Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1451/92 της Επιτροπής της 2ας Ιουνίου 1992 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών στην Κοινότητα ορισμένων ηλεκτρολυτών πυκνωτών αλουμινίου μεγάλου μεγέθους καταγωγής Ιαπωνίας
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 152 της 04/06/1992 σ. 0022 - 0029
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 1451/92 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 2ας Ιουνίου 1992 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών στην Κοινότητα ορισμένων ηλεκτρολυτών πυκνωτών αλουμινίου μεγάλου μεγέθους καταγωγής Ιαπωνίας Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 1988 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (1), και ιδίως το άρθρο 11, Κατόπιν διαβουλεύσεως στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, όπως προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό, Εκτιμώντας ότι: Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ (1) Τον Ιανουάριο του 1991, η Επιτροπή παρέλαβε γραπτή καταγγελία την οποία υπέβαλε η Federation for Appropriate Remedial Anti-Dumping (FARAD), η οποία αντιπροσωπεύει σημαντικό τμήμα της κοινοτικής παραγωγής ηλεκτρολυτών πυκνωτών αλουμινίου μεγάλου μεγέθους. Στην καταγγελία περιέχονται αποδεικτικά στοιχεία περί της υπάρξεως ντάμπινγκ, όσον αφορά το εν λόγω προϊόν καταγωγής Ιαπωνίας και περί της ζημίας που προέκυψε. Αυτά τα στοιχεία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας. (2) Ως εκ τούτου η Επιτροπή απήγγειλε με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2), την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων ηλεκτρολυτών πυκνωτών αλουμινίου μεγάλου μεγέθους, με γινόμενο ΧΤ (χωρητικότητα πολλαπλασιασμένη με την κλίμακα τάσης) μεταξύ 18 000 και 310 000 μc (micro-coulombs) καταγωγής Ιαπωνίας, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 8532 22 00 (που στο εξής αναφέρονται ως ΗΠΑΜ) και, εν συνεχεία άρχισε η έρευνα. (3) Η Επιτροπή ενημέρωσε επισήμως τους εξαγωγείς και εισαγωγείς που ως γνωστόν ενδιαφέρονται, τους αντιπροσώπους της εξάγουσας χώρας και τον καταγγέλλοντα και έδωσε στα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να καταστήσουν γνωστές γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση. Τρεις από τους επτά γνωστούς παραγωγούς στην Ιαπωνία ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι δεν πρόκεται να συνεργαστούν κατά τη διαδικασία. (4) Εκπρόσωποι των εξαγωγέων, ο καταγγέλλων και ένας εισαγωγέας κατέστησαν γνωστές τις απόψεις τους γραπτώς. Ορισμένοι εξαγωγείς και εισαγωγείς ζήτησαν και έγιναν δεκτοί σε ακρόαση. Επίσης, υπέβαλε παρατηρήσεις ένας από τους χρήστες στην Κοινότητα του εν λόγω προϊόντος. (5) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλα τα στοιχεία που θεωρεί αναγκαία για τον προκαταρκτικό προσδιορισμό και πραγματοποίησε έρευνες στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων επιχειρήσεων: α) Παραγωγοί της Κοινότητας B.H. Components Ltd, Weymouth, Ηνωμένο Βασίλειο. Nederlandse Philips Bedrijven BV, Zwolle, Κάτω Χώρες, Roederstein GmbH, Kirchzarten, Γερμανία. β) Παραγωγοί στην Ιαπωνία Elna Co. Ltd, Fijisawa City, Kanagawa, Nichicon Corporation, Kyoto, Nippon Chemi-con Corporation, Tokyo. Rubycon Corporation, Ina Nagano γ) Εισαγωγείς στην Κοινότητα Γερμανία - Europe Chemi-con (Deutschland) GmbH, Nuernberg - Rubycon (Europe) GmbH, Duesseldorf Ηνωμένο Βασίλειο - Nichicon EUrope Ltd, Camberley - Rubycon Corporation (UK branch), Ruislip Κάτω Χώρες - Philips Consumer Electronics BV, Eindhoven. (6) Η έρευνα για την ύπαρξη ντάμπινγκ κάλυψε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1990 (περίοδος έρευνας). Β. ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (7) Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τέσσερις μεγάλοι παραγωγοί ΗΠΑΜ και ορισμένοι μικροί παραγωγοί, είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα. Τρεις από αυτούς τους μεγάλους παραγωγούς υποστήριξαν την καταγγελία. Ο τέταρτος μεγάλος παραγωγός, η Siemens-Matsushita Components GmbH & Co. KG, Μόναχο, Γερμανία, αποτελεί κοινή επιχείρηση μεταξύ μιας κοινοτικής και μιας ιαπωνικής επιχείρησης. Ούτε αυτή η ιαπωνική επιχείρηση, η οποία εξάγει η ίδια πυκνωτές στην Κοινότητα, ούτε η κοινή επιχείρηση επέλεξαν να συνεργαστούν κατά τη διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή θεώρησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 που στο εξής αναφέρεται ως βασικός κανονισμός, ότι αυτή η κοινή επιχείρηση δεν πρέπει να αποτελέσει τμήμα της κοινοτικής βιομηχανίας για το σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Η παραγωγή των καταγγελλόντων παραγωγών