|
28.2.2023 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 63/28 |
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων
Προοίμιο
ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο (ETS αριθ. 185, στο εξής: «Σύμβαση»), που άνοιξε προς υπογραφή στις 23 Νοεμβρίου 2001 στη Βουδαπέστη, τα οποία υπογράφουν το παρόν,
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την εμβέλεια και τον αντίκτυπο της Σύμβασης παγκοσμίως,
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι η Σύμβαση έχει ήδη συμπληρωθεί από το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών (ETS αριθ. 189), το οποίο άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003 (στο εξής: «πρώτο πρωτόκολλο»), μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του εν λόγω πρωτοκόλλου,
ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τις υφιστάμενες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, καθώς και άλλες συμφωνίες και ρυθμίσεις συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης,
ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ επίσης τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (ETS αριθ. 108), όπως τροποποιήθηκε από το τροποποιητικό της πρωτόκολλο (CETS αριθ. 223), η οποία άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 10 Οκτωβρίου 2018 και στην οποία κάθε κράτος δύναται να κληθεί να προσχωρήσει,
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την κλιμακούμενη χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών υπηρεσιών, και την αύξηση του κυβερνοεγκλήματος, το οποίο συνιστά απειλή για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου και θεωρείται επίσης απειλή για τα ανθρώπινα δικαιώματα από αρκετά κράτη,
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΠΙΣΗΣ τον αυξανόμενο αριθμό των θυμάτων κυβερνοεγκλήματος και τη σημασία που έχει η απόδοση δικαιοσύνης στα εν λόγω θύματα,
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες για την προστασία της κοινωνίας και των ατόμων έναντι εγκλημάτων όχι μόνο απογραμμικά αλλά και επιγραμμικά, μέσω, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικών ποινικών ερευνών και διώξεων,
ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι τα αποδεικτικά στοιχεία κάθε ποινικού αδικήματος αποθηκεύονται ολοένα και περισσότερο σε ηλεκτρονική μορφή σε συστήματα υπολογιστών σε αλλοδαπές, πολλαπλές ή άγνωστες δικαιοδοσίες, και πεπεισμένα ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τη νόμιμη απόκτηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων προκειμένου να είναι εφικτή η αποτελεσματική αντίδραση της ποινικής δικαιοσύνης και η προάσπιση του κράτους δικαίου,
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ την ανάγκη για αυξανόμενη και πιο αποδοτική συνεργασία μεταξύ κρατών και ιδιωτικού τομέα και ότι, στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται περισσότερη σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους υπηρεσιών και άλλους φορείς όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να ανταποκρίνονται σε απευθείας αιτήματα για γνωστοποίηση ηλεκτρονικών δεδομένων που υποβάλλουν αρχές ποινικής δικαιοσύνης άλλων συμβαλλόμενων μερών,
ΑΠΟΣΚΟΠΩΝΤΑΣ, ως εκ τούτου, στην περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα του κυβερνοεγκλήματος και της συλλογής ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων για κάθε ποινικό αδίκημα στο πλαίσιο συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων, μέσω πρόσθετων εργαλείων για αποδοτικότερη αμοιβαία συνδρομή και άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ αρμόδιων αρχών· στη συνεργασία σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης· και στην απευθείας συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και παρόχων υπηρεσιών και άλλων φορέων που έχουν στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό τους σχετικές πληροφορίες,
ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΑ ότι η αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία για σκοπούς ποινικής δικαιοσύνης, εκτός των άλλων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ωφελείται από αποτελεσματικούς όρους και διασφαλίσεις για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθερίων,
ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΑ ότι η συλλογή ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων για ποινικές έρευνες συχνά αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, και αναγνωρίζοντας την απαίτηση προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ισχύει σε πολλά συμβαλλόμενα μέρη προκειμένου να εκπληρώνουν τις συνταγματικές και διεθνείς υποχρεώσεις τους, και
ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της ανάγκης να διασφαλιστεί ότι τα αποτελεσματικά μέτρα ποινικής δικαιοσύνης για το κυβερνοέγκλημα και η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή υπόκεινται σε όρους και διασφαλίσεις που προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που απορρέουν δυνάμει υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει τα κράτη στο πλαίσιο εφαρμοστέων διεθνών πράξεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950 (ETS αριθ. 5), το Διεθνές Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του 1966, ο Αφρικανικός Χάρτης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών του 1981, η Αμερικανική Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1969 και άλλες διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΣΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Κοινές διατάξεις
Άρθρο 1
Στόχος
Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να συμπληρώσει:
|
α. |
τη Σύμβαση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του παρόντος πρωτοκόλλου· και |
|
β. |
το πρώτο πρωτόκολλο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του παρόντος πρωτοκόλλου, τα οποία αποτελούν επίσης συμβαλλόμενα μέρη του πρώτου πρωτοκόλλου. |
Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
1. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, τα μέτρα που περιγράφονται στο παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζονται:
|
α. |
μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου, σε συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστή, καθώς και στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή ενός ποινικού αδικήματος· και |
|
β. |
μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του πρώτου πρωτοκόλλου που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου, σε συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις για ποινικά αδικήματα που καθορίζονται δυνάμει του πρώτου πρωτοκόλλου. |
2. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 3
Ορισμοί
1. Οι ορισμοί του άρθρου 1 και του άρθρου 18 παράγραφος 3 της Σύμβασης ισχύουν στο παρόν πρωτόκολλο.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ισχύουν οι ακόλουθοι επιπλέον ορισμοί:
|
α. |
«κεντρική αρχή»: η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται στο πλαίσιο σύμβασης ή ρύθμισης αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας που εφαρμόζεται μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών, ή, ελλείψει αυτών, η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται από συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 στοιχείο α της Σύμβασης· |
|
β. |
«αρμόδια αρχή»: δικαστική, διοικητική ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου η οποία εξουσιοδοτείται βάσει του εθνικού δικαίου να διατάσσει, να εγκρίνει ή να αναλαμβάνει την εκτέλεση μέτρων στο πλαίσιο του παρόντος πρωτοκόλλου με σκοπό τη συλλογή ή την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις· |
|
γ. |
«κατάσταση έκτακτης ανάγκης»: κατάσταση κατά την οποία υφίσταται σημαντικός και άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή την ασφάλεια οποιουδήποτε φυσικού προσώπου· |
|
δ. |
«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: πληροφορία που αφορά φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί· |
|
ε. |
«διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος»: το συμβαλλόμενο μέρος που διαβιβάζει τα δεδομένα ανταποκρινόμενο σε αίτημα ή συμμετέχοντας σε κοινή ομάδα έρευνας ή, για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2, το συμβαλλόμενο μέρος στο έδαφος του οποίου εδρεύει ο διαβιβάζων πάροχος υπηρεσιών ή φορέας που παρέχει υπηρεσίες καταχώρισης ονομάτων τομέα. |
Άρθρο 4
Γλώσσα
1. Τα αιτήματα, οι εντολές και οι συνοδευτικές πληροφορίες που υποβάλλονται προς συμβαλλόμενο μέρος συντάσσονται σε γλώσσα αποδεκτή από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5, ή συνοδεύονται από μετάφραση στην εν λόγω γλώσσα.
