31987D0098

87/98/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 29ης Ιουλίου 1986 σχετικά με την ενίσχυση που σχεδιάζει να χορηγήσει το ομόσπονδο κράτος (Land) Rheinland-Pfalz σε επιχείρηση μεταλλοβιομηχανίας στο Betzdorf (Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 040 της 10/02/1987 σ. 0017 - 0021


*****

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 29ης Ιουλίου 1986

σχετικά με την ενίσχυση που σχεδιάζει να χορηγήσει το ομόσπονδο κράτος (Land) Rheinland-Pfalz σε επιχείρηση μεταλλοβιομηχανίας στο Betzdorf

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(87/98/ΕΟΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Αφού ειδοποίησε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο και αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας ότι:

Ι

Με το από 11ης Απριλίου 1985 υπόμνημά της, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ζήτησε από την Επιτροπή να εγκρίνει τη χορήγηση επενδυτικής επιχορήγησης ύψους 1 176 750 DM προς μια επιχείρηση μεταλλοβιομηχανίας, η οποία αντιστοιχούσε σε 7,5 % του κόστους των επενδύσεων για την επέκταση της επιχείρησης ύψους 15,69 εκατομμυρίων DM. Στις 14 Μαΐου 1985, η Επιτροπή απηύθυνε στη γερμανική κυβέρνηση αίτηση παροχής πληροφοριών, στην οποία εκείνη απάντησε με το από 21 Αυγούστου 1985 υπόμνημά της. Το σχέδιο της επένδυσης αφορά εγκαταστάσεις για την παραγωγή βαρελιών ζύθου, μεταλλικών ερμαρίων και θερμαντικών σωμάτων, τη βελτίωση του συστήματος διανομής της επιχείρησης και την επέκταση της μηχανογράφησης. Οι κτιριακές επενδύσεις αντιστοιχούν σε 5,72 εκατομμύρια DM, τα μηχανήματα και οι εγκαταστάσεις σε 9,97 εκατομμύρια DM. Με την εν λόγω επένδυση δημιουργούνται περισσότερες από 50 θέσεις μόνιμης απασχόλησης.

Μολονότι η τοποθεσία της επένδυσης δεν βρίσκεται σε υπό ενίσχυση περιοχή ούτε του κοινού κυβερνητικού προγράμματος « βελτίωση της δομής της περιφερειακής οικονομίας» ούτε του προγράμματος περιφερειακής βοήθειας του Rheinland-Pfalz, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους επιθυμούσε να χορηγήσει ενίσχυση στην επιχείρηση, επειδή το 1984 η ανεργία στην περιφέρεια του γραφείου απασχόλησης του Betzdorf ξεπερνούσε τον εθνικό μέσο όρο κατά 8 %, ο ετήσιος μέσος όρος ανεργίας κατά την περίοδο 1983/84 στις γειτονικές περιφέρειες του Rheinland-Pfalz ξεπερνούσε τον εθνικό μέσο όρο κατά 25 % και συγχρόνως απειλούντο θέσεις απασχόλησης της βιομηχανίας του χάλυβα στο βόρειο τμήμα του διοικητικού διαμερίσματος (Kreis) του Alterkirchen και στο Siegerland. Η γερμανική κυβέρνηση θεωρούσε απίθανο να υπάρξουν επιπτώσεις για την κοινή αγορά, δεδομένου ότι οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό 10 % της παραγωγής της επιχείρησης.

