1993R3605 — EL — 23.12.2005 — 003.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 3605/93 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 22ας Νοεμβρίου 1993

για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

(ΕΕ L 332, 31.12.1993, p.7)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  No

page

date

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 475/2000 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 28ης Φεβρουαρίου 2000

  L 58

1

3.3.2000

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 351/2002 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 25ης Φεβρουαρίου 2002

  L 55

23

26.2.2002

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 2103/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2005

  L 337

1

22.12.2005




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 3605/93 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 22ας Νοεμβρίου 1993

για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας



ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 104 Γ παράγραφος 14 τρίτο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής ( 1 ),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ( 2 ),

Εκτιμώντας:

ότι οι ορισμοί των όρων «δημόσιος», «έλλειμμα» και «επένδυση» προσδιορίζονται στο πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος με παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ) ( 3 )· ότι είναι απαραίτητο να υπάρχουν ακριβείς ορισμοί που να παραπέμπουν στους κωδικούς ταξινόμησης του ΕΣΟΛ· ότι οι ορισμοί αυτοί μπορεί να αναθεωρηθούν κατά την αναγκαία εναρμόνιση των εθνικών στατιστικών, ή για άλλους λόγους· ότι οιαδήποτε αναθεώρηση του ΕΣΟΛ θα αποφασίζεται από το Συμβούλιο, σύμφωνα με τους περί αρμοδιότητος και διαδικασίας της κανόνες της συνθήκης·

ότι ο ορισμός του χρέους που καθορίζεται στο πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος πρέπει να γίνει πιο αναλυτικός, με βάση τους κωδικούς ταξινόμησης του ΕΣΟΛ·

ότι η οδηγία 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου της 13ης Φεβρουαρίου 1989 για την εναρμόνιση του καθορισμού του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε τιμές αγοράς ( 4 ) περιλαμβάνει κατάλληλο και αναλυτικό ορισμό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς·

ότι, βάσει του πρωτοκόλλου για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει τα στατιστικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής·

ότι απαιτούνται λεπτομερείς κανόνες, ώστε τα κράτη μέλη να γνωστοποιούν ταχέως και συστηματικώς στην Επιτροπή το προβλεπόμενο και το υφιστάμενο έλλειμμά τους, καθώς και το ύψος του χρέους τους·

ότι σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης, η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημόσιου χρέους στα κράτη μέλη και εξετάζει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας με βάση τα κριτήρια του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους· ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες όταν ένα κράτος μέλος δεν πληροί τις απαιτήσεις των κριτηρίων ή ενός εξ αυτών, πρέπει να εκτιμά κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος υπερβολικού ελλείμματος στο κράτος μέλος αυτό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί

▼M1

Άρθρο 1

1.  Για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος και του παρόντος κανονισμού, οι όροι που περιλαμβάνονται στις ακόλουθες παραγράφους ορίζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (στο εξής «ΕΣΛ 95») που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 ( 5 ). Οι κωδικοί μέσα σε παρενθέσεις αναφέρονται στο ΕΣΛ 95.

2.  Ο όρος «δημόσιο» καλύπτει τον ευρύτερο «δημόσιο τομέα» (S.13), που υποδιαιρείται στους υποτομείς «κεντρική διοίκηση» (S.1311), «διοίκηση ομόσπονδων κρατιδίων» (S.1312), «τοπική αυτοδιοίκηση» (S.1313) και «οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης» (S.1314), εξαιρουμένων των εμπορικών πράξεων όπως ορίζονται στο ΕΣΛ 95.

Η εξαίρεση των εμπορικών πράξεων σημαίνει ότι ο «δημόσιος τομέας» (S.13) περιλαμβάνει μόνο τις θεσμικές μονάδες που έχουν ως κύριο καθήκον την παραγωγή μη εμπορεύσιμων υπηρεσιών.

3.  Το «δημοσιονομικό έλλειμμα (πλεόνασμα)» είναι η καθαρή λήψη (καθαρή χορήγηση) δανείων ( ►M2  EDP B.9 ◄ ) του «δημόσιου τομέα» (S.13), όπως ορίζεται στο ΕΣΛ 95. Οι τόκοι που περιλαμβάνονται στο δημοσιονομικό έλλειμμα είναι οι τόκοι ( ►M2  EDP D.41 ◄ ) όπως ορίζονται στο ΕΣΛ 95.

