31992D0427

92/427/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 1992 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.800 και 33.335 - Quantel International - Continuum / Quantel SA) (Τα κείμενα στη γαλλική και αγγλική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 235 της 18/08/1992 σ. 0009 - 0018


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 27ης Ιουλίου 1992 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.800 και 33.335 - Quantel International - Continuum / Quantel SA) (Τα κείμενα στη γαλλική και αγγλική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά) (92/427/ΕΟΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,

τον κανονισμό αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτο κανονισμό εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 1,

την αίτηση διαπίστωσης παράβασης, που υποβλήθηκε στις 20 Ιουλίου 1988 σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού αριθ. 17 από την Quantel International ("QLI") - η οποία εφεξής καλείται Continuum - κατά της Quantel SA,

την κοινοποίηση που διαβίβασε η QSA στην Επιτροπή στις 17 Οκτωβρίου 1989,

την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή στις 4 Ιουλίου 1990 να κινήσει τη διαδικασία στην παρούσα υπόθεση,

Αφού δόθηκε στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση - QSA - η ευκαιρία να γνωστοποιήσει τις απόψεις της επί των αντιρρήσεων που προβλήθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού αριθ. 17 και τον κανονισμό αριθ. 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1963 περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου (2),

Κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων,

Εκτιμώντας ότι:

Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Α. Η καταγγελία και η κοινοποίηση

(1) Στις 20 Ιουλίου 1988 υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία από την Quantel International, η οποία αποκαλείται τώρα Continuum (QLI/C), όσον αφορά την άρνηση της παλαιάς μητρικής της εταιρείας, της Quantel SA (QSA), να της επιτρέψει να αποκτήσει πρόσβαση στην κοινοτική αγορά για τα προϊόντα της λέιζερ. Η Quantel SA θεμελίωνε τη συμπεριφορά της σε μία συμφωνία μεταβίβασης μετοχών καθώς και στο συναφές πρωτόκολλο που έφεραν τις ημερομηνίες της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985, που η Quantel International ισχυρίζεται ότι συνιστούν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης.

(2) Έχοντας λάβει επιστολή της Επιτροπής με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1989, στην οποία περιλαμβανόταν προκαταρκτική έκθεση των αντιρρήσεων οι οποίες αντιτάσσονταν κατά της συμφωνίας που αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας, η QSA κοινοποίησε την εν λόγω συμφωνία στην Επιτροπή στις 17 Οκτωβρίου 1989, επισημαίνοντας ότι αποδεχόταν να περιορίσει τις διεκδικήσεις παροχής εδαφικής προστασίας σε χρονικό διάστημα πέντε ετών, υπολογιζόμενο από την ημερομηνία κατά την οποία τα προϊόντα θα είχαν διατεθεί στην αγορά, συμμορφούμενη προς τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 της Επιτροπής (3), όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, των οποίων επιζητούσε την εφαρμογή επί των εν λόγω συμφωνιών.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν, με επιστολή της 11ης Απριλίου 1990, ότι η εν λόγω συμφωνία δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής κατά κατηγορίες η οποία προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 418/85, και ότι η QSA δεν ήταν, ως εκ τούτου, δυνατόν να επικαλείται το ευεργέτημα της διαδικασίας αποχής από την εναντίωση, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού. Η επιστολή αυτή απετέλεσε αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Τ-29/90 και Τ-36/90.

(3) Στις 4 Ιουλίου 1990, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία- η ανακοίνωση με το περιεχόμενο των καταγγελιών διαβιβάστηκε στην QSA στις 30 Απριλίου 1991, χωρίς η Επιτροπή να προβάλει επιχειρήματα υπέρ της ανάκλησης της απαλλαγής κατά κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85. Στις 8 Απριλίου 1992, η QSA και η QLI/C έθεσαν τέρμα, μέσω συμβιβαστικής συμφωνίας μεταξύ τους, στο εν λόγω πρωτόκολλο. Η Επιτροπή ενημερώθηκε περί αυτού μόλις στις 10 Ιουνίου 1992.

Β. Η άσκηση ένδικων μέσων και η διαδικασία ενώπιων των εθνικών αρχών

(4) Η QLI/C υπέβαλε καταγγελία εναντίον της Quantel SA τόσο στην Επιτροπή, όσο και στις γαλλικές αρχές που ήταν αρμόδιες για τα θέματα ανταγωνισμού. Το συμβούλιο ανταγωνισμού, το οποίο επιλήφθηκε της προσφυγής στις 30 Μαΐου 1988, απηύθυνε με τον τρόπο αυτό ανακοίνωση με το περιεχόμενο των σχετικών καταγγελιών στην QSA, στις 13 Αυγούστου 1990, και αποφάσισε στις 26 Νοεμβρίου 1991 να αναστείλλει την έκδοση αποφάσεως.

(5) Η QSA κατέφυγε, από την πλευρά της, κατά της QLI/C ενώπιον των γερμανικών, γαλλικών και ελβετικών δικαστηρίων, επιζητώντας από τα δικαστήρια αυτά να επιβάλουν στον προαναφερθέντα εναγόμενο να μην προβαίνει σε πωλήσεις στις χώρες αυτές. Στη Γερμανία, την εποχή της διεξαγωγής της εμπορικής έκθεσης του Μονάχου, η QSA υπενθύμισε στις 8 Ιουνίου 1989 στην Optilas GmbH, τη γερμανική εταιρεία διανομής της QLI/C, μία μονομερή διάταξη που είχε εκδοθεί κατ' εντολή της της οποίας η Optilas και η QLI είχαν κληθεί να απόσχουν από την προσφορά ή την πώληση προϊόντων λέιζερ στη Γερμανία χρησιμοποιώντας των επωνυμία "Quantel International". Ο αρμόδιος για τη διεξαγωγή της υπόθεσης δικαστής έκρινε επίσης ότι οι διατάξεις της συμφωνίας αναφορικά με τον εδαφικό επιμερισμό ήταν έγκυρες και επιτακτικές για την QLI/C. Η διάταξη αυτή ακυρώθηκε, ωστόσο, από το εφετείο του Μονάχου στις 31 Μαΐου 1990, αφού προηγουμένως η QSA απέσυρε την προσφυγή της. Στη Γαλλία, η ASA προσέφυγε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά της QLI/C ενώπιον του εμποροδικείου της Corbeil Essonne, προκειμένου να επιτύχει την παύση "κάθε μορφής εμπορικής διευρεύνησης και κάθε μορφής εμπορίας στην Ευρώπη και στη Γαλλία των στερεών και έγχρωμων προϊόντων λέιζερ και των εφαρμογών τους στον επιστημονικό, ιατρικό και βιομηχανικό τομέα". Η QSA, η αίτηση της οποίας απορρίφθηκε τελικά από τον αρμόδιο δικαστή εκδίκασης των ασφαλιστικών μέτρων, στις 23 Ιουνίου 1988, εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. Με απόφαση που εξέδωσε στις 27 Οκτωβρίου 1988 το εφετείο των Παρισίων (14ο τμήμα), ανέστειλε την ισχύ της διάταξης αυτής και διέταξε τις εταιρείες QLI/C και Optilas "να παύσουν να διερευνούν την αγορά και να διαθέτουν στο εμπόριο στη Γαλλία τα στερεά και έγχρωμα προϊόντα τους λέιζερ, καθώς και τις εφαρμογές τους στον επιστημονικό, ιατρικό και βιομηχανικό τομέα". Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε τελικά από το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο στις 25 Μαρτίου 1991, με το σκεπτικό ότι η συμφωνία προέβαινε σε εδαφικό επιμερισμό των αγορών μεταξύ των εταιρειών "γεγονός που είχε ως συνέπεια να προκύπτει ζημία για τον ανταγωνισμό έναντι τόσο του κοινοτικού όσο και του εθνικού δικαίου, σε συνάρτηση με τις διατάξεις των οποίων είχαν κατατεθεί προσφυγές ενώπιον της Επιτροπής και του γαλλικού συμβουλίου ανταγωνισμού, ζημία η οποία ήταν δυνατόν να επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης, . . .".