αντιπροσωπεύει περισσότερο από τα τρία τέταρτα του συνόλου της παραγωγής των υπολειπόμενων παραγωγών και, κατά συνέπεια, αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα της κοινοτικής βιομηχανίας για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. (8) Εξαγωγείς ανέφεραν ότι ένας από τους καταγγέλλοντες παραγωγούς, η Nederlandse Philips bedrijven BV, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποτελεί τμήμα της κοινοτικής βιομηχανίας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι άλλη εταιρεία του ομίλου της Philips, η Philips Consumer Electronics BV εισήγαγε ΗΠΑΜ από την Ιαπωνία κατά την περίοδο της έρευνας, προς ενσωμάτωση σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά ηλεκτρονικής τα οποία κατασκευάζουν θυγατρικές του ομίλου Philips. (9) Αναφερόμενη στο θέμα αυτό η Επιτροπή παρατηρεί ότι, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, τα όργανα είναι υπεύθυνα για την εκτίμηση του κατά πόσον ορισμένοι παραγωγοί, που έχουν σχέσεις με εισαγωγείς ή εξαγωγείς ή που οι ίδιοι εισάγουν το προϊόν, πρέπει να αποκλειστούν από τον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας. Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός των παραγωγών αυτών πρέπει να αποφασίζεται από τα όργανα για κάθε περίπτωση χωριστά, βάσει ορθολογικής και δίκαιης αιτιολογίας και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα στοιχεία. (10) Κατόπιν εξετάσεως των γεγονότων διαπιστώνεται ότι η Philips Consumer Electronics BV, η οποία κατά το παρελθόν υπήρξε παραδοσιακός πελάτης της Nederlandse Philips bedrijven BV, πραγματοποίησε εισαγωγές ΗΠΑΜ από την Ιαπωνία κατά την περίοδο αναφοράς. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εισαγόμενοι ΗΠΑΜ χρησιμοποιήθηκαν από τη Philips Consumer Electronics BV αποκλειστικώς ως συστατικά στοιχεία για τη δική της παραγωγή ηλεκτρονικών προϊόντων και ότι οι εισαγόμενοι ΗΠΑΜ ουδέποτε μεταπωλήθηκαν στην κοινοτική αγορά. Η Επιτροπή παρατήρησε περαιτέρω ότι η Philips Consumer Electronics BV δεν είχε άλλη επιλογή παρά να προμηθεύεται από ιάπωνες εξαγωγείς λόγω της πολύ σημαντικής διαφοράς, ως προς την τιμή, μεταξύ των προϊόντων τους και των προϊόντων της Κοινότητας, ιδίως αυτών της Nederlandse Philips bedrijven BV. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά θα ήταν αντίθετη προς τα οικονομικά της συμφέροντα και θα συνιστούσε ανταγωνιστικό μειονέκτημα εφόσον οι ανταγωνιστές της είχαν ελεύθερη πρόσβαση στα εισαγόμενα προϊόντα με χαμηλές τιμές και, κατά συνέπεια, μπορούσαν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους ως προς το κόστος στην κατ' εξοχήν ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρονικών ειδών κατανάλωσης. Η επιλογή της Philips Consumer Electronics BV να εφοδιάζεται εν μέρει από τους ιάπωνες εξαγωγείς και όχι από μία εταιρεία που ανήκει στον όμιλο, είχε καταστεί δυνατή λόγω της αναδιάρθρωσης της Philips σε διαφορετικά κέντρα κέρδους, τα οποία είναι ελεύθερα να λαμβάνουν τις προμήθειές τους από οποιοδήποτε παραγωγό, ο οποίος είναι σε θέση να τους εφοδιάζει με τις καλύτερες συνθήκες τιμής και αγοράς. Δεν προϋποτίθεται ότι το αρχικό συμφέρον της Philips μετατοπίστηκε από την παραγωγή στην εισαγωγή- η Επιτροπή, κατά την έρευνα, θεώρησε σαφή τη δέσμευση της Philips να συνεχίσει να παράγει στην Κοινότητα. (11) Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εισαγωγές τις οποίες πραγματοποίησε η Philips Consumer Electronics BV, είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως μια απολύτως νόμιμη και δικαιολογημένη επιχειρηματική απόφαση. Η Philips Consumer Electronics BV εισήγαγε τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο πρακτικής ντάμπινγκ μόνον στον βαθμό που ήταν αναγκαίο προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της στην αγορά ηλεκτρονικών ειδών κατανάλωσης. Δεν αποκόμισε κανένα άλλο αδικαιολόγητο κέρδος από τις εισαγωγές της, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν μεταπώλησε κανέναν από τους εισαγόμενους ιαπωνικούς πυκνωτές αλλά τους χρησιμοποίησε αποκλειστικά για την κατασκευή άλλων προϊόντων. Το ίδιο το γεγονός ότι η Nederlandse Philips bedrijven BV υποστήριξε ενεργά την καταγγελία ότι και η Philips Consumer Electronics BV συνεργάστηκε κατά την έρευνα, δείχνει ότι οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος θεωρήθηκαν απλά και μόνο ως αναγκαίο εμπορικό μέτρο μέχρι να αποκατασταθούν οι δίκαιες συνθήκες ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά. Κατά συνέπεια, η συμμετοχή της Philips στην καταγγελία δεν μπορεί να εκληφθεί ως ασυνεπής ή απαράδεκτη συμπεριφορά. (12) Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτιολογία για να αποκλειστεί η Nederlandse Philips bedrijven BV από την κοινοτική βιομηχανία και ότι οι τρεις παραγωγοί, οι οποίοι υποστηρίζουν την καταγγελία, πληρούν τις προϋποθέσεις προκειμένου να χαρακτηρίζονται ως κοινοτική βιομηχανία κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού. Γ. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ. ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ (13) Η ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αναφέρεται σε ηλεκτρολυτικούς πυκνωτές αλουμινίου, με μια γινόμενο ΧΤ (χωρητικότητα πολλαπλασιασμένη με την κλίμακα τάσης) μεταξύ 18 000 και 310 000 μ c (micro-coulombs), που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 8532 22 00. Ορισμένοι από τους παραγωγούς υποστήριξαν ότι το προϊόν, το οποίο αποτελεί αντικείμενο έρευνας και εξάγεται στην Κοινότητα, είναι δυνατόν να οριστεί σαφέστερα με την προσθήκη ορισμένων στοιχείων. Ο καταγγέλλων δεν έφερε αντίρρηση ως προς το αίτημα αυτό και, μετά την προκαταρκτική έρευνα, διαπιστώθηκε ότι είναι δυνατόν να οριστεί σαφέστερα το εν λόγω προϊόν, σύμφωνα με τον τρόπο που υπέδειξαν οι εξαγωγείς, προσθέτοντας τα ακόλουθα στοιχεία: "Με τάση 160 V ή περισσότερο και διάμετρο 19 mm του μέτρου ή περισσότερο και μήκος 20 mm του μέτρου ή περισσότερο". Κατά συνέπεια, επιβεβαιώνεται ότι όλα τα συμπεράσματα αυτών των προσωρινών προσδιορισμών αφορούν το προϊόν όπως ορίζεται με την προσθήκη των εν λόγω στοιχείων. (14) Οι πυκνωτές εκτελούν σειρά λειτουργιών και αποτελούν συστατικό στοιχείο σχεδόν όλων των τύπων ηλεκτρονικού εξοπλισμού που κατασκευάζεται για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τις τηλεπικοινωνίες, διάφορα όργανα για το βιομηχανικό και στρατιωτικό εξοπλισμό, τα αυτοκίνητα και άλλα κατανωλωτικά αγαθά. Οι τύποι πυκνωτών που καλύπτονται από την παρούσα διαδικασία χρησιμοποιούνται σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά ηλεκτρονικής, όπως τηλεοράσεις, μαγνητοσκόπια εγγραφής με κασέτα, προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κ.λπ. Η Επιτροπή διαπίστωσε στο πλαίσιο της έρευνας ότι οι διάφοροι τύποι ΗΠΑΜ που πωλούνται στην ιαπωνική αγορά, παρά τις μικρές διαφορές που παρουσιάζουν προς το μέγεθος, τη διάρκεια ζωής, την τάση ρεύματος ή το σχέδιο, είναι σε μεγάλο βαθμό παρεμφερείς μεταξύ τους καθώς και με τους εξαγόμενους ΗΠΑΜ. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα προϊόντα που κατασκευάζονται και πωλούνται από την κοινοτική βιομηχανία είναι της ίδιας βασικής τεχνολογίας με αυτά που πωλούνται στην Ιαπωνία και εξάγονται από αυτήν και παρομοιάζουν ως προς τα ουσιώδη φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά τους καθώς και ως προς τις εφαρμογές και χρήσεις. (15) Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ΗΠΑΜ, που παράγονται και πωλούνται από τους κοινοτικούς κατασκευαστές, αποτελούν ενιαία κατηγορία προϊόντος και, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 12 του βασικού κανονισμού, αποτελούν ως προς όλα τα στοιχεία τους ομοειδές προϊόν με αυτό που εισάγεται από την Ιαπωνία. Δ. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ 1. Κανονική αξία (16) Η κανονική αξία καθορίστηκε προσωρινά βάσει των κατασκευασμένων αξιών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii) του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι οι πωλήσεις στην Ιαπωνία των μοντέλων που είναι ίδια με αυτά που εξάγονται στην Κοινότητα, δεν ήταν επαρκείς ώστε να είναι δυνατή μία σωστή σύγκριση, εφόσον οι πωλούμενες ποσότητες αντιπροσώπευαν λιγότερο από 5 % των πωλήσεων. Οι κατασκευασμένες αξίες καθορίστηκαν για κάθε παραγωγό, λαμβάνοντας το κόστος παραγωγής των μοντέλων που εξάγονται στην Κοινότητα και προσθέτοντας, για κάθε παραγωγό, τον μέσο όρο των δαπανών πώλησης και γενικών και διοικητικών δαπανών για όλους τους ΗΠΑΜ που πωλούνται στην Ιαπωνία καθώς, και ένα ποσοστό κέρδους που υπολογίζεται ως σταθμικός μέσος όρος επί των επικερδών πωλήσεων ΗΠΑΜ στην Ιαπωνία. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εγχώριες συναλλαγές βάσει των οποίων υπολογίστηκαν οι δαπάνες πωλήσεως, οι γενικές και διοικητικές δαπάνες και το κέρδος αφορούσαν σημαντικές ποσότητες και, κατά συνέπεια, ήταν δυνατόν να θεωρηθούν ως αντιπροσωπευτικές. (17) Ένας από τους παραγωγούς γνωστοποίησε το κόστος παραγωγής σύμφωνα με την συνήθη μέθοδο. Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι η διαφορά του πραγματικού κόστους ήταν σημαντική και, κατά συνέπεια, κάθε κόστος παραγωγής προσαρμόστηκε δεόντως. Ο ίδιος παραγωγός περιέλαβε στις δαπάνες πώλησης, και στις γενικές και διοικητικές δαπάνες του μία αρνητική εγγραφή που αφορά το εισόδημα από χρηματοοικονομικές επενδύσεις. Η Επιτροπή δεν επέτρεψε αυτήν την αρνητική εγγραφή επειδή αυτά τα χρηματοοικονομικά εισοδήματα δεν έχουν σχέση με την παρασκευή πυκνωτών. 