31991D0423

91/423/ΕΟΚ: Απόφαση αριθ. 145 της 27ης Ιουνίου 1990 σχετικά με την καταβολή των καθυστερούμενων κοινωνικών παροχών που οφείλονται στους μη μισθωτούς κατ’εφαρμογή των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 235 της 23/08/1991 σ. 0001 - 0008
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 5 τόμος 5 σ. 0074
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 5 τόμος 5 σ. 0074


ΑΠΟΦΑΣΗ αριθ. 145 της 27ης Ιουνίου 1990 σχετικά με την καταβολή των καθυστερούμενων κοινωνικών παροχών που οφείλονται στους μη μισθωτούς εργαζομένους κατ' εφαρμογή των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (91/423/ΕΟΚ)

Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

το άρθρο 81 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 σχετικά με την εφαρμογή των καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισης που ισχύουν για τους μισθωτούς εργαζομένους, τους μη μισθωτούς και τα μέλη της οικογένειάς τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο είναι επιφορτισμένη να αντιμετωπίζει τα θέματα διοικητικής φύσεως ή τα ζητήματα ερμηνείας που προκύπτουν από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και από τις μεταγενέστερες διατάξεις,

το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1972 σύμφωνα με τον οποίο συντάσσει τα υποδείγματα πιστοποιητικών, βεβαιώσεων, δηλώσεων, αιτήσεων και άλλων εγγράφων αναγκαίων για την εφαρμογή των κανονισμών,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3427/89 του Συμβουλίου τής 30ης Οκτωβρίου 1989 που καθιερώνει, ιδίως, μια ενιαία λύση για όλα τα κράτη μέλη στο πρόβλημα καταβολής των οικογενειακών παροχών στα μέλη της οικογένειας που δεν διαμένουν στο έδαφος του αρμόδιου κράτους, και ο οποίος επεκτείνει τις διατάξεις του στους μη μισθωτούς εργαζομένους,

Εκτιμώντας:

ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθμός 3427/89 είναι, σύμφωνα με το άρθρο 3 εφαρμοστέος την 15η Ιανουαρίου 1986, εκτός από το μέρος του άρθρου 1 σημείο 1, που αφορά την τροποποίηση του άρθρου 76;

ότι πρέπει, προκειμένου να εκκαθαριστούν και να καταβληθούν οι καθυστερούμενες οικογενειακές παροχές, που οφείλονται στους μη μισθωτούς εργαζομένους σύμφωνα με τα άρθρα 73 και 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3427/89, να καθοριστούν οι όροι υπό τους οποίους

αφαιρούνται από το ποσόν αυτών των καθυστερούμενων, τα ποσά των οικογενειακών παροχών που έχουν ήδη καταβληθεί, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των μελών της οικογένειας, είτε λόγω του γεγονότος ότι διαμένουν σε αυτό το κράτος, είτε λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας του (της) συζύγου ή κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας;

ότι, εξάλλου, είναι εύλογο να προβλεφθεί ισοτιμία μετατροπής των νομισμάτων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία αυτή της αφαιρέσεως;

ότι, άλλωστε, είναι αναγκαίο, για την καταβολή των καθυστερούμενων, να συνταχθεί ένα πρότυπο ειδικού εντύπου;

ότι, η γλώσσα εκδόσεως των εντύπων αποτελεί αντικείμενο της συστάσεως αριθ. 15 της διοικητικής επιτροπής;

ότι, τέλος, πρέπει να καθοριστούν οι προθεσμίες παραγραφής που θα εφαρμοστούν όσον αφορά τις αιτήσεις καταβολής των καθυστερούμενων οικογενειακών παροχών που οφείλονται βάσει των αρθρών 73 και 74 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και όσον αφορά τη χορήγηση αυτών των καθυστερούμενων,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

1.α)Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, ο αρμόδιος φορέας προβαίνει στην εκκαθάριση και στην πληρωμή των καθυστερούμενων οικογενειακών παροχών που οφείλονται στο μη μισθωτό εργαζόμενο για την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της ημερομηνίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3427/89 και της ημερομηνίας πραγματικής εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού από τον ανωτέρω φορέα;

β)το καθυστερούμενο ποσό καταβάλλεται, αφού αφαιρεθεί το ποσό των οικογενειακών παροχών που έχουν ήδη εισπραχθεί για τις ίδιες περιόδους, είτε δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των μελών της οικογένειας, λόγω του ότι διαμένουν σε αυτό το κράτος ή λόγω μιας επαγγελματικής δραστηριότητας του (της) συζύγου ή του ατόμου στην κατοικία του οποίου ζουν τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου είτε λόγω της δραστηριότητας του (της) συζύγου σε ένα άλλο κράτος μέλος είτε βάσει μιας διμερούς συμβάσεως εργασίας;

γ)προκειμένου να εισπράξει τις καθυστερούμενες οικογενειακές παροχές, ο ενδιαφερομενος επισυνάπτει στην αίτησή του μια δήλωση σχετικά με το ύψος του συνολικού ποσού οικογενειακών παροχών που του έχουν ήδη καταβληθεί κατ' έτος, για τα μέλη της οικογένειάς του, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των τελευταίων, ή βάσει οποιασδήποτε άλλης αιτίας.