Τέλος, στην Ελβετία, απαγορεύθηκε στην QLI/C να διεισδύσει στην αγορά, για λόγους αθέμιτου ανταγωνισμού.

Γ. Τα ενδιαφερόμενα μέρη

Quantel SA (QSA)

(6) Η Quantel SA (QSA) που έχει την έδρα της στο Les Ulis στη Γαλλία, αποτελεί επιχείρηση παραγωγής συσκευών λέιζερ για επιστημονικούς και ερευνητικούς σκοπούς. Η επιχείρηση συστάθηκε το 1970 από έναν επιστήμονα τον Δόκτορα Georges Bret. Η QSA, που διαθέτει ένα τμήμα ερευνών και παραγωγικές εγκαταστάσεις, ανήκει στο γαλλικό στρατιωτικό και αεροναυπηγικό όμιλο Aerospatiale. Ο κύκλος εργασιών της QSA κατά το 1985 ανήλθε σε 52 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα, δηλαδή σε 7,4 εκατομμύρια Ecu.

(7) Την εποχή της σύναψης των συμφωνιών το 1985, η QSA αποτελούσε σε ποσοστό 93 % ιδιοκτησία της Societe francaise d'equipement de navigation aerienne (SFENA), ο συνολικός κύκλος εργασιών της οποίας ανερχόταν σε 1 246 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα, ήτοι 178 εκατομμύρια Ecu.

(8) Η SFENA ελεγχόταν από την Aerospatiale. Η κατανομή των μεριδίων συμμετοχής στη SFENA είχε ως εξής:

SIELA 34,50 %,

Crouzet 23,07 %,

Aerospatiale 32,84 %,

Μεμονωμένες τράπεζες και μέτοχοι 9,50 %.

Το έτος 1985 η εταιρεία Aerospatiale κατείχε ποσοστό 50,3 % της SIELA και 43,6 % της Crouzet. Ως εκ τούτου, έλεγχε τη SFENA σε ποσοστό 60 % κατά το 1985, ενώ η τελευταία αυτή εταιρεία έλεγχε την QSA σε ποσοστό 93 %. Ο έλεγχος αυτός είχε αντανάκλαση στο διοικητικό συμβούλιο της QSA, το οποίο συναπαρτιζόταν από επτά μέλη, πέντε εκ των οποίων ήταν εκπρόσωποι της Aerospatiale ή της SFENA. Ο κύκλος εργασιών του ομίλου Aerospatiale ανήλθε στο ποσό των 5,5 δισεκατομμυρίων Ecu το 1988.

(9) Η Aeospatiale εξαγόρασε πρόσφατα την QSA εξ ολοκλήρου, μέσω της 100 % θυγατρικής της εταιρείας Unilas.

Quantel International (QLI/C)

(10) Η Quantel International, ("QL") που καλείται τώρα Continuum ("QLI/C"), με έδρα τη Santa Clara Καλιφόρνια, ΗΠΑ, αποτελεί πρώην αμερικανική θυγατρική εταιρεία της QSA. Οι παραγωγικές της δραστηριότητες είναι ανάλογες με τις αντίστοιχες δραστηριότητες της πρώην μητρικής της εταιρείας QSA. Οι συσκευές λέιζερ της QLI/C έχουν χρησιμοποιηθεί από την αμερικανική υπηρεσία διαστήματος NASA προς παρακολούθηση των δορυφόρων και καθορισμό της θέσης τους. Η Continium απετέλεσε αντικείμενο επαναπώλησης στην ιαπωνική εταιρεία HOYA Corporation που εξειδικεύεται στους τομείς των οπτικών ινών και λέιζερ.

(11) Ο κύκλος εργασιών της QLI/C ανήλθε σε 6,7 εκατομμύρια δολάρια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής το 1985 (5,9 εκατομμύρια Ecu).

Δ. Η αγορά

(12) Το κυριότερο χαρακτηριστικό των προϊόντων λέιζερ που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης συνίσταται στην ικανότητά τους να εκπέμπουν αξιοσημείωτες ποσότητες φωτός (ενέργειας) μέσα σε εξαιρετικά σύντομα χρονικά διαστήματα - από πολλά ns (δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου) μέχρι και ένα κλάσμα ps (εκατομμυριοστό του κλάσματος του εκατομμυριοστού του δευτερολέπτου). Οι συσκευές αυτές λέιζερ χρησιμοποιούνται για τις επιστημονικές έρευνες σε νέους τομείς, όπως η μη γραμμική οπτική, η φυσική πλάσματος, η μέτρηση εξαιρετικά μικρών χρονικών διαστημάτων και η ακριβής μέτρηση μεγάλων αποστάσεων. Η εν λόγω κατηγορία προϊόντων, που καθορίζεται από τα χρησιμοποιούμενα μέσα για την παραγωγή της ακτίνας λέιζερ, από τη μορφή των σημάτων εξόδου και από τις εφαρμογές της, συνιστά την αγορά αναφοράς για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι κανένα άλλο προϊόν δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα προϊόντα αυτά.

(13) Για τον καθορισμό της αγοράς αναφοράς, απαιτείται να αναλυθούν τρεις ευρύτερες κατηγορίες κατάταξης ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα μέσα για την παραγωγή της ακτίνας (για παράδειγμα στερεά, έγχρωμα, αέρια), τη μορφή των σημάτων εισόδου (συνεχούς ή παλμικής δέσμης) και τις πρακτικές εφαρμογές (επιστημονικές, ιατρικές ή βιομηχανικές/στρατιωτικές).

(14) "Χρησιμοποιούμενα μέσα για την παραγωγή της ακτίνας λέιζερ": η ακτίνα λέιζερ μπορεί να παραχθεί με διάφορα μέσα, ιδίως και κυρίως με τη χρησιμοποίηση στερεών - δηλαδή με τη διέλευση της ακτίνας λέιζερ μέσω κρυστάλλων μιας σύνθετης ύλης που ονομάζεται Yttrium Aluminium Garnet (YAG) - αλλά και μέσω εγχρώμων ουσιών και αερίων (όπως για παράδειγμα το Excimer και το αργόν). Υπάρχουν επίσης οι ακτίνες λέιζερ ορισμένων υποκατηγοριών - με εξαίρεση ορισμένες οριακές περιπτώσεις (βλέπε το σχόλιο σχετικά με το Excimer).

(15) "Μορφή των σημάτων εισόδου": υπάρχουν δύο τρόποι διοχέτευσης των σημάτων - η συνεχής εκπομπή ή η παλμική εκπομπή (σημείωση: η εκπομπή παλμικής δέσμης δεν πρέπει να συγχέεται με την εκπομπή παλμικού φωτός). Οι στερεές ακτίνες λέιζερ συνεχούς δέσμης δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσουν τις στερεές ακτίνες λέιζερ παλμικής δέσμης. Η QSA καθώς και η QLI/C περιορίζουν τις πωλήσεις τους στις συσκευές YAG παλμικής δέσμης καθώς και στις συσκευές έγχρωμων ακτίνων λέιζερ παλμικής δράσης YAG, οι οποίες εκπέμπουν εξαιρετικά βραχείες και ισχυρές δέσμες φωτός.

