Help Print this page 

Document 32017R2401

Title and reference
Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2401 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων
  • In force
OJ L 347, 28.12.2017, p. 1–34 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/2401/oj
Languages, formats and link to OJ
BG ES CS DA DE ET EL EN FR GA HR IT LV LT HU MT NL PL PT RO SK SL FI SV
HTML html BG html ES html CS html DA html DE html ET html EL html EN html FR html GA html HR html IT html LV html LT html HU html MT html NL html PL html PT html RO html SK html SL html FI html SV
PDF pdf BG pdf ES pdf CS pdf DA pdf DE pdf ET pdf EL pdf EN pdf FR pdf GA pdf HR pdf IT pdf LV pdf LT pdf HU pdf MT pdf NL pdf PL pdf PT pdf RO pdf SK pdf SL pdf FI pdf SV
Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal
 To see if this document has been published in an e-OJ with legal value, click on the icon above (For OJs published before 1st July 2013, only the paper version has legal value).
Multilingual display
Text

28.12.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 347/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/2401 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 12ης Δεκεμβρίου 2017

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι τιτλοποιήσεις αποτελούν σημαντικό συστατικό στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς συμβάλλουν στη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και διαφοροποίησης των κινδύνων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επενδυτικών επιχειρήσεων («ιδρύματα») και στην απελευθέρωση εποπτικών κεφαλαίων, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να ανακατανεμηθούν για την περαιτέρω στήριξη του δανεισμού και ιδίως τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Επιπλέον, οι τιτλοποιήσεις παρέχουν στα ιδρύματα και σε άλλους συμμετέχοντες στην αγορά πρόσθετες επενδυτικές ευκαιρίες, επιτρέποντας έτσι τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου και τη διευκόλυνση της ροής της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες, τόσο εντός των κρατών μελών όσο και σε διασυνοριακή βάση στο σύνολο της Ένωσης. Τα οφέλη αυτά θα πρέπει, ωστόσο, να σταθμίζονται έναντι του δυνητικού κόστους τους και των πιθανών κινδύνων, περιλαμβανομένου του αντίκτυπου τους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Όπως διαφάνηκε και κατά την πρώτη φάση της οικονομικής κρίσης που άρχισε το καλοκαίρι του 2007, οι επισφαλείς πρακτικές στις αγορές τιτλοποιήσεων οδήγησαν σε σημαντικές απειλές για την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ειδικότερα λόγω της υπερβολικής μόχλευσης, των αδιαφανών και πολύπλοκων δομών που δημιούργησαν προβλήματα στις τιμολογήσεις, της μηχανιστικής εξάρτησης από εξωτερικές διαβαθμίσεις ή της ασυμμετρίας μεταξύ των συμφερόντων των επενδυτών και των μεταβιβαζόντων ιδρυμάτων («κίνδυνοι διαμεσολάβησης»).

(2)

Τα τελευταία έτη, ο όγκος των εκδοθέντων τίτλων στην ΕΕ παρέμεινε κάτω από το υψηλότερο σημείο τους προ της κρίσης, για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και ο στιγματισμός που γενικά συνοδεύει τις εν λόγω συναλλαγές. Προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε επανεμφάνιση του συνδυασμού των συνθηκών που προκάλεσαν τη χρηματοπιστωτική κρίση, η ανάκαμψη των αγορών τιτλοποιήσεων θα πρέπει να βασίζεται σε ορθές και συνετές πρακτικές της αγοράς. Για τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) καθορίζει τα ουσιαστικά στοιχεία ενός γενικού πλαισίου τιτλοποιήσεων, με κριτήρια για τον εντοπισμό απλών, διαφανών και τυποποιημένων τιτλοποιήσεων (simple, transparent and standardised – «STS») και ενός συστήματος εποπτείας για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής των κριτηρίων αυτών από τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα, τα ανάδοχα ιδρύματα, τους εκδότες και τους θεσμικούς επενδυτές. Επιπλέον, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ένα σύνολο κοινών απαιτήσεων σχετικά με τη διατήρηση των κινδύνων, τη δέουσα επιμέλεια και τις γνωστοποιήσεις για όλους τους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

(3)

Σύμφωνα με τους στόχους του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 οι κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) για τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα, τα ανάδοχα ιδρύματα ή τα ιδρύματα που επενδύουν σε τιτλοποιήσεις θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν επαρκώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τιτλοποιήσεων STS, εφόσον οι εν λόγω τιτλοποιήσεις πληρούν επίσης τις επιπρόσθετες απαιτήσεις που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, και να καλύπτουν τις ελλείψεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, δηλαδή τη μηχανιστική του εξάρτηση από εξωτερικές διαβαθμίσεις, τους υπερβολικά χαμηλούς συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τμήματα τιτλοποίησης με υψηλή διαβάθμιση και, αντιστρόφως, τους υπερβολικά υψηλούς συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τμήματα τιτλοποίησης με χαμηλή διαβάθμιση, καθώς και την ανεπαρκή ευαισθησία ως προς τον κίνδυνο. Στις 11 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία («BCBS») δημοσίευσε το έγγραφο με τίτλο «Αναθεωρήσεις στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων» [Revisions to the securitisation framework] («αναθεωρημένο πλαίσιο της Βασιλείας»), όπου προβλέπονταν διάφορες αλλαγές στα πρότυπα εποπτικών κεφαλαίων για τις τιτλοποιήσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένα οι ελλείψεις αυτές. Στις 11 Ιουλίου 2016, η BCBS δημοσίευσε ένα επικαιροποιημένο πρότυπο για την κανονιστική κεφαλαιακή αντιμετώπιση των ανοιγμάτων τιτλοποίησης, το οποίο περιλαμβάνει την κανονιστική κεφαλαιακή αντιμετώπιση για «απλές, διαφανείς και συγκρίσιμες» τιτλοποιήσεις. Το εν λόγω πρότυπο τροποποιεί το αναθεωρημένο πλαίσιο της Βασιλείας. Οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του αναθεωρημένου πλαισίου της Βασιλείας όπως τροποποιήθηκαν.

(4)

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για θέσεις σε τιτλοποίηση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες μεθόδους υπολογισμού για όλα τα ιδρύματα. Κατά πρώτον και προκειμένου να μειωθεί οποιαδήποτε μορφή μηχανιστικής εξάρτησης από εξωτερικές αξιολογήσεις, το ίδρυμα θα πρέπει να χρησιμοποιεί τους δικούς του υπολογισμούς για τις κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις, εφόσον το ίδρυμα έχει άδεια να εφαρμόζει την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων («προσέγγιση IRB») σε σχέση με τα ανοίγματα του ίδιου τύπου με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης και είναι σε θέση να υπολογίσει τις κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί αυτά («Kirb»), σε κάθε περίπτωση με την επιφύλαξη ορισμένων προκαθορισμένων δεδομένων (η προσέγγιση τιτλοποίησης IRB «SEC-IRBA»). Τα ιδρύματα που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη SEC-IRBA σε σχέση με τις θέσεις τους σε μια δεδομένη τιτλοποίηση θα πρέπει να έχουν τότε στη διάθεσή τους μια τυποποιημένη προσέγγιση τιτλοποίησης («SEC-SA»). Η SEC-SA θα πρέπει να βασίζεται σε έναν τύπο ο οποίος τροφοδοτείται με βάση τα δεδομένα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που θα υπολογίζονταν σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα, σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί («KSA»). Όταν οι δύο πρώτες προσεγγίσεις δεν είναι διαθέσιμες, τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόσουν την προσέγγιση των εξωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-ERBA). Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-ERBA, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να κατατάσσονται σε τμήματα τιτλοποίησης με βάση την εξωτερική τους αξιολόγηση. Ωστόσο, τα ιδρύματα θα πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιούν τη SEC-ERBA εφεδρικά, όταν δεν είναι διαθέσιμη η SEC-IRBA για τα τμήματα με χαμηλή αξιολόγηση και ορισμένα τμήματα των τιτλοποιήσεων STS που εντοπίζονται μέσω κατάλληλων παραμέτρων. Για τις τιτλοποιήσεις μη STS η χρήση της SEC-SA μετά τη SEC-IRBA θα πρέπει να είναι ακόμη πιο περιορισμένη. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να απαγορεύουν τη χρήση της SEC-SA όταν με αυτήν δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν επαρκώς οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η τιτλοποίηση για τη φερεγγυότητα του ιδρύματος ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τη SEC-ERBA σε σχέση με όλες τις αξιολογημένες τιτλοποιήσεις που κατέχουν, εφόσον δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη SEC-IRBA.

(5)

Ο κίνδυνος διαμεσολάβησης και ο κίνδυνος του υποδείγματος είναι πιο διαδεδομένοι στις τιτλοποιήσεις σε σχέση με άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και ενέχουν ορισμένο βαθμό αβεβαιότητας κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τιτλοποιήσεις, ακόμη και αφού έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι κατάλληλοι παράγοντες κινδύνου. Για να αποτυπωθούν επαρκώς οι κίνδυνοι αυτοί, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να προβλέπει κατώτατο συντελεστή στάθμισης κινδύνου τουλάχιστον 15 % για όλες τις θέσεις τιτλοποίησης. Οι επανατιτλοποιήσεις, ωστόσο, παρουσιάζουν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και επικινδυνότητα και, κατά συνέπεια, μόνο ορισμένες μορφές επανατιτλοποιήσεων επιτρέπονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402 . Επιπλέον, οι θέσεις σε επανατιτλοποιήσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε πιο συντηρητικό υπολογισμό του εποπτικού κεφαλαίου και σε κατώτατο συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 %.

(6)

Δεν θα πρέπει να απαιτείται από ένα ίδρυμα να εφαρμόζει σε μια θέση με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα συντελεστή στάθμισης κινδύνου υψηλότερο από εκείνον που θα εφάρμοζαν εάν κατείχαν απευθείας τα υποκείμενα ανοίγματα, ώστε να αντανακλάται το όφελος της πιστωτικής ενίσχυσης που λαμβάνουν οι θέσεις με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από τα τμήματα με χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα στη διάρθρωση τιτλοποίησης. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει, συνεπώς, να προβλέπει μια «προσέγγιση διαφάνειας», σύμφωνα με την οποία σε μια θέση με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα θα πρέπει να εφαρμόζεται μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου ίσος με τον σταθμισμένο ως προς το άνοιγμα μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα υποκείμενα ανοίγματα και η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη ανεξάρτητα από το αν η σχετική θέση είναι διαβαθμισμένη ή μη και ανεξάρτητα από την προσέγγιση που χρησιμοποιείται για την υποκείμενη ομάδα (τυποποιημένη προσέγγιση ή προσέγγιση IRB), υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(7)

Στο ισχύον πλαίσιο για τα ιδρύματα διατίθεται συνολικό ανώτατο όριο όσον αφορά τα μέγιστα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, βάσει του οποίου θα μπορούν να υπολογιστούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με την προσέγγιση IRB, σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί τα ανοίγματα αυτά (KIRB). Στον βαθμό που η διαδικασία τιτλοποίησης μειώνει τον κίνδυνο που συνδέεται με τα υποκείμενα ανοίγματα, αυτό το ανώτατο όριο θα πρέπει να διατίθεται σε όλα τα μεταβιβάζοντα και τα ανάδοχα ιδρύματα, ανεξάρτητα από την προσέγγιση που χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό των κανονιστικών κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις θέσεις στην τιτλοποίηση.

(8)

Όπως επισημαίνεται από την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ»), όπως καθορίστηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), στην έκθεσή της με τίτλο «Έκθεση για τις επιλέξιμες τιτλοποιήσεις» του Ιουλίου 2015, σύμφωνα με εμπειρικά στοιχεία σχετικά με τις αθετήσεις και τις ζημίες, προκύπτει ότι οι τιτλοποιήσεις STS παρουσίασαν καλύτερη απόδοση σε σχέση με άλλες τιτλοποιήσεις κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη χρήση απλών και διαφανών δομών και ισχυρών πρακτικών εκτέλεσης στις τιτλοποιήσεις STS, οι οποίες ενέχουν χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο, λειτουργικό κίνδυνο και κίνδυνο διαμεσολάβησης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013, προκειμένου να προβλεφθεί ένας κατάλληλα ευαίσθητος ως προς τον κίνδυνο μηχανισμός βαθμονόμησης για τις τιτλοποιήσεις STS, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές πληρούν επίσης επιπρόσθετες απαιτήσεις που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνό τους, με τον τρόπο που προτείνει η ΕΑΤ στην εν λόγω έκθεσή, ο οποίος θα προβλέπει, μεταξύ άλλων, χαμηλότερο κατώτατο όριο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 % για τις θέσεις με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα.

