31986D0344

86/344/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 1986 για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές τσιμέντων Portland καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 202 της 25/07/1986 σ. 0043


*****

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 17ης Ιουλίου 1986

για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγ όσον αφορά τις εισαγωγές τσιμέντων Portland καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας

(86/344/ΕΟΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,

τον κανονισμό ΕΟΚ αριθ. 2176/84 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1984 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (1), και ιδίως το άρθρο 9,

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή μετά από διαβούλευση στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής όπως προβλέπεται από τον προαναφερόμενο κανονισμό,

Εκτιμώντας ότι:

Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1) Τον Ιανουάριο του 1985 η Επιτροπή έλαβε καταγγελία που υπέβαλε η Επιτροπή Συνδέσμου της Τσιμεντοβιομηχανίας στην ΕΟΚ εξ ονόματος των εθνικών ενώσεων τσιμεντοβιομηχανιών στην Κοινότητα, που αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά όλη την κοινοτική παραγωγή τσιμέντου.

Η καταγγελία περιείχε εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ και, τουλάχιστον ως προς τη σημαντική ζημία που προέκυψε, τα οποία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την κίνηση της διαδικασίας με σκοπό να καθοριστεί κατά πόσο τα γεγονότα είχαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, λάβει χώρα και δικαιολογούσαν τη λήψη μέτρων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή γνωστοποίησε, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2), την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα τσιμέντων Portland που υπάγονται στην κλάη ex 25.23 του κοινού δασμολογίου, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Πολωνίας, Ισπανίας και Γιουγκοσλαβίας, και άρχισε έρευνα.

(2) Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα για το θέμα αυτό τους εξαγωγείς και εισαγωγείς, που ήταν γνωστό ότι ενδιαφέρονται, τους αντιπροσώπους της Γιουγκοσλαβίας και τους καταγγέλοντες και έδωσε στα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση.

(3) Οι εξαγωγείς του προϊόντος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και Πολωνίας γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους και ζήτησαν και έγιναν δεκτοί σε ακρόαση.

Οι γιουγκοσλάβοι παραγωγοί/εξαγωγείς, τους οποίους αφορά αυτή η διαδικασία, γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους και ζήτησαν και έγιναν δεκτοί σε ακρόαση.

Ορισμένοι από τους ενδιαφερόμενους εισαγωγείς του προϊόντος από τις χώρες που αφορά αυτή η διαδικασία γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους, αλλά μόνο λίγοι ζήτησαν και έγιναν δεκτοί σε ακρόαση.

(4) Ένας δανός χρήστης του προϊόντος υπέβαλε παρατηρήσεις στην Επιτροπή.

(5) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που θεώρησε αναγκαίες με σκοπό την προκαταρκτική διαπίστωση του ντάμπινγ και πραγματοποίησε έρευνα στις εγκαταστάσεις των:

α) Κοινοτικών παραγωγών

Δανία: Aalborg Portland, Aalborg·

Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας:

- Alsen-Breitenburg Zement- und Kalkwerke GmbH, Hamburg,

- Nordcement Ag, Hannover,

- Teutonia Zementwerk AG, Hannover·

Ιρλανδία: Irish Cement Ltd, Dublin·

Ιταλία:

- Italcementi SA, Bergamo,

- Friulana Cementi Spa, Travesio,

- Savic Sementeria di Cadola SpA, Belluno,

- Cementeria di Monselice SpA, Bergamo,

- Cementi Verona SpA, Verona,

- Cementi Piave SpA, Treviso·

Ηνωμένο Βασίλειο:

- Blue Circle Industries Plc, Aldermaston,

- RTZ Cement Ltd, Peterborough,

- The Rugby Portland Cement Plc, Rugby.

β) Παραγωγών/εξαγωγέων

Ισπανία:

- Cementos Rezola SA, San Sebastian,

- Cementos Alfa SA, Santander,

- Cementos del Norte SA, Madrid,

- Cementos Portland de Limosa SA, Bilbao,

- Cementos Portland SA, Ramplona,

- Corporacion Noroeste SA, Vigo,

- Tudela Veguin SA, Oviedo,

- Tracoisa SA, Madrid·

Γιουγκοσλαβία:

- Salonit Anhovo, Nova Gorizia,

- RO Astra Tvornica Cementa, Umag,

- RO Tvornica Portland Cementa, Koromacno.

γ) Εισαγωγέων ΕΟΚ

Δανία:

BC Industricement Aps, Roskilde,

επικουρούμενη από εκπροσώπους της NIC AB (Helsingborg)·

Ιρλανδία:

O'Brien Ltd, New Ross,

Irish Agricultural Wholesale Society Ltd, Dublin.

δ) Άλλων εταιρειών

- Babcock Hydro-Pneumatics Ltd (Λονδίνο), η οποία είχε συνεργαστεί στο σχεδιασμό και στην κατασκευή του τερματικού σταθμού του Rostock (Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας),

- Axel Johnson Group (Στοκχόλμη) και Skandinavska Cement AB (Στοκχόλμη) που είχαν συνεργαστεί και οι δύο στην εμπορία του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

(6) Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι έλληνες κατασκευαστές, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 11 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής τσιμέντου, απέσυραν τη συμμετοχή τους στην καταγγελία, κυρίως επειδή οι εισαγωγές που αποτελούσαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, αντικείμενο ντάμπινγκ δεν θεωρήθηκαν ότι μπορούσαν να τους απειλήσουν με ζημία.

(7) Όσον αφορά τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Ισπανίας, η διαδικασία συνεχίστηκε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986 με βάση το άρθρο 380 παράγραφος 3 της πράξης προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.

(8) Η περίοδος που κάλυψε η έρευνα όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη μείωση των τιμών ήταν από την 1η Οκτωβρίου 1984 έως τις 31 Μαρτίου 1985. Όσον αφορά τη ζημία και την απειλή με ζημία, τα γεγονότα που προέκυψαν μετά τις 31 Μαρτίου 1985 δεν λήφθηκαν γενικά υπόψη.

Β. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

α) Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας

Κανονική αξία

(9) Με σκοπό να καθορίσει κατά πόσον οι εισαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η χώρα αυτή είναι χώρα κρατικού εμπορίου και κατά συνέπεια καθόρισε την κανονική αξία με βάση χώρα με οικονομία αγοράς. Σχετικά με αυτό, οι καταγγέλοντες πρότειναν την ισπανική αγορά. Ωστόσο, επειδή οι ισπανοί παραγωγοί δεν συνεργάστηκαν, δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί ορθά η κανονική αξία στην Ισπανία. Η Επιτροπή θεώρησε επομένως σκόπιμο να καθορίσει την κανονική αξία στη Γιουγκοσλαβία, που είναι η άλλη χώρα με οικονομία αγοράς την οποία αφορά αυτή η διαδικασία. Ο εξαγωγέας του προϊόντος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενημερώθηκε από την Επιτροπή σχετικά με αυτή την επιλογή και δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

Η Επιτροπή θεώρησε ότι τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας υπάρχουν δυνατότητες σύγκρισης των διαδικασιών παραγωγής που χρησιμοποιούν οι ενδιαφερόμενοι κατασκευαστές και ότι υπάρχουν, και στις δύο χώρες, προϊόντα συγκρίσιμης ποιότητας.

Η Επιτροπή κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι θα ήταν σκόπιμο και όχι παράλογο να καθορίσει την κανονική αξία με βάση τις εγχώριες τιμές που καθορίζει η Γιουγκοσλαβία για τον τύπο που είναι δυνατόν να συγκριθεί με τον τύπο καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Καθορίστηκε ότι, κατά την περίοδο που κάλυψε η έρευνα, η κανονική αξία στη Γιουγκοσλαβία παρέμεινε αμετάβλητη σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 26 Δεκεμβρίου 1984 και σε ένα άλλο επίπεδο από τις 27 Δεκεμβρίου 1984 έως τις 31 Μαρτίου 1985. Τιμή εξαγωγής

(10) Οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις τιμές που έχουν πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθούν για τα προϊόντα που εξάγονται στην Κοινότητα.

Σύγκριση και περιθώριο ντάμπινγκ

(11) Κατά τη σύγκριση της κανονικής αξίας με τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, όταν έκρινε κατάλληλο, τις διαφορές των όρων και συνθηκών πώλησης, όπως το κόστος μεταφοράς, και τους όρους πληρωμής.

(12) Η τιμή εξαγωγής για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή αποτέλεσε αντικείμενο σύγκρισης σε επίπεδο εκ του εργοστασίου με την κανονική αξία κατά την περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η συναλλαγή.

Το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε κατ' αυτόν τον τρόπο ανέρχεται στο 34 % της τιμής cif ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα, ενώ το περιθώριο ντάμπινγκ ήταν ίσο προς το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία, όπως καθορίστηκε, υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής στην Κοινότητα.

β) Πολωνία

Κανονική αξία

(13) Για να καθοριστεί κατά πόσο οι εισαγωγές από την Πολωνία αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η χώρα αυτή είναι κρατικού εμπορίου και κατά συνέπεια καθόρισε την κανονική αξία με βάση χώρα με οικονομία αγοράς. Σχετικά με αυτό, οι καταγγέλοντες πρότειναν την ισπανική αγορά. Ωστόσο, επειδή οι ισπανοί παραγωγοί δεν συνεργάστηκαν, δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί ορθά η κανονική αξία στην Ισπανία. Η Επιτροπή θεώρησε επομένως σκόπιμο να καθορίσει την κανονική αξία στη Γιουγκοσλαβία, που είναι η άλλη χώρα με οικονομία αγοράς που αφορά αυτή η διαδικασία. Ο εξαγωγέας του προϊόντος καταγωγής Πολωνίας ενημερώθηκε από την Επιτροπή σχετικά με αυτήν την επιλογή και δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

Η Επιτροπή έκρινε ότι τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στην Πολωνία υπάρχουν δυνατότητες σύγκρισης των διαδικασιών παραγωγής που χρησιμοποιούν οι κατασκευαστές και ότι υπάρχουν, και στις δύο χώρες, προϊόντα συγκρίσιμης ποιότητας.

Η Επιτροπή κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι είναι σκόπιμο και όχι παράλογο να καθοριστεί η κανονική αξία με βάση τις εγχώριες τιμές που καθορίζει η Γιουγκοσλαβία για τον τύπο που είναι δυνατόν να συγκριθεί με τον τύπο καταγωγής Πολωνίας. Καθορίστηκε ότι, κατά την περίοδο που κάλυψε η έρευνα, η κανονική αξία στη Γιουγκοσλαβία παρέμεινε αμετάβλητη σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 26 Δεκεμβρίου 1984 και σε ένα άλλο επίπεδο από τις 27 Δεκεμβρίου 1984 έως τις 31 Μαρτίου 1985.

Τιμή εξαγωγής

(14) Οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις τιμές που έχουν πράγματι πληρωθεί για το προϊόν που εξάγεται στην Κοινότητα.

Σύγκριση και περιθώριο ντάμπινγκ

(15) Κατά τη σύγκριση της κανονικής αξίας με τις τιμές εξαγωγής στην Κοινότητα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, όταν έκρινε κατάλληλο, τις διαφορές των όρων και συνθηκών πώλησης, όπως το κόστος μεταφοράς, και τους όρους πληρωμής.

(16) Η τιμή εξαγωγής για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή αποτέλεσε αντικείμενο σύγκρισης σε επίπεδο εκ του εργοστασίου με την κανονική αξία κατά την περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η συναλλαγή.

Το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ, όπως υπολογίστηκε, ανέρχεται στο 54 % της τιμής cif ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας, ενώ το περιθώριο ντάμπινγκ είναι ίσο προς το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία, όπως καθορίστηκε, υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής στην Κοινότητα.

γ) Γιουγκοσλαβία

Κανονική αξία

(17) Η κανονική αξία καθορίστηκε προσωρινά με βάση τις εγχώριες τιμές των παραγωγών που έκαναν εξαγωγές του σχετικού τύπου προς την Κοινότητα και οι οποίοι παρείχαν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τις τιμές που έχουν πράγματι πληρωθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για τα τσιμέντα Portland τα οποία προορίζονταν για κατανάλωση στη Γιουγκοσλαβία.

Καθορίστηκε ότι κατά την περίοδο που κάλυψε η έρευνα η κανονική αξία παρέμεινε αμετάβλητη σε ένα ειδικό συγκεκριμένο επίπεδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 26 Δεκεμβρίου 1984 και σε ένα άλλο επίπεδο από τις 27 Δεκεμβρίου 1984 έως τις 31 Μαρτίου 1985.

Τιμή εξαγωγής

(18) Οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις τιμές που έχουν πράγματι πληρωθεί για τα προϊόντα που εξάγονται στην Κοινότητα.

Σύγκριση και περιθώριο ντάμπινγκ

(19) Κατά τη σύγκριση της κανονικής αξίας με τις τιμές εξαγωγής στην Κοινότητα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, όταν έκρινε κατάλληλο, τις διαφορές των συνθηκών και όρων πώλησης, όπως το κόστος μεταφοράς, τους όρους πληρωμής και τις προμήθειες.

(20) Οι τιμές εξαγωγής κάθε μεμονωμένης συναλλαγής αποτέλεσαν αντικείμενο σύγκρισης σε επίπεδο εκ του εργοστασίου με την κανονική αξία κατά την περίοδο κατά την οποία έλαβε χώρα η συναλλαγή. Το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ, όπως υπολογίστηκε, ανέρχεται, τόσο για την RO Astra Tvornica Cementa όσο και για την RO Tvornica Portland Cementa, στο 25 % της τιμής cif στα σύνορα της Κοινότητας, ενώ το περιθώριο ντάμπινγκ είναι ίσο προς το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία, όπως καθορίστηκε, υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής στην Κοινότητα.

Γ. ΖΗΜΙΑ

(21) Όσον αφορά τη ζημία που προκλήθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς από τις εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή δείχουν ότι οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος στην Κοινότητα, στις 31 Δεκεμβρίου 1985, από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Πολωνία, την Ισπανία και τη Γουγκοσλαβία, εκτός από τις εισαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αυξήθηκαν από 165 397 τόνους το 1981 σε 552 101 τόνους το 1984, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το συνολικό τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι χώρες εξαγωγής από 0,13 % το 1981 σε 0,47 % το 1984.

(22) Όσον αφορά τις τιμές μεταπώλησης αυτών των εισαγωγών, διαπιστώθηκε ότι, κατά την περίοδο που κάλυψε η έρευνα, ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές των κοινοτικών παραγωγών που είχαν πληγεί περισσότερο.

Τα επίπεδα μείωσης των τιμών που διαπιστώθηκαν ήταν τα ακόλουθα:

- εισαγωγές στο Ηνωμένο Βασίλειο του προϊόντος καταγωγής:

1.2 // - Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας: // μέχρι 19 %, // - Πολωνίας: // μέχρι 5 %, // - Ισπανίας: // μέχρι 19 % ·

- εισαγωγές στην Ιρλανδία του προϊόντος καταγωγής:

1.2 // - Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας: // μέχρι 14 %, // - Ισπανίας: // μέχρι 21 %·

- εισαγωγές στη Δανία του προϊόντος καταγωγής:

1.2 // - Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας: // μέχρι 6 %, // - Πολωνίας: // μέχρι 6 %· // - εισαγωγές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας του προϊόντος καταγωγής Πολωνίας: // μέχρι 35 %· // - εισαγωγές στην Ιταλία του προϊόντος καταγωγής Γιουγκοσλαβίας: // μέχρι 7 %.

(23) Όσον αφορά τις επιπτώσεις που έχουν ενδεχομένως οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην κατάσταση των κοινοτικών παραγωγών, στις 31 Δεκεμβρίου 1985, έχουν ληφθεί υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες:

α) η παραγωγή των κοινοτικών παραγωγών μειώθηκε από το 1981 έως το 1984 σε όλα τα κράτη μέλη (εκτός της Ελλάδας) κατά μέσο όρο 13 %, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο όπου αυξήθηκε κατά 6 % ·

β) η χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού των περισσότερων κοινοτικών παραγωγών μειώθηκε από το 1981 έως το 1984, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο·

γ) δεδομένου ότι το εν λόγω προϊόν δεν είναι κατάλληλο για αποθεματοποίηση σε μεγάλες ποσότητες, είναι εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι τα στοιχεία των πωλήσεων αντικατοπτρίζουν την τάση των στοιχείων της παραγωγής·

δ) το τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι παραγωγοί στην Κοινότητα, στις 31 Δεκεμβρίου 1985, μειώθηκε από 99,74 % το 1981 σε 99,39 % το 1984·

ε) ο αριθμός των ατόμων που απασχολούνται από τους κοινοτικούς παραγωγούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιρλανδία, στη Δανία, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Ιταλία μειώθηκε κατά 17 % από το 1981 έως το 1984·

στ) ορισμένοι από τους κοινοτικούς παραγωγούς δεν μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές πώλησης για να μπορέσουν να ακολουθήσουν τη γενική ανοδική τιμή των τιμών· ορισμένοι χορήγησαν ειδικές εκπτώσεις ή παρέτειναν τις προθεσμίες πληρωμής·

ζ) η αποδοτικότητα των περισσότερων από τους ενδιαφερόμενους κοινοτικούς παραγωγούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Δανία, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Ιταλία εξελίχθηκε θετικά από το 1981 έως το 1984· η αποδοτικότητα του μοναδικού παραγωγού στην Ιρλανδία εξελίχθηκε αρνητικά κατά την ίδια περίοδο.

(24) Θεωρείται ότι η εξέλιξη των παραγόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 23, στο βαθμό που ήταν αρνητική, οφείλεται κυρίως σε παράγοντες άλλους εκτός από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, όπως:

α) σημαντική μείωση της ζήτησης για το εν λόγω προϊόν σε ορισμένα κράτη μέλη, λόγω της κάμψης που παρουσιάζει η κατασκευαστική βιομηχανία·

β) αναδιάρθρωση και ορθολογική διαχείριση ορισμένων από τους κυριότερους κοινοτικούς παραγωγούς, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των παραγωγών και των εγκαταστάσεων και να περιοριστούν οι θέσεις απασχόλησης·

γ) κόστος που προέκυψε από σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποίησαν οι παραγωγοί σε ορισμένα κράτη μέλη σε συνδιασμό με την υποκατάσταση του πετρελαίου από τον άθρακα για την παραγωγή ενέργειας και τις νέες τεχνολογίες·

δ) ανταγωνισμό που προκύπτει από το ενδοκοινοτικό εμπόριο του εν λόγω προϊόντος, το οποίο ήταν, κατά την περίοδο από το 1981 έως το 1984, σημαντικά μεγαλύτερο από ό,τι οι εισαγωγές από τις τρίτες χώρες.

(25) Δεδομένου ότι η αποδοτικότητα των περισσότερων από τους κοινοτικούς παραγωγούς, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι αποτελούσαν σ' αυτόν τον τομέα τον κυριότερο παράγοντα που έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2176/84, δεν είχε γενικά επιδεινωθεί, παρά την αρνητική εξέλιξη ορισμένων άλλων κριτηρίων, η Επιτροπή, λόγω ιδίως του εξαιρετικά χαμηλού τμήματος της αγοράς που κατέχουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, θεωρεί ότι η εξέλιξη των παραγόντων που προαναφέρονται δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλεί σημαντική ζημία στους κοινοτικούς παραγωγούς του εν λόγω προϊόντος στην Κοινότητα, στις 31 Δεκεμβρίου 1985, λόγω των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

Επιπλέον θεωρείται ότι, με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται, άλλοι παράγοντες, εκτός από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, επηρέαζαν σημαντικά τους κοινοτικούς παραγωγούς και ότι, επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η κατάσταση των κοινοτικών παραγωγών οφείλεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

Δ. ΑΠΕΙΛΗ ΖΗΜΙΑΣ

(26) Για να προσδιοριστεί αν υπάρχει απειλή ζημίας, εξετάστηκε κατά πόσο ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή αν επέκειτο μεταβολή των συνθηκών που θα μπορούσε να δημιουργήσει κατάσταση κατά την οποία το ντάμπινγκ θα προκαλούσε σημαντική ζημία.

(27) Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή εξέτασε την ικανότητα παραγωγής των παραγωγών στις ενδιαφερόμενες χώρες εξαγωγής, την έκτακτη ικανότητα παραγωγής τους, τις εξαγωγές τους προς την Κοινότητα και προς άλλες χώρες, το συντελεστή αύξησης των εξαγωγών τους στην Κοινότητα, τις διευκολύνσεις εξαγωγών, τις διευκολύνσεις εισαγωγών στην Κοινότητα και το ενδεχόμενο ότι, στο μέλλον, σημαντικές ποσότητες του εν λόγω προϊόντος πρόκειται να εισαχθούν στην Κοινότητα, με αποτέλεσμα να προκληθεί σημαντική ζημία σε μεγάλο μέρος της κοινοτικής βιομηχανίας.

α) Συμπεράσματα όσον αφορά τους παραγωγούς/εξαγωγείς στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας

(28) Η ικανότητα παραγωγής στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας υπολογίστηκε σε 12 000 000 τόνους και οι εξαγωγές προς τρίτες χώρες, εκτός από την Κοινότητα, ανέρχονται σε 500 000 τόνους περίπου το χρόνο.

(29) Ένας νέος τερματικός σταθμός με διαμετακομιστική ικανότητα 1 000 000 τόνων περίπου το χρόνο κατασκευάστηκε στο Rostock και άρχισε να λειτουργεί το 1984. Οι εγκαταστάσεις στο Rostock καθιστούν δυνατή τη φόρτωση σκαφών με ικανότητα τουλάχιστον 15 000 τόνων. Η ικανότητα αποθεματοποίησης που ήταν διαθέσιμη στο Rostock κατά την περίοδο αναφοράς υπολογίζεται σε 6 800 τόνους.

(30) Το 1983, η Limex, που είναι ο αποκλειστικός εξαγωγέας του εν λόγω προϊόντος στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, υπέγραψε σύμβαση με εμπορική εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τις πωλήσεις στο μέλλον μέσω του τερματικού σταθμού του Rostock για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Οι προβλεπόμενες ποσότητες σ' συτήν τη σύμβαση ήταν οι ακόλουθες: . . . (1) τόνοι το 1984, . . . τόνοι το 1985 και . . . τόνοι το 1986. Προβλέφθηκε επίσης παράταση της ισχύος της σύμβασης για δύο χρόνια. Με βάση αυτή τη σύμβαση, η εμπορική εταιρεία είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εισάγει τσιμέντο χύδην και τσιμέντο σε μεγάλους σάκους (1 500 χιλιόγραμμα ανά σάκο) στο έδαφος που καλύπτει η σύμβαση. Η σύμβαση προέβλεπε επίσης ότι ήταν δυνατόν να γίνουν επανεξαγωγές προς άλλες αγορές.

(31) Σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος σε μικρούς σάκους στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Limex πραγματοποίησε πωλήσεις σε τουλάχιστον έξι εισαγωγείς, οι οποίοι ήταν σε θέση να διανέμουν το προϊόν σε όλη τη χώρα και ανέπτυξαν τακτική εξυπηρέτηση των πελατών.

(32) Η Limex υπέγραψε επίσης σύμβαση με μεγάλο ιρλανδικό συνεταιρισμό αποτελούμενο από μεγάλο αριθμό γεωργικών συνεταιρισμών με συνολική ζήτηση περίπου 100 000 τόνων ανά έτος. Μέχρι σήμερα, μπορούν να ικανοποιήσουν μόνο το ένα τέταρο των αναγκών τους με το εισαγόμενο προϊόν. Η ικανότητα αποθεματοποίησής τους υπολογίζεται σε 3 000 τόνους.

(33) Η Limex υπέγραψε επίσης σύμβαση με μεγάλο σκανδιναβικό εμπορικό όμιλο με βάση την οποία ο όμιλος αυτός έγινε ο μη αποκλειστικός αγοραστής του εν λόγω προϊόντος, τουλάχιστον χύδην, για τη δανική αγορά. Η εμπορία αυτών των εισαγωγών στη Δανία πραγματοποιήθηκε από άλλη σκανδιναβική εταιρεία.

(34) Όσον αφορά τις πωλήσεις για τη βελγική και ολλανδική αγορά, υπογράφηκε σύμβαση για την προμήθεια, το 1985, 10 000 τόνων σε καθένα από αυτά τα κράτη μέλη. Ο βέλγος εισαγωγέας έχει ικανότητα αποθεματοποίησης τουλάχιστον 2 000 τόνων.

β) Συμπεράσματα όσον αφορά τους παραγωγούς/εισαγωγείς στην Πολωνία

(35) Η ικανότητα παραγωγής του εν λόγω προϊόντος στην Πολωνία υπολογίζεται να ανέλθη σε 20 000 000 τόνους το χρόνο. Η πραγματική παραγωγή υπολογίζεται ότι ανήλθε το 1984 σε 13 000 000 τόνους μόνο, με αποτέλεσμα να μην χρησιμοποιηθεί η σημαντική ικανότητα έκτακτης παραγωγής.

(36) Οι συνολικές εξαγωγές του εν λόγω προϊόντος από την Πολωνία υπολογίζεται ότι ανήλθαν από 485 τόνους το 1981 σε 600 000 τόνους το 1984, μολονότι οι συμβάσεις και ο εθνικός σχεδιασμός είχαν προβλέψεις εξαγωγών σε μεγαλύτερες ποσότητες.

(37) Όσον αφορά τις εξαγωγές προς την Κοινότητα, η Minex, που είναι ο μοναδικός πολωνός εξαγωγέας του εν λόγω προϊόντος που έγινε γνωστός στην Επιτροπή, υπέγραψε πολλές συμβάσεις με ξένες εταιρείες.

(38) Με σκοπό να προμηθεύει το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Δανία, η Minex υπέγραψε αποκλειστική μακροπρόθεσμη σύμβαση με τη NIC AB, σουηδική εταιρεία που συνδέεται με έναν από τους κυριότερους εμπόρους τσιμέντου στον κόσμο.

Όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, και οι δύο εταιρείες υπέγραψαν το 1982 σύμβαση που προέβλεπε ελάχιστη ποσότητα 200 000 τόνων το χρόνο. Ωστόσο, αυτός ο στόχος δεν υλοποιήθηκε. Προβλέφθηκε επίσης ότι η NIC θα παρείχε και θα χρηματοδοτούσε τον εξοπλισμό και το προσωπικό για τη φόρτωση των σκαφών. Επιπλέον, η NIC θα διοργάνωνε τη μεταφορά προς το εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στο Grimsby, η NIC (Ηνωμένο Βασίλειο), που είναι θυγατρική της σουηδικής εταιρείας, διαθέτει έναν τερματικό σταθμό που καθιστά δυνατή την εισαγωγή τουλάχιστον 100 000 τόνων το χρόνο και έχει ικανότητα αποθεματοποίησης 10 000 τόνων. Θεσπίστηκε σύστημα διανομής που επιτρέπει τον εφοδιασμό πελατών σε τακτική βάση σε διάφορα μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εταιρεία είναι επίσης ικανή να δίνει συμβουλές στους πελάτες σε τεχνικά θέματα.

Το 1985 υπογράφηκε σύμβαση που συμπλήρωνε τη βασική σύμβαση του 1982, η οποία προέβλεπε προμήθεια 70 000 τόνων του εν λόγω προϊόντος σε μεγάλους σάκους (1 500 χιλιόγραμμα ανά σάκο). Ήδη το 1984, η NIC διαχειρίστηκε ενεργά τις πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος σε μικρούς σάκους (50 χιλιόγραμμα ανά σάκο).

Όσον αφορά τη σκανδιναβική αγορά (συμπεριλαμβανομένης της Δανίας), η Minex υπέγραψε το 1982 με την NIC AB σύμβαση που ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985 τουλάχιστον. Η σύμβαση του 1985, που συμπλήρωνε τη βασική σύμβαση του 1982, προέβλεπε ποσότητα 30 000 τόνων χύδην. Η εταιρεία είναι επίσης αρμόδια για τη θαλάσσια ή σιδηροδρομική μεταφορά στη Δανία. Για την παραλαβή του τσιμέντου στη Δανία, η εταιρεία κατασκεύσε στο Koege (Δανία) σιλό με ικανότητα τουλάχιστον 1 400 τόνων, που άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του 1985. Η εταιρεία ανέπτυξε επίσης στενές επιχειρησιακές σχέσεις με τον πελάτη της που ήταν αρχικά εταιρεία μεταφοράς.

(39) Για τον εφοδιασμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Minex υπέγραψε το 1984 με την HGS Baustoffe GmbH ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), που στο εξής καλείται HGS, μακροπρόθεσμη σύμβαση για την προμήθεια τουλάχιστον 1 000 000 τόνων του εν λόγω προϊόντος χύδην, από το 1985 έως το 1989. Η σύμβαση εφαρμογής για τις προμήθειες το 1985 προέβλεπε την πώληση 185 000 τόνων στην HGS. Αυτή η εταιρεία ναύλωσε σκάφος για τη μεταφορά του εν λόγω προϊόντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και διαθέτει σιλό με ικανότητα αποθεματοποίησης 2 000 τόνων στο Αμβούργο. Ο πελάτης της στο Δυτικό Βερολίνο έχει ικανότητα αποθεματοποίησης 1 300 τόνων.

γ) Συμπεράσματα όσον αφορά τους παραγωγούς/εξαγωγείς στη Γιουγκοσλαβία

(40) Η παραγωγή όλων των γιουγκοσλάβων παραγωγών του εν λόγω προϊόντος μειώθηκε μεταξύ 1981 και 1984 από 9 613 700 σε 9 031 900 τόνους. Οι εγχώριες πωλήσεις τους μειώθηκαν κατά την ίδια περίοδο από 8 862 576 σε 8 453 289 τόνους. Οι συνολικές εξαγωγές τους αυξήθηκαν κατά την ίδια περίοδο από 716 450 σε 1 082 329 τόνους (κυρίως προς την Αίγυπτο και την Ιταλία), δηλαδή κατά 51 %.

(41) Οι τρεις γιουγκοσλάβοι παραγωγοί/εξαγωγείς οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, είχαν ασκήσει πρακτική ντάμπινγκ για το εν λόγω προϊόν στην Ιταλία έχουν ικανότητα παραγωγής 1 610 000 τόνων το χρόνο. Η παραγωγή τους και οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν μεταξύ του 1981 και του 1984 κατά 2 %. Οι συνολικές εξαγωγές τους αυξήθηκαν κατά την ίδια περίοδο από 64 932 σε 295 395 τόνους.

(42) Η Salonit Anhovo έχει ικανότητα αποθεματοποίησης 45 000 τόνων (τρία σιλό 15 000 τόνων το καθένα) στις εγκαταστάσεις της. Μέχρι σήμερα, οι εξαγωγές προς την Ιταλία πραγματοποιήθηκαν, μόνο χύδην, με φορτηγό. Η αγορά για τον ανεφοδιασμό σε σάκους δεν θεωρήθηκε ενδιαφέρουσα. Οι αντιπρόσωποι της Salonit Anhovo παραδέχθηκαν ότι οι εξαγωγές σιδηροδρομικώς προς την Ιταλία είναι κατ' αρχήν πιθανές, αλλά ζητούν την κατασκευή σιλό από ιταλικής πλευράς. Δεν έχει ακόμη προγραμματιστεί τέτοιο σχέδιο.

Στις 30 Οκτωβρίου 1981, η Salonit Anhovo υπέγραψε αποκλειστική σύμβαση προμήθειας με έναν εισαγωγέα, την Mark. Με βάση αυτή τη σύμβαση, έγιναν οι ακόλουθες προμήθειες: . . . τόνοι το 1981, . . . τόνοι το 1982, . . . τόνοι το 1983, . . . τόνοι το 1984 και . . . τόνοι κατά το πρώτο τρίμηνο του 1985. Με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή, η σύμβαση ισχύει μέχρι σήμερα. Ωστόσο, η Salonit Anhovo προμήθευσε επίσης 8 000 έως 9 000 τόνους το χρόνο σε άλλη εταιρεία, την Simek, με σκοπό να προμηθεύσει έναν όμιλο παραγωγών σκυροκονιάματος, και άλλους 5 000 τόνους σε παραγωγό τσιμεντοσωλήνων στη Ιταλία.

(43) Η RO Tvornica Portland Cementa (Koromanco) πραγματοποίησε εξαγωγές στην Ιταλία μόνο τσιμέντου που περιέχει υφαιστειογενείς σκόνες και το οποίο δεν καλύπτεται από αυτήν την έρευνα. Στις 13 Απριλίου 1984, υπογράφηκε σύμβαση μεταξύ αυτής της γιουγκοσλαβικής εταιρείας, μιας εταιρείας εξαγωγής, μιας εταιρείας μεταφορών και ενός ιταλικού εισαγωγέα, της Marex , που προέβλεπε την προμήθεια 20 000 τόνων το χρόνο τσιμέντου που περιέχει υφαιστειογενείς σκόνες.

(44) Η RO Astra Tvornica Cementa (Umag) συνήψε συμφωνία με την Marex για την προμήθεια 20 000 τόνων του εν λόγω προϊόντος, το 1983. Στις 3 Αυγούστου 1984, ο ίδιος γιουγκοσλάβος παραγωγός, μια εταιρεία εξαγωγής και ένας ιταλός εισαγωγέας υπέγραψαν σύμβαση για την προμήθεια 60 000 τόνων τσιμέντου και τσιμέντου που περιέχει υφαιστοειγενείς σκόνες (σε σάκους ή χύδην) το χρόνο.

(45) Στις 18 Σεπτεμβρίου 1984, μονογράφηκε μια συμφωνία μεταξύ αυτών των γιουγκοσλάβων παραγωγών/εξαγωγέων και των ιταλών παραγωγών τσιμέντου που οι εγκαταστάσεις τους βρίσκονταν στην περιοχή του Veneto-Friouli κοντά στα σύνορα Γιουγκοσλαβίας-Ιταλίας, με στόχο την προμήθεια 75 000 τόνων το χρόνο κατ' ανώτατο όριο. Αναμενόταν ότι η σύμβαση θα άρχιζε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1985 και ότι θα ίσχυε για τέσσερα χρόνια. Επιπλέον, η σύμβαση προέβλεπε ότι η τιμή εξαγωγής του γιουγκοσλάβου παραγωγού θα παρέμενε σε χαμηλότερα επίπεδα από τις τιμές στην ιταλική αγορά, όταν οι ιταλικές αρχές θα ενέκριναν αυξήσεις τιμών. Η Simek, μια μεικτή εταιρεία, της οποίας το 51 % του μετοχικού κεφαλαίου κατέχουν ιταλικές εταιρείες και το 49 % γιουγκοσλαβικές επιχειρήσεις θα ενεργούσε ως μεσολαβητής.