Μετά από μια πρώτη ενίσχυση, η Επιτροπή σχημάτισε τη γνώμη ότι η σχεδιαζόμενη ενίσχυση εμπίπτει στο άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Ως κριτήρια για την εφαρμογή ενδεχόμενης παρέκκλισης με βάση το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την κοινή αγορά έλαβε υπόψη της τις διατάξεις του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ). Κατά την άποψη, ωστόσο, της Επιτροπής, η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της περιφέρειας του γραφείου απασχόλησης του Betzdorf δεν ήταν τόσο δυσμενής, ώστε η ανάπτυξή της να απαιτεί, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, τη χορήγηση της ενίσχυσης. Αυτό προέκυψε από την εκτίμηση που έγινε για την περιοχή με βάση τα αριθμητικά στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή ως προς τον μέσο όρο και την εξέλιξη της ανεργίας στην περιφέρεια του Betzdorf κατά την πενταετία 1980/1984 στοιχεία σχετικά με την καθημερινή μετακίνηση του προσωπικού μεταξύ κατοικίας και εργασίας τόσο για την εν λόγω επιχείρηση όσο και για την περιφέρεια γενικότερα, καθώς και τον μέσο όρο της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας ανά κάτοικο βάσει κόστους συντελεστών παραγωγής για τα έτη 1980 και 1982 στην περιοχή της αγοράς εργασίας του Slegen όπου υπάγεται η περιφέρεια του Betzdorf. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η σχεδιαζόμενη ενίσχυση δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ). Για τον λόγο αυτό, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2. Με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1985, κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και, με τις επιστολές της 13ης Δεκεμβρίου 1985 προς τα κράτη μέλη, ζήτησε από αυτά να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

Η έναρξη της διαδικασίας ανακοινώθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 31 Δεκεμβρίου 1985 (1).

ΙΙ

Η γερμανική κυβέρνηση, στις παρατηρήσεις που διαβίβασε με έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1985 και που συμπλήρωσε με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 1986 παρέχοντας, μετά από αίτηση της Επιτροπής, περαιτέρω πληροφορίες, τόνιζε ότι το ποσοστό της ανεργίας στην περιοχή του Betzdorf εξακολουθούσε να είναι πολύ υψηλό αλλά ότι ένας ουσιαστικός λόγος για τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων απασχόλησης εκεί όταν ο κίνδυνος που διέτρεχαν περισσότερες από 400 τέτοιες θέσεις της βιομηχανίας του χάλυβα στην περιφέρεια του Mudersbach, σε απόσταση μόλις 7 χιλιομέτρων περίπου. Υπήρχε, κατά τη γερμανική κυβέρνηση, φόβος μήπως, με την απώλεια θέσεων απασχόλησης της χαλυβοβιομηχανίας, το ποσοστό της ανεργίας στην περιφέρεια του γραφείου απασχόλησης του Betzdorf υπερβεί στα επόμενα χρόνια τον ομοσπονδιακό μέσο όρο κατά περισσότερο από 20 %.

Εκτός αυτού, η γερμανική κυβέρνηση τόνιζε ότι το Betzdorf απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από την υπό ενίσχυση περιοχή του κοινού κυβερνητικού προγράμματος, από την οποία (και συγκεκριμένα, την ομόσπονδη κοινότητα του Altenkirchen) προέρχεται μεγάλο μέρος του προσωπικού της επιχείρησης.

ΙΙΙ

Την άποψη της Επιτροπής συμμερίζονταν επίσης, στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο πλαίσιο της διαδικασίας, δύο άλλα κράτη μέλη, τρεις ενώσεις επιχειρήσεων και δύο ανεξάρτητες επιχειρήσεις.

IV

(1) Η ενίσχυση, την οποία το ομόσπονδο κράτος Rheinland-Pfaltz σχεδιάζει να χορηγήσει σε μια επιχείρηση μεταλλοβιομηχανίας στο Betzdorf, ευνοεί την επιχείρηση αυτή μειώνοντας το κόστος των επενδύσεών της.

