11951K/CDT/P23

Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος και Χάλυβος ( ΕΚΑΧ ), Μέρος τρίτο - Γενικά μέτρα διασφαλίσεως, Κεφάλαιο Ι: Γενικές διατάξεις, Άρθρο 23


Αρθρο 23

1. Στην περίπτωση που οι συνέπειες τις οποίες επιφέρει η δημιουργία της κοινής αγοράς αναγκάζουν ορισμένες επιχειρήσεις ή τμήματα επιχειρήσεων να παύσουν ή να μεταβάλλουν τη δραστηριότητά τους κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η οποία ορίζεται στο άρθρο 1 της παρούσης συμβάσεως, η Ανωτάτη Αρχή, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων κυβερνήσεων και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται κατωτέρω, οφείλει να παράσχει τη συνδρομή της για να προστατεύσει το εργατικό δυναμικό από το βάρος της αναπροσαρμογής και να του εξασφαλίσει παραγωγική απασχόληση, δύναται δε να χορηγεί μη επιστρεπτέα ενίσχυση σε ορισμένες επιχειρήσεις.

2. Κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων κυβερνήσεων και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 46, η Ανωτάτη Αρχή συμμετέχει στη μελέτη των δυνατοτήτων επαναπασχολήσεως του εργατικού δυναμικού που καθίσταται διαθέσιμο στις υπάρχουσες επιχειρήσεις ή με τη δημιουργία νέων δραστηριοτήτων.

3. Η Ανωτάτη Αρχή διευκολύνει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στο άρθρο 54, τη χρηματοδότηση προγραμμάτων που της υποβάλλονται από την ενδιαφερόμενη κυβέρνηση και έχει εγκρίνει η ίδια, για τη μετατροπή επιχειρήσεων ή για τη δημιουργία, είτε στις βιομηχανίες που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, είτε, μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, σε οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία, νέων και οικονομικά υγιών δραστηριοτήτων, ικανών να εξασφαλίσουν την παραγωγική απασχόληση του εργατικού δυναμικού που καθίσταται διαθέσιμο. Με την επιφύλαξη της ευνοϊκής γνώμης της ενδιαφερομένης κυβερνήσεως, η Ανωτάτη Αρχή χορηγεί κατά προτίμηση αυτές τις διευκολύνσεις στα προγράμματα που υποβάλλονται από επιχειρήσεις, οι οποίες οδηγούνται σε παύση της δραστηριότητός τους εκ του γεγονότος της δημιουργίας της κοινής αγοράς.

4. Η Ανωτάτη Αρχή χορηγεί μη επιστρεπτέα ενίσχυση για τους ακόλουθους σκοπούς:

α) για να συμβάλει, σε περίπτωση ολικής ή μερικής παύσεως της δραστηριότητος των επιχειρήσεων, στην καταβολή αποζημιώσεων που επιτρέπουν στο εργατικό δυναμικό να αναμένει την επαναπασχόληση

β) για να συμβάλει, με επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις, στην εξασφάλιση της πληρωμής του προσωπικού τους σε περίπτωση προσωρινής θέσεως σε αργία η οποία οφείλεται στην αλλαγή δραστηριότητος της επιχειρήσεως

γ) για να συμβάλει στην παροχή επιδομάτων για έξοδα επανεγκαταστάσεως στους εργαζόμενους

δ) για να συμβάλει στη χρηματοδότηση της επαγγελματικής επανεκπαιδεύσεως των εργαζομένων που αναγκάζονται να αλλάξουν απασχόληση.

5. Η Ανωτάτη Αρχή δύναται επίσης να παρέχει μη επιστρεπτέα ενίσχυση σε επιχειρήσεις, οι οποίες οδηγούνται σε παύση της δραστηριότητός τους εκ του γεγονότος της δημιουργίας της κοινής αγοράς, υπό τον όρο ότι αυτή η κατάσταση καταλογίζεται άμεσα και αποκλειστικά στον περιορισμό της κοινής αγοράς στις βιομηχανίες άνθρακος και χάλυβος, και ότι επισύρει σχετική αύξηση της παραγωγής σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητος. Η ενίσχυση αυτή περιορίζεται στο αναγκαίο ποσό που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τις άμεσα απαιτητές υποχρεώσεις τους.

Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις οφείλουν να υποβάλουν τις σχετικές αιτήσεις για τη λήψη της ενισχύσεως αυτής μέσω των κυβερνήσεων τους. Η Ανωτάτη Αρχή δύναται να αρνηθεί κάθε ενίσχυση προς επιχείρηση, η οποία δε θα έχει πληροφορήσει την κυβέρνησή της και την Ανωτάτη Αρχή περί της εξελίξεως μιας καταστάσεως που δύναται να την οδηγήσει σε παύση ή μεταβολή της δραστηριότητός της.

6. Η Ανωτάτη Αρχή εξαρτά την παροχή της μη επιστρεπτέας ενισχύσεως, υπό τις προϋποθέσεις τις προβλεπόμενες ανωτέρω στις παραγράφους 4 και 5, εκ της καταβολής από το ενδιαφερόμενο κράτος τουλάχιστον ισόποσης ειδικής συμμετοχής, εκτός αν το Συμβούλιο, με πλειοψηφία των δύο τρίτων επιτρέψει παρεκκλίσεις.

7. Οι όροι χρηματοδότησης που προβλέπονται για την εφαρμογή του άρθρου 56 εφαρμόζονται στο παρόν άρθρο.

8. Το ευεργέτημα των διατάξεων του παρόντος άρθρου δύναται να παρέχεται στους ενδιαφερομένους κατά τη διάρκεια των δύο ετών που ακολουθούν τη λήξη της μεταβατικής περιόδου με απόφαση της Ανωτάτης Αρχής, λαμβανομένη μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου.