86/60/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1985 σχετικά με την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί από τις αρχές του Land Rheinland-Pfalz της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε επιχείρηση παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου, εγκατεστημένη στο Ludwigshafen (Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 072 της 15/03/1986 σ. 0030 - 0033
***** ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 14ης Δεκεμβρίου 1985 σχετικά με την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί από τις αρχές του Land Rheinland-Pfalz της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε επιχείρηση παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου, εγκατεστημένη στο Ludwigshafen (Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (86/60/ΕΟΚ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, Αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 93 και αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές, Εκτιμώντας ότι: Ι Με τέλεξ της 26ης Ιουλίου και της 10ης Οκτωβρίου 1983 και μετά από σχετικό αίτημα της Επιτροπής, η γερμανική κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεση του Land Rheinland-Pfalz να χορηγήσει ενίσχυση ύψους 8 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων σε επιχείρηση παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου, που απασχολεί 350 άτομα και είναι εγκατεστημένη στο Ludwigshafen του εν λόγω κρατιδίου (Land). Η ενίσχυση θα είχε τη μορφή επιχορήγησης και θα συνιστούσε ad hoc μέτρο προβλεπόμενο βάσει των παραγράφων 23 και 37 του δημοσιονομικού κανονισμού (προϋπολογισμού) του Land Rheinland-Pfalz. Επειδή επρόκειτο για ένα ad hoc μέτρο και επειδή δεν αποτελούσε εφαρμογή υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων, εγκεκριμένου από την Επιτροπή, η εν λόγω ενίσχυση έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή εκ των προτέρων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή, μετά από προκαταρκτική εξέταση, θεώρησε ότι η εν λόγω ενίσχυση ήταν ενίσχυση διάσωσης η οποία θα επέτρεπε τη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης για δωδεκάμηνη περίοδο από τον Φεβρουάριο 1983. Οι δυσχέρειες της επιχείρησης προέκυψαν από την υπερβολική αύξηση των λογαριασμών ηλεκτρικού που όφειλε να πληρώσει μετά από τη λήξη, τον Σεπτέμβριο 1982, της σύμβασης προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος που είχε συνάψει. Η Επιτροπή σημείωσε ότι οι απότομες αυξήσεις των τιμολογίων ηλεκτρικού αποτελούν σημαντικό πρόβλημα το οποίο πρέπει, ενδεχομένως, να αντιμετωπίσουν όλοι οι παραγωγοί αλουμινίου που δεν παράγουν την ηλεκτρική ενέργεια που οι ίδιοι χρειάζονται, η σημασία δε του προβλήματος αυτού πηγάζει από το γεγονός ότι το κόστος προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να συνιστά μέχρι και το 30 % του κόστους εξαγωγής αλουμινίου με τήξη. Συνεπώς, η Επιτροπή θεώρησε ότι η χορήγηση κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να βοηθηθεί μία επιχείρηση ώστε να αντιμετωπίσει πρόβλημα το οποίο ουσιαστικά αντιμετωπίζει ολόκληρος ο τομέας, επρόκειτο να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τους όρους των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Η Επιτροπή κίνησε λοιπόν τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της συνθήκης ΕΟΚ. Με επιστολή της, της 25ης Νοεμβρίου 1983, κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Εκλήθησαν επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, τα άλλα κράτη μέλη καθώς και οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. ΙΙ Η γερμανική κυβέρνηση, υποβάλλοντας τις παρατηρήσεις της βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, με επιστολή της 12ης Ιανουαρίου 1984, δήλωσε ότι η εν λόγω ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ως προσωρινή αρωγή επείγουσας φύσης. Η επιχείρηση, σαν αποτέλεσμα της απότομης αύξησης του κόστους για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, είχε απολέσει την ανταγωνιστικότητά της και η επιβίωσή της βρισκόταν υπό απειλή, δεδομένου ότι η παραγωγή αλουμινίου απέβαινε αντιοικονομική. Στις αρχές του 1983, άρχισαν οι εργασίες για το κλείσιμο της καμίνου τήξεως στο Ludwigshafen Εντούτοις, η διοίκηση της επιχείρησης ανέλαβε την υποχρέωση να μην προχωρήσει στο κλείσιμο με αντάλλαγμα τη χορήγηση ενίσχυσης 8 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων. Η ενίσχυση αυτή θα παρείχε κάποια προθεσμία στην επιχείρηση, για να καταστρώσει σχέδιο αποκατάστασης της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητάς της. Η γερμανική κυβέρνηση τόνισε επίσης το γεγονός ότι η αγορά αλουμινίου χαρακτηρίζεται από την ανερχόμενη σε παγκόσμιο επίπεδο ζήτηση αλουμινίου απέναντι στην οποία η ικανότητα παραγωγής είναι ανεπαρκής, καθώς και το ότι οι τιμές πρωτογενούς αλουμινίου έχουν βελτιωθεί το 1983. Επίσης επεσήμανε ότι, επειδή τόσο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσο και η Κοινότητα είχαν ελλειμματικό εμπόριο πρωτογενούς αλουμινίου το 1982, το κλείσιμο της καμίνου τήξεως στο Ludwigshafen θα απέδιδε οφέλη μόνο στον ασκούμενο από τρίτες χώρες ανταγωνισμό και ότι, κατά συνέπεια, δεν υπήρχε πιθανότητα να μπορεί η εν λόγω επείγουσα ενίσχυση να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγών αλουμινίου στην Κοινότητα. Τέλος, δηλώθηκε ότι είχαν αναληφθεί από την επιχείρηση ορισμένες διαρθρωτικές βελτιώσεις που οδηγούσαν σε μείωση της συγκεκριμένης κατανάλωσης ηλεκτρικού, αύξηση στην προστιθέμενη αξία παραγωγής και εξοικονόμηση στο κόστος χρήσης των πρώτων υλών. Με επιστολή της 25ης Ιουλίου 1985, η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να αναβάλει την έκδοση της τελικής απόφασής της στην εν λόγω υπόθεση, λόγω των διαπραγματεύσεων που διεξάγονταν μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και της κυβέρνησης του Land Rheinland-Pfalz. Με επιστολή της 30ής Ιουλίου 1985, η Επιτροπή πληροφόρησε τη γερμανική κυβέρνηση ότι ήταν έτοιμη να αναβάλει την έκδοση της τελικής απόφασής της στην εν λόγω υπόθεση για τη χορήγηση ενίσχυσης μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 1985, ώστε να δώσει στη γερμανική κυβέρνηση την ευκαιρία να ολοκληρώσει αυτές τις διαπραγματεύσεις. Στην ίδια επιστολή αναφερόταν επίσης ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές αν δεν κατέληγαν σε κάποιο αποτέλεσμα μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να εκδώσει την τελική απόφασή της βάσει των μέχρι τότε διαθέσιμων σ' αυτήν στοιχείων. Η γερμανική κυβέρνηση ουδέποτε απάντησε στην επιστολή αυτή. ΙΙΙ Στον τομέα πρωτογενούς αλουμινίου υπάρχει εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και ο ανταγωνισμός είναι έντονος, ιδιαίτερα στη διάρκεια των περιόδων ύφεσης, οπότε οι τιμές είναι χαμηλές και οι εισαγωγές από τρίτες χώρες επιδεινώνουν την κατάσταση. Στη διάρκεια του 1983, οι χώρες της Κοινότητας παρήγαγαν 1 925 000 τόνους πρωτογενούς αλουμινίου, από τους οποίους 743 000 τόνοι είχαν παραχθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στη διάρκεια του ίδιου έτους, 919 299 τόνοι μη επεξεργασμένου αλουμινίου αποτέλεσαν το αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, από τους οποίους 24,7 % αποτελούσαν εξαγωγές από τη Γερμανία προς τα άλλα κράτη μέλη. Στη διάρκεια του ίδιου έτους, η εμφανής κατανάλωση