2. Τιμή εξαγωγής (18) Οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν, γαι τα προκαταρκτικά συμπεράσματα, με βάση τις τιμές που πράγματι καταβάλλονται ή πρέπει να καταβάλλονται για τα προϊόντα που πωλούνται προς εξαγωγή στην Κοινότητα. Στην περίπτωση των πωλήσεων που πραγματοποίησαν οι παραγωγοί προς θυγατρικές εγκατεστημένες στην Κοινότητα, οι τιμές εξαγωγής κατασκευάστηκαν βάσει των τιμών μεταπώλησης στον πρώτο ανεξάρτητο αογραστή, προσαρμοσμένες ώστε να ληφθούν υπόψη όλα τα έξοδα που ανακύπτουν από τη στιγμή εισαγωγής μέχρι τη στιγμή μεταπώλησης καθώς, και ένα περιθώριο κέρδους 5 %, το οποίο θεωρήθηκε εύλογο βάσει των διαθέσιμων στοιχείων. 3. Σύγκριση (19) Οι κανονικές αξίες συγκρίθηκαν με τις τιμές εξαγωγής για κάθε συναλλαγή, σε επίπεδο τιμής εκ του εργοστασίου και στο ίδιο επίπεδο εμπορικών συναλλαγών. Όσον αφορά τις διαφορές ως προς τις συνθήκες πωλήσεων, έγιναν προσαρμογές σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 και 10 του βασικού κανονισμού, μόνον εφόσον οι εν λόγω προσαρμογές αφορούσαν άμεσα τις υπό εξέταση πωλήσεις και η Επιτροπή είχε πεισθεί ότι ήταν δικαιολογημένες. (20) Ένας από τους ιάπωνες παραγωγούς υποστήριξε ότι οι όροι χορήγησης πιστώσεων για τις εγχώριες πωλήσεις ήταν διαφορετικοί από τους όρους πίστωσης για τις εξαγωγές του και ζήτησε τη σχετική προσαρμογή. Από την εξέταση των γεγονότων διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ των ποσοστών που ισχύουν όσον αφορά την πίστωση για εξαγωγές ή για εγχώριες πωλήσεις και, κατά συνέπεια, δεν έγινε προσαρμογή. Ο ίδιος παραγωγός ζήτησε προσαρμογή της κανονικής αξίας όσον αφορά τους μισθούς των πωλητών και τα έξοδα μεταφοράς. Το ποσό της προσαρμογής για τους μισθούς των πωλητών προσαρμόσθηκε προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ένα μέρος του προσωπικού, για το οποίο ζητήθηκε προσαρμογή, δεν απασχολείται εξ ολοκλήρου σε άμεσες δραστηριότητες πώλησης. Επίσης, διορθώθηκε το ποσό της προσαρμογής για τα έξοδα μεταφοράς δεδομένου ότι διαπιστώθηκε, κατόπιν εξετάσεως των γεγονότων, ότι τα έξοδα μεταφοράς τα οποία αφορούσε η προσαρμογή περιελάμβαναν την μεταφορά μεταξύ του εργοστασίου και των αποθηκών του παραγωγού που, βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο γ) σημείο i) του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. (21) Ένας άλλος ιάπωνας παραγωγός ζήτησε προσαρμογές προς την κανονική αξία όσον αφορά τον ναύλο και, τις δαπάνες ταξιδίου και επικοινωνιών, που είχαν απορριφθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου. Η ζητούμενη προσαρμογή του ναύλου περιελάμβανε τα έξοδα μεταφοράς από το εργοστάσιο στα γραφεία πωλήσεων του παραγωγού, τα οποία δεν προσαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο γ) σημείο i) του βασικού κανονισμού. Ζητήθηκαν προσαρμογές για τα έξοδα ταξιδίου και επικοινωνιών, οι οποίες δεν χορηγήθηκαν επειδή αυτό δεν προβλέπεται από τον βασικό κανονισμό. 4. Περιθώρια ντάμπινγκ (22) Μετά από πρακαταρκτική εξέταση των γεγονότων διαπιστώθηκε η ύπαρξη ντάμπινγκ όσον αφορά εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Ιαπωνίας. Ο σταθμικός μέσος όρος περιθωρίων ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε προσωρινά για κάθε παραγωγό και εκφράζεται ως ποσοστό της συνολικής αξίας cif των εισαγωγών έχει ως εξής: Elna Co. Ltd 35,8 % Nichicon Corporation 20,1 % Nippon Chemi-con Corporation 14,1 % Rubycon Corporation 43,1 %. (23) Η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εξαγωγές τις οποίες ανέφεραν οι συνεργαζόμενοι ιάπωνες παραγωγοί αντιπροσώπευαν περίπου το ένα τρίτο του συνόλου των εισαγωγών στην Κοινότητα του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Ιαπωνίας. Όσον αφορά τους μη συνεργαζόμενους παραγωγούς, η Επιτροπή έπρεπε να προσφύγει σε άλλα διαθέσιμα γεγονότα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού. Λόγω του χαμηλού επιπέδου των εξαγωγών που εκάλυψε η έρευνα, θεωρήθηκε ότι το υψηλότερο περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για ένα συνεργαζόμενο εξαγωγέα δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτικό για τους μη συνεργαζόμενους εξαγωγείς. Η προσέγγιση αυτή θεωρήθηκε αναγκαία προκειμένου να μην επιβραβευθεί με απαράδεκτο τρόπο η άρνηση συνεργασίας, να μην γίνει διάκριση έναντι των συνεργασθέντων εξαγωγέων και να εξασφαλιστεί ότι τα μέτρα που θα ληφθούν συνιστούν αποτελεσματική προστασία για την κοινοτική βιομηχανία. (24) Συνεπώς, για τους παραγωγούς οι οοπίοι δεν απήντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, θεωρήθηκε σκόπιμο, για τους προσωρινούς προσδιορισμούς, να καθιερωθεί περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για συγκεκριμένο μοντέλο που πωλήθηκε σε σημαντικές ποσότητες από έναν από τους συνεργασθέντες παραγωγούς. Οι πωλήσεις του μοντέλου αυτού αντιπροσωπεύουν το 27 % των εξαγωγών του παραγωγού αυτού και το 7 % όλων των εξαγωγών των συνεργασθέντων παραγωγών. Το προσωρινό περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε σ' αυτή τη βάση για τους μη συνεργασθέντες εξαγωγείς ανέρχεται σε 75 %. Ε. ΖΗΜΙΑ 1. Όγκος της κοινοτικής αγοράς και τμήματα της αγοράς που καταλαμβάνουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ (25) Ενώ φαινομενικά η κοινοτική κατανάλωση ΗΠΑΜ αυξήθηκε από 50,6 εκατομμύρια μονάδες το 1988 σε 57,2 εκατομμύρια μονάδες το 1990, οι εκτιμώμενες εισαγωγές ΗΠΑΜ ιαπωνικής καταγωγής που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, αυξήθηκαν από 14 εκατομμύρια μονάδες το 1988, σε 22 εκατομμύρια μονάδες το 1990. Η κατάσταση αυτή οδήγησε σε αύξηση του τμήματος της κοινοτικής αγοράς το οποίο κατέχουν οι ιάπωνες παραγωγοί, από 27,7 % το 1988 σε 38,5 % το 1990, πράγμα που αντιπροσωπεύει αύξηση 39 %. 2. Τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ (26) Οι τιμές των εισαγόμενων ΗΠΑΜ από την Ιαπωνία, κατά την περίοδο έρευνας, ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές των παραγωγών της Κοινότητας. Όσον αφορά τις τιμές πώλησης που ήταν χαμηλότερες από τις κοινοτικές, η Επιτροπή συνέκρινε τις τιμές των πωλήσεων, που εφάρμοζε καθένας από τους εν λόγω εξαγωγείς προς τους πρώτους ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα, στο ίδιο επίπεδο εμπορικών συναλλαγών, με τις τιμές των παραγωγών της Κοινότητας όσον αφορά τις πωλήσεις τους στους πρώτους ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα. Η Επιτροπή πραγματοποίησε τη σύγκριση αυτή για κάθε ένα από τα εισαγόμενα μοντέλα χωριστά, τα οποία ελήφθησαν υπόψη για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ. Επίσης, έγιναν προσαρμογές, κατά περίπτωση, προκειμένου να εξασφαλισθεί η δυνατότητα σύγκρισης όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς που αφαιρούνται από τις κοινοτικές τιμές πώλησης. Από τη σύγκριση αυτή διαπιστώθηκαν σταθμικά περιθώρια τιμών πώλησης χαμηλότερων από τις κοινοτικές, τα οποία ποικίλλαν για τους συνεργασθέντες εξαγωγείς μεταξύ 33,7 % και 62,7 %. Σχετικά με αυτό, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ιάπωνες εξαγωγείς δεν σταμάτησαν να πωλούν σε τιμή χαμηλότερη του κόστους παραγωγής στην κοινοτική αγορά, ενώ συγχρόνως αποκόμιζαν υψηλότερα κέρδη στην εγχώρια αγορά τους. 3. Κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας α) Παραγωγή, δυναμικό, ποσοστό χρησιμοποίησης και αποθέματα (27) Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η παραγωγή της κοινοτικής βιομηχανίας αυξήθηκε από 10,6 εκατομμύρια μονάδες το 1988 σε 15,0 εκατομμύρια μονάδες το 1990. (28) Το δυναμικό της κοινοτικής βιομηχανίας αυξήθηκε, μεταξύ του 1988 και της περιόδου έρευνας, από 20,1 εκατομμύρια μονάδες το 1988 σε 37,6 εκατομμύρια μονάδες το 1990. Ωστόσο, η συνολική χρησιμοποίηση του δυναμικού μειώθηκε σημαντικά από 52,9 % το 1988, σε 39,9 % το 1990. Τα αποθέματα αυξήθηκαν μεταξύ του 1988 και 1990 από 1,4 εκατομμύρια μονάδες σε 2,2 εκατομμύρια μονάδες. β) Πωλήσεις και τμήμα της αγοράς (29) Ο όγκος των πωλήσεων της κοινοτικής βιομηχανίας αυξήθηκε ελαφρώς μεταξύ του 1988 και του 1989, παρέμεινε όμως στάσιμος μεταξύ του 1989 και του 1990. Ωστόσο, το σύνολο των πωλήσεων όσον αφορά την αξία, σημείωσε αισθητή πτώση από το 1989. (30) Παρότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να διαπιστώσει αδιαμφισβήτητα τμήματα της αγοράς όσον αφορά την αξία, για κάθε διαφορετικό ανταγωνιστή στην αγορά, εξαιτίας της άρνησης συνεργασίας εκ μέρους ορισμένων παραγωγών, είναι, ωστόσο, σαφές ότι, βάσει στοιχείων που αφορούν τις πωλήσεις της κοινοτικής βιομηχανίας, ενώ το τμήμα της αγοράς διακυμάνθηκε ελαφρώς ως προς τον όγκο, σημείωσε σημαντική μείωση μεταξύ του 1989 και 1990 ως προς την αξία. Αυτό αποδεικνύει ότι η κοινοτική βιομηχανία εξαναγκάστηκε να μειώσει σημαντικά τις τιμές της και ότι έπρεπε να θυσιάσει την δυνατότητα πραγματοποίησης κέρδους προκειμένου να διατηρήσει το τμήμα που καταλαμβάνει στην αγορά. γ) Τιμές (31) Συνέπεια των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες αό τις κοινοτικές που εφαρμόζουν οι ιάπωνες εξαγωγείς, οι τιμές πώλησης της κοινοτικής βιομηχανίας ακολούθησαν σταθερά πτωτική πορεία και έτσι διαπιστώθηκε ύφεση των τιμών μεταξύ του 1988 και 1989. Η κοινοτική βιομηχανία ήταν αναγκασμένη