(16) Οι συσκευές λέιζερ που παράγονται από την QLI/C και την QSA είναι της κατηγορίας των συσκευών εκπομπής παλμικής δέσμης και εκπέμπουν εξαιρετικά βραχείες παλμικές δέσμες, οι οποίες παράγουν εξαιρετικά υψηλή ισχύ. Οι συσκευές αυτές χρησιμοποιούνται σε πειράματα για τη διεξαγωγή των οποίων απαιτούνται εξαιρετικά ακριβείς μετρήσεις του χρόνου (της τάξης του ενός δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου) ή εξαιρετικά υψηλή ισχύς. Τα προαναφερόμενα εξαιρετικά υψηλά κριτήρια ταχύτητας και ισχύος υπερβαίνουν σε σημαντικό βαθμό τα όρια των συσκευών λέιζερ εκπομπής συνεχούς δέσμης ακτίνων και αντιστοιχούν σε συγκεκριμένο φάσμα εφαρμογών.

(17) "Οι εφαρμογές": οι εφαρμογές είναι επιστημονικής μορφής (που, εξυπηρετούν σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης), ή διεξάγονται για ιατρικούς και βιομηχανικούς/στρατιωτικούς σκοπούς. Οι ακτίνες λέιζερ που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς E & A δεν είναι δυνατόν να αντικαταστήσουν τις συσκευές λέιζερ ιατρικής χρήσης ή βιομηχανικής και στρατιωτικής χρήσης. Οι εταιρείες QSA και QLI/C πωλούν μόνο συσκευές στην επιστημονική αγορά και στην αγορά E & A.

(18) Προκύπτει, ως εκ τούτου ότι η εν λόγω αγορά είναι η αγορά συσκευών λέιζερ YAG και η αγορά έγχρωμων συσκευών λέιζερ που εκπέμπουν εξαιρετικά βραχείες παλμικές δέσμες υψηλής ισχύος για τους σκοπούς της επιστημονικής έρευνας.

(19) Στην κατηγορία των εφαρμογών που προορίζονται για επιστημονικούς και ερευνητικούς σκοπούς, καθώς και για τους σκοπούς ανάπτυξης, μπορεί να γίνουν περαιτέρω διακρίσεις ανάλογα με τις εκπομπές παραγομένου φωτός (δηλαδή βραχείες, μακρές ή συνεχείς εκπομπές παλμών) ή ανάλογα με το μήκος του παραγομένου κύματος. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά φωτός και μήκους κύματος που είναι απαραίτητα προκειμένου να ικανοποιηθούν συγκεκριμένες επιστημονικές ανάγκες, καθορίζουν συχνά την επιλογή των μέσων εκπομπής ακτίνων λέιζερ. Έτσι, υπάρχει μία κατηγορία συσκευών εκπομπής λέιζερ αερίου (Excimer) οι οποίες, όταν χρησιμοποιούνται για τη διοχέτευση έγχρωμων ακτίνων λέιζερ, παράγουν με αρκετή ευκολία ορισμένο φάσμα υπεριωδών και ορατών ακτίνων μήκους κύματος που, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ανταγωνιστούν τις έγχρωμες ακτίνες λέιζερ που εκπέμπονται με δέσμες YAG. Με τη μορφή ακριβώς που έχει, μια συσκευή ακτίνων λέιζερ Excimer που χρησιμοποιείται για την εκπομπή δέσμης έγχρωμων ακτίνων λέιζερ είναι δυνατόν να υποκαταστήσει μια συσκευή ακτίνων λέιζερ YAG για την αυτή χρήση, αποκλειστικά όμως στο πλαίσιο ενός εξαιρετικά στενού φάσματος εφαρμογών. Οι περισσότερες περιπτώσεις χρήσης των συσκευών λέιζερ Excimer υπερβαίνουν τα όρια αυτής της στενής εφαρμογής εκπομπής έγχρωμης δέσμης ακτίνων.

(20) Η ανυπαρξία δυνατοτήτων υποκατάστασης (τόσο για τις συσκευές εκπομπής συνεχούς δέσμης, σε αντίθεση με τις συσκευές εκπομπής παλμικής δέσμης, όσο και για τις συσκευές λέιζερ YAG, σε αντίθεση με τις συσκευές εκπομπής ακτίνων λέιζερ Excimer) ενισχύεται εξάλλου και από τους ακόλουθους παράγοντες:

(21) "Διαφορετική τεχνολογία": όσον αφορά τις ακτίνες λέιζερ YAG σε αντίθεση με τις ακτίνες λέιζερ Excimer, και παρά το γεγονός ότι και οι δύο κατηγορίες λειτουργούν με τη μορφή της εκπομπής παλμικής δέσμης, οι ακτίνες λέιζερ YAG παράγουν μία υπέρυθρη δέσμη εξαιρετικά βραχέων παλμών, ενώ οι ακτίνες λέιζερ Excimer παράγουν υπεριώδεις δέσμες μεγαλύτερο μήκος παλμών. Στους επιστημονικούς κύκλους (δηλαδή μεταξύ των πιθανών χρήστων των ακτίνων λέιζερ για επιστημονικούς σκοπούς ή και για σκοπούς E & A). αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία ότι οι παλμοί στα διάφορα σκέλη του φωτεινού φάσματος - για παράδειγμα στο υπέρυθρο και το υπεριώδες σκέλος - χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση εντελώς διαφορετικών αποστολών, ενώ η αλληλεπίδρασή τους με την ύλη παραμένει επίσης πολύ διαφορετική. Για παράδειγμα, οι δέσμες υπέρυθρων ακτίνων εξαιρετικά βραχέων παλμών χρησιμεύουν στην υπέρυθρη φασματοσκόπηση και τη δειγματοληπτική έρευνα της ατμόσφαιρας με τη μέθοδο Lidar (ανίχνευση και μέτρηση των αποστάσεων μέσω φωτός), ενώ οι φωτοχημικές αντιδράσεις και ο φθορισμός που παράγεται από τις ακτίνες λέιζερ απαιτούν δέσμες ακτίνων, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες έχουν μεγαλύτερο μήκος παλμών.

(22) Όσον αφορά τις ακτίνες λέιζερ συνεχούς δέσμης, σε αντίθεση με τις ακτίνες λέιζερ παλμών, οι ακτίνες λέιζερ συνεχούς δέσμης παρέχουν σταθερή μέση ισχύ, ενώ οι ακτίνες λέιζερ παλμών παρέχουν υψηλή ισχύ αιχμής. Η μέση τάξη μεγέθους της ισχύος αιχμής μιας ακτίνας λέιζερ παλμών είναι ένα εκατομμύριο φορές ανώτερη από την αντίστοιχη ακτίνα λέιζερ συνεχούς εκπομπής και ενδέχεται μάλιστα να καταλήξει να είναι ένα δισεκατομμύριο φορές ισχυρότερη. Κατά συνέπεια, οι εφαρμογές τους είναι ριζικά διαφορετικές. Έτσι, οι περισσότερες πειραματικές εφαρμογές έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα της φασματοσκόπησης απαιτούν τη χρήση έγχρωμων ακτίνων λέιζερ συνεχούς δέσμης, ενώ οι περισσότερες πειραματικές εφαρμογές στον τομέα των φωτοχημικών αντιδράσεων απαιτούν τη χρησιμοποίηση ακτίνων λέιζερ παλμικής δέσμης.

