31976L0432

Οδηγία 76/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 6ης Απριλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην πέδηση των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 122 της 08/05/1976 σ. 0001 - 0014
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 5 σ. 0003
Ελληνική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 3 σ. 0206
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 5 σ. 0003
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 13 τόμος 5 σ. 0005
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 13 τόμος 5 σ. 0005


ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 6ης Απριλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των αναφερομένων στην πέδηση των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 100,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Συνελεύσεως(1),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2)Εκτιμώντας:

ότι οι τεχνικές προδιαγραφές των εθνικών νομοθεσιών που πρέπει να πληρούν οι ελκυστήρες αναφέρονται μεταξύ άλλων στην πέδηση-

ότι οι προδιαγραφές αυτές διαφέρουν από το ένα Κράτος μέλος στο άλλο και ως εκ τούτου είναι ανάγκη να θεσπισθούν οι ίδιες προδιαγραφές από όλα τα Κράτη μέλη, είτε συμπληρωματικά είτε σε αντικατάσταση ισχυουσών ρυθμίσεων, ιδίως για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή, για κάθε τύπο ελκυστήρα, της διαδικασίας εγκρίσεως ΕΟΚ που αποτελεί το αντικείμενο της οδηγίας 74/150/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 4ης Μαρτίου 1974 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των αναφερομένων στην έγκριση των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς(3)-

ότι οι εναρμονισμένες προδιαγραφές έχουν ως βασικό σκοπό να εξασφαλίσουν την οδική κυκλοφορία καθώς και την ασφάλεια της εργασίας σε όλη την επικράτεια της Κοινότητος-

ότι η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών περί των ελκυστήρων περιλαμβάνει την αναγνώριση μεταξύ Κρατών μελών των πραγματοποιουμένων ελέγχων από καθένα από αυτά με βάση τις κοινές προδιαγραφές- ότι ένα τέτοιο σύστημα για να λειτουργήσει καλά προϋποθέτει την εφαρμογή των προδιαγραφών αυτών από όλα τα Κράτη μέλη και από την ίδια ημερομηνία,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

1. Ως "ελκυστήρας (γεωργικός ή δασικός)" νοείται κάθε όχημα με κινητήρα, τροχούς ή ερπύστριες, έχον τουλάχιστον δύο άξονες, του οποίου η λειτουργία έγκειται βασικά στην ισχύ έλξεώς του και το οποίο είναι ειδικά σχεδιασμένο για να έλκει, ωθεί, φέρει ή θέτει σε κίνηση ορισμένα εργαλεία, μηχανές ή ρυμουλκούμενα προοριζόμενα για χρήση στη γεωργική ή δασική εκμετάλλευση. Είναι δυνατό να διαρρυθμισθεί για να μεταφέρει φορτίο και συνοδούς.

2. Η παρούσα οδηγία δεν έχει εφαρμογή παρά μόνο στους ελκυστήρες που καθορίζονται στη παράγραφο 1, που φέρουν ελαστικά και έχουν δύο άξονες και μία εκ κατασκευής μέγιστη ταχύτητα από 6 ως 25 χμ/ω.

Άρθρο 2

Τα Κράτη μέλη δεν δύνανται να αρνηθούν την έγκριση ΕΟΚ ούτε την έγκριση από εθνικής πλευράς ενός ελκυστήρα για λόγους που αφορούν στις διατάξεις πεδήσεώς του, αν ο ελκυστήρας είναι εφοδιασμένος με τις προβλεπόμενες στα παραρτήματα I έως IV διατάξεις και αν οι διατάξεις ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που αναφέρονται στα ίδια παραρτήματα.

Άρθρο 3

Τα Κράτη μέλη δεν δύνανται να αρνηθούν την καταχώριση στα μητρώα ή να απαγορεύσουν την πώληση, την έναρξη κυκλοφορίας ή τη χρήση των ελκυστήρων για λόγους που αναφέρονται στις διατάξεις πεδήσεως, αν οι ελκυστήρες αυτοί είναι εφοδιασμένοι με τις προβλεπόμενες στα παραρτήματα I έως IV διατάξεις και αν οι διατάξεις αυτές ανταποκρίνονται στις αναφερόμενες στα ίδια παραρτήματα προδιαγραφές.

Άρθρο 4

Το Κράτος μέλος που χορήγησε την έγκριση ΕΟΚ λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να ενημερώνεται επί πάσης τροποποιήσεως ενός των στοιχείων ή ενός των χαρακτηριστικών τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα I σημείο 1.1. Οι αρμόδιες αρχές αυτού του Κράτους μέλους εκτιμούν αν πρέπει να προβούν σε νέες δοκιμές επί του τροποποιουμένου τύπου ελκυστήρα, που να συνοδεύονται από ένα νέο πρακτικό. Σε περίπτωση που θα προκύψει εκ των δοκιμών ότι οι προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας δεν τηρήθηκαν, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση.

Άρθρο 5

Οι αναγκαίες τροποποιήσεις προς προσαρμογή των προδιαγραφών των παραρτημάτων στην τεχνολογική πρόοδο εκδίδονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 13 της οδηγίας 74/150/ΕΟΚ διαδικασία.

Άρθρο 6

1. Τα Κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν προ της 1ης Ιανουαρίου 1977 τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία και ενημερώνουν αμέσως επ' αυτών την Επιτροπή.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από 1ης Οκτωβρίου 1977.

2. Από της κοινοποιήσεως της παρούσας οδηγίας, τα Κράτη μέλη μεριμνούν για την ενημέρωση της Επιτροπής εγκαίρως, ώστε να δυνηθεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί παντός σχεδίου νομοθετικών, κανονιστικών, ή διοικητικών διατάξεων που σκοπεύουν να θεσπίσουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 7

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα Κράτη μέλη.

Έγινε στο Λουξεμβούργο, στις 6 Απριλίου 1976.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

G. THORN

(1) ΕΕ αριθ. Α 5 της 8. 1. 1975, σ. 54.

(2) ΕΕ αριθ. Α 62 της 15.3.1975, σ. 29.

