Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2241/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 207 της 29/07/1987 σ. 0001 - 0007
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 4 τόμος 3 σ. 0032
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 4 τόμος 3 σ. 0032
***** ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 2241/87 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 23ης Ιουλίου 1987 για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 170/83 του Συμβουλίου της 25ης Ιανουαρίου 1983 περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (1), και ιδίως το άρθρο 11, την πρόταση της Επιτροπής, Εκτιμώντας: ότι, λόγω των ουσιωδών τροποποιήσεων που έγιναν σε θέματα επιθεώρησης και ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ανφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2057/82 (2), όπως τροποποιήθηκε τελευταία απο τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4027/86 (3), πρέπει για λόγους σαφήνειας, να γίνει η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού· ότι, για τις αλιεύσεις που πραγματοποιούνται από τα αλιευτικά σκάφη, πρέπει να θεσπιστούν κανόνες ελέγχου για να διασφαλιστεί η τήρηση των περιορισμών των δυνατοτήτων αλιείας που έχουν θεσπιστεί αλλού· ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις που θα αφορούν την επιθεώρηση και τον έλεγχο, από τις αρχές των κρατών μελών, όλων των αλιευτικών σκαφών, συμπεριλαμβανομένων των σκαφών των τρίτων χωρών, τόσο στη θάλασσα όσο και στα λιμάνια, καθώς και όλων των δραστηριοτήτων των οποίων η επιθεώρηση θα επέτρεπε την εξακρίβωση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και την καταστολή των παραβάσεων των κανόνων που διέπουν τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου· ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αναφέρουν κατά περιοδικά διαστήματα στην Επιτροπή τις επιθεωρήσεις που διενεργούν και τα μέτρα ελέγχου που λαμβάνουν κατά ενδεχομένων παραβάσεων των μέτρων διατήρησης και ελέγχου· ότι, για να είναι αποτελεσματικός ο έλεγχος εκφορτώσεων των ειδών, για τα οποία έχει καθοριστεί σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (TAC) ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, ή άλλο είδος ποσοτικού περιορισμού, απαιτείται οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών να τηρούν ημερολόγιο και να υποβάλλουν δηλώσεις σχετικά με τις δραστηριότητες τους· ότι, ωστόσο, πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση τήρησης ημερολογίου τα σκάφη μικρών διαστάσεων και περιορισμένης ακτίνας δράσης για τα οποία παρόμοια υποχρέωση θα αποτελούσε δυσανάλογη επιβάρυνση σε σχέση με τις δυνατότητές τους αλιείας· ότι πρέπει παρ' όλα αυτά οι πλοίαρχοι των σκαφών συνολικού μήκους μεγαλύτερου από δέκα μέτρα ή οι εντολοδόχοι τους να συμπληρώνουν δήλωση αλιείας στο τέλος κάθε ταξιδιού αλιείας, η οποία δήλωση αποτελεί, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των εν λόγω σκαφών, το μόνο μέσο για να ελέγχεται η δραστηριότητά τους, και κατά συνέπεια, να εκτιμάται η τήρηση των ισχυόντων μέτρων διατήρησης· ότι ο έλεγχος των αλιευτικών δραστηριοτήτων απαιτεί από τα κράτη μέλη να επαληθεύουν την ακρίβεια των εγγράφων στα ημερολόγια πλοίου καθώς και στις δηλώσεις εκφόρτωσης και μεταμόρφωσης· ότι πρέπει να προβλεφθεί η υποχρέωση των κρατών μελών να καταγράφουν τις εκφορτώσεις των αποθεμάτων ή των ομάδων αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις και να φροντίζουν να μπορεί να γίνεται η επαλήθευση της καταγραφής αυτών των εκφορτώσεων· ότι η ανακοίνωση στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, πληροφοριών για τα αλιεύματα, λεπτομερέστερων ή παρεχόμενων