(23) "Διαφορετικές μονάδες παραγωγής": για την παραγωγή κάθε κατηγορίας ακτίνων λέιζερ απαιτείται ένας εξειδικευμένος εξοπλισμός παραγωγής, καθώς και συγκεκριμένη τεχνογνωσία. Κατά συνέπεια, μία δεδομένη μονάδα παραγωγής παράγει μόνο μία κατηγορία ακτίνων λέιζερ, είτε τις ακτίνες λέιζερ YAG, είτε τις ακτίνες λέιζερ Excimer. Η εταιρεία Coherent Radiation, ο δεύτερος αμερικανός παραγωγός ακτίνων λέιζερ που παράγει σημαντικό φάσμα ακτίνων λέιζερ YAG για επιστημονικές εφαρμογές, εξαγόρασε τη Lambda Physics, μία γερμανική εταιρεία που ήταν ο πρώτος παραγωγός ακτίνων λέιζερ Excimer. Οι μονάδες παραγωγής παραμένουν ωστόσο ξεχωριστές, η μονάδα YAG στις Ηνωμένες Πολιτείες και η μονάδα Excimer ση Γερμανία.

(24) "Χρήση της ιδίας εταιρείας διανομής": οι παραγωγοί ακτίνων λέιζερ λαμβάνουν συνήθως τα μέτρα τους, ούτως ώστε οι εταιρείες διανομής να μην είναι αντιπρόσωποι εταιρειών με ανταγωνιστικό φάσμα προϊόντων. Ωστόσο, μεγάλος αριθμός εταιρειών διανομής, τόσο στην Κοινότητα όσο και αλλού, προσφέρουν το φάσμα στερεών προϊόντων YAG της μιας εταιρείας, και το φάσμα προϊόντων Excimer μιας άλλης εταιρείας, με την αμέριστη υποστήριξη των παραγωγών. Αυτή η περίπτωση ισχύει για παράδειγμα για τις εταιρείες Optilas BV, Coherent Ltd, GMP, DB Electronics και Coherent Physik. Εάν υπήρχαν σημαντικές περιπτώσεις αλληλεπικάλυψης προϊόντων και ανταγωνισμού μεταξύ των δύο φασμάτων προϊόντων, οι εταιρείες διανομής δεν θα αντιπροσώπευαν συνήθως τόσο τη μία όσο και την άλλη εταιρεία.

(25) Βάσει των συλλογισμών που αναπτύχθηκαν προηγουμένως, η σχετική αγορά ορίζεται ως η αγορά στερεών και έγχρωμων ακτίνων λέιζερ παλμικής δέσμης για τους σκοπούς της επιστημονικής έρευνας.

(26) "Θέση των ενδιαφερόμενων πλευρών στην αγορά": η ευρωπαϊκή αγορά ακτίνων λέιζερ εμπορικής χρήσης που προορίζονται για τους σκοπούς της έρευνας και ανάπτυξης αντιπροσώπευε, κατά τις εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων, ποσοστό κυμαινόμενο μεταξύ 40 και 44 % της παγκόσμιας αγοράς, τη στιμή που η αγορά στερεών και έγχρωμων λέιζερ εκπομπής βραχέων παλμών αντιπροσωπεύει ποσοστό λίγο υψηλότερο από το 10 % των συνολικών πωλήσεων συσκευών λέιζερ στους τομείς των επιστημονικών εφαρμογών, δηλαδή ποσό περίπου 11,4 εκατομμυρίων δολαρίων που ισοδυναμεί με 8,7 εκατομμύρια Ecu. Σύμφωνα με την QSA, εάν εξαιρεθούν οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το τμήμα μελετών και που αφορούν τις απευθείας παραγγελίες οι πωλήσεις της στην αγορά αυτή ανήλθαν κατά το 1988 στο ποσό των 1,92 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή στο ποσό των 1,5 εκατομμυρίων Ecu. Το γεγονός αυτό δίνει στην προαναφερόμενη εταιρεία μερίδιο της αγοράς της τάξης του 16 %.

(27) Οι πωλήσεις της QLI/C στην Κοινότητα είναι σήμερα αμελητέες, δεδομένου ότι η εταιρεία αυτή δεν διαθέτει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά επειδή ακριβώς η QSA έχει θέσει σε εφαρμογή συμφωνία που αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας.

Ε. Η συμφωνία

Η αρχική συμφωνία

(28) Το 1985, η QSA, η οποία είχε καταστεί θυγατρική εταιρεία σε ποσοστό 93 % της SFENA που και η ίδια ήταν μέλος του γαλλικού ομίλου Aerospatiale, έλαβε από την τελευταία αυτή εταιρεία την εντολή να πωλήσει την αμερικανική θυγατρική εταιρεία της. Ο ιδρυτής της QSA, ο κ. Bret, ίδρυσε μία εταιρεία με την ονομασία Laser Advance προκειμένου να συγκεντρώσει τους επενδυτές που ενδιαφέρονται για την αγορά της QLI. Μόλις η επιχείρηση εξαγοράς τερματίστηκε, η Laser Advance απορρόφησε την Quantel International (QLI), της οποίας είχε υιοθετήσει την ονομασία. Η QLI προχώρησε στη συνέχεια σε αύξηση του κεφαλαίου της, για να υποδεχθεί στους κόλπους της νέους μετόχους, όπως η γαλλική τράπεζα Paribas και οι γαλλικές επενδυτικές εταιρείες Scribe, Suez και Benexi.

(29) Η εξαγορά της QLI από τον κ. Bret πραγματοποιήθηκε με μία συμφωνία μεταβίβασης μετοχών, που έφερε την ημερομηνία της 26ης Ιουλίου 1985. Η τιμή που καταβλήθηκε για τις μετοχές ανήλθε στο ποσό των 1,05 εκατομμυρίων δολαρίων. Η συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών συνοδευόταν από ένα πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985, στο οποίο καθορίζονταν ορισμένες διατάξεις για τη μελλοντική οργάνωση της παραγωγής και της διανομής των δύο εταιρειών. Το επίμαχο ζήτημα απορρέει από την επικεφαλίδα του πρωτοκόλλου αυτού.

(30) Σύμφωνα με τους ίδιους του τους όρους, το πρωτόκολλο είχε συναφθεί συνεπεία της μεταβίβασης του ελέγχου της QLI και των προϋφιστάμενων σχέσεών της μεταξύ της QSA και QLI. Το πρωτόκολλο αφορούσε τις εμπορικές πτυχές της πώλησης της επιχείρησης, όπως οι τιμές, οι όροι πληρωμής και το καθεστώς ανάθεσης παραγγελιών, σχετικά με τα προϊόντα που αγόραζε η QLI από την QSA, ενώ περιλάμβανε επίσης ένα τμήμα για τις βιομηχανικές πτυχές, σύμφωνα με το οποίο τα αντισυμβαλλόμενα μέρη συμφωνούσαν ως προς ορισμένο βαθμό μεταφοράς της τεχνολογίας μεταξύ τους και προσχεδίαζαν τις εργασίες για την από κοινού επεξεργασία προϊόντων που βρισκόντουσαν στη φάση της ανάπτυξής τους κατά την ημερομηνία της πώλησης. Η συμφωνία αυτή κάλυπτε τρεις κατηγορίες προϊόντων που βρίσκονταν επίσης στη φάση της ανάπτυξής τους κατά τη χρονική στιγμή της συμφωνίας:

- τη συσκευή έγχρωμων ακτίνων λέιζερ "Datachrom", για την οποία τα αντισυμβαλλόμενα μέρη αναγνώρισαν ότι είχε χρηματοδοτηθεί και επεξεργαστεί από την QSA- στην QLI είχε χορηγηθεί η δωρεάν άδεια εκμετάλλευσης για τις περιοχές των δραστηριοτήτων της,

- τις συσκευές ακτίνων λέιζερ στερεού μακράς παλμικής δράσης, η ανάπτυξη των οποίων είχε μεταβιβαστεί στην QLI, με την παραχώρηση δωρεάν αδείας εκμετάλλευσης για λογαριασμό της QSA,

- τη συσκευή ακτίνων λέιζερ "Picochrom", ένα σκέλος της οποίας είχε αναπτυχθεί από την QSA, ενώ το άλλο σκέλος βρισκόταν στη φάση της ανάπτυξης από την QLI. Μόλις το σχέδιο θα είχε υλοποιηθεί, οι δύο αντισυμβαλλόμενες πλευρές προβλεπόταν να έχουν πρόσβαση στη δεδομένη τεχνολογία.