(9)

Οι χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις τιτλοποιήσεις STS θα πρέπει να περιοριστούν στις τιτλοποιήσεις στις οποίες η κυριότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων μεταβιβάζεται σε οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση ή ΟΕΣΤ («παραδοσιακές τιτλοποιήσεις»). Ωστόσο, τα ιδρύματα που διατηρούν θέσεις με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα σε σύνθετες τιτλοποιήσεις που εξασφαλίζονται από υποκείμενη ομάδα δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις («ΜΜΕ») θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν στις θέσεις αυτές τις χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις που είναι διαθέσιμες για τιτλοποιήσεις STS, εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές θεωρούνται υψηλής ποιότητας, σύμφωνα με ορισμένα αυστηρά κριτήρια, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους επιλέξιμους επενδυτές. Ειδικότερα, το εν λόγω υποσύνολο των σύνθετων τιτλοποιήσεων θα πρέπει να καλύπτεται είτε από εγγύηση ή αντεγγύηση κεντρικής κυβέρνησης ή κεντρικής τράπεζας κράτους μέλους ή οντότητας προώθησης είτε από εγγύηση ή αντεγγύηση θεσμικού επενδυτή, με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εγγύηση ή αντεγγύηση που παρέχεται από τον θεσμικό επενδυτή εξασφαλίζεται πλήρως με καταθέσεις μετρητών στα μεταβιβάζοντα ιδρύματα. Η προτιμησιακή μεταχείριση ως προς το εποπτικό κεφάλαιο για τιτλοποιήσεις STS που θα διατίθεται στις συναλλαγές αυτές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης του καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων της Ένωσης, όπως ορίζεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(10)

Για να εναρμονιστούν οι εποπτικές πρακτικές σε όλη την Ένωση, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή, έχοντας υπόψη την έκθεση της ΕΑΤ, όσον αφορά επιπλέον διευκρινήσεις για τις συνθήκες μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, τα τον ορισμό της ανάλογης μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους και τις απαιτήσεις για την αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές της μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου, αμφότερα σύμφωνα με τις παραδοσιακές και σύνθετες τιτλοποιήσεις. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων και οι διαβουλεύσεις αυτές να διεξάγονται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (8). Πιο συγκεκριμένα, για να διασφαλιστεί η ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(11)

Τα τεχνικά πρότυπα για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζουν την επαρκή προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Δεδομένου ότι η ΕΑΤ είναι φορέας με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης πείρας, θα ήταν συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί η εκπόνηση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που δεν ενέχουν επιλογές πολιτικής, τα οποία θα υποβάλλονται στην Επιτροπή.

(12)

Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία να εγκρίνει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία εκπονεί η ΕΑΤ όσον αφορά τη σύσταση μίας κατάλληλης μεθόδου για να μετρηθεί το ποσό του μη αναληφθέντος τμήματος, των ταμειακών διευκολύνσεων στο πλαίσιο του υπολογισμού της αξίας ανοίγματος της τιτλοποίησης και όσον αφορά σε επιπλέον διευκρινίσεις σχετικά με τις συνθήκες που επιτρέπουν στα ιδρύματα να υπολογίσουν το KIRB για την υποκείμενη ομάδα των ανοιγμάτων τιτλοποίησης όπως στην περίπτωση εισπρακτέων απαιτήσεων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(13)

Όσον αφορά τις υπόλοιπες κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τιτλοποιήσεις, θα πρέπει να γίνουν μόνο οι ανάλογες αλλαγές που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στον βαθμό που είναι αναγκαίες ώστε να αντικατοπτρίζουν τη νέα ιεραρχία των προσεγγίσεων και τις ειδικές διατάξεις για τις τιτλοποιήσεις STS. Ειδικότερα, οι διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση σημαντικής μεταφοράς κινδύνου και οι απαιτήσεις σχετικά με τις εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται με τους ίδιους γενικά όρους, όπως και σήμερα. Ωστόσο, το πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να διαγραφεί στο σύνολό του, με εξαίρεση την απαίτηση διάθεσης πρόσθετων συντελεστών στάθμισης κινδύνου, που θα πρέπει να επιβληθεί στα ιδρύματα τα οποία έχουν παραβιάσει τις διατάξεις του κεφαλαίου 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.

(14)

Είναι σκόπιμο να εφαρμοστούν οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό σε όλες τις τιτλοποιήσεις που κατέχει ένα ίδρυμα. Ωστόσο, προκειμένου το μεταβατικό κόστος να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο και να καταστεί δυνατή η ήπια μετάβαση στο νέο πλαίσιο, ιδρύματα θα πρέπει να εξακολουθούν να εφαρμόζουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, το προηγούμενο πλαίσιο, ήτοι τις οικείες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που ίσχυε αμέσως πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, για όλες τις θέσεις τιτλοποίησης που κατέχουν κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 575/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

τα σημεία 13) και 14) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«13)

ως “μεταβιβάζουσα οντότητα” νοείται σ μεταβιβάζουσα οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 (*1),

14)

ως “ανάδοχη οντότητα” νοείται ανάδοχη οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35).»,"

β)

εισάγεται το ακόλουθο σημείο:

«14α)

ως “αρχικός δανειστής” νοείται ο αρχικός δανειστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402»,

γ)

τα σημεία 61), 62) και 63) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«61)

ως “τιτλοποίηση” νοείται τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

62)

ως “θέση τιτλοποίησης” νοείται θέση τιτλοποίησης όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 19) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

63)

ως “επανατιτλοποίηση” νοείται επανατιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402»,

δ)

τα σημεία 66) και 67) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«66)

ως “οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση” ή “ΟΕΣΤ” νοείται οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση ή ΟΕΣΤ όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

67)

ως “τμήμα τιτλοποίησης” νοείται σ τμήμα τιτλοποίησης όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,»,

ε)

προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«129)

ως “διαχειριστής” νοείται ο διαχειριστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.».

2)

Στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

θέσεις τιτλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 244 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 245 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 253,».

3)

Το άρθρο 109 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 109

Αντιμετώπιση των θέσεων τιτλοποίησης

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για θέση που κατέχουν σε τιτλοποίηση σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.».

4)

Στο άρθρο 134, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Εάν ένα ίδρυμα παρέχει πιστωτική προστασία για ορισμένο αριθμό ανοιγμάτων υπό την προϋπόθεση ότι η νιοστή (n) αθέτηση μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων ενεργοποιεί την πληρωμή και το πιστωτικό αυτό γεγονός λύει τη σύμβαση, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων που περιλαμβάνονται στο καλάθι αθροίζονται, με την εξαίρεση ανοιγμάτων n-1, μέχρι ποσοστού 1 250 % κατ’ ανώτατο όριο και πολλαπλασιάζονται με το ονομαστικό ποσό της προστασίας που παρέχει το πιστωτικό παράγωγο ώστε να προκύψει το σταθμισμένο ποσό ανοιγμάτων. Τα ανοίγματα n-1 που εξαιρούνται από το άθροισμα προσδιορίζονται κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν κάθε άνοιγμα του οποίου το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό είναι χαμηλότερο από το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό καθενός από τα ανοίγματα που περιλαμβάνονται στο άθροισμα.».

5)

Στο άρθρο 142 παράγραφος 1, το σημείο 8) απαλείφεται.

6)

Στο άρθρο 153, οι παράγραφοι 7 και 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Στην περίπτωση των αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων έναντι επιχειρήσεων, οι επιστρεπτέες εκπτώσεις επί της τιμής αγοράς και οι εξασφαλίσεις ή μερικές εγγυήσεις που παρέχουν προστασία κατά της πρωτεύουσας ζημίας από αθέτηση, κατά της ζημίας από απομείωση αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων ή κατά αμφοτέρων μπορούν να αντιμετωπίζονται ως προστασία κατά της πρωτεύουσας ζημίας από τον αποκτώντα τις εισπρακτέες απαιτήσεις ή από τον δικαιούχο των εξασφαλίσεων ή των μερικών εγγυήσεων σύμφωνα με το κεφάλαιο 5 τμήμα 3 ενότητες 2 και 3. Ο πωλητής που παρέχει την επιστρεπτέα έκπτωση επί της τιμής αγοράς και ο πάροχος εξασφάλισης ή μερικής εγγύησης αντιμετωπίζουν τα στοιχεία αυτά ως άνοιγμα σε τμήμα πρωτεύουσας ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 5 τμήμα 3 ενότητες 2 και 3.

8.   Εάν ένα ίδρυμα παρέχει πιστωτική προστασία για ορισμένο αριθμό ανοιγμάτων υπό την προϋπόθεση ότι η νιοστή (n) αθέτηση μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων ενεργοποιεί την πληρωμή και το πιστωτικό αυτό γεγονός λύει τη σύμβαση, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων που περιλαμβάνονται στο καλάθι αθροίζονται, με την εξαίρεση ανοιγμάτων n-1, εάν το άθροισμα του ποσού αναμενόμενης ζημίας πολλαπλασιασμένο επί 12,5 και του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού δεν υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της προστασίας που παρέχει το πιστωτικό παράγωγο πολλαπλασιασμένο επί 12,5. Τα ανοίγματα n-1 που εξαιρούνται από το άθροισμα προσδιορίζονται κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν κάθε άνοιγμα του οποίου το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό είναι χαμηλότερο από το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό καθενός από τα ανοίγματα που περιλαμβάνονται στο άθροισμα. Στις θέσεις μιας κατηγορίας για τις οποίες το ίδρυμα δεν μπορεί να προσδιορίσει τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου δυνάμει της προσέγγισης ΠΕΔ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 1 250 %.».

7)

Στο άρθρο 154, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Στην περίπτωση των αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων λιανικής τραπεζικής, οι επιστρεπτέες εκπτώσεις επί της τιμής αγοράς και οι εξασφαλίσεις ή μερικές εγγυήσεις που παρέχουν προστασία κατά της πρωτεύουσας ζημίας από αθέτηση, κατά της ζημίας από απομείωση αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων ή κατά αμφοτέρων μπορούν να αντιμετωπίζονται ως προστασία κατά της πρωτεύουσας ζημίας από τον αποκτώντα τις εισπρακτέες απαιτήσεις ή από τον δικαιούχο των εξασφαλίσεων ή των μερικών εγγυήσεων σύμφωνα με το κεφάλαιο 5 τμήμα 3 ενότητες 2 και 3. Ο πωλητής που παρέχει την επιστρεπτέα έκπτωση επί της τιμής αγοράς και ο πάροχος εξασφαλίσεων ή μερικών εγγυήσεων αντιμετωπίζουν τα στοιχεία αυτά ως άνοιγμα σε τμήμα πρωτεύουσας ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 5 τμήμα 3 ενότητες 2 και 3.».

8)

Στο άρθρο 197 παράγραφος 1, το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

θέσεις τιτλοποίησης που δεν είναι θέσεις επανατιτλοποίησης και οι οποίες υπόκεινται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 % ή χαμηλότερο, σύμφωνα με τα άρθρα 261 έως 264.».

9)

Στο τρίτο μέρος του τίτλου II, το κεφάλαιο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Τιτλοποίηση

Τμήμα 1

Ορισμοί και κριτήρια για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις

Άρθρο 242

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:

1)   “δικαίωμα τελικής επαναγοράς εκδοθέντων τίτλων”: το συμβατικό δικαίωμα που παρέχει στη μεταβιβάζουσα οντότητα τη δυνατότητα να επαναγοράσει τις θέσεις τιτλοποίησης πριν από την αποπληρωμή του συνόλου των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων, είτε με την επαναγορά των υποκείμενων ανοιγμάτων που απομένουν στην ομάδα, στην περίπτωση παραδοσιακών τιτλοποιήσεων, είτε με τη διακοπή της πιστωτικής προστασίας, στην περίπτωση των σύνθετων τιτλοποιήσεων, και στις δύο περιπτώσεις όταν το ανεξόφλητο ποσό των υποκείμενων ανοιγμάτων μειωθεί έως ή κάτω από κάποιο προκαθορισμένο επίπεδο,

2)   “τοκομερίδιο με πιστωτική ενίσχυση”: στοιχείο ενεργητικού του ισολογισμού το οποίο αντιστοιχεί σε αποτίμηση των χρηματορροών που σχετίζονται με το μελλοντικό περιθώριο εσόδων και αποτελεί τμήμα μειωμένης εξασφάλισης στην τιτλοποίηση,

3)   “ταμειακή διευκόλυνση”: ταμειακή διευκόλυνση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

4)   “μη διαβαθμισμένη θέση”: θέση τιτλοποίησης χωρίς αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση σύμφωνα με το τμήμα 4,

5)   “διαβαθμισμένη θέση”: θέση τιτλοποίησης με αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση σύμφωνα με το τμήμα 4,

6)   “θέση τιτλοποίησης με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα”: θέση που υποστηρίζεται ή εξασφαλίζεται από δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση επί του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς αυτούς τα ποσά που οφείλονται βάσει συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος, οι οφειλόμενες προμήθειες ή άλλες παρόμοιες πληρωμές, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαφορά ληκτότητας σε σχέση με ένα ή περισσότερα άλλα τμήματα με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα με τα οποία η θέση αυτή έχει κοινές ζημίες κατ’ αναλογίαν,

7)   “ομάδα IRB”: ομάδα υποκείμενων ανοιγμάτων τύπου σε σχέση με τον οποίο το ίδρυμα έχει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση IRB και είναι σε θέση να υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά των ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 για όλα αυτά τα ανοίγματα,

8)   “μεικτή ομάδα”: ομάδα υποκείμενων ανοιγμάτων τύπου σε σχέση με τον οποίο το ίδρυμα έχει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση IRB και είναι σε θέση να υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά των ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 για ορισμένα, αλλά όχι για όλα τα ανοίγματα,

9)   “υπερεξασφάλιση”: κάθε μορφή πιστωτικής ενίσχυσης δυνάμει της οποίας τα υποκείμενα ανοίγματα παρέχονται σε αξία η οποία είναι υψηλότερη από την αξία των θέσεων τιτλοποίησης,

10)   “απλή, διαφανής και τυποποιημένη τιτλοποίηση” ή “STS”: τιτλοποίηση που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

11)   “πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού” ή “πρόγραμμα ABCP”: πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού (ABCP) όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

12)   “συναλλαγή εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού)” ή “συναλλαγή ABCP”: συναλλαγή εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού ή συναλλαγή ABCP όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 8) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

13)   “παραδοσιακή τιτλοποίηση”: παραδοσιακή τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

14)   “σύνθετη τιτλοποίηση”: σύνθετη τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

15)   “ανακυκλούμενο άνοιγμα”: ανακυκλούμενο άνοιγμα όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

16)   “ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων”: ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 17) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

17)   “τμήμα πρωτεύουσας ζημίας”: το τμήμα πρωτεύουσας ζημίας όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

18)   “ενδιάμεση θέση τιτλοποίησης”: θέση στην τιτλοποίηση η οποία έπεται των θέσεων τιτλοποίησης με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα και είναι υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας από το τμήμα πρωτεύουσας ζημίας, υπόκειται δε σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου χαμηλότερο από 1 250 % και υψηλότερο από 25 % σύμφωνα με το τμήμα 3 ενότητες 2 και 3,

19)   “οντότητα προώθησης”: επιχείρηση ή οντότητα ιδρυθείσα από κεντρική, περιφερειακή ή τοπική κυβέρνηση κράτους μέλους, η οποία χορηγεί προνομιακά δάνεια ή χορηγεί προνομιακές εγγυήσεις και της οποίας ο πρωταρχικός σκοπός δεν είναι η κερδοφορία ή η μεγιστοποίηση του μεριδίου αγοράς, αλλά η προώθηση στόχων δημόσιας πολιτικής της εν λόγω κυβέρνησης, υπό την προϋπόθεση ότι, βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, η εν λόγω κυβέρνηση έχει υποχρέωση να προστατεύει την οικονομική βάση της επιχείρησης ή της οντότητας και να διατηρεί τη βιωσιμότητά της καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής της ή ότι τουλάχιστον το 90 % του αρχικού κεφαλαίου της ή της αρχικής χρηματοδότησής της ή των προνομιακών δανείων που χορηγεί είναι άμεσα ή έμμεσα εγγυημένο από την κεντρική, περιφερειακή ή τοπική κυβέρνηση του κράτους μέλους.

