οποίες παράγουν αυτόνομα ηλεκτρική ενέργεια. Η συμφωνία αυτή συμπληρώνει και αντικαθιστά τη συμφωνία "Vereinbarung ueber den Absatz deutscher Steinkohle an die Industrielle Kraftwirtschaft", η οποία είχε συναφθεί στις 22 και 23 Αυγούστου 1977 μεταξύ των GVSt και VIK. Στις βασικές αρχές της συμφωνίας που προσαρτώνται υπό τη μορφή του παραρτήματος, διευκρινίζονται λεπτομέρειες των υποχρεώσεων απορρόφησης και παράδοσης ποσοτήτων. Βάσει του άρθρου 4 της πρόσθετης συμφωνίας, οι VIK και GVSt επωμίζονται την υποχρέωση να επηρεάσουν τις επιχειρήσεις που είναι μέλη τους, ούτως ώστε αυτές να συνάψουν πάραυτα ατομικές συμβάσεις απορρόφησης λιθάνθρακα με χρονική ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Ο VIK δηλώνει αναφορικά με το σημείο αυτό στη συμφωνία ότι απευθύνει πάραυτα στις επιχειρήσεις μέλη του τη σύσταση να συνάψουν αμέσως μακροχρόνιες ατομικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, με τις επιχειρήσεις των γερμανικών ορυχείων εξόρυξης λιθάνθρακα, με αντικείμενο την κάλυψη των αναγκών τους σε γερμανικό λιθάνθρακα για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, σε εκπλήρωση των βασικών αρχών της συμφωνίας. Μια τέτοια σύσταση απηύθυνε ο VIK πράγματι προς τα μέλη του. Ο GVSt δηλώνει στη συμφωνία ότι του έχουν υποβληθεί δηλώσεις ανάληψης υποχρεώσεων από έξι επιχειρήσεις εξόρυξης, δηλώσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις αυτές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εκπληρώσουν τις προσδιοριζόμενες υποχρεώσεις στις βασικές αρχές της συμφωνίας και να προχωρήσουν στη σύναψη ατομικών συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου για την παράδοση λιθάνθρακα με τα μέλη του VIK. Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 6 της πρόσθετης συμφωνίας ο VIK και ο GVSt εξακριβώνουν, έπειτα από την παρέλευση ενός έτους, κατά πόσον εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του GVSt, οι αντισυμβαλλόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τη διάταξη αυτή και δεν προέβησαν στις αντίστοιχες διαπιστώσεις. Ο λόγος γι' αυτό ήταν ότι η κατάσταση του ανταγωνισμού δεν επέτρεπε, από τη σκοπιά των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα, να αποκαλυφθούν ξεκάθαρα έναντι τρίτων οι αντισυμβαλλόμενοι, οι ποσότητες και οι συμβάσεις. Το γεγονός ότι στη συμφωνία είχε προβλεφθεί η σχετική εξακρίβωση εξηγείται από το ότι με τον τρόπο αυτό επιδιωκόταν η μεγαλύτερη δυνατή σύμπτωση με τους όρους της παράλληλης συμφωνίας που ίσχυε με τον VDEW. (9) Κατά το χρονικό διάστημα από το 1980 έως το 1988, στις βασικές αρχές της συμφωνίας προβλεπόταν η απορρόφηση ετήσιας ποσότητας 8,8 εκατομμυρίων τόνων SKE, ενώ για τα έτη 1989 έως 1995, προβλεπόταν να παραδοθεί, κατά μέσο όρο, ετήσια ποσότητα 9,8 εκατομμυρίων τόνων SKE. Τα μέλη των GVSt και VIK συνήψαν ατομικές συμβάσεις παράδοσης γερμανικού λιθάνθρακα, παραπέμποντας στους όρους της πρόσθετης συμφωνίας και στις βασικές αρχές της συμφωνίας. Στο άρθρο 3 των βασικών αρχών της συμφωνίας περιλαμβάνεται η διάταξη ότι ανεξάρτητα από την επωμισθείσα συνολική υποχρέωση απορρόφησης, η ετήσια υποχρέωση απορρόφησης των μεμονωμένων βιομηχανικών μονάδων αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ανέρχεται τουλάχιστον σε 1/15 των συνολικών υποχρεώσεων απορρόφησης ποσοτήτων, μειωμένων κατά 15 %. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παραδίδουν ετησίως ποσότητα μέχρι 1/15 της συνολικής υποχρέωσης απορρόφησης, προσαυξημένο κατά 15 %. Οι προσαυξημένες ή οι μειωμένες ποσότητες που έχει απορροφήσει μία βιομηχανική μονάδα αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να ισοφαρίζεται κάθε φορά στο πλαίσιο των χρονικών περιόδων 1981 1985, 1986 1990 και 1991 1995. Ποσότητα μέχρι και 15 % της ετήσιας υποχρέωσης απορρόφησης επιτρέπεται να μεταφέρεται σε άλλη χρονική περίοδο. Ο GVSt ανακοίνωσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι οι ατομικές συμβάσεις παράδοσης ποσοτήτων δεν συνήφθησαν για την αρχικά προβλεφθείσα ποσότητα, αλλά κατ' ανώτατο όριο για μια τάξη μεγέθους που ανερχόταν στα τρία τέταρτα της προαναφερθείσας ποσότητας. Κατά το χρονικό διάστημα από το 1986 έως το 1990, διοχετεύτηκαν, κατά μέσο όρο, 6,7 εκατομμύρια τόνοι SKE, ενώ κατά το έτος 1990 διατέθηκε ποσότητα 6,3 εκατομμυρίων τόνων SKE. Με αφετηρία την ποσότητα που όφειλε να απορροφηθεί από όλες τις βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, σύμφωνα με την πολιτική συμφωνία που είχε επιτευχθεί κατά το "Γύρο των διαπραγματεύσεων για τον άνθρακα του 1989", η οποία ανερχόταν συνολικά στην ποσότητα των 40,9 εκατομμυρίων τόνων SKE, ετησίως, στη δήλωση για το χρονικό διάστημα από το 1991 έως το 1995 είχε ληφθεί ως βάση ότι η ετήσια ποσότητα θα ανερχόταν σε 6,5 εκατομμύρια SKE. Στην ποσότητα αυτή συμπεριλαμβάνονταν επίσης και οι συμβάσεις με τις βιομηχανικές μονάδες αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες δεν ήταν μέλη του VIK. (10) Η διάταξη αναφορικά με την τιμή συμβαδίζει με τη ρύθμιση που έχει περιληφθεί στη συμφωνία μεταξύ GVSt και VDEW. 4. Τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων (11) Σε επιστέγασμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής, της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης συμφωνήθηκε ότι οι υποχρεώσεις απορρόφησης των δημόσιων και των βιομηχανικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν θα υπερβούν μέχρι το 1995 ανώτατη ετήσια ποσότητα ύψους 40,9 εκατομμυρίων τόνων SKE και ότι κατά το έτος 1995, δεν θα παραδοθεί από νεοεξορυσσόμενη παραγωγή, ποσότητα ανώτερη από 37,5 εκατομμύρια τόνους SKE. Η εναπομένουσα ποσότητα μπορεί να προέλθει από άλλες πηγές, όπως για παράδειγμα από τα αποθέματα. 5. Η αγορά άνθρακα και ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία (12) Η παραγωγή άνθρακα μειώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην Κοινότητα και τη Γερμανία. Στη Γερμανία εξορύχθηκε το 1990 ποσότητα 76,55 εκατομμυρίων τόνων άνθρακα (1980 : 94,94 εκατομμύρια τόνοι), ενώ η συνολικά εξορυχθείσα ποσότητα της Κοινότητας ανήλθε σε 197,35 εκατομμύρια τόνους (1980 : 260,33 εκατομμύρια τόνοι). Οι συνολικές εισαγωγές στην Κοινότητα ανήλθαν στην ποσότητα των 125,82 εκατομμυρίων τόνων κατά το 1990, ενώ οι ενδοκοινοτικές εισαγωγές ανήλθαν σε 10 εκατομμύρια τόνους. Οι εισαγωγές στην Γερμανία ανήλθαν κατά το 1990 σε 9,32 εκατομμύρια τόνους άνθρακα, ποσότητα από την οποία 0,68 εκατομμύρια τόνοι προήλθαν από τα άλλα κράτη μέλη. Οι εξαγωγές άνθρακα ανήλθαν σε 5,27 εκατομμύρια τόνους. Από την ποσότητα αυτή 4,90 εκατομμύρια τόνοι εξήχθησαν προς τα άλλα κράτη μέλη, ιδιαίτερα με τη μορφή του οπτάνθρακα. Η τιμή του γερμανικού λιθάνθρακα είναι σαφώς υψηλότερη από το επίπεδο τιμών που επικρατεί στην παγκόσμια αγορά. Κατά το 1990 το μέσο κόστος εξόρυξης για ένα τόνο SKE γερμανικής εξόρυξης ανερχόταν περίπου σε 131 Ecu (κλίμακα διακύμανσης 100-175 Ecu). Το μέσο κόστος εξόρυξης για το βρετανικό άνθρακα ανήλθε σε 87 Ecu περίπου (60-160 Ecu), ενώ το κόστος για τον ισπανικό άνθρακα ανήλθε περίπου σε 145 Ecu (80-250 Ecu). Η μέση τιμή του άνθρακα παγκόσμιας αγοράς που εισήχθη στην Κοινότητα κυμάνθηκε κατά το 1989 σε 50 Ecu περίπου (cif). (13) Η ακαθάριστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία (συμπεριλαμβανομένων των νέων ομόσπονδων κρατιδίων) ανήλθε κατά το 1990 σε 549,8 TWh. Το μερίδιο των EVU κυμάνθηκε γύρω στο 84,7 % περίπου, ενώ το μερίδιο των βιομηχανικών μονάδων αυτόνομης παραγωγής ανήλθε περίπου σε 15,24 %. Η ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθε κατά το 1990 σε 550 εκατομμύρια TWh. Από αυτές, περίπου 449 TWh καταναλώθηκαν στα παλαιά κρατίδια και περίπου 101 TWh στα νέα κρατίδια. Οι εισαγωγές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (συμπεριλαμβανομένων των νέων κρατιδίων) ανήλθαν κατά το 1990 σε 28,24 TWh και οι εξαγωγές σε 28,4 TWh. Το ισοζύγιο των ανταλλαγών ενεφάνισε ελάχιστες διακυμάνσεις κατά τα τελευταία έτη. Σε ορισμένα έτη υπήρξε ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο ανταλλαγών ρεύματος, ενώ σε άλλα έτη το ισοζύγιο ήταν αρνητικό. Κατά τα έτη από το 1985 έως το 1990 το αρνητικό υπόλοιπο των ανταλλαγών ανήλθε το πολύ σε ποσοστό 1,25 % της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. (14) Το μερίδιο του λιθάνθρακα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανερχόταν κατά τη χρονική στιγμή της κοινοποίησης των συμφωνιών σε 30 % περίπου. Συνυπολογίζοντας τα νέα ομόσπονδα κράτη, που προσχώρησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1990, το μερίδιο των διαφόρων πρωτογενών πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, στην κλίμακα του συνολικού έτους 1990, εκτιμάται ως εξής, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας: λιγνίτης (31,1 %), πυρηνική ενέργεια (27,7 %), λιθάνθρακας (25,6 %), υδάτινες πηγές (3,6 %), φυσικό αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης και άλλες πηγές ενέργειας (12 %). 6. Οι κρατικές ενισχύσεις που παρέχονται για τη χρησιμοποίηση του λιθάνθρακα κατά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (15) Καθώς η τιμή του γερμανικού λιθάνθρακα είναι σημαντικά υψηλότερη από το επίπεδο τιμών που επικρατεί στην παγκόσμια αγορά, η χρησιμοποίηση του άνθρακα γερμανικής εξόρυξης για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας καθίσταται δυνατή μόνο σε περίπτωση που παρέχεται κρατική υποστήριξη. Η υποστήριξη αυτή λαμβάνει αφενός μεν τη μορφή των άμεσων εξισωτικών πληρωμών και, από την άλλη πλευρά, παρέχεται με περιορισμό της εισαγωγής άνθρακα τρίτων χωρών και με παραχωρήσεις αδειών εισαγωγής. Οι όροι χορήγησης αδειών εισαγωγής ρυθμίζονται στο νόμο αναφορικά με τις τελωνειακές ποσοστώσεις των στερεών καυσίμων (3), ενώ το καθεστώς παροχής άμεσων κρατικών ενισχύσεων διέπεται από τις ρυθμίσεις του "Gesetz ueber die weitere Sicherung des Einsatzes von Gemeinschaftskohle in der Elektrizitaetswirtschaft" ("Νόμος σχετικά με την περαιτέρω εξασφάλιση της χρησιμοποίησης κοινοτικού άνθρακα στις βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας") (τρίτος νόμος χρησιμοποίησης για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας), του έτους 1974 (4). Προϋπόθεση για την παροχή των ενισχύσεων και τη χορήγηση των αδειών εισαγωγής είναι και στις δύο περιπτώσεις η απόδειξη της σύναψης μακροχρόνιων συμβάσεων σχετικά με την απορρόφηση κοινοτικού άνθρακα από τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Στο κείμενο των διατάξεων αυτών εξισώνεται ως εκ τούτου η απορρόφηση άνθρακα γερμανικής εξόρυξης με την απορρόφηση άνθρακα από τα άλλα κράτη μέλη. Στην πράξη ωστόσο, ο άνθρακας για του οποίου την απορρόφηση παρέχονται ενισχύσεις ή άδειες εισαγωγής είναι αποκλειστικά γερμανικός άνθρακας, με εξαίρεση τον άνθρακα που προμηθεύουν οι Houilleres du Bassin de Lorraine. Η χορήγηση άμεσων ενισχύσεων λαμβάνει τη μορφή της εξισωτικής κάλυψης του πρόσθετου κόστους που προκύπτει για τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω της απορρόφησης γερμανικού άνθρακα μέσω της καταβολής επιδοτήσεων από το "Ausgleichsfonds zur Sicherung des Steinkohleneinsatzes" ("εξισωτικό ταμείο προς εξασφάλιση της χρησιμοποίησης λιθάνθρακα"). Ως τιμή αναφοράς για τον καθορισμό του ύψους της επιδότησης λαμβάνεται για μία ορισμένη ποσότητα η παγκόσμια τιμή του λιθάνθρακα. Το εξισωτικό ταμείο συγκροτήθηκε βάσει των διατάξεων του τρίτου νόμου χρησιμοποίησης για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ως εξαρτημένη ειδική περιουσία της ομοσπονδίας. Η χρηματοδότηση του εξισωτικού ταμείου βασίζεται στην επιβολή ενός εξισωτικού τέλους (του αποκαλούμενου "Kohlepfennig") ("pfennig υπέρ του άνθρακα"), το οποίο οφείλουν να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, οι οποίες προμηθεύουν ηλεκτρική ενέργεια σε τελικούς καταναλωτές, καθώς και οι επιχειρήσεις αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στο βαθμό που οι επιχειρήσεις αυτές καταναλώνουν οι ίδιες την ενέργεια αυτή. Το εξισωτικό τέλος υπολογίζεται ως ποσοστιαία αναλογία των εσόδων που εισπράττονται από την προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος και χρεώνονται στον τελικό καταναλωτή με μέριμνα των επιχειρήσεων εφοδιασμού με ηλεκτρικό ρεύμα. Όσον αφορά ένα άλλο τμήμα των απορροφώμενων ποσοτήτων λιθάνθρακα, στις επιχειρήσεις παραγωγής λιθάνθρακα παρέχονται ετησίως άδειες εισαγωγής, με σκοπό την απορρόφηση άνθρακα από τρίτες χώρες. Αυτό γίνεται σύμφωνα με όσα ρυθμίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του νόμου για τις τελωνειακές ποσοστώσεις, ούτως ώστε για την ποσότητα, για την οποία δεν έχουν χορηγηθεί καθόλου ενισχύσεις, να χορηγούνται εγκρίσεις εισαγωγής άνθρακα τρίτων χωρών, σε αναλογία ένα προς ένα της ποσότητας απορροφηθέντος λιθάνθρακα. Σε αντίθεση με τα παλαιά κρατίδια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στα νέα ομοσπονδιακά κρατίδια ούτε παρέχονται επιδοτήσεις προς χρησιμοποίηση του λιθάνθρακα για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε υπόκειται η εισαγωγή άνθρακα από τρίτες χώρες σε περιορισμούς. (16) Στη συμφωνία μεταξύ GVSt και VDEW, η διαιώνιση των νόμιμων ρυθμίσεων παροχής ενισχύσεων και της ρύθμισης αναφορικά με την απορρόφηση άνθρακα τρίτων χωρών αποτελούν ρητή προϋπόθεση της υποχρέωσης απορρόφησης και παράδοσης ποσοτήτων. Αντίστοιχες διατάξεις περιλαμβάνονται επίσης στις μεμονωμένες συμβάσεις παράδοσης ποσοτήτων άνθρακα. Στην συμφωνία GVSt-VIK υπάρχει η διατύπωση ότι οι βιομηχανικές επιχειρήσεις αυτοδύναμης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα θεωρούν ως δεδομένο ότι η ισχύς των ρυθμίσεων αυτών θα συνεχιστεί. Στις μεμονωμένες συμβάσεις παράδοσης ποσοτήτων, η χορήγηση επιδοτήσεων αποτελεί επίσης όρο ή περιεχόμενο της σύμβασης. Β. Οι αποφάσεις χορήγησης επιδοτήσεων της Επιτροπής (17) Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση εθνικών επιδοτήσεων υπέρ των μονάδων εξόρυξης λιθάνθρακα ρυθμίζονται στη γενική απόφαση αριθ. 2064/86/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1986 περί καθιερώσεως κοινοτικών διατάξεων αναφορικά με τις ενισχύσεις υπέρ της βιομηχανίας άνθρακα (5). Οι ενισχύσεις προς υποστήριξη των μονάδων εξόρυξης λιθάνθρακα ενδέχεται, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να εγκριθούν από την Επιτροπή, εάν συμβάλλουν στην επίτευξη τουλάχιστον ενός των ακόλουθων στόχων: βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των μονάδων εξόρυξης λιθάνθρακα, η οποία συνεισφέρει στην κατοχύρωση της καλύτερης ασφάλειας εφοδιασμού- δημιουργία νέου δυναμικού εξόρυξης, στο βαθμό που το δυναμικό αυτό είναι βιώσιμο, από οικονομική άποψη- επίλυση των κοινωνικών και περιφερειακών προβλημάτων που συνδέονται με τις εξελίξεις της βιομηχανίας εξόρυξης λιθάνθρακα. Η απόφαση ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου 1986 έως 31 Δεκεμβρίου 1993. (18) Η Επιτροπή ενέκρινε με τις αποφάσεις 87/451/ΕΟΚ (6) και 89/296/ΕΚΑΧ (7), κατά το έτος 1987, εξισωτικές πληρωμές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, συνολικού ύψους 3,793 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων. Οι δηλωθείσες κατά το έτος 1988 εξισωτικές πληρωμές ύψους 4,7 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, εγκρίθηκαν από την Επιτροπή με την απόφαση της 89/296/ΕΚΑΧ. Ταυτόχρονα επιβλήθηκε στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ο όρος να υποβάλει στην Επιτροπή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1989 σχέδιο με στόχο τη μείωση των παρεχόμενων εξισωτικών πληρωμών στο πλαίσιο της ρύθμισης αυτής ή στο πλαίσιο οποιουδήποτε άλλου μέτρου με παρόμοια αποτελέσματα. Η Επιτροπή διαπίστωσε, εκτός των άλλων, ότι οι εξισωτικές πληρωμές οφείλουν να μειωθούν σταδιακά και να συμβαδίσουν με σχέδια αναδιάρθρωσης, εκσυγχρονισμού και εξορθολογισμού για τις επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα. Με έγγραφό της της 26ης Νοεμβρίου 1991, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα του Γύρου διαπραγματεύσεων για τον άνθρακα του 1991 και δήλωσε ότι με τον τρόπο αυτό υποβάλλει τις βασικές της αντιλήψεις αναδιάρθρωσης για τη γερμανική βιομηχανία εξόρυξης λιθάνθρακα. Ο GVSt προσέφυγε κατά της απόφασης 89/296/ΕΚΑΧ ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρενέβη στη δίκη υπέρ του GVSt. Με την απόφαση της Επιτροπής 90/632/ΕΚΑΧ (8) εγκρίθηκε μεταγενέστερη πληρωμή ύψους 200 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων- το συνολικό ποσό των εγκριθεισών εξισωτικών πληρωμών για το 1988 ανήλθε σε 4,9 δισεκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Για το έτος 1989, η Επιτροπή ενέκρινε την καταβολή εξισωτικών πληρωμών ύψους 4,9 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, ενώ κατά το έτος 1990 ενέκρινε με την απόφαση 90/633/ΕΚΑΧ (9) την καταβολή ποσού 4,6 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν επίσης αντικείμενο προσφυγής που υποβλήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Με την απόφαση της 93/66/ΕΚΑΧ της 25ης Νοεμβρίου 1992 (10), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης πληρωμές για το 1991 και 1992. Γ. Τα επιχειρήματα των αντισυμβαλλομένων (19) Ο GVSt είναι της άποψης ότι οι πρόσθετες συμφωνίες αποτελούν στοιχεία των βασικών αντιλήψεων κατοχύρωσης της ασφάλειας της ενεργειακής πολιτικής ενός κράτους μέλους και ότι δεν εμπίπτουν, υπό τη μορφή αυτή, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΟΚ και της συνθήκης ΕΚΑΧ. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πραγματικά περιστατικά και αξιολογικές κρίσεις, που δεν υπάγονται, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, στις αρμοδιότητες της Κοινότητας, επειδή δεν υπάρχει καμία πλήρως διαμορφωμένη ενεργειακή πολιτική της Κοινότητας. Όπως ανέπτυξε εξάλλου ο GVSt, οι πρόσθετες συμφωνίες ούτε περιορίζουν τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, αλλά ούτε και θίγουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Το ενδοκοινοτικό εμπόριο λιθάνθρακα έχει απειροελάχιστη σημασία. Κατά την χρονική στιγμή σύναψης του "εκατονταετούς συμβολαίου", δεν είχαν επίσης υποβληθεί προσφορές από άλλους παραγωγούς άνθρακα της Κοινότητας. Εκτός των άλλων χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και ο άνθρακας που προέρχεται από την περιοχή εξόρυξης των Houilleres du Bassin de Lorraine. Αντί για το γερμανικό λιθάνθρακα, η εναλλακτική λύση θα ήταν ο άνθρακας εισαγωγής τρίτων χωρών και όχι ο άνθρακας από τα άλλα κράτη μέλη. Σε ό,τι αφορά τις εναλλακτικές πρωτογενείς πηγές ενέργειας, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η κρατική νομοθεσία περιορίζει ήδη τις δυνατότητες χρήσης τους για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο άνθρακας δεν ανταγωνίζεται τις πυρηνικές πηγές παραγωγής ενέργειας, επειδή χρησιμοποιείται για το μέσο φορτίο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η πυρηνική ενέργεια χρησιμεύει για το βασικό φορτίο. Αλλά και η εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τη Γαλλία αποδεικνύει ότι υπάρχει διασυνοριακό εμπόριο. Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία που έχει ήδη συναφθεί με τον VIK, ο GVSt είναι της άποψης ότι η συμφωνία αυτή δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ, ακριβώς επειδή η σύσταση δεν είναι νομικά δεσμευτική για τις επιχειρήσεις μέλη του VIK. Όπως ισχυρίζεται ο GVSt, το άρθρο 65 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν εφαρμόζεται, επειδή οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα μπορούσαν να αναλάβουν τις υποχρεώσεις παράδοσης ποσοτήτων, στο πλαίσιο των πρόσθετων συμφωνιών μόνο από κοινού, όχι όμως μενονωμένα. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα θα πρέπει στο βαθμό αυτό να θεωρούνται όμιλος επιχειρήσεων. Ο GVSt είναι περαιτέρω της άποψης ότι και οι δύο πρόσθετες συμφωνίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η εφαρμογή των διατάξεων ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΟΚ αποκλείεται, βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Στην αντίθετη περίπτωση θα παρεμποδιζόταν μέσω των κανόνων ανταγωνισμού η εκπλήρωση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και στις επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα, προς εξασφάλιση του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, τόσο από το νόμο, όσο και από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Το καθεστώς υποχρεώσεων απορρόφησης ποσοτήτων λιθάνθρακα από την πλευρά των EVU διατηρεί στην ζωή μια εθνική πηγή ενέργειας, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές πρώτων υλών, και ιδίως τις εξελίξεις στον πετρελαϊκό χώρο. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης λιθάνθρακα προέβησαν κατά το 1980 σε εξαιρετικά εκτεταμένες επενδύσεις, εμπιστευόμενες την ισχύ της συμφωνίας. Η συμφωνία είναι εκτός των άλλων αναγκαία και προς αποφυγή κονωνικών ταραχών. Η μείωση του δυναμικού παραγωγής και η κατάργηση των θέσεων εργασίας στις βιομηχανίες εξόρυξης άνθρακα που είχε ήδη εγκαινιασθεί στη δεκαετία του 1950 συνεχίζεται και σήμερα, ενώ θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Μια υπερβολικά γρήγορη αναδιάρθρωση του εν λόγω βιομηχανικού κλάδου θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύσκολα ελεγχόμενες συνθήκες έντασης στις θιγόμενες περιοχές. (20) Δύο από τις EVU, οι οποίες θίγονται από τις υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων, εκφράζονται αντιθέτως με κριτικό πνεύμα αναφορικά με το "εκατονταετές συμβόλαιο". Όπως αναφέρουν οι επιχειρήσεις αυτές, συμφώνησαν με τις μεμονωμένες υποχρεώσεις απορρόφησης λιθάνθρακα που ανέλαβαν, μόνο εξαιτίας του φόβου που τους διακατείχε ότι στην αντίθετη περίπτωση δεν θα τους παρεχόταν η σχετική άδεια λειτουργίας για την κατασκευή των προγραμματιζομένων εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Η υπερβολικά υψηλή υποχρέωση απορρόφησης λιθάνθρακα έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυνατότητα απορρόφησης από άλλες πηγές στην ευρωπαϊκή αγορά. Η πρόσθετη συμφωνία θίγει τις δυνατότητες ανταγωνισμού που έχουν, ενώ επηρεάζει και το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Η μείωση των υποχρεώσεων απορρόφησης δεν θα έχει επιπτώσεις για την ασφάλεια του ανεφοδιασμού. Δ. Παρατηρήσεις τρίτων Έπειτα από τις δημοσιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 17, η Επιτροπή έλαβε τις ακόλουθες παρατηρήσεις τρίτων: (21) Σχετικά με τη συμφωνία GVSt-VDEW: οι κυβερνήσεις των κρατιδίων της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και του Σάαρ, καθώς και το συνδικάτο του βιομηχανικού κλάδου των ορυχείων και της ενέργειας είναι της άποψης ότι οι κανόνες ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΟΚ δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν επί της πρόσθετης συμφωνίας, λόγω του άρθρου 90 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ. Στην αντίθετη περίπτωση, θα παρεμποδιζόταν με τον τρόπο αυτό η εκπλήρωση των ιδιαίτερων καθηκόντων που έχουν μεταβιβαστεί στις EVU, τόσο από