4.  Οι «δημόσιες επενδύσεις» είναι ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (P.51 ) του «δημόσιου τομέα» (S.13), όπως ορίζεται στο ΕΣΛ 95.

5.  Το «δημόσιο χρέος» αποτελείται από την ονομαστική αξία όλων των ακαθάριστων τρεχουσών υποχρεώσεων του «δημόσιου τομέα» (S.13) στο τέλος του έτους, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις των οποίων τα αντίστοιχα χρηματοοικονομικά στοιχεία του ενεργητικού βρίσκονται στην κατοχή του «δημόσιου τομέα» (S.13).

Το δημόσιο χρέος αποτελείται από τις υποχρεώσεις του «δημόσιου τομέα» στις ακόλουθες κατηγορίες: νομισματική κυκλοφορία και καταθέσεις (AF.2), τίτλοι πλην μετοχών, με εξαίρεση τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (AF.33) και δάνεια (AF.4), σύμφωνα με τους ορισμούς του ΕΣΛ 95.

Η ονομαστική αξία του ποσού μιας υποχρέωσης στο τέλος του έτους αναγράφεται επί του σχετικού τίτλου αξία.

Η ονομαστική αξία μιας τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενης υποχρέωσης αντιστοιχεί στην αναγραφόμενη επί του σχετικού τίτλου αξία, τροποποιημένη κατά το ποσό του κεφαλαίου που έχει προκύψει από την τιμαριθμική αναπροσαρμογή στο τέλος του έτους.

Οι υποχρεώσεις που εκφράζονται σε ξένο νόμισμα, ή μετατρέπονται μέσω συμβατικών ρυθμίσεων από ένα ξένο νόμισμα σε ένα ή περισσότερα άλλα ξένα νομίσματα, μετατρέπονται σε αυτά τα άλλα ξένα νομίσματα με την ισοτιμία που έχει συμφωνηθεί στις συγκεκριμένες συμβάσεις. Μετατρέπονται δε στο εθνικό νόμισμα με βάση την αντιπροσωπευτική ισοτιμία της αγοράς συναλλάγματος την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε έτους.

Οι υποχρεώσεις που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και μετατρέπονται μέσω συμβατικών ρυθμίσεων σε ξένο νόμισμα, μετατρέπονται στο ξένο νόμισμα με την ισοτιμία που έχει οριστεί στις συμβάσεις αυτές. Μετατρέπονται δε στο εθνικό νόμισμα με βάση την αντιπροσωπευτική ισοτιμία της αγοράς συναλλάγματος την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε έτους.

Οι υποχρεώσεις που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και μετατρέπονται σε εθνικό νόμισμα μέσω συμβατικών ρυθμίσεων, μετατρέπονται στο εθνικό νόμισμα με την ισοτιμία που έχει οριστεί στις συμβάσεις αυτές.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και του παρόντος κανονισμού, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν είναι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε τρέχουσες τιμές της αγοράς (ΑΕΠ pm) (Β.1*ζ), όπως ορίζεται στο ΕΣΛ 95.

▼M3

Άρθρο 3

1.  Ως στοιχεία για το προϋπολογισθέν δημόσιο έλλειμμα και το προϋπολογισθέν ύψος του δημόσιου χρέους νοούνται τα στοιχεία που καθορίζονται για το τρέχον έτος από τα κράτη μέλη. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τις πλέον πρόσφατες επίσημες προβλέψεις με βάση τις πλέον πρόσφατες δημοσιονομικές αποφάσεις και οικονομικές εξελίξεις και προοπτικές, πρέπει δε να παράγονται σε χρόνο όσο το δυνατόν πλησιέστερο στην προθεσμία γνωστοποίησης.