Άρθρο 243

Κριτήρια για τις τιτλοποιήσεις STS που πληρούν τις προϋποθέσεις για διαφοροποιημένη κεφαλαιακή αντιμετώπιση

1.   Οι θέσεις σε πρόγραμμα ABCP ή συναλλαγή ABCP που θεωρούνται θέσεις σε τιτλοποίηση STS είναι αποδεκτές για την αντιμετώπιση που ορίζεται στα άρθρα 260, 262 και 264, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα υποκείμενα ανοίγματα πληρούν, κατά τον χρόνο της προσθήκης τους στο πρόγραμμα ABCP, εξ όσων γνωρίζει η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης, τις προϋποθέσεις ώστε να υπαχθούν, δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και λαμβανομένης υπόψη κάθε αποδεκτής τεχνικής μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου ίσο ή μικρότερο από 75 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος, εφόσον το άνοιγμα είναι άνοιγμα λιανικής τραπεζικής, ή 100 % για οποιαδήποτε άλλα ανοίγματα, και

β)

η συνολική αξία όλων των ανοιγμάτων έναντι μεμονωμένου οφειλέτη σε επίπεδο προγράμματος ABCP δεν υπερβαίνει το 2 % της συνολικής αξίας όλων των ανοιγμάτων στο πλαίσιο του προγράμματος ABCP, κατά τον χρόνο της προσθήκης των ανοιγμάτων στο πρόγραμμα ABCP. Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα δάνεια ή οι χρηματοδοτικές μισθώσεις σε ομάδα συνδεδεμένων πελατών, εξ όσων γνωρίζει η ανάδοχη οντότητα, θεωρούνται ανοίγματα σε μεμονωμένο οφειλέτη.

Στην περίπτωση των εμπορικών απαιτήσεων, το πρώτο εδάφιο του στοιχείου β) δεν εφαρμόζεται όταν ο πιστωτικός κίνδυνος αυτών των εμπορικών απαιτήσεων καλύπτεται πλήρως με αποδεκτή πιστωτική προστασία σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος προστασίας είναι ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, χρησιμοποιείται μόνο το τμήμα των εμπορικών απαιτήσεων που απομένει αφού ληφθούν υπόψη η επίδραση οποιασδήποτε έκπτωσης των τιμών αγοράς και η υπερεξασφάλιση, για να καθοριστεί αν είναι πλήρως καλυμμένες και αν πληρούται το όριο συγκέντρωσης.

Στην περίπτωση των τιτλοποιημένων υπολειμματικών αξιών από χρηματοδοτική μίσθωση, το πρώτο εδάφιο του στοιχείου β) δεν εφαρμόζεται όταν οι εν λόγω αξίες δεν εκτίθενται σε κίνδυνο αναχρηματοδότησης ή μεταπώλησης λόγω του ότι υπάρχει νομικά εκτελεστή δέσμευση για επαναγορά ή αναχρηματοδότηση του ανοίγματος με προκαθορισμένο ποσό από τρίτο μέρος επιλέξιμο δυνάμει του άρθρου 201 παράγραφος 1.

Κατά παρέκκλιση του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει το άρθρο 248 παράγραφος 3 ή έχει λάβει άδεια να εφαρμόζει την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 265, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου τον οποίο το εν λόγω ίδρυμα θα απέδιδε σε ταμειακή διευκόλυνση η οποία καλύπτει εντελώς το ABCP που εκδίδεται στο πλαίσιο του προγράμματος είναι ίσος ή μικρότερος του 100 %.

2.   Οι θέσεις σε μια τιτλοποίηση, εκτός προγράμματος ή συναλλαγής ABCP, που θεωρούνται θέσεις σε τιτλοποίηση STS, είναι αποδεκτές για την αντιμετώπιση που ορίζεται στα άρθρα 260, 262 και 264, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

κατά τον χρόνο εισαγωγής στην τιτλοποίηση, η συνολική αξία όλων των ανοιγμάτων σε μεμονωμένο οφειλέτη στην ομάδα δεν υπερβαίνει το 2 % της αξίας ανοίγματος των εκκρεμών ανοιγμάτων της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων. Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα δάνεια ή οι χρηματοδοτικές μισθώσεις σε ομάδα συνδεδεμένων πελατών θεωρούνται ανοίγματα σε μεμονωμένο οφειλέτη.

Στην περίπτωση των τιτλοποιημένων υπολειμματικών αξιών από χρηματοδοτική μίσθωση, το πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου δεν εφαρμόζεται όταν οι εν λόγω αξίες δεν εκτίθενται σε κίνδυνο αναχρηματοδότησης ή μεταπώλησης λόγω του ότι υπάρχει νομικά εκτελεστή δέσμευση για επαναγορά ή αναχρηματοδότηση του ανοίγματος με προκαθορισμένο ποσό από τρίτο μέρος επιλέξιμο δυνάμει του άρθρου 201 παράγραφος 1.

β)

κατά τον χρόνο εισαγωγής στην τιτλοποίηση, τα υποκείμενα ανοίγματα πληρούν τις προϋποθέσεις να υπαχθούν, δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και λαμβανομένης υπόψη κάθε αποδεκτής τεχνικής μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου ίσο ή μικρότερο από:

i)

40 % στο επίπεδο της μέσης σταθμισμένης αξίας των ανοιγμάτων στο χαρτοφυλάκιο, εφόσον τα ανοίγματα είναι δάνεια που εξασφαλίζονται με υποθήκες κατοικιών ή πλήρως εξασφαλισμένα με εγγύηση στεγαστικά δάνεια, όπως αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο ε),

ii)

50 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος, εφόσον το άνοιγμα είναι δάνειο που εξασφαλίζεται με υποθήκη σε εμπορικό ακίνητο,

iii)

75 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος, εφόσον το άνοιγμα είναι άνοιγμα λιανικής τραπεζικής,

iv)

για οποιαδήποτε άλλα ανοίγματα, 100 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος,

γ)

στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται τα σημεία i) και ii) του στοιχείου β), τα δάνεια που εξασφαλίζονται με εμπράγματα δικαιώματα χαμηλότερης διαβάθμισης σε δεδομένο στοιχείο ενεργητικού περιλαμβάνονται στην τιτλοποίηση μόνο εφόσον όλα τα δάνεια που εξασφαλίζονται με εμπράγματα δικαιώματα υψηλότερης διαβάθμισης για αυτό το στοιχείο ενεργητικού περιλαμβάνονται επίσης στην τιτλοποίηση,

δ)

στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το σημείο i) του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, κανένα δάνειο στην ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων δεν πρέπει να έχει αναλογία δανείων προς αξία μεγαλύτερη από 100 % κατά τον χρόνο εισαγωγής στην τιτλοποίηση, μετρούμενη σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο i) και το άρθρο 229 παράγραφος 1.

Τμήμα 2

Αναγνώριση σημαντικής μεταφοράς κινδύνου

Άρθρο 244

Παραδοσιακή τιτλοποίηση

1.   Το μεταβιβάζον ίδρυμα σε μια παραδοσιακή τιτλοποίηση μπορεί να εξαιρεί τα υποκείμενα ανοίγματα από τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών και, ανάλογα με την περίπτωση, των ποσών αναμενόμενης ζημίας στον οποίο προβαίνει, κατά περίπτωση, εάν πληρούται μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με τα υποκείμενα ανοίγματα έχει μεταφερθεί σε τρίτα μέρη,

β)

το μεταβιβάζον ίδρυμα εφαρμόζει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % σε όλες τις θέσεις τιτλοποίησης που κατέχει στην τιτλοποίηση ή αφαιρεί τις σχετικές θέσεις τιτλοποίησης από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

2.   Θεωρείται ότι έχει μεταφερθεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α)

τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων των ενδιάμεσων θέσεων τιτλοποίησης που κατέχει το μεταβιβάζον ίδρυμα σε αυτή την τιτλοποίηση δεν υπερβαίνουν 50 % των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων όλων των θέσεων σε ενδιάμεσα τμήματα που υφίστανται στην εν λόγω τιτλοποίηση,

β)

το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν κατέχει περισσότερο από το 20 % της αξίας ανοίγματος του τμήματος πρωτεύουσας ζημίας στην τιτλοποίηση, υπό τον όρο ότι πληρούνται σωρευτικά οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το μεταβιβάζον ίδρυμα μπορεί να αποδείξει ότι η αξία ανοίγματος του τμήματος πρωτεύουσας ζημίας υπερβαίνει εύλογη εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών για τα υποκείμενα ανοίγματα κατά επαρκές περιθώριο,

ii)

δεν υπάρχουν ενδιάμεσες θέσεις στην τιτλοποίηση.

Εάν η πιθανή μείωση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων που θα πετύχαινε το μεταβιβάζον ίδρυμα με την τιτλοποίηση σύμφωνα με το στοιχείο α) ή β) δεν δικαιολογείται από ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση ότι δεν θεωρείται ότι ο σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος έχει μεταφερθεί σε τρίτους.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα μεταβιβάζοντα ιδρύματα να αναγνωρίζουν τη μεταφορά σημαντικού κινδύνου σε σχέση με μια τιτλοποίηση, εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα αποδείξει σε κάθε περίπτωση ότι η μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων την οποία επιτυγχάνει μέσω της τιτλοποίησης δικαιολογείται με ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους. Άδεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον το ίδρυμα πληροί και τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

διαθέτει επαρκείς εσωτερικές πολιτικές και μεθοδολογίες διαχείρισης κινδύνων για την εκτίμηση της μεταφοράς κινδύνου,

β)

έχει αναγνωρίσει επίσης τη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους σε κάθε περίπτωση για τους σκοπούς της εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων του ιδρύματος.

4.   Επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα έγγραφα της συναλλαγής αντικατοπτρίζουν τα ουσιώδη οικονομικά χαρακτηριστικά της συναλλαγής,

β)

οι θέσεις τιτλοποίησης δεν συνιστούν υποχρεώσεις πληρωμής του μεταβιβάζοντος ιδρύματος,

γ)

τα υποκείμενα ανοίγματα τίθενται εκτός του ελέγχου του μεταβιβάζοντος ιδρύματος και των πιστωτών του, κατά τρόπο που να ικανοποιεί την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

δ)

το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν διατηρεί τον έλεγχο επί των υποκείμενων ανοιγμάτων. Θεωρείται ότι ο έλεγχος διατηρείται επί των υποκείμενων ανοιγμάτων, εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει το δικαίωμα να επαναγοράσει από τον εκδοχέα τα προηγουμένως μεταβιβασθέντα ανοίγματα για να ρευστοποιήσει τα κέρδη τους ή εάν είναι άλλως υποχρεωμένος να αναλάβει εκ νέου τον μεταφερθέντα κίνδυνο. Η διατήρηση από το μεταβιβάζον ίδρυμα δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εξυπηρέτησης των υποκείμενων ανοιγμάτων δεν συνιστά καθαυτή έλεγχο επί των ανοιγμάτων,

ε)

τα έγγραφα της τιτλοποίησης δεν περιέχουν όρους ή προϋποθέσεις που:

i)

απαιτούν από το μεταβιβάζον ίδρυμα να αλλάξει τα υποκείμενα ανοίγματα για να βελτιωθεί η μέση ποιότητα της ομάδας, ή

ii)

αυξάνουν την απόδοση που καταβάλλεται στους κατόχους των θέσεων ή ενισχύουν με άλλον τρόπο τις θέσεις στην τιτλοποίηση, σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων απαιτήσεων,

στ)

όπου απαιτείται, τα έγγραφα της συναλλαγής καθιστούν σαφές ότι το μεταβιβάζον ή το ανάδοχο ίδρυμα δύναται να αγοράσει ή να επαναγοράσει τις θέσεις τιτλοποίησης ή να επαναγοράσει, να αναδιαρθρώσει ή να αντικαταστήσει τα υποκείμενα ανοίγματα πέραν των συμβατικών του υποχρεώσεων, μόνο εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές εκτελούνται σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και τα συμβαλλόμενα μέρη ενεργούν προς το συμφέρον τους ως ελεύθερα και ανεξάρτητα μέρη (συναλλαγή υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού),

ζ)

εάν υπάρχει δικαίωμα τελικής επαναγοράς των εκδοθέντων τίτλων, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει επίσης να πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

να μπορεί να ασκηθεί με διακριτική ευχέρεια του μεταβιβάζοντος ιδρύματος,

ii)

να μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν 10 % ή λιγότερο της αρχικής αξίας των υποκείμενων ανοιγμάτων παραμένει ανεξόφλητο,

iii)

να μην είναι διαρθρωμένο κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο καταλογισμός των ζημιών σε θέσεις πιστωτικής ενίσχυσης ή σε άλλες θέσεις που κατέχονται από επενδυτές στην τιτλοποίηση ούτε κατά τρόπο ώστε να παρέχει πιστωτική ενίσχυση,

η)

το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει λάβει τη γνώμη ειδικού νομικού συμβούλου, που επιβεβαιώνει ότι η τιτλοποίηση είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου.

