31976R1416

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1416/76 του Συμβουλίου της 1ης Ιουνίου 1976 περί των δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 164 της 24/06/1976 σ. 0001 - 0015
Ελληνική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 05 τόμος 2 σ. 0091
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 05 τόμος 2 σ. 0080
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 05 τόμος 2 σ. 0080
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 5 τόμος 1 σ. 0194
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 5 τόμος 1 σ. 0194


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 1416/76 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 1ης Ιουνίου 1976 περί των δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 209,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 337/75 του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (1),

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Συνελεύσεως (2),

Εκτιμώντας:

ότι ο προαναφερθείς κανονισμός ορίζει τους οργανικούς κανόνες περί διαχειρίσεως του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, το οποίο καλείται στο εξής "Κέντρο", περί καθορισμού της ετησίας χορηγήσεως σε βάρος του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων, περί υποβολής και εγκρίσεως της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών καθώς και περί των ελέγχων στους οποίους υπόκειται το Κέντρο-

ότι είναι αναγκαίο να καθορισθούν διατάξεις περί της καταρτίσεως και εκτελέσεως της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών του Κέντρου καθώς και της αποδόσεως και του ελέγχου των λογαριασμών- ότι υπάρχει εξ ίσου λόγος να καθορισθούν οι κανόνες και να οργανωθεί ο έλεγχος της ευθύνης των διατακτών και των υπολόγων-

ότι το Κέντρο ευρίσκεται στο πλαίσιο των Κοινοτήτων και ενεργεί σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο- ότι ως εκ τούτου είναι σκόπιμο οι δημοσιονομικές διατάξεις, που το διέπουν, να είναι όσο το δυνατόν παραπλήσιες προς τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού, της 25ης Απριλίου 1973, που εφαρμόζεται επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (3), υπό την επιφύλαξη ορισμένων παρεκκλίσεων που επιβάλλονται από τις ιδιαίτερες ανάγκες της λειτουργίας του Κέντρου,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 1

1. Κάθε έτος μία κατάσταση των εσόδων και δαπανών προβλέπει και εγκρίνει τα προβλεπόμενα έσοδα και τις δαπάνες του Κέντρου.

2. Οι δαπάνες δεν δύνανται να εγκριθούν για περίοδο που υπερβαίνει τη διάρκεια του οικονομικού έτους παρά μόνο σύμφωνα με τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις που προβλέπονται από την κατάσταση εσόδων και δαπανών.

Τα έξοδα λειτουργίας που προκύπτουν από συμβάσεις που συνήφθησαν σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες, για περιόδους που υπερβαίνουν τη διάρκεια του οικονομικού έτους, δεν υπόκεινται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου. Τα έξοδα αυτά καταλογίζονται στην κατάσταση εσόδων και δαπανών του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου επραγματοποιήθησαν.

Άρθρο 2

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στην κατάσταση των εσόδων και δαπανών πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως.

Άρθρο 3

1. Όλα τα έσοδα και όλες οι δαπάνες εγγράφονται με το ολικό ποσό τους στην κατάσταση των εσόδων και δαπανών και στους λογαριασμούς.

Το σύνολο των εσόδων καλύπτει το σύνολο των δαπανών.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4 δεύτερο εδάφιο, όλα τα έσοδα που αντιστοιχούν σε ορισμένο σκοπό, όπως τα έσοδα ιδρυμάτων, οι επιχορηγήσεις, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα διατηρούν τον προορισμό τους.

Αφού πληροφορήσει την Επιτροπή, το διοικητικό συμβούλιο δύναται ν' αποδέχεται κάθε ελευθεριότητα υπέρ του Κέντρου, και ιδίως σύσταση ιδρυμάτων, επιχορηγήσεις, δωρεές και κληροδοτήματα.

Η αποδοχή ελευθεριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν οποιαδήποτε επιβάρυνση υποβάλλεται στην έγκριση της Επιτροπής, που αποφασίζει εντός δύο μηνών από της ημερομηνίας λήψεως της αιτήσεως του διοικητικού συμβουλίου. Εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, δεν διατυπωθεί καμμία αντίρρηση, το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει οριστικά επί της αποδοχής.

Άρθρο 4

Κανένα έσοδο και καμμία δαπάνη δεν δύναται να πραγματοποιηθεί παρά μόνο αν καταλογίζεται σε άρθρο της καταστάσεως εσόδων και εξόδων.

Εκτός των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, καμμία δαπάνη δεν δύναται ν' αναληφθεί πέρα από τις εγκρινόμενες πιστώσεις για το οικονομικό έτος ή πέρα από τις εγκρίσεις οι οποίες παρεχωρήθησαν βάσει μεταγενεστέρων οικονομικών ετών.

Καμμία δαπάνη δεν δύναται να διαταχθεί πέρα από το όριο των εγκρινομένων πιστώσεων. Πρέπει να γίνεται είσπραξη του ολικού ποσού των προσόδων άνευ αντιστοιχίας μεταξύ των εσόδων και των δαπανών, εκτός των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 22.

Άρθρο 5

Το οικονομικό έτος συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος.

Τα έσοδα ενός οικονομικού έτους υπολογίζονται βάσει του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν εισπραχθεί.

Οι διατιθέμενες πιστώσεις δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο προς κάλυψη των δαπανών που αναλαμβάνονται κανονικά και καταβάλλονται εις βάρος του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν χορηγηθεί, εκτός των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 6, και για να καλύψουν οφειλές που αναγράφονται σε προηγούμενα οικονομικά έτη και για τις οποίες ουδεμία πίστωση μετεφέρθη.

Οι δαπάνες ενός οικονομικού έτους εγγράφονται εις βάρος του έτους αυτού βάσει των δαπανών, για τις οποίες η εντολή πληρωμής περιήλθε στον δημοσιονομικό ελεγκτή την 31η Δεκεμβρίου το αργότερο, και των οποίων η πληρωμή επραγματοποιήθη το αργότερο την 15η του επομένου Ιανουαρίου.

Άρθρο 6

1. α) Οι πιστώσεις για το προσωπικό δεν δύνανται να μεταφερθούν.

β) Οι πιστώσεις που δεν έχουν αναληφθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου δύνανται να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος μόνο.

γ) Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε πληρωμές οφειλόμενες κατά την 31η Δεκεμβρίου δυνάμει αναλήψεων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κανονικά μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου, είναι δυνατόν να μεταφερθούν αυτομάτως στο επόμενο οικονομικό έτος μόνο.

2. Για τις πιστώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περίπτωση β), η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο και διαβιβάζει στη Συνέλευση, προ της 1ης Μαΐου, τις αιτήσεις μεταφοράς πιστώσεων, δεόντως αιτιολογημένες, που έχουν απευθυνθεί σ' αυτή από το Κέντρο προ της 1ης Μαρτίου.

Αν το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συνέλευση, δεν έλαβε αντίθετη απόφαση εντός ενός μηνός, οι μεταφορές αυτές πιστώσεων θεωρούνται ως εγκριθείσες.

3. Τα μη χρησιμοποιηθέντα έσοδα και οι διαθέσιμες πιστώσεις κατά την 31η Δεκεμβρίου που προέρχονται από τις ελευθεριότητες, τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παράγραφος 2, μεταφέρονται αυτομάτως.

4. Οι πιστώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περίπτωση β), οι οποίες δεν έχουν αναληφθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου και των οποίων η μεταφορά στο επόμενο οικονομικό έτος έχει εγκριθεί, ακυρώνονται αν δεν έχουν αναληφθεί και πληρωθεί μέχρι το τέλος του εν λόγω οικονομικού έτους.

5. Κατάσταση των αυτομάτως μεταφερθεισών πιστώσεων διαβιβάζεται στην Επιτροπή προς ενημέρωση, προ της 1ης Μαρτίου. Η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση αυτή προς ενημέρωση στο Συμβούλιο και στη Συνέλευση.

6. Για την εκτέλεση της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών, η χρησιμοποίηση των μεταφερομένων πιστώσεων παρουσιάζεται χωριστά, κατ' άρθρο, στο λογαριασμό του τρέχοντος οικονομικού έτους.