2.  Ως στοιχεία σχετικά με το πραγματικό δημόσιο έλλειμμα και το ύψος του πραγματικού δημόσιου χρέους νοούνται τα κατ’ εκτίμηση, τα προσωρινά ή τα οριστικά αποτελέσματα προηγούμενου έτους. Τόσο τα προϋπολογισθέντα στοιχεία όσο και τα πραγματικά στοιχεία πρέπει να αποτελούν συνεπή χρονική σειρά όσον αφορά τους ορισμούς και τις έννοιες.

▼B



ΤΜΗΜΑ 2

Κανόνες και πεδίο εφαρμογής της γνωστοποίησης

Άρθρο 4

▼M3

1.  Από την αρχή του έτους 1994, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή δύο φορές το χρόνο, την πρώτη φορά πριν από την 1η Απριλίου του τρέχοντος έτους (έτος ν) και τη δεύτερη φορά πριν από την 1η Οκτωβρίου του έτους ν, τα προϋπολογισθέντα και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματα και το προϋπολογισθέν και πραγματικό ύψος του δημόσιου χρέους τους.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για το ποιες εθνικές αρχές είναι αρμόδιες για τη γνωστοποίηση στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

2.  Πριν από την 1η Απριλίου του έτους ν, τα κράτη μέλη:

 γνωστοποιούν στην Επιτροπή το προϋπολογισθέν δημόσιο έλλειμμα για το έτος ν, την ενημερωμένη τους εκτίμηση όσον αφορά το πραγματικό δημόσιο έλλειμμα για το έτος ν-1 και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματα για τα έτη ν-2, ν-3 και ν-4,

 γνωστοποιούν ταυτόχρονα στην Επιτροπή τα προϋπολογισθέντα στοιχεία τους για το έτος ν και τα πραγματικά στοιχεία για τα έτη ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4 σχετικά με τα αντίστοιχα ελλείμματα, σε δημοσιονομική βάση, σύμφωνα με τον πλέον συνήθη ορισμό τους στο οικείο κράτος, καθώς και τα στοιχεία με τα οποία επεξηγείται η μετάβαση από το έλλειμμα, σε δημοσιονομική βάση, στο δημόσιο έλλειμμα για τον υποτομέα S.1311,

 γνωστοποιούν ταυτόχρονα στην Επιτροπή τα πραγματικά στοιχεία τους για τα έτη ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4 σχετικά με τα ταμειακά τους υπόλοιπα καθώς και τα στοιχεία με τα οποία επεξηγείται η μετάβαση από τα ταμειακά υπόλοιπα κάθε δημόσιου υποτομέα στο δημόσιο έλλειμμα για τους υποτομείς S.1312, S. 1313 και S.1314,

 γνωστοποιούν στην Επιτροπή την εκτίμηση εκ μέρους τους του ύψους του δημόσιου χρέους κατά το τέλος του έτους ν και το ύψος του πραγματικού δημόσιου χρέους για τα έτη ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4,

 γνωστοποιούν ταυτόχρονα στην Επιτροπή για τα έτη ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4 τα στοιχεία που επεξηγούν τον τρόπο με τον οποίο το δημόσιο έλλειμμα και άλλοι σχετικοί παράγοντες συνέβαλαν στη μεταβολή του ύψους του δημόσιου χρέους τους ανά υποτομέα.

3.  Πριν από την 1η Οκτωβρίου του έτους ν, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή:

 τα ενημερωμένα στοιχεία τους για το προϋπολογισθέν δημόσιο έλλειμμα για το έτος ν, καθώς και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματά τους για τα έτη ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4, και εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δεύτερη και τρίτη περίπτωση της παραγράφου 2,

 τα ενημερωμένα στοιχεία τους για το προϋπολογισθέν ύψος του δημόσιου χρέους τους στο τέλος του έτους ν και το ύψος του πραγματικού δημόσιου χρέους τους στα τέλη των ετών ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4, και εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την πέμπτη περίπτωση της παραγράφου 2.

▼B

4.  Τα στοιχεία σχετικά με το προϋπολογισθέν δημόσιο έλλειμμα που γνωστοποιούνται στην Επιτροπή βάσει των παραγράφων 2 και 3 εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και σε δημοσιονομικά έτη.