5.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες έχουν αποφασίσει ότι η πιθανή μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δεν δικαιολογείται με ανάλογη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτα μέρη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθώς και σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες τα ιδρύματα έχουν επιλέξει να εφαρμόσουν την παράγραφο 3.

6.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των εποπτικών πρακτικών σε σχέση με την αναγνώριση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου στις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Ειδικότερα, η ΕΑΤ εξετάζει:

α)

τις προϋποθέσεις για τη μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4,

β)

την ερμηνεία της φράσης «ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους» για τους σκοπούς της αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο και στην παράγραφο 3,

γ)

τις απαιτήσεις για την αξιολόγηση, από τις αρμόδιες αρχές, των πράξεων τιτλοποίησης σε σχέση με τις οποίες το μεταβιβάζον ίδρυμα επιζητεί αναγνώριση της σημαντικής μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα συμπεράσματά της στην Επιτροπή έως τις 2 Ιανουαρίου 2021. Η Επιτροπή μπορεί, αφού λάβει υπόψη της την έκθεση της ΕΑΤ, να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 462, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 245

Σύνθετη τιτλοποίηση

1.   Το μεταβιβάζον ίδρυμα σε μια σύνθετη τιτλοποίηση μπορεί να υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, τα ποσά αναμενόμενης ζημίας όσον αφορά τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με τα άρθρα 251 και 252, εάν πληρούται μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

σημαντικό μέρος του πιστωτικού κινδύνου έχει μεταφερθεί σε τρίτους, μέσω χρηματοδοτούμενης ή μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας,

β)

το μεταβιβάζον ίδρυμα εφαρμόζει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % σε όλες τις θέσεις τιτλοποίησης που διατηρεί στην εν λόγω τιτλοποίηση ή αφαιρεί τις σχετικές θέσεις τιτλοποίησης από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

2.   Θεωρείται ότι έχει μεταφερθεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α)

τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων των ενδιάμεσων θέσεων τιτλοποίησης που κατέχει το μεταβιβάζον ίδρυμα στην τιτλοποίηση δεν υπερβαίνουν 50 % των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων όλων των θέσεων σε ενδιάμεσα τμήματα που υφίστανται στην εν λόγω τιτλοποίηση,

β)

το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν κατέχει περισσότερο από το 20 % της αξίας ανοίγματος του τμήματος πρωτεύουσας ζημίας στην τιτλοποίηση, υπό τον όρο ότι πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το μεταβιβάζον ίδρυμα μπορεί να αποδείξει ότι η αξία ανοίγματος του τμήματος πρωτεύουσας ζημίας υπερβαίνει εύλογη εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών για τα υποκείμενα ανοίγματα κατά επαρκές περιθώριο,

ii)

δεν υπάρχουν ενδιάμεσες θέσεις στην τιτλοποίηση.

Εάν η πιθανή μείωση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων που θα πετύχαινε το μεταβιβάζον ίδρυμα με την τιτλοποίηση δεν δικαιολογείται από ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση ότι δεν θεωρείται ότι ο σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος έχει μεταφερθεί σε τρίτους.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα μεταβιβάζοντα ιδρύματα να αναγνωρίζουν τη μεταφορά σημαντικού κινδύνου σε σχέση με μια τιτλοποίηση, εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα αποδείξει σε κάθε περίπτωση ότι η μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων την οποία επιτυγχάνει μέσω της τιτλοποίησης δικαιολογείται με ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους. Άδεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον το ίδρυμα πληροί και τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

διαθέτει επαρκείς εσωτερικές πολιτικές και μεθοδολογίες διαχείρισης κινδύνων για την εκτίμηση της μεταφοράς κινδύνου,

β)

έχει αναγνωρίσει επίσης τη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους σε κάθε περίπτωση για τους σκοπούς της εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων του ιδρύματος.

4.   Επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα έγγραφα της συναλλαγής αντικατοπτρίζουν τα ουσιώδη οικονομικά χαρακτηριστικά της συναλλαγής,

β)

η πιστωτική προστασία δυνάμει της οποίας μεταφέρεται ο πιστωτικός κίνδυνος συμμορφώνεται με το άρθρο 249,

γ)

τα έγγραφα της τιτλοποίησης δεν περιέχουν όρους ή προϋποθέσεις που:

i)

επιβάλλουν όρια σημαντικότητας κάτω από τα οποία η πιστωτική προστασία θεωρείται ότι δεν ενεργοποιείται από την έλευση ενός πιστωτικού γεγονότος,

ii)

προβλέπουν τον τερματισμό της προστασίας σε περίπτωση επιδείνωσης της ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων,

iii)

απαιτούν από το μεταβιβάζον ίδρυμα να αλλάξει τη σύνθεση των υποκείμενων ανοιγμάτων για να βελτιωθεί η μέση ποιότητα της ομάδας, ή

iv)

αυξάνουν το κόστος της πιστωτικής προστασίας για το ίδρυμα ή την απόδοση που καταβάλλεται στους κατόχους θέσεων τιτλοποίησης σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας της υποκείμενης ομάδας ανοιγμάτων,

δ)

η πιστωτική προστασία είναι εκτελεστή σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία,

ε)

όπου απαιτείται, τα έγγραφα της συναλλαγής καθιστούν σαφές ότι το μεταβιβάζον ή το ανάδοχο ίδρυμα δύναται να αγοράσει ή να επαναγοράσει τις θέσεις τιτλοποίησης ή να επαναγοράσει, να αναδιαρθρώσει ή να αντικαταστήσει τα υποκείμενα ανοίγματα πέραν των συμβατικών του υποχρεώσεων, μόνο εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και τα συμβαλλόμενα μέρη ενεργούν προς το συμφέρον τους ως ελεύθερα και ανεξάρτητα μέρη (συναλλαγή υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού),

στ)

εάν υπάρχει δικαίωμα τελικής επαναγοράς των εκδοθέντων τίτλων, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

να μπορεί να ασκηθεί με διακριτική ευχέρεια του μεταβιβάζοντος ιδρύματος,

ii)

να μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν 10 % ή λιγότερο της αρχικής αξίας των υποκείμενων ανοιγμάτων παραμένει ανεξόφλητη,

iii)

να μην είναι διαρθρωμένο κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο καταλογισμός των ζημιών σε θέσεις πιστωτικής ενίσχυσης ή σε άλλες θέσεις που κατέχονται από επενδυτές στην τιτλοποίηση ούτε κατά τρόπο ώστε να παρέχει πιστωτική ενίσχυση,

ζ)

το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει λάβει τη γνώμη ειδικού νομικού συμβούλου, που επιβεβαιώνει ότι η τιτλοποίηση είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου.

5.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες έχουν αποφασίσει ότι η πιθανή μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δεν δικαιολογείται με ανάλογη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτα μέρη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες τα ιδρύματα έχουν επιλέξει να εφαρμόσουν την παράγραφο 3.

6.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των εποπτικών πρακτικών σε σχέση με την αναγνώριση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου στις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Ειδικότερα, η ΕΑΤ εξετάζει:

α)

τις προϋποθέσεις για τη μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4,

β)

την ερμηνεία της φράσης «ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους» για τους σκοπούς της αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο και στην παράγραφο 3, και

γ)

τις απαιτήσεις για την αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές των πράξεων τιτλοποίησης σε σχέση με τις οποίες το μεταβιβάζον ίδρυμα επιζητεί αναγνώριση της σημαντικής μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα συμπεράσματά της στην Επιτροπή έως τις 2 Ιανουαρίου 2021. Η Επιτροπή μπορεί, αφού λάβει υπόψη της την έκθεση της ΕΑΤ, να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 462, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 246

Λειτουργικές απαιτήσεις για τις διατάξεις πρόωρης εξόφλησης των τίτλων

Εάν η τιτλοποίηση περιλαμβάνει ανακυκλούμενα ανοίγματα και διατάξεις πρόωρης εξόφλησης των τίτλων ή παρόμοιες διατάξεις, θεωρείται ότι μεταφέρεται σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος από το μεταβιβάζον ίδρυμα, μόνο εάν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 244 και 245 και η διάταξη πρόωρης εξόφλησης των τίτλων, όταν ενεργοποιείται:

α)

δεν έπεται των απαιτήσεων του ιδρύματος με υψηλότερη ή την ίδια προτεραιότητα επί των υποκείμενων ανοιγμάτων έναντι των απαιτήσεων άλλων επενδυτών,

β)

δεν έπεται περαιτέρω απαιτήσεων του ιδρύματος επί των υποκείμενων ανοιγμάτων σε σχέση με τις απαιτήσεις άλλων μερών, ή

γ)

δεν αυξάνει άλλως την έκθεση του ιδρύματος έναντι ζημιών που σχετίζονται με τα υποκείμενα ανακυκλούμενα ανοίγματα.

Τμήμα 3

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

Ενότητα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 247

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

1.   Όταν έχει μεταβιβαστεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος συνδεόμενος με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης από το μεταβιβάζον ίδρυμα σύμφωνα με το τμήμα 2, το εν λόγω ίδρυμα δύναται:

α)

σε περίπτωση παραδοσιακής τιτλοποίησης, να εξαιρεί τα υποκείμενα ανοίγματα από τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών και των ποσών αναμενόμενης ζημίας, κατά περίπτωση,

β)

σε περίπτωση σύνθετης τιτλοποίησης, να υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά και, κατά περίπτωση, τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με τα άρθρα 251 και 252.

2.   Εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει αποφασίσει να εφαρμόσει την παράγραφο 1, υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο για τυχόν θέσεις που κατέχει στην τιτλοποίηση.

Εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν έχει μεταφέρει σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο ή έχει αποφασίσει να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1, δεν υποχρεούται να υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων για θέση που κατέχει ενδεχομένως στην τιτλοποίηση, αλλά εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει τα υποκείμενα ανοίγματα στον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, τα ποσά αναμενόμενης ζημίας σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

3.   Εάν υφίσταται άνοιγμα σε θέσεις διαφόρων τμημάτων τιτλοποίησης, το άνοιγμα σε κάθε τμήμα τιτλοποίησης λαμβάνεται ως χωριστή θέση τιτλοποίησης. Οι φορείς παροχής πιστωτικής προστασίας σε θέσεις τιτλοποίησης θεωρείται ότι κατέχουν θέσεις στην τιτλοποίηση. Οι θέσεις τιτλοποίησης περιλαμβάνουν ανοίγματα σε τιτλοποίηση οφειλόμενα σε συμβάσεις παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος τις οποίες εκτέλεσε το ίδρυμα κατά τη συναλλαγή.

4.   Εκτός από την περίπτωση που μια θέση τιτλοποίησης αφαιρείται από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος περιλαμβάνεται στο σύνολο των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων του ιδρύματος για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3.

5.   Το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό της θέσης τιτλοποίησης υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό της αξίας ανοίγματος της θέσης, που ορίζεται όπως προβλέπεται στο άρθρο 248, με τον κατάλληλο συνολικό συντελεστή στάθμισης κινδύνου.

6.   Ο συνολικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου προσδιορίζεται ως το άθροισμα του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο και τυχόν συμπληρωματικών συντελεστών στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 270α.