Άρθρο 7

Οι τρέχουσες διοικητικές δαπάνες που δεν καταλογίζονται στο επόμενο οικονομικό έτος και που από τη φύση τους πραγματοποιούνται κατά την έναρξη του οικονομικού έτους αυτού, δύνανται, από της 15ης Νοεμβρίου κάθε έτους, να αποτελέσουν αντικείμενο προαναλήψεων εις βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος, εντός του ορίου του ενός τετάρτου του συνόλου των αντιστοίχων πιστώσεων για το τρέχον οικονομικό έτος. Οι αναλήψεις αυτές, εν τούτοις, δεν δύνανται να αφορούν νέες δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν γίνει κατ' αρχήν αποδεκτές στην κατάσταση των εσόδων και δαπανών του τρέχοντος οικονομικού έτους.

Άρθρο 8

Αν η κατάσταση των εσόδων και δαπανών δεν έχει εγκριθεί οριστικά κατά την έναρξη του οικονομικού έτους, το άρθρο 204 της συνθήκης εφαρμόζεται επί των πράξεων αναλήψεως δαπανών και πληρωμής των αναφερομένων σε δαπάνες, οι οποίες έχουν γίνει κατ' αρχήν αποδεκτές στην τελευταία κατάσταση που ενεκρίθη κανονικώς.

Οι πράξεις πληρωμής δύνανται να διενεργούνται κατά κεφάλαιο, μηνιαίως, εντός των ορίων του ενός δωδεκάτου του συνόλου των πιστώσεων των εγγεγραμμένων στο εν λόγω κεφάλαιο στο προηγούμενο οικονομικό έτος, χωρίς το αυτό μέτρο να δύναται να έχει ως αποτέλεσμα να τίθενται στη διάθεση του Κέντρου, κατά μήνα, πιστώσεις ανώτερες του ενός δωδεκάτου του ποσού της επιχορηγήσεως που προβλέπεται για το Κέντρο στο σχέδιο του προϋπολογισμού ή, ελλείψει τούτου, στο προσχέδιο του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων. Οι πράξεις αναλήψεως δύνανται να πραγματοποιούνται κατά κεφάλαιο, εντός των ορίων του ενός τετάρτου των συνολικών πιστώσεων των εγγεγραμμένων στο εν λόγω κεφάλαιο για το προηγούμενο οικονομικό έτος, προσαυξανόμενου κατά ένα δωδέκατο για κάθε διαρρεύσαντα μήνα, χωρίς όμως να είναι δυνατό να γίνει υπέρβαση του ποσού της επιχορηγήσεως που προβλέπεται για το Κέντρο στο σχέδιο του προϋπολογισμού ή, ελλείψει τούτου, στο προσχέδιο του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων.

Αιτήσει του διοικητικού συμβουλίου και με την επιφύλαξη των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου, η Επιτροπή δύναται, αναλόγως των διοικητικών αναγκών, να εγκρίνει ταυτόχρονα δύο ή περισσότερα προσωρινά δωδεκατημόρια.

Άρθρο 9

Η κατάσταση των εσόδων και δαπανών του Κέντρου καθώς και ο πίνακας του προσωπικού δημοσιεύονται προς πληροφόρηση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ταυτόχρονα με τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων.

Άρθρο 10

Η κατάσταση των εσόδων και δαπανών καταρτίζεται σε λογιστικές μονάδες. Η αξία της λογιστικής μονάδος είναι εκείνη που ορίζει ο δημοσιονομικός κανονισμός που εφαρμόζεται επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

ΤΙΤΛΟΣ II ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΩΝ

Άρθρο 11

1. Το διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου διαβιβάζει στην Επιτροπή, την 31ηΜαρτίου το αργότερο, κατάσταση των προβλεπομένων εσόδων και δαπανών του Κέντρου για το προσεχές έτος. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει πίνακα του προσωπικού.

2. Το διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου δύναται να διαβιβάζει στην Επιτροπή συμπληρωματικές ή διορθωτικές καταστάσεις προβλέψεων. Οι καταστάσεις αυτές υποβάλλονται και συντάσσονται με την ίδια μορφή και σύμφωνα με την ίδια διαδικασία όπως και η κατάσταση, της οποίας τροποποιούν τις προβλέψεις. Πρέπει να αιτιολογούνται με αναφορά σ' αυτή την τελευταία.

Κάθε συμπληρωματική κατάσταση προβλέψεων πρέπει να διαβιβάζεται στην Επιτροπή, κατά γενικό κανόνα το αργότερο την ημερομηνία που προβλέπεται για την κατάθεση της καταστάσεως προβλέψεων του επόμενου οικονομικού έτους.

3. Σε περίπτωση ανάγκης η Επιτροπή δύναται να προτείνει στην αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή τα κατάλληλα μέτρα, με σκοπό να επιφέρει τις πρόσφορες τροποποιήσεις στην επιχορήγηση που έχει εγγραφεί στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 13. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν αυτά λαμβάνοντας υπόψη το επείγον του θέματος.

Άρθρο 12

1. Προς υποστήριξη της καταστάσεως προβλέψεων, προσάγονται:

- πίνακας του προσωπικού, ο οποίος περιλαμβάνει για κάθε κατηγορία προσωπικού ένα οργανόγραμμα των θέσεων που έχουν εγκριθεί και του προσωπικού που υπάρχει κατά την ημερομηνία της υποβολής της καταστάσεως προβλέψεως των εσόδων και δαπανών-

- σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού του προσωπικού, μία κατάσταση που αιτιολογεί τις αιτήσεις για νέες θέσεις-

- μία τρίμηνη πρόβλεψη του ταμείου περί των πληρωμών και των εισπράξεων.

2. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει την εισηγητική έκθεση επί του προσχεδίου της καταστάσεως προβλέψεων, που περιλαμβάνει ιδίως:

- τον προσδιορισμό κάθε πολιτικής που δικαιολογεί τις αιτήσεις πιστώσεων-

- την επεξήγηση των μεταβολών των πιστώσεων από το ένα οικονομικό έτος στο άλλο.

Εξ άλλου, η Επιτροπή επισυνάπτει στην κατάσταση προβλέψεων γνώμη που δύναται να περιλαμβάνει διαφορετικές προβλέψεις δεόντως αιτιολογημένες.

3. Η Επιτροπή δύναται, κατά περίπτωση, κατόπιν αιτήσεως του διοικητικού συμβουλίου, να καταθέτει, πριν από την αποδοχή του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων, τροποποιήσεις, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη συμπληρωματικά στοιχεία πληροφορήσεως.

Άρθρο 13

Η επιχορήγηση που προορίζεται για το Κέντρο τίθεται στη διάθεση αυτού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 14

Πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει την κατάσταση των εσόδων και δαπανών, προσαρμόζοντάς την με την επιχορήγηση που έχει χορηγηθεί από την αρμοδία επί του προϋπολογισμού αρχή.

Η κατάσταση που συντάσσεται με τον τρόπο αυτό διαβιβάζεται αμέσως στην Επιτροπή.

Άρθρο 15

Η κατάσταση των εσόδων και δαπανών υποδιαιρείται σε τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και θέσεις σύμφωνα με τη φύση ή τον προορισμό των εσόδων ή δαπανών.

Αυτή καθιστά εμφανείς:

α) τις ανοιχθείσες πιστώσεις για το οικονομικό έτος το οποίο αφορά, κατανεμημένες κατά τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και θέσεις, κατά το δεκαδικό σύστημα κατατάξεως-

β) κατανεμημένες κατά τον αυτό τρόπο, τις ανοιχθείσες πιστώσεις για το προηγούμενο οικονομικό έτος και τις πραγματικές δαπάνες του τελευταίου οικονομικού έτους, του οποίου έχουν κλεισθεί οι λογαριασμοί, αυξημένες από τις μεταφορές-

γ) τα σχετικά σχόλια για κάθε υποδιαίρεση- τα σχόλια αυτά δύνανται να προσλάβουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, που τότε ενδείκνυται ρητώς-

δ) σε παράρτημα, πίνακα του προσωπικού, ο οποίος καθορίζει τον αριθμό των θέσεων κατά βαθμό σε κάθε κατηγορία και σε κάθε κλάδο.

Άρθρο 16

Ο πίνακας του προσωπικού, καθοριζόμενος από την αρμοδία επί του προϋπολογισμού αρχή, αποτελεί για το Κέντρο υποχρεωτικό όριο- κανένας διορισμός δεν δύναται να γίνει πέρα από το όριο αυτό.

ΤΙΤΛΟΣ III ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΜΗΜΑ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17

Η κατάσταση των εσόδων και δαπανών εκτελείται σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού των διατακτών και των υπολόγων.

