Οδηγία 82/244/EOK της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 1982 περί προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 76/756/EOK του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην τοποθέτηση των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 109 της 22/04/1982 σ. 0031 - 0042
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 12 σ. 0005
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 12 σ. 0148
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 12 σ. 0005
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 13 τόμος 12 σ. 0148
ΟΔΗΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 17ης Μαρτίου 1982 περί προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 76/756/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών Κρατών μελών των αναφερομένων στην τοποθέτηση των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως των οχημάτων με κινητήρα και των ρουμουλκουμένων τους Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, την οδηγία 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1970 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των αναφερομένων στην έγκριση των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 80/1267/ΕΟΚ (2) και την πράξη προσχωρήσεως της Ελλάδος, και ιδίως το άρθρο 11, την οδηγία 76/756/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των αναφερομένων στην τοποθέτηση των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους (3), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 80/233/ΕΟΚ της Επιτροπής (4), και ιδίως το άρθρο 4, Εκτιμώντας: ότι χάρη στην αποκτηθείσα πείρα και λαμβανομένης υπόψη της παρούσας καταστάσεως της τεχνολογίας, είναι τώρα δυνατόν να καταστούν ορισμένες προδιαγραφές όχι μόνο πιο ολοκληρωμένες και καλύτερα προσαρμοσμένες στις πραγματικές συνθήκες δοκιμής, αλλά επίσης και περισσότερο αυστηρές, ώστε να αυξηθεί η ασφάλεια τόσο των επιβατών των αυτοκινήτων όσο και των άλλων ατόμων που χρησιμοποιούν το δρόμο- ότι τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για την προσαρμογή στην τεχνική πρόδο των οδηγιών για την εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στις συναλλαγές στον τομέα των οχημάτων με κινητήρα, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Τα παραρτήματα I και II της οδηγίας 76/756/ΕΟΚ τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 2 1. Από 1η Οκτωβρίου 1982, τα Κράτη μέλη δεν δύνανται: - να αρνηθούν σε έναν τύπο οχήματος την έγκριση ΕΟΚ ή την έκδοση του εγγράφου που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 τελευταία περίπτωση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, ή την έγκριση από εθνικής πλευράς, - να απαγορεύσουν την πρώτη θέση σε κυκλοφορία των οχημάτων, για λόγους που αφορούν την τοποθέτηση των υποχρεωτικών ή προαιρετικών διατάξεων φωτισμού και φωτεινής συματοδοτήσεως των οχημάτων που απαριθμούνται στα σημεία 1.5.7 έως 1.5.20 του παραρτήματος I της οδηγίας 76/756/ΕΟΚ, αν η τοποθέτηση των εν λόγω διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως αυτού του τύπου οχήματος ή αυτών των οχημάτων ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. 2. Από την 1η Ιανουαρίου 1983, τα Κράτη μέλη: - δεν δύνανται πλέον να εκδίδουν το έγγραφο που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 τελευταία περίπτωση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ για έναν τύπο οχήματος στο οποίο η τοποθέτηση των εν λόγω διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, - δύνανται να αρνηθούν την έγκριση από εθνικής πλευράς ενός τύπου οχήματος στο οποίο η τοποθέτηση των εν λόγω διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. 3. Από 1η Οκτωρίου 1984, τα Κράτη μέλη δύνανται να απαγορεύσουν την πρώτη θέση σε κυκλοφορία των οχημάτων για τα οποία έχει εκδοθεί μετά την 1η Οκτωβρίου 1979 μια βεβαίωση κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ, όσον αφορά την τοποθέτηση των εν λόγω διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως, και στα οποία η τοποθέτηση των εν λόγω διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 3 Τα Κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο την 1η Οκτωβρίου 1982. Ενημερώνουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή. Άρθρο 4 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα Κράτη μέλη. Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 17 Μαρτίου 1982. Για την Επιτροπή Karl-Heinz NARJES Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ αριθ. L 42 της 23. 2. 1970, σ. 1. (2) ΕΕ αριθ. L 375 της 31. 12. 1980, σ. 34. (3) ΕΕ αριθ. L 262 της 27. 9. 1976, σ. 1. (4) ΕΕ αριθ. L 51 της 25. 2. 1980, σ. 8. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Τροποποιήσεις των παραρτημάτων της οδηγίας 76/756/ΕΟΚ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I:ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ Το σημείο 1.1 τροποποιείται ως εξής: "1.1. Τύπος οχήματος όσον αφορά την τοποθέτηση των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως Ως "τύπος οχήματος όσον αφορά την τοποθέτηση των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως" νοούνται τα οχήματα που δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους βασικές διαφορές κατά την έννοια των σημείων 1.1.1 έως 1.1.4. Δεν θεωρούνται ως άλλοι τύποι οχημάτων τα οχήματα που παρουσιάζουν διαφορές κατά την έννοια των σημείων 1.1.1 έως 1.1.4, αλλά οι οποίες δεν συνεπάγονται μεταβολή του είδους, του αριθμού, της θέσεως και της γεωμετρικής ορατότητος των φανών και της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως που προδιαγράφονται για τον θεωρούμενο τύπο οχήματος, ούτε τα οχήματα επί των οποίων έχουν τοποθετηθεί ή δεν υπάρχουν προαιρετικοί φανοί". Μετά το σημείο 1.1.2 προστίθενται τα νέα σημεία 1.1.3 και 1.1.4, ως εξής: "1.1.3. σύστημα ρυθμίσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως, 1.1.4. σύστημα αναρτήσεως". Το σημείο 1.10.4 τροποποιείται ως εξής: "1.10.4. των πλευρικών δεικτών πορείας, των φανών όγκου, των φανών θέσεως, των φανών σταθμεύσεως και των αντανακλαστήρων". Το σημείο 2.2.4 τροποποιείται ως εξής: "2.2.4. σχήμα(τα) περιέχον(τα) για κάθε φανό την ένδειξη των φωτιζουσών περιοχών κατά την έννοια του σημείου 1.6, του άξονα αναφοράς όπως ορίζεται στο σημείο 1.7 και του κέντρου αναφοράς όπως ορίζεται στο σημείο 1.8. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι απαραίτητα στην περίπτωση των διατάξεων φωτισμού της πίσω πινακίδας κυκλοφορίας (1.5.14)". Το σημείο 4.2.6.1 τροποποιείται ως εξής: "4.2.6.1. Αφού ρυθμιστεί η αρχική κλίση, η κλίση της δέσμης διασταυρώσεως μετράται υπό στατική συνθήκη, για όλες τις καταστάσεις με φορτίο που προσδιορίζονται στο συμπληρωματικό παράρτημα 1. Πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ -0,5 % και -2,5 % χωρίς χειροκίνητη παρέμβαση. Η αρχική κλίση πρέπει να έχει ρυθμιστεί μεταξύ -1 % και -1,5 % όταν το όχημα είναι "κενό" με ένα άτομο στη θέση του οδηγού. Η αρχική ρύθμιση πρέπει να έχει προδιαγραφεί σαφώς από τον κατασκευαστή για κάθε τύπο οχήματος και να φαίνεται κατά τρόπο ευανάγνωστο και ανεξίτηλο σε κάθε όχημα, κοντά είτε στο φανό είτε στην πινακίδα ταυτότητος του κατασκευαστή, χρησιμοποιώντας το σύμβολο που εμφαίνεται στο συμπληρωματικό παράρτημα 6". Το σημείο 4.2.6.2.2 τροποποιείται ως εξής: "4.2.6.2.2. Οι διατάξεις χειροκίνητης ρυθμίσεως, τόσο συνεχούς όσο και ασυνεχούς ή σταδιακού τύπου, είναι πάντως αποδεκτές, εφόσον υπάρχει μια θέση ισορροπίας που επιτρέπει να ρυθμίζονται οι προβολείς στην αρχική κλίση που υποδεικνύεται στο σημείο 4.2.6.1 με τη χρήση των παραδοσιακών κοχλιών ρυθμίσεως. Αυτά τα συστήματα χειροκίνητης ρυθμίσεως πρέπει να μπορούν να ενεργοποιούνται από τη θέση οδηγήσεως. Οι διατάξεις ρυθμίσεως συνεχούς τύπου πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά σημεία που δείχνουν τις καταστάσεις εκείνες του φορτίου οι οποίες απαιτούν ρύθμιση της δέσμης διασταυρώσεως. Ο αριθμός βαθμίδων των διατάξεων ρυθμίσεως ασυνεχούς τύπου πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να