2. Οι εντολές βάσει του άρθρου 7 και τα αιτήματα βάσει του άρθρου 6, καθώς και κάθε συνοδευτική πληροφορία:
|
α. |
υποβάλλονται σε γλώσσα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους η οποία είναι αποδεκτή από τον πάροχο υπηρεσιών ή φορέα για ανάλογες εθνικές διαδικασίες· |
|
β. |
υποβάλλονται σε άλλη γλώσσα αποδεκτή από τον πάροχο υπηρεσιών ή φορέα· ή |
|
γ. |
συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α ή β. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
Μέτρα ενίσχυσης της συνεργασίας
Άρθρο 5
Γενικές αρχές που εφαρμόζονται στο κεφάλαιο ΙΙ
1. Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
2. Το τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από τα άρθρα 6 και 7. Προβλέπει διαδικασίες για την ενίσχυση της απευθείας συνεργασίας με παρόχους και φορείς στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Το τμήμα 2 εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών.
3. Το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από τα άρθρα 8 και 9. Προβλέπει διαδικασίες για την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ αρχών για τη γνωστοποίηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών. Το τμήμα 3 εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
4. Το τμήμα 4 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από το άρθρο 10. Προβλέπει διαδικασίες που αφορούν την επείγουσα αμοιβαία συνδρομή. Το τμήμα 4 εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
5. Το τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από τα άρθρα 11 και 12. Το τμήμα 5 εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Οι διατάξεις του τμήματος 5 δεν εφαρμόζονται όταν υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση ή ρύθμιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 7. Εντούτοις, τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να αποφασίσουν από κοινού να εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του τμήματος 5, εφόσον αυτό δεν απαγορεύεται από τη σύμβαση ή ρύθμιση.
6. Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έχει δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση για τη συνεργασία την ύπαρξη διττού αξιόποινου, η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι πληρούται, ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι νόμοι του τοποθετούν το αδίκημα στην ίδια κατηγορία ή χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο με το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος για να ονομάσουν το αδίκημα, αν η συμπεριφορά από την οποία προκύπτει το αδίκημα για το οποίο ζητείται συνδρομή συνιστά ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας του.
7. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν περιορίζουν τη συνεργασία μεταξύ συμβαλλόμενων μερών, ή μεταξύ συμβαλλόμενων μερών και παρόχων υπηρεσιών ή άλλων φορέων, στο πλαίσιο άλλων εφαρμοστέων συμφωνιών, ρυθμίσεων ή εθνικού δικαίου.
Άρθρο 6
Αίτημα για πληροφορίες καταχώρισης ονομάτων χώρου
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι αρμόδιες αρχές του να εξουσιοδοτούνται, για σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων, να εκδίδουν αίτημα προς φορέα που παρέχει υπηρεσίες καταχώρισης ονομάτων τομέα στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους, για παροχή πληροφοριών που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του φορέα, με σκοπό την ταυτοποίηση ή την επικοινωνία με τον καταχωρίζοντα όνομα τομέα.
2. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να επιτρέπεται σε φορείς στο έδαφός του να γνωστοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες ανταποκρινόμενοι σε αίτημα της παραγράφου 1, υπό την επιφύλαξη εύλογων προϋποθέσεων που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.
3. Το αίτημα της παραγράφου 1 περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
|
α. |
την ημερομηνία έκδοσης του αιτήματος, καθώς και την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής που εκδίδει το αίτημα· |
|
β. |
το όνομα τομέα για το οποίο ζητούνται πληροφορίες και λεπτομερή κατάλογο με τις ζητούμενες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων στοιχείων δεδομένων· |
|
γ. |
δήλωση ότι το αίτημα εκδίδεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου, ότι η ανάγκη παροχής πληροφοριών προκύπτει λόγω της σημασίας τους στο πλαίσιο συγκεκριμένης ποινικής έρευνας ή δίωξης και ότι οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την εν λόγω συγκεκριμένη ποινική έρευνα ή δίωξη· και |
|
δ. |
την προθεσμία και τον τρόπο γνωστοποίησης των πληροφοριών, καθώς και τυχόν άλλες ειδικές διαδικαστικές οδηγίες. |
4. Εφόσον δεχθεί ο φορέας, το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλλει το αίτημα της παραγράφου 1 σε ηλεκτρονική μορφή. Ενδέχεται να απαιτηθούν κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
5. Σε περίπτωση μη συνεργασίας ενός φορέα που περιγράφεται στην παράγραφο 1, το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει από τον φορέα να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο δεν γνωστοποιεί τις ζητούμενες πληροφορίες. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια διαβουλεύσεων με το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας, με στόχο να καθοριστούν τα διαθέσιμα μέτρα για τη λήψη των πληροφοριών.
6. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, κοινοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την αρχή που ορίζει για τις διαβουλεύσεις της παραγράφου 5.
7. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο των αρχών που ορίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει της παραγράφου 6. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υποβάλει για το μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
Άρθρο 7
Γνωστοποίηση πληροφοριών για συνδρομητές
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι οικείες αρμόδιες αρχές να εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν εντολή προς υποβολή απευθείας σε πάροχο υπηρεσιών στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους, προκειμένου να του γνωστοποιηθούν συγκεκριμένες, αποθηκευμένες πληροφορίες για συνδρομητές που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών, αν το συμβαλλόμενο μέρος έκδοσης χρειάζεται τις πληροφορίες για συνδρομητές στο πλαίσιο συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων.
|
2. |
|
3. Στην εντολή της παραγράφου 1 πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
|
α. |
η αρχή έκδοσης και η ημερομηνία έκδοσης· |
|
β. |
δήλωση ότι η εντολή εκδίδεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου· |
|
γ. |
το όνομα και η διεύθυνση του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών στους οποίους επιδίδεται· |
|
δ. |
το αδίκημα ή τα αδικήματα που είναι αντικείμενο της ποινική έρευνας ή δίωξης· |
|
ε. |
η αρχή που ζητά τις συγκεκριμένες πληροφορίες για συνδρομητές, αν δεν πρόκειται για την αρχή έκδοσης· και |
|
στ. |
λεπτομερής περιγραφή των ζητούμενων συγκεκριμένων πληροφοριών για συνδρομητές. |
4. Η εντολή της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από τις ακόλουθες συμπληρωματικές πληροφορίες:
|
α. |
την εθνική νομική βάση που εξουσιοδοτεί την αρχή να εκδίδει την εντολή· |
|
β. |
παραπομπή στις νομικές διατάξεις και στις προβλεπόμενες ποινές για το αδίκημα που ερευνάται ή διώκεται· |
|
γ. |
τα στοιχεία επικοινωνίας της αρχής στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών θα αποστείλει τις πληροφορίες για συνδρομητές, από την οποία δύναται να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες, ή στην οποία θα πρέπει να απαντήσει σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση· |
|
δ. |
την προθεσμία και τον τρόπο αποστολής των πληροφοριών για συνδρομητές· |
|
ε. |
το κατά πόσον έχει ήδη ζητηθεί διατήρηση των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων της ημερομηνίας διατήρησης και τυχόν αριθμού αναφοράς αν προβλέπεται· |
|
στ. |
τυχόν ειδικές διαδικαστικές οδηγίες· |
|
ζ. |
κατά περίπτωση, δήλωση ότι έγινε ταυτόχρονη γνωστοποίηση δυνάμει της παραγράφου 5· και |
|
η. |
κάθε άλλη πληροφορία που ενδέχεται να συμβάλει στην εξασφάλιση της γνωστοποίησης των πληροφοριών για συνδρομητές. |
|
5. |
|
6. Εφόσον δεχθεί ο πάροχος υπηρεσιών, το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλλει το αίτημα της παραγράφου 1 και τις συμπληρωματικές πληροφορίες της παραγράφου 4 σε ηλεκτρονική μορφή. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να παρέχουν τη γνωστοποίηση και τις πρόσθετες πληροφορίες της παραγράφου 5 σε ηλεκτρονική μορφή. Ενδέχεται να απαιτηθούν κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
7. Αν ο πάροχος υπηρεσιών ενημερώσει την αρχή της παραγράφου 4 στοιχείο γ ότι δεν προτίθεται να γνωστοποιήσει τις ζητούμενες πληροφορίες για συνδρομητές ή αν δεν γνωστοποιήσει τις πληροφορίες για συνδρομητές κατόπιν της εντολής της παραγράφου 1 εντός τριάντα ημερών από την παραλαβή της εντολής ή εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ, αν αυτή η χρονική περίοδος είναι μεγαλύτερη, οι αρμόδιες αρχές του συμβαλλόμενου μέρους έκδοσης δύνανται να ζητήσουν την εκτέλεση της εντολής μόνο μέσω του άρθρου 8 ή άλλων μορφών αμοιβαίας συνδρομής. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν από τον πάροχο υπηρεσιών να αιτιολογήσει την άρνηση γνωστοποίησης των πληροφοριών για συνδρομητές που ζητήθηκαν με την εντολή.
8. Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσουν ότι το συμβαλλόμενο μέρος έκδοσης οφείλει να ζητά τη γνωστοποίηση πληροφοριών για συνδρομητές από τον πάροχο υπηρεσιών προτού τη ζητήσει βάσει του άρθρου 8, εκτός εάν το συμβαλλόμενο μέρος έκδοσης παρέχει εύλογες εξηγήσεις για τους λόγους που δεν το έπραξε.
9. Κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, το συμβαλλόμενο μέρος δύναται:
|
α. |
να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόσει το παρόν άρθρο· ή |
|
β. |
αν η γνωστοποίηση ορισμένων ειδών αριθμών πρόσβασης βάσει του παρόντος άρθρου θα ήταν ασύμβατη προς τις θεμελιώδεις αρχές του εθνικού νομικού του συστήματος, να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόσει το παρόν άρθρο για τους εν λόγω αριθμούς. |
Άρθρο 8
Εφαρμογή εντολών από άλλο συμβαλλόμενο μέρος για ταχεία υποβολή πληροφοριών συνδρομητή και δεδομένων κίνησης
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι οικείες αρμόδιες αρχές του να εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν εντολή προς υποβολή στο πλαίσιο αιτήματος προς άλλο συμβαλλόμενο μέρος, με σκοπό να υποχρεωθεί πάροχος υπηρεσιών στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα να υποβάλει:
|
α. |
καθορισμένες και αποθηκευμένες πληροφορίες για συνδρομητές· και |
|
β. |
καθορισμένα και αποθηκευμένα δεδομένα κίνησης |
που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών και που χρειάζεται το συμβαλλόμενο μέρος για συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις.
2. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εντολής της παραγράφου 1 που υποβάλλει το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος.
3. Στο αίτημά του, το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος υποβάλλει την εντολή της παραγράφου 1, τις συνοδευτικές πληροφορίες και τυχόν ειδικές διαδικαστικές οδηγίες προς το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
|
α. |
Στην εντολή πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
|
|
β. |
Στις συνοδευτικές πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται με σκοπό να συνδράμουν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα στην εκτέλεση της εντολής και οι οποίες δεν γνωστοποιούνται στον πάροχο υπηρεσιών χωρίς τη συναίνεση του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους, πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
|
|
γ. |
Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα να εκτελέσει ειδικές διαδικαστικές οδηγίες. |
4. Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, να δηλώσουν ότι απαιτούνται πρόσθετες συνοδευτικές πληροφορίες για την εκτέλεση των εντολών της παραγράφου 1.
5. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κάνει αποδεκτά αιτήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
|
6. |
|
7. Αν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα αδυνατεί να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες της παραγράφου 3 στοιχείο γ κατά τον ζητούμενο τρόπο, ενημερώνει άμεσα το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και, κατά περίπτωση, διευκρινίζει τυχόν όρους υπό τους οποίους θα μπορούσε να συμμορφωθεί, κατόπιν των οποίων το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αποφασίζει αν το αίτημα θα πρέπει, παρά ταύτα, να εκτελεστεί.
8. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση αιτήματος επικαλούμενο τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 ή στο άρθρο 27 παράγραφος 4 της Σύμβασης ή να επιβάλει όρους που θεωρεί απαραίτητους προκειμένου να επιτρέψει την εκτέλεση του αιτήματος. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να αναβάλει την εκτέλεση αιτημάτων για λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 της Σύμβασης. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με την άρνηση, τους όρους ή την αναβολή. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει επίσης το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με άλλες περιστάσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική καθυστέρηση στην εκτέλεση του αιτήματος. Το άρθρο 28 παράγραφος 2 στοιχείο β της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν άρθρο.
|
9. |
|
10. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, κοινοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης και ενημερώνει τα στοιχεία επικοινωνίας των αρχών που έχουν οριστεί:
|
α. |
για την υποβολή εντολών βάσει του παρόντος άρθρου· και |
|
β. |
για την παραλαβή εντολών βάσει του παρόντος άρθρου. |
11. Το συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, δύναται να δηλώσει ότι ζητά η υποβολή σε αυτό αιτημάτων από άλλα συμβαλλόμενα μέρη βάσει του παρόντος άρθρου να πραγματοποιείται από την κεντρική αρχή του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους ή από άλλη αρχή που αποφασίζεται από κοινού από τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη.
12. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο των αρχών που ορίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει της παραγράφου 10. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υποβάλει για το μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
13. Κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, το συμβαλλόμενο μέρος δύναται να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόσει το παρόν άρθρο για τα δεδομένα κίνησης.
Άρθρο 9
Ταχεία γνωστοποίηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
|
1. |
|
2. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα, δυνάμει της παραγράφου 1:
|
α. |
στις αρχές του να ζητούν δεδομένα από πάροχο υπηρεσιών στο έδαφός του κατόπιν αιτήματος της παραγράφου 1· |
|
β. |
σε πάροχο υπηρεσιών στο έδαφός του να γνωστοποιεί τα ζητούμενα δεδομένα στις οικείες αρχές ανταποκρινόμενος σε αίτημα της παραγράφου 2 στοιχείο α· και |
|
γ. |
στις αρχές του να παρέχουν τα ζητούμενα δεδομένα στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος. |
3. Στο αίτημα της παραγράφου 1 πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
|
α. |
η αρμόδια αρχή που ζητά τα δεδομένα και η ημερομηνία έκδοσης του αιτήματος· |
|
β. |
δήλωση ότι το αίτημα εκδίδεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου· |
|
γ. |
το όνομα και η διεύθυνση του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών που έχουν στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό τους τα ζητούμενα δεδομένα· |
|
δ. |
το αδίκημα ή τα αδικήματα που είναι αντικείμενο της ποινική έρευνας ή δίωξης και παραπομπή στις οικείες νομικές διατάξεις και τις προβλεπόμενες ποινές· |
|
ε. |
επαρκή πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν ότι υφίσταται κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ο τρόπος με τον οποίο τα ζητούμενα δεδομένα σχετίζονται με αυτή· |
|
στ. |
λεπτομερής περιγραφή των ζητούμενων δεδομένων· |
|
ζ. |
τυχόν ειδικές διαδικαστικές οδηγίες· και |
|
η. |
κάθε άλλη πληροφορία που ενδέχεται να συμβάλει στη εξασφάλιση της γνωστοποίησης των ζητούμενων δεδομένων. |
4. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κάνει αποδεκτά αιτήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί επίσης να κάνει αποδεκτό αίτημα που διαβιβάζεται προφορικά και να ζητήσει επιβεβαίωση σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
5. Το συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, δύναται να δηλώσει ότι απαιτεί από τα αιτούντα συμβαλλόμενα μέρη, κατόπιν της εκτέλεσης του αιτήματος, να υποβάλουν το αίτημα και τυχόν συμπληρωματικές πληροφορίες που διαβιβάστηκαν προς υποστήριξή του, σε μορφότυπο και μέσω διαύλου που μπορεί να περιλαμβάνουν αμοιβαία συνδρομή, όπως ορίζει το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
6. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με την απόφασή του όσον αφορά το αίτημα της παραγράφου 1 βάσει ταχείας διαδικασίας και, κατά περίπτωση, προσδιορίζει τυχόν όρους υπό τους οποίους θα παρείχε τα δεδομένα και τυχόν άλλες μορφές συνεργασίας που είναι διαθέσιμες.