Άρθρο 248

Αξία ανοίγματος

1.   Η αξία ανοίγματος θέσης τιτλοποίησης υπολογίζεται ως εξής:

α)

η αξία ανοίγματος μιας εντός ισολογισμού θέσης τιτλοποίησης είναι η εναπομένουσα λογιστική αξία της θέσης μετά την εφαρμογή οποιουδήποτε των σχετικών ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου στη θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 110,

β)

η αξία ανοίγματος μιας εκτός ισολογισμού θέσης τιτλοποίησης είναι η ονομαστική αξία της, μείον τυχόν σχετικές ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου στη θέση τιτλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 110, πολλαπλασιαζόμενη επί τον σχετικό συντελεστή μετατροπής που ορίζεται στο παρόν σημείο. Ο συντελεστής μετατροπής ισούται με 100 %, εκτός από την περίπτωση των ταμειακών διευκολύνσεων με προεγκεκριμένο όριο. Για τον προσδιορισμό της αξίας ανοίγματος του μη αναληφθέντος μεριδίου των ταμειακών διευκολύνσεων με προεγκεκριμένο όριο, μπορεί να εφαρμοστεί συντελεστής μετατροπής 0 % στο ονομαστικό ποσό της ταμειακής διευκόλυνσης η οποία είναι ακυρώσιμη άνευ όρων, εφόσον η εξόφληση των αναληφθέντων από τη διευκόλυνση ποσών έχει υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης απαίτησης επί των χρηματορροών από τα υποκείμενα ανοίγματα και το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι εφαρμόζει δεόντως συντηρητική μέθοδο για τη μέτρηση του ποσού του μη αναληφθέντος μεριδίου,

γ)

η αξία ανοίγματος του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου μιας θέσης τιτλοποίησης που προκύπτει από τα παράγωγα μέσα του παραρτήματος II προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 6,

δ)

ένα μεταβιβάζον ίδρυμα δύναται να αφαιρεί από την αξία ανοίγματος θέσης τιτλοποίησης στην οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 % σύμφωνα με την ενότητα 3, ειδάλλως αφαιρείται από τα κεφάλαια κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), το ποσόν των ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου για τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 110, καθώς και κάθε μη επιστρεπτέα έκπτωση επί της τιμής αγοράς που συνδέεται με τα εν λόγω υποκείμενα ανοίγματα στον βαθμό που αυτή η έκπτωση έχει προκαλέσει μείωση ιδίων κεφαλαίων.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τι ακριβώς συνιστά δεόντως συντηρητική μέθοδο για τη μέτρηση του ποσού του μη αναληφθέντος μεριδίου όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιανουαρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

2.   Εάν το ίδρυμα έχει δύο ή περισσότερες επικαλυπτόμενες θέσεις σε μια τιτλοποίηση, συμπεριλαμβάνει στον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών μόνο μία από τις θέσεις.

Σε περίπτωση που οι θέσεις είναι μερικώς επικαλυπτόμενες, το ίδρυμα μπορεί να χωρίσει τη θέση σε δύο μέρη και να αναγνωρίσει την επικάλυψη σε σχέση με το ένα μόνο μέρος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Εναλλακτικά, το ίδρυμα μπορεί να αντιμετωπίσει τις θέσεις σαν να ήταν πλήρως επικαλυπτόμενες, επεκτείνοντας, για σκοπούς υπολογισμού κεφαλαίου, τη θέση που παράγει τα υψηλότερα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων.

Το ίδρυμα μπορεί επίσης να αναγνωρίσει μια επικάλυψη μεταξύ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ειδικό κίνδυνο για θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίσει και να συγκρίνει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις σχετικές θέσεις.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, δύο θέσεις θεωρούνται επικαλυπτόμενες εφόσον είναι πλήρως συμψηφιζόμενες, κατά τρόπο ώστε το ίδρυμα να είναι σε θέση να εμποδίζει τις απώλειες που προκύπτουν από τη μία θέση εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που απαιτούνται σύμφωνα με την άλλη.

3.   Εάν το άρθρο 270γ στοιχείο δ) εφαρμόζεται σε θέσεις στο πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού (ABCP), το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που έχει αποδοθεί σε μια ταμειακή διευκόλυνση προκειμένου να υπολογίσει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για το ABCP, εφόσον το 100 % του ABCP που εκδίδεται από το πρόγραμμα ABCP καλύπτεται από την ταμειακή διευκόλυνση και η ταμειακή διευκόλυνση έχει την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το ABCP, κατά τρόπο που να σχηματίζουν αλληλεπικαλυπτόμενες θέσεις. Το ίδρυμα ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές σε περίπτωση που έχει εφαρμόσει τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου. Για τους σκοπούς προσδιορισμού της κάλυψης 100 % που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, το ίδρυμα μπορεί να λάβει υπόψη άλλες ταμειακές διευκολύνσεις στο πρόγραμμα ABCP, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούν επικαλυπτόμενη θέση με το ABCP.

Άρθρο 249

Αναγνώριση των τεχνικών μείωσης του πιστωτικού κινδύνου σε θέσεις τιτλοποίησης

1.   Ένα ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίζει χρηματοδοτούμενη ή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σε σχέση με μια θέση τιτλοποίησης, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις για τις τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο και στο κεφάλαιο 4.

2.   Η αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία περιορίζεται σε χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις που είναι αποδεκτές για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 2, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 4, και οι τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου αναγνωρίζονται μόνο εάν ικανοποιούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται δυνάμει του κεφαλαίου 4.

Η αποδεκτή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία και οι επιλέξιμοι πάροχοι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας περιορίζονται σε ό,τι είναι αποδεκτό σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 και οι τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου αναγνωρίζονται μόνο εάν ικανοποιούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται δυνάμει του κεφαλαίου 4.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι επιλέξιμοι πάροχοι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που αναφέρονται στο άρθρο 201 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η) διαθέτουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ που αντιστοιχεί στη 2η ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, κατά τη χρονική στιγμή που η πιστωτική προστασία αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά, και στην 3η ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σε μεταγενέστερο χρόνο. Η απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε επιλέξιμους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Τα ιδρύματα που επιτρέπεται να εφαρμόζουν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB) σε άμεσα ανοίγματα στον πάροχο προστασίας μπορούν να αξιολογούν την επιλεξιμότητα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, βάσει της ισοδυναμίας της πιθανότητας αθέτησης (PD) του παρόχου προστασίας με την πιθανότητα αθέτησης που αντιστοιχεί στις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 136.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι ΟΕΣΤ είναι επιλέξιμοι πάροχοι προστασίας εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι ΟΕΣΤ κατέχουν στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις προϋποθέσεις ως αποδεκτές χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4,

β)

τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο στοιχείο α) δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις με υψηλότερη ή την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με την απαίτηση ή ενδεχόμενη απαίτηση του ιδρύματος που λαμβάνει μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, και

γ)

πληρούνται όλες οι απαιτήσεις για την αναγνώριση των χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων στο κεφάλαιο 4.

5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, το ποσό της προστασίας προσαρμοσμένο για τυχόν αναντιστοιχίες νομισμάτων και ληκτότητας (Gα), σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, περιορίζεται στην προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αγοραία αξία των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων έναντι του παρόχου προστασίας, όπως ορίζεται δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης (g), προσδιορίζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος του συντελεστή στάθμισης που θα εφαρμοζόταν σε αυτά τα στοιχεία ενεργητικού ως χρηματοοικονομική εξασφάλιση δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης.

6.   Σε περίπτωση που μια θέση τιτλοποίησης καλύπτεται από πλήρη πιστωτική προστασία ή μερική πιστωτική προστασία κατ’ αναλογίαν, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

το ίδρυμα που παρέχει πιστωτική προστασία υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για το μερίδιο της θέσης τιτλοποίησης που καλύπτεται από την πιστωτική προστασία σύμφωνα με την ενότητα 3 σαν να κατείχε απευθείας το εν λόγω μερίδιο της θέσης,

β)

το ίδρυμα που αγοράζει την πιστωτική προστασία υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 για το προστατευόμενο μερίδιο.

7.   Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 6, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

το ίδρυμα που παρέχει πιστωτική προστασία θεωρεί το τμήμα της θέσης που καλύπτεται από την πιστωτική προστασία ως θέση τιτλοποίησης και υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σαν να κατείχε απευθείας τη θέση αυτή σύμφωνα με την ενότητα 3, με την επιφύλαξη των παραγράφων 8, 9 και 10,

β)

το ίδρυμα που αγοράζει την πιστωτική προστασία υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για το προστατευόμενο τμήμα της θέσης που αναφέρεται στο στοιχείο α) σύμφωνα με το κεφάλαιο 4. Το ίδρυμα θεωρεί το τμήμα της θέσης τιτλοποίησης που δεν καλύπτεται από πιστωτική προστασία ως χωριστή θέση τιτλοποίησης και υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με την ενότητα 3, με την επιφύλαξη των παραγράφων 8, 9 και 10.

8.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση τιτλοποίησης εσωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-IRBA) ή την τυποποιημένη προσέγγιση τιτλοποίησης (SEC-SA) σύμφωνα με την ενότητα 3, καθορίζουν το σημείο σύνδεσης (A) και το σημείο αποσύνδεσης (D) χωριστά για κάθε μία από τις θέσεις που προκύπτουν σύμφωνα με την παράγραφο 7, σαν να είχαν εκδοθεί οι θέσεις αυτές ως χωριστές θέσεις τιτλοποίησης κατά τη στιγμή δημιουργίας της συναλλαγής. Η τιμή των KIRB ή KSA, αντίστοιχα, υπολογίζεται με βάση την αρχική ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων της τιτλοποίησης.

9.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση τιτλοποίησης εξωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-ERBA), σύμφωνα με την ενότητα 3, για την αρχική θέση τιτλοποίησης υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τις θέσεις που προκύπτουν σύμφωνα με την παράγραφο 7, ως εξής:

α)

όταν η προκύπτουσα θέση έχει την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, εφαρμόζεται σε αυτήν ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου της αρχικής θέσης τιτλοποίησης,

β)

όταν η προκύπτουσα θέση έχει τη χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτήν τεκμαιρόμενη διαβάθμιση σύμφωνα με το άρθρο 261 παράγραφος 7. Η τιμή πάχους T υπολογίζεται σε αυτήν την περίπτωση με βάση μόνον την προκύπτουσα θέση. Όταν δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί τεκμαιρόμενη διαβάθμιση, το ίδρυμα εφαρμόζει τον υψηλότερο από τους συντελεστές στάθμισης που προκύπτουν είτε:

i)

με την εφαρμογή της μεθόδου SEC-SA σύμφωνα με την παράγραφο 8 και την ενότητα 3, ή

ii)

με τον συντελεστή στάθμισης της αρχικής θέσης τιτλοποίησης σύμφωνα με τη SEC-ERBA.

10.   Η προκύπτουσα θέση με τη χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θέση τιτλοποίησης με χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, ακόμη και στην περίπτωση που η αρχική θέση τιτλοποίησης που προηγείται της προστασίας θεωρείται ως υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.

Άρθρο 250

Έμμεση υποστήριξη

1.   Ένα ανάδοχο ίδρυμα ή ένα μεταβιβάζον ίδρυμα το οποίο, σε σχέση με τιτλοποίηση, έκανε χρήση του άρθρου 247 παράγραφοι 1 και 2 στον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων ή πώλησε χρηματοπιστωτικά μέσα από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, με αποτέλεσμα να μην υποχρεούται πλέον να κατέχει ίδια κεφάλαια για τους κινδύνους των εν λόγω μέσων, δεν παρέχει άμεση ή έμμεση υποστήριξη στην τιτλοποίηση με σκοπό τη μείωση των δυνητικών ή πραγματικών ζημιών των επενδυτών, πέραν των όσων προβλέπουν οι συμβατικές του υποχρεώσεις.

2.   Μια συναλλαγή δεν θεωρείται ότι παρέχει υποστήριξη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 εφόσον έχει ληφθεί δεόντως υπόψη στην αξιολόγηση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου και τα δύο μέρη έχουν εκτελέσει τη συναλλαγή ενεργώντας προς το συμφέρον τους ως ελεύθερα και ανεξάρτητα μέρη (συναλλαγή υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού). Για τους σκοπούς αυτούς, το ίδρυμα προβαίνει σε πλήρη πιστωτική αξιολόγηση της συναλλαγής και λαμβάνει υπόψη όλα τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία:

α)

την τιμή επαναγοράς,

β)

το κεφάλαιο και τη θέση ρευστότητας του ιδρύματος πριν από και μετά την επαναγορά,

γ)

τις επιδόσεις των υποκείμενων ανοιγμάτων,

δ)

τις επιδόσεις των θέσεων τιτλοποίησης,

ε)

τις επιπτώσεις από την προστασία που παρέχει η μεταβιβάζουσα οντότητα προς τους επενδυτές για τις ζημίες που αναμένεται να πραγματοποιηθούν.

3.   Το μεταβιβάζον ίδρυμα και το ανάδοχο ίδρυμα ενημερώνουν την αρμόδια αρχή σχετικά με κάθε συναλλαγή που εκτελείται σε σχέση με την τιτλοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το τι συνιστά «συναλλαγή υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού» για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και πότε μια συναλλαγή δεν είναι δομημένη έτσι ώστε να παρέχει υποστήριξη.

5.   Εάν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα ή ένα ανάδοχο ίδρυμα δεν συμμορφωθεί με την παράγραφο 1 όσον αφορά μια τιτλοποίηση, το ίδρυμα περιλαμβάνει όλα τα υποκείμενα ανοίγματα της εν λόγω τιτλοποίησης στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί και γνωστοποιεί:

α)

ότι έχει παράσχει υποστήριξη στην τιτλοποίηση κατά παράβαση της παραγράφου 1, και

β)

τον αντίκτυπο της παρεχόμενης υποστήριξης από την άποψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Άρθρο 251

Υπολογισμός από τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα των τιτλοποιημένων σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων στις σύνθετες τιτλοποιήσεις

1.   Για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών για τα υποκείμενα ανοίγματα, το μεταβιβάζον ίδρυμα σε μια σύνθετη τιτλοποίηση χρησιμοποιεί, κατά περίπτωση, τις μεθόδους υπολογισμού που ορίζονται στο παρόν τμήμα και όχι εκείνες του κεφαλαίου 2. Για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά και, κατά περίπτωση, τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, το ποσό αναμενόμενης ζημίας για τα ανοίγματα αυτά είναι μηδέν.