Πέρα από αυτή τη δήλωση, η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από τον σχετικό φορέα ή τους σχετικούς φορείς, μια βεβαίωση καταβολής ή μη καταβολής οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με το πρότυπο του συνημμένου εντύπου.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, θέτουν το έντυπο αυτό στη διάθεση των ενδιαφερόμενων αρμόδιων φορέων. Αυτό το έντυπο διατίθεται στις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας και παρουσιάζεται τυποποιημένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εκδοχές του στις διάφορες γλώσσες να είναι απόλυτα όμοιες, προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα σε κάθε παραλήπτη να λαμβάνει το έντυπο τυπωμένο στη μητρική του γλώσσα;

δ)τα ποσά των οικογενειακών παροχών που έχουν ήδη εκκαθαριστεί, δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους αφενός και δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των μελών της οικογένειας ή βάσει οποιασδήποτε άλλης αιτίας αφετέρου, και τα οποία ελήφθησαν υπόψη για την εφαρμογή του στοιχείου β), είναι τα ποσά που χορηγούνται για το σύνολο των μελών της οικογένειας του εργαζομένου, βάσει των οποίων αυτός έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει τις πρώτες ή τις δεύτερες παροχές;

ε)η αφαίρεση που αναφέρεται στο στοιχείο β) γίνεται συνολικά για κάθε οικογένεια εργαζομένου, με αφαίρεση του συνολικού ποσού των οικογενειακών παροχών, που έχουν ήδη καταβληθεί δύναμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των μελών της οικογένειας, ή βάσει οποιασδήποτε άλλης αιτίας, για ένα έτος, από συνολικό ποσό οικογενειακών παροχών που οφείλεται για το ίδιο έτος δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους.

Αν το ύψος των πρώτων παροχών είναι μεγαλύτερο ή ισο με των δεύτερων, δε οφείλεται καμία διαφορά παροχών από την αρμόδια αρχή. Εάν το ύψος των πρώτων παροχών είναι κατώτερο των δεύτερων, καταβάλλεται στον εργαζόμενο η διαφορά παροχών, αφού αφαιρεθεί το ποσό που έχει ήδη εισπραχθεί, όπως περιγράφεται στο στοιχείο β).

Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο των παροχών που έχουν είδη καταβληθεί στον εργαζόμενο, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των μελών της οικογένειας, ή βάσει οποιασδήποτε άλλης αιτίας, παραμένει κεκτημένο δικαίωμα του εργαζομένου και ο φορέας ο οποίος έχει καταβάλλει αυτές τις παροχές θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί οποιασδήποτε διεκδικήσεως επιστροφής αυτών των παροχών εκ μέρους του αρμόδιου φορέα;

στ)για να γίνει η αφαίρεση που αναφέρεται στο στοιχείο β), ο αρμόδιος φορέας μετατρέπει στο νόμισμά του το ποσό των οικογενειακών παροχών που έχουν εισπραχθεί από τον ενδιαφερόμενο για τα μέλη της οικογένειάς του δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής των εν λόγω μελών της οικογένειας ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία με βάση την ισοτιμία συναλλάγματος που ορίζεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72. Η ισοτιμία συναλλάγματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η ισχύουσα την 16η Νοεμβρίου 1989.

2.Όσον αφορά τις αιτήσεις καταβολής των καθυστερούμενων οικογενειακών παροχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφαρμόζονται οι προθεσμίες παραγραφής που προβλέπονται από την νομοθεσία του εκάστοτε αρμόδιου κράτους; πάντως, οι αιτήσεις μπορούν να θεωρηθούν έγκυρες, αν υποβληθούν εντός δύο ετών μετά τις 16 Νοεμβρίου 1989, ακόμη και αν οι προβλεπόμενες προθεσμίες είναι μικρότερης διάρκειας.

3.Όσον αφορά τη χορήγηση των καθυστερούμενων οικογεναιακών παροχών, αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υποβληθει εντός διετούς προθεσμίας από τις 16 Νοεμβρίου 1989, τα δικαιώματα που γεννούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3427/89 αποκτώνται χωρίς να είναι δυνατόν να αντιταχθούν στους ενδιαφερομένους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής των δικαιωμάτων.

4.Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται από την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής

E. MC. CUMISKEY