να συνδυάσει τις τιμές της με αυτές που διαμορφώθηκαν στην αγορά από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Λαμβάνοντας ως βάση τον δείκτη 100 για το 1988, οι τιμές των κοινοτικών προϊόντων μειώθηκαν σε 88,5 το 1990. δ) Αποδοτικότητα (32) Λόγω των πωλήσεων σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τις κοινοτικές που εφαρμόζουν οι ιάπωνες εξαγωγείς, οι παραγωγοί της Κοινότητας εξαναγκάστηκαν να μειώσουν τις τιμές τους σε επίπεδο τέτοιο ώστε να υποστούν απώλειες. Το 1988, ο σταθμικά μέσος όρος των απωλειών της κοινοτικής βιομηχανίας ήταν 6,05 %. Το 1989 φαίνεται ότι βελτιώθηκε κάπως η κατάσταση, με απώλεια 2,06 %, το 1990 όμως οι απώλειες αυξήθηκαν σημαντικά και ανήλθαν σε 15,2 %. 4. Συμπέρασμα για τη ζημία (33) Λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω παράγοντες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η κοινοτική βιομηχανία υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, κυρίως με την μορφή απώλειας αποδοτικότητας τμήματος της αγοράς. ΣΤ. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ 1. Επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ (34) Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι η αύξηση του όγκου και του τμήματος της αγοράς που καταλαμβάνουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ συνέπεσε με την επιδείνωση της κατάστασης της κοινοτικής βιομηχανίας. Η ευαισθησία του προϊόντος αυτού ως προς την τιμή και η διαφάνεια της αγοράς, καθώς και η διαδεδομένη εχθρική πολιτική καθορισμού τιμών από ορισμένους εκ των συνεργασθέντων ιαπώνων παραγωγών, είχαν σαφώς περιοριστικές συνέπειες επί των τιμών της κοινοτικής βιομηχανίας και αναπόφευκτα προκάλεσαν ζημίες, δεδομένου ότι οι πελάτες επέλεξαν να προμηθεύονται τα χαμηλότερης τιμής προϊόντα που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. (35) Επιπλέον, επειδή η κοινοτική βιομηχανία δεν μπορούσε να επιβάλει προσοδοφόρες τιμές λόγω των σημαντικών επιπτώσεων που είχαν οι πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές τιμές των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, αυτή δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει επαρκώς το ανεπτυγμένο δυναμικό της. Έτσι, δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από την αυξημένη ζήτηση που παρατηρήθηκε μεταξύ του 1988 και 1990 και από τις οικονομίες κλίμακας, οι οποίες θα προέκυπταν από έναν αυξημένο όγκο πωλήσεων. Όλα τα στοιχεία αυτά, τα οποία προκύπτουν από το ντάμπινγκ, έθεσαν την κοινοτική βιομηχανία σε μειονεκτική θέση. 2. Λοιποί παράγοντες (36) Διαπιστώθηκε ότι, ενώ η ζήτηση στην κοινοτική αγορά αυξήθηκε μεταξύ του 1988 και 1990, οι εισαγωγές ΗΠΑΜ από άλλες χώρες εκτός από την Ιαπωνία δεν υπερέβησαν το ένα τρίτον των ιαπωνικών εισαγωγών και το τμήμα της αγοράς δεν αυξήθηκε δυσανάλογα. Όσον αφορά το κατά πόσον οι εισαγωγές από τρίτες χώρες συνέβαλαν ενδεχομένως στη μη υγιή κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας, δεν προσκομίστηκαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και κανένας από τους εξαγωγείς δεν υποστήριξε ότι οι εισαγωγές αυτές συνέβαλαν στη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία. Επίσης, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεδομένων των επιπέδων της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, ακόμη και στην περίπτωση που οι εισαγωγές από τις τρίτες χώρες είχαν προκαλέσει ζημία στην βιομηχανία η ζημία που προκλήθηκε από τις ιαπωνικές εξαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ είναι σημαντική. (37) Ορισμένοι ιάπωνες παραγωγοί ισχυρίστηκαν ότι η κοινοτική βιομηχανία προκαλούσε από μόνη της ζημία επειδή εισήγαγε από την Ιαπωνία. Η Επιτροπή διαπίστωσε κατά την έρευνά της ότι καμία από τις εισαγωγές αυτές δεν μεταπωλείτο στην αγορά. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές αυτές δεν έπρεπε να εκληφθούν ως ζημία που προκλήθηκε με ίδια ευθύνη και έτσι δεν αποτελούν λοιπούς παράγοντες κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Εν πάσει περιπτώσει, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο όγκος των Philips Consumer Electronics BV παρέμεινε σχετικά σταθερός μεταξύ του 1988 και1990, ενώ ο όγκος των υπολοίπων ιαπωνικών εισαγωγών αυξήθηκε με ταχύ ρυθμό από 11,8 εκατομμύρια μονάδες το 1988, σε 19,9 εκατομμύρια μονάδες το 1990 και, συνεπώς, το τμήμα στην κοινοτική αγορά αυξήθηκε από 23,2 % το 1988 σε 34,4 % το 1990. Επίσης, από την ανάλυση των περιθωρίων των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, διαπιστώθηκε ότι το επίπεδο των τιμών των πωλήσεων που είναι χαμηλότερες από τις κοινοτικές, όσον αφορά τις εισαγωγές της Philips Consumer Electronics