Η διαπίστωση αυτή δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα ότι μια περιφερειακή ενίσχυση απλά αντισταθμίζει τα χωροταξικά μειονεκτήματα της σχετικής περιοχής για την εγκατάσταση επιχειρήσεων. Πρώτο, ακόμα και η αντιστάθμιση των χωροταξικών μειονεκτημάτων ευνοεί κατ' αρχήν τις ενισχυόμενες επιχειρήσεις, δεδομένου ότι η ενίσχυση μειώνει το κόστος τους στον τόπο των εγκαταστάσεών τους. Ένα μέτρο ενίσχυσης δεν πρέπει να κρίνεται με βάση τα αίτια ή τους στόχους αλλά με βάση τις επιπτώσεις του σε σύγκριση με την αρχική κατάσταση που επικρατούσε στην κοινή αγορά χωρίς την εφαρμογή του μέτρου αυτού. Δεύτερο, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι αμφίβολο ότι τα ανωτέρω χωροταξικά μειονεκτήματα μπορούν να ποσοτικοποιηθούν με αρκετή ακρίβεια, ώστε να είναι δυνατό να προσδιοριστεί το ύψος των ενισχύσεων που τα αντισταθμίζουν. Κυρίως όμως παρατηρείται το φαινόμενο ότι οι κυβερνήσεις των κρατών μελών καθορίζουν, κατά κανόνα, το ποσό των ενισχύσεων περιφερειακής ανάπτυξης σε τέτοιο ύψος, ώστε οι επιχειρήσεις ωθούνται οικονομικά να κάνουν επενδύσεις σε ορισμένες περιοχές. Επιπλέον, το γεγονός ότι, με τη χορήγηση των ενισχύσεων αυτών, ορισμένες επιχειρήσεις τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης προκύπτει ήδη από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 92 σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης ορισμένων περιοχών, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι οι ενισχύσεις μπορούν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρούνται συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Αυτό σημαίνει ότι εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη προνομιακής μεταχείρισης μερικών επιχειρήσεων, επικαλούμενος το αποτέλεσμα της αντιστάθμισης χωροταξικών μειονεκτημάτων μέσω των ενισχύσεων.

Η οικονομική ενίσχυση που εξετάζεται στην προκείμενη περίπτωση θα νόθευε τους όρους του ανταγωνισμού, εξασφαλίζοντας στην προτεινόμενη ως δικαιούχο επιχείρηση μια αύξηση, δεκτική υπολογισμού, της απόδοσης των κεφαλαίων της και διευρύνοντας έτσι τα περιθώρια της τακτικής της επιχείρησης αυτής απέναντι σε ανταγωνιστές της που δεν θα λάβουν παρόμοιες ενισχύσεις. Η εν λόγω νόθευση του ανταγωνισμού θα γινόταν αισθητή αν η ενίσχυση αντιστοιχούσε με καθαρή (δηλαδή μετά την αφαίρεση φόρων) επιχορήγηση έστω και 5,09 %. Μια τέτοια μείωση του κόστους της επένδυσης θα παρείχε στην ανωτέρω επιχείρηση ένα υπολογίσιμο πλεονέκτημα απέναντι στις ανταγωνιστικές της επιχειρήσεις που δεν ενισχύονται.

Η προτεινόμενη ενίσχυση αποτελεί άλλωστε μέτρο που τείνει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1, επειδή παρακινεί την επιχείρηση να διατηρήσει τις εγκαταστάσεις της στην ίδια τοποθεσία και τούτο επειδή η εγκαθίδρυση ενός συστήματος που προφυλάσσει τον ανταγωνισμό, στα πλαίσια της κοινής αγοράς, από τη νοθεία (άρθρο 3 στοιχείο στ) της συνθήκης ΕΟΚ) συνεπάγεται επίσης ότι οι επιχειρήσεις καθορίζουν τον τόπο της εγκατάστασής τους παίρνοντας αυτόνομα τις αποφάσεις τους και ότι, άρα, δεν επηρεάζονται ούτε καθοδηγούνται στην επιλογή τους μέσω οικονομικών κινήτρων.

Οι ενισχύσεις που εξετάζονται στην παρούσα υπόθεση επηρεάζουν επίσης το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεδομένου ότι τουλάχιστον τα προϊόντα, τα οποία αφορούν οι επενδύσεις σε εγκαταστάσεις βιομηχανικής παραγωγής, αποτελούν αντικείμενο τέτοιας εμπορίας. Επιπλέον, η προτεινόμενη ως δικαιούχος επιχείρηση συμμετέχει και η ίδια στο εμπόριο αυτό.