συχνότερα, βελτιώνει τον έλεγχο των αλιευτικών δραστηριοτήτων· ότι πρέπει να γίνεται καταγραφή των εκφορτώσεων που πραγματοποιούνται εκτός του εδάφους της Κοινότητας καθώς επίσης και των μεταφορτώσεων ιχθύων από το ένα σκάφος στο άλλο· ότι οι διατάξεις σχετικά με το ημερολόγιο πλοίου, τη δήλωση εκφόρτωσης, τις πληροφορίες για τις μεταφορτώσεις και την καταγραφή των αλιευμάτων, πρέπει να επεκταθούν και στα αποθέματα τα οποία δεν υπόκεινται σε σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ή σε ποσοστώσεις· ότι, σε περίπτωση που οι αλιείς κράτους μέλους έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει χορηγηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος, χρειάζεται να αποφασίζει η Επιτροπή για την υποχρέωση παύσης της αλιείας· ότι, εξάλλου, η Κοινότητα, δυνάμει της συνθήκης, έχει σε εσωτερικό επίπεδο εξουσία να θεσπίζει κάθε μέτρο για τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων· ότι, στα πλαίσια ακριβώς της αρμοδιότητας αυτής, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα παύσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων μόλις εξαντλούνται το TAC, η ποσόστωση, η παραχωρηθείσα ποσότητα ή το μερίδιο της Κοινότητας· ότι πρέπει, ωστόσο, να επανορθώνεται η ζημία που υφίσταται το κράτος μέλος που δεν εξάντλησε την ποσόστωση, την παραχωρηθείσα ποσότητα ή το μερίδιό του από το συγκεκριμένο απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων· ότι πρέπει, για το σκοπό αυτό, να προβλεφθεί αντισταθμιστικός μηχανισμός που θα εξυπηρετεί την επιτακτική ανάγκη διατήρησης των πόρων με ταυτόχρονη διατήρηση των δυνατοτήτων αλιείας ανά είδος και ζώνη που απορρέουν από τον ετήσιο καθορισμό των TAC και των ποσοστώσεων· ότι, προς τούτο, οι μειώσεις και οι κατανομές είναι αναγκαίο να πραγματοποιούνται είτε κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους είτε κατά τη διάρκεια του επόμενου ή των επόμενων ετών, λαμβάνοντας υπόψη κατά προτεραιότητα τα είδη και τις ζώνες για τις οποίες έχουν καθοριστεί ετήσιες ποσοστώσεις, παραχωρούμενες ποσότητες ή μερίδια· ότι είναι αναγκαίες ορισμένες διατάξεις προκειμένου να είναι δυνατός ο έλεγχος της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού· ότι, όταν η Επιτροπή ή οι εντεταλμένοι υπάλληλοί της συναντούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επανειλημμένες και αδικαιολόγητες δυσκολίες, η Επιτροπή μπορεί να ζητά από το συγκεκριμένο κράτος εκτός από εξηγήσεις, τα μέσα για την ευόδωση των ενεργειών της· ότι το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται, κατά συνέπεια, να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του βάσει του παρόντος κανονισμού, διευκολύνοντας την πραγματοποίηση του έργου της Επιτροπής· ότι ο έλεγχος έχει βελτιωθεί με την υποχρέωση να μη χρησιμοποιούνται τα παράνομα δίκτυα· ότι πρέπει να προβλεφθούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής της επιθεώρησης και του ελέγχου, προκειμένου να ελέγχονται καλύτερα οι δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών· ότι ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να επηρεάζει τις εθνικές ελέγχου που υπεισέρχονται στο πεδίο εφαρμογής του και υπερβαίνουν τις ελάχιστες προδιαγραφές του, εφόσον αυτές είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΤΙΤΛΟΣ Ι Επιθεώρηση και έλεγχος των αλιευτικών σκαφών και των δραστηριοτήτων τους Άρθρο 1 1. Για να εξασφαλιστεί η τήρηση κάθε ισχύουσας ρύθμισης σχετικά με τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, κάθε κράτος μέλος ελέγχει, στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, την άσκηση της αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων. Επιθεωρεί τα αλιευτικά σκάφη και όλες τις δραστηριότητες των οποίων η επιθεώρηση πρέπει να επιτρέπει να εξακριβώνεται η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως οι δραστηριότητες εκφόρτωσης, πώλησης και εναποθήκευσης ιχθύων και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων. 2. Εάν, στο τέλος ελέγχου ή επιθεώρησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου σκάφους ή κάθε άλλου υπεύθυνου. 