(3) ΕΕ αριθ. Ν 84 της 28. 3. 1974, σ. 10.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΟΡΙΣΜΟΙ, ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΚΡΙΣΕΩΣ ΕΟΚ, ΕΓΚΡΙΣΗ ΕΟΚ, ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΣ 1. ΟΡΙΣΜΟΙ

1.1. Τύπος ελκυστήρα όσον αφορά το σύστημα πεδήσεως

Ως "τύπος ελκυστήρα όσον αφορά το σύστημα πεδήσεως" νοούνται οι ελκυστήρες που δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους βασικές διαφορές- οι διαφορές αυτές δύνανται να αναφέρονται ιδίως στα ακόλουθα:

1.1.1. βάρος χωρίς φορτίο, όπως ορίζεται στο σημείο 1.18,

1.1.2. μέγιστο βάρος, όπως ορίζεται στο σημείο 1.16,

1.1.3. κατανομή του βάρους επί των αξόνων,

1.1.4. τεχνικά αποδεκτό μέγιστο βάρος επί κάθε άξονος,

1.1.5. μεγίστη ταχύτητα εκ κατασκευής,

1.1.6. σύστημα πεδήσεως διαφόρου τύπου (ιδίως, παρουσία ή όχι του εξοπλισμού για την πέδηση ενός ρυμουλκουμένου),

1.1.7. αριθμό και διάταξη των υπό πέδηση αξόνων,

1.1.8. τύπο κινητήρα,

1.1.9. ολικό υποπολλαπλασιασμό της μεταδόσεως που αντιστοιχεί στη μεγίστη ταχύτητα,

1.1.10. διαστάσεις των ελαστικών των υπό πέδηση αξόνων.

1.2. Διάταξη πεδήσεως

Ως "διάταξη πεδήσεως" νοείται το σύνολο των οργάνων που η λειτουργία τους αποσκοπεί στη μείωση ή βαθμιαία εκμηδένιση της ταχύτητος ενός εν κινήσει ελκυστήρα ή τη συγκράτηση αυτού ακινήτου αν βρίσκεται ήδη εν στάσει. Οι λειτουργίες αυτές εξειδικεύονται στο σημείο 4.1.2. Η διάταξη αποτελείται εκ του οργάνου χειρισμού, της μεταδόσεως και της κυρίως πέδης.

1.3. Ρυθμιζόμενη πέδηση

Ως "ρυθμιζόμενη πέδηση" νοείται η πέδηση κατά την οποία, στο εσωτερικό του κανονικού πεδίου λειτουργίας της διατάξεως, κατά τη σύσφιξη ή την αποσύσφιξη των πεδών:

1.3.1. ο οδηγός δύναται, κάθε στιγμή, να αυξήσει ή να ελαττώσει τη δύναμη πεδήσεως δια της δράσεως επί του οργάνου χειρισμού,

1.3.2. η δύναμη πεδήσεως δρα κατά την ίδια διεύθυνση με τη δράση επί του οργάνου χειρισμού (μονότονος λειτουργία),

1.3.3. είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί εύκολα μία επαρκώς λεπτή ρύθμιση της δυνάμεως πεδήσεως.

1.4. Όργανο χειρισμού

Ως "όργανο χειρισμού" νοείται το εξάρτημα το τιθεμένο σε ενέργεια απευθείας από τον οδηγό για να δώσει στη μετάδοση την απαραίτητη για την πέδηση ή τον έλεγχο της πεδήσεως ενέργεια.

Η ενέργεια αυτή δύναται να είναι είτε η μυϊκή ενέργεια του οδηγού, είτε μία άλλη πηγή ενεργείας ελεγχομένη από τον οδηγό, είτε ένας συνδυασμός αυτών των διαφόρων κατηγοριών ενεργειών.

1.5. Μετάδοση

Ως "μετάδοση" νοείται το σύνολο των στοιχείων τα οποία υπάρχουν μεταξύ του οργάνου χειρισμού και της πέδης και τα οποία τα συνδέουν κατά λειτουργικό τρόπο. Η μετάδοση δύναται να είναι μηχανική, υδραυλική, δι' αέρος, ηλεκτρική ή μικτή. Όταν η πέδηση εφασφαλίζεται ή υποβοηθείται υπό μιας ανεξαρτήτου του οδηγού πηγής ενεργείας αλλά ελεγχομένης υπ' αυτού, η εφεδρεία ενεργείας που διαθέτει η διάταξη αποτελεί επίσης τμήμα της μεταδόσεως.

1.6. Πέδη

Ως "πέδη" νοείται το όργανο στο οποίο αναπτύσσονται οι αντιτιθέμενες στην κίνηση του ελκυστήρα δυνάμεις. Η πέδη δύναται να είναι τύπου δια τριβής (όταν οι δυνάμεις δημιουργούνται διά της τριβής μεταξύ δύο εξαρτημάτων ευρισκομένων σε σχετική μεταξύ των κίνηση και ανηκόντων αμφοτέρων στον ελκυστήρα), ηλεκτρικού (όταν οι δυνάμεις δημιουργούνται διά ηλεκτρομαγνητικής δράσεως μεταξύ δύο στοιχείων ευρισκομένων σε σχετική μεταξύ τους κίνηση, που δεν ευρίσκονται σε επαφή, και ανηκόντων αμφοτέρων στον ελκυστήρα), με ρευστό (όταν οι δυνάμεις αναπτύσσονται διά της δράσεως ενός ρευστού ευρισκομένου μεταξύ δύο στοιχείων σε σχετική κίνηση και ανηκόντων αμφοτέρων στον ελκυστήρα), κινητήρος (όταν οι δυνάμεις προέρχονται εκ μιας τεχνικής αυξήσεως της επιβραδυτικής δράσεως του κινητήρα η οποία μεταδίδεται στους τροχούς).

Μία διάταξη που εμπλέκει μηχανικώς το σύστημα μεταδόσεως του ελκυστήρα αλλά η οποία δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί όταν ο ελκυστήρας είναι σε κίνηση θεωρείται ως πέδη σταθμεύσεως.