νομική, όσο και από πραγματική άποψη. Η πρόσθετη συμφωνία είναι εξάλλου αναγκαία τόσο για κοινωνικούς λόγους, όσο και για τους σκοπούς της εξασφάλισης του ενεργειακού ανεφοδιασμού. Σε αντίθεση με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, η κυβέρνηση του κρατιδίου της Βάδης Βυρτεμβέργης είναι της γνώμης ότι οι υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων σε συνάρτηση με τους όρους της πρόσθετης συμφωνίας αντιβαίνουν στην ύπαρξη μιας εσωτερικής αγοράς ενέργειας, η οποία βασίζεται στην επικράτηση του ανταγωνισμού στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται κατεπειγόντως να μειωθούν αισθητά οι υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων των EVU. (22) Μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης σχετικά με τη συμφωνία GVSt-VIK η Επιτροπή έλαβε τις ακόλουθες παρατηρήσεις: Μια γερμανική μεταλλουργική εταιρεία και η ένωση "Wirtschaftsvereinigung Metalle" δήλωσαν ότι το σύστημα ενισχύσεων άνθρακα μέσω του "Kohlepfennig" (δασμός άνθρακα) οδηγεί σε οικονομικά μειονεκτήματα για τους γερμανούς καταναλωτές ηλεκτρισμού και ότι η συμπληρωματική συμφωνία παραβιάζει το άρθρο 85 της συνθήκης ΕΟΚ. Πολλοί βρετανοί παραγωγοί λιθάνθρακα και η Συνομοσπονδία βρετανών παραγωγών λιθάνθρακα θεωρούν ότι η συμφωνία παραβιάζει το άρθρο 65 της συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς ο λιθάνθρακας μπορεί να παραχθεί στην Κοινότητα σε τιμή χαμηλότερη από αυτή που προβλέπει η συμφωνία. Η ένωση γερμανών εισαγωγέων λιθάνθρακα θεωρεί ότι η συμπληρωματική συμφωνία θα επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. ΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ Α. Άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. 1. Η συμφωνία μεταξύ GVSt και VDEW α) Συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων (23) Η "πρόσθετη συμφωνία" αποτελεί συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, κατά την έννοια που δίνεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στο πλαίσιο μιας συμφωνίας μεταξύ των συνδέσμων τους, οι EVU και οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα συνήψαν, πέρα από τις δηλώσεις ανάληψης υποχρεώσεων τις οποίες υπέβαλαν, ρυθμίσεις σχετικά με την πώληση γερμανικού άνθρακα, οι οποίες δεν δεσμεύουν άμεσα μόνο τους συνδέσμους, αλλά και τις επιχειρήσεις μέλη τους. β) Περιορισμός του ανταγωνισμού (24) Με την πρόσθετη συμφωνία περιορίζεται διττώς ο ανταγωνισμός: - Οι EVU, οι οποίες έχουν συνασπιστεί στο πλαίσιο του VDEW, ανέλαβαν από κοινού την υποχρέωση έναντι του GVSt και των μελών του να απορροφούν, με βάση μια κλίμακα κατανομής, προκαθορισμένες ποσότητες γερμανικού άνθρακα σε μακροχρόνια βάση. Το ότι η δέσμευση προσλαμβάνει αποκλειστικό χαρακτήρα προκύπτει και από το γεγονός ότι η υποχρέωση απορρόφησης είναι δυνατόν να προσαρμόζεται, ανάλογα με τη ζήτηση. Αυτό περιορίζει τον ανταγωνισμό ζήτησης πρωτογενών πηγών ενέργειας, από την πλευρά των EVU. Οι επιχειρήσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας αφαίρεσαν από τον εαυτό τους τη δυνατότητα, με την υποβολή κοινών και παράλληλων δηλώσεων ανάληψης υποχρεώσεων από την πλευρά τους, να χρησιμοποιήσουν άνθρακα άλλης προέλευσης ή άλλες πρωτογενείς πηγές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο ή η πυρηνική ενέργεια. ΟΙ EVU είναι υποχρεωμένες - έστω και εάν δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί η συγκεκριμένη επιχείρηση προμήθειας των ποσοτήτων - να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε λιθάνθρακα διαρκώς από το χώρο των μελών του GVSt, τη στιγμή που δεν έχει καθοριστεί οριστικά ούτε η συνολικά απορροφώμενη ποσότητα, αλλά ούτε και η τιμή. Το γεγονός ότι η γερμανική νομοθεσία ρυθμίζει τη χρησιμοποίηση πετρελαίου και φυσικού αερίου για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δεν αντιβαίνει στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Ο συγκεκριμένος περιορισμός του ανταγωνισμού δεν αποτελεί, από τη μια πλευρά, ήδη απόρροια των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, αλλά προέρχεται κατ' αρχάς από τις διατάξεις της πρόσθετης συμφωνίας. Η σύναψη της πρόσθετης συμφωνίας υποστηρίχθηκε βέβαια από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, χωρίς όμως να αποτελεί υποχρεωτικό μέτρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του γερμανικού δικαίου. Από την άλλη πλευρά, μια νομική πράξη του εθνικού δικαίου δεν επιτρέπεται, βάσει του άρθρου 5 της συνθήκης ΕΟΚ, να καθιστά δυνατή μια στάση η οποία διανοίγει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να αποφεύγουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85. Αλλά και η οδηγία 75/405/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Αυγούστου 1975 σχετικά με τον περιορισμό της χρησιμοποίησης προϊόντων πετρελαίου στα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας (11) δεν αντιβαίνει στην εφαρμογή του άρθρου 85. Η εκμετάλλευση του πετρελαίου για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και με τον τρόπο αυτό η ύπαρξη ενός πιθανού διακρατικού εμπορίου δεν αποκλείονται τελείως. Σε ό,τι αφορά τη χρησιμοποίηση του φυσικού αερίου για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι αντίστοιχοι περιορισμοί του κοινοτικού δικαίου εξαλείφθηκαν με την οδηγία 91/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου (12), με αποτέλεσμα το φυσικό αέριο να είναι απεριόριστα εκμεταλλεύσιμο ως πρωτογενής πηγή παραγωγής ενέργειας. - Η υποχρέωση απορρόφησης ποσοτήτων έχει περαιτέρω ως συνέπεια, σε σχέση με την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παράγεται από τον άνθρακα που αγοράζεται βάσει της προαναφερθείσας υποχρέωσης, να αποκλείεται παντελώς η εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τα άλλα κράτη μέλη. γ) Επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου (25) Η πρόσθετη συμφωνία είναι σε θέση να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, επειδή με την ύπαρξη της υποχρέωσης απορρόφησης γερμανικού λιθάνθρακα αποκλείεται στον αυτό βαθμό η εισαγωγή άνθρακα και άλλων πρωτογενών πηγών ενέργειας από τα άλλα κράτη μέλη. Το γεγονός ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο άνθρακα είναι μάλλον αμελητέο δεν αντιβαίνει στη θεώρηση αυτή. Αυτό μπορεί πολύ περισσότερο να είναι συνέπεια της στρέβλωσης του ανταγωνισμού που έχει ήδη επέλθει και δεν αποτελεί υποχρεωτικά απόδειξη για το ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει καθόλου ανταγωνισμός. Η σύγκριση του μέσου κόστους εξόρυξης για το γερμανικό και βρετανικό λιθάνθρακα (Ομοσμπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας 131 Ecu/τόνο SKE, Ηνωμένο Βασίλειο 87 Ecu/τόνο SKE) καταδεικνύει ότι για τις γερμανικές επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να υπάρξουν, χωρίς άλλο, οικονομικά ενδιαφέρουσες εναλλακτικές λύσεις, στη θέση της χρήσης του γερμανικού άνθρακα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του τρίτου νόμου χρησιμοποίησης για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι χορηγούμενες ενισχύσεις δεν περιορίζονται στην εκμετάλλευση γερμανικού λιθάνθρακα, αλλά μπορεί να δοθούν και για την εκμετάλλευση λιθάνθρακα από άλλα κράτη μέλη. Το αυτό ισχύει για την παραχώρηση αδειών εισαγωγής, σύμφωνα με το νόμο για τις τελωνειακές ποσοστώσεις. Έστω και εάν το ενδοκοινοτικό εμπόριο λιθάνθρακα είναι αμελητέο, δεν ισχύει το αυτό για τις άλλες πρωτογενείς πηγές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο. Αν δεν είχε θεσπιστεί η υποχρέωση απορρόφησης ποσοτήτων λιθάνθρακα, θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς ότι θα επικρατούσαν διαφορετικά ρεύματα εμπορίου και για αυτές τις