Για τα προαναφερθέντα προϊόντα, το άρθρο V προέβλεπε τον επιμερισμό των παγκοσμίων αγορών, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά επιφυλλασσόταν στην QSA.

(31) Στο πρωτόκολλο περιλαμβανόταν διάταξη, με την οποία απαγορευόταν στην QLI/C να χρησιμοποιεί την τεχνογνωσία που είχε αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμφωνίας σε ορισμένους τομείς, και συγκεκριμένα την εφαρμογή συσκευών κατευθυνόμενων ακτίνων λέιζερ με βάση τα κύματα διοξειδίου του άνθρακα και γυροσκοπικών συσκευών λέιζερ προς χρήση στο στρατιωτικό, αεροναυπηγικό και διαστημικό τομέα, και των οπτικών τεχνικών μεταβλητής καμπύλης (άρθρο 1.2).

(32) Στο πρωτόκολλο μνημονευόταν επίσης ότι άλλα προϊόντα λέιζερ, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν ρητά, ήταν δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο "κοινής μεταγενέστερης ανάπτυξης", αλλά μόνον εφόσον είχε συναφθεί χωριστή συμφωνία για το σκοπό αυτό (άρθρο IV). Όμως, δεν συνήφθη καμία συμφωνία αυτής της μορφής.

(33) Η συμφωνία του 1985 είχε συναφθεί για αρχική χρονική περίοδο που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1988 και η οποία μπορούσε να ανανεωθεί για πρόσθετη χρονική περίοδο τριών ετών, με αμοιβαία συμφωνία. Στο άρθρο Χ προβλεπόταν, ωστόσο, ότι ορισμένες διατάξεις, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν το άρθρο V (ο εδαφικός επιμερισμός) θα παρέμεναν σε ισχύ - παρά το ότι οι χρησιμοποιούμενοι όροι δεν επιτρέπουν να προσδιοριστεί κατά πόσο πρόθεση των αντισυμβαλλομένων μερών ήταν απλώς η παράταση ορισμένων διατάξεων κατά τη χρονική διάρκεια της προέκτασης της ισχύος ή η διατήρηση σε ισχύ ορισμένων διευθετήσεων, μετά την παρέλευση της ισχύος του συνόλου των συμφωνιών.

(34) Ενώ πλησίαζε η χρονική ημερομηνία εκπνοής της αρχικής χρονικής περιόδου της συμφωνίας, η QLI/C επεσήμανε στην QSA ότι δεν είχε την πρόθεση να ανανεώσει την ισχύ της συμφωνίας, επειδή επιθυμούσε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, να διεισδύσει στην ευρωπαϊκή αγορά. Τα αντισυμβαλλόμενα μέρη κατέληξαν σε μία αναδιαπραγματευθείσα λύση, η οποία προέβλεπε το μερικό άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς για την QLI, που θα εξασφάλιζε τη διανομή των προϊόντων της μέσω του δικτύου διανομής των προϊόντων της QSA. Όσον αφορά τη γαλλική αγορά, η QSA παρέμενε αποκλειστικός διανομέας της QLI/C στη Γαλλία για χρονικό διάστημα τριών ετών, από τον Ιανουάριο του 1989.

Βασιζόμενη στη νέα συμφωνία, η QLI/C συνήψε συμφωνίες διανομής στη Γερμανία, στις Κάτω Χώρες, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιταλία. Στις 17 Μαρτίου 1988, ωστόσο, η QSA απευθύνθηκε με έγγραφό της στην QLI, προκειμένου να καταγγείλει την επαναδιαπραγματευθείσα συμφωνία επικαλούμενη το άρθρο Χ του αρχικού πρωτοκόλλου και δηλώνοντας ότι "της είχε διαφύγει" το γεγονός ότι οι διατάξεις που αναφέρονταν στον εδαφικό επιμερισμό είχαν στην ουσία παραμείνει σε ισχύ και μετά την παρέλευση της ισχύος της συμφωνίας. Η εν λόγω εταιρεία ήρθε στη συνέχεια σε επαφή με πολλούς από τους ευρωπαίους διανομείς της, για να τους εξαναγκάσει να μην πωλήσουν τα προϊόντα της QLI/C στην κοινή αγορά και για να υπογραμμίσει το ότι παρέμενε αποκλειστικός κάτοχος της ιδιοκτησίας του εμπορικού σήματος και του λογότυπου. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός καταπολεμήθηκε εντονότατα από την QLI/C και αποτέλεσε αντικείμενο άσκησης χωριστών ένδικων μέσων.

(35) Η QLI/C επιβεβαίωσε, από την πλευρά της, ότι τα ένδικα μέτρα της QSA συνιστούσαν πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και ισοδυναμούσαν με ρήξη των συμβατικών τους σχέσεων. Η QLI/C προέβαλε το επιχείρημα ότι το άρθρο V του πρωτοκόλλου ήταν ούτως ή άλλως αντίθετο προς τις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης. Η QLI/C υπέβαλε καταγγελία τόσο στην Επιτροπή, όσο και στις γαλλικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα θέματα του ανταγωνισμού. Η QSA άσκησε αγωγές κατά της QLI ενώπιον των γαλλικών και γερμανικών δικαστηρίων προκειμένου να διαταχθεί η τελευταία αυτή να μην προβαίνει σε πωλήσεις στις χώρες αυτές (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5).

(36) Απαντώντας στην καταγγελία που είχε υποβάλει η QLI/C, την οποία η Επιτροπή της είχε διαβιβάσει προς σχολιασμό, η QSA προφασίστηκε ότι η συμφωνία είτε δεν καλυπτόταν από τη διάταξη του άρθρου 85 παράγραφος 1 επειδή υπαγόταν στις διατάξεις της ανακοίνωσης αναφορικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (4), είτε υπαγόταν στο ευεργέτημα της απαλλαγής βάσει του άρθρου 85 παράγραφος 3 σύμφωνα με τη νομολογία που προέκυψε από την υπόθεση C-42/84, Remia (5) ή επειδή επρόκειτο για συμφωνία έρευνας και ανάπτυξης, η οποία μπορούσε να υπαχθεί στο ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορίες, βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/8.

(37) Με επιστολή της της 2ας Αυγούστου 1989, η Επιτροπή ενημέρωσε τη QSA σχετικά με τη στάση της στη φάση αυτή, σύμφωνα με την οποία οι συμφωνίες της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985, σε επίκληση των οποίων κατέφευγε η QSA προκειμένου να παρεμποδίσει τον ανταγωνισμό της QLI/C, παραβίαζαν τη διάταξη του άρθρου 85 παράγραφος 1, επειδή υπήρχε υπέρβαση του ορίου του κύκλου εργασιών της ανακοίνωσης, όσον αφορά τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας. Οι συμφωνίες δεν μπορούσαν εξάλλου να υπαχθούν στο ευεργέτημα της απαλλαγής βάσει του άρθρου 85 παράγραφος 3. Η νομολογία Remia παρέμενε άνευ αντικειμένου στην προκειμένη περίπτωση, ιδίως επειδή οι συμφωνίες δεν είχαν κοινοποιηθεί. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 δεν είχε εφαρμογή επειδή οι συμφωνίες δεν είχαν ως πρωταρχικό τους αντικείμενο τη συνεργασία στους τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης.

Η κοινοποιηθείσα συμφωνία

(38) Έπειτα από την παραλαβή της επιστολής αυτής, η QSA προχώρησε, στις 17 Οκτωβρίου 1989, στην κοινοποίηση των συμφωνιών του 1985. Η κοινοποίηση συνοδευόταν από επεξηγηματικό σημείωμα, στο οποίο η QSA ανακοίνωσε την πρόθεσή της να περιορίσει προς το παρόν τις διεκδικήσεις της παροχής εδαφικής προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου του 1985, σε χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τα προϊόντα είχαν διατεθεί για πρώτη φορά στο εμπόριο και στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85. Αναγνωρίζοντας ότι είχαν υπάρξει καθυστερήσεις κατά την επεξεργασία των προϊόντων ή των στοιχείων για τα οποία ευθυνόταν εκείνη (QSA), καθυστερήσεις που απέδιδε, ωστόσο, κατά μέρος στο γεγονός ότι η QLI/C δεν της είχε μεταβιβάσει την τεχνολογία σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου, η QSA προέβλεπε περισσότερες ημερομηνίες, από τις οποίες θα άρχιζε να ισχύει η παρεχόμενη προστασία των πέντε ετών, ανάλογα με τη στιγμή κατά την οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, θα ήταν σε θέση να διοχετεύσει για πρώτη φορά τα διάφορα προϊόντα στην κοινοτική αγορά.

(39) Οι χρονικές περίοδοι της διεκδικούμενης προστασίας είχαν ως εξής:

Προϊόν Πρώτη περίπτωση διοχέτευσης στο εμπόριο από την QSA (πραγματική ή προβλεπόμενη) Ημερομηνία εκπνοής της προστασίας (+ 5 έτη) Datachrom Ιούλιος 1988 Ιούλιος 1993 Στοιχεία λέιζερ στερεού Δεκέμβριος 1988 Δεκέμβριος 1993 Συσκευές ακτίνων λέιζερ στερεού μακράς παλμικής δέσμης Ιούλιος 1989 Ιούλιος 1994 PS Δεκέμβριος 1989 Δεκέμβριος 1994

(40) Στην κοινοποίησή της, η QSA προέβαλε εξάλλου το επιχείρημα ότι ίσχυε το ευεργέτημα της εφαρμογής της διαδικασίας παράλειψης εναντίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου η σιωπή που είχε τηρήσει κατά χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου η Επιτροπή, έπειτα από τη στιγμή της κοινοποίησης σήμαινε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να εναντιωθεί στην εξαίρεση, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει τις ρήτρες της συμφωνίας που θα δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο.

Με επιστολή της 11ης Απριλίου 1990, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πληροφόρησαν την εταιρεία QSA προκαταβολικά ότι η εν λόγω συμφωνία δεν πληρούσε τους όρους εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 και ότι δεν μπορούσε επομένως να ισχύσει στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία μη εναντίωσης. Η εν λόγω επιστολή αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής εκ μέρους της QSA ενώπιον του Πρωτοδικείου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Τ-29/90 και Τ-36/90 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 2).

ΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Α. Άρθρο 85 παράγραφος 1

Γεωγραφική κατανομή των αγορών

(41) Το άρθρο 85 παράγραφος 1 απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Η QSA και QLI/C είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 85 παράγραφος 1, και η συμφωνία και το πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985 που επικαλείται η QSA έχουν ως αντικείμενο και αποτέλεσμα να αφαιρούν διαρκώς από τους ευρωπαίους καταναλωτές τη δυνατότητα πρόσβασης στα λέιζερ της QLI/C στην αγορά της Κοινότητας. Πρόκειται για περιορισμό του ανταγωνισμού που αντιβαίνει προς το άρθρο 85 παράγραφος 1. Η διαίρεση αυτή των γεωγραφικών αγορών, ακόμη και μεταξύ μιας τρίτης χώρας (ΗΠΑ) και της Κοινότητας, ενδέχεται να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών εφόσον εμποδίζει την είσοδο στην κοινή αγορά προϊόντων τα οποία διαφορετικά θα είχαν διανεμηθεί σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη υπόθεση C-51/76, Emi Records/CBS (6). Αυτή η διαστροφή του ανταγωνισμού αποτελεί σοβαρή παραβίαση του άρθρου 85 δεδομένου ότι σε συγκεκριμένη αγορά προϊόντων συμβάλλει στην τεχνολογική και εμπορική απομόνωση της κοινής αγοράς μιας τρίτης χώρας, παρεμποδίζοντας την QLI/C να εισχωρήσει στην παραγωγή και εμπορία των εν λόγω προϊόντων.

(42) Το άρθρο V του πρωτοκόλλου καθιερώνει τον επιμερισμό των αγορών μεταξύ των μερών που είναι αντίθετος προς τους όρους του άρθρου 85 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορεί να δικαιολογηθεί ορισμένη εδαφική προστασία για περιορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της QLI στη Laser Advances, περίοδος που εκτιμάται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υποθέσεως και που μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ δύο και πέντε ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο περιορισμός αυτός, λόγω της υπερβολικής διάρκειάς του, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί αναγκαίος για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης της επιχείρησης (υπόθεση C-42/84, Remia) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 36). Επιπλέον, όταν η Επιτροπή και το Δικαστήριο έκριναν ότι ήταν δικαιολογημένη ορισμένη προστασία στα πλαίσια μεταβίβασης επιχειρήσεων, επρόκειτο κατά κανόνα για περιπτώσεις όπου έπρεπε να αποφευχθεί το γεγονός ότι ο πωλητής, "που γνωρίζει άριστα τις δυνατότητες της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης", μπορεί "να διατηρεί τη δυνατότητα να προσελκύει εκ νέου, αμέσως μετά τη μεταβίβαση, την παλιά του πελατεία, καθιστώντας έτσι μη βιώσιμη την επιχείρηση αυτή" (υπόθεση Remia, σημείο 19 του σκεπτικού). Οι εκτιμήσεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η παρούσα συμφωνία αποσκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας του πωλητή έναντι του αγοραστή.

Αισθητές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(43) Η συμφωνία και το πρωτόκολλο δεν μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1. Στην ανακοίνωση αυτή ορίζεται ότι μία συμφωνία θεωρείται ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 85 παράγραφος 1 εφόσον οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις διαθέτουν από κοινού μερίδιο αγοράς που δεν υπερβαίνει το 5 % και συνολικό κύκλο εργασιών που δεν υπερβαίνει τα 200 εκατομμύρια Ecu. Σ' αυτό τον κύκλο εργασιών περιλαμβάνεται και ο κύκλος εργασιών όλων των επιχειρήσεων που κατέχουν μερίδιο ελέγχου σε μία από τις μετέχουσες στη συμφωνία ή σε επιχείρηση η οποία ελέγχει μία από τις μετέχουσες στη συμφωνία.

(44) Όπως διαπιστώνεται ανωτέρω, το κατώτατο όριο του μεριδίου αγοράς έχει ξεπεραστεί, δεδομένου ότι η QSA κατέχει ένα μερίδιο αγοράς 16 % περίπου. Επιπλέον, ο συνολικός κύκλος εργασιών υπερβαίνει κατά πολύ τα 200 εκατομμύρια Ecu, εάν ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών της μητρικής εταιρείας SFENA και της εταιρείας η οποία ελέγχει την τελευταία, δηλαδή της Aerospatiale, της οποίας ο ετήσιος κύκλος εργασιών ανέρχεται από μόνος του στα 5 δισεκατομμύρια Ecu περίπου.

Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της QSA στην κοινοποίησή της και στην απάντησή της στην ανακοίνωση του περιεχομένου των αιτιάσεων, η συμφωνία αυτή έχει αισθητές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό.