Τα στοιχεία σχετικά με το πραγματικό δημόσιο έλλειμμα και το ύψος του πραγματικού δημόσιου χρέους που γνωστοποιούνται στην Επιτροπή βάσει των παραγράφων 2 και 3 εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και σε ημερολογιακά έτη, εξαιρουμένων των ενημερωμένων εκτιμήσεων για το έτος ν-1, που μπορούν να εκφρασθούν σε δημοσιονομικά έτη.

Στην περίπτωση που το δημοσιονομικό έτος διαφέρει από το ημερολογιακό έτος, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν, επίσης, στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με το πραγματικό δημόσιο έλλειμμά τους και το ύψος του υφιστάμενου δημόσιου χρέους τους σε δημοσιονομικά έτη για τα δύο δημοσιονομικά έτη που προηγούνται του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους.

Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3, τα στοιχεία σχετικά με τις δαπάνες τους για δημόσιες επενδύσεις ►M1  και τόκους (ενοποιημένους) ◄ .

Άρθρο 6

Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή πρόβλεψη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος τους για το έτος ν και το πραγματικό ύψος του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος τους για τα έτη ν-1, ν-2, ν-3 και ν-4, μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 4 παράγραφος 1.

▼M3

Άρθρο 7

1.  Τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή, αμέσως μόλις τα σχετικά στοιχεία καταστούν διαθέσιμα, για κάθε σημαντική αναθεώρηση των στοιχείων του πραγματικού και προϋπολογισθέντος δημόσιου ελλείμματος και δημόσιου χρέους τους που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί.

2.  Οι σημαντικές αναθεωρήσεις των στοιχείων του πραγματικού ελλείμματος και του πραγματικού χρέους που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί πρέπει να τεκμηριώνονται δεόντως. Σε κάθε περίπτωση, οι αναθεωρήσεις που οδηγούν στην υπέρβαση των τιμών αναφοράς που καθορίζονται στο σχετικό πρωτόκολλο της συνθήκης, ή οι αναθεωρήσεις που σημαίνουν ότι τα στοιχεία ενός κράτους μέλους δεν υπερβαίνουν πλέον τις τιμές αναφοράς, πρέπει να γνωστοποιούνται και να τεκμηριώνονται δεόντως.

Άρθρο 8

Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα στοιχεία του πραγματικού ελλείμματος και του πραγματικού χρέους, καθώς και άλλα στοιχεία των προηγούμενων ετών που γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5, 6 και 7.

▼M3



ΤΜΗΜΑ 2Α

Ποιοτητα των στοιχειων

Άρθρο 8α

1.  Η Επιτροπή (Eurostat) αξιολογεί σε τακτική βάση την ποιότητα τόσο των πραγματικών στοιχείων που γνωστοποιούνται από τα κράτη μέλη όσο και των σχετικών λογαριασμών του δημόσιου τομέα που καταρτίζονται σύμφωνα με το ΕΣΛ 95 (εφεξής «δημόσιοι λογαριασμοί»). Η ποιότητα των πραγματικών στοιχείων συνίσταται στη συμμόρφωση προς τους λογιστικούς κανόνες, στην πληρότητα, την αξιοπιστία, την επικαιρότητα και τη συνέπεια των στατιστικών στοιχείων. Η αξιολόγηση αφορά κατά κύριο λόγο θέματα που προσδιορίζονται στις ενέργειες καταγραφής της κατάστασης στα κράτη μέλη όπως η οριοθέτηση του δημόσιου τομέα, η ταξινόμηση των δημόσιων συναλλαγών και οφειλών, και ο χρόνος καταγραφής.

2.  Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat), το συντομότερο δυνατό, τις στατιστικές πληροφορίες που απαιτούνται για τις ανάγκες της αξιολόγησης της ποιότητας των στοιχείων, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το στατιστικό απόρρητο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97.

Οι «στατιστικές πληροφορίες» του πρώτου εδαφίου θα πρέπει να περιορίζονται στις πληροφορίες που είναι απολύτως απαραίτητες για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους κανόνες ΕΣΟΛ. Ειδικότερα, ως στατιστικές πληροφορίες νοούνται:

 Δεδομένα εθνικών λογαριασμών

 Απογραφές

 Πίνακες γνωστοποίησης στοιχείων δημοσιονομικής θέσης της ΔΥΕ

 Πρόσθετα ερωτηματολόγια και διευκρινίσεις σχετικά με τις γνωστοποιήσεις.