εγγυάται, αρχίζοντας με κλίση περιλαμβανόμενη μεταξύ -1 % και -1,5 %, την τήρηση της δέσμης των τιμών που περιλαμβάνονται μεταξύ -0,5 % και -2,5 % για τις καταστάσεις φορτίου που προσδιορίζονται στο συμπληρωματικό παράρτημα 1. Για τις διατάξεις αυτές, οι καταστάσεις φορτίου που απαιτούν ρύθμιση της δέσμης διασταυρώσεως πρέπει επίσης να υποδεικνύονται καθαρά κοντά στο μοχλό χειρισμού της διατάξεως (βλ. συμπληρωματικό παράρτημα 7)". Μετά το σημείο 4.2.6.2.2 προστίθεται το νέο σημείο 4.2.6.2.3, ως εξής: "4.2.6.2.3. Η μέτρηση της διακυμάνσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως ανάλογα με το φορτίο πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία δοκιμών του συμπληρωματικού παραρτήματος 5". Το σημείο 4.4.1 τροποποιείται ως εξής: "4.4.1. Παρουσία Υποχρεωτική στα οχήματα με κινητήρα. Προαιρετική στα ρυμουλκούμενα". Το σημείο 4.5.4.1 τροποποιείται ως εξής: "4.5.4.1. Κατά πλάτος Το άκρο της φωτίζουσας περιοχής το πλέον απομακρυσμένο από το διάμηκες επίπεδο στο μέσο του οχήματος δεν πρέπει να ευρίσκεται πάνω από 400 mm από το άκρο του πλάτους από άκρο σε άκρο του οχήματος. Η απόσταση μεταξύ των εσωτερικών άκρων των δύο φωτιζουσών περιοχών πρέπει να είναι μικρότερη από 600 mm. Όταν η κατακόρυφη απόσταση μεταξύ του οπίσθιου φανού του δείκτη πορείας και του αντίστοιχου οπίσθιου φανού θέσεως είναι μικρότερη ή ίση με 300 mm, η απόσταση μεταξύ του ακροτάτου του πλάτους από άκρο σε άκρο του οχήματος και του εξωτερικού άκρου της φωτίζουσας περιοχής του οπίσθιου φανού του δείκτη πορείας δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη περιοσσότερο από 50 mm από την απόσταση μεταξύ του ακροτάτου του πλάτους από άκρο σε άκρο του οχήματος και του εξωτερικού άκρου της φωτίζουσας περιοχής του αντίστοιχου οπίσθιου φανού θέσεως". Το σημείο 4.5.5 τροποποιείται ως εξής: "4.5.5. Γεωμετρική ορατότητα Οριζόντιες γωνίες: βλέπε συμπληρωματικό παράρτημα 4. Κατακόρυφες γωνίες: 15o προς τα άνω και προς τα κάτω της οριζοντίου. Η κατακόρυφος γωνία προς τα κάτω της οριζοντίου μπορεί να μειωθεί μέχρι 5o αν το ύψος τους υπεράνω του εδάφους είναι μικρότερο από 750 mm". Το σημείο 4.5.12 τροποποιείται ως εξής: "4.5.12. Άλλες προδιαγραφές Το φως που εκπέμπεται πρέπει να αναβοσβήνει με συχνότητα 90 +- 30 περιόδων ανά λεπτό. Η ενεργοποίηση του μοχλού χειρισμού του φωτεινού σήματος πρέπει να ακολουθείται από την εκπομπή φωτός εντός διαστήματος το πολύ ενός δευτερολέπτου, και από το πρώτο σβήσιμο του φωτός εντός διαστήματος το πολύ ενάμισυ δευτερολέπτου. Όταν ένα όχημα με κινητήρα είναι εξοπλισμένο για να έλκει ρυμουλκούμενο, ο μοχλός χειρισμού των φανών των δεικτών πορείας του έλκοντος πρέπει να μπορεί επίσης να θέτει σε λειτουργία τους φανούς των δεικτών πορείας του ρυμουλκουμένου. Σε περίπτωση ελαττωματικής λειτουργίας, εκτός από βραχυκύκλωμα, ενός φανού του δείκτου πορείας, οι άλλοι πρέπει να συνεχίζουν να αναβοσβήνουν, αλλά υπ' αυτές τις συνθήκες η συχνότητα μπορεί να είναι διαφορετική από την προδιαγραφόμενη. Για τους πρόσθιους φανούς των δεικτών πορείας, η φωτίζουσα περιοχή πρέπει να βρίσκεται 40 mm τουλάχιστον από την φωτίζουσα περιοχή των φανών διασταυρώσεως ή ενδεχομένων προσθίων φανών ομίχλης. Μικρότερη απόσταση επιτρέπεται αν η φωτεινή ένταση στον άξονα αναφοράς του φανού του δείκτη πορείας είναι ίση τουλάχιστον προς 400 cd". Το σημείο 4.7.8 τροποποιείται ως εξής: "4.7.8. Δεν πρέπει να συνδυαστεί με άλλο φανό, εκτός αν ο οπίσθιος φανός θέσεως και ο φανός πεδήσεως είναι αμοιβαία ενσωματωμένοι, και ο φανός θέσεως είναι συνδυασμένος με τη διάταξη φωτισμού της πίσω πινακίδας κυκλοφορίας". Το σημείο 4.7.10 τροποποιείται ως εξής: "4.7.10. Ηλεκτρική σύνδεση λειτουργίας Πρέπει να ανάβει όταν το κυρίως σύστημα πεδήσεως τίθεται σε λειτουργία. Οι φανοί πεδήσεως δεν χρειάζεται να λειτουργούν όταν η διάταξη ενεργοποιήσεως και/ή διακοπής της λειτουργίας του κινητήρα ευρίσκεται σε θέση που καθιστά αδύνατη τη λειτουργία του κινητήρα". Το σημείο 4.7.12 καταργείται. Μετά το σημείο 4.8.8 να προστεθεί το νέο σημείο 4.8.8.1, ως εξής: "4.8.8.1. Όταν οι πίσω φανοί θέσεως και οι φανοί πεδήσεως είναι αμοιβαία ενσωματωμένοι, τα φωτομετρικά χαρακτηριστικά της διατάξεως φωτισμού της πίσω πινακίδας κυκλοφορίας μπορούν να τροποποιηθούν κατά το άναμμα των φανών πεδήσεως". Το σημείο 4.8.10 τροποποιείται ως εξής: "4.8.10. Ηλεκτρική σύνδεση λειτουργίας Καμία ιδιαίτερη προδιαγραφή". Το σημείο 4.8.11 τροποποιείται ως εξής: "4.8.11. Ενδεικτικό Προαιρετικό. Αν υπάρχει, η λειτουργία του πρέπει να εξασφαλίζεται με το ενδεικτικό που προδιαγράφεται για τους φανούς θέσεως εμπρός και πίσω". Το σημείο 4.9.11 τροποποιείται ως εξής: "4.9.11. Ενδεικτικό Υποχρεωτικό ενδεικτικό θέσεως σε λειτουργία. Το ενδεικτικό αυτό δεν πρέπει να αναβοσβήνει. Δεν απαιτείται αν η διάταξη φωτισμού του πίνακα οδηγήσεως δεν μπορεί να είναι αναμμένη παρά συγχρόνως με τους εμπρός φανούς θέσεως". Το σημείο 4.10.11 τροποποιείται ως εξής: "4.10.11. Ενδεικτικό Υποχρεωτικό ενδεικτικό θέσεως σε λειτουργία. Πρέπει να συνδυάζεται μ' αυτό των εμπροσθίων φανών θέσεως". Το σημείο 4.11.4.1 τροποποιείται ως εξής: "4.11.4.1. Κατά πλάτος Όταν ο πίσω φανός ομίχλης είναι μοναδικός, πρέπει να ευρίσκεται τοποθετημένος από την πλευρά του διαμήκους επιπέδου στο μέσο του οχήματος που είναι αντίθετη προς την πλευρά που προδιαγράφεται για την κυκλοφορία στη χώρα στην οποία είναι καταχωρημένο το όχημα. Το κέντρο αναφοράς μπορεί να ευρίσκεται επίσης στο διάμηκες επίπεδο στο μέσο του οχήματος". Το σημείο 4.11.10 τροποποιείται ως εξής: "4.11.10 Ηλεκτρική σύνδεση λειτουργίας Δεν πρέπει να μπορεί να ανάβει παρά μόνο όταν οι φανοί διασταυρώσεως, οι φανοί πορείας, ή οι εμπρός φανοί ομίχλης, ή ακόμη συνδυασμός των φανών αυτών, είναι σε λειτουργία, και πρέπει ο φανός να ανάβει ταυτόχρονα με τους φανούς πορείας, τους φανούς διασταυρώσεως και τους εμπρός φανούς ομίχλης. Όταν ο εμπρός φανός ομίχλης είναι αναμμένος, μια ενέργεια πάνω στο μοχλό ελέγχου των φανών πορείας ή διασταυρώσεως δεν πρέπει να προκαλεί το σβήσιμό του. Αν υπάρχουν εμπρός φανοί ομίχλης, το σβήσιμο του πίσω φανού ομίχλης πρέπει να είναι δυνατό ανεξάρτητα από το σβήσιμο των εμπρός φανών ομίχλης. Το σημείο 4.11.11 τροποποιείται ως εξής: "4.11.11. Ενδεικτικό Υποχρεωτικό ενδεικτικό θέσεως σε λειτουργία. Ανεξάρτητο φωτεινό ενδεικτικό που δεν αναβοσβήνει". Μετά το σημείο 4.11.11 να προστεθεί το νέο σημείο 4.11.12, ως εξής: "4.11.12. Άλλες πραδιαγραφές Σε όλες τις περιπτώσεις, η απόσταση μεταξύ του πίσω φανού ομίχλης και του φανού πεδήσεως πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 100 mm". Το σημείο 4.12.10 τροποποιείται ως εξής: "4.12.10. Ηλεκτρική σύνδεση λειτουργίας Η σύνδεση πρέπει να επιτρέπει το άναμμα του ή των φανών σταθμεύσεως που είναι τοποθετημένοι στην ίδια πλευρά του οχήματος χωρίς να προκαλεί το άναμμα κανενός άλλου φανού. Ο φανός ή οι φανοί σταθμεύσεως πρέπει να μπορούν να ανάβουν ακόμη κι αν η διάταξη ενεργοποιήσεως ή διακοπής λειτουργίας του κινητήρα ευρίσκεται σε θέση που καθιστά αδύνατη τη λειτουργία του κινητήρα". Το σημείο 4.12.11 τροποποιείται ως εξής: "4.12.11. Ενδεικτικό Προαιρετικό ενδεικτικό θέσεως σε λειτουργία. Αν υπάρχει, δεν πρέπει να συγχέεται με το ενδεικτικό των φανών θέσεως". Το σημείο 4.13.7 τροποποιείται ως εξής: "4.13.7. Μπορεί να είναι ομαδοποιημένο με άλλους φανούς". Το σημείο 4.13.11 τροποποιείται ως εξής: "4.13.11. Ενδεικτικό Προαιρετικό ενδεικτικό. Αν υπάρχει, η λειτουργία του πρέπει να εξασφαλίζεται από το ενδεικτικό που προδιαγράφεται για τους φανούς θέσεως". Το σημείο 4.14.4.3 τροποποιείται ως εξής: "4.14.4.3. Κατά μήκος. Στο πίσω μέρος του οχήματος". Το σημείο 4.15.4.3 τροποποιείται ως εξής: "4.15.4.3. Κατά μήκος Στο πίσω μέρος του οχήματος". Το σημείο 4.16.4.3 τροποποιείται ως εξής: "4.16.4.3. Κατά μήκος Στο εμπρός μέρος του οχήματος". Το σημείο 4.16.5 τροποποιείται ως εξής: "4.16.5. Γεωμετρική ορατότητα Οριζόντια γωνία: 30o προς το εσωτερικό και προς το εξωτερικό. Αν, λόγω των ρυθμιζομένων σκελών ζεύξεως, η γωνία των 30o προς το