Η διαχείριση των πιστώσεων πραγματοποιείται από το διατάκτη που μόνος έχει αρμοδιότητα αναλήψεως των δαπανών, βεβαιώσεως των προς είσπραξη απαιτήσεων και εκδόσεως των τίτλων εισπράξεως και πληρωμής. Οι εισπράξεις και οι πληρωμές εξασφαλίζονται από τον υπόλογο. Τα καθήκοντα του διατάκτου είναι ασυμβίβαστα με εκείνα του δημοσιονομικού ελεγκτού και του υπολόγου.

Άρθρο 18

Tο διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου εκτελεί την κατάσταση εσόδων και δαπανών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό με δική του ευθύνη και εντός των ορίων των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί.

Το διοικητικό συμβούλιο αναθέτει την άσκηση των εξουσιών του υπό τους όρους που προσδιορίζει και εντός των ορίων που καθορίζονται από την πράξη εξουσιοδοτήσεως, η οποία κοινοποιείται στον κατ' ανάθεση ενεργούντα, στον υπόλογο, στον δημοσιονομικό ελεγκτή και στην επιτροπή ελέγχου.

Άρθρο 19

Ο έλεγχος της αναλήψεως δαπανών και εντολής πληρωμής όλων των δαπανών καθώς και ο έλεγχος της βεβαιώσεως και εισπράξεως όλων των εσόδων του Κέντρου ασκείται από τον δημοσιονομικό ελεγκτή της Επιτροπής.

Ο έλεγχος που ασκείται από τον υπάλληλο αυτόν ενεργείται βάσει των φακέλλων, των αναφερομένων στις δαπάνες και τα έσοδα, και εν ανάγκη επί τόπου.

Ο δημοσιονομικός ελεγκτής δύναται να επικουρείται στα καθήκοντά του από έναν ή περισσότερους βοηθούς δημοσιονομικούς ελεγκτές.

Οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται επί των υπαλλήλων αυτών, οι οποίοι θεσπίζονται στο πλαίσιο των διατάξεων εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 76, καθορίζονται κατά τρόπο που εγγυάται την ανεξαρτησία τους στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 20

Η είσπραξη των εσόδων και η πληρωμή των δαπανών πραγματοποιούνται από έναν υπόλογο διοριζόμενο από το διοικητικό συμβούλιο.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 42 παράγραφος δεύτερη και του άρθρου 43, ο υπόλογος είναι ο μόνος εξουσιοδοτημένος για τη διαχείριση των μέσων πληρωμής και αξιών. Είναι υπεύθυνος για τη φύλαξή τους.

Δύναται να επικουρείται στα καθήκοντά του από έναν ή περισσότερους βοηθούς υπολόγους, που διορίζονται υπό τους αυτούς όρους όπως και ο υπόλογος.

Άρθρο 21

1. Οι πιστώσεις ταξινομούνται κατά κεφάλαιο και κατ' άρθρο.

2. Οι ανοιχθείσες πιστώσεις σε κάθε κεφάλαιο δαπανών δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται σε άλλα κεφάλαια δαπανών.

3. Εν τούτοις, το διοικητικό συμβούλιο δύναται να προτείνει στην Επιτροπή μεταφορές πιστώσεων από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Η Επιτροπή αποφαίνεται εντός ενός μηνός. Παρερχομένης της προθεσμίας αυτής, οι μεταφορές αυτές θεωρούνται εγκριθείσες.

Μεταφορές πιστώσεων από άρθρο σε άρθρο δύναται να εντέλλονται, εξ ονόματος του Κέντρου, από το διοικητικό συμβούλιο ή κατ' εξουσιοδότηση από το διευθυντή του Κέντρου.

Η Επιτροπή πληροφορείται για αυτές τις μεταφορές πιστώσεων.

4. Κάθε πρόταση μεταφοράς πιστώσεων στο εσωτερικό ενός κεφαλαίου ή από κεφάλαιο σε κεφάλαιο υποβάλλεται στη θεώρηση του δημοσιονομικού ελεγκτού που πιστοποιεί ότι οι πιστώσεις είναι διαθέσιμες.

5. Το παρόν άρθρο δεν ισχύει για τις πιστώσεις που αντιστοιχούν σε έσοδα διατεθειμένα σε ειδικό προορισμό κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2, παρά μόνο καθ' όσον τα έσοδα αυτά διατηρούν τον ειδικό προορισμό τους.

Άρθρο 22

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 4:

α) δύνανται να εκπεσθούν από το ποσό των λογαριασμών, τιμολογίων ή εκκαθαριστικών καταστάσεων, για τα οποία στην περίπτωση αυτή εκδίδονται εντάλματα πληρωμής για το καθαρό ποσό:

- οι ποινικές ρήτρες οι καταπίπτουσες εις βάρος διικαιούχων εκ συμβάσεων έργων ή προμηθειών-

- οι διακανονισμοί ποσών αχρεωστήτως καταβληθέντων, που δύνανται να πραγματοποιηθούν με προκαταβολική παρακράτηση επ' ευκαιρία μιας νέας εκκαθαρίσεως της ίδιας φύσεως που πραγματοποιείται στο κεφάλαιο, άρθρο και οικονομικό έτος που επεβαρύνθησαν με το επί πλέον καταβληθέν-

- η αξία των οχημάτων, των συσκευών, των υλικών και των εγκαταστάσεων που αναλαμβάνονται εκ νέου, σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, επ' ευκαιρία της αποκτήσεως καινουργών συσκευών, οχημάτων, υλικών και εγκαταστάσεων της αυτής φύσεως.

Οι εκπτώσεις, επιστροφές και μειώσεις που ενεργούνται επί των τιμολογίων και λογαριασμών δεν καταχωρίζονται ως χωριστά έσοδα-

β) δύνανται να επαναχρησιμοποιηθούν:

- τα έσοδα που προέρχονται από την επιστροφή ποσών αχρεωστήτως καταβληθέντων εις βάρος πιστώσεων της καταστάσεως εσόδων και δαπανών-

- το προϊόν προμηθειών, παροχών υπηρεσιών και εργασιών που διενεργήθησαν υπέρ άλλων οργάνων ή οργανισμών, περιλαμβανομένου του ποσού των αποζημιώσεων για αποστολή εκτός έδρας, που κατεβλήθησαν για λογαριασμό άλλων οργάνων ή οργανισμών και απεδόθησαν από αυτούς-

- το ποσό των εισπραχθεισών ασφαλιστικών αποζημιώσεων-

- τα έσοδα που προέρχονται από την πώληση εκδόσεων και ταινιών-

- το ποσό των αποδόσεων που πραγματοποιούνται από τα Κράτη μέλη δυνάμει του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε ό,τι αφορά τις φορολογικές επιβαρύνσεις που είναι ενσωματωμένες στις τιμές των προϊόντων ή υπηρεσιών που παρεσχέθησαν στο Κέντρο-

- τα έσοδα τα προερχόμενα από προμήθειες, παροχές υπηρεσιών και εργασίες που επραγματοποιήθησαν εξ επαχθούς αιτίας-

- το προϊόν πωλήσεως οχημάτων, υλικών και εγκαταστάσεων καθώς και συσκευών που προορίζονται για επιστημονικούς και τεχνικούς σκοπούς, που διετέθησαν λόγω αντικαταστάσεως.

Οι πράξεις επαναχρησιμοποιήσεως πρέπει να διενεργούνται προ του τέλους του οικονομικού έτους που ακολουθεί εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου εισεπράχθησαν τα έσοδα-

γ) δύνανται να αντισταθμίζονται οι απώλειες και τα κέρδη εκ διαφορων συναλλάγματος που καταχωρούνται επ' ευκαιρία της μεταφοράς κεφαλαίων καθώς και οι πιστωτικοί και χρεωστικοί τόκοι οι σχετικοί με ταμειακές πράξεις, μόνο της διαφοράς φερομένης στα έσοδα ή στις δαπάνες.

Το λογιστικό σχέδιο προβλέπει προσωρινούς λογαριασμούς τάξεως που επιτρέπουν την παρακολούθηση των πράξεων επαναχρησιμοποιήσεως εν σχέσει προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

ΤΜΗΜΑ II

ΕΣΟΔΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ

ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ

Άρθρο 23

1. Κάθε μέτρο δυνάμενο να δημιουργήσει μία απαίτηση του Κέντρου πρέπει προηγουμένως να προταθεί από τον αρμόδιο διατάκτη. Οι προτάσεις αυτές διαβιβάζονται στον δημοσιονομικό ελεγκτή. Αναφέρουν ιδίως τη φύση, την εκτίμηση του ύψους και τον καταλογισμό του εσόδου, καθώς και την ταυτότητα του οφειλέτου. Καταχωρούνται κατόπιν θεωρήσεως του δημοσιονομικού ελεγκτού. Η θεώρηση του δημοσιονομικού ελεγκτού έχει ως σκοπό τη βεβαίωση:

α) της ακριβείας του καταλογισμού-

β) της κανονικότητος και του συμφώνου της προτάσεως ως προς τις ισχύουσες διατάξεις, ιδίως την κατάσταση εσόδων και δαπανών και των κανονισμών που εφαρμόζονται στο Κέντρο, καθώς και όλων των πράξεων που εξεδόθησαν κατ' εφαρμογή των κανονισμών αυτών και ως προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως.

Ο δημοσιονομικός ελεγκτής δύναται να αρνηθεί τη θεώρησή του. Ο διατάκτης, με απόφαση δεόντως αιτιολογημένη και μόνο με δική του ευθύνη δύναται να μην τη λάβει υπόψη. Η απόφαση του διατάκτου είναι εκτελεστή- κοινοποιείται για πληροφόρηση στον δημοσιονομικό ελεγκτή. Το διοικητικό συμβούλιο πληροφορεί περιοδικώς την επιτροπή ελέγχου για κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές.

2. Όταν το διοικητικό συμβούλιο παραιτείται να προβεί σε πράξη που δημιουργεί μία απαίτηση ή να εισπράξει μία απαίτηση πρέπει να ενημερώνει σχετικά το δημοσιονομικό ελεγκτή.

Όταν ο δημοσιονομικός ελεγκτής βεβαιώνει ότι μία πράξη, η οποία δημιουργεί μία απαίτηση, δεν έχει αναληφθεί, ή ότι μία απαίτηση δεν έχει εισπραχθεί, πληροφορεί γι' αυτό το διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 24

Ο υπόλογος εκτελεί τους δεόντως συνταχθέντες τίτλους εισπράξεως.

Υποχρεούται να επιδείξει επιμέλεια προς εξασφάλιση κατά τις προβλεπόμενες ημερομηνίες στους τίτλους εισπράξεως, την είσπραξη των πόρων του Κέντρου και οφείλει να μεριμνά για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του.

Ο υπόλογος ενημερώνει τον διατάκτη και τον δημοσιονομικό ελεγκτή για τη μη είσπραξη των εσόδων εντός των προβλεπομένων προθεσμιών.

Άρθρο 25

Για κάθε πληρωμή σε χρήματα, πραγματοποιουμένη προς τον υπόλογο, εκδίδεται απόδειξη.

Άρθρο 26

Η επιχορήγηση η εγγραφομένη στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων καταβάλλεται στο Κέντρο ανά τρίμηνο, εντός των πρώτων δεκαπέντε ημερών κάθε τριμήνου, βάσει της προβλέψεως που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση και σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες.

ΤΜΗΜΑ ΙΙΙ

ΑΝΑΛΗΨΗ, ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ, ΕΝΤΟΛΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΗ

ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ

1. Ανάληψη των δαπανών

Άρθρο 27

1. Για κάθε μέτρο δυνάμενο να προκαλέσει δαπάνη εις βάρος της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών, ο διατάκτης πρέπει να υποβάλει προηγουμένως πρόταση αναλήψεως. Για τις τρέχουσες δαπάνες δύναται να γίνει προσωρινή ανάληψη.

2. Οι όροι εκτελέσεως της παραγράφου 1 πρέπει να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες, την ακριβή λογιστική καταγραφή των αναλήψεων και των εντολών πληρωμής των δαπανών.

Άρθρο 28

Οι προτάσεις αναλήψεως δαπανών διαβιβάζονται στο δημοσιονομικό ελεγκτή και κατόπιν στον υπόλογο. Αναφέρουν ιδίως το αντικείμενο, το εκτιμώμενο ποσό, με ένδειξη του νομίσματος κατά το μέτρο του δυνατού, τον καταλογισμό της δαπάνης και τον καθορισμό του πιστωτού- καταχωρίζονται μετά από θεώρηση του δημοσιονομικού ελεγκτού.

Άρθρο 29

Η θεώρηση των προτάσεων αναλήψεως δαπανών από το δημοσιονομικό ελεγκτή έχει ως σκοπό τη διαπίστωση:

α) της ακριβείας του καταλογισμού-

β) της διαθεσιμότητος των πιστώσεων-

γ) της κανονικότητος και του συμφώνου της δαπάνης ως προς τις ισχύουσες διατάξεις, ιδίως της καταστάσεως εσόδων και δαπανών και τους κανονισμούς που εφαρμόζονται στο Κέντρο, καθώς και όλων των πράξεων που εξεδόθησαν εις εκτέλεση των κανονισμών αυτών-

δ) της εφαρμογής των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως.

Ο δημοσιονομικός ελεγκτής δύναται να αρνηθεί τη θεώρησή του αν η απόφαση περί απαλλαγής καθιστά φανερό ότι μια ανάληψη δεν θα ήταν σύμφωνη με τους κανονισμούς.

Άρθρο 30

Κάθε άρνηση θεωρήσεως του δημοσιονομικού ελεγκτού πρέπει να αποτελεί αντικείμενο γραπτής εκθέσεως δεόντως αιτιολογημένης. Η άρνηση κοινοποιείται στο διατάκτη.

Σε περίπτωση αρνήσεως θεωρήσεως και αν ο διατάκτης εμμένει στην πρότασή του, το διοικητικό συμβούλιο επιλαμβάνεται της υποθέσεως προς λήψη αποφάσεως.

Με εξαίρεση της περιπτώσεως κατά την οποία αμφισβητείται η διαθεσιμότης των πιστώσεων, το διοικητικό συμβούλιο δύναται, με απόφαση δεόντως αιτιολογημένη και λαμβανομένη με δική του ευθύνη, να μη λάβει υπόψη την άρνηση της θεωρήσεως. Η απόφαση αυτή είναι εκτελεστή- ανακοινώνεται προς πληροφόρηση στο δημοσιονομικό ελεγκτή. Το διοικητικό συμβούλιο ενημερώνει περιοδικώς την ελεγκτική επιτροπή για κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές.

2. Εκκαθάριση των δαπανών

Άρθρο 31

Η εκκαθάριση μιας δαπάνης από το διατάκτη έχει ως αντικείμενο:

- να βεβαιώσει την ύπαρξη της απαιτήσεως του πιστωτού-

- να προσδιορίσει ή βεβαιώσει την ύπαρξη και το ποσό της απαιτήσεως-

- να βεβαιώσει τους όρους του απαιτητού της οφειλής.

Άρθρο 32

Κάθε εκκαθάριση δαπάνης προϋποθέτει την υποβολή των δικαιολογητικών των πιστοποιούντων την απαίτηση του πιστωτού και την παρασχεθείσα υπηρεσία ή την ύπαρξη ενός τίτλου δικαιολογούντος την πληρωμή.

Ο διατάκτης, ο αρμόδιος για την εκκαθάριση των δαπανών, προβαίνει προσωπικά στην εξέταση των δικαιολογητικών ή βεβαιώνει, υπ' ευθύνη του, ότι η εξέταση αυτή επραγματοποιήθη.

3. Εντολή πληρωμής

Άρθρο 33

Εντολή πληρωμής είναι η πράξη διά της οποίας ο διατάκτης εντέλλεται στον υπόλογο, με την έκδοση ενός τίτλου πληρωμής, να πληρώσει μία δαπάνη της οποίας επραγματοποίησε την εκκαθάριση.

Άρθρο 34

Ο τίτλος πληρωμής πρέπει να αναφέρει:

- το οικονομικό έτος καταλογισμού,

- το άρθρο της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών και, ενδεχομένως, κάθε άλλη αναγκαία υποδιαίρεση,

- το πληρωτέο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως, με αναφορά του νομίσματος,

- το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου,

- το αντικείμενο της δαπάνης,

- και, στο μέτρο του δυνατού, τον τρόπο πληρωμής.

Στον τίτλο πληρωμής θέτει την ημερομηνία και υπογράφει ο διατάκτης.