2.   Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για όλη την ομάδα των ανοιγμάτων που καλύπτουν την τιτλοποίηση. Με την επιφύλαξη του άρθρου 252, το μεταβιβάζον ίδρυμα υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά που σχετίζονται με όλα τα τμήματα της τιτλοποίησης σύμφωνα με το παρόν τμήμα, συμπεριλαμβανομένων αυτών για τα οποία το ίδρυμα αναγνωρίζει τεχνικές μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 249. Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται για θέσεις στις οποίες εφαρμόζονται τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

Άρθρο 252

Αντιμετώπιση αναντιστοιχιών ληκτότητας σε σύνθετες τιτλοποιήσεις

Για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ποσών των ανοιγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 251, κάθε αναντιστοιχία μεταξύ της ληκτότητας της πιστωτικής προστασίας με την οποία επιτυγχάνεται η μεταβίβαση του κινδύνου και των υποκείμενων ανοιγμάτων λαμβάνεται υπόψη ως εξής:

α)

ως ληκτότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων λαμβάνεται η μεγαλύτερη ληκτότητα οποιουδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, με ανώτατο όριο τα πέντε έτη. Η ληκτότητα της πιστωτικής προστασίας προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 4,

β)

το μεταβιβάζον ίδρυμα πρέπει να αγνοήσει κάθε αναντιστοιχία ληκτότητας κατά τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τις θέσεις τιτλοποίησης στις οποίες, στο πλαίσιο του παρόντος τμήματος, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 %. Για όλες τις άλλες θέσεις, εφαρμόζεται η μέθοδος αντιμετώπισης των αναντιστοιχιών ληκτότητας του κεφαλαίου 4, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Formula

όπου

RW*

=

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο α),

RWAss

=

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τα υποκείμενα ανοίγματα, αν δεν είχαν τιτλοποιηθεί, όπως θα είχαν υπολογιστεί κατ’ αναλογία,

RWSP

=

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων όπως θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 251, εάν δεν υπήρχε αναντιστοιχία ληκτότητας,

T

=

η ληκτότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων, εκφρασμένη σε έτη,

t

=

η ληκτότητα της πιστωτικής προστασίας, εκφρασμένη σε έτη,

t*

=

0,25

Άρθρο 253

Μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

1.   Εάν σε μια θέση σε τιτλοποίησης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 % σύμφωνα με την παρούσα ενότητα, τα ιδρύματα μπορούν να αφαιρέσουν από το κεφάλαιο Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1 την αξία ανοίγματος της εν λόγω θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), αντί να συμπεριλάβουν τη θέση αυτή στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων. Για τον σκοπό αυτό, η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 249.

2.   Εάν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα χρησιμοποιήσει την εναλλακτική δυνατότητα που προβλέπεται στην παράγραφο 1, μπορεί να αφαιρέσει το ποσό που αφαιρείται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) από το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 268 ως μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση που θα υπολογιζόταν όσον αφορά τα τιτλοποιημένα ανοίγματα ως εάν να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

Ενότητα 2

Ιεράρχηση μεθόδων και κοινές παράμετροι

Άρθρο 254

Ιεράρχηση μεθόδων

1.   Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μία από τις μεθόδους που αναφέρονται στην ενότητα 3 για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με την ακόλουθη ιεράρχηση:

α)

εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 258, το ίδρυμα χρησιμοποιεί την SEC-IRBA σύμφωνα με τα άρθρα 259 και 260,

β)

εφόσον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η SEC-IRBA, το ίδρυμα χρησιμοποιεί SEC-SA σύμφωνα με τα άρθρα 261 και 262,

γ)

εφόσον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η SEC-SA, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τηνSEC-ERBA σύμφωνα με τα άρθρα 263 και 264 για διαβαθμισμένες θέσεις ή θέσεις για τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί τεκμαιρόμενη διαβάθμιση.

2.   Για διαβαθμισμένες θέσεις ή θέσεις για τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί τεκμαιρόμενη διαβάθμιση τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την SEC-ERBA αντί της SEC-SA σε καθεμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν η εφαρμογή της SEC-SA θα είχε ως αποτέλεσμα συντελεστή στάθμισης κινδύνου μεγαλύτερο του 25 % για θέσεις που θεωρούνται ως θέσεις σε τιτλοποίηση STS,

β)

όταν η εφαρμογή της SEC-SA θα είχε ως αποτέλεσμα συντελεστή στάθμισης κινδύνου μεγαλύτερο του 25 % ή η εφαρμογή της SEC-ERBA θα είχε ως αποτέλεσμα συντελεστή στάθμισης κινδύνου μεγαλύτερο του 75 % για θέσεις που δεν θεωρούνται ως θέσεις σε τιτλοποίηση STS,

γ)

για πράξεις τιτλοποίησης που εξασφαλίζονται από ομάδες δανείων για την αγορά αυτοκινήτων, χρηματοδοτικών μισθώσεων αυτοκινήτων και μίσθωσης εξοπλισμού.

3.   Στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 2 και κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 στοιχείο β), τα ιδρύματα μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόζουν την SEC-ERBA αντί της SEC-SA σε όλες τις διαβαθμισμένες θέσεις τιτλοποίησής της ή θέσεις για τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί τεκμαιρόμενη διαβάθμιση.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, το ίδρυμα κοινοποιεί την απόφασή του στην αρμόδια αρχή το αργότερο στις 17 Νοεμβρίου 2018.

Οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση να αλλάξει περαιτέρω η προσέγγιση που εφαρμόζεται σε όλες τις διαβαθμισμένες θέσεις τιτλοποίησής του κοινοποιείται από το ίδρυμα στην αρμόδια αρχή του πριν από τη 15η Νοεμβρίου που ακολουθεί αμέσως την απόφαση αυτή.

Ελλείψει οποιασδήποτε αντίρρησης από την αρμόδια αρχή μέχρι τη 15η Δεκεμβρίου που ακολουθεί αμέσως την προθεσμία η οποία αναφέρεται στο δεύτερο ή το τρίτο εδάφιο, ανάλογα με την περίπτωση, η απόφαση που κοινοποιείται από το ίδρυμα τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και εξακολουθεί να ισχύει μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ μεταγενέστερη κοινοποιηθείσα απόφαση. Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν διαφορετικές προσεγγίσεις στη διάρκεια του ίδιου έτους.

4.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατά περίπτωση, να απαγορεύουν στα ιδρύματα την εφαρμογή της SEC-SA όταν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος που προκύπτει από την εφαρμογή της SEC-SA δεν είναι ανάλογο προς τους κινδύνους τους οποίους διατρέχει το ίδρυμα ή η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, συμπεριλαμβανομένου αλλά όχι αποκλειστικά του πιστωτικού κινδύνου που ενέχουν τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης. Στην περίπτωση ανοιγμάτων που δεν θεωρούνται ως θέσεις σε τιτλοποίηση STS, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη οι τιτλοποιήσεις με εξαιρετικά πολύπλοκα ή επικίνδυνα χαρακτηριστικά.

5.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σε σχέση με μια μη διαβαθμισμένη θέση σε πρόγραμμα ABCP ή συναλλαγή ABCP, σύμφωνα με το άρθρο 266, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 265. Εάν ίδρυμα έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 265 παράγραφος 2, και ειδική θέση σε πρόγραμμα ABCP ή συναλλαγή ABCP εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αδείας, το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης για τον υπολογισμό του ποσού του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για τη θέση αυτήν.

6.   Όσον αφορά τις θέσεις σε επανατιτλοποίηση, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την SEC-SA σύμφωνα με το άρθρο 261, με τις τροποποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 269.

7.   Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 % στις θέσεις τιτλοποίησης.

8.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ για οποιαδήποτε κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ παρακολουθεί τον αντίκτυπο του παρόντος άρθρου στις κεφαλαιακές απαιτήσεις και το φάσμα των εποπτικών πρακτικών σε σχέση με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, υποβάλλει δε ετήσιες εκθέσεις με τα πορίσματά της στην Επιτροπή και εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 255

Προσδιορισμός των τιμών KIRB και KSA

1.   Εφόσον ένα ίδρυμα εφαρμόζει την SEC-IRBA σύμφωνα με την ενότητα 3, το ίδρυμα υπολογίζει την τιμή KIRB σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5.

2.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν την τιμή KIRB πολλαπλασιάζοντας τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, όπως αυτά θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί κατά 8 %, διαιρώντας το ποσό αυτό με την τιμή ανοίγματος των υποκείμενων ανοιγμάτων. Η τιμή KIRB εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από μηδέν έως ένα.

3.   Για τον υπολογισμό της τιμής KIRB, τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, όπως αυτά θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα περιλαμβάνουν:

α)

το ποσό των αναμενόμενων ζημιών που συνδέονται με το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων της τιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των υποκείμενων ανοιγμάτων σε αθέτηση που εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της ομάδας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, και

β)

το ποσό των μη αναμενόμενων ζημιών που συνδέονται με το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των υποκείμενων ανοιγμάτων σε αθέτηση που αποτελούν τμήμα της ομάδας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3.

4.   Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την τιμή KIRB σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο 3 για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις. Για τον σκοπό αυτό, τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής αντιμετωπίζονται ως αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις λιανικής και τα ανοίγματα εταιρικής τραπεζικής ως αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις έναντι επιχειρήσεων.

5.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την τιμή KIRB χωριστά για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης, εφόσον ο κίνδυνος απομείωσης αξίας έχει ουσιώδη σημασία για τα εν λόγω ανοίγματα.

Εάν οι ζημίες από τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά κατά τη διαδικασία της τιτλοποίησης, τα ιδρύματα συνδυάζουν την αντίστοιχη τιμή KIRB για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο σε μια ενιαία τιμή KIRB για τους σκοπούς της ενότητας 3. Η παρουσία ενός ενιαίου αποθεματικού ή ορίου υπερεξασφάλισης των κινδύνων που διατίθεται για την κάλυψη των ζημιών από τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο απομείωσης αξίας μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι οι κίνδυνοι αυτοί αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά.

Εάν ο κίνδυνος απομείωσης αξίας και ο πιστωτικός κίνδυνος δεν αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά κατά τη διαδικασία της τιτλοποίησης, τα ιδρύματα τροποποιούν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο για να συνδυάσουν την αντίστοιχη τιμή KIRB για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο με συνετό τρόπο.

6.   Εάν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την SEC-SA σύμφωνα με την ενότητα 3, υπολογίζει την τιμή KSA πολλαπλασιάζοντας επί 8 % τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, όπως αυτά θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί και διαιρώντας το ποσό αυτό με την τιμή των υποκείμενων ανοιγμάτων. Η τιμή KSA εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από μηδέν έως ένα.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος των υποκείμενων ανοιγμάτων, χωρίς συμψηφισμό οποιωνδήποτε ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνων και πρόσθετων προσαρμογών αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 110 και άλλων αφαιρέσεων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων.

7.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 6, εάν η διάρθρωση της τιτλοποίησης περιλαμβάνει τη χρήση ΟΕΣΤ, όλα τα ανοίγματα της ΟΕΣΤ που σχετίζονται με την τιτλοποίηση θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα ανοίγματα. Με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου, το ίδρυμα δύναται να εξαιρέσει τα ανοίγματα της ΟΕΣΤ από το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων για τον υπολογισμό της τιμής KIRB ή της τιμής KSA, εάν ο κίνδυνος από την έκθεση της ΟΕΣΤ είναι επουσιώδης ή εάν δεν επηρεάζει τη θέση τιτλοποίησης του ιδρύματος.

Σε περίπτωση χρηματοδοτούμενων σύνθετων τιτλοποιήσεων, οποιαδήποτε ουσιώδη έσοδα από την έκδοση πιστωτικών παραγώγων τύπου «credit-linked notes» ή άλλες χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις της ΟΕΣΤ που χρησιμεύουν ως εγγύηση για την αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των τιμών KIRB ή KSA, εάν ο πιστωτικός κίνδυνος της εξασφάλισης εξαρτάται από την κατανομή της ζημίας κατά τμήματα.

8.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τις κατάλληλες μεθόδους συνδυασμού των τιμών KIRB για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο, εάν οι κίνδυνοι αυτοί δεν αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά σε μια τιτλοποίηση.

9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω τους όρους που επιτρέπουν στα ιδρύματα να υπολογίζουν την KIRB για τις ομάδες υποκείμενων ανοιγμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 4, ιδίως όσον αφορά:

α)

την εσωτερική πιστοδοτική πολιτική και υποδείγματα για τον υπολογισμό της KIRB για τιτλοποιήσεις,

β)

τη χρήση διαφόρων παραγόντων κινδύνου που αφορούν την ομάδα υποκείμενων ανοιγμάτων και, όταν δεν είναι διαθέσιμα επαρκή ακριβή ή αξιόπιστα δεδομένα για την εν λόγω ομάδα, προσεγγιστικών δεδομένων για την εκτίμηση των PD και LGD, και

γ)

τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας για την παρακολούθηση των δράσεων και των πολιτικών των πωλητών εισπρακτέων απαιτήσεων ή άλλων μεταβιβαζόντων ιδρυμάτων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 18 Ιανουαρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 256

Προσδιορισμός του σημείου σύνδεσης (Α) και του σημείου αποσύνδεσης (D)

1.   Για τους σκοπούς της ενότητας 3, τα ιδρύματα ορίζουν ως σημείο σύνδεσης (A) το όριο στο οποίο οι ζημίες στο πλαίσιο της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων θα αρχίσουν να καταλογίζονται στη σχετική θέση τιτλοποίησης.

Το σημείο σύνδεσης (A) εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από το μηδέν έως το ένα και ισούται με τη μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και του λόγου του υπολοίπου της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων τιτλοποίησης μείον το υπόλοιπο όλων των τμημάτων με υψηλότερη ή την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα στο τμήμα που περιέχει τη σχετική θέση τιτλοποίησης συμπεριλαμβανομένου του ανοίγματος αυτού καθεαυτού προς το υπόλοιπο του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων στην τιτλοποίηση.