|
7. |
|
Άρθρο 10
Επείγουσα αμοιβαία συνδρομή
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει αμοιβαία συνδρομή βάσει ταχείας διαδικασίας αν θεωρεί ότι υφίσταται κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τα αιτήματα βάσει του παρόντος άρθρου πρέπει να περιλαμβάνουν, επιπλέον του λοιπού απαιτούμενου περιεχομένου, περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και του τρόπου με τον οποίο η ζητούμενη συνδρομή σχετίζεται με αυτή.
2. Το συμβαλλόμενο στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κάνει αποδεκτά τα εν λόγω αιτήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
3. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες, βάσει ταχείας διαδικασίας, προκειμένου να αξιολογήσει το αίτημα. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος παρέχει τις εν λόγω συμπληρωματικές πληροφορίες βάσει ταχείας διαδικασίας.
4. Αφού διαπιστώσει ότι υφίσταται κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εκπληρωθούν οι άλλες απαιτήσεις για αμοιβαία συνδρομή, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ανταποκρίνεται σε αυτό βάσει ταχείας διαδικασίας.
5. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι ένα άτομο στην κεντρική αρχή ή στις άλλες αρχές που είναι αρμόδιες να απαντούν σε αιτήματα αμοιβαίας συνδρομής είναι διαθέσιμο σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, προκειμένου να απαντά σε αιτήματα βάσει του παρόντος άρθρου.
6. Η κεντρική αρχή ή οι άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για την αμοιβαία συνδρομή στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και στο συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορούν να αποφασίσουν από κοινού ότι τα αποτελέσματα της εκτέλεσης του αιτήματος βάσει του παρόντος άρθρου, ή προαντίγραφό τους, μπορούν να δοθούν στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος μέσω διαύλου διαφορετικού από αυτόν που χρησιμοποιήθηκε για το αίτημα.
7. Όταν δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, εφαρμόζονται το άρθρο 27 παράγραφος 2 στοιχείο β, το άρθρο 27 παράγραφοι 3 έως 8 και το άρθρο 28 παράγραφοι 2 έως 4 της Σύμβασης στο παρόν άρθρο.
8. Όταν υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση ή ρύθμιση, το παρόν άρθρο συμπληρώνεται από τις διατάξεις της εν λόγω σύμβασης ή ρύθμισης, εκτός αν τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν από κοινού, αντί αυτών, να εφαρμόσουν ορισμένες ή όλες τις διατάξεις της Σύμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.
9. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι τα αιτήματα μπορούν επίσης να αποστέλλονται απευθείας στις δικαστικές του αρχές, ή μέσω των διαύλων του Διεθνούς Οργανισμού Εγκληματολογικής Αστυνομίας (ΙΝΤΕΡΠΟΛ) ή στο εθνικό σημείο επαφής που λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα και συστάθηκε βάσει του άρθρου 35 της Σύμβασης. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις, αποστέλλεται ταυτόχρονα αντίγραφο στην κεντρική αρχή του συμβαλλόμενου μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους. Όταν ένα αίτημα αποστέλλεται απευθείας σε δικαστική αρχή του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και η εν λόγω αρχή δεν είναι αρμόδια για τη διεκπεραίωσή του, παραπέμπει το αίτημα στην αρμόδια εθνική αρχή και ενημερώνει σχετικά το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος απευθείας.
Άρθρο 11
Βιντεοδιασκέψεις
1. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει, και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να επιτρέψει, τη λήψη καταθέσεων ή δηλώσεων από μάρτυρα ή εμπειρογνώμονα μέσω βιντεοδιάσκεψης. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα διασκέπτονται προκειμένου να διευκολύνουν την επίλυση τυχόν ζητημάτων που ίσως προκύψουν σχετικά με την εκτέλεση του αιτήματος, όσον αφορά τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση: το συμβαλλόμενο μέρος που θα προεδρεύσει· τις αρχές και τα πρόσωπα που θα παρίστανται· αν ένα ή αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη θα λάβουν ειδικές ένορκες καταθέσεις, θα απευθύνουν προειδοποιήσεις ή οδηγίες στον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα· τον τρόπο λήψης κατάθεσης από τον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα· τον τρόπο δέουσας διασφάλισης των δικαιωμάτων του μάρτυρα ή του εμπειρογνώμονα· την αντιμετώπιση αιτημάτων προστασίας απορρήτου ή ασυλίας· την αντιμετώπιση ενστάσεων επί ερωτημάτων ή απαντήσεων· και αν ένα ή αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη θα παρέχουν υπηρεσίες μετάφρασης, διερμηνείας και μεταγραφής.
|
2. |
|
3. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και το οποίο παρέχει συνδρομή βάσει του παρόντος άρθρου καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να εξασφαλίσει την παρουσία του προσώπου του οποίου ζητείται κατάθεση ή δήλωση. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό βάσει του δικαίου του, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να υποχρεώσει τον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα να παρουσιαστεί ενώπιον του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα σε καθορισμένο χρόνο και τόπο.
4. Οι διαδικασίες που αφορούν τη διεξαγωγή της βιντεοδιάσκεψης και καθορίζονται από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος ακολουθούνται, εκτός αν διαπιστωθεί ασυμβατότητα με το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Σε περίπτωση ασυμβατότητας, ή στον βαθμό που η διαδικασία δεν έχει καθοριστεί από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα εφαρμόζει τη διαδικασία βάσει του εθνικού του δικαίου, εκτός αν έχει αποφασιστεί άλλως από κοινού από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
5. Με την επιφύλαξη τυχόν δικαιοδοσίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους, αν κατά την βιντεοδιάσκεψη ο μάρτυρας ή ο εμπειρογνώμονας:
|
α. |
προβεί σε εκ προθέσεως ψευδή δήλωση ενώ το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έχει υποχρεώσει το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, σε ειλικρινή κατάθεση· |
|
β. |
αρνηθεί να καταθέσει ενώ το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έχει υποχρεώσει το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, σε κατάθεση· ή |
|
γ. |
διαπράξει άλλο παράπτωμα που απαγορεύεται από το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών· |
το πρόσωπο υπόκειται σε κυρώσεις στο συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, ανάλογες με αυτές που θα ίσχυαν αν η πράξη είχε διαπραχθεί στο πλαίσιο εθνικών του διαδικασιών.
|
6. |
|
7. Εφόσον συμφωνηθεί από κοινού μεταξύ αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα:
|
α. |
οι διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορούν να εφαρμόζονται για τους σκοπούς διεξαγωγής ηχοδιάσκεψης· |
|
β. |
η τεχνολογία βιντεοδιάσκεψης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς, ή για ακροαματικές διαδικασίες, εκτός αυτών που περιγράφονται στην παράγραφο 1, μεταξύ άλλων για σκοπούς ταυτοποίησης προσώπων ή αντικειμένων. |
8. Όταν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα επιλέγει να επιτρέψει τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας υπόπτου ή κατηγορουμένου, δύναται να απαιτήσει ειδικούς όρους και διασφαλίσεις όσον αφορά τη λήψη κατάθεσης ή δήλωσης από το εν λόγω πρόσωπο, ή την παροχή ειδοποιήσεων ή την εφαρμογή δικονομικών μέτρων σε αυτό.