Άρθρο 35

Ο τίτλος πληρωμής συνοδεύεται από τα πρωτότυπα δικαιολογητικά έγγραφα- αυτά φέρουν ή συνοδεύονται από μία βεβαίωση πιστοποιούσα την ακρίβεια των πληρωτέων ποσών, την παραλαβή των προμηθειών και την εκτέλεση της υπηρεσίας και, κατά περίπτωση, την αναγραφή των αγαθών στο βιβλίο απογραφής το αναφερόμενο στο άρθρο 52.

Αναφέρει τους αριθμούς και τις ημερομηνίες των αντιστοίχων θεωρήσεων αναλήψεως της δαπάνης. Αντίγραφα των δικαιολογητικών εγγράφων, επικυρωμένα ως ακριβή αντίγραφα από τον διατάκτη, δύνανται, κατά περίπτωση, να επέχουν θέση πρωτοτύπων.

Άρθρο 36

Σε περίπτωση τμηματικών πληρωμών, ο πρώτος τίτλος πληρωμής συνοδεύεται από τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση του πιστωτού για την πρώτη τμηματική πληρωμή. Οι μεταγενέστεροι τίτλοι πληρωμής μνημονεύουν τα ήδη υποβληθέντα δικαιολογητικά καθώς και τα στοιχεία του πρώτου τίτλου πληρωμής.

Ο διατάκτης δύναται να χορηγεί προκαταβολές στο προσωπικό, εάν μία κανονιστική διάταξη το προβλέπει ρητώς ή εάν ένας υπάλληλος πραγματοποιεί προκαταβολές για λογαριασμό του Κέντρου και σε βάρος της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών.

Εκτός των παγίων προκαταβολών, των αναφερομένων στο άρθρο 43, ουδεμία προκαταβολή δύναται να πληρωθεί αν δεν έχει θεωρηθεί προηγουμένως από το δημοσιονομικό ελεγκτή.

Άρθρο 37

Οι τίτλοι πληρωμής διαβιβάζονται για προηγούμενη θεώρηση στο δημοσιονομικό ελεγκτή.

Η προηγούμενη θεώρηση έχει ως σκοπό τη διαπίστωση:

α) της κανονικότητος της εκδόσεως του τίτλου πληρωμής-

β) του συμφώνου του τίτλου πληρωμής προς την ανάληψη της δαπάνης και της ακριβείας του ποσού της-

γ) της ακριβείας του καταλογισμού-

δ) της διαθεσιμότητος των πιστώσεων-

ε) της κανονικότητος των δικαιολογητικών εγγράφων-

στ) της ακριβείας του προσδιορισμού της ταυτότητος του δικαιούχου.

Άρθρο 38

Σε περίπτωση αρνήσεως της θεωρήσεως, εφαρμόζεται το άρθρο 30.

Άρθρο 39

Μετά τη θεώρηση, το πρωτότυπο του τίτλου πληρωμής, στο οποίο επισυνάπτονται τα δικαιολογητικά, διαβιβάζεται στον υπόλογο.

4. Η πληρωμή των δαπανών

Άρθρο 40

Πληρωμή είναι η τελική πράξη με την οποία απαλλάσσεται το Κέντρο των υποχρεώσεών του έναντι των πιστωτών του.

Η πληρωμή των δαπανών γίνεται από τον υπόλογο εντός του ορίου των διαθεσίμων χρηματικών ποσών.

Σε περίπτωση πραγματικού λάθους, αμφισβητήσεως της εξοφλητικής ισχύος της πληρωμής ή μη τηρήσεως των τύπων που υπαγορεύονται από τον παρόντα κανονισμό, ο υπόλογος οφείλει να αναστείλει την πληρωμή.

Άρθρο 41

Σε περίπτωση αναστολής της πληρωμής, ο υπόλογος επικαλείται τους λόγους της αναστολής αυτής σε γραπτή δήλωση την οποία απευθύνει αμέσως στο διατάκτη και, προς ενημέρωση, στο δημοσιονομικό ελεγκτή.

Εκτός των περιπτώσεων των αμφισβητήσεων της εξοφλητικής ισχύος της πληρωμής, ο διατάκτης δύναται να φέρει το θέμα στην αρχή που ορίζεται από το Κέντρο κατά τους όρους που καθορίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό του. Η εν λόγω αρχή δύναται να απαιτήσει εγγράφως, και με δική της ευθύνη, τη διενέργεια της πληρωμής.

Άρθρο 42

Οι πληρωμές πραγματοποιούνται κατ' αρχήν μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή τρεχούμενου ταχυδρομικού λογαριασμού.

Οι όροι ανοίγματος, λειτουργίας και χρησιμοποιήσεως των λογαριασμών αυτών πρέπει να αναφέρουν ειδικότερα τις δαπάνες, των οποίων η πληρωμή πρέπει να γίνει υποχρεωτικά είτε με επιταγή είτε με ταχυδρομική ή τραπεζική εντολή μεταφοράς και να προβλέπουν, για τις επιταγές και τις ταχυδρομικές και τραπεζικές εντολές μεταφοράς, την υπογραφή από δύο υπαλλήλους δεόντως εξουσιοδοτημένους, εκ των οποίων η μία πρέπει να είναι αναγκαστικά του υπολόγου, ενός βοηθού υπολόγου ή ενός υπολόγου παγίων προκαταβολών.

5. Πάγιες προκαταβολές

Άρθρο 43

Για την πληρωμή ορισμένων κατηγοριών δαπανών, είναι δυνατό να συνιστώνται πάγιες προκαταβολές.

Οι διατάξεις εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 76 πρέπει να προσδιορίζουν ιδίως:

- τον τρόπο διορισμού των υπολόγων παγίων προκαταβολών,

- τη φύση και το μέγιστο ποσό κάθε πληρωτέας δαπάνης,

- το μέγιστο ποσό των προκαταβολών που είναι δυνατό να χορηγηθούν,

- τις προθεσμίες υποβολής των δικαιολογητικών,

- την ευθύνη των υπολόγων παγίων προκαταβολών.

ΤΙΤΛΟΣ IV ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ, ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΤΜΗΜΑ I

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ, ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ,

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

Άρθρο 44

1. Οι συμβάσεις προμηθειών που αφορούν αγορές και μισθώσεις αγαθών, παροχές υπηρεσιών ή εκτελέσεις έργων πρέπει να περιβάλλονται τον τύπο γραπτών συμβάσεων. Συνάπτονται κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού ή διαγωνισμού εκτιμήσεως προσφορών.

Εν τούτοις, είναι δυνατόν να συναφθούν συμβάσεις με απ' ευθείας συμφωνία στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 46.

Οι αγορές δύνανται να πραγματοποιηθούν με απλή απόδειξη ή τιμολόγιο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 50.

2. Οι προκηρύξεις διαγωνισμών δημοσιεύονται κατ' αρχήν στο σύνολο των Κρατών μελών και, κατά περίπτωση, σε τρίτες χώρες κατά το μέτρο που αυτό συμβιβάζεται με την ανάπτυξη των βιομηχανικών κλάδων εντός των Κοινοτήτων. Πάντως, η δημοσιότης τους δύναται να είναι περιορισμένη, όταν ορισμένες συμβάσεις δεν δύνανται, συνεπεία του ύψους τους ή της φύσεώς τους, να καταστούν αντικείμενο γενικής προκηρύξεως.

Άρθρο 45

1. Μειοδοτικός διαγωνισμός είναι η διοικητική διαδικασία η οποία προηγείται της συνάψεως συμβάσεως κατόπιν προκηρύξεως του διαγωνισμού. Έχει ως αποτέλεσμα να αναγνωρισθεί δημοσίως σ' εκείνον που υπέβαλε τη χαμηλότερη προσφορά μεταξύ των κανονικών συμφώνων με τις προδιαγραφές και συγκρισίμων προσφορών, το δικαίωμα της οριστικής κατακυρώσεως του διαγωνισμού κατόπιν εγκρίσεως του διατάκτου. Ο μειοδοτικός διαγωνισμός καλείται δημόσιος ή ανοικτός όταν κάθε υποψήφιος δύναται να καταθέσει προσφορά- καλείται κλειστός όταν γίνονται δεκτοί προς υποβολή προσφορών μόνον οι υποψήφιοι που απεφασίσθη να συμμετάσχουν λόγω των ειδικών προσόντων τους.