BV, είναι κατά πολύ χαμηλότερες από τα περιθώρια των τιμών πώλησης σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές για τους υπόλοιπους εξαγωγείς. Ως εκ τούτου, ακόμη και εάν δεν ληφθούν υπόψη οι εισαγωγές της Philips Consumer Electronics BV ο όγκος των άλλων εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, η αύξηση του τμήματος της αγοράς που καταλαμβάνουν και το ποσό κατά το οποίο οι τιμές πώλησης είναι χαμηλότερες από τις κοινοτικές, αποτελούν στοιχεία τα οποία επαρκούν ώστε να αποδειχθεί ότι η σημαντική ζημία προκλήθηκε από τις υπόλοιπες εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. (38) Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, για τον προσωρινό προσδιορισμό, ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, ιαπωνικής καταγωγής, λαμβανόμενες χωριστά, προκάλεσαν σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Ζ. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ (39) Σκοπός των δασμών αντιντάμπινγκ είναι να εξαλειφθεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός που προκαλεί ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Η επανόρθωση αυτή πρέπει να οδηγήσει στην αποκατάσταση δίκαιου ανταγωνισμού ο οποίος είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας. (40) Πράγματι, στην παρούσα περίπτωση, οι ιαπωνικές εταιρείες πωλούν στην Κοινότητα σε τιμές κάτω του κόστους, ενώ πραγματοποιούν υψηλά κέρδη στην εγχώρια αγορά και διαπιστώνεται ότι ασκούν πρακτική ντάμπινγκ. Εάν δεν αναχαιτισθεί η ταχεία μείωση των τιμών των εισαγωγών από την Ιαπωνία που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και εφόσον δεν αποκατασταθούν προσοδοφόρα επίπεδα τιμών, θα επιδεινωθεί περαιτέρω η ήδη εξασθενημένη θέση της κοινοτικής βιομηχανίας ΗΠΑΜ, ενώ υπάρχουν πολλές πιθανότητες να παύσει πλήρως να λειτουργεί. Στην περίπτωση αυτή, η Κοινότητα δεν θα διαθέτει πλέον βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και, συνεπώς, θα έχει απώλειες όσον αφορά την έρευνα, τις επενδύσεις, την απασχόληση και θα μειωθεί ο αριθμός των προμηθευτών, περιορίζοντας έτσι τις μελλοντικές συνθήκες ανταγωνισμού. (41) Μετά από εξέταση των γεγονότων διαπιστώθηκε ότι το κόστος ενός ΗΠΑΜ στο συνολικό κόστος τελικού προϊόντος κατανάλωσης σπανίως υπερβαίνει το 1 %. Ενώ η Επιτροπή αναγνωρίζει, όπως εξηγείται στο σημείο 10, ότι η βιομηχανία ηλεκτρονικών ειδών κατανάλωσης είναι εξαιρετικά ανταγωνιστική και έτσι κάθε περιορισμός του κόστους είναι σημαντικός, πρέπει να τονιστεί ότι οι χαμηλότερες τιμές που προσφέρουν οι ιάπωνες εξαγωγείς στη βιομηχανία-χρήστη συνιστούν αποτέλεσμα αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι οποίες είναι επιζήμιες και επιβλαβείς για την κοινοτική βιομηχανία. Οι επιπτώσεις των δασμών που επιβάλλονται στους ΗΠΑΜ επί των τελικών καταναλωτών θεωρούνται αμελητέες, λόγω του κατ' αναλογία χαμηλού κόστους των πυκνωτών, στο συνολικό κόστος του τελικού προϊόντος. (42) Σταθμίζοντας τα εμπλεκόμενα συμφέροντα, η Επιτροπή έλαβε ειδικότερα υπόψη το γεγονός ότι η κοινοτική βιομηχανία ενδέχεται να εξαναγκαστεί να παύσει να λειτουργεί, εφόσον δεν τύχει προστασίας, και έτσι δεν θα εξαφανιστούν τα μεσοπρόθεσμα πλεονεκτήματα για τη βιομηχανία-χρήστη να προμηθεύεται σε χαμηλότερες τιμές. (43) Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να θεραπεύσει τις συνέπειες της ζημίας που προκαλεί στην κοινοτική βιομηχανία το ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί. Η παραγνωρισμένη ανάγκη προστασίας της βιωσιμότητας και διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας είναι, σε μεγάλο βαθμό, συναφής προς τα συμφέροντα των καταναλωτών και αποτελεί αντίβαρο των μειονεκτημάτων, τα οποία σε κάθε περίπτωση είναι περιορισμένα σε μέγεθος και χρονικά. Η. ΔΑΣΜΟΣ (44) Δεδομένου ότι η ζημία συνίσταται κυρίως στην έλλειψη αποδοτικότητας ή σε απώλειες, για την απομάκρυνση της ζημίας αυτής, η κοινοτική βιομηχανία πρέπει να μπορεί να αυξήσει τις τιμές της σε προσοδοφόρο επίπεδο. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να αυξηθούν σχετικά και οι τιμές εξαγωγής των ιαπώνων εξαγωγέων. Για τον υπολογισμό της αναγκαίας αύξησης των τιμών, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι τιμές των εξαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να συγκριθούν με το κόστος παραγωγής των κοινοτικών παραγωγών που εκάλυψε η έρευνα, συν ένα περιθώριο κέρδους 12 %. Αυτό το περιθώριο κέρδους βασίζεται στο επίπεδο του κέρδους που πραγματοποίησαν κατά μέσο όρο οι κοινοτικοί παραγωγοί πριν από την επιδείνωση της αποδοτικότητάς τους, ως αποτέλεσμα των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό το περιθώριο κέρδους είναι το ελάχιστο που απαιτείται για να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα της εν λόγω κοινοτικής βιομηχανίας. Αυτό το περιθώριο κέρδους είναι κατά πολύ χαμηλότερο από το σταθμικό μέσο όρο κέρδους που πραγματοποιούν οι ιάπωνες εξαγωγείς κατά τις πωλήσεις τους στην εγχώρια αγορά. (45) Ο σταθμικός μέσος όρος των τιμών εξαγωγής για κάθε μοντέλο, όπως χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των τιμών πωλήσεων που είναι χαμηλότερες από τις κοινοτικές, συγκρίθηκε, κατά την περίοδο έρευνας, με τον σταθμικό μέσο όρο του κόστους παραγωγής των ερευνηθέντων κοινοτικών παραγωγών για τον ανάλογο τύπο προϊόντος συν ένα περιθώριο κέρδους 12 %. (46) Με τη μέθοδο αυτή, οι διαφορές εκφρασμένες βάσει της κοινοτικής τιμής cif στα σύνορα, που έχουν υπολογιστεί για τις επιχειρήσεις οι οποίες συνεργάστηκαν κατά την έρευνα της Επιτροπής, ποικίλλουν ανάλογα με τον εν λόγω εισαγωγές από 83,6 % σε 129,9 %. Σχετικά με αυτό αξίζει να σημεωθεί ότι, εάν δεν λαμβάνονταν υπόψη οι εισαγωγές της Philips Consumer Electronics BV, οι διαφορές αυτές θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες. (47) Οι επί μέρους διαφορές που υπολογίστηκαν για κάθε εξαγωγέα υπερέβαιναν τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν. Κατά συνέπεια, ο δασμός που πρέπει να επιβληθεί για τους εξαγωγείς αυτούς πρέπει να αντιστοιχεί σ' αυτά τα περιθώρια ντάμπινγκ (βλέπε σημείο 22). Όσον αφορά τις μη συνεργασθείσες επιχειρήσεις, η Επιτροπή θεώρησε ότι τα καταλληλότερα διαθέσιμα στοιχεία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, είναι αυτά που βασίζονται στην έρευνα και, κατά συνέπεια, θεώρησε ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί το υψηλότερο ανώτατο όριο ζημίας των εξαγωγέων που συνεργάστηκαν. Επειδή το περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε για τους μη συνεργασθέντες εξαγωγείς (βλέπε σημείο 24) είναι χαμηλότερο από το ανώτατο όριο ζημίας, ο δασμός πρέπει να επιβληθεί στο επίπεδο του περιθωρίου ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε. Θ. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (48) Για λόγους ορθής διαχείρισης, πρέπει να καθοριστεί περίοδος εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να καταστήσουν γνωστές τις απόψεις τους γραπτώς για να ζητήσουν ακρόαση. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι όλα τα συμπεράσματα που έγιναν για το σκοπό του παρόντος κανονισμού είναι προσωρινά και μπορούν να επανεξεταστούν για τον καθορισμό οριστικού δασμού, τον οποίο είναι δυνατό να προτείνει η Επιτροπή. ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 1. Επιβάλλεται προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρικών πυκνωτών μεγάλου μεγέθους, ηλεκτρολυτικών αλουμινίου, με γινόμενο ΧΤ (χωρητικότητα πολλαπλασιασμένη με την κλίμακα τάσης) μεταξύ 18 000 και 310 000 μc (micro-coulombs), τάσης 160 V ή περισσότερο και διαμέτρου 19 χιλιστών του μέτρου ή περισσότερο και μήκους 20 χιλιστώντου του μέτρου ή περισσότερο καταγωγής Ιαπωνίας, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 85 32 22 00 (κωδικοί Taric: 85 32 22 00 * 11 και 85 32 22 00 * 91). 2. Το ποσό του δασμού καθορίζεται σε 75,0 %, εκφρασμένο ως ποσοστό της καθαρής τιμής ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα, πριν από την επιβολή του δασμού (συμπληρωματικός δασμός Taric 8665), εκτός από την περίπτωση που κατασκευάζονται από τις ακόλουθες επιχειρήσεις για τις οποίες το ποσό του δασμού, εκφρασμένο ως ποσοστό της τιμής ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα, πριν από την επιβολή του δασμού, καθορίζεται ως εξής: Ποσό του δασμού Συμπλη- ρωματικός κωδικός Taric Elna Co. Ltd, Fujisawa City Kanagawa 35,8 % (8661) Nichicon Corporation, Kyoto 20,1 % (8662) Nippon Chemi-con Corporation, Tokyo 14,1 % (8663) Rubycon Corporation, Ina Nagano 43,1 % (8664) 3. Εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς. 4. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εξαρτάται από την καταβολή εγγύησης ισοδύναμης προς το ποσό του προσωρινού δασμού. Άρθρο 2 Με την επιφύλαξη του άρθρου 7 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή εντός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 3 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με την επιφύλαξη των άρθρων 11, 12 και 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται για περίοδο τεσσάρων μηνών εκτός εάν το Συμβούλιο θεσπίσει οριστικά μέτρα πριν από την λήξη της περιόδου αυτής. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 2 Ιουνίου 1992. Για την Επιτροπή Frans ANDRIESSEN Αντιπρόεδρος (1) ΕΕ αριθ. L 209 της 2. 8. 1988, σ. 1. (2) ΕΕ αριθ. C 93 της 11. 4. 1991, σ. 5.