2.   Για τους σκοπούς της ενότητας 3, τα ιδρύματα ορίζουν ως σημείο αποσύνδεσης (D) το όριο στο οποίο οι ζημίες στο πλαίσιο της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων θα οδηγήσουν σε πλήρη απώλεια του κεφαλαίου για το τμήμα που περιέχει τη σχετική θέση τιτλοποίησης.

Το σημείο αποσύνδεσης (D) εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από το μηδέν έως το ένα και ισούται με τη μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και του λόγου του υπολοίπου της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων τιτλοποίησης μείον το υπόλοιπο όλων των τμημάτων με υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα στο τμήμα που περιέχει τη σχετική θέση τιτλοποίησης προς το υπόλοιπο του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων στην τιτλοποίηση.

3.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τους λογαριασμούς υπερεξασφάλισης και χρηματοδοτούμενων αποθεματικών ως τμήματα τιτλοποίησης και τα στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνουν οι εν λόγω λογαριασμοί αποθεματικών ως υποκείμενα ανοίγματα.

4.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα ιδρύματα δεν λαμβάνουν υπόψη λογαριασμούς μη χρηματοδοτούμενων αποθεματικών και στοιχεία ενεργητικού που δεν παρέχουν πιστωτική ενίσχυση, όπως αυτά που παρέχουν μόνο ενίσχυση ρευστότητας, συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων ή επιτοκίων και λογαριασμούς εξασφαλίσεων με χρηματικά διαθέσιμα που σχετίζονται με αυτές τις θέσεις στην τιτλοποίηση. Για τους λογαριασμούς χρηματοδοτούμενων αποθεματικών και τα στοιχεία ενεργητικού που παρέχουν πιστωτική ενίσχυση, το ίδρυμα αντιμετωπίζει ως θέσεις τιτλοποίησης μόνο τα τμήματα των εν λόγω λογαριασμών ή στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να απορροφήσουν τη ζημία.

5.   Όταν δύο ή περισσότερες θέσεις της αυτής συναλλαγής έχουν διαφορετική ληκτότητα αλλά κοινή κατ’ αναλογίαν κατανομή των ζημιών, ο υπολογισμός των σημείων σύνδεσης (Α) και των σημείων αποσύνδεσης (D) βασίζεται στο συγκεντρωτικό υπόλοιπο των θέσεων αυτών και τα προκύπτοντα σημεία σύνδεσης (Α) και σημεία αποσύνδεσης (D) είναι τα ίδια.

Άρθρο 257

Προσδιορισμός της ληκτότητας των τμημάτων τιτλοποίησης (MT)

1.   Για τους σκοπούς της ενότητας 3 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα ιδρύματα μπορούν να μετρούν τη ληκτότητα ενός τμήματος (MT) ως εξής:

α)

είτε με βάση τη σταθμισμένη μέση ληκτότητα των συμβατικών πληρωμών που οφείλονται στο πλαίσιο του τμήματος, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Formula

όπου η τιμή CFt αντιστοιχεί σε όλες τις συμβατικές πληρωμές (κεφάλαιο, τόκοι και προμήθειες) που καταβάλλει ο οφειλέτης στην περίοδο t, ή

β)

με βάση την τελική νόμιμη ληκτότητα του τμήματος, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Formula

όπου ML είναι η τελική νόμιμη ληκτότητα του τμήματος.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο προσδιορισμός της ληκτότητας ενός τμήματος (MT) υπόκειται, σε όλες τις περιπτώσεις, στο κατώτατο όριο του ενός έτους και στο ανώτατο όριο των πέντε ετών.

3.   Εάν ένα ίδρυμα ενδέχεται να εκτεθεί σε πιθανές ζημίες από υποκείμενα ανοίγματα δυνάμει κάποιας σύμβασης, το ίδρυμα προσδιορίζει τη ληκτότητα της θέσης τιτλοποίησης λαμβάνοντας υπόψη τη ληκτότητα της σύμβασης συν τη μεγαλύτερη ληκτότητα των εν λόγω υποκείμενων ανοιγμάτων. Για τα ανακυκλούμενα ανοίγματα, εφαρμόζεται η μεγαλύτερη συμβατικώς δυνατή εναπομένουσα ληκτότητα της έκθεσης που μπορεί να προστεθεί κατά τη διάρκεια της ανακυκλούμενης περιόδου.

4.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα πρακτικών στον τομέα αυτό, με ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, και εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2019 σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Ενότητα 3

Μέθοδοι υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

Άρθρο 258

Προϋποθέσεις χρήσης της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-IRBA)

1.   Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την SEC-IRBA για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σε σχέση με μια θέση τιτλοποίησης, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η θέση υποστηρίζεται από μια ομάδα IRB ή μεικτή ομάδα, υπό τον όρο ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίσει την τιμή KIRB σύμφωνα με το τμήμα 3 τουλάχιστον στο 95 % του ποσού του υποκείμενου σταθμισμένου ανοίγματος,

β)

υπάρχουν επαρκείς διαθέσιμες πληροφορίες σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης ώστε το ίδρυμα να είναι σε θέση να υπολογίσει την τιμή KIRB, και

γ)

το ίδρυμα δεν απαγορεύεται να χρησιμοποιεί την SEC-IRBA σε σχέση με μια συγκεκριμένη θέση σε τιτλοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατά περίπτωση, να απαγορεύουν τη χρήση της μεθόδου SEC-IRBA, εάν οι τιτλοποιήσεις έχουν εξαιρετικά πολύπλοκα ή επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Για τον σκοπό αυτό, μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικά πολύπλοκα ή επικίνδυνα χαρακτηριστικά τα εξής:

α)

πιστωτική ενίσχυση που μπορεί να ελαττωθεί για άλλους λόγους, εκτός των ζημιών στο χαρτοφυλάκιο,

β)

ομάδες υποκείμενων ανοιγμάτων με υψηλό βαθμό εσωτερικής συσχέτισης, ως αποτέλεσμα των συγκεντρωμένων ανοιγμάτων σε μεμονωμένους τομείς ή γεωγραφικές περιοχές,

γ)

συναλλαγές όπου η αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες κινδύνου που δεν αντικατοπτρίζονται στην τιμή KIRB, ή

δ)

εξαιρετικά πολύπλοκη κατανομή των ζημιών μεταξύ των τμημάτων.

Άρθρο 259

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της SEC-IRBA

1.   Σύμφωνα με την SEC-IRBA, το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση τιτλοποίησης υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος της θέσης, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 248, με τον εφαρμοστέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται, σε κάθε περίπτωση με κατώτατο όριο το 15 %, ως εξής:

RW = 1 250  %

όταν D ≤ KIRB

RW = 12,5 · KSSFA(KIRB)

όταν A ≥ KIRB

Formula

όταν A < KIRB < D

όπου

KIRB

είναι η κεφαλαιακή επιβάρυνση της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 255

D

είναι το σημείο αποσύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

A

είναι το σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

Formula

όπου

a

=

– (1/(p * KIRB))

u

=

D – KIRB

l

=

max (A – KIRB; 0)

όπου

Formula

όπου

N

είναι ο πραγματικός αριθμός των ανοιγμάτων στην ομάδα των υποκειμένων ανοιγμάτων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4

LGD

είναι η σταθμισμένη ως προς το άνοιγμα μέση ποσοστιαία ζημία σε περίπτωση αθέτησης της ομάδας υποκείμενων ανοιγμάτων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5

MT

είναι η ληκτότητα του τμήματος, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 257.

Οι παράμετροι Α, Β, Γ, Δ, και Ε καθορίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα αναφοράς:

 

Α

Β

Γ

Δ

Ε

Εταιρικής τραπεζικής

Με εξοφλητική προτεραιότητα, με δυνατότητα διασποράς (N ≥ 25)

0

3,56

–1,85

0,55

0,07

Με εξοφλητική προτεραιότητα, χωρίς δυνατότητα διασποράς (N < 25)

0,11

2,61

–2,91

0,68

0,07

Χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα, με δυνατότητα διασποράς (N ≥ 25)

0,16

2,87

–1,03

0,21

0,07

Χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα, χωρίς δυνατότητα διασποράς (N < 25)

0,22

2,35

–2,46

0,48

0,07

Λιανικής τραπεζικής

Με εξοφλητική προτεραιότητα

0

0

–7,48

0,71

0,24

Χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα

0

0

–5,78

0,55

0,27

2.   Εάν η υποκείμενη ομάδα IRB περιλαμβάνει ανοίγματα τόσο λιανικής όσο και εταιρικής τραπεζικής, η ομάδα διαιρείται σε μία υποομάδα λιανικής και μία υποομάδα εταιρικής τραπεζικής και, για κάθε υποομάδα εκτιμάται χωριστή παράμετρος p (και οι αντίστοιχες παράμετροι εισόδου Ν, KIRB και LGD). Στη συνέχεια, υπολογίζεται μια σταθμισμένη μέση παράμετρος p για τη συναλλαγή με βάση τις παραμέτρους p κάθε υποομάδας και το ονομαστικό μέγεθος των ανοιγμάτων σε κάθε υποομάδα.

3.   Εάν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την SEC-IRBA σε μια μεικτή ομάδα, ο υπολογισμός της παραμέτρου p βασίζεται στα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με την προσέγγιση IRB και μόνο. Τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση δεν λαμβάνονται υπόψη στην περίπτωση αυτή.

4.   Ο πραγματικός αριθμός ανοιγμάτων (Ν) υπολογίζεται ως εξής:

Formula

όπου EADi είναι η αξία ανοίγματος που συνδέεται με το i-οστό άνοιγμα μέσα στην ομάδας.

Πολλαπλά ανοίγματα έναντι του ιδίου οφειλέτη ενοποιούνται και αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο άνοιγμα.

5.   Η σταθμισμένη ως προς το άνοιγμα μέση τιμή LGD υπολογίζεται ως εξής:

Formula

όπου LGDi είναι η μέση τιμή LGD για το σύνολο των ανοιγμάτων έναντι του i-στού οφειλέτη.

Εάν ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος απομείωσης αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά σε μια τιτλοποίηση, η εισαγόμενη τιμή για το LGDi υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος του LGD για πιστωτικό κίνδυνο και του LGD 100 % για κίνδυνο απομείωσης. Οι συντελεστές στάθμισης είναι οι μεμονωμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει της προσέγγισης IRB για τον πιστωτικό κίνδυνο και για τον κίνδυνο απομείωσης, αντίστοιχα. Για τον σκοπό αυτό, η παρουσία ενός ενιαίου αποθεματικού ή ορίου υπερεξασφάλισης των κινδύνων που διατίθεται για την κάλυψη των ζημιών από τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο απομείωσης μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι οι κίνδυνοι αυτοί αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά.

6.   Εάν το ποσοστό του μεγαλύτερου υποκείμενου ανοίγματος στην ομάδα (C1) δεν υπερβαίνει το 3 %, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την ακόλουθη απλουστευμένη μέθοδο για τον υπολογισμό του αριθμού Ν και των σταθμισμένων ως προς το άνοιγμα μέσων τιμών LGD:

Formula

LGD = 0,50

όπου

Cm

δηλώνει το ποσοστό της ομάδας που αντιστοιχεί στο άθροισμα των μεγαλύτερων ανοιγμάτων «m» · και

m

η τιμή «m» ορίζεται από το ίδρυμα.

Εάν μόνο η τιμή C1 είναι διαθέσιμη και το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το 0,03, το ίδρυμα δύναται να ορίσει την τιμή LGD ως 0,50 και τον αριθμό N ως 1/C1.

7.   Εάν η θέση υποστηρίζεται από μια μεικτή ομάδα και το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίσει την τιμή KIRB τουλάχιστον στο 95 % των ποσών των υποκείμενων ανοιγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφος 1 στοιχείο α), το ίδρυμα υπολογίζει την κεφαλαιακή επιβάρυνση για την ομάδα υποκείμενων ανοιγμάτων ως εξής:

Formula

όπου

d είναι το ποσοστό του ποσού των υποκείμενων ανοιγμάτων για τα οποία το ίδρυμα μπορεί να υπολογίσει την τιμή KIRB επί του ποσού του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων.

8.   Εάν ένα ίδρυμα έχει θέση τιτλοποίησης σε μορφή παραγώγου αντιστάθμισης των κινδύνων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων επιτοκίων ή συναλλάγματος, το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στην εν λόγω συναλλαγή σε παράγωγο έναν τεκμαιρόμενο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισοδυναμεί με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου της θέσης αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η θέση αναφοράς είναι η θέση που έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το παράγωγο ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση η οποία είναι άμεσα εξαρτώμενη από το παράγωγο.

Άρθρο 260

Αντιμετώπιση τιτλοποιήσεων STS σύμφωνα με την SEC-IRBA

Σύμφωνα με την SEC-IRBA, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για μια θέση σε τιτλοποίηση STS υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 259, με την επιφύλαξη των ακόλουθων τροποποιήσεων:

κατώτατος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τις θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα = 10 %

Formula

Άρθρο 261

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης (SEC-SA)

1.   Δυνάμει της SEC-SA, το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση σε τιτλοποίηση υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος της θέσης σύμφωνα με το άρθρο 248, με τον εφαρμοστέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται, σε κάθε περίπτωση με κατώτατο όριο το 15 %, ως εξής:

RW = 1 250  %

όταν D ≤ KA

RW = 12.5 · KSSFA(KA)

όταν A ≥ KA

Formula

όταν A < KA < D

όπου

D

είναι το σημείο αποσύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

A

είναι το σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

KA

είναι η παράμετρος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2

Formula

όπου

a

=

– (1/(p· KA))

u

=

D – KA

l

=

max (A – KA; 0)

p

=

1 για άνοιγμα τιτλοποίησης που δεν συνιστά άνοιγμα επανατιτλοποίησης

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η τιμή KA υπολογίζεται ως εξής:

Formula

όπου

KSA είναι η κεφαλαιακή επιβάρυνση της υποκείμενης ομάδας, όπως ορίζεται στο άρθρο 255

W = ο λόγος του:

α)

αθροίσματος του ονομαστικού ποσού των υποκείμενων ανοιγμάτων σε αθέτηση, προς

β)

το σύνολο του ονομαστικού ποσού όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων.