1.7. Διατάξεις πεδήσεως διαφόρων τύπων

Ως "διατάξεις πεδήσεως διαφόρων τύπων" νοούνται οι διατάξεις οι οποίες παρουσιάζουν μεταξύ τους βασικές διαφορές που δύνανται να αναφέρονται ιδίως επί των ακολούθων σημείων:

1.7.1. διατάξεις των οποίων ένα ή περισσότερα στοιχεία έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδίως όσον αφορά τα υλικά, το σχήμα ή το μέγεθος,

1.7.2. διατάξεις των οποίων τα στοιχεία συνδυάζονται κατά διαφορετικό τρόπο.

1.8 "Στοιχείο διατάξεως πεδήσεως"

Ως "στοιχείο διατάξεως πεδήσεως" νοείται ένα από τα μεμονωμένα συστατικά των οποίων το σύνολο σχηματίζει τη διάταξη πεδήσεως.

1.9. "Συνεχής πέδηση"

Ως "συνεχής πέδηση" νοείται η πέδηση επί ενός συνόλου οχημάτων η οποία επιτυγχάνεται διά της χρήσεως εγκαταστάσεως που έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1.9.1. μοναδικό όργανο χειρισμού επί του οποίου ο οδηγός, ευρισκόμενος στη θέση του οδηγήσεως, ενεργεί προοδευτικά με ένα μόνο χειρισμό,

1.9.2. η χρησιμοποιουμένη για την πέδηση των οχημάτων, που αποτελούν το σύνολο, ενέργεια παρέχεται από την αυτή πηγή ενεργείας (η οποία δύναται να είναι η μυϊκή δύναμη του οδηγού).

1.9.3. η εγκατάσταση πεδήσεως εξασφαλίζει, ταυτόχρονα ή με κατάλληλη χρονική ακολουθία, την πέδηση καθενός από τα οχήματα που σχηματίζουν το σύνολο, ανεξάρτητα από τη σχετική θέση τους.

1.10. "Ημισυνεχής πέδηση"

Ως "ημισυνεχής πέδηση" νοείται η πέδηση επί των συνόλων των οχημάτων που επιτυγχάνεται διά της χρήσεως εγκαταστάσεως που έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1.10.1. μοναδικό όργανο χειρισμού επί του οποίου ο οδηγός, ευρισκόμενος στη θέση του οδηγήσεως, ενεργεί προοδευτικά με ένα μόνο χειρισμό,

1.10.2. η χρησιμοποιουμένη για την πέδηση των οχημάτων, που αποτελούν το σύνολο, ενέργεια παρέχεται από πολλές διαφορετικές πηγές ενεργείας (η μία εξ αυτών δύναται να είναι η μυϊκή δύναμη του οδηγού),

1.10.3. η εγκατάσταση πεδήσεως εξασφαλίζει, ταυτόχρονα ή με κατάλληλη χρονική ακολουθία, την πέδηση καθενός από τα οχήματα που σχηματίζουν το σύνολο, ανεξάρτητα από τη σχετική θέση τους.

1.11. "Ανεξάρτητη υποβοηθούμενη πέδηση"

Ως "ανεξάρτητη υποβοηθούμενη πέδηση" νοείται η πέδηση επί ενός συνόλου οχημάτων η οποία επιτυγχάνεται διά διατάξεων που παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1.11.1. το όργανο χειρισμού της πέδης του οχήματος ελκυστήρα είναι ανεξάρτητο του οργάνου χειρισμού της πεδήσεως των ρυμουλκουμένων οχημάτων. Αυτό το τελευταίο όργανο χειρισμού είναι εν πάση περιπτώσει τοποθετημένο επί του ελκυστήρα σε τρόπο ώστε ο οδηγός από τη θέση του οδηγήσεως να δύναται να ενεργεί εύκολα επ' αυτού,

1.11.2. η χρησιμοποιουμένη ενέργεια για την πέδηση των ρυμουλκουμένων οχημάτων δεν δύναται να είναι η μυϊκή δύναμη του οδηγού.

1.12. "Ανεξάρτητη πέδηση"

Ως "ανεξάρτητη πέδηση" νοείται η πέδηση επί ενός συνόλου οχημάτων η οποία επιτυγχάνεται διά διατάξεων που παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1.12.1. το όργανο χειρισμού της πέδης του οχήματος ελκυστήρα είναι ανεξάρτητο του οργάνου χειρισμού της πεδήσεως των ρυμουλκουμένων οχημάτων. Το τελευταίο αυτό όργανο χειρισμού είναι εν πάση περιπτώσει τοποθετημένο επί του ελκυστήρα σε τρόπο ώστε ο οδηγός να δύναται να ενεργεί εύκολα επ' αυτού εκ της θέσεώς του οδηγήσεως,

1.12.2. η χρησιμοποιουμένη για την πέδηση των ρυμουλκουμένων οχημάτων ενέργεια είναι η μυϊκή δύναμη του οδηγού.

1.13. "Αυτόματη πέδηση"

Ως "αυτόματη πέδηση" νοείται η πέδηση του ή των ρυμουλκουμένων οχημάτων που εμφανίζεται αυτόματα, κατόπιν αποχωρισμού των στοιχείων του συνόλου των συζευγμένων οχημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της ρήξεως της συζεύξεως, χωρίς να μηδενισθεί η αποτελεσματικότητα της πεδήσεως του υπολοίπου συνόλου.

1.14. "Πέδηση αδρανείας"

Ως "πέδηση αδρανείας" νοείται η πέδηση η πραγματοποιουμένη διά χρησιμοποιήσεως των δυνάμεων οι οποίες εμφανίζονται όταν το ρυμουλκούμενο όχημα πλησιάζει τον ελκυστήρα.

1.15. "Ελκυστήρας με φορτίο"

Ως "ελκυστήρας με φορτίο" νοείται, εκτός ειδικών ενδείξεων, ο ελκυστήρας ο φορτωμένος κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται το μέγιστο βάρος του.