Η μορφή των ερωτηματολογίων καθορίζεται από την Επιτροπή (Eurostat) ύστερα από διαβούλευση με την Επιτροπή στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών (ΕΣΝΧΙ) (εφεξής «CMFB») που συστάθηκε με την απόφαση 91/115/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 6 ).

3.  Η Επιτροπή (Eurostat) υποβάλλει τακτικά έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την ποιότητα των πραγματικών στοιχείων που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη. Η έκθεση καλύπτει τη γενική αξιολόγηση των πραγματικών στοιχείων που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους λογιστικούς κανόνες, την πληρότητα, την αξιοπιστία, την επικαιρότητα και τη συνέπεια των στατιστικών στοιχείων.

Άρθρο 8β

1.  Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) λεπτομερή κατάλογο των μεθόδων, διαδικασιών και πηγών που χρησιμοποιούνται για τη συγκέντρωση των στοιχείων του πραγματικού ελλείμματος και του πραγματικού χρέους καθώς και τους σχετικούς δημόσιους λογαριασμούς.

2.  Οι κατάλογοι καταρτίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Επιτροπή (Eurostat), ύστερα από διαβούλευση με την CMFB.

3.  Οι κατάλογοι πρέπει να ενημερώνονται σύμφωνα με τις αναθεωρήσεις των μεθόδων, διαδικασιών και πηγών που ενέκριναν τα κράτη μέλη για τη συγκέντρωση των στατιστικών στοιχείων τους.

4.  Τα κράτη μέλη πρέπει να δημοσιεύουν τους καταλόγους τους.

5.  Τα θέματα των παραγράφων 1, 2 και 3 μπορούν να εξετάζονται κατά τις επισκέψεις που προβλέπονται στο άρθρο 8δ.

Άρθρο 8γ

1.  Σε περίπτωση αμφιβολίας όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των λογιστικών κανόνων του ΕΣΛ 95, το συγκεκριμένο κράτος μέλος ζητά διευκρινίσεις από την Επιτροπή (Eurostat). Η Επιτροπή (Eurostat) εξετάζει αμέσως το θέμα και κοινοποιεί τις διευκρινίσεις στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και, ενδεχομένως, στη CMFB.

2.  Για τις περιπτώσεις οι οποίες είναι είτε πολύπλοκες είτε γενικού ενδιαφέροντος κατά τη γνώμη της Επιτροπής ή του συγκεκριμένου κράτους μέλους, η Επιτροπή (Eurostat) λαμβάνει απόφαση ύστερα από διαβούλευση με τη CMFB. Η Επιτροπή (Eurostat) δημοσιεύει τις αποφάσεις της, καθώς και τη γνώμη της CMFB, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το στατιστικό απόρρητο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97.

Άρθρο 8δ

Η Επιτροπή (Eurostat) εξασφαλίζει μόνιμο διάλογο με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών. Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή (Eurostat) πραγματοποιεί σε όλα τα κράτη μέλη τακτικές επισκέψεις διαλόγου καθώς και ενδεχόμενες μεθοδολογικές επισκέψεις. Οι μεθοδολογικές επισκέψεις θα πρέπει να διοργανώνονται μόνο στις περιπτώσεις όπου εμφανίζονται ουσιαστικοί κίνδυνοι ή δυνητικά προβλήματα όσον αφορά την ποιότητα των στοιχείων που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να γνωστοποιούν, ιδίως σε σχέση με τις μεθόδους, τις έννοιες και τις ταξινομήσεις που εφαρμόζονται σε αυτά.