μη επεξεργασμένου αλουμινίου στην Κοινότητα ανήλθε σε 2 800 000 τόνους περίπου. Εικάζοντας ότι οι εγκαταστάσεις στο Ludwigshafen λειτούργησαν το 1983 χρησιμοποιώντας πλήρως την ικανότητα παραγωγής ύψους 46 000 τόνων, το μερίδιό τους στην αγορά για το έτος αυτό ήταν 6,2 % στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και 2,4 % στην ΕΟΚ. Στη διάρκεια του 1984, οι συναλλαγές μη επεξεργασμένου αλουμινίου μεταξύ κρατών μελών ανήλθαν σε 930 778 τόνους, από τους οποίους 790 000 τόνοι περίπου αφορούσαν πρωτογενές αλουμίνιο. Στη διάρκεια του ίδιου έτους, η Γερμανία εξήγαγε 211 030 τόνους μη επεξεργασμένου αλουμινίου στα άλλα κράτη μέλη, από τους οποίους 164 000 τόνοι ήταν πρωτογενές αλουμίνιο. Η εν λόγω επιχείρηση χρησιμοποιεί το πρωτογενές αλουμίνιο που παράγεται στη δική της κάμινο τήξεως ή που αγοράζει από αλλού για την παραγωγή εφελκυσμένων ράβδων και χονδροσύρματος. Η ικανότητα παραγωγής για τα προϊόντα αυτά ανέρχεται σε 70 000 τόνους και το 70 % περίπου αυτής της ετήσιας παραγωγής προορίζεται για τα άλλα κράτη μέλη. Όταν, με τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης, ενισχύεται η θέση επιχείρησης σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές της στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρείται ότι το εν λόγω εμπόριο επηρεάζεται από την ενίσχυση αυτή. Στην παρούσα υπόθεση, η εν λόγω ενίσχυση, διατηρώντας τεχνητά σε λειτουργία την επιχείρηση παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου που είναι εγκατεστημένη στο Ludwigshafen, τη στιγμή που η διοίκησή της ήταν έτοιμη να την κλείσει, μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο και να νοθεύσει ή να απειλήσει με νόθευση τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών μελών ευνοώντας την εν λόγω επιχείρση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει την αρχή σύμφωνα με την οποία οι ενισχύσεις που διαθέτουν τα εκεί περιγραφόμενα χαρακτηριστικά είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Οι παρεκκλίσεις από την εν λόγω αρχή, που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση, επειδή η χορήγηση της εν λόγω ενίσχυσης δεν απέβλεπε σε τέτοιους σκοπούς. Το άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ποιες ενισχύσεις μπορούν να θεωρηθούν ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Το συμβιβάσιμο με τη συνθήκη πρέπει να προσδιορίζεται εν όψει του κοινοτικού πλαισίου και όχι στο πλαίσιο μεμονωμένου κράτους μέλους. Με σκοπό να διαφυλαχθεί η καλή λειτουργία της κοινής αγοράς και λαμβανομένων υπόψη των αρχών του άρθρου 3 σημείο στ) της συνθήκης ΕΟΚ, οι παρεκκλίσεις από την αρχή του άρθρου 92 παράγραφος 1 πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά όταν εξετάζεται καθεστώς ενισχύσεων ή συγκεκριμένη περίπτωση χορήγησης ενίσχυσης. Ειδικότερα, οι παρεκκλίσεις μπορούν να εφαρμόζονται μόνον όταν η Επιτροπή έχει βεβαιωθεί ότι μόνη της η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, χωρίς τη χορήγηση ενισχύσεων, δεν θα οδηγούσε τον ενδεχόμενο δικαιούχο της ενίσχυσης να υιοθετήσει συμπεριφορά τέτοια που να συμβάλει στην επίτευξη ενός των προαναφερόμενων στόχων. Η χορήγηση παρεκκλίσεων σε περιπτώσεις που δεν συμβάλλουν στην επίτευξη ενός τέτοιου στόχου ή στις περιπτώσεις που η ενίσχυση δεν είναι αναγκαία για το σκοπό αυτό θα σήμαινε ότι παρέχονται αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα στις επιχειρήσεις ή τους βιομηχανικούς κλάδους ορισμένων κρατών μελών, των οποίων απλώς ενισχύεται η οικονομική κατάσταση, και ότι επιτρέπεται η επίδραση επί των όρων συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών και η νόθευση του ανταγωνισμού, χωρίς τούτο να δικαιολογείται για λόγους κοινοτικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3. Η γερμανική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να παράσχει, ούτε η Επιτροπή να επισημάνει, κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί το πόρισμα ότι η σχετική ενίσχυση εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες παρεκκλίσεων του άρθρου 92 παράγραφος 3. Τα προβλήματα που οδήγησαν τη διοίκηση της μονάδας εξαγωγής αλουμινίου στο Ludwigshafen να προετοιμάσει το κλείσιμο των εγκαταστάσεων στις αρχές του 1983 δεν έχουν επιλυθεί. Πράγματι, οι διαρθρωτικές βελτιώσεις που ανέλαβε η επιχείρηση, με τις οποίες μειώθηκε η συγκεκριμένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στο επίπεδο των 14 κιλοβατώρων/χιλιόγραμμο παραγόμενου αλουμινίου, είχαν ολοκληρωθεί πριν μεσολαβήσει η αύξηση των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος· παρά τις βελτιώσεις αυτές, οι προετοιμασίες για το κλείσιμο της επιχείρησης άρχισαν στις αρχές του 1983. Η παραγωγή προϊόντων με υψηλότερη προστιθέμενη αξία επηρεάζεται έμμεσα από τα υψηλότερα τιμολόγια ηλεκτρικού, δεδομένου ότι οι πρώτες ύλες για τα προϊόντα αυτά είναι κατά κύριο λόγο το πρωτογενές αλουμίνιο που παράγεται από την κάμινο τήξης. Επιπλέον, η εν λόγω βελτίωση είχε ολοκληρωθεί πριν το 1983. Η καλύτερη χρήση των πρώτων υλών, με τη χρησιμοποίηση υλικών σε ψυχρή κατάσταση, προϋποθέτει το ότι η κάμινος τήξης διατηρείται σε συνεχή λειτουργία. Επιπλέον, η μέθοδος αυτή μπορούσε ήδη να χρησιμοποιηθεί πριν από το 1983. Η εν λόγω ενίσχυση, στο μέτρο που δεν συνδέεται με κανένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, συνιστά ενίσχυση για τη συνέχιση της λειτουργίας, που χορηγείται στην επιχείρηση με σκοπό την αντιστάθμιση τμήματος της αύξησης στο τιμολόγιο ηλεκτρικού. Ο ισχυρισμός της γερμανικής κυβέρνησης ότι στην περίπτωση κλεισίματος της μονάδας στο Ludwigshafen μόνο οι ανταγωνιστές από τρίτες χώρες επρόκειτο να ωφεληθούν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, ενώ η συνολική ικανότητα παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου στην Κοινότητα το 1982 ήταν 93,8 % και το 1983 91,5 %. Το 1983, η μη χρησιμοποιηθείσα ικανότητα παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου ανήλθε, στην Κοινότητα, σε 179 000 τόνους, υπερβαίνοντας κατά πολύ τους 46 000 τόνους/έτος της καμίνου τήξεως στο Ludwigshafen. Τμήμα αυτής της πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καλυφθεί το τμήμα εκείνο της αγοράς που κατείχε η εν λόγω επιχείρηση. Η επιχορήγηση 8 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων δόθηκε στην επιχείρηση παράνομα, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, επειδή 4 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα χορηγήθηκαν το 1983 χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής και τα υπόλοιπα 4 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα χορηγήθηκαν το 1984, παρά το γεγονός ότι είχε κινηθεί έναντι της εν λόγω ενίσχυσης το 1983 η διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 πρώτη πρόταση της συνθήκης ΕΟΚ. Εν όψει των προαναφερόμενων καθώς και των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με ενισχύσεις που χορηγούνται για την προώθηση ή διευκόλυνση της ανάπτυξης ορισμένων περιοχών, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το βιοτικό επίπεδο στην περιοχή Ludwigshafen δεν είναι ασυνήθως χαμηλό ούτε υφίσταται εκεί σοβαρή υποαπασχόληση κατά την έννοια της εξαίρεσης που προβλέπεται στο στοιχείο α). Οι εγκαταστάσεις στο Ludwigshafen βρίσκονται σε μία περιοχή που δεν θεωρείται, ούτε από την Κοινότητα ούτε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ως