1.16. "Μέγιστο βάρος"

Ως "μέγιστο βάρος" νοείται το μέγιστο τεχνικά αποδεκτό βάρος που δηλώνεται από τον κατασκευαστή (το βάρος αυτό δύναται να είναι ανώτερο του μεγίστου επιτρεπομένου βάρους).

1.17. "Ελκυστήρας χωρίς φορτίο"

Ως "ελκυστήρας χωρίς φορτίο" νοείται ο ευρισκόμενος σε ετοιμότητα κινήσεως ελκυστήρας, με πλήρεις τις αποθήκες και το ψυγείο, μεθ' οδηγού βάρους 75 χιλιογράμμων, άνευ συνοδών ή προαιρετικών εξαρτημάτων ή φορτίου.

1.18. "Βάρος χωρίς φορτίο"

Ως "βάρος χωρίς φορτίο" νοείται το βάρος του ελκυστήρα χωρίς φορτίο.

2. ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΚΡΙΣΕΩΣ ΕΟΚ

2.1. Η αίτηση εγκρίσεως ΕΟΚ ενός τύπου ελκυστήρα που αφορά στο σύστημα πεδήσεως πρέπει να υποβάλλεται από τον κατασκευαστή ή τον εντολοδόχο του.

2.2. Πρέπει να συνοδεύεται από τα αναφερόμενα κατωτέρω έγγραφα, εις τριπλούν, και από τις ακόλουθες ενδείξεις:

2.2.1. περιγραφή του τύπου ελκυστήρα ως προς τις αναφερόμενες στα σημεία 1.1.1. ως 1.1.10 ενδείξεις. Πρέπει να υποδεικνύονται οι αριθμοί και/ή τα σύμβολα τα αποδιδόμενα από τον κατασκευαστή ή τον εντολοδόχο του στον τύπο ελκυστήρα,

2.2.2. κατάλογο δεόντως πιστοποιημένων στοιχείων που αποτελούν τη διάταξη πεδήσεως,

2.2.3. σχήμα της διατάξεως πεδήσεως με ένδειξη της θέσεως καθενός των στοιχείων αυτών επί του ελκυστήρα, ώστε να επιτρέπεται ο εντοπισμός και η αναγνώριση των διαφόφων στοιχείων.

2.3. Πρέπει να παρουσιασθεί εξάλλου:

2.3.1. ένας ελκυστήρας αντιπροσωπευτικός του προς έγκριση τύπου ελκυστήρα,

2.3.2. αν ζητηθούν, σχέδια σε μέγιστο τύπο χάρτου Α4 (210 χιλιοστόμετρα x 297 χιλιοστόμετρα) ή διπλωμένα στο σχήμα αυτό και υπό κατάλληλη κλίμακα.

3. ΕΓΚΡΙΣΗ ΕΟΚ

Ένα δελτίο σύμφωνα προς το απεικονιζόμενο στο παράρτημα V υπόδειγμα συμπληρώνεται και επισυνάπτεται στο δελτίο εγκρίσεως ΕΟΚ.

4. ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΣ

4.1. Γενικότητες

4.1.1. Διάταξη πεδήσεως

4.1.1.1. Η διάταξη πεδήσεως πρέπει να έχει σχεδιασθεί, κατασκευασθεί και τοποθετηθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε, υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως και παρ' όλους τους κραδασμούς στους οποίους δύναται να υποβληθεί, ο ελκυστήρας να δύναται να πληροί τις κατωτέρω προδιαγραφές.

4.1.1.2. Ειδικότερα η διάταξη πεδήσεως πρέπει να έχει σχεδιασθεί, κατασκευασθεί και τοποθετηθεί κατά τρόπο ώστε να ανθίσταται στα φαινόμενα διαβρώσεως που εμφανίζονται κατά τη χρησιμοποίησή του και τα οποία δύναται να οδηγήσουν σε αιφνίδια πτώση της αποτελεσματικότητος της πεδήσεως.

4.1.2. Λειτουργίες της διατάξεως πεδήσεως

Η διάταξη πεδήσεως οποία προσδιορίζεται στο σημείο 1.2 πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

4.1.2.1. Κυρίως πέδηση

4.1.2.1.1. Η κυρίως πέδηση πρέπει να επιτρέπει τον έλεγχο της κινήσεως του ελκυστήρα και να τον σταματά κατά τρόπο ασφαλή,ταχύ και αποτελεσματικό στις αποδεκτές εκ κατασκευής ταχύτητες, με όλο το επιτρεπόμενο φορτίο και σε ανιούσα ή κατιούσα κλίση. Η λειτουργία της πρέπει να είναι ρυθμιζομένη. Οι προϋποθέσεις αυτές θεωρείται ότι πληρούνται αν τηρούνται οι προδιαγραφές του παραρτήματος II.

Ο οδηγός πρέπει να δύναται να επενεργεί επί της πεδήσεως εκ της θέσεώς του, διατηρών τον έλεγχο του οργάνου διευθύνσεως του ελκυστήρα διά μιας τουλάχιστον χειρός. Η κυρίως πέδη του ελκυστήρα δύναται να απαρτίζεται εκ μιας δεξιάς διατάξεως και εκ μιας αριστεράς διατάξεως. Αυτοί οι μηχανισμοί πρέπει να δύνανται να συμπλέκονται κατά τρόπο ώστε να τίθενται σε κίνηση δι' ενός μόνο χειρισμού. Η σύμπλεξη αυτή πρέπει να είναι δυνατόν να καταργείται.

Κάθε διάταξη, δεξιά ή αριστερά, πρέπει να διαθέτει ένα σύστημα ρυθμίσεως που δύναται να είναι χειροκίνητο ή αυτόματο, κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατό να πραγματοποιείται μία ευχερής ρύθμιση του συστήματος εξισορροπήσεως των πεδών.

4.1.2.2. Πέδηση σταθμεύσεως

4.1.2.2.1. Η πέδηση σταθμεύσεως πρέπει να επιτρέπει τη συγκράτηση του ελκυστήρα ακινήτου σε μία ανιούσα ή κατιούσα κλίση, ακόμη και εν απουσία του οδηγού, ενώ τα ενεργά στοιχεία σ' αυτή την περίπτωση παραμένουν σε θέση συσφίξεως διά μιας διατάξεως καθαρά μηχανικής δράσεως.