Η σύμβαση περιείχε επίσης ρήτρα που προέβλεπε ότι μια πιθανή διδικασία αντιντάμπινγκ δεν θα παρεμπόδιζε την πλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εταίρων. Παρά τις ισχυρές πιέσεις που άσκησαν οι ιταλικές εταιρείες στους γιουγκοσλάβους παραγωγούς, η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

(46) Στις 30 Απριλίου 1985, οι τρεις γιουγκοσλάβοι παραγωγοί/εξαγωγείς υπέγραψαν συμφωνία με πολλές ιταλικές εταιρείες που προέβλεπε ότι η Unical, μεταξύ της οποίας η Unicem , ένας από τους κυριότερους παραγωγούς τσιμέντου στην Ιταλία, και η Calcestruzzi, που κατέχουν από 50 % των μετοχών, θα ενεργούσε ως αποκλειστικός εισαγωγέας των . . . τόνων γιουγκοσλαβικού τσιμέντου το χρόνο στην Ιταλία. Η σύμβαση αυτή θεωρήθηκε ότι θα αντικαθιστούσε όλες τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί προηγουμένως με τους ιταλούς εισαγωγείς. Άρχισε να ισχύει στις 30 Απριλίου 1985 και ισχύει για πέντε χρόνια.

Σύμφωνα με την Unical και την Unicem, η πρώτη αναμένεται ότι θα ενεργήσει ανεξάρτητα από τους μετόχους, κανένα αντίγραφο της σύμβασης για το θέμα αυτό μεταξύ των δύο μετόχων δεν υποβλήθηκε, παρά τις επανειλημμένες ρητές αιτήσεις της Επιτροπής.

Η σύμβαση με την Unical συμπληρώνεται με μια συμφωνία, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1985, μεταξύ των τριών γιουγκοσλάβων παραγωγών, που προβλέπει ότι ο καθένας από αυτούς θα συνεισφέρει θεωρητικά με τις σχετικές ποσότητες με αναλογία 55 %, 30 % και 15 % αντίστοιχα. Στην πρακτική, ωστόσο, μόνο η Salonit Anhovo θα πραγματοποιήσει εξαγωγές προς την Ιταλία. Ξεχωριστές συμβάσεις για την εφαρμογή της βασικής συμφωνίας υπογράφηκαν από την Salonit Anhovo και καθέναν από τους άλλους δύο παραγωγούς.

δ) Εξαγωγές του προϊόντος που αποτελούν αντικείμενο αντιντάμπινγκ προς την Κοινότητα και συντελεστής αύξησης

(47) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Πολωνία, την Ισπανία και τη Γιουγκοσλαβία στην Κοινότητα, στις 31 Δεκεμβρίου 1985, αυξήθηκαν κατά 68 % από το 1981 έως το 1984, με αποτέλεσμα το συνολικό τμήμα της αγοράς που κατείχε το 1984 στην Κοινότητα το προϊόν, καταγωγής των τεσσάρων ενδιαφερομένων χωρών, είναι μόνο 0,47 % (εκτός από τις εισαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας).

ε) Ενδεχόμενο να αυξηθούν οι εξαγωγές του προϊόντων που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ προς την Κοινότητα

i) Όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας

(48) Αμέσως μόλις υπογράφηκε η σύμβαση, το 1983, μεταξύ της Limex και των τριών εμπορικών εταιρειών (βλέπε σημείο 30), ένας από τους τρεις κατασκευαστές του εν λόγω προϊόντος στο Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψε ταυτόσημη Σύμβαση με τον τελευταίο, αναλαμβάνοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Τον Απρίλιο του 1985, υπογράφηκε συμπληρωματική σύμβαση μεταξύ του κατεσκευαστή στο Ηνωμένο βασίλειο, της εμπορικής εταιρείας και του αντιπροσώπου της Limex, κυρίως επειδή η αρχική σύμβαση δεν είχε εκτελεστεί όπως είχε προβλεφθεί (ο εξαγωγέας δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει τις ποσότητες που είχαν προβλεφθεί αρχικά στη σύμβαση και ο κατασκευαστής στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε επαρκή ζήτηση για το προϊόν). Μολονότι η Limex θεωρεί ακόμη ως στόχο την παράδοση των . . . τόνων ετησίως, η νέα σύμβαση προβλέπει προμήθειες . . . τόνων ετησίως, μέχρι τον Οκτώβριο του 1987. Επιπλέον, αφορά επίσης την προμήθεια τσιμέντου σε μικρούς σάκους (50 χιλιογράμμων) αλλά όχι σε αποκλειστική βάση.

(49) Η σύμβαση του 1983 με την Limex έδωσε και ενδεχομένως θα συνεχίσει να δίνει τη δυνατότητα στον κοινοτικό κατασκευαστή στο Ηνωμένο Βασίλειο να διοχετεύει σε άλλες αγορές, εκτός από την εγχώρια, όλες τις εισαγωγές χύδην τσιμέντου σε μεγάλους σάκους, που αντιστοιχεί στο μεταλύτερο μέρος των πωλήσεων του εν λόγω προϊόντος στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, η συμπληρωματική σύμβαση του 1985 θα δώσει τη δυνατότητα στον ίδιο κατασκευαστή να ελέγχει επίσης, κατά κάποιο τρόπο, τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος σε μικρούς σάκους στα βρετανικά νησιά και στην Ιρλανδία.

(50) Η Επιτροπή δεν διαθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι εισαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στη Δανία, άμεσα ή έμμεσα, μέσω των σκανδιναβικών εταιρειών που αναφέορνται στην παράγραφο 33, μπορούν να αυξηθούν σημαντικά πάνω από το επίπεδο που είχε επιτευχθεί το 1984, όταν κατείχαν τμήμα της αγοράς 0,52 %.

(51) Οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, που αντιστοιχούσαν το 1984 σε τμήμα της αγοράς 1,82 %, το οποίο είναι σημαντικά υψηλότερο από το τμήμα της αγοράς που κατέχει σ' αυτό το κράτος μέλος το εν λόγω προϊόν καταγωγής άλλης χώρας, υπάγονται στο ενδογερμανικό εμπόριο και δεν καλύπτονται επομένως από την παρούσα διαδικασία. Επίσης οι γερμανοί παραγωγοί δεν υπέβαλαν καταγγελία σχετικά μ' αυτές τις εισαγωγές.

(52) Οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος στην Benelux περιορίζονται με ποσόστωση, το επίπεδο της οποίας καθορίζεται με βάση κοινοτική διαδικασία.