Άρθρο 12
Κοινές ομάδες έρευνας και κοινές έρευνες
1. Με αμοιβαία συμφωνία, οι αρμόδιες αρχές δύο ή περισσότερων συμβαλλόμενων μερών δύνανται να συστήσουν και να διαχειρίζονται κοινή ομάδα έρευνας στο έδαφός τους για να διευκολύνουν ποινικές έρευνες ή διώξεις, όταν κρίνεται ότι ο ενισχυμένος συντονισμός είναι ιδιαίτερα επωφελής. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζονται από τα αντίστοιχα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη.
2. Οι διαδικασίες και οι όροι που διέπουν τη λειτουργία των κοινών ομάδων έρευνας, όπως οι ειδικοί σκοποί τους· η σύνθεση· οι λειτουργίες· η διάρκεια και οι περίοδοι παράτασης· η τοποθεσία· η οργάνωση· οι όροι συλλογής, διαβίβασης και χρήσης πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων· οι όροι εμπιστευτικότητας· και οι όροι όσον αφορά τον ρόλο των συμμετεχουσών αρχών ενός συμβαλλόμενου μέρους στις ερευνητικές δραστηριότητες που διεξάγονται στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους, είναι αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω αρμόδιων αρχών.
3. Το συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, δύναται να δηλώσει ότι η κεντρική αρχή του πρέπει να είναι υπογράφουσα, ή να έχει εκφράσει άλλως τη συναίνεσή της, στη συμφωνία σύστασης της ομάδας.
4. Οι εν λόγω αρμόδιες και συμμετέχουσες αρχές διατηρούν απευθείας επικοινωνία, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίσουν από κοινού άλλους κατάλληλους διαύλους επικοινωνίας σε περίπτωση που, λόγω έκτακτων περιστάσεων, απαιτείται πιο κεντρικός συντονισμός.
5. Όταν απαιτείται η ανάληψη ερευνητικών μέτρων στο έδαφος ενός εκ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών, οι συμμετέχουσες αρχές του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους δύνανται να ζητήσουν από τις οικείες αρχές τους να αναλάβουν τα εν λόγω μέτρα χωρίς να χρειάζεται υποβολή αιτήματος αμοιβαίας συνδρομής από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη. Τα μέτρα αυτά εκτελούνται από τις αρχές του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφός του, υπό τους όρους που εφαρμόζονται βάσει του εθνικού δικαίου στο πλαίσιο εθνικής έρευνας.
6. Η χρήση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων που παρέχονται από τις συμμετέχουσες αρχές ενός συμβαλλόμενου μέρους στις συμμετέχουσες αρχές άλλων ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών είναι δυνατό να μην γίνεται αποδεκτή ή να περιορίζεται κατά τον τρόπο που καθορίζεται στη συμφωνία που περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2. Αν η εν λόγω συμφωνία δεν θέτει όρους μη αποδοχής ή περιορισμού της χρήσης, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να χρησιμοποιούν τις παρεχόμενες πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία:
|
α. |
για τους σκοπούς για τους οποίους έχει συναφθεί η συμφωνία· |
|
β. |
για την ανίχνευση, την έρευνα και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων πέραν αυτών για τα οποία έχει συναφθεί η συμφωνία, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης συναίνεσης των αρχών που παρέχουν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία. Εντούτοις, δεν απαιτείται συναίνεση όταν οι θεμελιώδεις κανόνες δικαίου του συμβαλλόμενου μέρους που χρησιμοποιεί τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία επιβάλλουν τη γνωστοποίηση των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων για την προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων σε ποινικές διώξεις. Στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω αρχές ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρχές που παρείχαν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία· ή |
|
γ. |
για την αποτροπή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στην περίπτωση αυτή, οι συμμετέχουσες αρχές που έλαβαν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις συμμετέχουσες αρχές που παρείχαν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός αν έχει αποφασιστεί άλλως από κοινού. |
7. Ελλείψει συμφωνίας που περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2, κοινές έρευνες μπορούν να διεξάγονται βάσει αμοιβαία συμφωνηθέντων όρων ή κατά περίπτωση. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ανεξαρτήτως αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής βάσει ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Όροι και διασφαλίσεις
Άρθρο 13
Όροι και διασφαλίσεις
Σύμφωνα με το άρθρο 15 της Σύμβασης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι η θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο υπόκεινται στους όρους και τις διασφαλίσεις που ορίζονται από το εθνικό του δίκαιο και που προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Άρθρο 14
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1. Πεδίο εφαρμογής
|
α. |
Αν δεν προβλέπεται διαφορετικά στην παράγραφο 1 στοιχεία β και γ, η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει κάθε συμβαλλόμενο μέρος βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου γίνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 15 του παρόντος άρθρου. |
|
β. |
Αν, κατά τον χρόνο παραλαβής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου, το διαβιβάζον και το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύονται αμοιβαία από διεθνή συμφωνία που θεσπίζει ολοκληρωμένο πλαίσιο μεταξύ των εν λόγω συμβαλλόμενων μερών για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία είναι εφαρμοστέα στη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τον σκοπό της πρόληψης, ανίχνευσης, έρευνας ή δίωξης ποινικών αδικημάτων και η οποία προϋποθέτει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει της εν λόγω συμφωνίας τηρεί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών για την προστασία των δεδομένων, εφαρμόζονται οι όροι της εν λόγω συμφωνίας, όσον αφορά τα μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται βάσει του πρωτοκόλλου αντί των παραγράφων 2 έως 15, εκτός αν έχει συμφωνηθεί άλλως μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών. |
|
γ. |
Αν το διαβιβάζον και το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος δεν δεσμεύονται αμοιβαία βάσει συμφωνίας που περιγράφεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β, δύνανται να αποφασίσουν από κοινού ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου μπορεί να διενεργείται σύμφωνα με άλλες συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών αντί των παραγράφων 2 έως 15. |
|
δ. |
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος φροντίζει η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχεία α και β να πληροί τις απαιτήσεις του νομικού του πλαισίου για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όσον αφορά τις διεθνείς διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ότι δεν απαιτείται περαιτέρω έγκριση για διαβιβάσεις υπό το εν λόγω νομικό πλαίσιο. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αρνηθούν ή να απαγορεύσουν διαβιβάσεις δεδομένων σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου για λόγους προστασίας δεδομένων μόνο υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 15 όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχείο α· ή υπό τους όρους της συμφωνίας ή ρύθμισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β ή γ, όταν εφαρμόζεται ένα από τα εν λόγω στοιχεία. |
|
ε. |
Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόζουν πιο ισχυρές διασφαλίσεις κατά την επεξεργασία από τις αρχές τους δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου. |
2. Σκοπός και χρήση
|
α. |
Το συμβαλλόμενο μέρος που λαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προβαίνει στην επεξεργασία τους για τους σκοπούς που περιγράφονται στο άρθρο 2. Δεν προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για μη συμβατούς σκοπούς και δεν προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων εάν αυτό δεν επιτρέπεται βάσει του εθνικού του νομικού πλαισίου. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα του διαβιβάζοντος συμβαλλόμενου μέρους να επιβάλλει πρόσθετους όρους δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου σε ειδική περίπτωση· ωστόσο, οι εν λόγω όροι δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους προστασίας των δεδομένων γενικής φύσεως. |
|
β. |
Το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει βάσει του εθνικού νομικού του πλαισίου ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ζητούνται και υποβάλλονται σε επεξεργασία συνδέονται άμεσα με τους σκοπούς της εν λόγω επεξεργασίας και δεν τους υπερβαίνουν. |
3. Ποιότητα και ακεραιότητα
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει εύλογα μέτρα ώστε να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τηρούνται με ακρίβεια και πληρότητα και είναι επαρκώς επικαιροποιημένα στον βαθμό που απαιτείται και αρμόζει για τη νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς της επεξεργασίας τους.