Τούτο δύναται να επιτευχθεί διά μιας πέδης που δρα επί της μεταδόσεως. Ο οδηγός πρέπει να δύναται να επιτύχει την πέδηση αυτή εκ της θέσεώς του οδηγήσεως, επιτρεπομένης μιας επαναλαμβανομένης δράσεως για να επιτευχθεί η προδιαγραφομένη αποτελεσματικότητα.

4.2. Χαρακτηριστικά των διατάξεων πεδήσεως

4.2.1. Το σύνολο των διατάξεων πεδήσεως διά των οποίων είναι εφοδιασμένος ο ελκυστήρας πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την κυρίως πέδηση, την εφεδρική και την πέδηση σταθμεύσεως.

4.2.2. Οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την κυρίως πέδηση, την εφεδρική και την πέδηση σταθμεύσεως δύνανται να έχουν κοινά τμήματα, υπό την επιφύλαξη να πληρούν τις ακόλουθες προδιαγραφές:

4.2.2.1. πρέπει να υπάρχουν επ' αυτών τουλάχιστον δύο όργανα χειρισμού ανεξάρτητα το ένα του άλλου, προσπελάσιμα στον οδηγό εκ της θέσεώς του οδηγήσεως. Η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση πρέπει να τηρείται, ακόμη και αν ο οδηγός φέρει ζώνη ασφαλείας,

4.2.2.2. σε περίπτωση θραύσεως παντός στοιχείου της διατάξεως πεδήσεως εκτός των πεδών (υπό την έννοια του σημείου 1.6) ή σε οποιαδήποτε άλλη βλάβη της διατάξεως κυρίως πεδήσεως (κακή λειτουργία, μερική ή ολική εξάντληση ενός αποθέματος ενεργείας), πρέπει να είναι δυνατόν να σταματήσει προοδευτικά ο ελκυστήρας μέχρι της ολικής στάσεως αυτού με μία επιβράδυνση τουλάχιστον ίση προς το 50% της προδιαγραφομένης στο σημείο 2.1.1 του παραρτήματος II τιμής.

Η ανωτέρω προϋπόθεση πρέπει να πραγματοποιείται διά μιας παραμενούσης πεδήσεως επί των τροχών των ευρισκομένων εκατέρωθεν του διαμέσου διαμήκους επιπέδου (χωρίς ο ελκυστήρας να εγκαταλείψει την τροχιά του).

Για την εφαρμογή του παρόντος σημείου, τα σύνολα μοχλός-μοχλίσκος ή τα παρόμοια, με τα οποία ενεργοποιούνται οι πέδες, δεν θεωρούνται ως υποκείμενα, ενδεχομένως, σε θραύση.

4.2.3. Ακόμη και αν χρησιμοποιείται μία ενέργεια διάφορος της μυϊκής ενεργείας του οδηγού, η πηγή ενεργείας (παραδείγματος χάρη, η υδραυλική αντλία, συμπιεστής αέρος κλπ.) δύναται να είναι μοναδική αν πληρούνται οι προδιαγραφές του σημείου 4.2.2.

4.2.4. Η διάταξη κυρίως πεδήσεως πρέπει να ενεργεί επί των τροχών τουλάχιστον ενός άξονα.

4.2.5. Η ενέργεια πεδήσεως της διατάξεως κυρίως πεδήσεως πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των τροχών του ιδίου άξονα κατά συμμετρικό τρόπο σε σχέση προς το διάμηκες στο μέσο του ελκυστήρα επίπεδο.

4.2.6. Η διάταξη κυρίως πεδήσεως και η διάταξη πεδήσεως σταθμεύσεως πρέπει να ενεργούν επί των υπό πέδηση επιφανειών των συνδεομένων μετά των τροχών κατά συνεχή τρόπο διά μέσου εξαρτημάτων αρκούντως ανθεκτικών. Καμία υπό πέδηση επιφάνεια δεν πρέπει να αποσυνδέεται από τους τροχούς. Όταν η πέδηση εφαρμόζεται επί ενός μόνο άξονα, το διαφορικό δεν πρέπει να είναι τοποθετημένο μεταξύ της κυρίως πέδης και του τροχού. Όταν η πέδηση εφαρμόζεται επί δύο αξόνων, το διαφορικό δύναται να είναι τοποθετημένο μεταξύ της κυρίως πέδης και του τροχού επί ενός εκ των δύο αξόνων.

4.2.7. Η φθορά των πεδών πρέπει να είναι δυνατόν να αντισταθμίζεται ευχερώς δι' ενός συστήματος ρυθμίσεως χειροκίνητου ή αυτόματου. Επί πλέον το όργανο χειρισμού και τα στοιχεία της μεταδόσεως και των πεδών πρέπει να διαθέτουν μία εφεδρεία διαδρομής τέτοια ώστε, μετά από θέρμανση των πεδών ή μετά έναν ορισμένο βαθμό φθοράς των επιφανειών τριβής, η αποτελεσματικότητα της πεδήσεως να εξασφαλίζεται χωρίς την ανάγκη αμέσου ρυθμίσεως.

4.2.8. Στις διατάξεις πεδήσεως υδραυλικής μεταδόσεως, οι οπές πληρώσεως των δεξαμενών υγρού πρέπει να είναι προσπελάσιμες. Επί πλέον, τα περιέχοντα το απόθεμα του υγρού δοχεία πρέπει να έχουν κατασκευασθεί με τρόπο ώστε να επιτρέπουν, χωρίς να είναι απαραίτητο να ανοιχθούν, έναν ευχερή έλεγχο της στάθμης του αποθέματος.