2. Κατά το διαγωνισμό εκτιμήσεως προσφορών η σύμβαση συνάπτεται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μετά από προκήρυξη. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατόν να επιλεγεί ελευθέρως η προσφορά που κρίνεται ως η μάλλον συμφέρουσα, λαμβανομένης υπόψη της τιμής των παροχών, του κόστους χρησιμοποιήσεως που συνεπάγονται, των τεχνικών πλεονεκτημάτων και της προθεσμίας εκτελέσεως, καθώς και των επαγγελματικών και οικονομικών εγγυήσεων που προσφέρει κάθε ένας από τους υποψήφιους.

Ο διαγωνισμός εκτιμήσεως προσφορών καλείται δημόσιος ή ανοικτός όταν περιλαμβάνει γενική προκήρυξη- καλείται κλειστός όταν απευθύνεται μόνο στους υποψηφίους που απεφασίσθη να συμμετάσχουν λόγω των ειδικών προσόντων τους.

3. Οι διαδικασίες προκηρύξεως, όσον αφορά τόσο το μειοδοτικό διαγωνισμό όσο και το διαγωνισμό εκτιμήσεως προσφορών, καθορίζονται από τις διατάξεις εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 76.

Άρθρο 46

Είναι δυνατό να συναφθεί σύμβαση με απ' ευθείας συμφωνία:

α) όταν το ποσό της συμβάσεως δεν υπερβαίνει τις 5 000 λογιστικές μονάδες για τις αγορές και μισθώσεις αγαθών, για παροχές υπηρεσιών ή για εκτέλεση έργων. Στην περίπτωση αυτή το Κέντρο υποχρεούται, κατά το μέτρο του δυνατού και με όλα τα κατάλληλα μέσα, να θέσει σε ανταγωνισμό τους προμηθευτές ή εργολάβους που είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν την παροχή που θα αποτελέσει αντικείμενο της συμβάσεως-

β) όταν οι αγορές και μισθώσεις αγαθών, οι παροχές υπηρεσιών ή τα έργα δεν δύνανται, λόγω του εξαιρετικά επείγοντος του θέματος, να υποστούν τις καθυστερήσεις μιας των διαδικασιών προκηρύξεως διαγωνισμού που αναφέρονται στο άρθρο 45-

γ) όταν οι μειοδοτικοί διαγωνισμοί ή οι διαγωνισμοί εκτιμήσεως προσφορών απέβησαν άκαρποι ή κατέληξαν σε απαράδεκτες τιμές-

δ) όταν, λόγω τεχνικών αναγκών ή καταστάσεων νομικών ή πραγματικών, η πραγματοποίηση της παροχής δεν δύναται να εξασφαλισθεί παρά μόνο από συγκεκριμένο προμηθευτή ή εργολάβο-

ε) για τις συμβάσεις παρεπομένων προμηθειών, υπηρεσιών ή έργων που δεν δύνανται τεχνικώς να διαχωρισθούν από την κύρια σύμβαση.

Άρθρο 47

Δεν επιτρέπεται να γίνεται καμμία διάκριση μεταξύ των υπηκόων των Κρατών μελών λόγω της ιθαγενείας τους, όσον αφορά τις συμβάσεις τις συναπτόμενες από το Κέντρο.

Άρθρο 48

Οι συμβάσεις αξίας ανωτέρας των 12 000 λογιστικών μονάδων υπόκεινται στην έγκριση του διοικητικού συμβουλίου.

Άρθρο 49

Προς εξασφάλιση της εκτελέσεως των συμβάσεων, είναι δυνατό να ζητηθεί από τους προμηθευτές ή εργολάβους, μεταξύ των ρητρών εγγυήσεως, η εκ των προτέρων παροχή εγγυήσεως.

Το ποσό της εγγυήσεως αυτής ορίζεται:

- σύμφωνα με τους συνήθεις εμπορικούς όρους για τις συμβάσεις προμηθειών-

- σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων για τις συμβάσεις έργων.

Για τα έργα ποσού ανωτέρου των 100 000 λογιστικών μονάδων, η παροχή εγγυήσεως είναι υποχρεωτική. Η εγγύηση δύναται να παρακρατηθεί μέχρι της οριστικής παραλαβής.

Σε περίπτωση μη εκτελέσεως μιας συμβάσεως ή καθυστερήσεως στην εκτέλεσή της, το Κέντρο αποζημιούται για όλες τις ζημίες, τόκους και έξοδα ιδίως με παρακράτηση από την εγγύηση του ποσού που αντιστοιχεί σε εύλογη αποκατάσταση της βλάβης είτε η εγγύηση αυτή έχει παρασχεθεί ευθέως από τον προμηθευτή ή τον εργολάβο, είτε από τρίτο.

Άρθρο 50

Δύναται να συναφθεί σύμβαση βάσει απλού τιμολογίου ή αποδείξεως, όταν η πιθανολογούμενη αξία των προμηθειών, υπηρεσιών ή έργων δεν υπερβαίνει τις 200 λογιστικές μονάδες. Το όριο αυτό αναβιβάζεται σε 500 λογιστικές μονάδες για τις δαπάνες που πρέπει να ενεργηθούν εκτός της έδρας του Κέντρου.

Άρθρο 51

Κατά τη σύναψη των συμβάσεων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, το Κέντρο οφείλει να συμμορφώνεται προς τις διατάξεις που θεσπίζονται επί θεμάτων δημοσίων έργων από το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή της συνθήκης.

ΤΜΗΜΑ II

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Άρθρο 52

Τηρείται, σύμφωνα με το υπόδειγμα που καταρτίζεται από την Επιτροπή, βιβλίο διαρκούς απογραφής όλων των κινητών και ακινήτων που αποτελούν την περιουσία του Κέντρου. Μόνο τα κινητά, των οποίων η αξία υπερβαίνει ένα ποσόν οριζόμενο από τις διατάξεις εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 76, καταγράφονται σε αυτό το βιβλίο απογραφών.

Το Κέντρο επαληθεύει με τις υπηρεσίες του ότι οι εγγραφές στο βιβλίο απογραφής ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Άρθρο 53

Οι πωλήσεις κινητών δημοσιεύονται καταλλήλως σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τις διατάξεις εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 76.

Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι πωλήσεις αυτές γίνονται με δημοπρασία, οι υπάλληλοι του Κέντρου δεν δύνανται να αποκτήσουν κινητά μεταπωλούμενα από αυτό.

Άρθρο 54

Η εκχώρηση, η θέση σε αχρηστία, η μίσθωση, η απώλεια, η κλοπή και η εξαφάνιση εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας απογραφέντων αγαθών συνεπάγεται τη σύνταξη δηλώσεως ή πρακτικού του διατάκτου που θεωρούνται από το δημοσιονομικό ελεγκτή.

Η δήλωση ή το πρακτικό πρέπει να αναφέρουν ειδικά το ενδεχόμενο της υποχρεώσεως αντικαταστάσεως εις βάρος υπαλλήλου του Κέντρου ή οιουδήποτε άλλου προσώπου.

Η δωρεάν διάθεση ακινήτων ή μεγάλων εγκαταστάσεων συνεπάγεται τη σύναψη συμβάσεων υποκειμένων στη θεώρηση του δημοσιονομικού ελεγκτού και ανακοινώνεται κατ' έτος στην Επιτροπή κατά την κατάθεση της προσωρινής καταστάσεως των εσόδων και δαπανών.

Άρθρο 55

Κάθε απόκτηση κινητών ή ακινήτων, όπως ορίζονται στο άρθρο 52, εγγράφεται, προ της πληρωμής, στο βιβλίο διαρκούς απογραφής.

Μνεία της εγγραφής αυτής γίνεται στο τιμολόγιο ή στο συνημμένο έγγραφο που συντάσσεται για την πληρωμή της δαπάνης.

ΤΜΗΜΑ III

ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ

Άρθρο 56

Η λογιστική τηρείται κατά ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με την καλούμενη "διπλογραφική μέθοδο". Αναγράφει το σύνολο των εσόδων και εξόδων του οικονομικού έτους- στηρίζεται επί δικαιολογητικών εγγράφων. Η λογιστική του Κέντρου δύναται να τηρείται στο νόμισμα της χώρας όπου έχει την έδρα του.

Ο λογαριασμός διαχειρίσεως και ο δημοσιονομικός ισολογισμός εκφράζονται σε λογιστικές μονάδες.

Ο υπολογισμός κάθε ποσού σε λογιστικές μονάδες γίνεται σύμφωνα προς την ισχύουσα ισοτιμία κατά την ημέρα της καταβολής ή της πραγματικής πληρωμής.

