ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 25.11.2021
COM(2021) 719 final
2021/0383(NLE)
Πρόταση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
με την οποία εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να κυρώσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
Η παρούσα πρόταση αφορά την απόφαση με την οποία εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να κυρώσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων της Σύμβασης της Βουδαπέστης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (στο εξής: πρωτόκολλο). Στόχος του πρωτοκόλλου είναι να παρέχει κοινούς κανόνες σε διεθνές επίπεδο για την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα του κυβερνοεγκλήματος και για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή στο πλαίσιο ποινικών ερευνών ή διώξεων.
Η παρούσα πρόταση συμπληρώνει χωριστή πρόταση της Επιτροπής για απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Συμβούλιο), με την οποία εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να υπογράψουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πρωτόκολλο.
Το κυβερνοέγκλημα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σημαντική πρόκληση για την κοινωνία μας. Παρά τις προσπάθειες των αρχών επιβολής του νόμου και των δικαστικών αρχών, οι κυβερνοεπιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων λυτρισμικού, αυξάνονται και γίνονται πιο σύνθετες. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το διαδίκτυο από τη φύση του δεν περιορίζεται από σύνορα, οι έρευνες για το κυβερνοέγκλημα αποκτούν σχεδόν πάντοτε διασυνοριακό χαρακτήρα και, συνεπώς, απαιτούν στενή συνεργασία μεταξύ των αρχών διαφόρων χωρών.
Τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στις ποινικές έρευνες. Η Επιτροπή εκτιμά ότι σήμερα οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές έχουν ανάγκη πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία για το 85 % των ποινικών ερευνών, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνοεγκλήματος. Τα αποδεικτικά στοιχεία για κάθε είδους ποινικό αδίκημα τηρούνται ολοένα και περισσότερο σε ηλεκτρονική μορφή από παρόχους υπηρεσιών σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες, και για την αποτελεσματική αντίδραση της ποινικής δικαιοσύνης απαιτούνται κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση αυτών των αποδεικτικών στοιχείων με στόχο την προστασία του κράτους δικαίου.
Προσπάθειες για τη βελτίωση της διασυνοριακής πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο ποινικών ερευνών καταβάλλονται σε ολόκληρο τον κόσμο, σε εθνικό επίπεδο, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε διεθνές επίπεδο, μεταξύ άλλων μέσω του πρωτοκόλλου. Είναι σημαντικό να εξασφαλιστούν συμβατοί κανόνες σε διεθνές επίπεδο, ώστε να αποφεύγεται η σύγκρουση νόμων όταν επιδιώκεται διασυνοριακή πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία.
2.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
2.1.Ιστορικό
Η Σύμβαση της Βουδαπέστης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (CETS αριθ. 185) (στο εξής: Σύμβαση) έχει στόχο να διευκολύνει την καταπολέμηση ποινικών αδικημάτων κατά τα οποία γίνεται χρήση δικτύων υπολογιστών. Η Σύμβαση 1) περιλαμβάνει διατάξεις για την εναρμόνιση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων στο πλαίσιο του εθνικού ουσιαστικού ποινικού δικαίου και των συναφών διατάξεων στον τομέα του κυβερνοεγκλήματος, 2) προβλέπει τις απαραίτητες αρμοδιότητες βάσει της εθνικής ποινικής δικονομίας για τη διερεύνηση και δίωξη των αδικημάτων αυτού του είδους, καθώς και άλλων αδικημάτων που διαπράττονται μέσω συστήματος υπολογιστή ή των οποίων τα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται σε ηλεκτρονική μορφή και 3) αποσκοπεί στη δημιουργία ταχέος και αποτελεσματικού συστήματος διεθνούς συνεργασίας.
Η Σύμβαση είναι ανοικτή στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά και σε μη μέλη κατόπιν πρόσκλησης. Επί του παρόντος, 66 χώρες αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων 26 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Σύμβαση δεν προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσχωρήσει σε αυτή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζεται ωστόσο ως οργανισμός με καθεστώς παρατηρητή στην επιτροπή της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (στο εξής: T-CY).
Παρά τις προσπάθειες για διαπραγμάτευση μιας νέας σύμβασης για το κυβερνοέγκλημα σε επίπεδο Ηνωμένων Εθνών, η Σύμβαση της Βουδαπέστης παραμένει η βασική πολυμερής σύμβαση για την καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος. Η Ένωση υποστηρίζει με συνέπεια τη Σύμβαση, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της χρηματοδότησης προγραμμάτων ανάπτυξης ικανοτήτων.
Κατόπιν υποβολής προτάσεων από την ομάδα «Cloud Evidence», η επιτροπή της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο ενέκρινε αρκετές συστάσεις με στόχο να αντιμετωπιστεί, μεταξύ άλλων μέσω της διαπραγμάτευσης ενός δεύτερου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, η πρόκληση που προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία για το κυβερνοέγκλημα και άλλα αδικήματα τηρούνται ολοένα και περισσότερο από παρόχους υπηρεσιών σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες, οι αρμοδιότητες επιβολής του νόμου παραμένουν περιορισμένες εντός εδαφικών ορίων. Τον Ιούνιο του 2017 η επιτροπή της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο ενέκρινε την εντολή για την κατάρτιση του δεύτερου πρόσθετου πρωτοκόλλου κατά την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2017 έως τον Δεκέμβριο του 2019. Λόγω του επιπλέον χρόνου που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση των συζητήσεων, καθώς και των περιορισμών εξαιτίας της πανδημίας COVID-19 το 2020 και το 2021, η επιτροπή της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο παρέτεινε ακολούθως την εντολή δύο φορές, έως τον Δεκέμβριο του 2020 και, κατόπιν, έως τον Μάιο του 2021.
Κατόπιν της πρόσκλησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο πλαίσιο των συμπερασμάτων του, της 18ης Οκτωβρίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 5 Φεβρουαρίου 2019, σύσταση για απόφαση του Συμβουλίου για την έγκριση της συμμετοχής της Επιτροπής, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις διαπραγματεύσεις σχετικά με δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εξέδωσε γνωμοδότηση σχετικά με τη σύσταση στις 2 Απριλίου 2019. Με απόφαση της 6ης Ιουνίου 2019 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξουσιοδότησε την Επιτροπή να συμμετάσχει, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε διαπραγματεύσεις σχετικά με δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο.
Όπως διατυπώθηκε στη στρατηγική της ΕΕ του 2020 για την Ένωση Ασφάλειας, στη στρατηγική κυβερνοασφάλειας της ΕΕ του 2020 για την ψηφιακή δεκαετία και στη στρατηγική της ΕΕ του 2021 για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, η Επιτροπή έχει δεσμευτεί για την ταχεία και επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων του πρωτοκόλλου. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναγνώρισε την ανάγκη να ολοκληρωθούν οι εργασίες για το πρωτόκολλο στο ψήφισμα του 2021 σχετικά με τη στρατηγική κυβερνοασφάλειας της ΕΕ για την ψηφιακή δεκαετία.
Σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή συμμετείχε, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις διαπραγματεύσεις για το πρωτόκολλο. Η Επιτροπή απευθύνθηκε τακτικά στην ειδική επιτροπή του Συμβουλίου για τις διαπραγματεύσεις, ζητώντας τη γνώμη της σχετικά με τη θέση της Ένωσης.
Σύμφωνα με τη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Επιτροπή παρείχε τακτική ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, μέσω γραπτών εκθέσεων ή προφορικών παρουσιάσεων.
Στην ολομέλεια της επιτροπής της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο της 28ης Μαΐου 2021, η εν λόγω επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο πρωτοκόλλου στο επίπεδό της και το διαβίβασε για έγκριση από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στις 17 Νοεμβρίου 2021 η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε το πρωτόκολλο.
2.2.Το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο
Στόχος του πρωτοκόλλου είναι η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα του κυβερνοεγκλήματος και η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για ποινικά αδικήματα σε ηλεκτρονική μορφή για σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων. Το πρωτόκολλο αναγνωρίζει την ανάγκη για αυξημένη και πιο αποδοτική συνεργασία σε επίπεδο κρατών και με τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και για μεγαλύτερη σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους υπηρεσιών και άλλους φορείς όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να ανταποκρίνονται σε αιτήματα των αρχών ποινικής δικαιοσύνης άλλων συμβαλλόμενων μερών για γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων.
Στο πρωτόκολλο αναγνωρίζεται επίσης ότι η αποτελεσματική συνεργασία για σκοπούς ποινικής δικαιοσύνης, εκτός των άλλων μεταξύ αρχών του δημόσιου τομέα και φορέων του ιδιωτικού τομέα, απαιτεί αποτελεσματικούς όρους και ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Για τον σκοπό αυτό, το πρωτόκολλο υιοθετεί προσέγγιση με γνώμονα τα δικαιώματα και προβλέπει όρους και διασφαλίσεις που συνάδουν με τις διεθνείς πράξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950. Δεδομένου ότι τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία συχνά αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το πρωτόκολλο περιλαμβάνει επίσης ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Οι διατάξεις που αναφέρονται στα ακόλουθα εδάφια είναι ιδιαίτερης σημασίας για το πρωτόκολλο. Το πρωτόκολλο συνοδεύεται από λεπτομερή αιτιολογική έκθεση. Αν και η αιτιολογική έκθεση δεν συνιστά πράξη δεσμευτικής ερμηνείας του πρωτοκόλλου, σκοπός της είναι να παρέχει «καθοδήγηση και συνδρομή στα συμβαλλόμενα μέρη» για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου.
2.2.1.Κοινές διατάξεις
Το κεφάλαιο Ι του πρωτοκόλλου περιέχει τις κοινές διατάξεις. Το άρθρο 2 ορίζει το πεδίο εφαρμογής του πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης: εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστή, καθώς και στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για ποινικά αδικήματα.
Στο άρθρο 3 περιλαμβάνονται ορισμοί σχετικά με τις «κεντρικές αρχές», τις «αρμόδιες αρχές», τις «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», τα «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» και το «διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος». Οι εν λόγω ορισμοί, από κοινού με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση, εφαρμόζονται στο πρωτόκολλο.
Το άρθρο 4 καθορίζει τις γλώσσες στις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να υποβάλλουν εντολές, αιτήματα ή κοινοποιήσεις στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου.
2.2.2.Μέτρα συνεργασίας
Το κεφάλαιο II του πρωτοκόλλου προβλέπει μέτρα για την ενίσχυση της συνεργασίας. Πρώτον, το άρθρο 5 παράγραφος 1 ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται βάσει του πρωτοκόλλου στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Το άρθρο 5 παράγραφοι 2 έως 5 καθορίζει την εφαρμογή των μέτρων σε σχέση με τις υφιστάμενες συμβάσεις ή ρυθμίσεις αμοιβαίας συνδρομής. Το άρθρο 5 παράγραφος 7 προβλέπει ότι τα μέτρα του κεφαλαίου ΙΙ δεν περιορίζουν τη συνεργασία μεταξύ συμβαλλόμενων μερών, ή με παρόχους ή φορείς παροχής υπηρεσιών, μέσω άλλων εφαρμοστέων συμφωνιών, ρυθμίσεων, πρακτικών ή εθνικών νομοθεσιών.
Το άρθρο 6 παρέχει τη βάση για απευθείας συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών ενός συμβαλλόμενου μέρους και φορέων παροχής υπηρεσιών καταχώρισης ονομάτων τομέα που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος, για τη γνωστοποίηση δεδομένων καταχώρισης ονομάτων τομέα.
Το άρθρο 7 παρέχει τη βάση για απευθείας συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών ενός συμβαλλόμενου μέρους και παρόχων υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τη γνωστοποίηση δεδομένων συνδρομητή.
Το άρθρο 8 παρέχει τη βάση για ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ αρχών για τη γνωστοποίηση δεδομένων υπολογιστή.
Το άρθρο 9 παρέχει τη βάση για συνεργασία μεταξύ αρχών για τη γνωστοποίηση δεδομένων υπολογιστή σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Το άρθρο 10 παρέχει τη βάση για αμοιβαία νομική συνδρομή σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Το άρθρο 11 παρέχει τη βάση για συνεργασία μέσω βιντεοδιάσκεψης.
Το άρθρο 12 παρέχει τη βάση για κοινές έρευνες και για κοινές ομάδες έρευνας.
2.2.3.Διασφαλίσεις
Το πρωτόκολλο υιοθετεί προσέγγιση με γνώμονα τα δικαιώματα, περιλαμβάνοντας συγκεκριμένους όρους και διασφαλίσεις, ορισμένοι εκ των οποίων ενσωματώνονται στα ειδικά μέτρα συνεργασίας, καθώς και στο κεφάλαιο ΙΙΙ του πρωτοκόλλου. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου, τα συμβαλλόμενα μέρη καλούνται να διασφαλίσουν ότι οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες προϋποθέτουν επαρκές επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που, σύμφωνα με το άρθρο 15 της Σύμβασης, εγγυάται την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.
Το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου προβλέπει την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου σύμφωνα με το τροποποιητικό πρωτόκολλο της Σύμβασης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (CETS αριθ. 223) (Σύμβαση 108+) και το ενωσιακό δίκαιο.
Στη βάση αυτή, στο άρθρο 14 παράγραφοι 2 έως 15 καθορίζονται οι θεμελιώδεις αρχές προστασίας δεδομένων, μεταξύ των οποίων ο περιορισμός του σκοπού, η νομική βάση, η ποιότητα των δεδομένων και οι κανόνες που εφαρμόζονται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων, οι υποχρεώσεις που ισχύουν για τους υπεύθυνους επεξεργασίας, εκτός των άλλων όσον αφορά τη διατήρηση, την τήρηση αρχείων, την ασφάλεια και τις περαιτέρω διαβιβάσεις, τα εκτελεστά ατομικά δικαιώματα, μεταξύ άλλων σχετικά με τη γνωστοποίηση, την πρόσβαση, τη διόρθωση και την αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, η ανεξάρτητη και αποτελεσματική εποπτεία από μία ή περισσότερες αρχές, καθώς και η διοικητική ή δικαστική προσφυγή. Οι διασφαλίσεις καλύπτουν όλες τις μορφές συνεργασίας που προβλέπονται στο πρωτόκολλο, και υπόκεινται στις τυχόν αναγκαίες προσαρμογές για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της απευθείας συνεργασίας (π.χ. στο πλαίσιο της γνωστοποίησης παραβίασης). Είναι δυνατή η αναβολή, ο περιορισμός ή η άρνηση της άσκησης ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων, αν κρίνεται αναγκαίο και αναλογικό για την επιδίωξη σημαντικών σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ιδίως για την πρόληψη του κινδύνου στο πλαίσιο εν εξελίξει ερευνών για την επιβολή του νόμου, σύμφωνα και με το ενωσιακό δίκαιο.