3. Για να διασφαλιστεί η όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη επιθεώρηση, τα κράτη μέλη συντονίζουν τις ελεγκτικές τους ενέργειες και εισάγουν μέτρα που επιτρέπουν τόσο στις αρμόδιες αρχές τους όσο και στην Επιτροπή να αλληλοενημερώνονται σε τακτά διαστήματα για την αποκτηθείσα πείρα. Άρθρο 2 1. Η επιθεώρηση και ο έλεγχος που αναφέρονται στο άρθρο 1 πραγματοποιούνται, από κάθε κράτος μέλος και για λογαριασμό του, από υπηρεσία επιθεώρησης που ορίζει αυτό το κράτος μέλος. Κατά την εκτέλεση του έργου που τους ανατίθεται, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1. Επιπλέον, ενεργούν έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε αδικαιολόγητη ανάμειξη στις κανονικές αλιευτικές δραστηριότητες. Τα κράτη μέλη φροντίζουν επίσης να μην υπάρχουν διακρίσεις κατά την επιλογή των τομέων και των σκαφών που επιθεωρούνται. 2. Τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τα αλιευτικά σκάφη που επιθεωρούνται προσφέρουν τη συνεργασία τους, διευκολύνοντας την επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Άρθρο 3 Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14, μπορούν να θεσπιστούν λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 1 και 2, και ιδίως όσον αφορά: α) τα στοιχεία αναγνώρισης των επιθεωρητών που ορίζονται επίσημα και τον προσδιορισμό των σκαφών επιθεώρησης ή άλλων παρόμοιων μέσων επιθεώρησης που είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται από κράτος μέλος· β) τη διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιούν οι επιθεωρητές και οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών όταν ένας επιθεωρητής προτίθεται να επισκεφθεί το σκάφος· γ) τη διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιούν οι επιθεωρητές όταν, ευρισκόμενοι σε αλιευτικό σκάφος, επιθεωρούν το σκάφος, τα αλιευτικά εργαλεία του και τα αλιεύματά του· δ) την έκθεση που πρέπει να συντάσσουν οι επιθεωρητές μετά από κάθε επίσκεψη σκάφους· ε) τη σήμανση και τον προσδιορισμό των αλιευτικών σκαφών και των αλιευτικών εργαλείων τους· στ) την πιστοποίηση των χαρακτηριστικών των αλιευτικών σκαφών που σχετίζονται με την άσκηση αλιευτικών δραστηριοτήτων. Άρθρο 4 Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν, κατά τακτά διαστήματα, στην Επιτροπή τις πληροφορίες για τον αριθμό των αλιευτικών σκαφών που επιθεωρήθηκαν, την εθνικότητά τους, τον τύπο των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν, καθώς και τα μέτρα που έλαβαν για τις παραβάσεις αυτές. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ Έλεγχος των αλιεύσεων Άρθρο 5 1. Οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος και τα οποία αλιεύουν είδη αποθέματος ή ομάδες αποθεμάτων για τα οποία έχει οριστεί σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (TAC) ή ποσόστωση, τηρούν ημερολόγιο πλοίου αναφέροντας τουλάχιστον τις αλιευθείσες ποσότητες κάθε είδους που βρίσκονται επί του σκάφους, την ημερομηνία και τον τόπο των αλιεύσεων αυτών σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει οριστεί και τεθεί σε διαχείριση TAC ή ποσόστωση, καθώς και τον τύπο αλιευτικών εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν. 2. Απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών τα οποία φέρουν σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, και των οποίων το ολικό μήκος είναι: α) μικρότερο ή ίσο των 70 μέτρων· β) μεγαλύτερο από 10 μέτρα, αλλά όχι μαγαλύτερο από 17 μέτρα, όταν πραγματοποιούν ταξίδι εκτός του Skagerrak ή του Kattegat που δεν διαρκεί περισσότερο από 24 ώρες από την ώρα αναχώρησης από το λιμάνι μέχρι την ώρα επιστροφής στο λιμάνι· ή γ) μικρότερο ή ίσο των 12 μέτρων, όταν αλιεύουν εντός του Skagerrak ή Kattegat. 