4.2.9. Κάθε ελκυστήρας εξοπλισμένος διά πέδης ενεργοποιουμένης από μία αποθήκη ενεργείας πρέπει να είναι εφοδιασμένος στην περίπτωση κατά την οποία η πέδηση με την προδιαγραφόμενη αποτελεσματικότητα είναι αδύνατη χωρίς την παρεμβολή της συσσωρευμένης ενέργειας διά μιας διατάξεως συναγερμού επί πλέον του μανομέτρου, που να δείχνει οπτικά ή ακουστικά ότι η ενέργεια σε ένα τυχόν τμήμα της εγκαταστάσεως πριν από το διανομέα περιορίσθηκε σε τιμή μικρότερη ή ίση προς 65% της κανονικής της τιμής.

Η διάταξη αυτή πρέπει να είναι συνδεδεμένη απευθείας και μονίμως στο κύκλωμα.

4.2.10. Με την επιφύλαξη των επιβαλλομένων προϋποθέσεων στο σημείο 4.1.2.1, όταν η παρεμβολή μιας βοηθητικής πηγής ενεργείας είναι απαταίτητη στη λειτουργία μιας διατάξεως πεδήσεως, το απόθεμα ενεργείας πρέπει να είναι τέτοιο ώστε σε περίπτωση παύσεως της λειτουργίας του κινητήρα, η αποτελεσματικότητα της πεδήσεως να είναι αρκετή ώστε να σταματήσει ο ελκυστήρας υπό τις προδιαγραφόμενες προϋποθέσεις.

4.2.11. Οι βοηθητικοί μηχανισμοί δεν δύνανται να αντλούν την ενέργεία τους παρά μόνο με συνθήκες τέτοιες ώστε η λειτουργία τους να μη δύναται να συμβάλλει, ακόμη και σε περίπτωση βλάβης της πηγής ενεργείας, στη μείωση των αποθεμάτων ενεργείας που τροφοδοτούν τις διατάξεις πεδήσεως κάτω της υποδεικνυομένης στο σημείο 4.2.9. στάθμης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΕΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΕΔΗΣΕΩΣ 1. ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΕΔΗΣΕΩΣ

1.1. Γενικότητες

1.1.1. Η αποτελεσματικότητα μιας διατάξεως κυρίως πεδήσεως βασίζεται επί της μέσης επιβραδύνσεως υπολογιζομένης βάσει της αποστάσεως πεδήσεως. Η απόσταση πεδήσεως είναι η καλυπτομένη υπό του ελκυστήρα απόσταση από τη στιγμή κατά την οποία ο οδηγός αρχίζει να δρα επί του οργάνου χειρισμού της διατάξεως μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ο ελκυστήρας ακινητοποιείται.

Η αποτελεσματικότητα μιας διατάξεως πεδήσεως σταθμεύσεως βασίζεται στην ικανότητα να διατηρήσει τον ελκυστήρα ακίνητο σε μία ανιούσα ή κατιούσα κλίση.

1.1.2. Για την έγκριση παντός ελκυστήρα, η αποτελεσματικότητα της πεδήσεως μετράται κατά τη διάρκεια των δοκιμών επί οδού. Οι δοκιμές αυτές πρέπει να πραγματοποιούνται υπό τις ακόλουθες συνθήκες:

1.1.2.1. ο ελκυστήρας πρέπει να ευρίσκεται υπό τις συνθήκες βάρους που υποδεικνύονται για κάθε τύπο δοκιμής. Οι συνθήκες αυτές πρέπει να αναφέρονται στο πρακτικό της δοκιμής,

1.1.2.2. κατά τη διάρκεια των δοκιμών, η εφαρμοζομένη επί του οργάνου χειρισμού δύναμη για την επίτευξη της προδιαγραφομένης αποτελεσματικότητος δεν πρέπει να υπερβαίνει την τιμή των 60 da N επί των ποδοπλήκτρων οργάνων και των 40 da N επί των χειροκινήτων οργάνων,

1.1.2.3. η οδός πρέπει να έχει μία επιφάνεια που να παρέχει καλές συνθήκες προσφύσεως,

1.1.2.4. οι δοκιμές πρέπει να πραγματοποιούνται χωρίς άνεμο που να δύναται να επηρεάσει τα αποτελέσματα,

1.1.2.5. στην αρχή των δοκιμών, τα ελαστικά πρέπει να είναι ψυχρά και να έχουν την προδιαγραφόμενη πίεση για το πραγματικά φερόμενο φορτίο υπό των τροχών σε στατικές συνθήκες,

1.1.2.6. η προδιαγραφόμενη αποτελεσματικότητα πρέπει να επιτυγχάνεται άνευ εμπλοκής των τροχών, χωρίς ο ελκυστήρας να εγκαταλείπει την τροχιά του και χωρίς ανωμάλους κραδασμούς.

1.1.3. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, ο ελκυστήρας είναι εξοπλισμένος με τα τμήματα των διατάξεων πεδήσεως που ενδεχομένως προβλέπονται από τον κατασκευαστή για τα ρυμουλκούμενα οχήματα όπως προσδιορίζεται στα σημεία 1.9, 1.10, 1.11 και 1.12 του παραρτήματος I.

1.2. Δοκιμή τύπου 0

(συνήθης δοκιμή της αποτελεσματικότητας με τις πέδες ψυχρές)

1.2.1. Γενικότητες

1.2.1.1. Οι πέδες πρέπει να είναι ψυχρές στην αρχή της δοκιμής.

Μία πέδη θεωρείται ότι είναι ψυχρή, αν πληρούται ένας από τους ακόλουθους όρους:

1.2.1.1.1. η θερμοκρασία, μετρουμένη στο δίσκο ή στο εξωτερικό του τυμπάνου, είναι κατώτερη των 100o C,

1.2.1.1.2. στην περίπτωση των απολύτως ενσωματωμένων πεδών, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως των βυθισμένων εντός ελαίου πεδών, η θερμοκρασία, μετρουμένη στο εξωτερικό του ελαιοδοχείου, είναι κατώτερη των 50o C,

1.2.1.1.3. οι πέδες δεν έχουν χρησιμοποιηθεί επί μία ώρα.

1.2.1.2. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής πεδήσεως, οι μη υπό πέδηση άξονες, εφ' όσον δύνανται να αποσυμπλεχθούν, δεν πρέπει να συνδέονται προς τους υπό πέδηση άξονες.