Άρθρο 57

Οι εγγραφές οι αναφερόμενες στους λογαριασμούς της καταστάσεως εσόδων και δαπανών και στους λογαριασμούς αναλήψεως δαπανών και βεβαιουμένων δικαιωμάτων καταχωρίζονται σύμφωνα με λογιστικό σχέδιο διά του οποίου η κατά κατηγορίες ονοματολογία κάνει σαφή διαχωρισμό των λογαριασμών ισολογισμού και των λογαριασμών εξόδων και εσόδων της καταστάσεως εσόδων και δαπανών.

Καταγράφονται στα βιβλία ή σε καρτέλλες. Αυτά πρέπει να καθιστούν δυνατή τη σύνταξη γενικού μηνιαίου ισοζυγίου των λογαριασμών καθώς και μιας καταστάσεως κατά κεφάλαιο και άρθρο των εσόδων και δαπανών που διαβιβάζονται στο δημοσιονομικό ελεγκτή.

Άρθρο 58

Κάθε προκαταβολή εγγράφεται σε προσωρινό λογαριασμό και διακανονίζεται το αργότερο κατά το οικονομικό έτος που ακολουθεί την πληρωμή αυτής της προκαταβολής.

Άρθρο 59

Οι λεπτομερείς όροι περί της συντάξεως και λειτουργίας του λογιστικού σχεδίου προσδιορίζονται από τις διατάξεις εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 76.

Άρθρο 60

Οι λογαριασμοί κλείονται στο τέλος του οικονομικού έτους εν όψει της καταρτίσεως του δημοσιονομικού ισολογισμού και του λογαριασμού διαχειρίσεως, που προβλέπονται στον τίτλο VI. Ο λογαριασμός διαχειρίσεως πρέπει να υποβάλλεται στο δημοσιονομικό ελεγκτή.

ΤΙΤΛΟΣ V ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΚΤΩΝ, ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ ΠΑΓΙΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ

Άρθρο 61

Κάθε διατάκτης υπέχει πειθαρχική και, ενδεχομένως, χρηματική ευθύνη όταν βεβαιώνει τα προς είσπραξη έσοδα ή εκδίδει τίτλους εισπράξεως, αναλαμβάνει μία δαπάνη ή υπογράφει τίτλο πληρωμής, χωρίς να συμμορφούται προς τον παρόντα κανονισμό και τις διατάξεις εκτελέσεώς του. Το αυτό ισχύει αν αμελήσει να συντάξει πράξη δημιουργούσα απαίτηση ή αν αμελήσει ή καθυστερήσει αδικαιολογήτως την έκδοση τίτλων εισπράξεως.

Άρθρο 62

1. Κάθε υπόλογος και κάθε βοηθός υπολόγου υπέχουν πειθαρχική και, ενδεχομένως, χρηματική ευθύνη για τις πληρωμές που ενεργούν χωρίς να τηρούν το άρθρο 40 τρίτη παράγραφος.

Είναι πειθαρχικώς και χρηματικώς υπεύθυνοι για κάθε απώλεια ή βλάβη των μετρητών, αξιών και εγγράφων, των οποίων έχουν τη φύλαξη, εάν η απώλεια ή η βλάβη αυτή προκαλείται εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας τους.

Υπό τις αυτές συνθήκες, είναι υπεύθυνοι για την ορθή εκτέλεση των εντολών, που λαμβάνουν για τη χρησιμοποίηση και διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών και τρεχουμένων ταχυδρομικών λογαριασμών, και ιδίως:

α) όταν οι πληρωμές ή οι εισπράξεις που ενεργούν δεν είναι σύμφωνες με το ποσό που αναφέρεται στους αντίστοιχους τίτλους πληρωμής ή εισπράξεως-

β) όταν ενεργούν πληρωμές σε πρόσωπα άλλα από τους δικαιούχους.

2. Κάθε υπόλογος παγίων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική και, ενδεχομένως, χρηματική ευθύνη:

α) όταν αδυνατεί να δικαιολογήσει με κανονικά αποδεικτικά έγγραφα πληρωμές τις οποίες ενεργεί-

β) όταν ενεργεί πληρωμές σε πρόσωπα άλλα από τους δικαιούχους.

Είναι πειθαρχικώς και χρηματικώς υπεύθυνος για κάθε απώλεια ή βλάβη μετρητών, αξιών ή εγγράφων, των οποίων έχει τη φύλαξη, αν η απώλεια ή η βλάβη αυτή προκαλείται εκ προθέσεως ή βαρείας αμελείας του.

3. Ο υπόλογος, οι βοηθοί υπόλογοι και οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών ασφαλίζονται έναντι των κινδύνων που διατρέχουν λόγω του παρόντος άρθρου.

Τα Κέντρο καλύπτει τα σχετικά ασφάλιστρα.

Άρθρο 63

Κάθε διατάκτης, υπόλογος, βοηθός υπόλογος και υπόλογος παγίων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική και, ενδεχομένως, χρηματική ευθύνη για τις πράξεις τις σχετικές με το λειτούργημά του.

Άρθρο 64

Το Κέντρο διαθέτει προθεσμία δύο ετών, από της ημερομηνίας της υποβολής του λογαριασμού διαχειρίσεως, για να αποφανθεί περί της απαλλαγής των υπολόγων για τις σχετικές πράξεις.

ΤΙΤΛΟΣ VI ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΤΜΗΜΑ I

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Άρθρο 65

Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει κάθε έτος λογαριασμό διαχειρίσεως του Κέντρου.

Του λογαριασμού αυτού προηγείται μία ανάλυση της δημοσιονομικής διαχειρίσεως του εν λόγω έτους. Περιλαμβάνει το σύνολο των πράξεων εσόδων και δαπανών που αναφέρονται στο οικονομικό έτος που παρήλθε. Υποβάλλεται με την ίδια μορφή και με τις ίδιες υποδιαιρέσεις όπως η κατάσταση εσόδων και δαπανών.

Άρθρο 66

Ο λογαριασμός διαχειρίσεως περιλαμβάνει τους ακόλουθους πίνακες, υποδιαιρούμενους σύμφωνα με την ονοματολογία του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων:

1. Έναν πίνακα των εσόδων, ο οποίος περιλαμβάνει:

- τις προβλέψεις των εσόδων του οικονομικού έτους,

- τις τροποποιήσεις των προβλέψεων των εσόδων, που προκύπτουν από συμπληρωματικές ή διορθωτικές καταστάσεις,

- τις πραγματοποιηθείσες εισπράξεις,

- τα απομένοντα προς είσπραξη ποσά κατά το τέλος του οικονομικού έτους.

Στον πίνακα αυτό επισυνάπτεται, κατά περίπτωση, μία κατάσταση η οποία εμφανίζει τα υπόλοιπα και τα ακαθάριστα ποσά των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 22-

2. Έναν πίνακα ο οποίος αναλύει την εξέλιξη των πιστώσεων της χρήσεως και εμφανίζει:

- τις αρχικές πιστώσεις,

- τις μεταβολές των πιστώσεων που επήλθαν συνεπεία μεταφορών,

- τις μεταβολές που επήλθαν με συμπληρωματικές ή διορθωτικές καταστάσεις,

- τις οριστικές πιστώσεις του οικονομικού έτους.

3. Έναν πίνακα δαπανών, ο οποίος αναλύει την εξέλιξη των ιδίων πιστώσεων του οικονομικού έτους και εμφανίζει:

- τις συνολικές πιστώσεις,

- τις αναλήψεις εις βάρος του οικονομικού έτους,

- τις πραγματοποιηθείσες πληρωμές κατά το τέλος της περιόδου εκτελέσεως της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών,

- τα απομένοντα προς πληρωμή ποσά κατά το κλείσιμο του οικονομικού έτους,

- τις διαθέσιμες πιστώσεις που μεταφέρονται δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ),

- τις διαθέσιμες πιστώσεις που μεταφέρονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο β),

- τις διαθέσιμες πιστώσεις προς ακύρωση.

Στον πίνακα αυτό επισυνάπτεται, κατά περίπτωση, κατάσταση η οποία εμφανίζει τα υπόλοιπα και τα ακαθάριστα ποσά των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 22.

4. Έναν πίνακα ο οποίος αναλύει την εξέλιξη των πιστώσεων που μεταφέρθηκαν από προηγούμενα οικονομικά έτη και εμφανίζει:

- το ποσό των μεταφερομένων πιστώσεων,

- τις πληρωμές τις λογιστικώς εμφανιζόμενες κατά το τέλος της περιόδου εκτελέσεως της καταστάσεως εσόδων και δαπανών,

- τις μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις προς ακύρωση,

- τις μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις προς μεταφορά στο επόμενο οικονομικό έτος.