εσωτερικό δεν μπορεί να τηρηθεί, μπορεί να μειωθεί σε 10o. Κατακόρυφη γωνία: 15o προς τα άνω και προς τα κάτω της οριζοντίου. Η κατακόρυφος γωνία προς τα κάτω της οριζοντίου μπορεί να μειωθεί σε 5o, αν το ύψος του φανού υπεράνω του εδάφους είναι μικρότερο από 750 mm". Το σημείο 4.17.4.3 τροποποιείται ως εξής: "4.17.4.3. Κατά μήκος Ένας τουλάχιστον αντανακλαστήρας πρέπει να ευρίσκεται εντός του μεσαίου τρίτου του οχήματος. Ο πλέον προωθημένος αντανακλαστήρας δεν πρέπει να ευρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη των 3 m από εμπρός. Για τα ρυμουλκούμενα, λαμβάνεται υπόψη το μήκος του σκέλους ζεύξεως του ρυμουλκουμένου. Η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών αντανακλαστήρων δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 3 m. Η απόσταση μεταξύ του αντανακλαστήρα του ευρισκομένου στο πλέον οπίσθιο σημείο και του οπισθίου του οχήματος δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη του 1 m. Εντούτοις, για τα οχήματα της κατηγορίας Μ1, επαρκεί να είναι τοποθετημένος αντανακλαστήρας στο πρώτο τρίτο κι ένας δεύτερος αντανακλαστήρας στο τελευταίο τρίτο του μήκους του οχήματος". Μετά το συμπληρωματικό παράρτημα 4 να προστεθούν τα νέα συμπληρωματικά παραρτήματα 5, 6 και 7, ως ακολούθως: "Συμπληρωματικό παράρτημα 5 Μέτρηση της διακυμάνσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως ανάλογα με την κατάσταση φορτίου 1. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Το παρόν συμπληρωματικό παράρτημα περιγράφει μια μέθοδο μετρήσεως της διακυμάνσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως ενός οχήματος με κινητήρα εν σχέσει με την αρχική κλίση της, διακυμάνσεως που προκαλείται από τις αλλαγές συμπεριφοράς του οχήματος λόγω της καταστάσεως φορτίου του. 2. ΟΡΙΣΜΟΙ 2.1. Αρχική κλίση 2.1.1. Ενδεικνυόμενη αρχική κλίση: τιμή της αρχικής κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως που υποδεικνύεται από τον κατασκευαστή του οχήματος με κινητήρα και η οποία χρησιμεύει ως τιμή αναφοράς για τον υπολογισμό των επιτρεπομένων διακυμάνσεων. 2.1.2. Μετρούμενη αρχική κλίση: μέση τιμή της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως ή της κλίσεως του οχήματος, που μετριέται όταν το όχημα τηρεί τον όρο υπ' αριθμό 1 που καθορίζεται στο συμπληρωματικό παράρτημα 1 για την κατηγορία του οχήματος δοκιμών. Η τιμή αυτή χρησιμεύει ως τιμή αναφοράς για τον υπολογισμό των διακυμάνσεων της κλίσεως της δέσμης ανάλογα με τη διακύμανση του φορτίου. 2.2. Κλίση της δέσμης διασταυρώσεως Μπορεί να οριστεί: - είτε ως η γωνία, που εκφράζεται σε milliradians, μεταξύ αφενός της κατευθύνσεως της δέσμης προς ένα χαρακτηριστικό σημείο που υπάρχει στο οριζόντιο τμήμα της τομής της φωτεινής κατανομής του φανού και αφετέρου του οριζοντίου επιπέδου, - είτε από την εφαπτομένη στη γωνία αυτή, που εκφράζεται με % κλίσεως, καθόσον οι γωνίες είναι πολύ μικρές (για τις μικρές αυτές γωνίες 1 % ισούται με 10 mrad). Όταν η κλίση εκφράζεται απί τοις %, μπορεί να υπολογιστεί με τον ακόλουθο τύπο: x 100 όπου: h1 είναι το ύψος πάνω από το έδαφος σε χιλιοστά του προαναφερθέντος χαρακτηριστικού σημείου, που μετριέται σε κατακόρυφο πέτασμα. Το πέτασμα αυτό είναι κάθετο προς το μέσο διάμηκες επίπεδο του οχήματος και είναι τοποθετημένο σε οριζόντια απόσταση l, h2 είναι το ύψος σε χιλιοστά του κέντρου αναφοράς πάνω από το έδαφος (κέντρο που θεωρείται ότι είναι το ονομαστικό σημείο προελεύσεως του χαρακτηριστικού σημείου που επιλέχθηκε στο h1 l είναι η απόσταση σε χιλιοστά μεταξύ του πετάσματος και του κέντρου αναφοράς. Οι αρνητικές τιμές δείχνουν ότι η δέσμη κατευθύνεται προς τα κάτω (κατάκλιση, βλ. εικόνα 1). Οι θετικές τιμές δείχνουν ότι η δέσμη κατευθύνεται προς τα άνω (ανύψωση). Εικόνα 1 Κατάκλιση της δέσμης διασταυρώσεως οχήματος της κατηγορίας Μ1 Σημειώσεις 1. Το σχέδιο αυτό παριστάνει όχημα της κατηγορίας Μ1, αλλά η αρχή παραμένει η ίδια για τα οχήματα άλλων κατηγοριών. 