πρωτογενείς πηγές ενέργειας. Ο επηρεασμός του διακρατικού εμπορίου είναι αναμφισβήτητος, στο βαθμό που αποκλείεται η εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τα άλλα κράτη μέλη. Η αντίρρηση του GVSt, ότι υπάρχει ήδη διακρατικό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας, δεν αντιβαίνει στην εκτίμηση αυτή. Οι ήδη υφιστάμενες εμπορικές σχέσεις δεν αποτελούν επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι κάποιος περιορισμός του ανταγωνισμού δεν παρεμποδίζει την εμφάνιση άλλων ρευμάτων εμπορίου. Η συμφωνία μεταξύ GVSt και VIK α) Συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων (26) Οι GVSt και VIK αποτελούν ενώσεις επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Η πρόσθετη συμφωνία συνιστά συμφωνία ενώσεων επιχειρήσεων. Οι συστάσεις που έχουν απευθύνει οι σύνδεσμοι αναφορικά με τη σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων απορρόφησης λιθάνθρακα έχουν το χαρακτήρα της απόφασης που λαμβάνει μία ένωση επιχειρήσεων. Η αντίρρηση του GVSt, ότι η σύσταση προς τα μέλη του VIK δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, δεν αντιβαίνει στη θεώρηση αυτή. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 27ης Ιανουαρίου 1987 (Feuerversicherung) (13), η σύσταση ενός σωματείου, η οποία αποτελεί έκφραση της βούλησής του, να συντονίζεται η στάση των μελών του σύμφωνα με τη διατυπωθείσα σύσταση, αποτελεί απόφαση μίας ένωσης επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, ανεξάρτητα από το γεγονός πώς θα πρέπει να εκτιμηθεί νομικά. Ο GVSt βασίζεται και ο ίδιος στην παραδοχή ότι, επιπροσθέτως στην ποσότητα των 34,4 εκατομμυρίων τόνων SKE, η οποία απορροφήθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας GVSt-VDEW, θα πρέπει να απορροφηθούν από βιομηχανικές μονάδες αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας άλλοι 6,5 εκατομμύρια τόνοι SKE, ούτως ώστε να επιτευχθεί η συνολική ετήσια ποσότητα των 40,9 εκατομμυρίων τόνων SKE. Έτσι θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή και η δήλωση του GVSt, ότι οι δύο συμφωνίες αποτελούν ενιαίο σύνολο. Με τη σύσταση επιδιωκόταν επομένως, ανεξάρτητα από το νομικά δεσμευτικό της χαρακτήρα, να συντονιστεί η στάση των βιομηχανικών μονάδων αυτόνομης παραγωγής ενέργειας. Το ότι η σύσταση οδήγησε σε αντίστοιχα αποτελέσματα, καταδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι οι βιομηχανικές επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα συνήψαν μεταξύ τους συμβάσεις με το επιδιωκόμενο συνολικό ύψος ποσοτήτων. Στο πλαίσιο των εκάστοτε ατομικών συμβάσεων, οι επιχειρήσεις μνημόνευσαν ρητά τη σύσταση. β) Περιορισμός του ανταγωνισμού και επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών (27) Σε ό,τι αφορά τον περιορισμό του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό του διακρατικού εμπορίου, ισχύουν οι αυτές σκέψεις που αναπτύχθηκαν και στην αιτιολογική σκέψη (25). Β. Η εφαρμογή του άρθρου 85 δεν αποκλείεται από τις διατάξεις του άρθρου 90 της συνθήκης ΕΟΚ (28) Η εφαρμογή του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ δεν αποκλείεται από το άρθρο 90 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ. Μπορεί να βασιστούμε στην παραδοχή ότι οι EVU εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 της συνθήκης ΕΟΚ, στο βαθμό που εγγυώνται το βασικό εφοδιασμό με ηλεκτρική ενέργεια. Κατά βάση, οι διατάξεις ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΟΚ, ισχύουν και για επιχειρήσεις στις οποίες έχει ανατεθεί η διεκπεραίωση υπηρεσιών ευρύτερου οικονομικού ενδιαφέροντος, εκτός εάν η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δημιουργεί κωλύματα για τις εν λόγω επιχειρήσεις κατά την εκπλήρωση των ιδιαίτερων καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Ο GVSt εκφράζει την άποψη ότι η εφαρμογή του άρθρου 85 θα παρεμπόδιζε την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών, από νομική ή πραγματική άποψη. Από κανένα στοιχείο όμως δεν διαφαίνεται ότι η βασική εξασφάλιση του δημόσιου εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια θα μπορούσε να κατοχυρωθεί μόνο μέσω της δηλωθείσας συμφωνίας, με τις ποσότητες απορρόφησης άνθρακα που καθορίζονται σε αυτήν και τον αποκλεισμό της απορρόφησης άλλων πρωτογενών πηγών ενέργειας, που είναι άμεση απόρροιά της. Αυτή η άποψη φαίνεται να επικρατεί και στους κύκλους των γερμανικών επιχειρήσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σε μια δημοσίευση του VDEW (14), δηλώνεται ότι κατά την άποψη των περισσότερων ενδιαφερομένων δεν είναι αναγκαίο να απορροφώνται οι ποσότητες άνθρακα που αγοράζονται σήμερα, για λόγους εξασφάλισης του ανεφοδιασμού. (29) Εκτός των άλλων, δεν θα έπρεπε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, να επηρεαστεί η εξέλιξη των εμπορικών συναλλαγών σε βαθμό που αντιβαίνει στα συμφέροντα της Κοινότητας. Στην αντίθετη περίπτωση, η εκπλήρωση των όρων του άρθρου 90 παράγραφος 2 θα εξεταζόταν αποκλειστικά με γνώμονα τα εθνικά κριτήρια και θα αποτελούσε, σε τελική ανάλυση, αντικείμενο της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών. Η αναγκαιότητα λήψης εθνικών μέτρων θα πρέπει κατά συνέπεια να εξετάζεται με γνώμονα τα κοινοτικά κριτήρια. (30) Στο πλαίσιο της περαιτέρω εξέλιξης της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει το μερίδιο των εκμεταλλευομένων πηγών για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που κυρίως απορροφάται από εγχώριες ενεργειακές πηγές και προστατεύεται με τον τρόπο αυτό από τον ανταγωνισμό, να περιοριστεί στο ελάχιστο εκείνο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της κάλυψης των βασικών αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι το μερίδιο αυτό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ποσοστό 20 % των εκμεταλλευομένων πηγών προς κάλυψη της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το έτος 1995 (15). Λαμβάνοντας υπόψη της τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν τόσο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, όσο και ο GVSt, η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι οι θιγόμενες υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων άνθρακα, στις οποίες αναφέρονται οι δύο πρόσθετες συμφωνίες, τοποθετούνται ακόμη στο πλαίσιο των ορίων που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Η ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ανήλθε κατά το 1990 σε 550 TWh. Με αφετηρία συνολική κατανάλωση 550 THW, κατά το 1990, και στη βάση της παραδοχής ότι η ετήσια άνοδος της κατανάλωσης θα ανέλθει σε 1,5 %, η συνολική κατανάλωση κατά το 1995 μπορεί να εκτιμηθεί σε 593 TWh περίπου. Εάν βασιστούμε στην παραδοχή ότι για την παραγωγή μιας KWh χρειάζεται, κατά μέσο όρο, ποσότητα 310 γραμμ. SKE (πηγή: ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομίας), η απαιτούμενη ποσότητα καυσίμων για την παραγωγή του 20 % της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, θα ανέλθει κατά το 1995 σε 36,77 εκατομμύρια τόνους SKE. Η ποσότητα αυτή πλησιάζει ήδη την ποσότητα των 37,5 εκατομμυρίων SKE, η οποία προβλέπεται ότι θα προέλθει κατά το 1995 από νεοεξορυχθησόμενο άνθρακα, προς κάλυψη των υποχρεώσεων απορρόφησης οι οποίες θεσπίζονται στο πλαίσιο των δύο πρόσθετων συμφωνιών. Το γεγονός ότι η ουσιαστική υποχρέωση απορρόφησης, ύψους 40,9 εκατομμυρίων τόνων SKE, υπερβαίνει το μέγεθος αυτό, μπορεί ακόμη να γίνει αποδεκτό ως μεταβατική ρύθμιση περιορισμένης χρονικής ισχύος, μέχρι το έτος 1995, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αναπροσαρμογής. Με τη μείωση των εξορυσσομένων ποσοτήτων, θα τεθεί ωστόσο σε κίνηση μια πορεία, που θα οδηγήσει στον τερματισμό μιας κατάστασης, η οποία είναι απαράδεκτη, από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού. Γ. Άρθρο 85 παράγραφος 3 Σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες σε συμφωνίες ή αποφάσεις, οι οποίες συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει χωρίς να επιβάλλονται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμοί μη απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών και με τις οποίες δεν διανοίγεται στις επιχειρήσεις αυτές η δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων. Οι πρόσθετες συμφωνίες πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης απαλλαγής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 85 παράγραφος 3 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995. 