|
19.1.2011 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 18/100 |
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την επιβολή του κοινοτικού καταναλωτικού κεκτημένου»
COM(2009) 330 τελικό
2011/C 18/18
Εισηγητής: ο κ. PEGADO LIZ
Στις 2 Ιουλίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την επιβολή του κοινοτικού καταναλωτικού κεκτημένου
COM(2009) 330 τελικό.
Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Μαρτίου 2010.
Κατά την 462η σύνοδο ολομέλειας της 28ης και 29ης Απριλίου 2010 (συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 119 ψήφους υπέρ, 10 ψήφους κατά και 3 αποχές.
1. Συμπεράσματα και συστάσεις
|
1.1 |
Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής, στην οποία για πρώτη φορά παρουσιάζονται οι προβληματισμοί της σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών. |
|
1.2 |
Τονίζει, ωστόσο, ότι από αυστηρά νομική άποψη η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για τα δικαιώματα του καταναλωτή δεν διαφέρει ουσιωδώς από την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας εν γένει. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται αναφορά στις διάφορες γνωμοδοτήσεις που εκπονήθηκαν για το θέμα αυτό. |
|
1.3 |
Αναγνωρίζει, εντούτοις, ότι από κοινωνική άποψη η μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται γενικά οι καταναλωτές σε υποθέσεις που τους αφορούν και η οποία, ως γνωστόν, τους καθιστά αδύναμα μέρη σε μια νομική σχέση που από τη φύση της δεν είναι ισόρροπη, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής κυρίως ως προς τον τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής στα διάφορα εθνικά νομικά συστήματα. |
|
1.4 |
Επίσης, από οικονομική άποψη η σαφής διαφορά στον τρόπο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας στα διάφορα κράτη μέλη είναι πιθανόν να δημιουργήσει στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά και να θέσει σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία του υγιούς και δίκαιου ανταγωνισμού. |
|
1.5 |
Παρά την πρόοδο που αναφέρεται στα σημεία 2.1, 3.14, 4.2, 4.3, 4.4, 4.5 και 4.6, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχασε την ευκαιρία να υποβάλει μια κατατοπιστική και διαρθρωμένη έκθεση για την τρέχουσα κατάσταση σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, να ορίσει αυστηρά και επακριβώς το χαρακτήρα και τις θεμελιώδεις παραμέτρους της εφαρμογής της νομοθεσίας, και να καταρτιστεί σε έναν κατάλογο προτάσεων για συγκεκριμένα εφικτά μέτρα που θα βελτιώσουν την κατάσταση στο εγγύς μέλλον. |
|
1.6 |
Εκφράζει την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κατέληξε καν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες στην εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στον τομέα αυτόν, τις οποίες ούτε ποσοτικοποιεί ούτε αξιολογεί, και τις αιτίες των οποίων ούτε καταγράφει, ούτε αναλύει. |
|
1.7 |
Εξίσου απογοητευτικό είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή αρκέστηκε αντιθέτως μόνο να ανακοινώσει τα ήδη συμφωνηθέντα· στην ουσία έχασε μια πολιτική ευκαιρία, διατύπωσε μια σειρά αβάσιμων απόψεων χωρίς καμία πρακτική αξία και παραδόξως δεν ανακοίνωσε καμία νέα πρωτοβουλία, ούτε καν διερεύνησε τους ενδεχόμενους απαραίτητους οικονομικούς πόρους. |
|
1.8 |
Ακόμη και οι θετικές εξελίξεις στις κατευθυντήριες γραμμές που έχουν ήδη οριστεί σε προηγούμενα έγγραφα στρατηγικής δεν συνδέονται μεταξύ τους επαρκώς και επομένως στερούνται συνοχής. Θα έπρεπε ιδιαίτερα να ληφθούν υπόψη τα θετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 (1) και η σχετική έκθεση εφαρμογής, η μελέτη της οποίας είναι απαραίτητη για την κατανόηση της Ανακοίνωσης. |