ενισχυόμενη περιοχή. Επιπλέον, επειδή η βιωσιμότητα της καμίνου τήξεως, μετά την εφαρμογή υψηλότερων τιμών ηλεκτρικού συνεχίζει να εξαρτάται από τις τιμές αλουμινίου, η σχετική ενίσχυση δεν εξασφαλίζει τις σήμερα υπάρχουσες θέσεις απασχόλησης και, κατά συνέπεια, δεν προωθεί την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής Ludwigshafen κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ), επειδή δεν προσπορίζει στην περιοχή πάγια αύξηση του εισοδήματος ή μείωση της ανεργίας, αλλά νοθεύει τον ανταγωνισμό στο ενδοκοινοτικό εμπόριο χωρίς να προσφέρει την αναγκαία αντισταθμιστική συμβολή στην περιφερειακή ανάπτυξη. Όσον αφορά την προβλεπόμενη από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΟΚ εξαίρεση, είναι προφανές ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν είχε σκοπό να προωθήσει την εκτέλεση σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή να αποκαταστήσει σοβαρή διαταραχή της γερμανικής οικονομίας. Η χορήγηση ενίσχυσης σε επιχείρηση του τομέα πρωτογενούς αλουμινίου δεν είναι επαρκής για να αντιμετωπιστεί το είδος της κατάστασης που περιγράφεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β). Όσον αφορά την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΟΚ για «ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων» , πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένη επένδυση ή πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, που θα βελτίωνε την ανταγωνιστικότητα της επιχειρήσεως και θα εξασφάλιζε μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητά της, επιτρέποντάς της, κατ' αυτόν τον τρόπο, να επιβιώσει μετά την αύξηση των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος και οποιαδήποτε τυχόν πτώση των τιμών αλουμινίου, βασιζόμενη αποκλειστικά στη δική της αποδοτικότητα, ικανότητες και μέσα, χωρίς την ανάγκη να λάβει περαιτέρω κρατική ενίσχυση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι «προωθεί την ανάπτυξη» της εν λόγω οικονομικής δραστηριότητας, κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ). Περαιτέρω, η εν λόγω ενίσχυση έχει εξασθενίσει την ανταγωνιστική θέση των άλλων παραγωγών πρωτογενούς αλουμινίου στην Κοινότητα, οι οποίοι έχουν επιβιώσει της κρίσης αλουμινίου και, ενδεχομένως, των αυξήσεων των δικών τους τιμών προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος, πραγματοποιώντας αναδιάρθρωση και βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και στην ποιότητά τους με τη χρησιμοποίηση ιδίων πόρων, ευνόησε δε την εξεταζόμενη επιχείρηση χωρίς να παρέχονται, από κοινοτική άποψη, στοιχεία που να δικαιολογούν τη χορήγησή της και τα οποία θα ήταν επαρκή για να αντισταθμίσουν τις στρεβλώσεις που συνεπάγεται η ενίσχυση για το εμπόριο. Συνεπώς, η εν λόγω ενίσχυση δεν πληροί τους αναγκαίους όρους για να τύχει μιας των παρεκκλίσεων του άρθρου 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Η ενίσχυση, ύψους 8 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, που χορηγήθηκε με τη μορφή επιχορηγήσεων του Land Rheinland-Pfalz σε μία επιχείρηση πρωτογενούς αλουμινίου στο Ludwigshafen το 1983 και 1984 είναι παράνομη, επειδή η χορήγησή της έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Επιπλέον, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της εν λόγω συνθήκης. Η εν λόγω ενίσχυση πρέπει συνεπώς να αποσυρθεί μέσω ανάκτησης. Άρθρο 2 Η γερμανική κυβέρνηση οφείλει να ενημερώσει την Επιτροπή, σε προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με αυτήν. Άρθρο 3 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Βρυξέλλες, 14 Δεκεμβρίου 1985. Για την Επιτροπή Peter SUTHERLAND Μέλος της Επιτροπής