4. Ευαίσθητα δεδομένα
Η επεξεργασία από συμβαλλόμενο μέρος δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποκαλύπτουν φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικές απόψεις ή θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση· γενετικών δεδομένων· βιομετρικών δεδομένων τα οποία θεωρούνται ευαίσθητα με βάση τους κινδύνους που ενέχουν· ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την υγεία ή τη σεξουαλική ζωή πραγματοποιείται μόνο υπό κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία έναντι του κινδύνου αδικαιολόγητων επιζήμιων συνεπειών από τη χρήση των εν λόγω δεδομένων, ιδίως έναντι παράνομων διακρίσεων.
5. Περίοδοι διατήρησης
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνο για το διάστημα που είναι απαραίτητο και κατάλληλο για τους σκοπούς επεξεργασίας των δεδομένων δυνάμει της παραγράφου 2. Για την τήρηση αυτής της υποχρέωσης, προβλέπει συγκεκριμένες περιόδους διατήρησης στο εθνικό νομικό του πλαίσιο ή περιοδική επανεξέταση της ανάγκης για περαιτέρω διατήρηση των δεδομένων.
6. Αυτοματοποιημένες αποφάσεις
Οι αποφάσεις που έχουν σοβαρές επιπτώσεις στα έννομα συμφέροντα των φυσικών προσώπων που αφορούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν αυτό επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου και ισχύουν κατάλληλες διασφαλίσεις που περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ανθρώπινης παρέμβασης.
7. Ασφάλεια δεδομένων και περιστατικά ασφάλειας
|
α. |
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει την εφαρμογή κατάλληλων τεχνολογικών, υλικών και οργανωτικών μέτρων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως έναντι απώλειας ή τυχαίας ή μη εξουσιοδοτημένης προσπέλασης, γνωστοποίησης, μεταβολής ή καταστροφής («περιστατικό ασφάλειας»). |
|
β. |
Το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος, όταν διαπιστώσει περιστατικό ασφάλειας το οποίο ενέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης υλικής ή μη υλικής βλάβης σε φυσικά πρόσωπα ή στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εκτιμά άμεσα την πιθανότητα και την κλίμακά του και αναλαμβάνει ταχεία δράση για τον μετριασμό της εν λόγω βλάβης. Στο πλαίσιο της εν λόγω δράσης ειδοποιείται η διαβιβάζουσα αρχή ή, για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2, η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται δυνάμει της παραγράφου 7 στοιχείο γ. Εντούτοις, η σχετική ειδοποίηση μπορεί να περιλαμβάνει κατάλληλους περιορισμούς όσον αφορά την περαιτέρω διαβίβασή της· μπορεί να αναβάλλεται ή να παραλείπεται αν η εν λόγω ειδοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, ή να αναβάλλεται αν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο μέτρα για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Στο πλαίσιο της εν λόγω δράσης ειδοποιείται επίσης το ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο, εκτός αν το συμβαλλόμενο μέρος έχει λάβει κατάλληλα μέτρα και ο σοβαρός κίνδυνος έχει πλέον εκλείψει. Η ειδοποίηση του φυσικού προσώπου μπορεί να αναβάλλεται ή να παραλείπεται υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 12 στοιχείο α σημείο i. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια διαβούλευσης και πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά το περιστατικό και την ανταπόκριση σε αυτό. |
|
γ. |
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, κοινοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την αρχή ή τις αρχές που πρέπει να ειδοποιούνται βάσει της παραγράφου 7 στοιχείο β για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2. Οι πληροφορίες που παρέχονται μπορούν στη συνέχεια να τροποποιηθούν. |
8. Τήρηση αρχείων
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος τηρεί αρχεία ή διαθέτει άλλα κατάλληλα μέσα που καταδεικνύουν με ποιον τρόπο πραγματοποιείται η πρόσβαση, η χρήση και η γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενός προσώπου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
9. Περαιτέρω διαβίβαση εντός συμβαλλόμενου μέρους
|
α. |
Όταν η αρχή ενός συμβαλλόμενου μέρους παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έλαβε αρχικά βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου σε άλλη αρχή του ίδιου συμβαλλόμενου μέρους, η εν λόγω άλλη αρχή τα υποβάλλει σε επεξεργασία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 9 στοιχείο β. |
|
β. |
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 9 στοιχείο α, συμβαλλόμενο μέρος το οποίο έχει διατυπώσει επιφύλαξη δυνάμει του άρθρου 17 δύναται να διαβιβάζει ληφθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στις συστατικές πολιτείες ή παρόμοιες εδαφικές ενότητές του, υπό την προϋπόθεση ότι το συμβαλλόμενο μέρος έχει θεσπίσει μέτρα ώστε οι παραλαμβάνουσες αρχές να εξακολουθούν να προστατεύουν αποτελεσματικά τα δεδομένα, παρέχοντας επίπεδο προστασίας τους ανάλογο αυτού που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. |
|
γ. |
Σε περίπτωση ενδείξεων μη ορθής εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει διαβούλευση και σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις εν λόγω ενδείξεις. |
10. Περαιτέρω διαβίβαση σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό
|
α. |
Το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος δύναται να διαβιβάσει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό μόνο κατόπιν έγκρισης της διαβιβάζουσας αρχής ή, για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2, της αρχής ή των αρχών που ορίζονται δυνάμει της παραγράφου 10 στοιχείο β. |
|
β. |
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, κοινοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την αρχή ή τις αρχές που παρέχουν έγκριση για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2. Οι πληροφορίες που παρέχονται μπορούν να τροποποιηθούν ακολούθως. |
11. Διαφάνεια και ενημέρωση
|
α. |
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει ενημέρωση μέσω δημοσίευσης γενικών ανακοινώσεων ή μέσω προσωπικής ειδοποίησης στο φυσικό πρόσωπο του οποίου συλλέχθηκαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όσον αφορά τα εξής:
|
|
β. |
Το συμβαλλόμενο μέρος δύναται να υποβάλλει τυχόν απαίτηση για προσωπική ειδοποίηση σε εύλογους περιορισμούς βάσει του εθνικού νομικού του πλαισίου, δυνάμει των όρων που καθορίζονται στην παράγραφο 12 στοιχείο α σημείο i. |
|
γ. |