(53) Δεν πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές στη Γαλλία ή στην Ιταλία και δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι αναμένεται να πραγματοποιηθούν εισαγωγές σ' αυτά τα κράτη μέλη στο μέλλον. ii) Όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Πολωνίας

(54) Οι εισαγωγές στο Ηνωμένο βασίλειο, όπου έγιναν σημαντικές προσπάθειες για να επιτευχθεί αποτελεσματική διείσδυση στην αγορά, αντιστοιχούσαν το 1984 μόνο στο 0,40 % της αγοράς. Ακόμα και αν είχε υλοποιηθεί ο στόχος των 200 000 τόνων το 1984, το τμήμα της αγοράς δεν θα ήταν υψηλότερο από 1,5 %.

(55) Οι εισαγωγές στη Δανία, που είναι άλλο κράτος μέλος στο οποίο η Σκανδιναβική εταιρεία που αναφέρεται στην παράγραφο 38 συγκέντρωσε τις προσπάθειές της, έφθασαν το 1984 ένα τμήμα της αγοράς 1,34 %. Ακόμη και αν είχαν εισαχθεί 30 000 τόνοι (βλέπε σημείο 38), το τμήμα της αγοράς θα ήταν μόνο 2,2 %.

(56) Με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή, φαίνεται ότι οι κυριότεροι ενδιαφερόμενοι κατασκευαστές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δημιούργησαν κοινή επιχείρηση που απέκτησε το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας εισαγωγής HGS. Επιπλέον, οι κατασκευαστές φαίνεται ότι έκαναν συμφωνίες που τους έδιναν τη δυνατότητα να ελέγχουν τη διανομή και την εμπορία αυτού του προϊόντος στο μέλλον.

(57) Δεν πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές σε άλλα κράτη μέλη και δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον οι εισαγωγές σε άλλα κράτη μέλη.

iii) Όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Γιουγκοσλαβίας

(58) Οι εισαγωγές στην Ιταλία το 1984 αντιστοιχούσαν στο 0,44 % της αγοράς. Ακόμη και αν, κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 1985, είχαν εισαχθεί 218 000, θα αντιστοιχούσαν μόνο στο 0,56 % του τμήματος της αγοράς στην Ιταλία. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, οι ιταλοί κατασκευαστές έχουν ήδη λάβει μέτρα για να περιορίσουν στο μέλλον τις εισαγωγές.

(59) Δεν πραγματοποιήθηκαν σημαντικές εισαγωγές σε άλλα κράτη μέλη και δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι αναμένεται να πραγματοποιηθούν εισαγωγές στο μέλλον σε άλλα κράτη μέλη.

στ) Συμπεράσματα όσον αφορά τους ισχυρισμούς για την απώλεια άλλων δυνατοτήτων διάθεσης

(60) Τα μέτρα αντιντάμπινγκ που έλαβε η Νορβηγία όσον αφορά τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με τη σύσταση της 13ης Ιουλίου 1984, που θα διοχεύτευε πιθανώς το εμπόριο προς την Κοινότητα, καταργήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1985.

(61) Οι σουηδικές αρχές δεν έλαβαν επισήμως μέτρα κατά των εισαγωγών του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και Πολωνίας. Αυτές οι δύο χώρες εφήρμοσαν μόνο εθελοντικά περιορισμούς εξαγωγής με βάση τους οποίους οι εξαγωγές τους προς τη Σουηδία δεν θα υπερέβαιναν τους . . . τόνους ετησίως. Θεωρείται ότι αυτές οι ποσότητες δεν οδηγούν, με βάση τη συνολική ικανότητα παραγωγής που διαθέτουν οι δύο χώρες εξαγωγής, σε σημαντικό κίνδυνο να κατευθυνθεί το εμπόριο προς την Κοινότητα.

(62) Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι συνολικές γιουγκοσλαβικές εξαγωγές του εν λόγω προϊόντος αυξήθηκαν από 716 450 τόνους το 1981 σε 1 082 329 τόνους το 1984, καθώς και ότι οι εξαγωγές που πραγματοποίησαν τρεις γιουγκοσλαβικές εταιρείες που αφορά αυτή η διαδικασία σε χώρες εκτός της Κοινότητας αυξήθηκαν από 0 τόνους το 1981 σε 175 000 τόνους το 1984, δεν υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν οι εισαγωγές λόγω της απώλειας δυνατοτήτων διάθεσης αλλού.

(63) Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερομένων γεγονότων, ιδίως αυτών που αφορούν τα μέτρα που έλαβαν ορισμένοι από τους κυριότερους ενδιαφερόμενους κοινοτικούς παραγωγούς για να αποτρέψουν, στο μέλλον, τις εισαγωγές σημαντικών ποσοτήτων του εν λόγω προϊόντος, καθώς και του εξαιρετικά χαμηλού τμήματος της αγοράς που κατείχαν το 1984 αυτές οι εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, θεωρείται, ότι, τη στιγμή αυτή, δεν προβλέπεται και δεν επίκειται αλλαγή των συνθηκών, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κατάσταση στην οποία το ντάμπινγκ θα προκαλούσε σημαντική ζημία σε μεγάλο μέρος της κοινοτικής βιομηχανίας. Επιπλέον, η έρευνα δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι οι εισαγωγές στην Κοινότητα θα αυξηθούν ως αποτέλεσμα της απώλειας δυνατοτήτων διάθεσης σε τρίτες χώρες για τους παραγωγούς εξαγωγείς των χωρών που αφορά η παρούσα διαδικασία.

Ε. ΑΠΕΙΛΗ ΖΗΜΙΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ

ΕΠΙΠΕΔΟ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ, ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ

(64) Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι:

i) οι παραγωγοί στην Ιρλανδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Δανία πώλησαν σχεδόν όλη την παραγωγή τους (95 %, 99 % και 93 %), στις αντίστοιχες εγχώριες αγορές τους, και

ii) η ζήτηση σε καθεμία από αυτές τις αγορές δεν καλύπτεται σε σημαντικό βαθμό από τους παραγωγούς του εν λόγω προϊόντος που βρίσκονται αλλού, εκτός της Κοινότητας (τα τμήματα της αγοράς που κατέχει το προϊόν καταγωγής άλλων κρατών μελών στην ιρλανδική, βρετανική και δανική αγορά το 1984 ήταν 4,27 %, 2,41 % και 1,16 % αντίστοιχα), μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία αποτελούν, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, μεμονωμένες αγορές κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2176/84. α) Εισαγωγές στην Ιρλανδία

(65) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ανήλθαν τους 13 275 τόνους το 1982 και αυξήθηκαν σε 21 452 τόνους το 1983. Το 1984 μειώθηκαν σε 18 038 τόνους, δηλαδή μείωση κατά 16 %.

Το τμήμα της αγοράς που κατέχουν αυτές οι εισαγωγές ήταν 0,85 % το 1982 και 1,47 % το 1983. Το 1984, μειώθηκε σε 1,32 %.

(66) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Ισπανίας δεν υπάγονται πλέον στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας διδικασίας. Δεν πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές από τρίτες χώρες στην Ιρλανδία.

(67) Θεωρείται ότι, εκτός από τα γεγονότα που έχουν ήδη αναφερθεί όσον αφορά τη πιθανή απειλή ζημίας σε ευρεία κοινοτική βάση, σ' αυτήν την περίπτωση, όπου το τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην Ιρλανδία είναι τόσο χαμηλό και οι ποσότητες των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν έδειξαν συνεχή αύξηση, δεν υπάρχει επικείμενη απειλή σημαντικής ζημίας στην ιρλανδική βιομηχανία του εν λόγω προϊόντος.