Οι επισκέψεις διαλόγου αποσκοπούν στην επανεξέταση των στοιχείων που γνωστοποιήθηκαν, στην εξέταση μεθοδολογικών θεμάτων, στη συζήτηση στατιστικών διαδικασιών και πηγών που περιγράφονται στους καταλόγους, και στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τους λογιστικούς κανόνες. Οι επισκέψεις διαλόγου θα πρέπει να χρησιμεύουν στον εντοπισμό των κινδύνων ή των δυνητικών προβλημάτων σχετικά με την ποιότητα των γνωστοποιούμενων στοιχείων. Οι μεθοδολογικές επισκέψεις αποβλέπουν στην εποπτεία των διαδικασιών και των δημόσιων λογαριασμών που αιτιολογούν τα πραγματικά στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν και στην εξαγωγή λεπτομερών συμπερασμάτων όσον αφορά την ποιότητα των γνωστοποιούμενων στοιχείων, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 8α παράγραφος 1. Οι μεθοδολογικές επισκέψεις δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τον καθαρώς στατιστικό τομέα. Αυτό θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στη σύνθεση των ομάδων επίσκεψης που προβλέπονται στο άρθρο 8ε.

Κατά τη διοργάνωση επισκέψεων διαλόγου και μεθοδολογικών επισκέψεων, η Επιτροπή (Eurostat) διαβιβάζει τα προσωρινά πορίσματά της στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ώστε να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

Άρθρο 8ε

1.  Κατά την πραγματοποίηση μεθοδολογικών επισκέψεων στα κράτη μέλη, η Επιτροπή (Eurostat) μπορεί να ζητεί τη συνδρομή εθνικών εμπειρογνωμόνων σε θέματα δημόσιων λογαριασμών, οι οποίοι προτείνονται από άλλα κράτη μέλη, καθώς και στελεχών από άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής.

Ο κατάλογος των εμπειρογνωμόνων σε θέματα εθνικών λογαριασμών, των οποίων τη βοήθεια μπορεί να ζητήσει η Επιτροπή, θα καταρτισθεί βάσει προτάσεων που θα διαβιβάσουν στην Επιτροπή οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την υποβολή εκθέσεων στα πλαίσια της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

2.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διευκόλυνση των μεθοδολογικών επισκέψεων. Οι επισκέψεις αυτές θα πρέπει να περιορίζονται στις εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την υποβολή εκθέσεων στα πλαίσια της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ωστόσο ότι οι υπηρεσίες τους που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην παραγωγή δημόσιων λογαριασμών και στοιχείων για το δημόσιο χρέος και, όπου απαιτείται, οι δημόσιες υπηρεσίες τους με λειτουργική αρμοδιότητα για τον έλεγχο των δημόσιων λογαριασμών παρέχουν στα στελέχη της Επιτροπής ή σε άλλους εμπειρογνώμονες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 την απαραίτητη βοήθεια για τη διεξαγωγή των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης εγγράφων για την αιτιολόγηση των γνωστοποιηθέντων στοιχείων του πραγματικού ελλείμματος και του πραγματικού χρέους και των σχετικών δημόσιων λογαριασμών. Στοιχεία από τις εμπιστευτικές καταστάσεις του εθνικού στατιστικού συστήματος παρέχονται μόνο στην Επιτροπή (Eurostat).

Ανεξαρτήτως της γενικής υποχρέωσης των κρατών μελών να λαμβάνουν κάθε απαιτούμενο μέτρο προς διευκόλυνση των μεθοδολογικών επισκέψεων, οι συνομιλητές της Eurostat για τις μεθοδολογικές επισκέψεις του πρώτου εδαφίου είναι, σε κάθε κράτος μέλος, οι υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την υποβολή εκθέσεων στα πλαίσια της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

3.  Η Επιτροπή (Eurostat) εξασφαλίζει ότι τα στελέχη της και οι εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις επισκέψεις αυτές πληρούν όλα τα εχέγγυα τεχνικών ικανοτήτων, επαγγελματικής ανεξαρτησίας και τήρησης της εμπιστευτικότητας.

Άρθρο 8στ

Η Επιτροπή (Eurostat) διαβιβάζει στην οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή τα πορίσματα των επισκέψεων διαλόγου και των μεθοδολογικών επισκέψεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν παρατηρήσεων του οικείου κράτους μέλους επί των πορισμάτων αυτών. Τα εν λόγω πορίσματα, από κοινού με τις τυχόν παρατηρήσεις του οικείου κράτους μέλους, αφού διαβιβαστούν στην οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή δημοσιεύονται, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το στατιστικό απόρρητο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97.