1. Βελτίωση της παραγωγής ή διανομής των προϊόντων (31) Οι πρόσθετες συμφωνίες συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και της εξόρυξης άνθρακα, στο βαθμό που σε αυτές θεσπίζονται υποχρεώσεις παράδοσης και απορρόφησης ποσοτήτων, οι οποίες περιορίζονται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και οι οποίες ισχύουν για καθορισμένες ποσότητες. Η ηλεκτρική ενέργεια δεν μπορεί να παράγεται σε αποθέματα και να αποθηκεύεται. Η παραγωγή και η ζήτηση πρέπει να τελούν σε ισορροπία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Ο εφοδιασμός με ηλεκτρική ενέργεια και η διανομή της αποτελεί επομένως ένα οικονομικό κλάδο του τομέα της ενέργειας, για τον οποίο έχει ιδιάζουσα βαρύτητα η εξασφάλιση της απορρόφησης πρωτογενών πηγών ενέργειας. Οι πρόσθετες συμφωνίες αποτελούν μια τέτοια πηγή ενέργειας, με τη μορφή του άνθρακα. Η πρόσθετη συμφωνία ενισχύει με τον τρόπο αυτό την εξασφάλιση του ενεργειακού ανεφοδιασμού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. 2. Προσήκουσα συμμετοχή των καταναλωτών στο αποκομιζόμενο κέρδος (32) Η προϋπόθεση σχετικά με την εξασφάλιση στους καταναλωτές δικαίου τμήματος από το όφελος που προκύπτει πληρούται. Οι χρήσεις ηλεκτρισμού εξαρτούν σημαντικό συμφέρον από την εξασφάλιση της παροχής ηλεκτρισμού. Η ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού ανεφοδιασμού που απορρέει από τους όρους της πρόσθετης συμφωνίας συνιστά πλεονέκτημα τόσο για τους βιομηχανικούς καταναλωτές, όσο και για τους ιδιώτες. 3. Αναγκαίος χαρακτήρας των περιορισμών (33) Οι πρόσθετες συμφωνίες είναι αναγκαίες - στο βαθμό που παρέχεται η σχετική έγκριση - ως μέσο με το οποίο εγγυάται η ασφάλεια των σχεδιασμών προς κατοχύρωση του ανεφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια. Τόσο οι EVU και οι βιομηχανικές μονάδες αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όσο και οι επιχειρήσεις εξόρυξης λιθάνθρακα χρειάζεται να έχουν τη δυνατότητα κατάστρωσης μακροχρόνιων σχεδίων, για να εξασφαλίζουν την οικονομική και ασφαλή λειτουργία των επιχειρήσεών τους. Κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων οι πηγές ενέργειας που είναι κατάλληλες για την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος υπόκειντο σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς σε σημαντικές διακυμάνσεις τιμών στην παγκόσμια αγορά αλλά και σε κινδύνους παράδοσης. Ο εξασφαλισμένος εφοδιασμός με ηλεκτρική ενέργεια από τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προϋποθέτει την εξασφαλισμένη απορρόφηση των πηγών ενέργειας. Για να καταστεί δυνατή η κάλυψη των αναγκών των EVU και των βιομηχανικών μονάδων αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με τον οικονομικά προσφορότερο τρόπο, πρέπει να διαθέτουν και οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα προοπτικές διάθεσης των προϊόντων τους. Η ασφάλεια απορρόφησης των προϊόντων που έχουν ανάγκη οι φορείς διάθεσης πηγών ενεργείας για την εξασφάλιση του ανεφοδιασμού με ηλεκτρικό ρεύμα, είναι δυνατόν να εγγυηθεί από τις επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα μόνο εάν τους παρέχεται η αντίστοιχη εγγύηση απορρόφησης του λιθάνθρακα. Με την ανάγκη αυτή συμβαδίζει η ύπαρξη ενός μηχανισμού απορρόφησης ποσοτήτων στη δεδομένη έκταση. (34) Η ασφάλεια του ανεφοδιασμού δεν είναι ωστόσο σε θέση να δικαιολογήσει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων, οι οποίες υπερβαίνουν τις πραγματικές ανάγκες Η μεταφορά υποχρεώσεων απορρόφησης ποσοτήτων από τη μία χρονική περίοδο σε κάποια άλλη, η οποία προβλέπεται και στις δύο πρόσθετες συμφωνίες, δεν είναι πλέον δυνατόν να εξυπηρετεί τις ανάγκες εξασφάλισης του ανεφοδιασμού, αλλά θα ισοδυναμούσε πολύ περισσότερο με μία αδικαιολόγητη δέσμευση των πελατών. Μια τέτοια ρύθμιση δεν θα μπορούσε επομένως να υπαχθεί στις διατάξεις της απαλλαγής. Η απαλλαγή θα μπορούσε επομένως να παρασχεθεί μόνο με την μορφή της έγκρισης των ετήσιων υποχρεώσεων απορρόφησης ποσοτήτων ύψους 34,4 εκατομμυρίων τόνων SKE (συμφωνία GVSt-VDEW) και 6,5 εκατομμυρίων τόνων SKE (συμφωνία GVSt-VIK) τις οποίες είχε υπολογίσει ο GVSt κατά την υποβολή των δηλώσεων, θεωρώντας ότι με αυτές θεσπίζεται η υποχρέωση απορρόφησης ποσοτήτων μέχρι κάποιο ανώτατο ετήσιο όριο. Οι υποχρεώσεις απορρόφησης προς τις οποίες δεν έχουν συμμορφωθεί, δεν είναι επομένως δυνατόν να μεταφέρονται από τους αντισυμβαλλομένους σε μεταγενέστερες χρονικές περιόδους. Έτσι δεν αφαιρείται από τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και από τις επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα η δυνατότητα σύναψης νέων βραχυπρόθεσμων συμβάσεων παράδοσης ποσοτήτων, σε περιπτώσεις που εμφανίζονται ξαφνικά πρόσθετες ανάγκες. 4. Έλλειψη της δυνατότητας κατάργησης του ανταγωνισμού (35) Με τους όρους των πρόσθετων συμφωνιών δεν διανοίγεται η δυνατότητα εξάλειψης του ανταγωνισμού, για σημαντικό μέρος των θιγόμενων προϊόντων. Έστω και εάν η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τον απορροφώμενο άνθρακα αποτελεί σημαντικό μερίδιο της αγοράς, οι EVU και οι βιομηχανικές μονάδες αυτόνομης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν άλλες εγχώριες ή εισαγόμενες ενεργειακές πηγές για τους σκοπούς της παραγωγής της υπόλοιπης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας. Αλλά και η άμεση εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποκλείεται. Οι πρόσθετες συμφωνίες δεν αφορούν, εκτός των άλλων, τη συνολική επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά μόνο τα εδάφη πριν από την ενσωμάτωση των νέων ομόσπονδων κρατών. Δ. Άρθρο 65 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ Σύμφωνα με όσα θεσπίζονται στο άρθρο 65 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που τείνουν εντός της κοινής αγοράς, άμεσα ή έμμεσα, να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού και ιδιαίτερα να καθορίζουν ή να προσδιορίζουν τις τιμές, να περιορίζουν ή να ελέγχουν την παραγωγή, την τεχνολογική ανάπτυξη ή τις επενδύσεις και να κατανέμουν τις αγορές, τα προϊόντα, τους πελάτες ή τις πηγές εφοδιασμού. 