Συγκεκριμένα, το ενδοκοινοτικό εμπόριο βαρελιών και παρόμοιων δοχείων από χαλύβδινο έλασμα και με χωρητικότητα τουλάχιστον 50 λίτρων (κώδικας NIMEXE 73.23-10) αντιπροσώπευε το 1984 ποσότητα 116 720 τόνων και αξία 88,436 εκατομμυρίων ECU. Η Γερμανία συμμετείχε στο εμπόριο αυτό με ποσοστό 39 %.

Το ίδιο έτος, το ενδοκοινοτικό εμπόριο ερμαρίων που κλείνουν με θύρα ή με ρολό (κώδικας ΝΙΜΕΧΕ 94.03-33) αντιπροσώπευε ποσότητα 5 145 τόνων ενώ το ενδοκοινοτικό εμπόριο μεταλλικών ερμαρίων με συρτάρια, ύψους τουλάχιστον 80 εκατοστών (κώδικας ΝΙΜΕΧΕ 94.03-35), αντιπροσώπευε ποσότητα 4 949 τόνων. Οι ποσότητες αυτές των δύο ανωτέρω κατηγοριών ερμαρίων αντιστοιχούσαν συνολικά σε αξία 28,484 εκατομμύρια ECU. Το μερίδιο της Γερμανίας στο εν λόγω εμπόριο ανερχόταν σε 34 % ως προς την πρώτη κατηγορία και σε 21 % ως προς τη δεύτερη.

Το εμπόριο σιδερένιων και χαλύβδινων θερμαντικών σωμάτων (κώδικας ΝΙΜΕΧΕ 73.37-59) αντιπροσώπευε το 1984 ποσότητα 139 485 τόνων και αξία 188,956 εκατομμυρίων ECU, η οποία αντιστοιχούσε με 31 % της αξίας της παραγωγής της ΕΟΚ.

Η γερμανική κυβέρνηση παρέσχε εξάλλου την πληροφορία ότι το 1984 η επιχείρηση εξήγαγε 5 % της συνολικής παραγωγής της σε άλλα κράτη μέλη και 5 % σε τρίτες χώρες. Δεδομένου ότι το ποσοστό 5 % της παραγωγής που εξάγεται προς άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο, πρέπει να αντικρουσθεί η άποψη της γερμανικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία είναι απίθανη η ύπαρξη επιπτώσεων για την κοινή αγορά από την ενίσχυση.

Επιπλέον, ένα μέρος των επενδύσεων για τις οποίες προτείνεται να χορηγηθεί η ενίσχυση προορίζεται να χρησιμεύει για την περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου διανομής των προϊόντων της επιχείρησης σε διάφορες αγορές, μεταξύ αυτών και στην ευρωπαϊκή, καθώς κα για την ενίσχυση του δικτύου αυτού με επέκταση της μηχανογράφησης, έτσι ώστε το δίκτυο να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές απαιτήσεις της ευρωπαϊκής αγοράς. Η εν λόγω επιχείρηση διαθέτει ήδη εκθετήρια για τη διάθεση των προϊόντων της σε πέντε κράτη μέλη εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Τέλος, οι αρνητικές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών πρέπει να εκτιμούνται με βάση τις συνέπειες της ενίσχυσης όχι μόνο ως προς το μερίδιο των εξαγωγέων μιας επιχείρησης στην παραγωγή της αλλά και ως προς τον κύκλο εργασιών της επιχείρησης στην εγχώρια αγορά. Αν το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η επιχείρηση, συμμετέχει στο διακοινοτικό εμπόριο των σχετικών προϊόντων, τότε η επιχείρηση βρίσκεται σε ανταγωνισμό, στην εσωτερική αγορά, με εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, που επηρεάζονται ενδεχομένως και αυτές από τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού.

Κατά συνέπεια, η εν λόγω ενίσχυση που προτείνει το ομόσπονδο κράτος του Rheinland-Pfalz εμπίπτει στο άρθρο 92 παράγραφος 1.