|
1.9 |
Η ΕΟΚΕ εκφράζει την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να ανταποκριθεί στο συχνά διατυπούμενο αίτημα, σύμφωνα με το οποίο οι συστάσεις σχετικά με τις αρχές που ισχύουν για τους φορείς που είναι αρμόδιοι για την εξωδικαστική διευθέτηση καταναλωτικών διαφορών θα πρέπει να μετατραπούν σε οδηγίες ή κανονισμούς με δεσμευτικό χαρακτήρα. |
|
1.10 |
Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σθεναρά ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει στο εγγύς μέλλον την επιβολή του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, αυτή τη φορά στο ευρύτερο πλαίσιο ενός μηχανισμού που θα βασίζεται στην εκτενέστερη έρευνα και διαβούλευση όλων των φορέων, όπως στο πλαίσιο μιας Λευκής Βίβλου βάσει της οποίας θα μπορεί να προσδιορισθεί λεπτομερώς μια γνήσια κοινοτική πολιτική στρατηγική για τον τομέα αυτόν. |
2. Εισαγωγή
|
2.1 |
Εστιάζοντας την προσοχή της στην επιβολή του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, η Επιτροπή φαίνεται να θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας στο επίκεντρο του προβληματισμού της, και αυτό είναι ευπρόσδεκτο. Με αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δείχνει ότι πάνω από τον «νόμο στη θεωρία» ενδιαφέρεται για τον «νόμο στην πράξη», ήτοι για τον τρόπο με τον οποίο τα νομικά πρότυπα γίνονται αποδεκτά, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται από τις δημόσιες αρχές, ιδίως τα δικαστήρια, τις επιχειρήσεις και το ευρύ κοινό. |
|
2.2 |
Για πολλά χρόνια αυτός ο προβληματισμός αποτελούσε βασικό σημείο σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, οι οποίες επανειλημμένα εφιστούσαν την προσοχή στη σημασία του και παρουσίαζαν συστάσεις και προτάσεις για τη λήψη μέτρων (2), όπως εκείνα που περιέχονται στις ακόλουθες γνωμοδοτήσεις πρωτοβουλίας: «Η πολιτική των καταναλωτών μετά τη διεύρυνση» (3), «Τρόποι βελτίωσης της εφαρμογής και επιβολής της κοινοτικής νομοθεσίας» (4) και «Η προσέγγιση της προορατικής νομοθεσίας: ένα ακόμη βήμα προς τη βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ» (5). |
|
2.3 |
Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός μεταξύ της εκούσιας συμμόρφωσης (με τη νομοθεσία) των μερών που εμπίπτουν στους κανόνες, των οποίων τα κίνητρα μπορεί να είναι εξαιρετικά διαφορετικά από κοινωνιολογική άποψη, και της επιβολής ή της επιβεβλημένης εφαρμογής της νομοθεσίας, κατά κανόνα από τα δικαστήρια ως όργανα άσκησης της δικαστικής εξουσίας, αλλά και από διοικητικούς φορείς που είναι αρμόδιοι για την επιβολή της συμμόρφωσης ή την τιμωρία της μη συμμόρφωσης. |
|
2.4 |
Από κοινωνική, οικονομική και νομική άποψη, οι διαφορετικές καταστάσεις απαιτούν διαφορετικές ηθικές αξιολογήσεις και έχουν ξεχωριστά συμπεριφορικά στοιχεία. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης και της εφαρμογής κάθε κλάδου δικαίου, εν προκειμένω του κοινοτικού δικαίου για τα θέματα του καταναλωτή. |
|
2.5 |
Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι ένας από τους στόχους, μολονότι όχι ο μοναδικός, των πολιτικών υπέρ των καταναλωτών είναι «να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι καταναλωτές θα μπορούν να αγοράσουν αγαθά και υπηρεσίες χωρίς να εμποδίζονται από τα εθνικά σύνορα». Ωστόσο, η ΕΟΚΕ δεν θεωρεί ότι η πολιτική καταναλωτών είναι δευτερεύουσα για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, ούτε ότι οι καταναλωτές είναι απλώς όργανα για τη «λειτουργία της ενιαίας αγοράς». Σε αντίθεση με την Επιτροπή, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, εάν θεωρηθεί «καλό παράδειγμα», θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως καλό παράδειγμα «κακής νομοθεσίας» (6), εφόσον και οδήγησε σε χαοτική εφαρμογή στα περισσότερα κράτη μέλη. Επιπλέον, εκφράζει την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι αυτό το «παράδειγμα» ακολουθήθηκε στις πρόσφατες οδηγίες για την καταναλωτική πίστη και τη χρονομεριστική μίσθωση και απαντάται ακόμη στην οδηγία για τα δικαιώματα των καταναλωτών. |
|
2.6 |
Με γνώμονα την ενσωμάτωση του ορισμού των δικαιωμάτων του καταναλωτή στο ευρύτερο πλαίσιο των δικαιωμάτων του πολίτη, η ΕΟΚΕ θεωρεί, όπως και η Επιτροπή, ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών αποτελεί προτεραιότητα της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών, εφόσον μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας μπορούν να προστατευθούν οι θεμελιώδεις αξίες. |
3. Γενικές παρατηρήσεις
|
3.1 |
Σε αντίθεση με την πρώτη εντύπωση που δημιουργεί ο τίτλος, η Ανακοίνωση εστιάζει 1) στο τελικό αποτέλεσμα της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες αρχές συμμορφώνονται και επιβάλλουν τη συμμόρφωση με τους εθνικούς κανόνες, όπως προκύπτουν από τη μεταφορά ή ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου, και 2) στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Επιτροπή στον τομέα αυτόν. |
|
3.2 |
Επιπλέον, για τη μελέτη της Ανακοίνωσης απαιτείται παράλληλα η μελέτη της έκθεσης που δημοσιεύτηκε την ίδια ημέρα με θέμα «η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2004 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών» (7), η οποία μολονότι δεν απεστάλη στην ΕΟΚΕ για γνωμοδότηση, θα πρέπει να θεωρείται ως βάση της Ανακοίνωσης. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ο θετικός αντίκτυπος της εφαρμογής αυτού του κανονισμού στα κράτη μέλη. |
|
3.3 |
Εξετάζοντας το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της Ανακοίνωσης, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι για την ορθή οριοθέτησή του η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία για τη μεταφορά και την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στα κράτη μέλη της ΕΕ, όπως εκείνα που περιέχονται στις ετήσιες εκθέσεις για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (8) και σε ξεχωριστές ανακοινώσεις που αφορούν άλλες οδηγίες (9). |
|
3.4 |
Επιπρόσθετα, αντί για την απλή καταγραφή των υφιστάμενων μηχανισμών, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει προβεί σε μια διεξοδική ανάλυση του τρόπου λειτουργίας και των αποτελεσμάτων αυτών των μηχανισμών, υπό το πρίσμα των πληροφοριών που παρέχονται στον πίνακα αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές (10), όπως παρουσιάζεται στην τελική έκθεση της ΓΔ Υγεία και καταναλωτές με τίτλο «Εκ των υστέρων αξιολόγηση του αντικτύπου της στρατηγικής για την πολιτική καταναλωτών 2002-2006 στην εθνική πολιτική καταναλωτών» της 22.12.2009 (11), σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ανακοίνωσης για τη βελτίωση του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (12). Από το κείμενο δεν είναι καν σαφές εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι υπάρχουν προβλήματα στην εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου που επιβάλλουν τη λήψη νέων μέτρων και ποια είναι αυτά. |
|
3.5 |
Αντιθέτως, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στα κράτη μέλη είναι γενικά ανεπαρκής και οφείλεται, μεταξύ άλλων, στους ακόλουθους παράγοντες:
|
|
3.6 |
Σε αυτόν τον τομέα, η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή στο γεγονός ότι οι συζητήσεις για την (μη) εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου θα πρέπει να τονίζουν την εκούσια, αυθόρμητη ή επιβεβλημένη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. |
|
3.7 |
Αυτό σημαίνει πρωτίστως ότι σε θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητές της η Επιτροπή θα πρέπει να εστιάζει τις προσπάθειες και τις πρωτοβουλίες της στη βελτίωση της ενημέρωσης και της κατάρτισης για τους καταναλωτές και τους επαγγελματίες, καθώς και στα κίνητρα συμμόρφωσής τους με το κοινοτικό δίκαιο που μεταφέρεται στην εθνική νομοθεσία. |
|
3.8 |
Οι δράσεις της Επιτροπής θα πρέπει επίσης να έχουν ως προτεραιότητα και να στοχεύουν στην παροχή ενημέρωσης και κατάρτισης στις εθνικές δημόσιες αρχές, ιδίως εκείνες που είναι άμεσα αρμόδιες για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ενημέρωση και την κατάρτιση των δικαστών και άλλων δημόσιων κατηγόρων γενικά, αρμοδιότητα των οποίων είναι τελικά η ερμηνεία και η εφαρμογή της νομοθεσίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο διαφοράς. |
|
3.9 |
Σε αντίθεση με την Επιτροπή, η ΕΟΚΕ δεν συμφωνεί ότι η ενημέρωση από μόνη της είναι αρκετή για την «ενδυνάμωση» των καταναλωτών. Τουναντίον, η ΕΟΚΕ έχει επιστήσει την προσοχή στην ανάγκη των καταναλωτών να έχουν στη διάθεσή τους πόρους και μέσα που θα εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας και την επαρκή διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. |
|
3.10 |
Με βάση τα παραπάνω, ο ρόλος της αυτορρύθμισης και ιδίως της συρρύθμισης έχει εξαιρετική σημασία, υπό την προϋπόθεση ότι οι παράμετροι για την αξιοπιστία των εκούσια αποδεκτών ή υπό διαπραγμάτευση συστημάτων μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών είναι εγγυημένες και διασφαλισμένες προκειμένου να είναι δεδομένη η εμπιστοσύνη όλων των εμπλεκόμενων μερών. |
|
3.11 |
Τα συστήματα διαμεσολάβησης, συμβιβασμού και διαιτησίας, τα οποία λειτουργούν συμπληρωματικά προς το δικαστικό σύστημα, θα πρέπει επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο προσεκτικής εξέτασης από την Επιτροπή, ενώ η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητά τους θα πρέπει να παγιωθεί. Επίσης, είναι παράξενο που η Επιτροπή για άλλη μια φορά δεν έλαβε υπόψη το συχνά διατυπούμενο αίτημα της ΕΟΚΕ, σύμφωνα με το οποίο οι συστάσεις σχετικά με τις αρχές που διέπουν τα αρμόδια όργανα για την εξώδικη επίλυση των διαφορών κατανάλωσης (16) θα πρέπει να μετατραπούν σε οδηγίες ή κανονισμούς δεσμευτικού χαρακτήρα. Η κατάσταση γίνεται ιδιαίτερα σοβαρή όταν οι διαφορετικές νομικές παραδόσεις των κρατών μελών οδηγούν, ελλείψει εναρμόνισης, στην πρόβλεψη διαφορετικών μέσων επίλυσης των διαφορών. |
|
3.12 |
Ωστόσο, το μεγαλύτερο κενό στην πρωτοβουλία της Επιτροπής εντοπίζεται στον τομέα της πολιτικής δικονομίας. Παρά την πρόοδο που επιτεύχθηκε με τις πρωτοβουλίες της ΓΔ Δικαιοσύνη (17), ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες που λαμβάνουν υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα των ομαδικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των καταναλωτών, μετά από περισσότερα από 20 χρόνια «μελετών» και «διαβουλεύσεων» το κενό αυτό δεν έχει καλυφθεί από την Πράσινη και τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τη μη συμμόρφωση με τα αντιμονοπωλιακά μέτρα (18). Επιπλέον, με την πρόσφατη Πράσινη Βίβλο σχετικά με τα μέσα συλλογικής έννομης προστασίας των καταναλωτών (19), υπάρχει ακόμη μικρότερη προοπτική εξασφάλισης της πολιτικής βούλησης για ταχεία πρόοδο, όπως παρουσιάστηκε σαφώς στην πρόσφατη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (20). |
|
3.13 |
Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή με την ιδιότητα του θεματοφύλακα της έννομης τάξης έπρεπε να δώσει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο, με τον οποίο ασκεί τη διακριτική και όχι αυθαίρετη εξουσία της (21) για να αντιμετωπίσει τις παραβάσεις του άρθρου 211 της Συνθήκης, ιδίως με «την έκδοση μέτρων εσωτερικής οργάνωσης, τα οποία είναι απαραίτητα για την πραγματική και αμερόληπτη άσκηση της αποστολής της, σύμφωνα με τη Συνθήκη» (22), ήτοι με κριτήρια προτεραιότητας, μηχανισμούς αξιολόγησης, εξέταση των παραπόνων, ειδικά μέσα ανεπίσημου εντοπισμού των παραβάσεων, μέσα για τη βελτίωση της δράσης των εθνικών δικαστηρίων και άλλους συμπληρωματικούς μηχανισμούς (SOLVIT, FIN-NET, ECC-NET, εναλλακτικά και εξωδικαστικά μέσα). |
|
3.14 |
Στο ίδιο πνεύμα, παρότι δεν αποτελούν άμεσο δείκτη του τρόπου εφαρμογής της νομοθεσίας, τα παράπονα που υποβάλλονται από καταναλωτές συνιστούν σημαντικό δείκτη του τρόπου με τον οποίο τα μέρη προσλαμβάνουν την οικεία νομοθεσία, όπως παρουσιάζεται σαφώς στο δεύτερο πίνακα αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές (23). Για το λόγο αυτόν, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει, σύμφωνα και με τις προηγούμενες συστάσεις της, την πρωτοβουλία της Επιτροπής σχετικά με την ανάπτυξη μιας εναρμονισμένης μεθόδου για το χειρισμό των απαιτήσεων και των παραπόνων των καταναλωτών (24). |
4. Ειδικές παρατηρήσεις
|
4.1 |
Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι η Επιτροπή επαναλαμβάνει τις υπάρχουσες προτεραιότητες στην ανακοίνωση, δεν προσθέτει τίποτα καινούριο στα προγράμματα δράσης προτεραιότητας 2005-2010 (25) και στην ουσία επιβεβαιώνει όσα ορίζονται στη στρατηγική για την πολιτική καταναλωτών της ΕΕ 2007-2013 (26), χωρίς να παρουσιάζει καινοτόμα μέτρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ δεν μπορεί παρά να επαναλάβει τις παρατηρήσεις που διατύπωσε σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (27). |
|
4.2 |
Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται πρόθυμη να χρησιμοποιήσει το άρθρο 153 της Συνθήκης για νέες πρωτοβουλίες με στόχο την παγίωση μέτρων συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, δεν προσδιορίζει ποιες νέες πρωτοβουλίες εξετάζει, πέραν των πρωτοβουλιών τις οποίες έχει ήδη δρομολογήσει και για τις οποίες η ΕΟΚΕ έχει ήδη εκφράσει τη γνώμη της, ήτοι την οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και το νέο νομοθετικό πλαίσιο (28), καθώς και το σύστημα RAPEX, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια των παιχνιδιών (29). Ειδική αναφορά θα πρέπει ωστόσο να γίνει στην εβδομαδιαία δημοσίευση του καταλόγου επικίνδυνων καταναλωτικών προϊόντων που καταγράφονται στο RAPEX. |
|
4.3 |
Όσον αφορά το δίκτυο CPC, η ΕΟΚΕ προσυπογράφει την έκθεση της Επιτροπής για το θέμα αυτό, τις δυσκολίες και τα συμπεράσματά της, καθώς και τα αποτελέσματα του δεύτερου πίνακα αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές, ιδίως όσον αφορά το σκέλος της «επιβολής» (30). |
|
4.4 |
Μια άλλη πτυχή που απαιτεί περαιτέρω ανάπτυξη είναι η διαφήμιση των μέτρων που εφαρμόζονται από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων με τους κοινοτικούς νόμους που μεταφέρονται σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να ενισχυθεί το κύρος της πολιτικής για την προστασία των καταναλωτών, καθώς και για την αποφυγή επιζήμιων πρακτικών και την ανάπτυξη μεγαλύτερου αισθήματος ασφάλειας στους καταναλωτές. |
|
4.5 |
Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρωτοβουλία σχετικά με τους νέους τρόπους επικοινωνίας στοιχείων της αγοράς στους καταναλωτές προκειμένου να είναι καλύτερα ενήμεροι και να λαμβάνουν υπεύθυνες αποφάσεις. Η Επιτροπή θα πρέπει να ορίσει τον τρόπο υλοποίησης της εν λόγω πρωτοβουλίας. Επιπλέον, πολυαναμενόμενη είναι η βάση δεδομένων για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, με την ελπίδα ότι δεν θα έχει την τύχη της CLAB (βάση δεδομένων για αθέμιτους όρους συμβάσεων). |
|
4.6 |
Όσον αφορά τον προτεινόμενο προσδιορισμό «τυποποιημένων» ερμηνειών της κοινοτικής νομοθεσίας από τις «εθνικές εκτελεστικές αρχές», η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την εξήγηση που παρείχαν οι εκπρόσωποι της Επιτροπής στις συνεδριάσεις της ομάδας μελέτης, σύμφωνα με την οποία η πρωτοβουλία αυτή απευθύνεται μόνο στις διοικητικές αρχές, όχι στις δικαστικές, και δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης για τον καθορισμό της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. |
|
4.7 |
Στον τομέα της διεθνούς συνεργασίας με τρίτες χώρες, η Επιτροπή δεν παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για το τι πρέπει να γίνει, ούτε προσδιορίζει την προτεινόμενη στρατηγική για το μέλλον, ήτοι την επέκτασή της για την κάλυψη άλλων διεθνών φορέων και οργανισμών που ασχολούνται με την περιφερειακή οικονομική ενσωμάτωση. Έτσι η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της ως προς τον έλεγχο της συμμόρφωσης των προϊόντων από τρίτες χώρες με το κοινοτικό κεκτημένο, και πιο συγκεκριμένα ως προς τα χαμηλά πρότυπα του ελέγχου αυτού και τον βαθμό διαφάνειας των αποτελεσμάτων του. |
|
4.8 |
Τέλος, η ΕΟΚΕ εκφράζει ανησυχία όσον αφορά την επάρκεια των οικονομικών πόρων που διαθέτει η Επιτροπή για την εφαρμογή αυτών των μέτρων, δεδομένου του μειωμένου προϋπολογισμού για την πολιτική καταναλωτών. Η κατάσταση αυτή ενδεχομένως να επιδεινωθεί με τη νέα λειτουργική δομή της Επιτροπής, καθώς τα θέματα αυτά μοιράζονται σε δύο Γενικές Διευθύνσεις. |
Βρυξέλλες, 29 Απριλίου 2010.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
Mario SEPI
(1) ΕΕ L 364 της 9.12.2004, σ. 1.
(2) Η υπό εκπόνηση γνωμοδότηση με θέμα την 25η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (2007) COM(2008) 777 τελικό (INT/492) χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
(3) ΕΕ C 221 της 8.9.2005, σ. 153.
(4) ΕΕ C 24 της 31.1.2006, σ. 52.
(5) ΕΕ C 175 της 28.7.2009, σ. 26.
(6) Όπως προβλέπει η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της ΕΕ C 108 της 30.4.2004, σ. 81.
(7) COM(2009) 336 τελικό.
(8) Βλ. 25η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (2007) COM(2008) 777 τελικό· SEC (2008) 2854 και 2855· γνωμοδότηση INT/492 της ΕΟΚΕ υπό εκπόνηση.
(9) Για παράδειγμα COM(2006) 514 τελικό για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ: ΕΕ C 175 της 27.7.2007, σ. 28)· COM(2007) 210 τελικό σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ: ΕΕ C 162 της 25.6.2008, σ. 31)· COM(2007) 303 τελικό για την προστασία των καταναλωτών ως προς ορισμένες πτυχές της χρονομεριστικής μίσθωσης, των μακροπρόθεσμων προϊόντων διακοπών, της μεταπώλησης και της ανταλλαγής (γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ: ΕΕ C 44 της 16.2.2008, σ. 27)· COM(2008) 9 τελικό σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ: ΕΕ C 77 της 31.3.2009, σ. 8).
(10) COM(2009) 25 τελικό.
(11) Καταρτίστηκε από τους συμβούλους «Van Dijk Management Consultants».
(12) COM(2002) 725 τελικό.
(13) Στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας (ΕΕ C 24 της 31.1.2006, σ. 52), η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι «η βελτίωση της νομοθεσίας και η εφαρμογή και επιβολή της είναι στενά συνυφασμένες: καλή νομοθεσία είναι εκείνη που μπορεί να εφαρμοστεί και να τηρηθεί».
(14) Προκαλεί τουλάχιστον έκπληξη το γεγονός ότι η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας μεταξύ του ΕΚ, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ C 321 της 31.12.2003) δεν αναφέρεται καν στην ανακοίνωση της Επιτροπής.
(15) Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η αδυναμία εφαρμογής της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ (ΕΕ L 210 της 7.8.85), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 1999/34/ΕΚ (ΕΕ L 141 της 4.6.1999) σχετικά με την ευθύνη του παραγωγού, η οποία αγνοήθηκε προς όφελος της αντίστοιχης εθνικής νομοθεσίας, όπως σημειώθηκε σαφώς στη διάσκεψη που διοργανώθηκε από το Centre de Droit de la Consommation (κέντρο για το δίκαιο του καταναλωτή) στην Louvain-la-Neuve στις 23-24.3.1995 με τίτλο «Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25 Ιουλίου 1985 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων».
(16) Συστάσεις της 30.3.1998 και της 4.4.2001 που διατίθενται στην ΕΕ L 115 της 17.4.1998 και ΕΕ L 109 της 19.4.2001 αντιστοίχως.
(17) Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να τονισθούν τα εξής: κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 861/2007 για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών, ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 1· COM(2006) 618 τελικό για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: η κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών· COM(2008)128 τελικό για τη διαφάνεια των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Κύριος στόχος τους ωστόσο είναι η διευκόλυνση της συγκέντρωσης των πληρωμών από τις επιχειρήσεις και όχι το όφελος των καταναλωτών (βλ. γνωμοδοτήσεις ΕΕ C 10 της 15.1.2008, σ. 2 και ΕΕ C 175 της 28.7.9, σ. 73).
(18) COM(2005) 672 τελικό και COM (2008) 165 τελικό. Βλέπε γνωμοδοτήσεις στην ΕΕ C 324 της 30.12.2006, σ. 1 και ΕΕ C 228 της 22.9.2009, σ. 40.
(19) COM(2008) 794 τελικό.
(20) Γνωμοδότηση 586/2009 (INT/473) της ΕΟΚΕ της 5.11.2009. Για το θέμα αυτό βλέπε επίσης τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας (ΕΕ C 162 της 25.6.2008, σ. 1) με θέμα «Ορισμός του ρόλου και του καθεστώτος των ομαδικών αγωγών του κοινοτικού δικαίου για την κατανάλωση».
(21) Βλ. την απόφαση της 01.6.1994, Επιτροπή/Γερμανία, υπόθεση C-317/92 και απόφαση της 10.5.1995, Επιτροπή/Γερμανία, υπόθεση C-422/92.
(22) COM(2002) 725 τελικό.
(23) COM(2009) 25 τελικό και κυρίως SEC (2009) 76, μέρος 1.
(24) COM(2009) 346 τελικό (CESE 97/2010).
(25) Ήτοι την ανάγκη διεξοδικότερης ανάλυσης κάθε αγοράς, με τη θέσπιση κοινών μεθοδολογιών επεξεργασίας δεδομένων για σκοπούς σύγκρισης και με την κατάρτιση δεικτών για την εφαρμογή της νομοθεσίας.
(26) COM(2007) 99 τελικό.
(27) ΕΕ C 95 της 23.4.2003 και ΕΕ C 162 της 25.6.2008, σ. 20.
(28) Κανονισμός ΕΚ 765/2008 και απόφαση ΕΚ 762/2008, γνωμοδότηση ΕΟΚΕ στην ΕΕ C 120 της 16.5.2008, σ. 1.
(29) COM(2008) 9 τελικό, γνωμοδότηση ΕΟΚΕ στην ΕΕ C 77 της 31.3.2009, σ. 8.
(30) SEC(2009) 76 τελικό, μέρος 3.