Άρθρο 67

Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει επίσης δημοσιονομικό ισολογισμό ο οποίος εμφανίζει το ενεργητικό και το παθητικό του Κέντρου, κατά την 31η Δεκεμβρίου του διαρρεύσαντος οικονομικού έτους. Επισυνάπτει ισοζύγιο που εμφανίζει τις κινήσεις και τα υπόλοιπα των λογαριασμών, συντασσόμενο κατά την ίδια ημερομηνία.

Άρθρο 68

Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει στην Επιτροπή και την επιτροπή ελέγχου το αργότερο στις 31 Μαρτίου, τον λογαριασμό διαχειρίσεως και τον δημοσιονομικό ισολογισμό του Κέντρου του διαρρεύσαντος οικονομικού έτους.

ΤΜΗΜΑ II

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Άρθρο 69

Η επιτροπή ελέγχου ασκεί τις αρμοδιότητές της έναντι του Κέντρου σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 70

Το Κέντρο γνωστοποιεί στην επιτροπή ελέγχου ανά τρίμηνο το αργότερο κατά το μήνα που ακολουθεί το τέλος του τριμήνου, τα δικαιολογητικά που στηρίζουν τις εγγραφές, ιδίως τα έγγραφα και πιστοποιητικά σχετικά με την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εκτέλεση της καταστάσεως εσόδων και δαπανών και επίσης με την ανάληψη και την πληρωμή των εξόδων καθώς και με τη βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων.

Η επιτροπή ελέγχου δύναται να θέτει το Κέντρο ερωτήσεις επί των προαναφερθέντων δικαιολογητικών.

Άρθρο 71

Το Κέντρο παρέχει στην επιτροπή ελέγχου κάθε διευκόλυνση και της δίδει κάθε πληροφορία, την οποία αυτή κρίνει αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της.

Θέτει ιδίως στη διάθεση της επιτροπής ελέγχου όλα τα δικαιολογητικά που αφορούν τη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων και όλους τους λογαριασμούς ταμείου και υλικών, όλα τα λογιστικά ή δικαιολογητικά στοιχεία, καθώς και τα διοικητικά έγγραφα τα οποία αναφέρονται σε αυτά, όλα τα έγγραφα τα σχετικά με τα έσοδα και τα έξοδα, όλα τα βιβλία απογραφών, όλα τα οργανογράμματα των υπηρεσιών, τα οποία η επιτροπή ελέγχου θεωρεί αναγκαία για τον έλεγχο του λογαριασμού διαχειρίσεως βάσει εγγράφων ή επί τόπου.

Προς το σκοπό αυτό, οι υπάλληλοι που υπόκεινται στον έλεγχο της επιτροπής ελέγχου υποχρεούνται ιδίως:

α) να ανοίγουν το ταμείο τους, να επιδεικνύουν τα μετρητά, τις αξίες και τα υλικά πάσης φύσεως και τα δικαιολογητικά στοιχεία της διαχειρίσεώς τους, των οποίων είναι θεματοφύλακες, καθώς και κάθε βιβλίο ή πρωτόκολλο και όλα τα άλλα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτά-

β) να επιδεικνύουν την αλληλογραφία ή κάθε άλλο έγγραφο που απαιτείται για την πλήρη εκτέλεση του ελέγχου.

Η γνωστοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται ανωτέρω στην περίπτωση β) δεν δύναται να ζητηθεί παρά μόνον από την επιτροπή ελέγχου ή από ένα απ' τα μέλη της εγγράφως.

Η επιτροπή ελέγχου έχει την εξουσία να ελέγχει τα έγγραφα τα σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες που φυλάσσονται στις υπηρεσίες του Κέντρου και ιδίως στην υπηρεσία την υπεύθυνη για τις αποφάσεις τις σχετικές με αυτά τα έσοδα και τις δαπάνες.

Ο έλεγχος της νομιμότητος και της κανονικότητος των εσόδων και εξόδων και ο έλεγχος της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως εκτείνονται και επί της χρησιμοποιήσεως, από οργανισμούς ξένους προς το Κέντρο, κοινοτικών κεφαλαίων εισπραχθέντων υπό μορφήν επιχορηγήσεων.

Η παροχή επιχορηγήσεων σε οργανισμούς ξένους προς το Κέντρο τελεί υπό τον όρο της αποδοχής από του δικαιούχους του ελέγχου που ενεργείται από την επιτροπή ελέγχου για τη χρησιμοποίηση του ποσού των επιχορηγήσεων.

Άρθρο 72

Η επιτροπή ελέγχου γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στο Κέντρο τις παρατηρήσεις που της φαίνεται σκόπιμο να μνημονευθούν στην έκθεσή της.

Το Κέντρο απευθύνει τις απαντήσεις του στην επιτροπή ελέγχου και ταυτόχρονα στην Επιτροπή. Η επιτροπή ελέγχου επισυνάπτει στην έκθεσή της μία εκτίμηση περί της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως.

Άρθρο 73

Η επιτροπή ελέγχου συντάσσει την έκθεσή της επί των λογαριασμών του διαρρεύσαντος οικονομικού έτους το αργότερο την 15η Ιουλίου και τη διαβιβάζει στο Κέντρο και στην Επιτροπή. Διατυπώνει, εντός της ιδίας προθεσμίας, τις παρατηρήσεις της επί του δημοσιονομικού ισολογισμού.

Ο λογαριασμός διαχειρίσεως, ο δημοσιονομικός ισολογισμός και η έκθεση της επιτροπής ελέγχου καθώς και οι απαντήσεις στις παρατηρήσεις υποβάλλονται από την Επιτροπή στη Συνέλευση και το Συμβούλιο το αργότερο την 31η Οκτωβρίου.

Άρθρο 74

Προ της 30ής Απριλίου του επομένου έτους, το Συμβούλιο και η Συνέλευση απαλλάσσουν το διοικητικό συμβούλιο για την εκτέλεση της καταστάσεως των εσόδων και δαπανών. Εάν η ημερομηνία αυτή δεν είναι δυνατό να τηρηθεί, το

Συμβούλιο ή η Συνέλευση ενημερώνουν το διοικητικό συμβούλιο για τους λόγους της αναβολής της αποφάσεως αυτής.

Το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει όλα τα προσήκοντα μέτρα για να δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις που περιέχονται στις αποφάσεις απαλλαγής. Αιτήσει της Συνελεύσεως, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, υποβάλλει έκθεση για τα μέτρα που έλαβε εν συνεχεία των παρατηρήσεων αυτών. Η έκθεση αυτή γνωστοποιείται επίσης στην επιτροπή ελέγχου.

Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της δευτέρας παραγράφου, δευτέρα περίοδος, το Κέντρο οφείλει, σε παράρτημα του λογαριασμού διαχειρίσεως του επομένου οικονομικού έτους, να αναφέρει τα μέτρα που ελήφθησαν εν συνεχεία των παρατηρήσεων των περιεχομένων στις αποφάσεις απαλλαγής.

ΤΙΤΛΟΣ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 75

Το διοικητικό συμβούλιο ενημερώνει το ταχύτερο δυνατό την επιτροπή ελέγχου για όλες τις αποφάσεις που λαμβάνει και για όλες τις πράξεις που πραγματοποιεί εις εκτέλεση του άρθρου 3, του άρθρου 6 παράγραφος 6 και των άρθρων 14 και 21.

Ο διορισμός του υπολόγου, των βοηθών υπολόγων και των υπολόγων παγίων προκαταβολών που γίνεται βάσει των άρθρων 20 και 43, γνωστοποιείται στην επιτροπή ελέγχου και στο δημοσιονομικό ελεγκτή.

Άρθρο 76

Οι διατάξεις εκτελέσεως οι αναγκαίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο, μετά από πρόταση του διευθυντού, μετά από σύμφωνη γνώμη του δημοσιονομικού ελεγκτού.

Άρθρο 77

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την πέμπτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος.

Έγινε στις Βρυξέλλες, την 1η Ιουνίου 1976.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

G. THORN

(1) ΕΕ αριθ. Ν 39 της 13.2.1975, σ. 1.

(2) ΕΕ αριθ. Α 100 της 3.5.1976, σ. 13.

(3) ΕΕ αριθ. Ν 116 της 1.5.1973, σ.1.