1.2.1.3. Η δοκιμή πρέπει να πραγματοποιείται υπό τις ακόλουθες συνθήκες:

1.2.1.3.1. ο ελκυστήρας πρέπει να είναι φορτωμένος στο μέγιστο βάρος του, με τον μη υπό πέδηση άξονα φορτωμένο στο μέγιστο τεχνικώς αποδεκτό βάρος του και τους τροχούς του υπό πέδηση άξονα εξοπλισμένους δι' ελαστικών των μεγαλυτέρων προβλεπομένων διαστάσεων από τον κατασκευαστή.

Για τους ελκυστήρες με όλους τους τροχούς υπό πέδηση, ο εμπρόσθιος άξονας πρέπει να είναι φορτωμένος στο μέγιστο τεχνικώς αποδεκτό βάρος του.

1.2.1.3.2. η δοκιμή πρέπει να επαναλαμβάνεται με έναν χωρίς φορτίο ελκυστήρα ο οποίος δεν έχει επ' αυτού παρά τον οδηγό και ενδεχομένως ένα πρόσωπο επιφορτισμένο να παρακολουθεί τα αποτελέσματα της δοκιμής και πρέπει να πραγματοποιείται με τον ελκυστήρα τον εξοπλισμένο δι' ελαστικών των μεγαλυτέρων προβλεπομένων διαστάσεων υπό του κατασκευαστού,

1.2.1.3.3. τα προδιαγραφόμενα όρια για την ελάχιστη αποτελεσματικότητα, είτε για τη δοκιμή χωρίς φορτίο, είτε για τη δοκιμή με φορτίο, είναι τα αναφερόμενα στο σημείο 2.1.1,

1.2.1.3.4. η οδός πρέπει να είναι οριζόντια.

1.2.2. Η δοκιμή του τύπου 0 πρέπει να πραγματοποιείται:

1.2.2.1. στη μεγίστη εκ κατασκευής ταχύτητα, με κινητήρα αποσυμπλεγμένο,

1.2.2.2. είναι αποδεκτή μία ανοχή +- 10% όσον αφορά την ταχύτητα δοκιμής,

1.2.2.3. πρέπει να επιτευχθεί η προδιαγραφόμενη ελαχίστη αποτελεσματικότητα.

1.3. Δοκιμή του τύπου I

(δοκιμή απωλείας αποτελεσματικότητας)

1.3.1. Οι φορτωμένοι ελκυστήρες δοκιμάζονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η απορρόφηση ενεργείας να είναι ισοδύναμη με αυτή που πραγματοποιείται στον αυτό χρόνο για έναν ελκυστήρα με φορτίο, οδηγούμενο με μία σταθεροποιημένη ταχύτητα στα 80%+-5% της προβλεπομένης για τη δοκιμή του τύπου 0 ταχύτητας, επί μιας διαδρομής ενός χιλιομέτρου σε κατωφέρεια με κλίση 10% του κινητήρα όντος αποσυμπλεγμένου.

1.3.2. Στο τέλος της δοκιμής, μετρείται υπό τις συνθήκες δοκιμής του τύπου 0 με κινητήρα αποσυμπλεγμένο (ενώ οι συνθήκες θερμοκρασίας είναι προφανώς διαφορετικές) η παραμένουσα αποτελεσματικότητα της διατάξεως κυρίως πεδήσεως.

2. ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΕΔΗΣΕΩΣ

2.1. Διάταξη κυρίως πεδήσεως

2.1.1. Οι κυρίως πέδες των εκλυστήρων πρέπει να εξασφαλίζουν:

2.1.1.1. υπό τις προβλεπόμενες για τη δοκιμή του τύπου 0 συνθήκες, μία ελαχίστη μέση επιβράδυνση, υπολογιζομένη βάσει της αποστάσεως πεδήσεως, 2,4 m/s 2

2.1.1.2. μετά τη δοκιμή του τύπου I, μία παραμένουσα αποτελεσματικότητα η οποία δεν πρέπει να είναι κατωτέρα του 75% της προδιαγραφομένης, ούτε του 60% της διαπιστωθείσης τιμής κατά τη δοκιμή του τύπου 0 (με κινητήρα αποσυμπλεγμένο).

2.2. Διατάξεις πεδήσεως σταθμεύσεως

2.2.1. Η διάταξη πεδήσεως σταθμεύσεως, ακόμη και αν συνδυάζεται με μία από τις άλλες διατάξεις πεδήσεως, πρέπει να δύναται να συγκρατήσει σε στάση το φορτωμένο ελκυστήρα επί ανωφερείας ή κατωφερείας κλίσεως 15%.

2.2.2. Επί των ελκυστήρων στους οποίους επιτρέπεται να συζευχθούν ένα ή περισσότερα ρυμουλκούμενα, η διάταξη πεδήσεως σταθμεύσεως του ελκυστήρα πρέπει να δύναται να συγκρατήσει σε στάση επί ανιούσας ή κατιούσας κλίσεως 12% ένα σύνολο αποτελούμενο εξ ενός χωρίς φορτίο ελκυστήρα και ενός μη υπό πέδηση ρυμουλκουμένου του αυτού βάρους (όχι ανωτέρου των 3 τόνων).

2.2.3. Μία διάταξη πεδήσεως σταθμεύσεως η οποία πρέπει να ενεργοποιηθεί πολλές φορές πριν να επιτευχθεί η προδιαγραφόμενη αποτελεσματικότητα είναι δυνατόν να είναι αποδεκτή.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΕΔΕΣ ΕΛΑΤΗΡΙΟΥ 1. ΟΡΙΣΜΟΣ

Οι "πέδες ελατηρίου" είναι μηχανισμοί για τους οποίους η απαραίτητη προς πέδηση ενέργεια παρέχεται από ένα ή περισσότερα ελατήρια που λειτουργούν ως συσσωρευτές ενεργείας.

2. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ

2.1. Η πέδη ελατηρίου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την κυρίως πέδηση.