(2) Δεδομένου ότι η προκείμενη περίπτωση αφορά περιφερειακή ενίσχυση, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των δυνατών παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ). Συγκεκριμένα, παρεκκλίσεις μπορούν να εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι δυνάμεις της δεν αρκούν από μόνες τους να παρακινήσουν την προτεινόμενη ως δικαιούχο επιχείρηση σε πρακτική τέτοια που να εξυπηρετεί έναν από τους στόχους που αναφέρουν οι διατάξεις σχετικά με τις δυνατές παρεκκλίσεις.

Η εφαρμογή των εν λόγω παρεκκλίσεων σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τέτοια αιτιακή σχέση θα συνεπαγόταν αλλοίωση των όρων του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών και νοθεία των όρων του ανταγωνισμού χωρίς να υπάρχει αντιστάθμισμα από προώθηση του κοινοτικού συμφέροντος.

Η εφαρμογή των ανωτέρω αρχών κατά την εξέταση συστημάτων περιφερειακής οικονομικής ενίσχυσης σημαίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να πεισθεί για την ύπαρξη, στις σχετικές περιοχές, προβλημάτων αρκετά σοβαρών, σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούν στο σύνολο της Κοινότητας, ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση και το ύψος της ενίσχυσης. Η εξέταση πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) ή γ). Στις περιπτώσεις που αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η ενίσχυση δεν συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στις διατάξεις σχετικά με τις παρεκκλίσεις αλλά εξυπηρετεί κυρίως τα συμφέροντα της επιχείρησης για την οποία προτείνεται.

(3) Σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΟΚ, ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά μπορούν να θεωρούνται οι ενισχύσεις που προάγουν την οικονομική ανάπτυξη περιοχών με εξαιρετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση.

Η Επιτροπή, όταν κίνησε τη διαδικασία κατά των ενισχύσεων στα πλαίσια του 10ου γενικού σχεδίου του κοινού προγράμματος, υποστήριξε ότι η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τόσο στο εθνικό όσο και στο τοπικό επίπεδο, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο α). Η άποψη αυτή γνωστοποιήθηκε στη γερμανική κυβέρνηση σε παράρτημα του εγγράφου της 6ης Νοεμβρίου 1981. Το ίδιο συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε κατά την επανεξέταση του θέματος που έγινε με αφορμή το άνοιγμα της διαδικασίας κατά των ενισχύσεων στα πλαίσια των προγραμμάτων περιφερειακής βοήθειας των ομόσπονδων κρατών Baden Wuerttemberg, Bayern, Hessen, Niedersachsen, Rheinland-Pfalz και Schleswig-Holstein, και γνωστοποιήθηκε πάλι στη γερμανική κυβέρνηση σε παράρτημα του εγγράφου της 10ης Αυγούστου 1984. Η Επιτροπή παραπέμπει και στις δύο αυτές γνωστοποιήσεις.

Η τελευταία εξέταση του ζητήματος από την Επιτροπή επιβεβαιώνει ξανά την αντίληψή της ότι ούτε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γενικά ούτε στην επί μέρους περιοχή, την οποία αφορά η παρούσα απόφαση, δεν υπάρχει εξαιρετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν του ομόσπονδου κράτους Rheinland-Pfalz, όπου προτάθηκε να χορηγηθεί η ενίσχυση κατά της οποίας κινήθηκε η διαδικασία, ξεπερνούσε τον αντίστοιχο μέσο όρο της Κοινότητας κατά 7 %. Και το 1985 το ποσοστό ανεργίας ήταν χαμηλότερο κατά 39 % από τον μέσο όρο της ανεργίας στην Κοινότητα. (4) Σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ), οι ενισχύσεις που αποσκοπούν στην ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών περιοχών μπορούν να εγκρίνονται, εφόσον δεν συμβαίνει να αλλοιώνουν τους όρους του εμπορίου με τρόπο που αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον.