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 418/85

(45) Η QSA τόνισε στην Επιτροπή - τόσο στην απάντησή της κατά την διαβίβαση της καταγγελίας που υπέβαλε η QLI/C, όσο και στην κοινοποίησή της και στην απάντησή της προς την κοινοποίηση του περιεχομένου των αιτιάσεων - ότι η συμφωνία και το πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985 έπρεπε να θεωρηθούν ως συμφωνία έρευνας και ανάπτυξης και, για το λόγο αυτό, μπορεί να υπαχθούν στην απαλλαγή κατά κατηγορίες που προβλέπεται για τέτοιες συμφωνίες από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 418/85. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για διάφορους λόγους.

(46) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 εφαρμόζεται στις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο "την από κοινού έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών καθώς και την από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων τους" (άρθρο 1).

Ο συγκεκριμένος στόχος της συμφωνίας και του πρωτοκόλλου της δεν συνίσταται στην εφαρμογή προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης μεταξύ των δύο εταιρειών. Όπως προκύπτει, πράγματι, από τη διατύπωση της συμφωνίας μεταβίβασης των μετοχών και από το σχετικό πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985 (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31), στόχο των συμφωνιών αποτελούσε η μεταβίβαση μιας επιχείρησης και οι διατάξεις οι σχετικές με την από κοινού ανάπτυξη ήταν καθαρά παρεπόμενες ως προς την πώληση. Τα προϊόντα που αφορούσαν οι διατάξεις για την από κοινού ανάπτυξη (συσκευές έγχρωμων laser Datachrom, συσκευές laser στερεού με μακρά δέσμη παλμών, συσκευές έγχρωμων laser Picochrom) βρίσκονταν σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης από τον ένα ή τον άλλο συμβαλλόμενο κατά το χρόνο της πώλησης. Θεωρείται απόλυτα κατανοητό το ότι τα μέρη προέβλεψαν να ολοκληρωθεί η ανάπτυξη των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τη σχέση που υπήρχε μεταξύ τους πριν από την πώληση.

(47) Όσον αφορά τα άλλα προϊόντα, (βλέπε αιτιολογική σκέψη 32), το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου ορίζει ότι "μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο από κοινού ανάπτυξης και ότι στην περίπτωση αυτή θα υπογραφεί ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ της QLI και QSA". Δεν έχει κοινοποιηθεί καμία τέτοια συμφωνία στην Επιτροπή, ως εκ τούτου, το πρωτόκολλο αυτό δεν μπορεί να εξομοιωθεί με συμφωνία από κοινού έρευνας και ανάπτυξης.

(48) Το άρθρο 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 θέτει, επιπλέον, ως όρο για την παροχή απαλλαγής ότι: "οι εργασίες της από κοινού έρευνας και ανάπτυξης υλοποιούνται στο πλαίσιο προγράμματος που καθορίζει το είδος των εργασιών αυτών, καθώς και τον τομέα στον οποίο θα πραγματοποιηθούν . . .".

Ο στόχος που επιδιώκεται από τον εν λόγω κανονισμό, ο οποίος συνίσταται στην προώθηση αυτών των δραστηριοτήτων επιτρέποντας - υπό ορισμένες συνθήκες - τη συμμετοχή στα έξοδα και στα πλεονεκτήματα, δεν επιτυγχάνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, η συμφωνία, αντί να αυξήσει την προσπάθεια έρευνας και ανάπτυξης συνδυάζοντας τους πόρους των δύο μερών στην προοπτική ενός κοινού σκοπού, περιορίζεται στην ρύθμιση της συμμετοχής στα πλεονεκτήματα από την εργασία, που θα διεκπεραιώνεται εφεξής από κάθε επιχείρηση ανεξάρτητα, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Κατά συνέπεια, η συμφωνία δεν αποσκοπεί στην από κοινού ανάπτυξη αλλά στις συνθήκες διαχωρισμού των δύο επιχειρήσεων - εφεξής ανεξάρτητων - καθώς και στη συμμετοχή στα πλεονεκτήματα από την εργασία.

(49) Εξάλλου, μια συμφωνία δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής εφόσον περιέχει ρήτρες που απαγορεύονται από τον κανονισμό (άρθρο 6), όπως συμβαίνει με τις δύο από τις ρήτρες των συμφωνιών της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985. Κατ' αρχήν, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 επιτρέπει μόνο τις ρήτρες εδαφικού περιορισμού που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη, ενώ, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ρήτρα εδαφικού επιμερισμού, όπως ερμηνεύθηκε αρχικά από την QSA, είχε απεριόριστη διάρκεια, ακόμη και αν, μετά την επιστολή της 2ας Αυγούστου 1989, τροποποιήθηκε μονομερώς προκειμένου να περιοριστεί η διάρκειά της. Δεύτερον, η συμφωνία περιελάμβανε περιορισμό του πεδίου εφαρμογής μεταξύ ανταγωνιστών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 31), καθώς και απαγόρευση ανταγωνισμού ακόμη και παθητικού εκ μέρους της QLI/C, πράγμα το οποίο είναι, σε κάθε περίπτωση, αντίθετο με τις διαβεβαιώσεις της QSA στην απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και απαγορεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85.

Β. Άρθρο 85 παράγραφος 3

Η κοινοποίηση που υποβλήθηκε από την QSA

(50) Η συμφωνία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή μόλις στις 17 Οκτωβρίου 1989, δηλαδή αφού παρήλθαν πλέον των τεσσάρων ετών από την έναρξη ισχύος τους και αφορά η Επιτροπή είχε ενημερώσει την QSA για τη δυσμενή θέση που είχε λάβει έναντι αυτών.

Η καθυστερημένη κοινοποίηση προφυλάσσει τη συμφωνία από την επιβολή προστίμων για τη χρονική περίοδο μετά την κοινοποίηση στην Επιτροπή (άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 17).

Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πρώτο λόγο εάν τα πρόστιμα μπορεί, να επιβληθούν για πράξεις προγενέστερες της κοινοποίησης, και κατά δεύτερο λόγο κατά πόσον η καθυστερημένη κοινοποίηση της συμφωνίας του 1985 από την QSA μπορεί να μεταβάλει τη νομική εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά μ' αυτές.

Άρθρο 15

του κανονισμού αριθ. 17

(51) Εάν ήταν δυνατόν να επιβληθούν πρόστιμα για πράξεις που εμφιλοχώρησαν μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας (26 Ιουλίου 1985) και της ημερομηνίας κοινοποίησης προς την Επιτροπή (17 Οκτωβρίου 1989), δεν κρίνεται σκόπιμη η επιβολή προστίμου στην συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως επειδή το μεγαλύτερο τμήμα των προϊόντων που προβλέπονται στο πρωτόκολλο και στα παραρτήματά του δεν αποτελούσε αντικείμενο πραγματικής εμπορίας κατά τη στιγμή της κοινοποίησης λόγω αμοιβαίας καθυστερήσεως των μερών στην εκτέλεση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 38). Κατά συνέπεια, η συμφωνία αυτή δεν είχε παρά περιορισμένη συνέπεια στο εμπόριο των προϊόντων αυτών.

Το ασυμβίβαστο της συμφωνίας με το άρθρο 85 παράγραφος 3

(52) Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο (απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-56/64 και C-58/64 Grundig-Consten της 13ης Ιουλίου 1966) (7), η βελτίωση της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων που απαιτείται για τη χορήγηση ατομικής απαλλαγής δεν μπορεί να ταυτιστεί με οποιοδήποτε πλεονέκτημα αντλούν οι εταίροι από τη συμφωνία όσον αφορά τις δραστηριότητές τους στον τομέα της παραγωγής ή της διανομής, ενώ το περιεχόμενο της έννοιας της βελτίωσης δεν πρέπει να εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες των εν λόγω συμβατικών σχέσεων. Η βελτίωση αυτή πρέπει κυρίως να παρουσιάζει αισθητά αντικειμενικά πλεονεκτήματα, ικανά να αντισταθμίσουν τα μειονεκτήματα της συμφωνίας από άποψη ανταγωνισμού.

Η Επιτροπή υπενθυμίζει εν προκειμένω, ότι το βάρος αποδείξεως των εν λόγω πλεονεκτημάτων φέρει η QSA. Εντούτοις, ούτε στην κοινοποίησή της ούτε στην απάντησή της στην ανακοίνωση του περιεχομένου των αιτιάσεων, η QSA δεν ανέπτυξε κανένα επιχείρημα προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε παρέσχε στην Επιτροπή κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να της επιτρέπει να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα της συμφωνίας με βάση μία δυνάμενη να διαπιστωθεί αντικειμενικά βελτίωση της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων της, αντισταθμίζοντας έτσι τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από τον περιορισμό του ανταγωνισμού.

(53) Ο περιορισμός του ανταγωνισμού που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου V του πρωτοκόλλου αποτελεί φραγμό για την είσοδο στην αγορά ενός επιχειρηματία, εφόσον καταλήγει στον αποκλεισμό της QLI/C από ουσιώδες τμήμα της κοινής αγοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η στρέβλωση αυτή του ανταγωνισμού δεν αντισταθμίζεται από κανένα τεχνικό και οικονομικό πλεονέκτημα που προκύπτει από τη συμφωνία μεταξύ των μερών κατά την ανάπτυξη, την κατασκευή και την εμπορία των σχετικών προϊόντων.

Το άρθρο V του πρωτοκόλλου που προβλέπει ρητά την γεωγραφική κατανομή των αγορών, εγγράφεται απόλυτα στο πλαίσιο του εμπορικού διαχωρισμού των δύο επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι η QSA δήλωσε εκ των υστέρων ότι θα περιορίσει τη διάρκεια σε πέντε έτη δεν αρκεί για να ξεπεραστεί το πρόβλημα που έχει τεθεί λόγω της ρήτρας αυτής, που προβλέπει την απόλυτη γεωγραφική κατανομή των αγορών ενώ το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85, απ' όπου ελήφθη η περίοδος των πέντε ετών, είναι σαφώς περισσότερο περιορισμένη, δεδομένου ότι δεν επιτρέπει παρά μόνον την υποχρέωση μη άσκησης ενεργού πολιτικής εμπορίας για τα προϊόντα που αφορούν τη συμφωνία που, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να συνιστά συμφωνία έρευνας και ανάπτυξης από κοινού.

(54) Όσον αφορά το κατά πόσον η κοινοποίηση των συμφωνιών που τροποποιήθηκαν μονομερώς από την QSA επιτρέπει να θεωρηθεί η συμφωνία και το πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985 πληρούν τους όρους που θέτει το άρθρο 85 παράγραφος 3, ώστε να χορηγηθεί η ατομική απαλλαγή, και μολονότι η QSA, περιόρισε τη διάρκεια εδαφικής προστασίας, η οποία ήταν απεριόριστη, σε πέντε έτη μετά την πρώτη κυκλοφορία του προϊόντος, η Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικά ότι η διάρκεια της περιόδου προστασίας κατά προϊόν που διεκδικούσε η QSA στην κοινοποίησή της θα σήμαινε εξασφάλιση εδαφικής προστασίας έναντι της QLI/C για χρονικό διάστημα το οποίο ανέρχεται συνολικά, ανάλογα με τα προϊόντα, μεταξύ οκτώ και ενιάμιση ετών μετά την πώληση της επιχείρησης. Το διάστημα αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια προστασίας που θεωρείται γενικά αποδεκτή σε περίπτωση αγοράς (συνήθως, από δύο έως πέντε έτη), όπως δε ήδη ανεφέρθη (βλέπε αιτιολογική σκέψη 42), η νομολογία του Δικαστηρίου δεν αποδέχεται την προστασία παρά μόνο στην περίπτωση αυτή και όχι στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή προστασίας του πωλητή κατά του αγοραστή.

Άρθρο 3

του κανονισμού αριθ. 17

(55) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού αριθ. 17, η Επιτροπή μπορεί με απόφαση, να διαπιστώσει παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85 της συνθήκης και να υποχρεώσει τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν την παράβαση.

Μολονότι η καθυστερημένη συμβιβαστική συμφωνία μεταξύ των QSA και QLI/C, η οποία έλαβε χώρα ένα έτος μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, θέτει τέλος στην παράβαση και καθιστά χωρίς αντικείμενο την προσθήκη που θα έτεινε στην κατάργηση της εφαρμογής του άρθρου V του πρωτοκόλλου, η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμη την υιοθέτηση επίσημης απόφασης ως προς τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Αυτή η απόφαση μπορεί να ληφθεί ακόμη και στην περίπτωση που τα μέρη έχουν θέσει τέλος στις συμφωνίες, ιδίως επειδή η Επιτροπή πληροφορήθηκε περί αυτού με καθυστέρηση πολλών μηνών και αφού η διοικητική διαδικασία είχε περατωθεί (απόφαση στην υπόθεση 8/72 Cemethandelaren/Επιτροπή της 17ης Οκτωβρίου 1972) (8).

Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να αποφευχθεί στο μέλλον η επανάληψη ανάλογων ή αντίστοιχων παραβάσεων, πρέπει να διευκρινισθούν ορισμένα νομικά σημεία που συνδέονται με την παρούσα υπόθεση. Αυτά αφορούν αφενός, το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 και, αφετέρου, τα όρια των προσθέτων περιορισμών του ανταγωνισμού που είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά στα πλαίσια διάσπασης επιχείρησης. Επιπλέον, απαιτείται να επιβεβαιωθεί ότι μια συμφωνία που στοχεύει να απομονώσει τεχνολογικά ή εμπορικά την κοινή αγορά ή σημαντικά τμήματα αυτής έναντι τρίτου κράτους, εμπίπτει στο άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης και δεν υπόκειται σε ατομική εξαίρεση (απόφαση 85/618/ΕΟΚ της Επιτροπής, Siemens- Fanuc) (9),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η απόφαση και το πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985 που έχουν συναφθεί μεταξύ των Quantel International και Quantel SA συνιστούν παράβαση του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης, καθόσον προβαίνουν σε κατανομή των αγορών.

Άρθρο 2

Η συμφωνία και το πρωτόκολλο της 17ης και 26ης Ιουλίου 1985 δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 418/85.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στις ακόλουθες επιχειρήσεις:

α) Quantel SA

Zone industrielle de Courtaboeuf, BP 23

F - 91941 Les Ulis Cedex-

β) Continuum

3150 Central Express Way

Santa Clara

California

95051 USA. Βρυξέλλες, 27 Ιουλίου 1992. Για την Επιτροπή

Leon BRITTAN

Αντιπρόεδρος

(1) ΕΕ αριθ. 13 της 21. 2. 1962, σ. 204/62. (2) ΕΕ αριθ. 127 της 20. 8. 1963, σ. 2268/63. (3) ΕΕ αριθ. L 53 της 22. 2. 1985, σ. 5. (4) ΕΕ αριθ. C 231 της 12. 9. 1986, σ. 2. (5) Συλλογή ΔΕΚ 1985, σ. 2545. (6) Συλλογή ΔΕΚ 1976, σ. 811. (7) Συλλογή ΔΕΚ 1966, σ. 429. (8) Συλλογή ΔΕΚ 1972, σ. 977. (9) ΕΕ αριθ. L 376 της 31. 12. 1985, σ. 29.