2. Όταν το όχημα δεν περιλαμβάνει σύστημα ρυθμίσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως, η διακύμανση της τελευταίας είναι ακριβώς η ίδια με τη διακύμανση της κλίσεως του ίδιου του οχήματος. 3. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΩΝ 3.1. Σε περίπτωση οπτικής επιθεωρήσεως του σχήματος της δέσμης διασταυρώσεως πάνω στο πέτασμα, ή σε περίπτωση που χρησιμοποιείται φωτομετρική μέθοδος, οι μετρήσεις πραγματοποιούνται στο σκοτάδι (π.χ. σε μαύρο δωμάτιο), ενώ ο διαθέσιμος χώρος πρέπει να είναι αρκετός για να επιτρέπει την τοποθέτηση του πετάσματος και του οχήματος, όπως φαίνεται στην εικόνα 1. Τα κέντρα αναφοράς των φώτων πρέπει να ευρίσκονται σε απόσταση l από το πέτασμα τουλάχιστον 10 m. 3.2. Το έδαφος στο οποίο γίνονται οι μετρήσεις πρέπει να είναι όσο το δυνατόν επίπεδο και οριζόντιο, για να μπορεί να υπάρξει εγγύηση της δυνατότητας αναπαραγωγής των μετρήσεων της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως με ακρίβεια +- 0,5 mrad (+- 0,05 % κλίση). 3.3. Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως πετάσματος, η σήμανσή του, η θέση του και ο προσανατολισμός του, εν σχέσει με το έδαφος και με το μέσο διάμηκες επίπεδο του οχήματος, πρέπει να επιτρέπουν να αναπαράγονται οι μετρήσεις της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως με ακρίβεια +- 0,5 mrad (+- 0,05 % κλίση). 3.4. Κατά τις μετρήσεις αυτές, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος πρέπει να βρίσκεται μεταξύ 10 και 30 o C. 4. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΧΗΜΑΤΟΣ 4.1. Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται επί οχήματος που έχει διατρέξει απόσταση από 1 000 έως 10 000 km και κατά προτίμηση περίπου 5 000 km. 4.2. Τα ελαστικά έχουν τη μέγιστη πίεση που υποδεικνύεται από τον κατασκευαστή του οχήματος. Το όχημα γεμίζεται με καύσιμο, νερό και λάδι και εξοπλίζεται με όλα τα εξαρτήματα και εργαλεία που υποδεικνύονται από τον κατασκευαστή. Το γέμισμα με καύσιμο σημαίνει ότι το δοχείο βενζίνης είναι γεμάτο τουλάχιστον κατά 90 % της χωρητικότητας σε καύσιμο που αναφέρεται στο δελτίο πληροφοριών, το προβλεπόμενο από το παράρτημα I της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ. 4.3. Το φρένο σταθμεύσεως πρέπει να είναι ελεύθερο και το κιβώτιο ταχυτήτων πρέπει να είναι στο νεκρό σημείο. 4.4. Το όχημα πρέπει να έχει εκτεθεί τουλάχιστον οκτώ ώρες στη θερμοκρασία που προσδιορίζεται στο σημείο 3.4. 4.5. Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται οπτική ή φωτομετρική μέθοδος, τοποθετούνται κατά προτίμηση στο όχημα δοκιμών, προκειμένου να διευκολυνθούν οι μετρήσεις, φώτα των οποίων η δέσμη διασταυρώσεως έχει καλά καθορισμένη τομή. Επιτρέπονται άλλα μέσα προκειμένου να ληφθούν πιο ακριβή στοιχεία (π.χ. να αποσυρθεί το γυαλί του φανού). 5. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΟΚΙΜΩΝ 5.1. Γενικότητες Οι διακυμάνσεις της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως ή του οχήματος, ανάλογα με τη μέθοδο που έχει επιλεχθεί, μετρούνται ξεχωριστά από κάθε πλευρά του οχήματος. Τα αποτελέσματα που λαμβάνονται για τους αριστερούς και τους δεξιούς φανούς, σε όλες τις καταστάσεις φορτίου που προσδιορίζονται στο συμπληρωματικό παράρτημα I, πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ των ορίων του σημείου 5.5. Το φορτίο εφαρμόζεται προοδευτικά, χωρίς το όχημα να υποστεί υπερβολικές δονήσεις. 5.2. Υπολογισμός της μετρουμένης αρχικής κλίσεως Το όχημα πρέπει να ευρίσκεται υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στο σημείο 4 και να έχει φορτίο όπως προσδιορίζεται στο συμπληρωματικό παράρτημα I (πρώτη κατάσταση φορτίου της κατηγορίας του εν λόγω οχήματος). Πριν από κάθε μέτρηση, τυπώνεται πάνω στο όχημα η κίνηση που προσδιορίζεται στο σημείο 5.4. Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται τρείς φορές. 5.2.1. Αν κανένα από τα ληφθέντα αποτελέσματα δεν απέχει πάνω από 2 mrad (κλίση 0,2 %) από τον αριθμητικό μέσο όρο των αποτελεσμάτων, ο μέσος αυτός όρος δίδει το τελικό αποτέλεσμα. 