Η δυσμενής αλλοίωση των όρων του εμπορίου, την οποία προβλέπεται να προκαλέσει μια ενίσχυση περιφερειακής ανάπτυξης, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ), μόνον αν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ότι η σχετική περιοχή παρουσιάζει προβλήματα οικονομικής καθυστέρησης σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο, και μάλιστα τέτοια που να πρέπει να χαρακτηρισθούν ως σοβαρά με μέτρο τις συνθήκες που επικρατούν στην Κοινότητα γενικά, ότι χωρίς την ενίσχυση οι δυνάμεις της αγοράς δεν θα αρκούσαν για την άρση αυτών των προβλημάτων, ότι το ύψος της ενίσχυσης είναι ανάλογο με τα εν λόγω προβλήματα και ότι η χορήγηση της ενίσχυσης δεν θα επηρεάσει υπερβολικά τους όρους του εμπορίου στο εσωτερικό της κοινότητας για ορισμένους κλάδους.

Η Επιτροπή για να εξασφαλίσει την από μέρους της συστηματική και αντικειμενική αξιολόγηση των συνθηκών σε συνάρτηση με το κοινοτικό πλαίσιο, έχει επεξεργασθεί μια μέθοδο, με τη βοήθεια της οποίας μπορούν να προσδιοριστούν, για τις περιοχές κάθε κράτους μέλους, ορισμένα κατώτατα όρια τα οποία βασίζονται στα δεδομένα της διαρθρωτικής ανεργίας και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ανά κάτοικο και τα οποία αποτελούν κριτήρια του κατά πόσον οι προτεινόμενες ενισχύσεις είναι παραδεκτές.

Αυτά τα κατώτατα όρια αναθεωρούνται τακτικά με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία. Σύμφωνα με τις τρέχουσες τιμές τους, για να θεωρηθεί μια περιοχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενισχύσιμη, πρέπει είτε το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ή η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, βάσει κόστους συντελεστών παραγωγής, ανά κάτοικο στην περιοχή αυτή, να βρίσκεται κάτω από το 76 % του εθνικού μέσου όρου· είτε ο μέσος όρος της ανεργίας στη διάρκεια μιας πενταετίας να είναι ανώτερος του 145 % του εθνικού μέσου όρου. Τα ανωτέρω κατώτατα όρια γνωστοποιήθηκαν στη γερμανική κυβέρνηση με επιστολή της 31ης Ιουλίου 1985 προς τον υπουργό οικονομικών της Ομοσπονδίας. Η γερμανική κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι έλαβε γνώση των ορίων αυτών με έγγραφο της 22ας Ιανουαρίου 1986. Η Επιτροπή, όταν κίνησε τη διαδικασία στην προκειμένη περίπτωση, θεώρησε την τιμή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας ανά κάτοικο, βάσει κόστους συντελεστών παραγωγής, στην περιοχή αγοράς εργασίας του Siegen, στην οποία ανήκει η περιφέρεια του γραφείου απασχόλησης του Betzdorf, ως βάση που επιτρέπει να αποφανθεί κανείς και για την τελευταία αυτή. Η εν λόγω τιμή ισοδυναμεί με το 95 % του εθνικού μέσου όρου. Ο μέσος όρος τη ανεργίας της περιφέρειας του Betzdorf στη διάρκεια των ετών 1981 έως 1985 ανερχόταν μόνο σε 108 % του εθνικού μέσου όρου.

Κατά συνέπεια, με βάση τα προαναφερόμενα κατώτατα όρια η χορήγηση ενισχύσεων στην περιφέρεια του Betzdorf κρίνεται ως μη συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Η κρίση όμως αυτή, που βασίζεται στα κατώτατα όρια, πρέπει να θεωρηθεί ως προκαταρκτικό πόρισμα, το οποίο ενδέχεται να διορθωθεί σε ένα δεύτερο στάδιο αν από άλλους δείκτες σχετικούς με την παρούσα κατάσταση ή με την μελλοντική εξέλιξη της εξεταζόμενης περιοχής προκύψει συμπέρασμα.

(5) Η Επιτροπή στο δεύτερο στάδιο της αξιολόγησης της επανεξέτασε την κοινωνικο-οικονομική ανάλυση, στην οποία είχε βασισθεί για να κινήσει τη διαδικασία (και στην οποία παρέπεμπε εδώ ρητά), και τούτο με βάση τόσο τα πλέον πρόσφατα στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη της ανεργίας όσο και τα επιχειρήματα που πρόβαλε η γερμανική κυβέρνηση στην απάντηση που κοινοποίησε ως προς το άνοιγμα της διαδικασίας. Από την επανεξέταση αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Το ποσοστό ανεργίας στην περιφέρεια του Betzdorf δεν είναι με κανένα τρόπο εξαιρετικά υψηλό δεδομένου ότι ο μέσος όρος των ετών 1981 έως 1985 ανέρχεται σε 108 (εθνικό επίπεδο = 100). Επιπλέον, έχει βελτιωθεί από το 1983 κατά 16 εκατοστιαίες μονάδες, αντισταθμίζοντας έτσι με το παραπάνω μια άνοδο 8 μονάδων που είχε σημειωθεί στη διάρκεια των ετών από 1981 έως 1983. Τον Μάιο 1986 είχε βελτιωθεί ακόμη περισσότερο και ανερχόταν μόλις σε 89 μονάδες.

- Η γερμανική κυβέρνηση δήλωσε ότι στο χαλυβουργείο του Niederschelden, στην περιφέρεια του Mudersbach, απειλούνται περισσότερες από 400 θέσεις απασχόλησης. Αν συμβεί πραγματικα να απολεσθούν αυτές οι θέσεις απασχόλησης, μπορεί πάντως να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η αγορά εργασίας της περιφέρειας θα είναι σε θέση να απορροφήσει την απώλεια χωρίς να σημειωθούν σοβαρά προβλήματα, όπως άλλωστε συνέβη και στη διάρκεια των ετών 1981-1985, οπότε έπαυσαν να υπάρχουν 364 θέσεις απασχόλησης του ίδιου χαλυβουργείου. Μάλιστα, ακόμα και με τη χειρότερη δυνατή εκδοχή, αν δηλαδή υποτεθεί ότι απολύονται αμέσως 400 εργαζόμενοι και δηλώνονται όλοι ως άνεργοι γιατί δεν υπάρχουν εναλλακτικές θέσεις απασχόλησης, αυτό θα σήμαινε άνοδο του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδο μόλις 17 % ανώτερο του εθνικού μέσου όρου. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει πιθανότητα σοβαρών περιφερειακών προβλημάτων.

- Τέλος, κρίνεται επίσης αβάσιμο το επιχείρημα ότι μεγάλη αναλογία των εργαζομένων της εν λόγω επιχείρησης προέρχεται από την όμορη υπό ενίσχυση περιοχή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η γερμανική κυβέρνηση, οι εργαζόμενοι από το Alterkirchen είναι μόνο δύο και οι εργαζόμενοι από την υπό ενίσχυση περιοχή του κοινού κυβερνητικού προγράμματος αντιπροσωπεύουν συνολικά μόνο 6 % του προσωπικού.

Τα προβλήματα, άρα, κοινωνικο-οικονομικής φύσεως της περιφέρειας του Betzdorf δεν πρέπει να θεωρηθούν σοβαρά ούτε στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου της αξιολόγησης της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η αλλοίωση των όρων του εμπορίου, την οποία θα προκαλούσε η σχεδιαζόμενη ενίσχυση, αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η ενίσχυση ύψους 1 176 750 DM, την οποία σχεδιάζει να χορηγήσει το ομόσπονδο κράτος Rheinland-Pfalz σε μια επιχείρηση μεταλλοβιομηχανίας στο Betzdorf και σχετικά με την οποία η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενημέρωσε την Επιτροπή στις 11 Απριλίου 1985, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να χορηγηθεί.

Άρθρο 2

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενημερώνει την Επιτροπή σε δύο μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει για να συμμορφωθεί με αυτή.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 29 Ιουλίου 1986.

Για την Επιτροπή

Peter SUTHERLAND

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. C 338 της 31. 12. 1985, σ. 5.