1. Επιχειρήσεις (36) Τα μέλη που συμμετέχουν στους συνδέσμους - μέλη του GVSt αποτελούν επιχειρήσεις, κατά την έννοια της συνθήκης ΕΚΑΧ, επειδή πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 80 της συνθήκης ΕΚΑΧ - ασκούν δηλαδή παραγωγικές δραστηριότητες στο χώρο του άνθρακα. Ο GVSt αποτελεί έτσι ένωση επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 65 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Οι επιχειρήσεις - μέλη των VDEW και VIK δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 80 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Οι διατάξεις της συνθήκης ΕΚΑΧ που αφορούν τον ανταγωνισμό δεν εφαρμόζονται ως εκ τούτου επί των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ GVSt και VDEW, καθώς και μεταξύ GVSt και VIK, αφεαυτών, αλλά έχουν εφαρμογή μόνο επί των συμφωνιών μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης και επί των αποφάσεων του GVSt. 2. Συμφωνία μεταξύ των επιχειρήσεων και απόφαση ένωσης επιχειρήσεων α) Πρόσθετη συμφωνία GVSt-VDEW (37) Οι επιχειρήσεις εξόρυξης που έχουν συνενωθεί στο πλαίσιο του GVSt ανέλαβαν την υποχρέωση, στο πλαίσιο της πρόσθετης συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ GVSt και VDEW, να παραδίδουν από κοινού ορισμένες ποσότητες άνθρακα. Το γεγονός αυτό συνιστά, αφενός μεν, συμφωνία, περιεχόμενο της οποίας είναι η παράδοση μιας ορισμένης ποσότητας, και συγκεκριμένα της ποσότητας που καθορίζεται από τις ενώσεις επιχειρήσεων στην πρόσθετη συμφωνία, στο πλαίσιο του ομίλου, ενώ συνιστά επίσης συμφωνία με αντικείμενο τον επιμερισμό της προαναφερθείσας ποσότητας μεταξύ των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα. Προϋπόθεση για την υποβολή των δηλώσεων ανάληψης υποχρεώσεων από την πλευρά των μεμονωμένων επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα ήταν ο καθορισμός μεταξύ τους του μεριδίου τους επί της συνολικής ποσότητας. Η απόφαση του GVSt να προχωρήσει στη σύναψη της συμφωνίας με τον VDEW αποτελεί εξάλλου απόφαση ένωσης επιχειρήσεων. β) Πρόσθετη συμφωνία GVSt-VIK (38) Και η σύμβαση αυτή βασίζεται σε αντίστοιχες συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα που έχουν συνασπιστεί στο πλαίσιο του GVSt. Στην παράγραφο 2 της πρόσθετης συμφωνίας αναφέρεται ότι οι επιχειρήσεις εξόρυξης υπέβαλαν "δηλώσεις ανάληψης υποχρεώσεων" προς εκπλήρωση των βασικών αρχών της συμφωνίας. Η κοινή υποβολή των δηλώσεων αυτών εκπορεύεται υποχρεωτικά από τη συνεννόηση των επιχειρήσεων και από τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ τους, με περιεχόμενο την παράδοση συγκεκριμένων συνολικών ποσοτήτων και την παροχή της έγκρισής τους αναφορικά με το περιεχόμενο της πρόσθετης συμφωνίας. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα συνήψαν εξάλλου συμφωνία, με περιεχόμενο τον επιμερισμό των παραδιδόμενων ποσοτήτων προς εκπλήρωση της συνολικής ποσότητας αποκλειστικά μεταξύ τους. 3. Περιορισμός του ανταγωνισμού Οι συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα περιορίζουν τον ανταγωνισμό ποικιλοτρόπως. α) Πρόσθετη συμφωνία GVSt-VDEW (39) Η συμφωνία των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα σχετικά με την έγκριση της συμφωνίας στην οποία κατέληξε η ένωση επιχειρήσεων έχει ως συνέπεια να εκτελούνται όλες οι συμβάσεις παράδοσης ποσοτήτων με τις EVU με θεμέλιο τους προκαθορισμένους όρους της πρόσθετης συμφωνίας. Στην έκταση αυτή αποκλείεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα. Το γεγονός αυτό αποτελεί κοινό έλεγχο των πωλήσεων και επιμερισμό της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 65 παράγραφος της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η συμφωνία σχετικά με τη συνολική ποσότητα του παραδοθησόμενου άνθρακα έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η παράδοση από παραγωγούς άνθρακα άλλων κρατών μελών κατά το ύψος της προαναφερθείσας ποσότητας. Η γερμανική αγορά λιθάνθρακα καθίσταται έτσι στεγανή έναντι των παραδόσεων άνθρακα από τα άλλα κράτη μέλη. Όπως ήδη καταδείχθηκε προηγουμένως, η προμήθεια ποσοτήτων από τα άλλα κράτη μέλη θα ήταν απολύτως δυνατή, λόγω του υψηλού κόστους εξόρυξης του γερμανικού λιθάνθρακα. Η δημιουργία στεγανών γίνεται ιδίως πασίδηλη από τη σημείωση στο πρωτόκολλο αναφορικά με το άρθρο 2 παράγραφος 4 της πρόσθετης συμφωνίας GVSt-VDEW, σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις εξόρυξης αναλαμβάνουν την υποχρέωση, σε περίπτωση που η δική τους εξόρυξη δεν επαρκεί να προμηθευτούν τις συμβατικά οφειλόμενες ποσότητες μόνο στην εγχώρια αγορά. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα περιορίοζονται ως εκ τούτου ακόμη και στις περιπτώσεις που καθίστανται αναγκαία η πρόσθετη αγορά λιθάνθρακα από άλλες πηγές προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων παράδοσης στις γερμανικές επιχειρήσεις εξόρυξης και δεν τους δίνεται η δυνατότητα να καλύψουν τις ανάγκες τους από άλλες επιχειρήσεις. (40) Οι συμφωνίες σχετικά με το ύψος των μεριδίων στο πλαίσιο της συνολικής ποσότητας ισοδυναμεί με παντελή αποκλεισμό του ανταγωνισμού μεταξύ των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης, στο πλαίσιο της προμήθειας της συνολικής ποσότητας. Η αντίρρηση του GVSt ότι η πρόσθετη συμφωνία δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 65, ήδη εξαιτίας του γεγονότος ότι η έκταση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων προϋποθέτει ότι οι επιχειρήσεις εξόρυξης θα συνάψουν από κοινού την πρόσθετη συμφωνία, δεν ευσταθεί. Με την αντίρρηση αυτή επιδιώκεται να δικαιολογηθεί ο περιορισμός του ανταγωνισμού που επιβάλλουν οι ίδιες αυτές επιχειρήσεις. Η επιχειρηματολογία βασίζεται συγκεκριμένα στο γεγονός ότι μια συμφωνία με την οποία περιορίζεται ο ανταγωνισμός δικαιολογείται ήδη εξαιτίας του φαινομένου ότι ο περιορισμός του ανταγωνισμού καθίσταται δυνατός μόνο χάρη στη συνεννόηση περισσότερων ανταγωνιστών. β) Πρόσθετη συμφωνία GVSt-VIK (41) Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για τη συνεννόηση μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα, που αποτελεί θεμέλιο της συμφωνίας GVSt-VIK. Οι συμφωνίες σχετικά με τον καθορισμό της συνολικής ποσότητας, αλλά και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες της πρόσθετης συμφωνίας συνιστούν συμφωνία σχετικά με τους όρους διάθεσης του λιθάνθρακα, αλλά ισοδυναμούν και με επιμερισμό της αγοράς. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα αποκλείεται ως εκ τούτου στο βαθμό αυτό. Το επιχείρημα του GVSt ότι οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα προσπάθησαν στο πλαίσιο του ανταγωνισμού να συνάψουν συμβάσεις προμήθειας άνθρακα με τις βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν εναντιώνεται στην εκτίμηση αυτή. Ο "ανταγωνισμός" αυτός συντελείται μόνο με βάση μια συμφωνία περιορισμού του ανταγωνισμού που έχει ήδη επέλθει και στο συγκεκριμένο πλαίσιό της. Η συμφωνία παράγει εκτός των άλλων και αποτελέσματα στεγανοποίησης της αγοράς. Στο άρθρο 3 των βασικών αρχών της συμφωνίας θεσπίζεται ότι οι εκάστοτε αντισυμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καταλήγουν μεταξύ τους ή και με τις EVU σε συμφωνία σχετικά με τη μετατόπιση των υποχρεώσεων ή των δικαιωμάτων απορρόφησης, σε συνάρτηση με τη συμφωνία GVSt-VDEW, υπό τον όρο ότι με τον τρόπο αυτό δεν θα γίνουν μειώσεις στις συνολικές ποσότητες που καθορίστηκαν στις συμφωνίες μεταξύ GVSt-VIK και GVSt-VDEW. Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα αξασφάλισαν από κοινού ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που μεταβάλλονται συγκεκριμένες σχέσεις προμήθειας, η προμήθεια θα προέρχεται πάντοτε από τον κύκλο των γερμανικών επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα. Ε. Άρθρο 65 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, βάσει των διατάξεων του άρθρου 65 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ να επιτρέπει τις συμφωνίες εξειδικεύσεως ή τις συμφωνίες από κοινού αγοράς ή πωλήσεως για συγκεκριμένα προϊόντα, αλλά και να επιτρέψει συμφωνίες που από τη φύση τους καθώς και από τα αποτελέσματά τους είναι ευθέως ανάλογες, στο βαθμό που πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι η συμφωνία μπορεί να συμβάλλει στην αισθητή βελτίωση της παραγωγής ή της κατανομής των προαναφερθέντων προϊόντων, ότι η συμφωνία πρέπει να έχει ιδιάζουσα σημασία για την επίτευξη των αποτελεσμάτων αυτών, χωρίς να θεσπίζονται περισσότεροι περιορισμοί από ό,τι είναι αναγκαίο, ενώ προβλέπεται ότι ο χαρακτήρας της συμφωνίας δεν επιτρέπεται να αφαιρεί σημαντικό μέρος προϊόντων από τον ανταγωνισμό στα πλαίσια της κοινής αγοράς. (42) Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των επιχειρήσεων εξόρυξης άνθρακα είναι ευθέως ανάλογες με τις συμφωνίες που συνάπτονται με στόχο την εξειδίκευση και την από κοινού αγορά και πώληση. Αυτοί οι όροι που συνομολογούνται σχετικά με τον καθορισμό της συνολικής ποσότητας και τον επιμερισμό της αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για τη σύναψη των δύο πρόσθετων συμφωνιών. Οι όροι παρέχουν στις επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα τη δυνατότητα να προβαίνουν σε μακροχρόνιο σχεδιασμό της διάθεσης των προϊόντων τους, στοιχείο που είναι σημαντικό για τη διοίκηση της επιχείρησής τους. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι συναρμολογούμενοι όροι θεσπίζουν περιορισμούς πιο εκτεταμένους από εκείνους που απαιτούνται για την προαναφερθείσα επίτευξη της βελτίωσης της παραγωγής και του εφοδιασμού. Η έγκριση των συμφωνιών στις οποίες κατέληξαν οι επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα μπορεί ωστόσο να λάβει μόνο τη μορφή της έγκρισης των συμφωνιών με αντικείμενο τις υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων που προβλέπονται στις πρόσθετες συμφωνίες, συγκαταλέγοντάς τες στις συμφωνίες απορρόφησης μιας ανώτατης ετήσιας ποσότητας. Έτσι αποκλείεται η μεταφορά των υποχρεώσεων απορρόφησης που δεν έχουν εκπληρωθεί σε χρονικές περιόδους. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εγγύησης της ασφάλειας του προγραμματισμού, οι συνομολογούμενοι όροι μπορεί επίσης να κριθούν αποδεκτοί, αν εξεταστούν με γνώμονα το ότι σημαντικό μέρος των προϊόντων δεν επιτρέπεται να εξαιρεθεί από τον ανταγωνισμό. Οι συμφωνίες δεν αφορούν εξάλλου τη συνολική επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αλλά μόνο τα εδάφη πριν από την προσχώρηση των νέων ομοσπονδιακών κρατιδίων. ΣΤ. Άρθρα 6 και 8 του κανονισμού αριθ. 17 (43) Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 17, η παρούσα απόφαση ισχύει από την ημέρα της δήλωσης. Στην περίπτωση της συμφωνίας GVSt-VDEW, η ημέρα αυτή είναι η 1η Ιουνίου 1989. Στην περίπτωση της συμφωνίας GVSt-VIK, η ημέρα αυτή είναι η 2α Ιουλίου 1991. Ζ. Σχέση με τις αποφάσεις παροχής ενισχύσεων της Επιτροπής (44) Η απόφαση σχετικά με την έγκριση των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ GVSt και VDEW, καθώς και των συμφωνιών μεταξύ GVSt και VIK δεν προδικάζει τη νομική εκτίμηση, από την πλευρά της Επιτροπής, των ενισχύσεων που έχει χορηγήσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στις γερμανικές επιχειρήσεις εξόρυξης λιθάνθρακα. Οι γερμανικές επιχειρήσεις εξόρυξης άνθρακα, αλλά και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχουν κυρίως τη δυνατότητα προβολής αξιώσεων έγκρισης συγκεκριμένων ενισχύσεων, βάσει της απόφασης απαλλαγής. Οι αντισυμβαλλόμενοι εξάρτησαν τις υποχρεώσεις απορρόφησης ποσοτήτων λιθάνθρακα από την πλευρά τους από τον όρο της παροχής των ενισχύσεων και από τη δυνατότητα προμήθειας άνθρακα από τρίτες χώρες. Η παροχή της έγκρισης, από τη σκοπιά του δικαίου του ανταγωνισμού, δεν μπορεί επομένως να αποτελέσει προηγούμενο για τις μελλοντικές αποφάσεις που θα εκδοθούν σχετικά με τον επιτρεπτό χαρακτήρα της παροχής ενισχύσεων. Αυτό ισχύει τόσο για τις αποφάσεις που θα εκδοθούν βάσει των όρων της γενικής απόφασης αριθ. 2064/86/ΕΚΑΧ, όσο και για τις αποφάσεις για το χρονικό διάστημα μετά το 1993, για το οποίο θα χρειαστεί ακόμη να θεσπιστούν οι γενικές νομικές βάσεις. Η απόφαση απαλλαγής δεν είναι επίσης σε θέση να προκαταλάβει τις αποφάσεις που θα εκδοθούν μελλοντικά με αντικείμενο τον επιτρεπτό χαρακτήρα της παροχής ενισχύσεων προς υποστήριξη του άνθρακα, ακριβώς για το λόγο ότι ήδη σήμερα η ποσότητα που εξορύσσεται με τη χορήγηση άμεσων χορηγήσεων, στο πλαίσιο του τρίτου νόμου εκμετάλλευσης για τους σκοπούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, είναι μικρότερη από την υποχρέωση απορρόφησης ποσοτήτων για την οποία δόθηκε απαλλαγή, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 οι διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ κηρύσσονται ανεφάρμοστες επί της "Ergaenzungsvereinbarung ueber den Absatz deutscher Steinkohlen bis 1985" ("πρόσθετης συμφωνίας σχετικά με την απορρόφηση γερμανικού λιθάνθρακα μέχρι το 1995") που έχει συναφθεί μεταξύ του Gesamtverband des deutschen Steinkohlenbergbaus και του Vereinigung Deutscher Elektrizitaetswerke e. V., υπό τον όρο ότι η υποχρέωση απορρόφησης ποσοτήτων δεν θα υπερβεί ανώτατη ετήσια ποσότητα 34,4 εκατομμυρίων SKE. Η εν λόγω υποχρέωση δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη. Με τους ίδιους όρους εγκρίνεται η πρόσθετη συμφωνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η απαλλαγή και η έγκριση ισχύουν για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουνίου 1989 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Άρθρο 2 Σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 οι διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ κηρύσσονται ανεφάρμοστες επί της "Ergaenzungsvereinbarung ueber den Absatz deutscher Steinkohlen an die Industrielle Kraftwirtschaft" ("πρόσθετης συμφωνίας σχετικά με την απορρόφηση γερμανικού λιθάνθρακα στις βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ενέργειας"), που έχει συναφθεί μεταξύ του Gesamtverband des deutschen Steinkohlenbergbaus και του Vereinigung Industrielle Kraftwirtschaft e. V., υπό τον όρο ότι η υποχρέωση απορρόφησης ποσοτήτων δεν θα υπερβεί ανώτατη ετήσια ποσότητα 6,5 εκατομμυρίων SKE. Η εν λόγω υποχρέωση δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη. Με τους ίδιους όρους εγκρίνεται η πρόσθετη συμφωνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η απαλλαγή και η έγκριση ισχύουν για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουνίου 1989 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Άρθρο 3 Η παρούσα απόφαση δεν προδικάζει την εκτίμηση του θέματος κατά πόσο οι γερμανικές ενισχύσεις άνθρακα συμβιβάζονται με τους κανόνες της συνθήκης ΕΚΑΧ. Άρθρο 4 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στον Gesamtverband des deutschen Steinkohlenbergbaus, Friedrichstrasse 1, D-4300 Essen 1, την Vereinigung Deutscher Elektrizitaetswerke e.V., Stresemannallee 23, DW-6000 am Main, και την Vereinigung Industrielle Kraftwirtschaft e.V., Richard-Wagner-Strasse 41, D-4300 Essen 1. Βρυξέλλες, 22 Δεκεμβρίου 1992. Για την Επιτροπή Leon BRITTAN Αντιπρόεδρος (1) ΕΕ αριθ. 13 της 21. 2. 1962, σ. 204/62. (2) ΕΕ αριθ. C 159 της 29. 6. 1990, σ. 7, ΕΕ αριθ. C 116 της 30. 4. 1991, σ. 6 και ΕΕ αριθ. C 249 της 26. 9. 1992, σ. 3. (3) Με τη μορφή της δημοσίευσης της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, BGBI Teil Ι, σ. 1945. (4) Με τη νέα διατύπωση της 19ης Απριλίου 1990, BGBI Teil Ι, σ. 917. (5) ΕΕ αριθ. L 177 της 1. 7. 1986, σ. 1. (6) ΕΕ αριθ. L 241 της 25. 8. 1987, σ. 10. (7) ΕΕ αριθ. L 116 της 28. 4. 1989, σ. 52. (8) ΕΕ αριθ. L 346 της 11. 12. 1990, σ. 18. (9) ΕΕ αριθ. L 346 της 11. 12. 1990, σ. 20. (10) ΕΕ αριθ. L 21 της 29. 1. 1993, σ. 33. (11) ΕΕ αριθ. L 178 της 9. 7. 1975, σ. 26. (12) ΕΕ αριθ. L 75 της 21. 3. 1991, σ. 52. (13) Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1987, υπόθεση 45/85, Συλλογή ΔΕΚ 1987, σ. 447, σημείο (32) του σκεπτικού. (14) "Potentiale zur CO2-Minderung in der Elektrizitaetswirtschaft", τοποθέτηση του VDEW της 14ης Φεβρουαρίου 1990. (15) Βλέπε άρθρο 13 παράγραφος 5 της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ενέργειας, ΕΕ αριθ. C 65 της 14. 3. 1992, σ. 4.