2.2. Για όλες τις τιμές της πιέσεως που είναι δυνατό να συναντηθούν στο κύκλωμα τροφοδοτήσεως του θαλάμου συμπιέσεως, μία ελαφρά διακύμανση της πιέσεως αυτής δεν πρέπει να προκαλέσει μία ισχυρά διακύμανση της δυνάμεως πεδήσεως.

2.3. Το κύκλωμα τροφοδοτήσεως του θαλάμου συμπιέσεως των ελατηρίων πρέπει να περιέχει ένα απόθεμα ενεργείας το οποίο δεν θα τροφοδοτεί κανέναν άλλο μηχανισμό ή εξοπλισμό. Η προδιαγραφή αυτή δεν εφαρμόζεται όταν τα ελατήρια δύνανται να συγκρατηθούν συμπιεσμένα διά της χρησιμοποιήσεως τουλάχιστον δύο ανεξαρτήτων μεταξύ τους συστημάτων.

2.4. Ο μηχανισμός πρέπει να έχει κατασκευασθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι δυνατό να συσφιχθούν και να αποσυσφιχθούν οι πέδες τουλάχιστον τρις, εκκινώντας εκ μιας αρχικής πιέσεως, στο θάλαμο συμπιέσεως των ελατηρίων, ίσης προς τη μεγίστη προβλεπόμενη πίεση. Ο όρος αυτός πρέπει να πληρούται εφ' όσον οι πέδες είναι ρυθμισμένες με τη μεγαλύτερη ακρίβεια.

2.5. Η πίεση στο θάλαμο συμπιέσεως, από της οποίας τα ελατήρια αρχίζουν να δρουν επί των πεδών, οι οποίες πρέπει να είναι ρυθμισμένες με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν πρέπει να είναι ανώτερη του 80% της ελαχίστης διαθεσίμου πιέσεως κανονικής λειτουργίας.

2.6. Αν η πίεση στο θάλαμο συμπιέσεως των ελατηρίων κατέρχεται στο επίπεδο της τιμής κατά την οποία τα στοιχεία των πεδών τίθενται σε κίνηση, μία οπτική ή ακουστική διάταξη συναγερμού πρέπει να τίθεται σε λειτουργία. Με την επιφύλαξη ότι πληρούται ο όρος αυτός, η εν λόγω διάταξη συναγερμού δύναται να είναι η ίδια με την προβλεπόμενη στο σημείο 4.2.9. του παραρτήματος I.

2.7. Όταν ένας ελκυστήρας για τον οποίο επιτρέπεται να έλκει ένα ρυμουλκούμενο με πέδηση συνεχή ή ημισυνεχή είναι εξοπλισμένος με πέδες ελατηρίου, η αυτόματη λειτουργία αυτών των πεδών ελατηρίου πρέπει να επιφέρει τη λειτουργία των πεδών του ελκομένου οχήματος.

3. ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΣΥΣΦΙΞΕΩΣ

3.1. Οι πέδες ελατηρίου πρέπει να είναι κατασκευασμένες κατά τέτοιον τρόπο ώστε, σε περίπτωση βλάβης, να είναι δυνατό να αποσυσφίγγονται χωρίς να πρέπει να χρησιμοποιείται το κανονικό όργανο χειρισμού τους. Ο όρος αυτός δύναται να πληρούται διά μιας βοηθητικής διατάξεως (δι' αέρος, μηχανικής κλπ.).

3.2. Αν η ενεργοποίηση της αναφερομένης στο σημείο 3.1. διατάξεως απαιτεί ένα εργαλείο ή μία κλείδα, αυτά πρέπει να ευρίσκονται επί του ελκυστήρα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΕΔΗΣΗ ΣΤΑΘΜΕΥΣΕΩΣ ΔΙΑ ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΚΥΛΙΝΔΡΩΝ 1. ΟΡΙΣΜΟΣ

Ως "μηχανική ασφάλιση των κυλίνδρων των πεδών" νοείται ένας μηχανισμός ο οποίος εξασφαλίζει τη λειτουργία της πεδήσεως σταθμεύσεως ενσφηνώνοντας μηχανικά τη ράβδο του εμβόλου της πέδης.

Η μηχανική ασφάλιση επιτυγχάνεται δια εκκενώσεως του συμπιεσμένου αέρος του περιεχομένου εντός του θαλάμου της ασφαλίσεως.

Είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο ώστε να δύναται να απασφαλισθεί όταν ο θάλαμος ασφαλίσεως επανατίθεται υπό πίεση.

2. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ

2.1. Όταν η πίεση στο θάλαμο ασφαλίσεως πλησιάζει τη στάθμη την αντιστοιχούσα προς τη μηχανική ασφάλιση, μία οπτική ή ακουστική διάταξη συναγερμού πρέπει να τίθεται σε λειτουργία.

2.2. Για τους κυλίνδρους τους εξοπλισμένους δι' ενός μηχανισμού μηχανικής ασφαλίσεως, η μετατόπιση του εμβόλου της πέδης πρέπει να δύναται να εξασφαλίζεται με δύο αποθέματα ενεργείας.

2.3. Ο ασφαλιζόμενος κύλινδρος της πέδης δεν δύναται να απασφαλισθεί παρά μόνο εάν είναι εξασφαλισμένο ότι η πέδη δύναται να λειτουργήσει εκ νέου μετά την απασφάλιση αυτή.

2.4. Σε περίπτωση βλάβης της πηγής ενεργείας που τροφοδοτεί το θάλαμο ασφαλίσεως, πρέπει να προβλέπεται ένας βοηθητικός μηχανισμός απασφαλίσεως (παραδείγματος χάρη μηχανικός ή δι' αέρος) ο οποίος να χρησιμοποιεί, παραδείγματος χάρη, τον περιεχόμενο σε ένα ελαστικό του ελκυστήρα αέρα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ

"" ID="1">Άξονας 1"> ID="1">Άξονας 2">

"" ID="1">Διαστάσεις των ελαστικών">

"" ID="1">18.1.1. Δοκιμή του τύπου 0" ID="1">Χωρίς φορτίο"> ID="1">Με φορτίο"" ID="1">18.1.2. Δοκιμή του τύπου I">