5.2.2. Αν σε οποιασδήποτε μέτρηση η απόσταση εν σχέσει με τον αριθμητικό μέσο όρο είναι πάνω από 2 mrad (κλίση 0,2 %), πραγματοποιείται μια νέα σειρά δέκα μετρήσεων. Ο αριθμητικός μέσος όρος των δέκα αυτών μετρήσεων δίνει τότε το αποτέλεσμα. 5.3. Μέθοδοι μετρήσεων Για τη μέτρηση της διακυμάνσεως της κλίσεως μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορες μέθοδοι υπό τον όρο ότι τα αποτελέσματα έχουν ακρίβεια +- 0,2 mrad (κλίση +-0,02 %). 5.4. Μεταχείριση του οχήματος σε κάθε κατάσταση φορτίου Η ανάρτηση του οχήματος και κάθε άλλο τμήμα που μπορεί να έχει επίδραση πάνω στην κλίση της δέσμης διασταυρώσεως ενεργοποιείται σύμφωνα με τις μεθόδους που περιγράφονται κατωτέρω. Εντούτοις, οι τεχνικές υπηρεσίες και οι κατασκευαστές μπορούν από κοινού να συμφωνήσουν για άλλες μεθόδους (πειραματικές ή υπολογιστικές), ιδίως όταν η δοκιμή παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα και όταν η αξιοπιστία των υπολογισμών δεν προκαλεί καμία αμφιβολία. 5.4.1. Οχήματα της κατηγορίας Μ1 με κλασική ανάρτηση Ενώ το όχημα ευρίσκεται στη θέση μετρήσεως και οι τροχοί του, αν χρειάζεται, πάνω σε ελεύθερα κινούμενες εξέδρες (που δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται παρά μόνο αν η απουσία τους μπορεί να παρεμποδίσει την κίνηση της αναρτήσεως με επιπτώσεις στα αποτελέσματα της μετρήσεως), τυπώνεται πάνω στο αυτοκίνητο μια κίνηση ταλαντώσεως ως εξής: συνεχής ταλάντωση τουλάχιστον τριών ολόκληρων κύκλων, όπου κάθε κύκλος συνίσταται στο να πιέζεται πρώτα το πίσω τμήμα του οχήματος και κατόπιν το εμπρός τμήμα. Η κίνηση ταλαντώσεως σταματάει όταν ο κύκλος ολοκληρωθεί. Το όχημα πρέπει να ακινητοποιηθεί από μόνο του προτού αρχίσουν οι μετρήσεις. Αντί να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα κινούμενες εξέδρες, μπορεί, προκειμένου να υπάρξει το ίδιο αποτέλεσμα, να τυπωθεί πάνω στο όχημα μια παλινδρομική κίνηση για μία τουλάχιστον περιστροφή των τροχών. 5.4.2. Οχήματα των κατηγοριών Μ2, Μ3 και Ν με κλασική ανάρτηση 5.4.2.1. Αν η μέθοδος μεταχειρίσεως που προβλέπεται για τα οχήματα της κατηγορίας Μ 1 στο σημείο 5.4.1 δεν είναι δυνατή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος που προβλέπεται στο σημείο 5.4.2.2 ή στο σημείο 5.4.2.3. 5.4.2.2. Ενώ το όχημα ευρίσκεται στη θέση μετρήσεως και με τους τροχούς του στο έδαφος, τυπώνεται πάνω στο όχημα μια κίνηση ταλαντώσεως με πρόσκαιρη διακύμανση του φορτίου. 5.4.2.3. Ενώ το όχημα ευρίσκεται στη θέση μετρήσεως και με τους τροχούς του στο έδαφος, ενεργοποιείται η ανάρτηση και όλα τα τμήματα που μπορούν να επιδράσουν πάνω στην κλίση της δέσμης διασταυρώσεως με τη χρήση ενός δονητή. Ο δονητής μπορεί να αποτελείται από μια δονούμενη εξέδρα στην οποία στηρίζονται οι τροχοί. 5.4.3. Οχήματα των οποίων η ανάρτηση δεν είναι κλασική και απαιτεί τη θέση του κινητήρα σε λειτουργία Προτού προχωρήσει κανείς σε οποιαδήποτε μέτρηση, πρέπει να περιμένει να ακινητοποιηθεί το όχημα με τον κινητήρα σε λειτουργία. 5.5. Μετρήσεις Οι διακυμάνσεις της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως μετρούνται σε κάθε κατάσταση φορτίου εν σχέσει με τη μετρουμένη αρχική κλίση, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το σημείο 5.2. Όταν το όχημα είναι εξοπλισμένο με χειροκίνητο σύστημα ρυθμίσεως των φώτων, το τελευταίο αυτό πρέπει να τίθεται στις θέσεις που προβλέπονται από τον κατασκευαστή για διάφορες καταστάσεις φορτίου (σύμφωνα με το συμπληρωματικό παράρτημα I). 5.5.1. Κατ' αρχήν πραγματοποιείται μία μόνο μέτρηση για κάθε κατάσταση φορτίου. Αν για όλες τις καταστάσεις φορτίου η διακύμανση της κλίσεως παραμένει μέσα στα υπολογισμένα όρια (π.χ. στα όρια της διαφοράς μεταξύ της αρχικής ενδεικνυόμενης κλίσεως και των άνω και κάτω ορίων που προδιαγράφονται για την έγκριση) με ανοχή 4 mrad (κλίση 0,4 %), η πιστότητα είναι εξασφαλισμένη. 5.5.2. Αν το ή τα αποτελέσματα μιας ή περισσοτέρων μετρήσεων δεν τηρεί (τηρούν) την ανοχή που αναφέρεται στο σημείο 5.5.1 ή υπερβαίνει (υπερβαίνουν) τις οριακές τιμές, πραγματοποιούνται τρεις νέες μετρήσεις στις καταστάσεις φορτίου που αντιστοιχούν σ' αυτό ή σ' αυτά τα αποτελέσματα, όπως προσδιορίζεται στο σημείο 5.5.3. 