Το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου θα πρέπει επίσης να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του πρωτοκόλλου. Το άρθρο 23 ενισχύει την αποτελεσματικότητα των διασφαλίσεων του πρωτοκόλλου, προβλέποντας ότι η επιτροπή της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο θα αξιολογεί την υλοποίηση και εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας για την εφαρμογή των διατάξεων του πρωτοκόλλου. Ειδικότερα, το άρθρο 23 παράγραφος 3 αναγνωρίζει ρητά ότι η εφαρμογή του άρθρου 14 από τα συμβαλλόμενα μέρη θα αξιολογηθεί αφότου δέκα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το πρωτόκολλο.
Ως περαιτέρω διασφάλιση, δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 15, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος διαθέτει τεκμηριωμένα στοιχεία ότι ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος παραβιάζει συστηματικά ή ουσιωδώς τις διασφαλίσεις του πρωτοκόλλου, δύναται να αναστείλει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος κατόπιν διαβούλευσης (η οποία δεν απαιτείται σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης). Τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν πριν από την αναστολή θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το πρωτόκολλο.
Τέλος, λαμβανομένου υπόψη του πολυμερούς χαρακτήρα του πρωτοκόλλου, το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχεία β και γ του πρωτοκόλλου επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνούν, στο πλαίσιο της διμερούς σχέσης τους και υπό ορισμένους όρους, επί εναλλακτικών τρόπων για τη διασφάλιση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται βάσει του πρωτοκόλλου. Παρότι οι διασφαλίσεις του άρθρου 14 παράγραφοι 2 έως 15 εφαρμόζονται εξ ορισμού στα συμβαλλόμενα μέρη που είναι αποδέκτες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο β, τα συμβαλλόμενα μέρη που δεσμεύονται αμοιβαία από διεθνή συμφωνία η οποία θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις της νομοθεσίας των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών μπορούν επίσης να βασίζονται στο εν λόγω πλαίσιο. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, όσον αφορά τη σύμβαση 108+ (για τα συμβαλλόμενα μέρη που επιτρέπουν τη διαβίβαση δεδομένων σε άλλα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης) ή τη συμφωνία-πλαίσιο ΕΕ-ΗΠΑ (στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της, δηλαδή για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ αρχών και, σε συνδυασμό με μια ειδική συμφωνία διαβίβασης μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ, για απευθείας συνεργασία μεταξύ αρχών και παρόχων υπηρεσιών). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν επίσης να καθορίζουν αμοιβαία ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται βάσει άλλων συμφωνιών ή ρυθμίσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών. Όσον αφορά τα κράτη μέλη της ΕΕ, τέτοιου είδους εναλλακτική συμφωνία ή ρύθμιση μπορεί να συνιστά βάση για διαβίβαση δεδομένων στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου μόνο εφόσον η εν λόγω διαβίβαση τηρεί τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων, ειδικότερα το κεφάλαιο V της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 (οδηγία για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου) και (όσον αφορά την απευθείας συνεργασία μεταξύ αρχών και παρόχων υπηρεσιών στο πλαίσιο των άρθρων 6 και 7 του πρωτοκόλλου) το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων).
2.2.4.Τελικές διατάξεις
Το κεφάλαιο IV του πρωτοκόλλου περιέχει τις τελικές διατάξεις. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο α διασφαλίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να ρυθμίσουν διαφορετικά τις σχέσεις τους σε θέματα που προβλέπονται στο πρωτόκολλο, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 της Σύμβασης. Το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο β διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ που αποτελούν συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης μπορούν να εξακολουθούν να εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο στις αμοιβαίες σχέσεις τους. Το άρθρο 15 παράγραφος 2 ορίζει επίσης ότι το άρθρο 39 παράγραφος 3 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο πρωτόκολλο.
Το άρθρο 16 παράγραφος 3 αναφέρει ότι το πρωτόκολλο θα αρχίσει να ισχύει αφότου πέντε συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το πρωτόκολλο.
Το άρθρο 19 παράγραφος 1 προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενη μέρη μπορούν να κάνουν χρήση επιφυλάξεων σχετικά με το άρθρο 7 παράγραφος 9 στοιχεία α και β, το άρθρο 8 παράγραφος 13 και το άρθρο 17. Το άρθρο 19 παράγραφος 2 προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις σε σχέση με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β και παράγραφος 8, το άρθρο 8 παράγραφος 11, το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β και παράγραφος 5, το άρθρο 10 παράγραφος 9, το άρθρο 12 παράγραφος 3 και το άρθρο 18 παράγραφος 2. Το άρθρο 19 παράγραφος 3 ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν στις δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις που προσδιορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 στοιχεία α και ε, στο άρθρο 8 παράγραφος 4 και παράγραφος 10 στοιχεία α και β, στο άρθρο 14 παράγραφος 7 στοιχείο γ και παράγραφος 10 στοιχείο β και στο άρθρο 17 παράγραφος 2.
Το άρθρο 23 παράγραφος 1 παρέχει τη βάση για τις διαβουλεύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, εκτός των άλλων μέσω της επιτροπής της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, σύμφωνα με το άρθρο 46 της Σύμβασης. Το άρθρο 23 παράγραφος 2 παρέχει επίσης τη βάση για την αξιολόγηση της χρήσης και της εφαρμογής των διατάξεων του πρωτοκόλλου. Με το άρθρο 23 παράγραφος 3 διασφαλίζεται ότι η αξιολόγηση της χρήσης και της εφαρμογής του άρθρου 14 όσον αφορά την προστασία των δεδομένων θα αρχίσει αφότου δέκα συμβαλλόμενα μέρη εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το πρωτόκολλο.
2.3.Ενωσιακή νομοθεσία και πολιτική στον τομέα
Ο τομέας που διέπεται από το πρωτόκολλο καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από κοινούς κανόνες βάσει του άρθρου 82 παράγραφος 1 και του άρθρου 16 της ΣΛΕΕ. Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει ειδικότερα πράξεις για την επιβολή του νόμου και τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, όπως η οδηγία 2014/41/ΕΕ περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις, η σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και η απόφαση-πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας. Σε εξωτερικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει σειρά διμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, όπως οι συμφωνίες σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής,μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας και μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Νορβηγίας και της Ισλανδίας. Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει επίσης τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία διασφαλίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται στα άρθρα 22, 23 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, να επιδιώκει συνεργασία στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου κατά τον ίδιο τρόπο με τους εθνικούς εισαγγελείς των εν λόγω κρατών μελών. Οι εν λόγω πράξεις και συμφωνίες σχετίζονται κυρίως με τα άρθρα 8, 9, 10, 11 και 12 του πρωτοκόλλου.
Επιπλέον, η Ένωση έχει εκδώσει αρκετές οδηγίες που ενισχύουν τα δικονομικά δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Οι εν λόγω πράξεις σχετίζονται κυρίως με τα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 του πρωτοκόλλου. Μια συγκεκριμένη δέσμη διασφαλίσεων αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να διενεργείται μόνο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων)και την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 (οδηγία για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου). Το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε προσώπου στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο στοιχείο τον σεβασμό του απορρήτου των επικοινωνιών. Η επεξεργασία των δεδομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί να διενεργείται μόνο σύμφωνα με την οδηγία 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες). Οι εν λόγω πράξεις σχετίζονται κυρίως με το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου.
Το άρθρο 14 παράγραφοι 2 έως 15 του πρωτοκόλλου προβλέπει κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία των δεδομένων κατά την έννοια των ενωσιακών κανόνων προστασίας των δεδομένων, ιδίως του άρθρου 46 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων και του άρθρου 37 της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου, καθώς και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διασφαλίσεων που καθορίζονται στο άρθρο 14 του πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν για την ενημέρωση των προσώπων τα δεδομένα των οποίων έχουν διαβιβαστεί, υπό την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών, π.χ. να μην τίθεται σε κίνδυνο εν εξελίξει έρευνα. Το άρθρο 14 παράγραφος 11 στοιχείο γ του πρωτοκόλλου παρέχει τη βάση για την εκπλήρωση της συγκεκριμένης απαίτησης από τα κράτη μέλη.
Για να υπάρχει συμβατότητα του άρθρου 14 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου με τους ενωσιακούς κανόνες προστασίας των δεδομένων, απαιτείται επίσης από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα σε σχέση με πιθανούς εναλλακτικούς τρόπους για τη διασφάλιση της κατάλληλης προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου. Όσον αφορά άλλες διεθνείς συμφωνίες που θεσπίζουν ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της νομοθεσίας των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών, βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο β, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι, σε περίπτωση απευθείας συνεργασίας, η συμφωνία-πλαίσιο ΕΕ-ΗΠΑ πρέπει να συμπληρωθεί από πρόσθετες εγγυήσεις —οι οποίες θα παρέχονται στο πλαίσιο ειδικής συμφωνίας διαβίβασης μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ / των κρατών μελών της— οι οποίες θα συνεκτιμούν τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που ενέχει η διαβίβαση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων απευθείας από παρόχους υπηρεσιών και όχι μεταξύ αρχών.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο β του πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι, όσον αφορά κράτη μέλη της ΕΕ που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης 108+, η ίδια η σύμβαση δεν παρέχει επαρκή βάση για τη διασυνοριακή διαβίβαση δεδομένων στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου σε άλλα συμβαλλόμενα μέρη της εν λόγω σύμβασης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την τελευταία περίοδο του άρθρου 14 παράγραφος 1 της σύμβασης 108+.
Τέλος, όσον αφορά άλλες συμφωνίες ή ρυθμίσεις στο πλαίσιο του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν υπόψη ότι μπορούν να βασίζονται στις εν λόγω άλλες συμφωνίες ή ρυθμίσεις μόνο εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση επάρκειας δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) ή του άρθρου 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 (οδηγία για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου) για την οικεία τρίτη χώρα και η οποία καλύπτει τις αντίστοιχες διαβιβάσεις δεδομένων, είτε εάν η ίδια η εν λόγω άλλη συμφωνία ή ρύθμιση εξασφαλίζει επαρκείς εγγυήσεις προστασίας των δεδομένων δυνάμει του άρθρου 46 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων ή του άρθρου 37 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο το υφιστάμενο ενωσιακό δίκαιο όπως ισχύει επί του παρόντος στον σχετικό τομέα, όσο και η μελλοντική εξέλιξή του, στον βαθμό που αυτή μπορεί να προβλεφθεί κατά τον χρόνο που διενεργείται η ανάλυση. Ο τομέας που καλύπτεται από το πρωτόκολλο έχει άμεση σχέση με τις προβλέψιμες μελλοντικές εξελίξεις στο ενωσιακό δίκαιο. Υπό αυτή την έννοια, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή τον Απρίλιο του 2018 σχετικά με τη διασυνοριακή πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά τη συμμετοχή στις διαβουλεύσεις εξ ονόματος της Ένωσης, η Επιτροπή διασφάλισε ότι το πρωτόκολλο είναι απολύτως συμβατό προς το ενωσιακό δίκαιο και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στο πλαίσιο αυτού. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή διασφάλισε ότι οι διατάξεις του πρωτοκόλλου επιτρέπουν στα κράτη μέλη να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η αναλογικότητα, τα δικονομικά δικαιώματα, το τεκμήριο αθωότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων κατά των οποίων έχει κινηθεί ποινική δίωξη, καθώς και η ιδιωτική ζωή και η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των δεδομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν τα εν λόγω δεδομένα υπόκεινται σε επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασης σε αρχές επιβολής του νόμου χωρών εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και οι τυχόν σχετικές υποχρεώσεις των αρχών επιβολής του νόμου ή των δικαστικών αρχών. Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τη γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων.
Επιπλέον, η Επιτροπή διασφάλισε ότι οι διατάξεις του πρωτοκόλλου συνάδουν με τις προτάσεις της για τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων κατά την υπό εξέλιξη διαμόρφωση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στο πλαίσιο των συζητήσεων με τους συννομοθέτες, και ότι το πρωτόκολλο δεν οδηγεί σε σύγκρουση νόμων. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή διασφάλισε ότι το πρωτόκολλο περιλαμβάνει επαρκείς διασφαλίσεις για την προστασία των δεδομένων και την ιδιωτική ζωή, οι οποίες επιτρέπουν στους παρόχους υπηρεσιών της ΕΕ να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων και την ιδιωτική ζωή, δεδομένου ότι το πρωτόκολλο παρέχει τη νομική βάση για τη διαβίβαση δεδομένων κατόπιν εντολών ή αιτημάτων που εκδίδει αρχή συμβαλλόμενου μέρους του πρωτοκόλλου μη μέλους της ΕΕ, με τα οποία ζητείται από υπεύθυνους επεξεργασίας ή εκτελούντες την επεξεργασία στην ΕΕ να γνωστοποιούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή δεδομένα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
2.4.Επιφυλάξεις, δηλώσεις, ειδοποιήσεις και κοινοποιήσεις, και άλλα θέματα
Το πρωτόκολλο παρέχει τη βάση στα συμβαλλόμενα μέρη να κάνουν χρήση ορισμένων επιφυλάξεων και να προβαίνουν σε δηλώσεις, ειδοποιήσεις και κοινοποιήσεις όσον αφορά ορισμένα άρθρα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υιοθετούν ενιαία προσέγγιση όσον αφορά ορισμένες επιφυλάξεις και δηλώσεις, ειδοποιήσεις και κοινοποιήσεις όπως ορίζεται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης. Προκειμένου να εξασφαλιστεί συμβατότητα μεταξύ της εφαρμογής του πρωτοκόλλου και του ενωσιακού δικαίου, τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να υιοθετήσουν τη θέση που καθορίζεται κατωτέρω όσον αφορά τις εν λόγω επιφυλάξεις και δηλώσεις. Όταν το πρωτόκολλο παρέχει τη βάση για άλλες επιφυλάξεις, δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις, η παρούσα πρόταση εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να εξετάζουν και να διατυπώνουν ή να προβαίνουν στις δικές τους επιφυλάξεις, δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις.
Προκειμένου να εξασφαλιστεί συμβατότητα μεταξύ των διατάξεων του πρωτοκόλλου και των σχετικών ενωσιακών νομοθεσιών και πολιτικών, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να κάνουν χρήση των επιφυλάξεων δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 9 στοιχεία α και β. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν στη δήλωση δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β και στην ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο α. Η απουσία των εν λόγω επιφυλάξεων και η υποβολή της δήλωσης και της ειδοποίησης είναι σημαντικά για τη διασφάλιση της συμβατότητας του πρωτοκόλλου με τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής για τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων κατά την υπό εξέλιξη διαμόρφωση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στο πλαίσιο των συζητήσεων με τους συννομοθέτες.
Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί ομοιόμορφη εφαρμογή του πρωτοκόλλου από τα κράτη μέλη κατά τη συνεργασία τους με τα συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι κράτη μέλη της ΕΕ, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να μην κάνουν χρήση της επιφύλαξης δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 13, για τον πρόσθετο λόγο ότι η εν λόγω επιφύλαξη θα είχε αμοιβαίο αποτέλεσμα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν στη δήλωση δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 4, ώστε να εξασφαλίζουν την εκτέλεση των εντολών σε περίπτωση που απαιτούνται πρόσθετες συνοδευτικές πληροφορίες, π.χ. σχετικά με τις περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης, προκειμένου να αξιολογηθούν η αναλογικότητα και η αναγκαιότητα.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται επίσης να μην προβαίνουν στη δήλωση βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο β, προκειμένου να διασφαλιστεί αποδοτική εφαρμογή του πρωτοκόλλου.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν στις κοινοποιήσεις δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο ε, του άρθρου 8 παράγραφος 10 στοιχεία α και β, του άρθρου 14 παράγραφος 7 στοιχείο γ και παράγραφος 10 στοιχείο β, ώστε να διασφαλιστεί γενική και αποτελεσματική εφαρμογή του πρωτοκόλλου.
Τέλος, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 11 στοιχείο γ, ώστε να διασφαλίζουν ότι το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνεται κατά τη στιγμή της διαβίβασης σχετικά με την υποχρέωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου, να ειδοποιήσει το πρόσωπο το οποίο αφορούν τα δεδομένα, καθώς και να παρέχουν τα απαραίτητα στοιχεία επικοινωνίας ώστε να μπορεί το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος να ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της ΕΕ, αφότου πάψουν να ισχύουν οι περιορισμοί εμπιστευτικότητας και είναι πλέον δυνατή η ειδοποίηση του εν λόγω προσώπου.
2.5.Αιτιολόγηση της πρότασης
Το πρωτόκολλο θα αρχίσει να ισχύει αφότου πέντε συμβαλλόμενα μέρη εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφοι 1 και 2. Η τελετή υπογραφής του πρωτοκόλλου προβλέπεται να πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο του 2022.
Τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία έναρξη ισχύος και η κύρωση του πρωτοκόλλου, οι οποίες είναι ιδιαίτερης σημασίας λόγω διαφόρων παραγόντων.
Πρώτον, το πρωτόκολλο θα διασφαλίσει ότι οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές έχουν στη διάθεσή τους περισσότερα μέσα για την εξασφάλιση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων που είναι απαραίτητα σε ποινικές έρευνες. Ενόψει της αυξανόμενης σημασίας των ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων στις ποινικές έρευνες, είναι επιτακτική ανάγκη οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές να έχουν στη διάθεσή τους τα κατάλληλα μέσα για την απόκτηση πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία με αποτελεσματικό τρόπο, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι είναι σε θέση να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την εγκληματικότητα στο διαδίκτυο.
Δεύτερον, το πρωτόκολλο θα διασφαλίσει ότι μέτρα αυτού του είδους για την απόκτηση πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία θα χρησιμοποιούνται κατά τρόπο που επιτρέπει στα κράτη μέλη να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των δικονομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ελλείψει σαφών κανόνων σε διεθνές επίπεδο, οι υφιστάμενες πρακτικές ενδέχεται να δημιουργούν προβλήματα από άποψη ασφάλειας δικαίου, διαφάνειας, λογοδοσίας και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των δικονομικών εγγυήσεων των υπόπτων σε ποινικές έρευνες.
Τρίτον, το πρωτόκολλο θα επιλύσει και θα αποτρέψει ζητήματα σύγκρουσης νόμων, που έχουν επιπτώσεις τόσο για τις αρχές όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών και άλλους φορείς του ιδιωτικού τομέα, καθώς προβλέπει συμβατούς κανόνες σε διεθνές επίπεδο για τη διασυνοριακή πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία.
Τέταρτον, το πρωτόκολλο θα καταδείξει τη σταθερή σημασία της Σύμβασης ως του βασικού πολυμερούς πλαισίου για την καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος. Αυτό θα έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των διεργασιών μετά το ψήφισμα 74/247 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (ΓΣΗΕ), του Δεκεμβρίου του 2019, σχετικά με την «καταπολέμηση της χρήσης των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών για εγκληματικούς σκοπούς», με το οποίο συστάθηκε ad hoc διακυβερνητική επιτροπή εμπειρογνωμόνων μη περιορισμένης σύνθεσης, με σκοπό την εκπόνηση εκτενούς διεθνούς σύμβασης κατά της χρήσης των τεχνολογιών πληροφορικών και επικοινωνιών για εγκληματικούς σκοπούς.
3.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
·Νομική βάση
Η αρμοδιότητα της Ένωσης να νομοθετεί σχετικά με ζητήματα που αφορούν τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών ή άλλων ισοδύναμων αρχών κατά την άσκηση ποινικών διώξεων και την εκτέλεση των αποφάσεων βασίζεται στο άρθρο 82 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η αρμοδιότητα της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βασίζεται στο άρθρο 16 της ΣΛΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας κατά το μέτρο που η σύναψη αυτή ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες της ΕΕ ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους. Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου εμπίπτουν σε τομέα που καλύπτεται, σε μεγάλο βαθμό, από κοινούς κανόνες, όπως ορίζεται στο σημείο 2.3 ανωτέρω.
Συνεπώς, το πρωτόκολλο εμπίπτει στην αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η κύρωση του πρωτοκόλλου από τα κράτη μέλη, προς το συμφέρον της Ένωσης, δύναται να γίνει βάσει του άρθρου 16, του άρθρου 82 παράγραφος 1 και του άρθρου 218 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ.
·Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Άνευ αντικειμένου.
·Αναλογικότητα
Οι στόχοι της Ένωσης όσον αφορά την παρούσα πρόταση, όπως καθορίζονται στο τμήμα 2.5 ανωτέρω, μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της σύναψης μιας δεσμευτικής διεθνούς συμφωνίας, που προβλέπει τα απαραίτητα μέτρα συνεργασίας, ενώ παράλληλα διασφαλίζει δέουσα προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το πρωτόκολλο επιτυγχάνει αυτόν τον στόχο. Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των βασικών του στόχων. Η διμερής δράση δεν συνιστά εναλλακτική λύση, διότι δεν θα αποτελούσε επαρκή βάση συνεργασίας με χώρες εκτός της ΕΕ και δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει την απαραίτητη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επίσης, η προσχώρηση σε μια πολυμερή συμφωνία όπως το πρωτόκολλο, την οποία η Ένωση είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί, είναι πιο αποδοτική από την έναρξη διαπραγματεύσεων με επιμέρους χώρες εκτός της ΕΕ σε διμερές επίπεδο. Το πρωτόκολλο, στη βάση της παραδοχής ότι θα κυρωθεί και από τα 66 συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης καθώς και από νέα συμβαλλόμενα μέρη στο μέλλον, θα προσφέρει ένα κοινό νομικό πλαίσιο συνεργασίας των κρατών μελών της ΕΕ με τους σημαντικότερους διεθνείς εταίρους τους για την καταπολέμηση του εγκλήματος.
·Επιλογή της νομικής πράξης
Άνευ αντικειμένου.
4.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
·Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
·Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Το Συμβούλιο της Ευρώπης οργάνωσε έξι γύρους διαβουλεύσεων σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για το πρωτόκολλο, τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2018, τον Φεβρουάριο και τον Νοέμβριο του 2019, τον Δεκέμβριο του 2020 και τον Μάιο του 2021. Τα συμβαλλόμενα μέρη έλαβαν υπόψη τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο των εν λόγω διαβουλεύσεων.
Η Επιτροπή, ενεργώντας ως διαπραγματευτής εξ ονόματος της Ένωσης, αντάλλαξε επίσης απόψεις με αρχές προστασίας δεδομένων και οργάνωσε στοχευμένες συνεδριάσεις διαβούλευσης με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, παρόχους υπηρεσιών και επαγγελματικές ενώσεις στη διάρκεια του 2019 και του 2021. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο των εν λόγω συνομιλιών.
·Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Κατά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, η Επιτροπή απευθύνθηκε σε τακτική βάση στην ειδική επιτροπή του Συμβουλίου για τις διαπραγματεύσεις ζητώντας τη γνώμη της, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2019, με την οποία εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις εξ ονόματος της Ένωσης, και, στο πλαίσιο αυτό, οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών είχαν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν στη διαδικασία διαμόρφωσης της θέσης της Ένωσης. Εξάλλου, ορισμένοι εμπειρογνώμονες κρατών μελών εξακολούθησαν να συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, παράλληλα με τη συμμετοχή της Επιτροπής εξ ονόματος της Ένωσης. Επίσης, διεξήχθησαν διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη (βλ. ανωτέρω).
·Εκτίμηση επιπτώσεων
Την περίοδο 2017-2018 διενεργήθηκε εκτίμηση επιπτώσεων προκειμένου να συνοδεύσει τις προτάσεις της Επιτροπής για τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, οι διαπραγματεύσεις για επίτευξη συμφωνίας σχετικά με το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης της Βουδαπέστης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο αποτέλεσαν μέρος της προτιμώμενης επιλογής. Οι σχετικές επιπτώσεις παρουσιάζονται περαιτέρω στην παρούσα αιτιολογική έκθεση.
·Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Το πρωτόκολλο ενδέχεται να έχει συνέπειες σε ορισμένες κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), στις οποίες μπορεί να απευθύνονται αιτήματα και εντολές παροχής ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου. Ωστόσο, ήδη επί του παρόντος, οι εν λόγω πάροχοι συχνά είναι αποδέκτες τέτοιου είδους αιτημάτων μέσω άλλων υφιστάμενων διαύλων, τα οποία ενίοτε διαβιβάζονται από διαφορετικές αρχές, μεταξύ άλλων βάσει της Σύμβασης, βάσει άλλων συμβάσεων αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ή άλλων πλαισίων, συμπεριλαμβανομένων των πολυσυμμετοχικών πολιτικών για τη διακυβέρνηση του διαδικτύου. Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, θα επωφεληθούν από την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου σε διεθνές επίπεδο και κοινής προσέγγισης από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη του πρωτοκόλλου.
·Θεμελιώδη δικαιώματα
Οι πράξεις συνεργασίας στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αναμένεται ότι θα έχουν αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα όταν είναι δυνατή η απόκτηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο ποινικών διώξεων, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το πρωτόκολλο υιοθετεί προσέγγιση με γνώμονα τα δικαιώματα και προβλέπει όρους και διασφαλίσεις που συνάδουν με τις διεθνείς πράξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950. Συγκεκριμένα, το πρωτόκολλο προβλέπει ειδικές διασφαλίσεις για την προστασία των δεδομένων. Όπου κρίνεται απαραίτητο, το πρωτόκολλο παρέχει επίσης τη βάση στα συμβαλλόμενα μέρη να διατυπώνουν ορισμένες επιφυλάξεις και να προβαίνουν σε δηλώσεις ή ειδοποιήσεις, και περιλαμβάνει λόγους για άρνηση της συνεργασίας στο πλαίσιο ενός αιτήματος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται συμβατότητα του πρωτοκόλλου με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
5.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Δεν υπάρχουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Τα κράτη μέλη ενδέχεται να αναλάβουν ένα εφάπαξ κόστος για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου και είναι πιθανόν να υπάρξει υψηλότερο κόστος για τις αρχές των κρατών μελών, λόγω της αναμενόμενης αύξησης του αριθμού των υποθέσεων.
6.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
·Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Δεν υπάρχει σχέδιο εφαρμογής δεδομένου ότι, μετά την υπογραφή και την κύρωσή του πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη θα κληθούν να το εφαρμόσουν.
Όσον αφορά την παρακολούθηση, η Επιτροπή θα συμμετάσχει στις συνεδριάσεις της επιτροπής της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζεται ως οργανισμός με καθεστώς παρατηρητή.
2021/0383 (NLE)
Πρόταση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
με την οποία εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να κυρώσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 16, το άρθρο 82 παράγραφος 1 και το άρθρο 218 παράγραφος 6,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Στις 9 Ιουνίου 2019 το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να συμμετάσχει, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις διαπραγματεύσεις σχετικά με το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης της Βουδαπέστης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο.
(2)Το κείμενο του δεύτερου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων (στο εξής: πρωτόκολλο) εγκρίθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις [17 Νοεμβρίου 2021] και προβλέπεται να παραμείνει ανοικτό προς υπογραφή έως τον Μάρτιο του 2022.
(3)Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου εμπίπτουν σε τομέα που καλύπτεται, σε μεγάλο βαθμό, από κοινούς κανόνες κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων πράξεων για τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, τη διασφάλιση ελάχιστων προτύπων όσον αφορά τα δικονομικά δικαιώματα, καθώς και τις διασφαλίσεις προστασίας των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής.
(4)Η Επιτροπή υπέβαλε επίσης πρόταση κανονισμού σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και την ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις [COM(2018) 225 final] και πρόταση οδηγίας σχετικά με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για τον ορισμό νόμιμων εκπροσώπων με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών [COM(2018) 226 final], βάσει των οποίων θεσπίζεται δεσμευτική διασυνοριακή ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και διατήρησης η οποία απευθύνεται απευθείας σε εκπρόσωπο παρόχου υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος.
(5)Μέσω της συμμετοχής της στις διαπραγματεύσεις, εξ ονόματος της Ένωσης, η Επιτροπή διασφάλισε τη συμβατότητα του δεύτερου πρόσθετου πρωτοκόλλου με τους σχετικούς κοινούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(6)Ορισμένες επιφυλάξεις, δηλώσεις, ειδοποιήσεις και κοινοποιήσεις είναι σημαντικές για τη διασφάλιση της συμβατότητας του πρωτοκόλλου με το δίκαιο και τις πολιτικές της Ένωσης, καθώς και για την ομοιόμορφη εφαρμογή του πρωτοκόλλου μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ στις σχέσεις τους με συμβαλλόμενα μέρη εκτός ΕΕ, όπως και για την αποτελεσματική εφαρμογή του πρωτοκόλλου.
(7)Δεδομένου ότι το πρωτόκολλο προβλέπει ταχείες διαδικασίες που βελτιώνουν τη διασυνοριακή πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία και υψηλό επίπεδο διασφαλίσεων, η έναρξη ισχύος του θα συνεισφέρει στην καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος και άλλων μορφών εγκληματικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς θα διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ συμβαλλόμενων μερών του πρωτοκόλλου που είναι κράτη της ΕΕ και μερών εκτός ΕΕ, θα διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων και θα αντιμετωπίσει ζητήματα σύγκρουσης νόμων.
(8)Λαμβανομένου υπόψη ότι το πρωτόκολλο προβλέπει κατάλληλες διασφαλίσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις για τις διεθνείς διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, η έναρξη ισχύος του θα συμβάλει στην προώθηση των ενωσιακών προτύπων προστασίας των δεδομένων σε παγκόσμιο επίπεδο, θα διευκολύνει την κυκλοφορία δεδομένων μεταξύ συμβαλλόμενων μερών που είναι κράτη μέλη της ΕΕ και μερών που δεν είναι κράτη μέλη της ΕΕ και θα διασφαλίσει τη συμμόρφωση των κρατών μελών της ΕΕ με τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει των ενωσιακών κανόνων για την προστασία των δεδομένων.
(9)Επιπλέον, η ταχεία έναρξη ισχύος θα επιβεβαιώσει περαιτέρω τη θέση της Σύμβασης της Βουδαπέστης του Συμβουλίου της Ευρώπης ως του βασικού πολυμερούς πλαισίου για την καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος.
(10)Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποτελέσει συμβαλλόμενο μέρος του πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι τόσο το πρωτόκολλο όσο και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο απευθύνονται αποκλειστικά σε κράτη.
(11)Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να εξουσιοδοτηθούν να κυρώσουν το πρωτόκολλο, ενεργώντας από κοινού προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίουο οποίος γνωμοδότησε στις …
(13)[Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτή ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.]
[Ή]
[Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ιρλανδία κοινοποίησε[, με επιστολή τής ...,] την επιθυμία της να συμμετάσχει στην έκδοση και εφαρμογή της παρούσας απόφασης.]
(14)Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτή ούτε υπόκειται στη εφαρμογή της,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να κυρώσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων (στο εξής: πρωτόκολλο).
Άρθρο 2
Κατά την κύρωση του πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη διατυπώνουν τις επιφυλάξεις και προβαίνουν στις δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημέρα της έκδοσής της.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες,
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 25.11.2021
COM(2021) 719 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
με την οποία εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να κυρώσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων
Προοίμιο
Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (ETS αριθ. 185, στο εξής: Σύμβαση) που άνοιξε προς υπογραφή στις 23 Νοεμβρίου 2001 στη Βουδαπέστη, τα οποία υπογράφουν το παρόν,
Έχοντας υπόψη την εμβέλεια και τον αντίκτυπο της Σύμβασης παγκοσμίως,
Υπενθυμίζοντας ότι η Σύμβαση έχει ήδη συμπληρωθεί από το πρόσθετο πρωτόκολλο σχετικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών (ETS αριθ. 189), το οποίο άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003 (στο εξής: πρώτο πρωτόκολλο), μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του εν λόγω πρωτοκόλλου,
Λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, καθώς και άλλες συμφωνίες και ρυθμίσεις συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης,
Έχοντας επίσης υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (ETS αριθ. 108), όπως τροποποιήθηκε από το τροποποιητικό της πρωτόκολλο (CETS αριθ. 223), η οποία άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 10 Οκτωβρίου 2018 και στην οποία κάθε κράτος δύναται να κληθεί να προσχωρήσει,
Αναγνωρίζοντας την κλιμακούμενη χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών υπηρεσιών, και την αύξηση του κυβερνοεγκλήματος, το οποίο συνιστά απειλή για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου και θεωρείται επίσης απειλή για τα ανθρώπινα δικαιώματα από αρκετά κράτη,
Αναγνωρίζοντας επίσης τον αυξανόμενο αριθμό των θυμάτων κυβερνοεγκλήματος και τη σημασία που έχει η απόδοση δικαιοσύνης στα εν λόγω θύματα,
Υπενθυμίζοντας ότι οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες για την προστασία της κοινωνίας και των ατόμων έναντι εγκλημάτων εκτός αλλά και εντός διαδικτύου, μέσω, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικών ποινικών ερευνών και διώξεων,
Γνωρίζοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία κάθε ποινικού αδικήματος αποθηκεύονται ολοένα και περισσότερο σε ηλεκτρονική μορφή σε συστήματα υπολογιστών σε αλλοδαπές, πολλαπλές ή άγνωστες δικαιοδοσίες, και πεπεισμένα ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τη νόμιμη απόκτηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων προκειμένου να είναι εφικτή η αποτελεσματική αντίδραση της ποινικής δικαιοσύνης και η προάσπιση του κράτους δικαίου,
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για αυξανόμενη και πιο αποδοτική συνεργασία μεταξύ κρατών και ιδιωτικού τομέα και ότι, στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται περισσότερη σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους υπηρεσιών και άλλους φορείς όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να ανταποκρίνονται σε απευθείας αιτήματα για γνωστοποίηση ηλεκτρονικών δεδομένων που υποβάλλουν αρχές ποινικής δικαιοσύνης άλλων συμβαλλόμενων μερών,
Αποσκοπώντας, ως εκ τούτου, στην περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα του κυβερνοεγκλήματος και της συλλογής ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων για κάθε ποινικό αδίκημα στο πλαίσιο συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων, μέσω πρόσθετων εργαλείων για αποδοτικότερη αμοιβαία συνδρομή και άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ αρμόδιων αρχών· στη συνεργασία σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης· και στην απευθείας συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και παρόχων υπηρεσιών και άλλων φορέων που έχουν στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό τους σχετικές πληροφορίες,
Πεπεισμένα ότι η αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία για σκοπούς ποινικής δικαιοσύνης, εκτός των άλλων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ωφελείται από αποτελεσματικούς όρους και διασφαλίσεις για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθερίων,
Αποδεχόμενα ότι η συλλογή ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων για ποινικές έρευνες συχνά αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, και αναγνωρίζοντας την απαίτηση προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ισχύει σε πολλά συμβαλλόμενα μέρη προκειμένου να εκπληρώνουν τις συνταγματικές και διεθνείς υποχρεώσεις τους, και
Έχοντας επίγνωση της ανάγκης να διασφαλιστεί ότι τα αποτελεσματικά μέτρα ποινικής δικαιοσύνης για το κυβερνοέγκλημα και η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή υπόκεινται σε όρους και διασφαλίσεις που προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που απορρέουν δυνάμει υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει τα κράτη στο πλαίσιο εφαρμοστέων διεθνών πράξεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950 (ETS αριθ. 5), το Διεθνές Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του 1966, ο Αφρικανικός Χάρτης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών του 1981, η Αμερικανική Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1969 και άλλες διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου,
Συμφώνησαν στα εξής:
Κεφάλαιο I – Κοινές διατάξεις
Άρθρο 1
– Στόχος
Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι να συμπληρώσει:
α.
τη Σύμβαση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του παρόντος πρωτοκόλλου· και
β.
το πρώτο πρωτόκολλο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του παρόντος πρωτοκόλλου, τα οποία αποτελούν επίσης συμβαλλόμενα μέρη του πρώτου πρωτοκόλλου.
Άρθρο 2
– Πεδίο εφαρμογής
1.
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, τα μέτρα που περιγράφονται στο παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζονται:
α.
μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου, σε συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστή, καθώς και στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για ποινικά αδικήματα· και
β.
μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του πρώτου πρωτοκόλλου που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου, σε συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις για ποινικά αδικήματα που καθορίζονται δυνάμει του πρώτου πρωτοκόλλου.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 3
– Ορισμοί
1.
Οι ορισμοί του άρθρου 1 και του άρθρου 18 παράγραφος 3 της Σύμβασης ισχύουν στο παρόν πρωτόκολλο.
2.
Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ισχύουν οι ακόλουθοι επιπλέον ορισμοί:
α.
«κεντρική αρχή»: η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται στο πλαίσιο σύμβασης ή ρύθμισης αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας που εφαρμόζεται μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών, ή, ελλείψει αυτών, η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται από συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 στοιχείο α της Σύμβασης·
β.
«αρμόδια αρχή»: δικαστική, διοικητική ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου η οποία εξουσιοδοτείται βάσει του εθνικού δικαίου να διατάσσει, να εγκρίνει ή να αναλαμβάνει την εκτέλεση μέτρων στο πλαίσιο του παρόντος πρωτοκόλλου με σκοπό τη συλλογή ή την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις·
γ.
«κατάσταση έκτακτης ανάγκης»: κατάσταση κατά την οποία υφίσταται σημαντικός και άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή την ασφάλεια οποιουδήποτε φυσικού προσώπου·
δ.
«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: πληροφορία που αφορά φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί·
ε.
«διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος»: το συμβαλλόμενο μέρος που διαβιβάζει τα δεδομένα ανταποκρινόμενο σε αίτημα ή συμμετέχοντας σε κοινή ομάδα έρευνας ή, για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2, το συμβαλλόμενο μέρος στο έδαφος του οποίου εδρεύει ο διαβιβάζων πάροχος υπηρεσιών ή φορέας που παρέχει υπηρεσίες καταχώρισης ονομάτων τομέα.
Άρθρο 4
– Γλώσσα
1.
Τα αιτήματα, οι εντολές και οι συνοδευτικές πληροφορίες που υποβάλλονται προς συμβαλλόμενο μέρος συντάσσονται σε γλώσσα αποδεκτή από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5, ή συνοδεύονται από μετάφραση στην εν λόγω γλώσσα.
2.
Οι εντολές βάσει του άρθρου 7 και τα αιτήματα βάσει του άρθρου 6, καθώς και κάθε συνοδευτική πληροφορία:
α.
υποβάλλονται σε γλώσσα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους η οποία είναι αποδεκτή από τον πάροχο υπηρεσιών ή φορέα για ανάλογες εθνικές διαδικασίες·
β.
υποβάλλονται σε άλλη γλώσσα αποδεκτή από τον πάροχο υπηρεσιών ή φορέα· ή
γ.
συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις γλώσσες σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α ή β.
Κεφάλαιο ΙΙ – Μέτρα ενίσχυσης της συνεργασίας
Τμήμα 1 – Γενικές αρχές που εφαρμόζονται στο κεφάλαιο ΙΙ
Άρθρο 5
– Γενικές αρχές που εφαρμόζονται στο κεφάλαιο ΙΙ
1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
2.
Το τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από τα άρθρα 6 και 7. Προβλέπει διαδικασίες για την ενίσχυση της απευθείας συνεργασίας με παρόχους και φορείς στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Το τμήμα 2 εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών.
3.
Το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από τα άρθρα 8 και 9. Προβλέπει διαδικασίες για την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ αρχών για τη γνωστοποίηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών. Το τμήμα 3 εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
4.
Το τμήμα 4 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από το άρθρο 10. Προβλέπει διαδικασίες που αφορούν την επείγουσα αμοιβαία συνδρομή. Το τμήμα 4 εφαρμόζεται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
5.
Το τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου αποτελείται από τα άρθρα 11 και 12. Το τμήμα 5 εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Οι διατάξεις του τμήματος 5 δεν εφαρμόζονται όταν υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση ή ρύθμιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 7. Εντούτοις, τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να αποφασίσουν από κοινού να εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του τμήματος 5, εφόσον αυτό δεν απαγορεύεται από τη σύμβαση ή ρύθμιση.
6.
Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έχει δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση για τη συνεργασία την ύπαρξη διττού αξιόποινου, η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι πληρούται ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι νόμοι του τοποθετούν το αδίκημα στην ίδια κατηγορία ή χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο με το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος για να ονομάσουν το αδίκημα, αν η συμπεριφορά από την οποία προκύπτει το αδίκημα για το οποίο ζητείται συνδρομή συνιστά ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας του.
7.
Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν περιορίζουν τη συνεργασία μεταξύ συμβαλλόμενων μερών, ή μεταξύ συμβαλλόμενων μερών και παρόχων υπηρεσιών ή άλλων φορέων, στο πλαίσιο άλλων εφαρμοστέων συμφωνιών, ρυθμίσεων ή εθνικών νομοθεσιών.
Τμήμα 2 – Διαδικασίες για την ενίσχυση της απευθείας συνεργασίας με παρόχους και φορείς σε άλλα συμβαλλόμενα μέρη
Άρθρο 6
– Αίτημα για πληροφορίες καταχώρισης ονομάτων χώρου
1.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι αρμόδιες αρχές του να εξουσιοδοτούνται, για σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων, να εκδίδουν αίτημα προς φορέα που παρέχει υπηρεσίες καταχώρισης ονομάτων τομέα στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους, για παροχή πληροφοριών που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του φορέα, με σκοπό την ταυτοποίηση ή την επικοινωνία με τον καταχωρίζοντα όνομα τομέα.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να επιτρέπεται σε φορείς στο έδαφός του να γνωστοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες ανταποκρινόμενοι σε αίτημα της παραγράφου 1, υπό την επιφύλαξη εύλογων προϋποθέσεων που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.
3.
Το αίτημα της παραγράφου 1 περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α.
την ημερομηνία έκδοσης του αιτήματος, καθώς και την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής που εκδίδει το αίτημα·
β.
το όνομα τομέα για το οποίο ζητούνται πληροφορίες και λεπτομερή κατάλογο με τις ζητούμενες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων στοιχείων δεδομένων·
γ.
δήλωση ότι το αίτημα εκδίδεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου, ότι η ανάγκη παροχής πληροφοριών προκύπτει λόγω της σημασίας τους στο πλαίσιο συγκεκριμένης ποινικής έρευνας ή δίωξης και ότι οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την εν λόγω συγκεκριμένη ποινική έρευνα ή δίωξη· και
δ.
την προθεσμία και τον τρόπο γνωστοποίησης των πληροφοριών, καθώς και τυχόν άλλες ειδικές διαδικαστικές οδηγίες.
4.
Εφόσον δεχθεί ο φορέας, το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλλει το αίτημα της παραγράφου 1 σε ηλεκτρονική μορφή. Ενδέχεται να απαιτηθούν κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
5.
Σε περίπτωση μη συνεργασίας ενός φορέα που περιγράφεται στην παράγραφο 1, το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει από τον φορέα να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο δεν γνωστοποιεί τις ζητούμενες πληροφορίες. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια διαβουλεύσεων με το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας, με στόχο να καθοριστούν τα διαθέσιμα μέτρα για τη λήψη των πληροφοριών.
6.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, κοινοποιεί στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την αρχή που ορίζει για τις διαβουλεύσεις της παραγράφου 5.
7.
Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο των αρχών που ορίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει της παραγράφου 6. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υποβάλει για το μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
Άρθρο 7
– Γνωστοποίηση πληροφοριών συνδρομητή
1.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι οικείες αρμόδιες αρχές να εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν εντολή προς υποβολή απευθείας σε πάροχο υπηρεσιών στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους, προκειμένου να του γνωστοποιηθούν συγκεκριμένες, αποθηκευμένες πληροφορίες συνδρομητή που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών, αν το συμβαλλόμενο μέρος έκδοσης χρειάζεται τις πληροφορίες συνδρομητή στο πλαίσιο συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων.
2.
α. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι πάροχοι υπηρεσιών στο έδαφός του να γνωστοποιούν πληροφορίες συνδρομητή ανταποκρινόμενοι σε εντολή της παραγράφου 1.
β.
Κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, το συμβαλλόμενο μέρος δύναται —όσον αφορά εντολές που εκδίδονται προς παρόχους υπηρεσιών στο έδαφός του— να προβεί στην ακόλουθη δήλωση: «Η εντολή βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 πρέπει να εκδίδεται από εισαγγελέα, ή υπό την εποπτεία του, ή από άλλη δικαστική αρχή ή, άλλως, να εκδίδεται στο πλαίσιο ανεξάρτητης εποπτείας».
3.
Στην εντολή της παραγράφου 1 πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
α.
η αρχή έκδοσης και η ημερομηνία έκδοσης·
β.
δήλωση ότι η εντολή εκδίδεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου·
γ.
το όνομα και η διεύθυνση του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών στους οποίους επιδίδεται·
δ.
το αδίκημα ή τα αδικήματα που είναι αντικείμενο της ποινική έρευνας ή δίωξης·
ε.
η αρχή που ζητά τις συγκεκριμένες πληροφορίες συνδρομητή, αν δεν πρόκειται για την αρχή έκδοσης· και
στ.
λεπτομερής περιγραφή των ζητούμενων συγκεκριμένων πληροφοριών συνδρομητή.
4.
Η εντολή της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από τις ακόλουθες συμπληρωματικές πληροφορίες:
α.
την εθνική νομική βάση που εξουσιοδοτεί την αρχή να εκδίδει την εντολή·
β.
παραπομπή στις νομικές διατάξεις και στις προβλεπόμενες ποινές για το αδίκημα που ερευνάται ή διώκεται·
γ.
τα στοιχεία επικοινωνίας της αρχής στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών θα αποστείλει τις πληροφορίες συνδρομητή, από την οποία δύναται να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες, ή στην οποία θα πρέπει να απαντήσει σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση·
δ.
την προθεσμία και τον τρόπο αποστολής των πληροφοριών συνδρομητή·
ε.
το κατά πόσον έχει ήδη ζητηθεί διατήρηση των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων της ημερομηνίας διατήρησης και τυχόν αριθμού αναφοράς αν προβλέπεται·
στ.
τυχόν ειδικές διαδικαστικές οδηγίες·
ζ.
κατά περίπτωση, δήλωση ότι έγινε ταυτόχρονη γνωστοποίηση δυνάμει της παραγράφου 5· και
η.
κάθε άλλη πληροφορία που ενδέχεται να συμβάλει στην εξασφάλιση της γνωστοποίησης των πληροφοριών συνδρομητή.
5.
α. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, να ειδοποιεί τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι, όταν εκδίδεται εντολή βάσει της παραγράφου 1 προς πάροχο υπηρεσιών στο έδαφός του, το συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί, σε κάθε περίπτωση ή σε σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις, ταυτόχρονη γνωστοποίηση της εντολής, των συμπληρωματικών πληροφοριών και μιας σύνοψης των πραγματικών περιστατικών σχετικά με την έρευνα ή τη δίωξη.
β.
Ανεξάρτητα αν απαιτεί γνωστοποίηση βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο α, το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καλέσει τον πάροχο υπηρεσιών να ζητήσει, πριν από τη γνωστοποίηση των πληροφοριών συνδρομητή, τη γνώμη των αρχών του συμβαλλόμενου μέρους σε προσδιορισμένες περιπτώσεις.
γ.
Οι αρχές που λαμβάνουν γνωστοποίηση βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο α ή των οποίων ζητείται η γνώμη βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο β μπορούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, να δώσουν εντολή στον πάροχο υπηρεσιών να μη γνωστοποιήσει τις πληροφορίες συνδρομητή αν:
i.
η γνωστοποίηση ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τις ποινικές έρευνες ή διώξεις στο εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος· ή
ii.
ισχύουν οι προϋποθέσεις ή οι λόγοι άρνησης βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 4 και του άρθρου 27 παράγραφος 4 της Σύμβασης στην περίπτωση που οι πληροφορίες συνδρομητή έχουν ζητηθεί στο πλαίσιο αμοιβαίας συνδρομής.
δ.
Οι αρχές που λαμβάνουν γνωστοποίηση βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο α ή των οποίων ζητείται η γνώμη βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο β:
i.
δύνανται να ζητήσουν πρόσθετες πληροφορίες από την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 5 στοιχείο γ, τις οποίες δεν γνωστοποιούν στον πάροχο υπηρεσιών χωρίς τη συναίνεση της εν λόγω αρχής· και
ii.
ενημερώνουν άμεσα την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών έχει λάβει εντολή να μη γνωστοποιήσει τις πληροφορίες συνδρομητή, παρέχοντας τη δέουσα αιτιολόγηση.
ε.
Το συμβαλλόμενο μέρος αναθέτει σε μία μόνο αρχή την αρμοδιότητα παραλαβής της γνωστοποίησης βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο α και εκτέλεσης των ενεργειών που περιγράφονται στην παράγραφο 5 στοιχεία β, γ και δ. Το συμβαλλόμενο μέρος, όταν απευθύνει στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο α, κοινοποιεί στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα τα στοιχεία επικοινωνίας της εν λόγω αρχής.
στ.
Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο των αρχών που ορίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει της παραγράφου 5 στοιχείο ε, καθώς και του κατά πόσον και σε ποιες περιπτώσεις τα συμβαλλόμενα μέρη απαιτούν γνωστοποίηση δυνάμει της παραγράφου 5 στοιχείο α. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υποβάλλει για το μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
6.
Εφόσον δεχθεί ο πάροχος υπηρεσιών, το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλλει το αίτημα της παραγράφου 1 και τις συμπληρωματικές πληροφορίες της παραγράφου 4 σε ηλεκτρονική μορφή. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να παρέχουν τη γνωστοποίηση και τις πρόσθετες πληροφορίες της παραγράφου 5 σε ηλεκτρονική μορφή. Ενδέχεται να απαιτηθούν κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
7.
Αν ο πάροχος υπηρεσιών ενημερώσει την αρχή της παραγράφου 4 στοιχείο γ ότι δεν προτίθεται να γνωστοποιήσει τις ζητούμενες πληροφορίες συνδρομητή, ή αν δεν γνωστοποιήσει τις πληροφορίες συνδρομητή κατόπιν της εντολής της παραγράφου 1 εντός τριάντα ημερών από την παραλαβή της εντολής ή εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ, αν αυτή η χρονική περίοδος είναι μεγαλύτερη, οι αρμόδιες αρχές του συμβαλλόμενου μέρους έκδοσης δύνανται να ζητήσουν την εκτέλεση της εντολής μόνο μέσω του άρθρου 8 ή άλλων μορφών αμοιβαίας συνδρομής. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν από τον πάροχο υπηρεσιών να αιτιολογήσει την άρνηση γνωστοποίησης των πληροφοριών συνδρομητή που ζητήθηκαν με την εντολή.
8.
Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσουν ότι το συμβαλλόμενο μέρος έκδοσης οφείλει να ζητά τη γνωστοποίηση πληροφοριών συνδρομητή από τον πάροχο υπηρεσιών προτού τη ζητήσει βάσει του άρθρου 8, εκτός εάν το συμβαλλόμενο μέρος έκδοσης παρέχει εύλογες εξηγήσεις για τους λόγους που δεν το έπραξε.
9.
Κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, το συμβαλλόμενο μέρος δύναται:
α.
να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόσει το παρόν άρθρο· ή
β.
αν η γνωστοποίηση ορισμένων ειδών αριθμών πρόσβασης βάσει του παρόντος άρθρου θα ήταν ασύμβατη προς τις θεμελιώδεις αρχές του εθνικού νομικού του συστήματος, να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόσει το παρόν άρθρο για τους εν λόγω αριθμούς.
Τμήμα 3 – Διαδικασίες ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ αρχών για τη γνωστοποίηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών
Άρθρο 8
– Εφαρμογή εντολών από άλλο συμβαλλόμενο μέρος για ταχεία υποβολή πληροφοριών συνδρομητή και δεδομένων κίνησης
1.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου οι οικείες αρμόδιες αρχές του να εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν εντολή προς υποβολή στο πλαίσιο αιτήματος προς άλλο συμβαλλόμενο μέρος, με σκοπό να υποχρεωθεί πάροχος υπηρεσιών στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα να υποβάλει:
α.
καθορισμένες και αποθηκευμένες πληροφορίες συνδρομητή· και
β.
καθορισμένα και αποθηκευμένα δεδομένα κίνησης
που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών και που χρειάζεται το συμβαλλόμενο μέρος για συγκεκριμένες ποινικές έρευνες ή διώξεις.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εντολής της παραγράφου 1 που υποβάλλει το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος.
3.
Στο αίτημά του, το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος υποβάλλει την εντολή της παραγράφου 1, τις συνοδευτικές πληροφορίες και τυχόν ειδικές διαδικαστικές οδηγίες προς το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
α.
Στην εντολή πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
i.
η αρχή έκδοσης και η ημερομηνία έκδοσης της εντολής·
ii.
δήλωση ότι η εντολή υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου·
iii.
το όνομα και η διεύθυνση του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών στους οποίους επιδίδεται·
iv.
το αδίκημα ή τα αδικήματα που είναι αντικείμενο της ποινική έρευνας ή δίωξης·
v.
η αρχή που ζητά τις πληροφορίες ή τα δεδομένα, αν δεν πρόκειται για την αρχή έκδοσης· και
vi.
λεπτομερής περιγραφή των ζητούμενων συγκεκριμένων πληροφοριών ή δεδομένων.
β.
Στις συνοδευτικές πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται με σκοπό να συνδράμουν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα στην εκτέλεση της εντολής και οι οποίες δεν γνωστοποιούνται στον πάροχο υπηρεσιών χωρίς τη συναίνεση του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους, πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
i.
η εθνική νομική βάση που εξουσιοδοτεί την αρχή να εκδίδει την εντολή·
ii.
οι νομικές διατάξεις και οι προβλεπόμενες ποινές για το αδίκημα ή τα αδικήματα που ερευνώνται ή διώκονται·
iii.
ο λόγος για τον οποίο το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι ο πάροχος υπηρεσιών έχει στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό του τα δεδομένα·
iv.
σύνοψη των πραγματικών περιστατικών σχετικά με την έρευνα ή τη δίωξη·
v.
η σημασία των πληροφοριών ή των δεδομένων για την έρευνα ή τη δίωξη·
vi.
στοιχεία επικοινωνίας της αρχής ή των αρχών που μπορούν να διαβιβάσουν περαιτέρω πληροφορίες·
vii.
το κατά πόσον έχει ήδη ζητηθεί διατήρηση των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων της ημερομηνίας διατήρησης και τυχόν αριθμού αναφοράς αν προβλέπεται· και
viii.
το κατά πόσον οι πληροφορίες ή τα δεδομένα έχουν ήδη ζητηθεί με άλλα μέσα και, εάν ναι, με ποιον τρόπο.
γ.
Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει από το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα να εκτελέσει ειδικές διαδικαστικές οδηγίες.
4.
Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, να δηλώσουν ότι απαιτούνται πρόσθετες συνοδευτικές πληροφορίες για την εκτέλεση των εντολών της παραγράφου 1.
5.
Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κάνει αποδεκτά αιτήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
6.
α. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, μετά την ημερομηνία παραλαβής όλων των πληροφοριών που προσδιορίζονται στις παραγράφους 3 και 4, καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια για την επίδοση του αιτήματος στον πάροχο υπηρεσιών εντός σαράντα πέντε ημερών ή και νωρίτερα και διατάσσει την αποστολή των ζητούμενων πληροφοριών το αργότερο:
i.
εντός είκοσι ημερών για τις πληροφορίες συνδρομητή· και
ii.
εντός σαράντα πέντε ημερών για τα δεδομένα κίνησης.
β. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα μεριμνά για τη διαβίβαση των πληροφοριών ή δεδομένων προς υποβολή στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
7.
Αν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα αδυνατεί να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες της παραγράφου 3 στοιχείο γ κατά τον ζητούμενο τρόπο, ενημερώνει άμεσα το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και, κατά περίπτωση, διευκρινίζει τυχόν όρους υπό τους οποίους θα μπορούσε να συμμορφωθεί, κατόπιν των οποίων το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αποφασίζει αν το αίτημα θα πρέπει, παρά ταύτα, να εκτελεστεί.
8.
Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση αιτήματος επικαλούμενο τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 ή στο άρθρο 27 παράγραφος 4 της Σύμβασης ή να επιβάλει όρους που θεωρεί απαραίτητους προκειμένου να επιτρέψει την εκτέλεση του αιτήματος. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να αναβάλει την εκτέλεση αιτημάτων για λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 της Σύμβασης. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με την άρνηση, τους όρους ή την αναβολή. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει επίσης το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με άλλες περιστάσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική καθυστέρηση στην εκτέλεση του αιτήματος. Το άρθρο 28 παράγραφος 2 στοιχείο β της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν άρθρο.
9.
α. Αν το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αδυνατεί να συμμορφωθεί προς όρο που επέβαλε βάσει της παραγράφου 8 το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, ενημερώνει το εν λόγω μέρος άμεσα. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κρίνει κατόπιν αν οι πληροφορίες ή το υλικό θα πρέπει, παρά ταύτα, να διαβιβαστούν.
β. Αν το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αποδεχθεί τον όρο, τότε δεσμεύεται από αυτόν. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και το οποίο διαβιβάζει πληροφορίες ή υλικό με την επιφύλαξη του εν λόγω όρου δύναται να ζητήσει από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος να διευκρινίσει, σε σχέση με τον προαναφερθέντα όρο, πώς χρησιμοποιήθηκαν οι εν λόγω πληροφορίες ή το υλικό.
10.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, κοινοποιεί στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης και ενημερώνει τα στοιχεία επικοινωνίας των αρχών που έχουν οριστεί:
α.
για την υποβολή εντολών βάσει του παρόντος άρθρου· και
β.
για την παραλαβή εντολών βάσει του παρόντος άρθρου.
11.
Το συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, δύναται να δηλώσει ότι ζητά η υποβολή σε αυτό αιτημάτων από άλλα συμβαλλόμενα μέρη βάσει του παρόντος άρθρου να πραγματοποιείται από την κεντρική αρχή του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους ή από άλλη αρχή που αποφασίζεται από κοινού από τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη.
12.
Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο των αρχών που ορίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει της παραγράφου 10. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υποβάλει για το μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
13.
Κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, το συμβαλλόμενο μέρος δύναται να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόσει το παρόν άρθρο για τα δεδομένα κίνησης.
Άρθρο 9
– Ταχεία γνωστοποίηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
1.
α. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το εθνικό σημείο επαφής του δικτύου που λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, και αναφέρεται στο άρθρο 35 της Σύμβασης (στο εξής: σημείο επαφής), να διαβιβάζει και να παραλαμβάνει αίτημα άμεσης συνδρομής από σημείο επαφής άλλου συμβαλλόμενου μέρους για την ταχεία γνωστοποίηση συγκεκριμένων, αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών από πάροχο υπηρεσιών στο έδαφος του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του παρόχου αυτού, χωρίς αίτημα αμοιβαίας συνδρομής.
β. Το συμβαλλόμενο μέρος δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι δεν θα εκτελεί αιτήματα βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο α με τα οποία ζητείται μόνο η γνωστοποίηση πληροφοριών συνδρομητή.
2.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα, δυνάμει της παραγράφου 1:
α.
στις αρχές του να ζητούν δεδομένα από πάροχο υπηρεσιών στο έδαφός του κατόπιν αιτήματος της παραγράφου 1·
β.
σε πάροχο υπηρεσιών στο έδαφός του να γνωστοποιεί τα ζητούμενα δεδομένα στις οικείες αρχές ανταποκρινόμενος σε αίτημα της παραγράφου 2 στοιχείο α· και
γ.
στις αρχές του να παρέχουν τα ζητούμενα δεδομένα στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος.
3.
Στο αίτημα της παραγράφου 1 πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
α.
η αρμόδια αρχή που ζητά τα δεδομένα και η ημερομηνία έκδοσης του αιτήματος·
β.
δήλωση ότι το αίτημα εκδίδεται δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου·
γ.
το όνομα και η διεύθυνση του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών που έχουν στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό τους τα ζητούμενα δεδομένα·
δ.
το αδίκημα ή τα αδικήματα που είναι αντικείμενο της ποινική έρευνας ή δίωξης και παραπομπή στις οικείες νομικές διατάξεις και τις προβλεπόμενες ποινές·
ε.
επαρκή πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν ότι υφίσταται κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ο τρόπος με τον οποίο τα ζητούμενα δεδομένα σχετίζονται με αυτή·
στ.
λεπτομερής περιγραφή των ζητούμενων δεδομένων·
ζ.
τυχόν ειδικές διαδικαστικές οδηγίες· και
η.
κάθε άλλη πληροφορία που ενδέχεται να συμβάλει στη εξασφάλιση της γνωστοποίησης των ζητούμενων δεδομένων.
4.
Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κάνει αποδεκτά αιτήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί επίσης να κάνει αποδεκτό αίτημα που διαβιβάζεται προφορικά και να ζητήσει επιβεβαίωση σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
5.
Το συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, δύναται να δηλώσει ότι απαιτεί από τα αιτούντα συμβαλλόμενα μέρη, κατόπιν της εκτέλεσης του αιτήματος, να υποβάλουν το αίτημα και τυχόν συμπληρωματικές πληροφορίες που διαβιβάστηκαν προς υποστήριξή του, σε μορφότυπο και μέσω διαύλου που μπορεί να περιλαμβάνουν αμοιβαία συνδρομή, όπως ορίζει το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
6.
Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με την απόφασή του όσον αφορά το αίτημα της παραγράφου 1 βάσει ταχείας διαδικασίας και, κατά περίπτωση, προσδιορίζει τυχόν όρους υπό τους οποίους θα παρείχε τα δεδομένα και τυχόν άλλες μορφές συνεργασίας που είναι διαθέσιμες.
7.
α. Αν το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αδυνατεί να συμμορφωθεί προς όρο που επέβαλε βάσει της παραγράφου 6 το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, ενημερώνει το εν λόγω μέρος άμεσα. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κρίνει κατόπιν αν οι πληροφορίες ή το υλικό θα πρέπει, παρά ταύτα, να διαβιβαστούν. Αν το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος αποδεχθεί τον όρο, τότε δεσμεύεται από αυτόν.
β. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και το οποίο διαβιβάζει πληροφορίες ή υλικό με την επιφύλαξη του εν λόγω όρου δύναται να ζητήσει από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος να διευκρινίσει, σε σχέση με τον προαναφερθέντα όρο, πώς χρησιμοποιήθηκαν οι εν λόγω πληροφορίες ή το υλικό.
Τμήμα 4 – Διαδικασίες που αφορούν την επείγουσα αμοιβαία συνδρομή
Άρθρο 10
– Επείγουσα αμοιβαία συνδρομή
1.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει αμοιβαία συνδρομή βάσει ταχείας διαδικασίας αν θεωρεί ότι υφίσταται κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τα αιτήματα βάσει του παρόντος άρθρου πρέπει να περιλαμβάνουν, επιπλέον του λοιπού απαιτούμενου περιεχομένου, περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και του τρόπου με τον οποίο η ζητούμενη συνδρομή σχετίζεται με αυτή.
2.
Το συμβαλλόμενο στο οποίο απευθύνεται το αίτημα κάνει αποδεκτά τα εν λόγω αιτήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
3.
Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες, βάσει ταχείας διαδικασίας, προκειμένου να αξιολογήσει το αίτημα. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος παρέχει τις εν λόγω συμπληρωματικές πληροφορίες βάσει ταχείας διαδικασίας.
4.
Αφού διαπιστώσει ότι υφίσταται κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εκπληρωθούν οι άλλες απαιτήσεις για αμοιβαία συνδρομή, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ανταποκρίνεται σε αυτό βάσει ταχείας διαδικασίας.
5.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι ένα άτομο στην κεντρική αρχή ή στις άλλες αρχές που είναι αρμόδιες να απαντούν σε αιτήματα αμοιβαίας συνδρομής είναι διαθέσιμο σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, προκειμένου να απαντά σε αιτήματα βάσει του παρόντος άρθρου.
6.
Η κεντρική αρχή ή οι άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για την αμοιβαία συνδρομή στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και στο συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορούν να αποφασίσουν από κοινού ότι τα αποτελέσματα της εκτέλεσης του αιτήματος βάσει του παρόντος άρθρου, ή προαντίγραφό τους, μπορούν να δοθούν στο αιτούν συμβαλλόμενο μέρος μέσω διαύλου διαφορετικού από αυτόν που χρησιμοποιήθηκε για το αίτημα.
7.
Όταν δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στη βάση ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, εφαρμόζεται το άρθρο 27 παράγραφος 2 στοιχείο β και παράγραφοι 3 έως 8 και το άρθρο 28 παράγραφοι 2 έως 4 της Σύμβασης στο παρόν άρθρο.
8.
Όταν υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση ή ρύθμιση, το παρόν άρθρο συμπληρώνεται από τις διατάξεις της εν λόγω σύμβασης ή ρύθμισης, εκτός αν τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν από κοινού, αντί αυτών, να εφαρμόσουν ορισμένες ή όλες τις διατάξεις της Σύμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.
9.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι τα αιτήματα μπορούν επίσης να αποστέλλονται απευθείας στις δικαστικές του αρχές, ή μέσω των διαύλων του Διεθνούς Οργανισμού Εγκληματολογικής Αστυνομίας (Ιντερπόλ) ή στο εθνικό σημείο επαφής που λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα και συστάθηκε βάσει του άρθρου 35 της Σύμβασης. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις, αποστέλλεται ταυτόχρονα αντίγραφο στην κεντρική αρχή του συμβαλλόμενου μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους. Όταν ένα αίτημα αποστέλλεται απευθείας σε δικαστική αρχή του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και η εν λόγω αρχή δεν είναι αρμόδια για τη διεκπεραίωσή του, παραπέμπει το αίτημα στην αρμόδια εθνική αρχή και ενημερώνει σχετικά το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος απευθείας.
Τμήμα 5 – Διαδικασίες που αφορούν τη διεθνή συνεργασία εν απουσία εφαρμοστέων διεθνών συμφωνιών
Άρθρο 11
– Βιντεοδιασκέψεις
1.
Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει, και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται να επιτρέψει, τη λήψη καταθέσεων ή δηλώσεων από μάρτυρα ή εμπειρογνώμονα μέσω βιντεοδιάσκεψης. Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα διασκέπτονται προκειμένου να διευκολύνουν την επίλυση τυχόν ζητημάτων που ίσως προκύψουν σχετικά με την εκτέλεση του αιτήματος, όσον αφορά τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση: το συμβαλλόμενο μέρος που θα προεδρεύσει· τις αρχές και τα πρόσωπα που θα παρίστανται· αν ένα ή αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη θα λάβουν ειδικές ένορκες καταθέσεις, θα απευθύνουν προειδοποιήσεις ή οδηγίες στον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα· τον τρόπο λήψης κατάθεσης από τον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα· τον τρόπο δέουσας διασφάλισης των δικαιωμάτων του μάρτυρα ή του εμπειρογνώμονα· την αντιμετώπιση αιτημάτων προστασίας απορρήτου ή ασυλίας· την αντιμετώπιση ενστάσεων επί ερωτημάτων ή απαντήσεων· και αν ένα ή αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη θα παρέχουν υπηρεσίες μετάφρασης, διερμηνείας και μεταγραφής.
2.
α. Οι κεντρικές αρχές των συμβαλλόμενων μερών στα οποία απευθύνεται το αίτημα και των αιτούντων συμβαλλόμενων μερών επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορεί να κάνει αποδεκτό αίτημα σε ηλεκτρονική μορφή. Πριν αποδεχθεί το αίτημα, δύναται να απαιτήσει κατάλληλα επίπεδα ασφάλειας και ελέγχου της ταυτότητας.
β. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ενημερώνει το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με τους λόγους μη εκτέλεσης ή καθυστέρησης της εκτέλεσης του αιτήματος. Το άρθρο 27 παράγραφος 8 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν άρθρο. Με την επιφύλαξη τυχόν άλλου όρου που ενδέχεται να επιβάλει, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, το άρθρο 28 παράγραφοι 2 έως 4 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν άρθρο.
3.
Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και το οποίο παρέχει συνδρομή βάσει του παρόντος άρθρου καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να εξασφαλίσει την παρουσία του προσώπου του οποίου ζητείται κατάθεση ή δήλωση. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δύναται, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό βάσει του δικαίου του, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να υποχρεώσει τον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα να παρουσιαστεί ενώπιον του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα σε καθορισμένο χρόνο και τόπο.
4.
Οι διαδικασίες που αφορούν τη διεξαγωγή της βιντεοδιάσκεψης και καθορίζονται από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος ακολουθούνται, εκτός αν διαπιστωθεί ασυμβατότητα με το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Σε περίπτωση ασυμβατότητας, ή στον βαθμό που η διαδικασία δεν έχει καθοριστεί από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα εφαρμόζει τη διαδικασία βάσει του εθνικού του δικαίου, εκτός αν έχει αποφασιστεί άλλως από κοινού από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
5.
Με την επιφύλαξη τυχόν δικαιοδοσίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους, αν κατά την βιντεοδιάσκεψη ο μάρτυρας ή ο εμπειρογνώμονας:
α.
προβεί σε εκ προθέσεως ψευδή δήλωση ενώ το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έχει υποχρεώσει το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, σε ειλικρινή κατάθεση·
β.
αρνηθεί να καταθέσει ενώ το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έχει υποχρεώσει το εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, σε κατάθεση· ή
γ.
διαπράξει άλλο παράπτωμα που απαγορεύεται από το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών·
το πρόσωπο υπόκειται σε κυρώσεις στο συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, ανάλογες με αυτές που θα ίσχυαν αν η πράξη είχε διαπραχθεί στο πλαίσιο εθνικών του διαδικασιών.
6.
α. Αν δεν έχει από κοινού αποφασιστεί άλλως από το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα επωμίζεται το συνολικό κόστος της εκτέλεσης αιτήματος βάσει του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση:
i.
την αμοιβή πραγματογνώμονα·
ii.
τα έξοδα μετάφρασης, διερμηνείας και μεταγραφής· και
iii.
τα έκτακτα έξοδα.
β. Αν η εκτέλεση ενός αιτήματος επιβάλλει έκτακτα έξοδα, το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος και το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα διασκέπτονται προκειμένου να καθορίσουν τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να εκτελεστεί το αίτημα.
7.
Εφόσον συμφωνηθεί από κοινού μεταξύ αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους και συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα:
α.
οι διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορούν να εφαρμόζονται για τους σκοπούς διεξαγωγής ηχοδιάσκεψης·
β.
η τεχνολογία βιντεοδιάσκεψης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς, ή για ακροαματικές διαδικασίες, εκτός αυτών που περιγράφονται στην παράγραφο 1, μεταξύ άλλων για σκοπούς ταυτοποίησης προσώπων ή αντικειμένων.
8.
Όταν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα επιλέγει να επιτρέψει τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας υπόπτου ή κατηγορουμένου, δύναται να απαιτήσει ειδικούς όρους και διασφαλίσεις όσον αφορά τη λήψη κατάθεσης ή δήλωσης από το εν λόγω πρόσωπο, ή την παροχή ειδοποιήσεων ή την εφαρμογή δικονομικών μέτρων σε αυτό.
Άρθρο 12
– Κοινές ομάδες έρευνας και κοινές έρευνες
1.
Με αμοιβαία συμφωνία, οι αρμόδιες αρχές δύο ή περισσότερων συμβαλλόμενων μερών δύνανται να συστήσουν και να διαχειρίζονται κοινή ομάδα έρευνας στο έδαφός τους για να διευκολύνουν ποινικές έρευνες ή διώξεις, όταν κρίνεται ότι ο ενισχυμένος συντονισμός είναι ιδιαίτερα επωφελής. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζονται από τα αντίστοιχα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη.
2.
Οι διαδικασίες και οι όροι που διέπουν τη λειτουργία των κοινών ομάδων έρευνας, όπως οι ειδικοί σκοποί τους· η σύνθεση· οι λειτουργίες· η διάρκεια και οι περίοδοι παράτασης· η τοποθεσία· η οργάνωση· οι όροι συλλογής, διαβίβασης και χρήσης πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων· οι όροι εμπιστευτικότητας· και οι όροι όσον αφορά τον ρόλο των συμμετεχουσών αρχών ενός συμβαλλόμενου μέρους στις ερευνητικές δραστηριότητες που διεξάγονται στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου μέρους, είναι αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω αρμόδιων αρχών.
3.
Το συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, δύναται να δηλώσει ότι η κεντρική αρχή του πρέπει να είναι υπογράφουσα, ή να έχει εκφράσει άλλως τη συναίνεσή της, στη συμφωνία σύστασης της ομάδας.
4.
Οι εν λόγω αρμόδιες και συμμετέχουσες αρχές διατηρούν απευθείας επικοινωνία, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίσουν από κοινού άλλους κατάλληλους διαύλους επικοινωνίας σε περίπτωση που, λόγω έκτακτων περιστάσεων, απαιτείται πιο κεντρικός συντονισμός.
5.
Όταν απαιτείται η ανάληψη ερευνητικών μέτρων στο έδαφος ενός εκ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών, οι συμμετέχουσες αρχές του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους δύνανται να ζητήσουν από τις οικείες αρχές τους να αναλάβουν τα εν λόγω μέτρα χωρίς να χρειάζεται υποβολή αιτήματος αμοιβαίας συνδρομής από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη. Τα μέτρα αυτά εκτελούνται από τις αρχές του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφός του, υπό τους όρους που εφαρμόζονται βάσει του εθνικού δικαίου στο πλαίσιο εθνικής έρευνας.
6.
Η χρήση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων που παρέχονται από τις συμμετέχουσες αρχές ενός συμβαλλόμενου μέρους στις συμμετέχουσες αρχές άλλων ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών είναι δυνατό να μην γίνεται αποδεκτή ή να περιορίζεται κατά τον τρόπο που καθορίζεται στη συμφωνία που περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2. Αν η εν λόγω συμφωνία δεν θέτει όρους μη αποδοχής ή περιορισμού της χρήσης, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να χρησιμοποιούν τις παρεχόμενες πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία:
α.
για τους σκοπούς για τους οποίους έχει συναφθεί η συμφωνία·
β.
για την ανίχνευση, την έρευνα και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων πέραν αυτών για τα οποία έχει συναφθεί η συμφωνία, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης συναίνεσης των αρχών που παρέχουν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία. Εντούτοις, δεν απαιτείται συναίνεση όταν οι θεμελιώδεις κανόνες δικαίου του συμβαλλόμενου μέρους που χρησιμοποιεί τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία επιβάλλουν τη γνωστοποίηση των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων για την προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων σε ποινικές διώξεις. Στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω αρχές ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρχές που παρείχαν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία· ή
γ.
για την αποτροπή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στην περίπτωση αυτή, οι συμμετέχουσες αρχές που έλαβαν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις συμμετέχουσες αρχές που παρείχαν τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός αν έχει αποφασιστεί άλλως από κοινού.
7.
Ελλείψει συμφωνίας που περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2, κοινές έρευνες μπορούν να διεξάγονται βάσει αμοιβαία συμφωνηθέντων όρων ή κατά περίπτωση. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ανεξαρτήτως αν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής βάσει ισχύουσας ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών.
Κεφάλαιο ΙΙΙ – Όροι και διασφαλίσεις
Άρθρο 13
– Όροι και διασφαλίσεις
Σύμφωνα με το άρθρο 15 της Σύμβασης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι η θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο υπόκεινται στους όρους και τις διασφαλίσεις που ορίζονται από το εθνικό του δίκαιο και που προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Άρθρο 14
– Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1. Πεδίο εφαρμογής
α.
Αν δεν προβλέπεται διαφορετικά στην παράγραφο 1 στοιχεία β και γ, η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει κάθε συμβαλλόμενο μέρος βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου γίνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 15 του παρόντος άρθρου.
β.
Αν, κατά τον χρόνο παραλαβής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου, το διαβιβάζον και το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύονται αμοιβαία από διεθνή συμφωνία που θεσπίζει ολοκληρωμένο πλαίσιο μεταξύ των εν λόγω συμβαλλόμενων μερών για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία είναι εφαρμοστέα στη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τον σκοπό της πρόληψης, ανίχνευσης, έρευνας ή δίωξης ποινικών αδικημάτων και η οποία προϋποθέτει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει της εν λόγω συμφωνίας τηρεί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών για την προστασία των δεδομένων, εφαρμόζονται οι όροι της εν λόγω συμφωνίας, όσον αφορά τα μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται βάσει του πρωτοκόλλου αντί των παραγράφων 2 έως 15, εκτός αν έχει συμφωνηθεί άλλως μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών.
γ.
Αν το διαβιβάζον και το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος δεν δεσμεύονται αμοιβαία βάσει συμφωνίας που περιγράφεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β, δύνανται να αποφασίσουν από κοινού ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου μπορεί να διενεργείται σύμφωνα με άλλες συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβαλλόμενων μερών αντί των παραγράφων 2 έως 15.
δ.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος φροντίζει η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχεία α και β να πληροί τις απαιτήσεις του νομικού του πλαισίου για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όσον αφορά τις διεθνείς διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ότι δεν απαιτείται περαιτέρω έγκριση για διαβιβάσεις υπό το εν λόγω νομικό πλαίσιο. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αρνηθούν ή να απαγορεύσουν διαβιβάσεις δεδομένων σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου για λόγους προστασίας δεδομένων μόνο υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 15 όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχείο α· ή υπό τους όρους της συμφωνίας ή ρύθμισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β ή γ, όταν εφαρμόζεται ένα από τα εν λόγω στοιχεία.
ε.
Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόζουν πιο ισχυρές διασφαλίσεις κατά την επεξεργασία από τις αρχές τους δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου.
2.
Σκοπός και χρήση
α.
Το συμβαλλόμενο μέρος που λαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προβαίνει στην επεξεργασία τους για τους σκοπούς που περιγράφονται στο άρθρο 2. Δεν προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για μη συμβατούς σκοπούς και δεν προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων εάν αυτό δεν επιτρέπεται βάσει του εθνικού του νομικού πλαισίου. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα του διαβιβάζοντος συμβαλλόμενου μέρους να επιβάλλει πρόσθετους όρους δυνάμει του παρόντος πρωτοκόλλου σε ειδική περίπτωση· ωστόσο, οι εν λόγω όροι δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους προστασίας των δεδομένων γενικής φύσεως.
β.
Το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει βάσει του εθνικού νομικού του πλαισίου ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ζητούνται και υποβάλλονται σε επεξεργασία συνδέονται άμεσα με τους σκοπούς της εν λόγω επεξεργασίας και δεν τους υπερβαίνουν.
3.
Ποιότητα και ακεραιότητα
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει εύλογα μέτρα ώστε να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τηρούνται με ακρίβεια και πληρότητα και είναι επαρκώς επικαιροποιημένα στον βαθμό που απαιτείται και αρμόζει για τη νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς της επεξεργασίας τους.
4.
Ευαίσθητα δεδομένα
Η επεξεργασία από συμβαλλόμενο μέρος δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποκαλύπτουν φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικές απόψεις ή θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση· γενετικών δεδομένων· βιομετρικών δεδομένων τα οποία θεωρούνται ευαίσθητα με βάση τους κινδύνους που ενέχουν· ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την υγεία ή τη σεξουαλική ζωή πραγματοποιείται μόνο υπό κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία έναντι του κινδύνου αδικαιολόγητων επιζήμιων συνεπειών από τη χρήση των εν λόγω δεδομένων, ιδίως έναντι παράνομων διακρίσεων.
5.
Περίοδοι διατήρησης
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνο για το διάστημα που είναι απαραίτητο και κατάλληλο για τους σκοπούς επεξεργασίας των δεδομένων δυνάμει της παραγράφου 2. Για την τήρηση αυτής της υποχρέωσης, προβλέπει συγκεκριμένες περιόδους διατήρησης στο εθνικό νομικό του πλαίσιο ή περιοδική επανεξέταση της ανάγκης για περαιτέρω διατήρηση των δεδομένων.
6.
Αυτοματοποιημένες αποφάσεις
Οι αποφάσεις που έχουν σοβαρές επιπτώσεις στα έννομα συμφέροντα των φυσικών προσώπων που αφορούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν αυτό επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου και ισχύουν κατάλληλες διασφαλίσεις που περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ανθρώπινης παρέμβασης.
7.
Ασφάλεια δεδομένων και περιστατικά ασφάλειας
α.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει την εφαρμογή κατάλληλων τεχνολογικών, υλικών και οργανωτικών μέτρων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως έναντι απώλειας ή τυχαίας ή μη εξουσιοδοτημένης προσπέλασης, γνωστοποίησης, μεταβολής ή καταστροφής (στο εξής: περιστατικό ασφάλειας).
β.
Το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος, όταν διαπιστώσει περιστατικό ασφάλειας το οποίο ενέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης υλικής ή μη υλικής βλάβης σε φυσικά πρόσωπα ή στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εκτιμά άμεσα την πιθανότητα και την κλίμακά του και αναλαμβάνει ταχεία δράση για τον μετριασμό της εν λόγω βλάβης. Στο πλαίσιο της εν λόγω δράσης ειδοποιείται η διαβιβάζουσα αρχή ή, για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2, η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται δυνάμει της παραγράφου 7 στοιχείο γ. Εντούτοις, η σχετική ειδοποίηση μπορεί να περιλαμβάνει κατάλληλους περιορισμούς όσον αφορά την περαιτέρω διαβίβασή της· μπορεί να αναβάλλεται ή να παραλείπεται αν η εν λόγω ειδοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, ή να αναβάλλεται αν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο μέτρα για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Στο πλαίσιο της εν λόγω δράσης ειδοποιείται επίσης το ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο, εκτός αν το συμβαλλόμενο μέρος έχει λάβει κατάλληλα μέτρα και ο σοβαρός κίνδυνος έχει πλέον εκλείψει. Η ειδοποίηση του φυσικού προσώπου μπορεί να αναβάλλεται ή να παραλείπεται υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 12 στοιχείο α σημείο i. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια διαβούλευσης και πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά το περιστατικό και την ανταπόκριση σε αυτό.
γ.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, κοινοποιεί στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την αρχή ή τις αρχές που πρέπει να ειδοποιούνται βάσει της παραγράφου 7 στοιχείο β για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2. Οι πληροφορίες που παρέχονται μπορούν να τροποποιηθούν ακολούθως.
8.
Τήρηση αρχείων
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος τηρεί αρχεία ή διαθέτει άλλα κατάλληλα μέσα που καταδεικνύουν με ποιον τρόπο πραγματοποιείται η πρόσβαση, η χρήση και η γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενός προσώπου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
9.
Περαιτέρω διαβίβαση εντός συμβαλλόμενου μέρους
α.
Όταν η αρχή ενός συμβαλλόμενου μέρους παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έλαβε αρχικά βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου σε άλλη αρχή του ίδιου συμβαλλόμενου μέρους, η εν λόγω άλλη αρχή τα υποβάλλει σε επεξεργασία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 9 στοιχείο β.
β.
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 9 στοιχείο α, συμβαλλόμενο μέρος το οποίο έχει διατυπώσει επιφύλαξη δυνάμει του άρθρου 17 δύναται να διαβιβάζει ληφθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στις συστατικές πολιτείες ή παρόμοιες εδαφικές ενότητές του, υπό την προϋπόθεση ότι το συμβαλλόμενο μέρος έχει θεσπίσει μέτρα ώστε οι παραλαμβάνουσες αρχές να εξακολουθούν να προστατεύουν αποτελεσματικά τα δεδομένα, παρέχοντας επίπεδο προστασίας τους ανάλογο αυτού που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.
γ.
Σε περίπτωση ενδείξεων μη ορθής εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει διαβούλευση και σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις εν λόγω ενδείξεις.
10.
Περαιτέρω διαβίβαση σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό
α.
Το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος δύναται να διαβιβάσει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό μόνο κατόπιν έγκρισης της διαβιβάζουσας αρχής ή, για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2, της αρχής ή των αρχών που ορίζονται δυνάμει της παραγράφου 10 στοιχείο β.
β.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, κοινοποιεί στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την αρχή ή τις αρχές που παρέχουν έγκριση για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙ τμήμα 2. Οι πληροφορίες που παρέχονται μπορούν να τροποποιηθούν ακολούθως.
11.
Διαφάνεια και ενημέρωση
α.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει ενημέρωση μέσω δημοσίευσης γενικών ανακοινώσεων ή μέσω προσωπικής ειδοποίησης στο φυσικό πρόσωπο του οποίου συλλέχθηκαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όσον αφορά τα εξής:
i.
τη νομική βάση και τον σκοπό ή τους σκοπούς της επεξεργασίας·
ii.
τυχόν περιόδους διατήρησης ή επανεξέτασης δυνάμει της παραγράφου 5, κατά περίπτωση·
iii.
τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους γνωστοποιούνται τα εν λόγω δεδομένα· και
iv.
την πρόσβαση, τη διόρθωση και τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής.
β.
Το συμβαλλόμενο μέρος δύναται να υποβάλλει τυχόν απαίτηση για προσωπική ειδοποίηση σε εύλογους περιορισμούς βάσει του εθνικού νομικού του πλαισίου, δυνάμει των όρων που καθορίζονται στην παράγραφο 12 στοιχείο α σημείο i.
γ.
Όταν, σύμφωνα με το εθνικό νομικό πλαίσιο του διαβιβάζοντος συμβαλλόμενου μέρους, απαιτείται προσωπική ειδοποίηση του φυσικού προσώπου του οποίου τα δεδομένα έχουν παρασχεθεί σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος, το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει μέτρα ώστε, κατά τη στιγμή της διαβίβασης, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος να ενημερώνεται σχετικά με τη συγκεκριμένη απαίτηση και να του παρέχονται κατάλληλα στοιχεία επικοινωνίας. Η προσωπική ειδοποίηση δεν δίνεται αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει ζητήσει να τηρείται εμπιστευτικότητα σχετικά με την παροχή των δεδομένων, εφόσον εφαρμόζονται οι όροι για τους περιορισμούς που προβλέπονται στην παράγραφο 12 στοιχείο α σημείο i. Όταν οι εν λόγω περιορισμοί παύσουν να ισχύουν και η προσωπική ειδοποίηση μπορεί να δοθεί, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει μέτρα ώστε να ενημερωθεί το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος. Αν δεν έχει ακόμη ενημερωθεί, το διαβιβάζον συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να διατυπώσει ερώτημα προς το παραλαμβάνον συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο ενημερώνει το διαβιβάζον μέρος για τη διατήρηση ή μη του περιορισμού.
12.
Πρόσβαση και διόρθωση
α.
Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι κάθε φυσικό πρόσωπο του οποίου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν παραληφθεί βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου δικαιούται να ζητήσει και να λάβει, σύμφωνα με διαδικασίες που θεσπίζονται στο εθνικό νομικό του πλαίσιο και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση:
i.
έντυπο ή ηλεκτρονικό αντίγραφο των εγγράφων που τηρούνται για το εν λόγω φυσικό πρόσωπο, τα οποία περιέχουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του προσώπου, και διαθέσιμες πληροφορίες που αναφέρουν τη νομική βάση και τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις περιόδους διατήρησης και τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων (στο εξής: πρόσβαση), καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές προσφυγής. Αυτό τελεί υπό την επιφύλαξη ότι η πρόσβαση σε στοιχεία μιας συγκεκριμένης υπόθεσης μπορεί να υπόκειται στην εφαρμογή αναλογικών περιορισμών που επιτρέπονται βάσει του εθνικού νομικού πλαισίου, οι οποίοι είναι αναγκαίοι, κατά τον χρόνο της έκδοσης απόφασης, για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων προσώπων ή σημαντικών στόχων γενικού δημοσίου συμφέροντος και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα έννομα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου·
ii. διόρθωση όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του φυσικού προσώπου είναι ανακριβή ή έχουν υποβληθεί σε αντικανονική επεξεργασία. Η διόρθωση περιλαμβάνει —σε κατάλληλο και εύλογο βαθμό, λαμβανομένων υπόψη των λόγων της διόρθωσης και του ιδιαίτερου πλαισίου επεξεργασίας— την εξάλειψη λαθών, τη συμπλήρωση, τη διαγραφή ή την ανωνυμοποίηση, τον περιορισμό της επεξεργασίας ή το κλείδωμα.
β.
Αν η πρόσβαση ή διόρθωση απορρίπτεται ή περιορίζεται, το συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στο φυσικό πρόσωπο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε γραπτή μορφή που μπορεί να διαβιβαστεί ηλεκτρονικά, απάντηση με την οποία το ενημερώνει σχετικά με την απόρριψη ή τον περιορισμό. Αναφέρει επίσης τους λόγους αυτής της απόρριψης ή του περιορισμού και παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές προσφυγής. Τυχόν κόστος που προκύπτει από την απόκτηση πρόσβασης περιορίζεται στα όρια του εύλογου και μη υπερβολικού.
13.
Δικαστική και μη δικαστική προσφυγή
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει μέσα πραγματικής δικαστικής και μη δικαστικής προσφυγής για την αποκατάσταση παραβιάσεων του παρόντος άρθρου.
14.
Εποπτεία
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσμοθετεί μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές που ασκούν, μεμονωμένα ή από κοινού, λειτουργίες και αρμοδιότητες ανεξάρτητης και αποτελεσματικής εποπτείας των μέτρων που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. Οι λειτουργίες και οι αρμοδιότητες των εν λόγω αρχών, όταν ενεργούν μεμονωμένα ή από κοινού, περιλαμβάνουν αρμοδιότητες έρευνας, αρμοδιότητα ανάληψης δράσης κατόπιν καταγγελιών και δυνατότητα λήψης διορθωτικών μέτρων.
15.
Διαβουλεύσεις και αναστολή
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να αναστείλει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς άλλο συμβαλλόμενο μέρος αν διαθέτει τεκμηριωμένα στοιχεία ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος παραβιάζει συστηματικά ή ουσιωδώς τους όρους του παρόντος άρθρου ή ότι επίκειται ουσιώδης παραβίαση. Αναστέλλει τις διαβιβάσεις μόνο κατόπιν έγκαιρης ειδοποίησης και μόνο αφότου τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμμετάσχει σε διαβουλεύσεις για εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς να επιτευχθεί λύση. Εντούτοις, ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να αναστείλει προσωρινά τις διαβιβάσεις σε περίπτωση συστηματικής ή ουσιώδους παραβίασης, η οποία προκαλεί σημαντικό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή ή την ασφάλεια, ή σημαντική βλάβη για τη φήμη και την υπόληψη ή σημαντική χρηματική ζημία ενός φυσικού προσώπου, περίπτωση στην οποία ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και ξεκινά αμέσως διαβουλεύσεις μαζί του. Αν οι διαβουλεύσεις δεν καταλήξουν σε επίλυση, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αναστείλει σε αμοιβαία βάση τις διαβιβάσεις, αν διαθέτει τεκμηριωμένα στοιχεία ότι η αναστολή από το αναστέλλον συμβαλλόμενο μέρος αντίκειται στους όρους της παρούσας παραγράφου. Το αναστέλλον συμβαλλόμενο μέρος αίρει την αναστολή αμέσως μόλις υπάρξει αποκατάσταση της παραβίασης που δικαιολογεί την αναστολή. Τυχόν αναστολή σε αμοιβαία βάση αίρεται ταυτοχρόνως. Τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν πριν από την αναστολή εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
Κεφάλαιο IV – Τελικές διατάξεις
Άρθρο 15
– Αποτελέσματα του παρόντος πρωτοκόλλου
1.
Το άρθρο 39 παράγραφος 2 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
β.
Όσον αφορά τα συμβαλλόμενα μέρη που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, στο πλαίσιο των αμοιβαίων τους σχέσεων, να εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο που διέπει ζητήματα τα οποία διευθετούνται στο παρόν πρωτόκολλο.
γ.
Η παράγραφος 1 στοιχείο β δεν θίγει την πλήρη εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου μεταξύ συμβαλλόμενων μερών που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων συμβαλλόμενων μερών.
2.
Το άρθρο 39 παράγραφος 3 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 16
– Υπογραφή και έναρξη ισχύος
1.
Το παρόν πρωτόκολλο παραμένει ανοικτό προς υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης, τα οποία μπορούν να εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από αυτό είτε
α.
με υπογραφή χωρίς επιφύλαξη ως προς την κύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση· ή
β.
με υπογραφή με επιφύλαξη ως προς την κύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση, ακολουθούμενη από κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.
2.
Οι πράξεις κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
3.
Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία κατά την οποία πέντε κράτη μέλη της Σύμβασης εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το παρόν πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
4.
Όσον αφορά κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης που θα εκφράσει σε μεταγενέστερο χρόνο τη συναίνεσή του να δεσμεύεται από το παρόν πρωτόκολλο, το πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος εκφράσει τη συναίνεσή του να δεσμευτεί από το παρόν πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 17
– Ομοσπονδιακή ρήτρα
1.
Ένα ομόσπονδο κράτος μπορεί να επιφυλαχθεί να αναλάβει υποχρεώσεις βάσει του παρόντος πρωτοκόλλου σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησής του και των συστατικών πολιτειών ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων του, υπό τους εξής όρους:
α.
το πρωτόκολλο ισχύει για την κεντρική κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους·
β.
η εν λόγω επιφύλαξη δεν θίγει τις υποχρεώσεις του να παρέχει τη συνεργασία που ζητείται από άλλα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ· και
γ.
οι διατάξεις του άρθρου 13 εφαρμόζονται στις συστατικές πολιτείες ή άλλες παρόμοιες εδαφικές ενότητες του ομόσπονδου κράτους.
2.
Τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να απαγορεύουν στις αρχές, στους παρόχους ή στους φορείς στο έδαφός τους να συνεργάζονται ανταποκρινόμενοι σε αίτημα ή εντολή που υποβάλλεται απευθείας από συστατική πολιτεία ή άλλη παρόμοια εδαφική ενότητα ενός ομόσπονδου κράτους το οποίο έχει διατυπώσει επιφύλαξη δυνάμει της παραγράφου 1, εκτός αν το ομόσπονδο κράτος ειδοποιήσει τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι η συστατική πολιτεία ή άλλη παρόμοια εδαφική ενότητα εφαρμόζει τις υποχρεώσεις του παρόντος πρωτοκόλλου που ισχύουν για το ομόσπονδο κράτος. Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει μητρώο με τις εν λόγω ειδοποιήσεις.
3.
Τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη δεν απαγορεύουν στις αρχές, στους παρόχους ή στους φορείς στο έδαφός τους να συνεργάζονται με συστατική πολιτεία ή άλλη παρόμοια εδαφική ενότητα λόγω επιφύλαξης της παραγράφου 1, αν η εντολή ή το αίτημα έχει υποβληθεί μέσω της κεντρικής κυβέρνησης ή αν έχει συναφθεί συμφωνία για κοινή ομάδα έρευνας δυνάμει του άρθρου 12 με τη συμμετοχή της κεντρικής κυβέρνησης. Σε ανάλογες περιπτώσεις, η κεντρική κυβέρνηση μεριμνά για την εκπλήρωση των εφαρμοστέων υποχρεώσεων του πρωτοκόλλου, με την επιφύλαξη ότι, όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που παρέχονται σε συστατικές πολιτείες ή παρόμοιες εδαφικές ενότητες, εφαρμόζονται μόνο οι όροι του άρθρου 14 παράγραφος 9 ή, κατά περίπτωση, οι όροι συμφωνίας ή ρύθμισης που περιγράφεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο β ή γ.
4.
Όσον αφορά τις διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου, η εφαρμογή των οποίων υπόκειται στη δικαιοδοσία των συστατικών πολιτειών ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων που δεν υποχρεούνται από το συνταγματικό καθεστώς της ομοσπονδίας να λάβουν νομοθετικά μέτρα, η κεντρική κυβέρνηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών σχετικά με τις εν λόγω διατάξεις, εκφράζοντας θετική γνώμη και τις παροτρύνει να λάβουν κατάλληλα μέτρα για τη θέση τους σε ισχύ.
Άρθρο 18
– Εδαφική εφαρμογή
1.
Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται στο έδαφος ή τα εδάφη που προσδιορίζει το συμβαλλόμενο μέρος με δήλωση στην οποία προβαίνει βάσει του άρθρου 38 παράγραφοι 1 ή 2 της Σύμβασης, στον βαθμό που η εν λόγω δήλωση δεν έχει ανακληθεί βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 3.
2.
Το συμβαλλόμενο μέρος δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι το παρόν πρωτόκολλο δεν εφαρμόζεται σε ένα ή περισσότερα εδάφη που προσδιορίζονται στη δήλωση του συμβαλλόμενου μέρους βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 1 και/ή 2 της Σύμβασης.
3.
Η δήλωση βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου μπορεί, όσον αφορά οποιοδήποτε έδαφος αναφέρεται στην εν λόγω δήλωση, να ανακληθεί μέσω ειδοποίησης απευθυνόμενης στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα.
Άρθρο 19
– Επιφυλάξεις και δηλώσεις
1.
Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να δηλώσει ότι κάνει χρήση της επιφύλαξης ή των επιφυλάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 9 στοιχεία α και β, στο άρθρο 8 παράγραφος 13 και στο άρθρο 17 του παρόντος πρωτοκόλλου. Καμία άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
2.
Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης δύναται, κατά τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου ή όταν καταθέτει την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, να προβεί στη δήλωση ή τις δηλώσεις του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β και παράγραφος 8, του άρθρου 8 παράγραφος 11, του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο β και παράγραφος 5, του άρθρου 10 παράγραφος 9, του άρθρου 12 παράγραφος 3 και του άρθρου 18 παράγραφος 2 του παρόντος πρωτοκόλλου.
3.
Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης προβαίνει στις δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 στοιχεία α και ε, στο άρθρο 8 παράγραφος 4 και παράγραφος 10 στοιχεία α και β, στο άρθρο 14 παράγραφος 7 στοιχείο γ και παράγραφος 10 στοιχείο β και στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του παρόντος πρωτοκόλλου, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται σε αυτό.
Άρθρο 20
– Καθεστώς και ανάκληση των επιφυλάξεων
1.
Συμβαλλόμενο μέρος που έχει διατυπώσει επιφύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 μπορεί να την ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις. Η ανάκληση αυτή τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία παραλαβής σχετικής ειδοποίησης απευθυνόμενης στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η ειδοποίηση αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης ισχύος της ανάκλησης της επιφύλαξης και αυτή η ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της ειδοποίησης από τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα, η ανάκληση αρχίζει να ισχύει κατά τη συγκεκριμένη μεταγενέστερη ημερομηνία.
2.
Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί σε περιοδική βάση να ρωτά τα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν διατυπώσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις κατά το άρθρο 19 παράγραφος 1 σχετικά με τις προοπτικές ανάκλησης αυτών των επιφυλάξεων.
Άρθρο 21
– Τροποποιήσεις
1.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος πρωτοκόλλου μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις του πρωτοκόλλου, οι οποίες κοινοποιούνται από τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα συμβαλλόμενα μέρη και στους υπογράφοντες τη Σύμβαση, καθώς και σε κάθε κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση.
2.
Κάθε τροποποίηση προτεινόμενη από συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιείται στην ευρωπαϊκή επιτροπή για προβλήματα εγκλημάτων (στο εξής: CDPC), η οποία γνωμοδοτεί στην Επιτροπή Υπουργών επί της εν λόγω προτεινομένης τροποποίησης.
3.
Η Επιτροπή Υπουργών εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνωμοδότηση της CDPC και, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης, δύναται να εγκρίνει την τροποποίηση.
4.
Το κείμενο κάθε τροποποίησης που εγκρίνεται από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με την παράγραφο 3 διαβιβάζεται στα συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου για αποδοχή.
5.
Κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα αφότου όλα τα συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου ενημερώσουν τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα ότι την έχουν αποδεχθεί.
Άρθρο 22
– Διευθέτηση διαφορών
Το άρθρο 45 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 23
– Διαβουλεύσεις των συμβαλλόμενων μερών και εκτίμηση της εφαρμογής
1.
Το άρθρο 46 της Σύμβασης εφαρμόζεται στο παρόν πρωτόκολλο.
2.
Τα συμβαλλόμενα μέρη εκτιμούν σε περιοδική βάση την αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος πρωτοκόλλου. Το άρθρο 2 του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής της σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, όπως αναθεωρήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020, εφαρμόζεται αναλογικά. Τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν καταρχάς και δύνανται να τροποποιήσουν με συναίνεση τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου όπως αυτές εφαρμόζονται στο παρόν πρωτόκολλο πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου.
3.
Η επανεξέταση του άρθρου 14 αρχίζει αφότου δέκα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμεύονται από το παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 24
– Καταγγελία
1.
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να καταγγείλει το παρόν πρωτόκολλο, απευθύνοντας σχετική ειδοποίηση στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
2.
Η καταγγελία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της εκπνοής τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον/τη Γενικό/-ή Γραμματέα.
3.
Η καταγγελία της Σύμβασης από συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος πρωτοκόλλου συνιστά καταγγελία του παρόντος πρωτοκόλλου.
4.
Πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που διαβιβάστηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της καταγγελίας εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.
Άρθρο 25
– Ειδοποίηση
Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποιεί όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα συμβαλλόμενα μέρη και τους υπογράφοντες τη Σύμβαση, καθώς και κάθε κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στη Σύμβαση σχετικά με:
α.
κάθε υπογραφή·
β.
την κατάθεση κάθε πράξης κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης·
γ.
κάθε ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 3 και 4·
δ.
κάθε δήλωση ή επιφύλαξη που διατυπώνεται σύμφωνα με το άρθρο 19 και κάθε ανάκληση επιφύλαξης σύμφωνα με το άρθρο 20·
ε.
κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή κοινοποίηση που σχετίζεται με το παρόν πρωτόκολλο.
Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν το παρόν πρωτόκολλο.
Συντάχθηκε στ... [ΤΟΠΟΣ] την [ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ], στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, με αμφότερα τα κείμενα να είναι εξίσου αυθεντικά, σε ένα και μόνο αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο/Η Γενικός/-ή Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης διαβιβάζει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα συμβαλλόμενα μέρη και τους υπογράφοντες τη Σύμβαση, καθώς και σε κάθε κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στη Σύμβαση.