3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την επαλήθευση της ακρίβειας των εγγράφων που πραγματοποιούνται βάσει της παραγράφου 1. Άρθρο 6 1. Κατά την εκφόρτωση μετά από κάθε ταξίδι, ο πλοίαρχος κάθε αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους μεγαλύτερου από 10 μέτρα, υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένου σε κράτος μέλος, ή ο εντολοδόχος του, υποβάλουν, στις αρχές του κράτους μέλους του οποίου χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις εκφόρτωσης, δήλωση, για την ακρίβεια της οποίας είναι υπεύθυνος κατ' αρχήν ο πλοίαρχος, αναφέροντας τουλάχιστον, για κάθε απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσόστωση, τις εκφορτωθείσες ποσότητες και τον τόπο αλιείας σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει καθοριστεί και τεθεί σε διαχείριση TAC ή ποσόστωση. Όταν οι αλιεύσεις έχουν πραγματοποιηθεί σε ύδατα υπαγόμενα στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία τρίτων χωρών, οι πληροφορίες αυτές ανακοινώνονται χωριστά και αναφέρονται στα ύδατα καθεμιάς από τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες. 2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την επαλήθευση της ακρίβειας των δηλώσεων που γίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Άρθρο 7 1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, ο πλοίαρχος αλιευτικού σκάφους υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένου σε ένα κράτος μέλος, ο οποίος: - μεταφορτώνει οποιεσδήποτε ποσότητες αλιευμάτων αποθέματος ή ομάδες αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσόστωση σε άλλο σκάφος, το οποίο στο εξής καλείται «σκάφος παραλαβής» ανεξάρτητα από τον τόπο εκφόρτωσης, ή - τις εκφορτώνει κατευθείαν εκτός του εδάφους της Κοινότητας, ενημερώνει, κατά τη στιγμή της μεταφόρτωσης ή της εκφόρτωσης, το κράτος μέλος του οποίου τη σημαία φέρει ή στο οποίο είναι νηολογημένο το σκάφος του, για τα είδη και τις οικείες ποσότητες καθώς και για την ημερομηνία της μεταφόρτωσης ή της εκφόρτωσης και τον τόπο αλιείας, σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει καθορισθεί και τεθεί σε διαχείριση TAC ή ποσόστωση. Σε περίπτωση που τα αλιεύματα πραγματοποιήθηκαν στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τρίτων χωρών, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να ανακοινώνονται χωριστά για τα ύδατα καθεμιάς από τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες. 2. Πριν αρχίσει η μεταφόρτωση ή η σειρά μεταφορτώσεων και εφόσον αυτές πραγματοποιούνται σε λιμάνι ή σε ύδατα υπαγόμενα στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία κράτους μέλους, ο πλοίαρχος του σκάφους παραλαβής ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σχετικά με τις ποσότητες αλιευμάτων αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή ποσόστωση επί του σκάφους του. Ο πλοίαρχος του σκάφους παραλαβής καταγράφει λεπτομερώς, τις ποσότητες αλιευμάτων αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή ποσόστωση οι οποίες έχουν μεταφορτωθεί, την ημερομηνία παραλαβής και τα στοιχεία του σκάφους που μεταφόρτωσε τα αλιεύματα αυτά στο σκάφος παραλαβής. Η υποχρέωση αυτή θεωρείται ότι εκπληρούται με την τήρηση αντιγράφων της δήλωσης μεταφόρτωσης, που χορηγούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ιδιαίτερες διαδικασίες καταγραφής των στοιχείων για τα αλιεύματα. Στο τέλος της μεταφόρτωσης ή σειράς μεταφορτώσεων, ο πλοίαρχος του σκάφους παραλαβής διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στις προαναφερόμενες αρμόδιες αρχές, μέσα σε 24 ώρες το πολύ. Ο πλοίαρχος του σκάφους παραλαβής τηρεί επίσης στοιχεία για τα αλιεύματα ενός αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή ποσόστωση, που μεταφορτώθηκαν από το σκάφος παραλαβής σε τρίτο σκάφος. Ο πλοίαρχος ενημερώνει τις ανωτέρω αρμόδιες αρχές για τη μεταφόρτωση αυτή, τουλάχιστον 24 ώρες νωρίτερα. Μετά τη μεταφόρτωση, ο πλοίαρχος ενημερώνει τις εν λόγω αρμόδιες αρχές για τις ποσότητες που μεταφορτώθηκαν. Ο πλοίαρχος του σκάφους παραλαβής και ο πλοίαρχος του τρίτου σκάφους που αναφέρεται ανωτέρω οφείλουν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν την ακρίβεια των πληροφοριών και των στοιχείων που απαιτούνται βάσει της παρούσας παραγράφου. 3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την επαλήθευση της ακρίβειας των παρεχομένων πληροφοριών βάσει των παραγράφων 1 και 2 και, κατά περίπτωση, ενημερώνουν το κράτος ή τα κράτη μέλη των οποίων τη σημαία φέρουν ή στα οποία είναι νηολογημένα το σκάφος παραλαβής, σχετικά με τις εν λόγω πληροφορίες και τα αποτελέσματα της επαλήθευσης. 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης σε σκάφος παραλαβής υπό σημαία τρίτης χώρας ή νηολογημένο σε τρίτη χώρα. Άρθρο 8 Όταν η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση πρέπει να πραγματοποιηθεί μετά δεκαπέντε ημέρες τουλάχιστον από την αλίευση, οι πληροφορίες που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7, διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία φέρει το σκάφος ή στο οποίο το σκάφος είναι νηολογημένο, το αργότερο δεκαπέντε ημέρες μετά την αλίευση. Άρθρο 9 1. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένα σε κράτος μέλος. Για το σκοπό αυτό, μπορούν να απαιτούν η πρώτη διάθεση στην αγορά να γίνεται με δημοπρασία. Όταν τα αλιεύματα αποθέματος ή ομάδων αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις δεν διατίθενται για πρώτη φορά στην αγορά με δημοπρασία, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη γνωστοποίηση των εν λόγω ποσοτήτων στα κέντρα δημοπρασιών ή στους οργανισμούς που ορίζονται από τα κράτη αυτά. 2. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή, το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα, τις ποσότητες κάθε αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή ποσοστώσεις που έχουν εκφορτωθεί κατά τον προηγούμενο μήνα, καθώς και κάθε πληροφορία που έλαβε σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8. Οι κοινοποιήσεις στην Επιτροπή περιέχουν στοιχεία για τον τόπο αλίευσης, όπως ορίζεται στα άρθρα 5 και 6, καθώς και για την εθνικότητα των συγκεκριμένων αλιευτικών σκαφών. Με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, μετά από αίτησή της, και εφόσον οι αλιευθείσες ποσότητες αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις πλησιάζουν το επίπεδο των TAC ή των ποσοστώσεων, πληροφορίες λεπτομερέστερες ή σε συχνότερα διαστήματα από ό,τι προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο. 3. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη για τις κοινοποιήσεις που έλαβε βάσει του παρόντος άρθρου, σε προθεσμία 10 ημερών το πολύ από την ημερομηνία παραλαβής των κοινοποιήσεων αυτών. 4. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να φυλάσσει ή να αναθέτει τη φύλαξη των εγγράφων που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 και τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες εφαρμογής τους, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αναδρομή στα έγγραφα αυτά, στα οποία βασίζονται οι κοινοποιήσεις στην Επιτροπή που αναφέρονται στην παράγραφο 2, για μια τριετία από την έναρξη του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω εκφορτώσεις. Άρθρο 10 Σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 14, συμπληρωματικά αποθέματα ή ομάδες αποθεμάτων μπορούν να υπάγονται στα άρθρα 5 έως 9. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ Απαγόρευση αλιευτικών δραστηριότητων Άρθρο 11 1. Όλα τα αλιεύματα αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων για τα οποία έχει καθορισθεί ποσόστωση και τα οποία αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, υπολογίζονται ανεξάρτητα από τον τόπο εκφόρτωσης, στην ποσόστωση του κράτους μέλους αυτού για το εν λόγω απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων. 2. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία οι αλιεύσεις αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε ρύθμιση ποσόστωσης και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του ή είναι νηολογημένα σ' αυτό, θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει χορηγηθεί για το εν λόγω απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων. Απαγορεύει από την ημερομηνία αυτή, προσωρινά, την αλιεία ιχθύων αυτού του αποθέματος ή αυτής της ομάδας αποθεμάτων από τα εν λόγω σκάφη, καθώς και τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση, εφόσον οι αλιεύσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, και καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας επιτρέπονται οι μεταφορτώσεις και οι εκφορτώσεις ή οι τελευταίες κοινοποιήσεις για τα αλιεύματα. Το μέτρο αυτό κοινοποιείται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη. 3. Η Επιτροπή, κατόπιν κοινοποιήσεως η οποία γίνεται βάσει της παραγράφου 2 ή με δική της πρωτοβουλία, καθορίζει, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, την ημερομηνία κατά την οποία, για ένα απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, οι αλιεύσεις που υπόκεινται σε TAC, ή ποσόστωση ή άλλη μορφή ποσοτικού περιορισμού και τις οποίες πραγματοποίησαν αλιευτικά σκάφη υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένα σε κράτος μέλος, θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση, την παραχωρηθείσα ποσότητα ή το διαθέσιμο μερίδιο γι' αυτό το κράτος μέλος ή, κατά περίπτωση, για την Κοινότητα. Με την ευκαιρία της εκτίμησης της κατάστασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή ενημερώνει τα οικεία κράτη μέλη για τις προοπτικές παύσης μιας αλιείας λόγω εξάντλησης του TAC. Τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, παύουν να αλιεύουν ένα είδος αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε ποσόστωση την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί η ποσόστωση που χορηγήθηκε στο κράτος αυτό για το είδος του εν λόγω αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων· αυτά τα σκάφη παύουν επίσης να κρατούν επί του σκάφους, να εκφορτώνουν, να μεταφορτώνουν ή να αναθέτουν σε άλλον την εκφόρτωση ή μεταφόρτωση αλιευμάτων αυτού του είδους εφόσον τα αλιεύματα αυτά αλιεύθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή. 4. Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή έχει σταματήσει τις αλιευτικές δραστηριότητες λόγω εξάντλησης του TAC, της ποσόστωσης, της παραχωρηθείσας ποσότητας ή του διαθέσιμου μεριδίου για την Κοινότητα και υπολογίζει ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει εξαντλήσει την ποσόστωση, την παραχωρηθείσα ποσότητα ή το διαθέσιμο μερίδιο για συγκεκριμένο απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις. Αν η ζημία που έχει υποστεί κράτος μέλος για το οποίο είχε απαγορευθεί η αλιεία πριν ακόμα εξαντλήσει την ποσόστωσή του, δεν επανορθώθηκε με την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγρφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 170/83, επιλαμβάνεται του θέματος η Επιτροπή Διαχείρισης Αλιευτικών Πόρων σύμφωνα με το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού. Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14 του ίδιου κανονισμού, λαμβάνονται μέτρα προκειμένου να επανορθωθεί δεόντως η ζημία που προκλήθηκε. Τα μέτρα αυτά ενδέχεται να οδηγήσουν σε μειώσεις για το κράτος μέλος που έχει υπερβεί την ποσόστωση, την παραχωρηθείσα ποσότητα ή το μερίδιό του, οι δε ποσότητες που αφαιρέθηκαν κατανέμονται κατάλληλα μεταξύ των κρατών μελών των οποίων οι αλιευτικές δραστηριότητες σταμάτησαν πριν ακόμη εξαντλήσουν την ποσόστωσή τους. Οι μειώσεις καθώς και οι επακόλουθες κατανομές πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη κατά προτεραιότητα τα είδη και τις ζώνες για τις οποίες έχουν ορισθεί ετήσιες ποσοστώσεις, παραχωρούμενες ποσότητες ή μερίδια. Οι μειώσεις ή οι κατανομές αυτές μπορούν να γίνονται κατά τη διάρκεια του έτους κατά το οποίο προκλήθηκε η ζημία ή κατά τη διάρκεια του επόμενου ή των επόμενων ετών. ΤΙΤΛΟΣ IV Εφαρμογή και επαλήθευση του ελέγχου Άρθρο 12 1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, μετά από αίτησή της, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή όταν διατυπώνει το αίτημα για την παροχή των εν λόγω πληροφοριών, ορίζει και την προθεσμία εντός της οποίας οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρέχονται. 2. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι έχουν γίνει παρατυπίες κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τα οποία, στη συνέχεια, προβαίνουν σε διοικητική έρευνα στην οποία είναι δυνατόν να συμμετέχουν και υπάλληλοι της Επιτροπής. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την εξέλιξη και τα αποτελέσματα της έρευνας, και διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο της έκθεσης της έρευνας και των βασικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατάρτισή της. 3. Η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση του παρόντος κανονισμού από τα κράτη μέλη, μπορεί να επαληθεύει επί τόπου την εφαρμογή του, σε συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες. 4. α) Προς το σκοπό αυτό, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν, στο μέτρο που η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, να παρίστανται στις εργασίες επιθεώρησης και ελέγχου που πραγματοποιούνται από τις εθνικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή δημιουργεί κατάλληλους συνδέσμους με τα κράτη μέλη με σκοπό την κατάρτιση, στο μέτρο του δυνατού, αμοιβαία αποδεκτού προγράμματος επιθεώρησης και ελέγχου. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή, προκειμένου να διευκολύνουν το έργο της. Όταν η Επιτροπή ή οι εντεταλμένοι υπάλληλοί της συναντούν δυσκολίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, το συγκεκριμένο κράτος μέλος θέτει στη διάθεση της Επιτροπής τα μέσα για την ευόδωση της δράσης της, και παρέχει στους εντεταλμένους υπαλλήλους τη δυνατότητα να διεξάγουν την επιθεώρηση και τον έλεγχο που τους έχουν ζητηθεί. Εντούτοις, όσον αφορά την επιθεώρηση εν πλω ή από αέρος, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες πρέπει να εκπληρώσουν άλλα καθήκοντα μεγαλύτερης προτεραοότητας σχετικά ιδίως με την άμυνα, την ασφάλεια και τον τελωνειακό έλεγχο, οι αρχές του κράτους μέλους διατηρούν το δικαίωμα αναβολής ή επαναπροσανατολισμού των εργασιών