5.5.3. Για κάθε κατάσταση φορτίου που αναφέρθηκε: 5.5.3.1. Αν κανένα από τα τρία αποτελέσματα μετρήσεως δεν απέχει πάνω από 2 mrad (κλίση 0,2 %) από τον μέσο αριθμητικό όρο των αποτελεσμάτων, ο μέσος αυτός όρος λαμβάνεται ως το τελικό αποτέλεσμα. 5.5.3.2. Αν το αποτέλεσμα μιας οποιασδήποτε μετρήσεως απέχει πάνω από 2 mrad (κλίση 0,2 %) από τον αριθμητικό μέσο όρο των αποτελεσμάτων, πραγματοποιείται μια νέα σειρά δέκα μετρήσεων και ο αριθμητικός μέσος όρος της σειράς αυτής δίδει το τελικό αποτέλεσμα. 5.5.3.3. Στην περίπτωση οχήματος εξοπλισμένου με αυτόματο σύστημα ρυθμίσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως που λειτουργεί με εγγενή βρόχο υστερήσεως, οι μέσοι όροι των αποτελεσμάτων που λαμβάνονται στο άνω και κάτω μέρος του βρόχου θεωρούνται ως αξιόπιστες τιμές. Όλες οι μετρήσεις αυτές πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω σημεία 5.5.3.1 και 5.5.3.2. 5.5.4. Αν για όλες τις καταστάσεις φορτίου η διακύμανση που μετριέται μεταξύ της αρχικής μετρούμενης κλίσεως, που με τη σειρά της προσδιορίζεται σύμφωνα με το σημείο 5.2, και της κλίσεως που μετριέται στις διάφορες καταστάσεις φορτίου είναι κατώτερη από τις τιμές που υπολογίζονται στο σημείο 5.5.1 (χωρίς περιθώριο ασφαλείας), τότε έχει εξασφαλιστεί η πιστότητα. 5.5.5. Αν μία μόνο από τις οριακές τιμές της άνω ή κάτω διακυμάνσεως ξεπερνιέται, ο κατασκευαστής μπορεί να διαλέξει, μέσα στα όρια που προδιαγράφονται για την έγκριση, διαφορετική τιμή για την ενδεικνυόμενη αρχική κλίση. Συμπληρωματικό παράρτημα 6 Σήμανση για την ενδεικνυομένη αρχική ρύθμιση του σημείου 4.2.6.1 του παραρτήματος I Παράδειγμα Οι διαστάσεις του συμβόλου και των χαρακτήρων επαφίενται στην εκλογή του κατασκευαστή. Συμπληρωματικό παράρτημα 7 Διατάξεις χειρισμού της ρυθμίσεως των φανών του σημείου 4.2.6.2.2 του παραρτήματος I 1. ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ 1.1. Η κατάκλιση της δέσμης διασταυρώσεως πρέπει να επιτυγχάνεται, σε κάθε περίπτωση, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: α) με μετακίνηση του μοχλού χειρισμού προς τα κάτω ή προς τα αριστερά, β) με περιστροφή του μοχλού χειρισμού κατά τη φορά την αντίθετη προς αυτή των δεικτών του ωρολογίου, γ) με πίεση του μοχλού χειρισμού (σύστημα πιέσεως-έλξεως). Σε περίπτωση συστήματος ρυθμίσεως με πολλά κουμπιά πιέσεως, το κουμπί πιέσεως για τη μέγιστη κατάκλιση πρέπει να ευρίσκεται αριστερά ή κάτω από το(τα) κουμπί(ά) πιέσεως που αντιστοιχεί(ούν) στις άλλες θέσεις κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως. Οι διατάξεις χειρισμού του τύπου με περιστροφή που φαίνονται από τα πλάγια, ή των οποίων μόνο η άκρη φαίνεται, πρέπει να ενεργοποιούνται σαν να επρόκειτο για διατάξεις του τύπου α ή γ. 1.1.1. Η διάταξη αυτή χειρισμού πρέπει να είναι εφοδιασμένη με σύμβολα που δείχνουν καθαρά τις κινήσεις που αντιστοιχούν στον προσανατολισμό προς τα κάτω και προς τα πάνω της δέσμης διασταυρώσεως. 1.2. Η θέση "0" αντιστοιχεί στην αρχική ρύθμιση σύμφωνα με το σημείο 4.2.6.1 του παραρτήματος I. 1.3. Η θέση "0", που σύμφωνα με το σημείο 4.2.6.2.2 του παραρτήματος I πρέπει να είναι μία θέση "ισορροπίας", δεν πρέπει κατ' ανάγκη να βρίσκεται στην άκρη της κλίμακας. 1.4. Η σήμανση που χρησιμοποιείται πάνω στη διάταξη πρέπει να επεξηγείται στο εγχειρίδιο του οδηγού. 1.5. Μόνο τα ακόλουθα σύμβολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το προσδιορισμό των οργάνων χειρισμού: ή και Τυποποιημένο σύμβολο για δέσμη φανών διασταυρώσεως σύμφωνα με το παράρτημα II, εικόνα 3, της οδηγίας 78/316/ΕΟΚ, που συμπληρώνεται με τόξα αντίστοιχα προς την κατεύθυνση ρυθμίσεως της δέσμης διασταυρώσεως. 2. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ Παράδειγμα 1 Παράδειγμα 2 Παράδειγμα 3 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Μετά το σημείο 5.2 προστίθεται το ακόλουθο σημείο 5.2.1 : "5.2.1. Σύστημα ρυθμίσεως της κλίσεως της δέσμης διασταυρώσεως: ναι/όχι (*)".