31986R0067

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 67/86 της Επιτροπής της 15ης Ιανουαρίου 1986 περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές σμέουρων προσωρινά διατηρημένων

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 012 της 16/01/1986 σ. 0013 - 0014


*****

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 67/86 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 15ης Ιανουαρίου 1986

περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές σμέουρων προσωρινά διατηρημένων

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 516/77 του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 1977 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας:

ότι η εμπορία σμέουρων προσωρινά διατηρημένων, της διακρίσεως ex 08.11 Ε του κοινού δασμολογίου, θίγεται από τον ανταγωνισμό των τρίτων χωρών που προσφέρουν σε τιμές αισθητά κατώτερες από εκείνες στις οποίες μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο τα κοινοτικά προϊόντα· ότι δεν τηρείται το επίπεδο των τιμών που έχουν συμφωνηθεί με τις κυριότερες προμηθεύτριες τρίτες χώρες για την περίοδο εμπορίας 1985/86· ότι οι ποσότητες που εισήχθησαν κατά το 1985 αυξήθηκαν σημαντικά σε σχέση με το μέσο όρο των τριών τελευταίων ετών·

ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η κοινοτική αγορά απειλείται να υποστεί σοβαρές διαταραχές, που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τους αντικειμενικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 39 της συνθήκης· ότι, κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν μέτρα διασφαλίσεως·

ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι φύσεως τέτοιας ώστε να εμποδίσουν τη διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές·

ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με τον καθορισμό ελάχιστης τιμής, που θα τηρείται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, και με την εφαρμογή εξισωτικών εισφορών στα προϊόντα που δεν τηρούν την τιμή αυτή· ότι οι εξισωτικές εισφορές υπολογίζονται με βάση τις τιμές που εφαρμόζονται από τις προμηθεύτριες χώρες·

ότι η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή μπορεί να μην τηρείται λόγω γεγονότων που δεν είναι συνέπεια των εφαρμοζόμενων τιμών από τις τρίτες χώρες, όπως η διακύμανση των τιμών συναλλάγματος · ότι το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των εξισωτικών εισφορών·

ότι οι εξισωτικές εισφορές δεν πρέπει να εισπράττονται όσον αφορά τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες οι οποίες είναι διατεθειμένες να εγγυηθούν, και είναι σε θέση να το κάνουν, για τις τιμές των προϊόντων που εξάγουν, ότι θα αποφευχθεί κάθε διατάραξη των συναλλαγών·

ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των προϊόντων που έχουν ήδη εγκαταλείψει τη χώρα εξαγωγής κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα σμέουρων προσωρινά διατηρημένων, της διακρίσεως ex 08.11 Ε του κοινού δασμολογίου, η ελάχιστη τιμή που πρέπει να τηρείται κατά την εισαγωγή είναι 56,9 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους (2).

2. Σε περίπτωση που δεν τηρείται η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή, επιβάλλεται η εξισωτική εισφορά που αναφέρεται κατωτέρω.

(σε ECU/100 kg καθαρού βάρους)

1,2.3 // // // Εφαρμοζομένη τιμή κατά την εισαγωγή

// Εξισωτική εισφορά που

πρέπει να εισπραχθεί

// 1.2.3 // κατώτερη από // όχι κατώτερη από // // // // // 56,90 // 54,06 // 2,84 // 54,06 // 51,21 // 5,69 // 51,21 // 45,52 // 11,38 // 45,52 // // 25,70 // // //

3. Η εξισωτική εισφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εισπράττεται επί των εισαγωγών των τρίτων χωρών που είναι διατεθειμένες να εγγυηθούν, και είναι σε θέση να το κάνουν, ότι η τιμή κατά την εισαγωγή των προϊόντων καταγωγής και προελεύσεως του εδάφους τους δεν θα είναι κατώτερη από την ελάχιστη τιμή και ότι θα αποτραπεί κάθε εκτροπή του εμπορίου.

Οι τρίτες χώρες για τις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 3 θα αναφερθούν σε πίνακα που καταρτίζεται από την Επιτροπή.

Άρθρο 2

1. Τηρείται η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή, όταν η τιμή κατά την εισαγωγή, εκφρασμένη στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής, δεν είναι κατώτερη από την ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή, που εφαρμόζεται την ημέρα της αποδοχής της δηλώσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία.

2. Η τιμή εισαγωγής συνίσταται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την τιμή fob στη χώρα καταγωγής·

β) τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως ως το σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.