β) Εισαγωγές στο Ηνωμένο Βασίλειο

(68) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας αυξήθηκαν από 11 τόνους το 1981 σε 17 977 τόνους το 1982 και σε 56 019 τόνους το 1983. Το 1984 ανήλθαν σε 52 343 τόνους.

Το τμήμα της αγοράς που κατέχουν αυτές οι εισαγωγές ήταν ασήμαντο το 1981 και έφθασε το 0,14 % το 1982. Το 1983 αυξήθηκε σε 0,42 %· το 1984 μειώθηκε σε 0,38 %.

(69) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Πολωνίας αυξήθηκαν από λιγότερο από 60 τόνους το 1981 και το 1982 σε 13 207 τόνους το 1983 και σε 60 000 περίπου το 1984.

Το τμήμα της αγοράς που κατέχουν αυτές οι εισαγωγές ήταν ασήμαντο το 1981 και 1982· το 1983 ήταν 0,10 % και αυξήθηκε το 1984 σε 0,40 %.

(70) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Ισπανίας δεν υπάγονται πλέον στο πεδίο της παρούσας διαδικασίας. Δεν πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές από τρίτες χώρες στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(71) Θεωρείται ότικ εκτός από τα γεγονότα που έχουν ήδη αναφερθεί όσον αφορά την πιθανή απειλή με ζημία σε ευρεία κοινοτική βάση, σ' αυτήν την περίπτωση, το συνολικό τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και το οποίο ανέρχεται στο 0,78 % το 1984, δεν αποτελεί επικείμενη απειλή σημαντικής ζημίας στους κατασκευαστές στο Ηνωμένο Βασίλειο.

γ) Εισαγωγές στη Δανία

(72) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας αυξήθηκαν από 52 τόνους το 1981 σε 182 τόνους το 1982· το 1983 αυξήθηκαν σε 7 546 τόνους· το 1984 μειώθηκαν σε 6 999 τόνους.

Το τμήμα της αγοράς που κατέχουν αυτές οι εισαγωγές ήταν ασήμαντο το 1981 και το 1982· το 1983 ήταν 0,62 % και το 1984 μειώθηκε σε 0,52 %.

(73) Οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Πολωνίας αυξήθηκαν από 13 157 τόνους το 1981 σε 14 495 τόνους το 1982· το 1983 μειώθηκαν σε 11 276 τόνους και το 1984 αυξήθηκαν σε 18 146 τόνους.

Τοι τμήμα της αγοράς που κατέχουν αυτές οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αυξήθηκε από 1,08 % το 1981 σε 1,24 % το 1982. Το 1983 σημείωσε ωστόσο πτώση στο 0,92 % και το 1984 αυξήθηκε σε 1,34 %.

(74) Δεν πραγμαοποιήθηκαν εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες στη Δανία.

(75) Με βάση το γεγονός ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και Πολωνίας δεν σημειώνουν συνεχή αύξηση, τα τμήματα της αγοράς που κατέχουν οι εν λόγω εισαγωγές θεωρούνται ιδιαίτερα χαμηλά για να αντιπροσωπεύουν επικείμενη απειλή σημαντικής ζημίας στη εν λόγω δανική βιομηχανία.

2. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

(76) Όσον αφορά τους κοινοτικούς παραγωγούς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Ιταλία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα εργοστάσια που βρίσκονται στις βορειοανατολικές περιοχές αυτών των κρατών μελών ήταν σχεδόν τα μόνα που αφορούσαν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Η Επιτροπή εξέτασε επομένως κατά πόσο αυτές οι περιοχές μπορούσαν να θεωρηθούν ως ξεχωριστές αγορές κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 5 του κανονισμού ΕΟΚ αριθ. 2176/84. Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή, ιδιαίτερα όσον αφορά τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σ' αυτές τις περιοχές σε σύγκριση με διαφερετικές περιοχές της Κοινότητας, δεν έδωσαν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να καθορίσει ότι αυτές οι περιοχές μπορούν να θεωρηθούν ως περιφερειακές αγορές από μόνες τους.

Μολονότι η Επιτροπή δεν έλαβε πλήρεις πληροφορίες όσον αφορά την κατάσταση όλων των παραγωγών που βρίσκονται αλλού στη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Ιταλία, εκτός από τις βορειοανατολικές περιοχές, σ' αυτά τα κράτη μέλη, φαίνεται, με βάση τις πληροφορίες που έγιναν διαθέσιμες διαφορετικά, ότι και τα δύο κράτη μέλη μπορούν να θεωηρηθούν ότι αποτελούν περιφερειακές αγορές, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι παραγωγοί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Ιταλία πώλησαν το 93,8 % και το 98,8 % αντίστοιχα της παραγωγής τους στις εγχώριες αγορές και ότι το τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι προμήθειες από αλλού στην Κοινόττα αντιστοιχεί στο 2,85 % και 0,19 % αντίστοιχα. Ωστόσο, τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή δείχνουν ότι το τμήμα της αγοράς που κατέχουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Ιταλία ήταν, το 1984, μόνο 0,56 % και 0,44 % αντίστοιχα, το οποίο θεωρείται, με βάση τα προαναφερόμενα συμπεράσματα, ανεπαρκές για να αναληφθεί δράση.

ΣΤ. ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(77) Υπό αυτές τις συνθήκες, επομένως, η διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές τσιμέντου Portland καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας πρέπει να περατωθεί χωρίς την επιβολή μέτρων.

(78) Ωστόσο, επειδή πολλά κράτη μέλη προέβαλαν αντιρρήσεις ως προς αυτό στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, η διαδικασία δεν περατώθηκε από την Επιτροπή, αλλά η Επιτροπή υπέβαλε σχετική πρόταση στο Συμβούλιο.

Εφόσον το Συμβούλιο δεν αποφάσισε διαφορετικά μέσα στο περιθώριο του ενός μηνός, η διαδικασία περατώνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2176/84 του Συμβουλίου.

(79) Οι καταγγέλοντες ενημερώθηκαν σχετικά με τα ουσιαστικά γεγονότα και με τα συμπεράσματα βάσει των οποίων η Επιτροπή είχε την πρόθεση να περατώσει τη διαδικασία. Εν συνεχεία, γνωστοποίησαν τις απόψεις τους στην Επιτροπή,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο μόνο

Περατώνεται η διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές τσιμέντου Portland καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας.

Βρυξέλλες, 17 Ιουλίου 1986.

Για την Επιτροπή

Willy DE CLERCQ

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. L 201 της 30. 7. 1984, σ. 1.

(2) ΕΕ αριθ. C 84 της 2. 4. 1985, σ. 5.

(1) Στο κείμενο της παρούσας απόφασης που δημοσιεύθηκε, ορισμένοι αριθμοί παρελείφθησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2176/84 του Συμβουλίου περί μη αποκαλύψεως επαγγελματικών απορρήτων.