Όταν, σύμφωνα με το εθνικό νομικό πλαίσιο του διαβιβάζοντος συμβαλλόμενου μέρους, απαιτείται προσωπική ειδοποίηση του φυσικού προσώπου του οποίου τα δεδομένα έχουν παρασχεθεί σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος, το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει μέτρα ώστε, κατά τη στιγμή της διαβίβασης, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος να ενημερώνεται σχετικά με τη συγκεκριμένη απαίτηση και να του παρέχονται κατάλληλα στοιχεία επικοινωνίας. Η προσωπική ειδοποίηση δεν δίνεται αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει ζητήσει να τηρείται εμπιστευτικότητα σχετικά με την παροχή των δεδομένων, εφόσον εφαρμόζονται οι όροι για τους περιορισμούς που προβλέπονται στην παράγραφο 12 στοιχείο α σημείο i. Όταν οι εν λόγω περιορισμοί παύσουν να ισχύουν και η προσωπική ειδοποίηση μπορεί να δοθεί, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει μέτρα ώστε να ενημερωθεί το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος. Αν δεν έχει ακόμη ενημερωθεί, το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να διατυπώσει ερώτημα προς το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο ενημερώνει το διαβιβάζον μέρος για τη διατήρηση ή μη του περιορισμού. |
12. Πρόσβαση και διόρθωση
|
α. |
Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι κάθε φυσικό πρόσωπο του οποίου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν παραληφθεί βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου δικαιούται να ζητήσει και να λάβει, σύμφωνα με διαδικασίες που θεσπίζονται στο εθνικό νομικό του πλαίσιο και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση:
|
|
β. |
Αν η πρόσβαση ή διόρθωση απορρίπτεται ή περιορίζεται, το συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στο φυσικό πρόσωπο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε γραπτή μορφή που μπορεί να διαβιβαστεί ηλεκτρονικά, απάντηση με την οποία το ενημερώνει σχετικά με την απόρριψη ή τον περιορισμό. Αναφέρει επίσης τους λόγους αυτής της απόρριψης ή του περιορισμού και παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές προσφυγής. Τυχόν κόστος που προκύπτει από την απόκτηση πρόσβασης περιορίζεται στα όρια του εύλογου και μη υπερβολικού. |
13. Δικαστική και μη δικαστική προσφυγή
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει μέσα πραγματικής δικαστικής και μη δικαστικής προσφυγής για την αποκατάσταση παραβιάσεων του παρόντος άρθρου.
14. Εποπτεία
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσμοθετεί μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές που ασκούν, μεμονωμένα ή από κοινού, λειτουργίες και αρμοδιότητες ανεξάρτητης και αποτελεσματικής εποπτείας των μέτρων που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. Οι λειτουργίες και οι αρμοδιότητες των εν λόγω αρχών, όταν ενεργούν μεμονωμένα ή από κοινού, περιλαμβάνουν αρμοδιότητες έρευνας, αρμοδιότητα ανάληψης δράσης κατόπιν καταγγελιών και δυνατότητα λήψης διορθωτικών μέτρων.
15. Διαβουλεύσεις και αναστολή
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να αναστείλει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς άλλο συμβαλλόμενο μέρος αν διαθέτει τεκμηριωμένα στοιχεία ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος παραβιάζει συστηματικά ή ουσιωδώς τους όρους του παρόντος άρθρου ή ότι επίκειται ουσιώδης παραβίαση. Αναστέλλει τις διαβιβάσεις μόνο κατόπιν έγκαιρης ειδοποίησης και μόνο αφότου τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμμετάσχει σε διαβουλεύσεις για εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς να επιτευχθεί λύση. Εντούτοις, ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να αναστείλει προσωρινά τις διαβιβάσεις σε περίπτωση συστηματικής ή ουσιώδους παραβίασης, η οποία προκαλεί σημαντικό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή ή την ασφάλεια, ή σημαντική βλάβη για τη φήμη και την υπόληψη ή σημαντική χρηματική ζημία ενός φυσικού προσώπου, περίπτωση στην οποία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και ξεκινά αμέσως διαβουλεύσεις μαζί του. Αν οι διαβουλεύσεις δεν καταλήξουν σε επίλυση, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αναστείλει σε αμοιβαία βάση τις διαβιβάσεις, αν διαθέτει τεκμηριωμένα στοιχεία ότι η αναστολή από το αναστέλλον συμβαλλόμενο μέρος αντίκειται στους όρους της παρούσας παραγράφου. Το αναστέλλον συμβαλλόμενο μέρος αίρει την αναστολή αμέσως μόλις υπάρξει αποκατάσταση της παραβίασης που δικαιολογεί την αναστολή. Τυχόν αναστολή σε αμοιβαία βάση αίρεται ταυτοχρόνως. Τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν πριν από την αναστολή εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Τελικές διατάξεις
Άρθρο 15
Αποτελέσματα του παρόντος πρωτοκόλλου
|
1. |
|
2. Το άρθρο 39 παράγραφος 3 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 16
Υπογραφή και έναρξη ισχύος
1. Το παρόν πρωτόκολλο παραμένει ανοικτό προς υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης, τα οποία μπορούν να εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από αυτό είτε:
|
α. |
με υπογραφή χωρίς επιφύλαξη ως προς την κύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση· ή |
|
β. |
με υπογραφή με επιφύλαξη ως προς την κύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση, ακολουθούμενη από κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. |
2. Οι πράξεις κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
3. Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία κατά την οποία πέντε κράτη μέλη της Σύμβασης εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το παρόν πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
4. Όσον αφορά κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης που θα εκφράσει σε μεταγενέστερο χρόνο τη συναίνεσή του να δεσμεύεται από το παρόν πρωτόκολλο, το πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος εκφράσει τη συναίνεσή του να δεσμευτεί από το παρόν πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 17
Ομοσπονδιακή ρήτρα
1. Ένα ομοσπονδιακό κράτος μπορεί να επιφυλαχθεί να αναλάβει υποχρεώσεις βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησής του και των συστατικών πολιτειών ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων του, υπό τους εξής όρους:
|
α. |
το πρωτόκολλο ισχύει για την κεντρική κυβέρνηση του ομοσπονδιακού κράτους· |
|
β. |
η εν λόγω επιφύλαξη δεν θίγει τις υποχρεώσεις του να παρέχει τη συνεργασία που ζητείται από άλλα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ· και |
|
γ. |
οι διατάξεις του άρθρου 13 εφαρμόζονται στις συστατικές πολιτείες ή άλλες παρόμοιες εδαφικές ενότητες του ομοσπονδιακού κράτους. |
2. Τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να απαγορεύουν στις αρχές, στους παρόχους ή στους φορείς στο έδαφός τους να συνεργάζονται ανταποκρινόμενοι σε αίτημα ή εντολή που υποβάλλεται απευθείας από συστατική πολιτεία ή άλλη παρόμοια εδαφική ενότητα ενός ομοσπονδιακού κράτους το οποίο έχει διατυπώσει επιφύλαξη δυνάμει της παραγράφου 1, εκτός αν το ομοσπονδιακό κράτος ειδοποιήσει τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι η συστατική πολιτεία ή άλλη παρόμοια εδαφική ενότητα εφαρμόζει τις υποχρεώσεις του παρόντος πρωτοκόλλου που ισχύουν για το ομοσπονδιακό κράτος. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο με τις εν λόγω ειδοποιήσεις.
3. Τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη δεν απαγορεύουν στις αρχές, στους παρόχους ή στους φορείς στο έδαφός τους να συνεργάζονται με συστατική πολιτεία ή άλλη παρόμοια εδαφική ενότητα λόγω επιφύλαξης της παραγράφου 1, αν η εντολή ή το αίτημα έχει υποβληθεί μέσω της κεντρικής κυβέρνησης ή αν έχει συναφθεί συμφωνία για κοινή ομάδα έρευνας δυνάμει του άρθρου 12 με τη συμμετοχή της κεντρικής κυβέρνησης. Σε ανάλογες περιπτώσεις, η κεντρική κυβέρνηση μεριμνά για την εκπλήρωση των εφαρμοστέων υποχρεώσεων του πρωτοκόλλου, με την επιφύλαξη ότι, όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που παρέχονται σε συστατικές πολιτείες ή παρόμοιες εδαφικές ενότητες, εφαρμόζονται μόνο οι όροι του άρθρου 14 παράγραφος 9 ή, κατά περίπτωση, οι όροι συμφωνίας ή ρύθμισης που περιγράφεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο β ή γ.
4. Όσον αφορά τις διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου, η εφαρμογή των οποίων υπόκειται στη δικαιοδοσία των συστατικών πολιτειών ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων που δεν υποχρεούνται από το συνταγματικό καθεστώς της ομοσπονδίας να λάβουν νομοθετικά μέτρα, η κεντρική κυβέρνηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών σχετικά με τις εν λόγω διατάξεις, εκφράζοντας θετική γνώμη και τις παροτρύνει να λάβουν κατάλληλα μέτρα για τη θέση τους σε ισχύ.
Άρθρο 18
Εδαφική εφαρμογή
1. Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται στο έδαφος ή τα εδάφη που προσδιορίζει το συμβαλλόμενο μέρος με δήλωση στην οποία προβαίνει βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 1 ή 2 της Σύμβασης, στον βαθμό που η εν λόγω δήλωση δεν έχει ανακληθεί βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 3.
2. Το συμβαλλόμενο μέρος δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι το παρόν πρωτόκολλο δεν εφαρμόζεται σε ένα ή περισσότερα εδάφη που προσδιορίζονται στη δήλωση του συμβαλλόμενου μέρους βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 1 και/ή 2 της Σύμβασης.
3. Η δήλωση βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου μπορεί, όσον αφορά οποιοδήποτε έδαφος αναφέρεται στην εν λόγω δήλωση, να ανακληθεί μέσω ειδοποίησης απευθυνόμενης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.
Άρθρο 19
Επιφυλάξεις και δηλώσεις
1. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι κάνει χρήση της επιφύλαξης ή των επιφυλάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 9 στοιχεία α και β, στο άρθρο 8 παράγραφος 13 και στο άρθρο 17 του παρόντος πρωτοκόλλου. Καμία άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
2. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να προβεί στη δήλωση ή τις δηλώσεις του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β, του άρθρου 7 παράγραφος 8, του άρθρου 8 παράγραφος 11, του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο β, του άρθρου 9 παράγραφος 5, του άρθρου 10 παράγραφος 9, του άρθρου 12 παράγραφος 3 και του άρθρου 18 παράγραφος 2 του παρόντος πρωτοκόλλου.
3. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης προβαίνει στις δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 στοιχεία α και ε, στο άρθρο 8 παράγραφος 4, στο άρθρο 8 παράγραφος 10 στοιχεία α και β, στο άρθρο 14 παράγραφος 7 στοιχείο γ, στο άρθρο 14 παράγραφος 10 στοιχείο β και στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του παρόντος πρωτοκόλλου, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται σε αυτό.
Άρθρο 20
Καθεστώς και ανάκληση επιφυλάξεων
1. Συμβαλλόμενο μέρος που έχει διατυπώσει επιφύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 μπορεί να την ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις. Η ανάκληση αυτή τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία παραλαβής σχετικής ειδοποίησης απευθυνόμενης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η ειδοποίηση αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης ισχύος της ανάκλησης της επιφύλαξης και αυτή η ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα, η ανάκληση αρχίζει να ισχύει κατά τη συγκεκριμένη μεταγενέστερη ημερομηνία.
2. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί σε περιοδική βάση να ρωτά τα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν διατυπώσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις κατά το άρθρο 19 παράγραφος 1 σχετικά με τις προοπτικές ανάκλησης αυτών των επιφυλάξεων.
Άρθρο 21
Τροποποιήσεις
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος πρωτοκόλλου μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις του πρωτοκόλλου, οι οποίες κοινοποιούνται από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα συμβαλλόμενα μέρη και στους υπογράφοντες τη Σύμβαση, καθώς και σε κάθε κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση.
2. Κάθε τροποποίηση προτεινόμενη από συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιείται στην ευρωπαϊκή επιτροπή για προβλήματα εγκλημάτων (CDPC), η οποία γνωμοδοτεί στην Επιτροπή Υπουργών επί της εν λόγω προτεινομένης τροποποίησης.
3. Η Επιτροπή Υπουργών εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνωμοδότηση της CDPC και, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης, δύναται να εγκρίνει την τροποποίηση.
4. Το κείμενο κάθε τροποποίησης που εγκρίνεται από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με την παράγραφο 3 διαβιβάζεται στα συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου για αποδοχή.
5. Κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα αφότου όλα τα συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου ενημερώσουν τον Γενικό Γραμματέα ότι την έχουν αποδεχθεί.
Άρθρο 22
Διευθέτηση διαφορών
Το άρθρο 45 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 23
Διαβουλεύσεις των συμβαλλόμενων μερών και εκτίμηση της εφαρμογής
1. Το άρθρο 46 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
2. Τα συμβαλλόμενα μέρη εκτιμούν σε περιοδική βάση την αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος πρωτοκόλλου. Το άρθρο 2 του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, όπως αναθεωρήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020, εφαρμόζεται αναλογικά. Τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν καταρχάς και δύνανται να τροποποιήσουν με συναίνεση τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου όπως αυτές εφαρμόζονται στο παρόν πρωτόκολλο πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
3. Η επανεξέταση του άρθρου 14 αρχίζει αφότου δέκα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 24
Καταγγελία
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να καταγγείλει το παρόν πρωτόκολλο, απευθύνοντας σχετική ειδοποίηση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
2. Η καταγγελία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.
3. Η καταγγελία της Σύμβασης από συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος πρωτοκόλλου συνιστά καταγγελία του παρόντος πρωτοκόλλου.
4. Πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που διαβιβάστηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της καταγγελίας εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 25
Ειδοποίηση
Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποιεί όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα συμβαλλόμενα μέρη και τους υπογράφοντες τη Σύμβαση, καθώς και κάθε κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στη Σύμβαση σχετικά με:
|
α. |
κάθε υπογραφή· |
|
β. |
την κατάθεση κάθε πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης· |
|
γ. |
κάθε ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 3 και 4· |
|
δ. |
κάθε δήλωση ή επιφύλαξη που διατυπώνεται σύμφωνα με το άρθρο 19 και κάθε ανάκληση επιφύλαξης σύμφωνα με το άρθρο 20· |
|
ε. |
κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή κοινοποίηση που σχετίζεται με το παρόν πρωτόκολλο. |
Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν το παρόν πρωτόκολλο.
Συντάχθηκε στο Στρασβούργο τη 12η Μαΐου 2022, στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, με αμφότερα τα κείμενα να είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα και μόνο αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης διαβιβάζει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα συμβαλλόμενα μέρη και τους υπογράφοντες τη Σύμβαση, καθώς και σε κάθε κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στη Σύμβαση.