επιθεώρησης στις οποίες η Επιτροπή προτίθεται να παρευρεθεί· στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος μέλος συνεργάζεται με την Επιτροπή για την εξεύρεση εναλλακτικής λύσης. β) Όταν πρόκειται για επιθεωρήσεις με σκάφος ή με αεροσκάφος ο κυβερνήτης του σκάφους ή του αεροσκάφους είναι ο μόνος υπεύθυνος των εργασιών, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση των αρχών στις οποίες υπάγεται να εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό. Οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής που συμμετέχουν στις εργασίες αυτές συμμορφώνονται με τους κανόνες και την πρακτική του κυβερνήτη. γ) Σε κάθε περίπτωση ανεξάρτητα αν πρόκειται για εργασίες στη θάλασσα, στον αέρα ή στην ξηρά, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν ιδιώτες, αλλά συνοδεύουν απλώς τους εθνικούς επιθεωρητές, οι οποίοι παραμένουν πάντοτε υπεύθυνοι για τις πραγματοποιούμενες επιθεωρήσεις. ΤΙΤΛΟΣ V Χρησιμοποίηση των αλιευτικών εργαλείων Άρθρο 13 Εάν τα σκάφη αλιεύουν ορισμένα είδη, σε ορισμένες ζώνες ή κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων, για τα οποία δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διχτυών με μάτια που έχουν διαστάσεις μικρότερες από αυτές που προβλέπονται στις εφαρμοστέες διατάξεις, τα δίχτυα αυτά πρέπει να τοποθετούνται έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται εύκολα, σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους: α) τα δίχτυα, βάρη ή παρόμοια αλιευτικά εργαλεία αποσυνδέονται από το πλαίσιό τους και τα παλαμάρια τους ή τα καραβόσκοινα ρυμουλκήσεως· β) τα δίχτυα που ευρίσκονται επί της γέφυρας ή πάνω από αυτήν προσδένονται στερεά σε κάποιο μέρος του υπερκατασκευάσματος του σκάφους. ΤΙΤΛΟΣ VI Γενικές διατάξεις Άρθρο 14 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 3 έως 10 του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 170/83. Άρθρο 15 Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων ελέγχου που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις του, εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία καθώς και με την κοινή αλιευτική πολιτική. Οι εθνικές διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ανακοινώνονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 101/76 του Συμβουλίου της 19ης Ιανουαρίου 1976 περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (1). Άρθρο 16 1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2057/82 καταργείται. 2. Οι παραπομπές στον κανονισμό που καταργείται δυνάμει της παραγράφου 1 πρέπει να θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό. Τα υπόψη και οι παραπομπές που αφορούν τα άρθρα του κανονισμού που καταργήθηκε, πρέπει να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος. Άρθρο 17 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 23 Ιουλίου 1987. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος K. E. TYGESEN (1) ΕΕ αριθ. L 24 της 27. 1. 1983, σ. 1. (2) ΕΕ αριθ. L 220 της 29. 7. 1982, σ. 1. (3) ΕΕ αριθ. L 376 της 31. 12. 1986, σ. 4. (1) ΕΕ αριθ. L 20 της 28. 1. 1976, σ. 19. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ 1.2 // // // Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2057/82 // Παρών κανονισμός // // // Άρθρο 1 // Άρθρο 1 // Άρθρο 2 // Άρθρο 2 // Άρθρο 3 // Άρθρο 5 // Άρθρο 4 // Άρθρο 3 // Άρθρο 5 // Άρθρο 4 // Άρθρο 6 // Άρθρο 6 // Άρθρο 7 // Άρθρο 7 // Άρθρο 8 // Άρθρο 8 // Άρθρο 9 // Άρθρο 9 // Άρθρο 9α // Άρθρο 10 // Άρθρο 10 // Άρθρο 11 // Άρθρο 11 // Άρθρο 13 // Άρθρο 12 // Άρθρο 12 // Άρθρο 13 // Άρθρο 14 // Άρθρο 14 // Άρθρο 15 // Άρθρο 15 // Άρθρο 16 // Άρθρο 16 // Άρθρο 17 // Παράρτημα // Άρθρο 13 στοιχεία α) και β) // //