ΤΜΗΜΑ 2Β

Παροχη στοιχειων απο την επιτροπη

Άρθρο 8ζ

1.  Η Επιτροπή (Eurostat) παρέχει τα στοιχεία του πραγματικού δημόσιου ελλείμματος και του πραγματικού δημόσιου χρέους, κατ’ εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, εντός τριών εβδομάδων από τη λήξη των προθεσμιών γνωστοποίησης που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, ή μετά τις αναθεωρήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1. Η εν λόγω παροχή στοιχείων πραγματοποιείται μέσω δημοσίευσης.

2.  Η Επιτροπή (Eurostat) δεν καθυστερεί την παροχή των στοιχείων του πραγματικού δημόσιου ελλείμματος και του πραγματικού δημόσιου χρέους των κρατών μελών στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν έχει γνωστοποιήσει τα στοιχεία του.

Άρθρο 8η

1.  Η Επιτροπή (Eurostat) μπορεί να εκφράσει επιφύλαξη όσον αφορά την ποιότητα των πραγματικών στοιχείων που γνωστοποιούνται από τα κράτη μέλη. Εντός τριών εργάσιμων ημερών κατ’ ανώτατο όριο πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία δημοσίευσης, η Επιτροπή (Eurostat) ανακοινώνει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και στον πρόεδρο της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής την επιφύλαξη που προτίθεται να εκφράσει και να δημοσιεύσει. Στην περίπτωση κατά την οποία το θέμα επιλύεται μετά τη δημοσίευση των στοιχείων και της επιφύλαξης, η άρση της επιφύλαξης δημοσιεύεται αμέσως μετά.

2.  Η Επιτροπή (Eurostat) μπορεί να τροποποιήσει τα πραγματικά στοιχεία που έχουν γνωστοποιηθεί από κράτη μέλη και να παράσχει τα τροποποιημένα στοιχεία και μια αιτιολόγηση της τροποποίησης εφόσον υπάρχουν αποδείξεις ότι τα πραγματικά στοιχεία που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8α παράγραφος 1. Εντός τριών το πολύ εργάσιμων ημερών πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία δημοσίευσης, η Επιτροπή (Eurostat) ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και στον πρόεδρο της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής τα τροποποιημένα στοιχεία και την αιτιολόγηση της τροποποίησης.



ΤΜΗΜΑ 2Γ

Γενικεσ διαταξεισ

Άρθρο 8θ

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα πραγματικά στοιχεία που γνωστοποιούνται στην Επιτροπή παρέχονται σύμφωνα με τις αρχές που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97. Ως προς το θέμα αυτό, οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα γνωστοποιούμενα στοιχεία είναι σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 και τους σχετικούς λογιστικούς κανόνες του ΕΣΛ 95.

2.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι οι αρμόδιοι για τη γνωστοποίηση των πραγματικών στοιχείων στην Επιτροπή και των σχετικών δημόσιων λογαριασμών ενεργούν σύμφωνα με τις αρχές που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97.

Άρθρο 8ι

Σε περίπτωση αναθεώρησης του ΕΣΛ 95 ή τροποποίησης της μεθοδολογίας του που αποφασίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή την Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες αρμοδιότητας και τη διαδικασία που καθορίζονται στη συνθήκη και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96, η Επιτροπή εισάγει τις νέες αναφορές στο ΕΣΛ 95 στα άρθρα 1, 2 και 4.

▼B

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.



( 1 ) ΕΕ αριθ. C 324 της 1. 12. 1993, σ. 8, και

ΕΕ αριθ. C 340 της 17. 12. 1993, σ. 8

.

( 2 ) ΕΕ αριθ. C 329 της 6. 12. 1993.

( 3 ) Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Ευρωπαϊκό Σύστημα Οικονομικών Λογαριασμών - ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση.

( 4 ) ΕΕ αριθ. L 49 της 21. 2. 1989, σ. 26.

( 5 ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΕ L 310 της 30.11.1996, σ. 1).

( 6 ) ΕΕ L 59 της 6.3.1991, σ. 19.