3. Κατά την έννοια της παραγράφου 2 νοείται ως «τιμή fob» η τιμή που έχει καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί για την ποσότητα των προϊόντων που περιέχονται σε μία παρτίδα, συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης για τη φόρτωση στο μεταφορικό μέσο, στο χώρο φορτώσεως στη χώρα καταγωγής, καθώς και τις άλλες δαπάνες που δημιουργούνται στη χώρα αυτή. Η τιμή fob δεν περιλαμβάνει τη δαπάνη οποιασδήποτε υπηρεσίας που επιβαρύνει τον πωλητή από τη στιγμή κατά την οποία τα προϊόντα φορτώθηκαν στο μέσο μεταφοράς.

4. Η τιμή καταβάλλεται στον πωλητή το αργότερο εντός τριμήνου από την επομένη της αποδοχής της δηλώσεως για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία από τις τελωνειακές αρχές.

5. Εφόσον τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εκφράζονται σε άλλο νόμισμα από εκείνο του κράτους μέλους εισαγωγής, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εκτίμηση της αξίας των εμπορευμάτων για τελωνειακούς σκοπούς εφαρμόζονται κατά τη μετατροπή του εν λόγω νομίσματος στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής.

Άρθρο 3

1. Κατά την τήρηση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, οι τελωνειακές αρχές συγκρίνουν την τιμή εισαγωγής κάθε φορτίου με την ελάχιστη τιμή εισαγωγής.

2. Η τιμή εισαγωγής περιλαμβάνεται στη δήλωση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η δήλωση δε αυτή συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της τιμής.

3. Στην περίπτωση κατά την οποία:

α) το τιμολόγιο που υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει εκδοθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα καταγωγής των προϊόντων ή

β) οι αρχές δεν έχουν πεισθεί ότι η τιμή που περιλαμβάνεται στη δήλωση ανταποκρίνεται στην πραγματική τιμή εισαγωγής ή

γ) η πληρωμή δεν έχει πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4,

οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής, αναφερόμενες, ιδίως, στην τιμή μεταπωλήσεως που εφαρμόζει ο εισαγωγέας.

Άρθρο 4

Ο εισαγωγέας διατηρεί απόδειξη της πληρωμής του πωλητή. Η απόδειξη αυτή καθώς και τα εμπορικά έγγραφα, όπως τιμολόγια, συμβάσεις και αλληλογραφία, που αφορούν την αγορά και την πώληση των προϊόντων πρέπει να διατηρούνται, κατά τη διάρκεια τριών ετών, στη διάθεση των τελωνειακών αρχών για εξακρίβωση.

Άρθρο 5

1. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται για τα προϊόντα για τα οποία έχει αποδειχθεί ότι εγκατέλειψαν την προμηθεύτρια χώρα πριν από την ημέρα δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού.

2. Τα ενδιαφερόμενα μέρη παρέχουν ικανοποιητική απόδειξη για τις αρμόδιες αρχές, ότι πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να θεωρήσουν ότι τα προϊόντα έχουν εγκαταλείψει την προμηθεύτρια χώρα πριν από την ημέρα δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού, εφόσον υποβάλλεται ένα από τα ακόλουθα έγγραφα:

- σε περίπτωση θαλάσσιας, ή ποτάμιας μεταφοράς, η φορτωτική από την οποία προκύπτει ότι η φόρτωση έλαβε χώρα πριν από την ημέρα αυτή,

- σε περίπτωση σιδηροδρομικής μεταφοράς, η φορτωτική η οποία έγινε από τις σιδηροδρομικές υπηρεσίες της χώρας αποστολής πριν από την ημέρα αυτή,

- σε περίπτωση οδικής μεταφοράς, το δελτίο TIR (Διεθνείς Οδικές Μεταφορές) που υποβάλλεται στο πρώτο τελωνειακό γραφείο πριν από την ημέρα αυτή,

- σε περίπτωση αεροπορικής μεταφοράς, η αεροπορική φορτωτική από την οποία προκύπτει ότι η αεροπορική εταιρεία παρέλαβε τα προϊόντα πριν από την ημέρα αυτή.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που η δήλωση για ελεύθερη κυκλοφορία έγινε αποδεκτή από τις τελωνειακές αρχές πριν από τις 16 Απριλίου 1986.

Άρθρο 6

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Εφαρμόζεται μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Ιανουαρίου 1986.

Για την Επιτροπή

Frans ANDRIESSEN

Αντιπρόεδρος

(1) ΕΕ αριθ. L 73 της 21. 3. 1977, σ. 1.

(2) Στο καθαρό βάρος των προϊόντων που παρουσιάζονται σε δοχεία περιέχοντα ένα υγρό προσωρινής διατηρήσεως, περιλαμβάνεται το βάρος του υγρού αυτού.