Για τον σκοπό αυτό, ως άνοιγμα σε αθέτηση νοείται ένα υποκείμενο άνοιγμα το οποίο: i) είναι σε καθυστέρηση 90 ημέρες ή περισσότερο, ii) υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή αφερεγγυότητας, iii) υπόκειται σε διαδικασία κατασχέσεως ή παρόμοια διαδικασία, ή iv) βρίσκεται σε αθέτηση, σύμφωνα με την τεκμηρίωση της τιτλοποίησης.

Εάν ένα ίδρυμα δεν γνωρίζει την κατάσταση καθυστερήσεων για το 5 % ή λιγότερο των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ομάδα, το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει την SEC-SA, εφόσον τροποποιηθεί ο υπολογισμός της τιμής KA ως εξής:

Formula

Εάν το ίδρυμα δεν γνωρίζει την κατάσταση καθυστερήσεων για περισσότερο από 5 % των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ομάδα, η θέση στην τιτλοποίηση πρέπει να έχει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %.

3.   Εάν ένα ίδρυμα έχει θέση τιτλοποίησης σε μορφή παραγώγου αντιστάθμισης των κινδύνων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων επιτοκίων ή συναλλάγματος, το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στην εν λόγω συναλλαγή σε παράγωγο έναν τεκμαιρόμενο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισοδυναμεί με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου της θέσης αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η θέση αναφοράς είναι η θέση που έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το παράγωγο ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση η οποία είναι άμεσα εξαρτώμενη από το παράγωγο.

Άρθρο 262

Αντιμετώπιση τιτλοποιήσεων STS σύμφωνα με την SEC-SA

Σύμφωνα με την SEC-SA, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για μια θέση σε τιτλοποίηση STS υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 263, με την επιφύλαξη των ακόλουθων τροποποιήσεων:

 

κατώτατος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τις θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα = 10 %

 

p = 0,5

Άρθρο 263

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της προσέγγισης των εξωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-ERBA)

1.   Σύμφωνα με την SEC-IRBA, το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση τιτλοποίησης υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος της θέσης, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 248, με τον εφαρμοστέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2.   Για τα ανοίγματα με βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με την παράγραφο 7, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

Όλες οι άλλες διαβαθμίσεις

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

15  %

50  %

100  %

1 250  %

3.   Για τα ανοίγματα με μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που παρατίθενται στον πίνακα 2, έχοντας προσαρμοστεί ανάλογα με τη ληκτότητα του τμήματος (MT) σύμφωνα με το άρθρο 257 και την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου και το πάχος του τμήματος για τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου:

Πίνακας 2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

Τμήμα με εξοφλητική προτεραιότητα

Τμήμα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα (λεπτό)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

1 έτος

5 έτη

1 έτος

5 έτη

1

15  %

20  %

15  %

70  %

2

15  %

30  %

15  %

90  %

3

25  %

40  %

30  %

120  %

4

30  %

45  %

40  %

140  %

5

40  %

50  %

60  %

160  %

6

50  %

65  %

80  %

180  %

7

60  %

70  %

120  %

210  %

8

75  %

90  %

170  %

260  %

9

90  %

105  %

220  %

310  %

10

120  %

140  %

330  %

420  %

11

140  %

160  %

470  %

580  %

12

160  %

180  %

620  %

760  %

13

200  %

225  %

750  %

860  %

14

250  %

280  %

900  %

950  %

15

310  %

340  %

1 050  %

1 050  %

16

380  %

420  %

1 130  %

1 130  %

17

460  %

505  %

1 250  %

1 250  %

Όλα τα άλλα

1 250  %

1 250  %

1 250  %

1 250  %

4.   Προκειμένου να προσδιοριστεί ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα τμήματα με ληκτότητα (Mt) 1 < ΜΤ < 5, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν γραμμική παρεμβολή μεταξύ των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται για ληκτότητα από ένα έως πέντε έτη, αντίστοιχα, σύμφωνα με τον πίνακα 2.

5.   Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το πάχος του τμήματος, τα ιδρύματα υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου για τα τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα ως εξής:

Formula

όπου

T = πάχος τμήματος μετρούμενο ως D – A

όπου

D

είναι το σημείο αποσύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

A

είναι το σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

6.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τα τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 3, 4 και 5, υπόκειται σε κατώτερο όριο 15 %. Επιπλέον, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προκύπτει δεν είναι χαμηλότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αντιστοιχεί σε ένα υποθετικό τμήμα με εξοφλητική προτεραιότητα της ίδιας τιτλοποίησης με την ίδια πιστοληπτική αξιολόγηση και ληκτότητα.

7.   Για να χρησιμοποιήσουν τις τεκμαιρόμενες διαβαθμίσεις, τα ιδρύματα αποδίδουν σε μια μη διαβαθμισμένη θέση μια τεκμαιρόμενη διαβάθμιση ισοδύναμη με την πιστοληπτική αξιολόγηση μιας διαβαθμισμένης θέσης αναφοράς η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η θέση αναφοράς έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με τη μη διαβαθμισμένη θέση ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση αναφοράς είναι άμεσα εξαρτώμενη από τη μη διαβαθμισμένη θέση,

β)

η θέση αναφοράς δεν τυγχάνει καμίας εγγύησης τρίτων ή άλλης πιστωτικής ενίσχυσης που δεν είναι διαθέσιμη στη μη διαβαθμισμένη θέση,

γ)

η ληκτότητα της θέσης αναφοράς είναι ίση ή μεγαλύτερη από τη ληκτότητα της εν λόγω μη διαβαθμισμένης θέσης,

δ)

η τεκμαιρόμενη διαβάθμιση επικαιροποιείται σε συνεχή βάση για να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές στην πιστοληπτική αξιολόγηση των θέσεων αναφοράς.

8.   Εάν ένα ίδρυμα έχει θέση τιτλοποίησης σε μορφή παραγώγου αντιστάθμισης των κινδύνων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων επιτοκίων ή συναλλάγματος, το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στην εν λόγω συναλλαγή σε παράγωγο έναν τεκμαιρόμενο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισοδυναμεί με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου της θέσης αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η θέση αναφοράς είναι η θέση που έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το παράγωγο ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση η οποία είναι άμεσα εξαρτώμενη από το παράγωγο.

Άρθρο 264

Αντιμετώπιση τιτλοποιήσεων STS σύμφωνα με την SEC-ERBA

1.   Σύμφωνα με την SEC-ERBA, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για μια θέση σε τιτλοποίηση STS υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 263, με την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.   Για τα ανοίγματα με βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με το άρθρο 263 παράγραφος 7, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

Πίνακας 3

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

Όλες οι άλλες διαβαθμίσεις

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

10  %

30  %

60  %

1 250  %

3.   Για τα ανοίγματα με μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με το άρθρο 263 παράγραφος 7, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου καθορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα 4, έχοντας προσαρμοστεί ανάλογα με τη ληκτότητα του τμήματος (MT), σύμφωνα με το άρθρο 257 και το άρθρο 263 παράγραφος 4, και το πάχος του τμήματος για τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα σύμφωνα με το άρθρο 263 παράγραφος 5:

Πίνακας 4

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

Τμήμα με εξοφλητική προτεραιότητα

Τμήμα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα (λεπτό)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

1 έτος

5 έτη

1 έτος

5 έτη

1

10  %

10  %

15  %

40  %

2

10  %

15  %

15  %

55  %

3

15  %

20  %

15  %

70  %

4

15  %

25  %

25  %

80  %

5

20  %

30  %

35  %

95  %

6

30  %

40  %

60  %

135  %

7

35  %

40  %

95  %

170  %

8

45  %

55  %

150  %

225  %

9

55  %

65  %

180  %

255  %

10

70  %

85  %

270  %

345  %

11

120  %

135  %

405  %

500  %

12

135  %

155  %

535  %

655  %

13

170  %

195  %

645  %

740  %

14

225  %

250  %

810  %

855  %

15

280  %

305  %

945  %

945  %

16

340  %

380  %

1 015  %

1 015  %

17

415  %

455  %

1 250  %

1 250  %

Όλα τα άλλα

1 250  %

1 250  %

1 250  %

1 250  %

Άρθρο 265

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις για την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης

1.   Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τις μη διαβαθμισμένες θέσεις σε προγράμματα ή συναλλαγές ABCP δυνάμει της προσέγγισης εσωτερικής αξιολόγησης, σύμφωνα με το άρθρο 266, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Εάν ίδρυμα έχει λάβει άδεια να εφαρμόσει την προσέγγιση εσωτερικής αξιολόγησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και ειδική θέση σε πρόγραμμα ABCP ή συναλλαγή ABCP εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αδείας, το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση αυτή για τον υπολογισμό του ποσού του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για τη θέση αυτήν.

2.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν στα ιδρύματα άδεια εφαρμογής της προσέγγισης εσωτερικής αξιολόγησης μέσα σε ένα σαφώς καθορισμένο πεδίο εφαρμογής, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

όλες οι θέσεις στα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP είναι διαβαθμισμένες θέσεις,

β)

η εσωτερική αξιολόγηση της πιστωτικής ποιότητας της θέσης αντικατοπτρίζει τη δημόσια διαθέσιμη μέθοδο αξιολόγησης που εφαρμόζεται από έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ για τη διαβάθμιση θέσεων τιτλοποίησης που εξασφαλίζονται με απαιτήσεις του ιδίου τύπου όπως οι τιτλοποιημένες,

γ)

τα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP εκδίδονται ως επί το πλείστον προς τρίτους επενδυτές,

δ)

η διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης του ιδρύματος είναι τουλάχιστον εξίσου συντηρητική με τις δημόσια διαθέσιμες αξιολογήσεις των εν λόγω ΕΟΠΑ, οι οποίες έχουν παράσχει εξωτερική διαβάθμιση για τα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP, ιδίως σε σχέση με παράγοντες ακραίων καταστάσεων και άλλα ποσοτικά στοιχεία,

ε)

η μέθοδος εσωτερικής αξιολόγησης του ιδρύματος λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές, δημόσια διαθέσιμες μεθοδολογίες αξιολόγησης των ΕΟΠΑ που διαβαθμίζουν τα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP και περιλαμβάνει βαθμίδες διαβάθμισης που αντιστοιχούν στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ. Το ίδρυμα καταγράφει στο εσωτερικό αρχείο του μια επεξηγηματική δήλωση που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο αυτό και επικαιροποιεί τη δήλωση αυτή σε τακτική βάση,

στ)

το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη μέθοδο εσωτερικής αξιολόγησης στις εσωτερικές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων, και ιδίως στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, πληροφόρησης των διοικητικών στελεχών και εσωτερικής κατανομής των κεφαλαίων,

ζ)

οι εσωτερικοί ή εξωτερικοί ελεγκτές, ένας ΕΟΠΑ ή η εσωτερική λειτουργία ελέγχου πίστεως ή διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος, εξετάζουν τακτικά τη διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης και την ποιότητα των εσωτερικών αξιολογήσεων της πιστωτικής ποιότητας των ανοιγμάτων του ιδρύματος σε ένα πρόγραμμα ABCP ή σε συναλλαγή ABCP,

η)

το ίδρυμα παρακολουθεί τη διαχρονική αποτελεσματικότητα των εσωτερικών διαβαθμίσεων, προκειμένου να αξιολογήσει τη συνολική απόδοση της μεθόδου εξωτερικής αξιολόγησης, και πραγματοποιεί τις αναγκαίες προσαρμογές στην εφαρμοζόμενη μέθοδο, εάν η συμπεριφορά των ανοιγμάτων αποκλίνει συστηματικά από εκείνη που υποδεικνύουν οι εσωτερικές διαβαθμίσεις,

θ)

το πρόγραμμα ABCP περιλαμβάνει πρότυπα σχετικά με την αναδοχή και τη διαχείριση της ευθύνης με τη μορφή κατευθυντήριων γραμμών προς τον διαχειριστή του προγράμματος, όσον αφορά τουλάχιστον τα εξής:

i)

τα κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού, με την επιφύλαξη του σημείου ι),

ii)

το είδος και τη νομισματική αξία των ανοιγμάτων από την παροχή ταμειακών διευκολύνσεων και πιστωτικών ενισχύσεων,

iii)

την κατανομή των ζημιών μεταξύ των θέσεων τιτλοποίησης στο πρόγραμμα ABCP ή τη συναλλαγή ABCP,

iv)

τη νομική και οικονομική απομόνωση των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού από την οντότητα που τα πωλεί,

ι)

τα κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού στο πρόγραμμα ABCP προβλέπουν, τουλάχιστον, τα εξής:

i)

αποκλεισμό από την απόκτηση στοιχείων ενεργητικού σε σημαντική καθυστέρηση πληρωμών ή σε αθέτηση,

ii)

περιορισμό της συγκέντρωσης κινδύνων στον ίδιο οφειλέτη ή στην ίδια γεωγραφική ζώνη, και

iii)

περιορισμό της προθεσμίας εξόφλησης των αγοραζόμενων στοιχείων ενεργητικού,

ια)

πραγματοποιείται ανάλυση του πιστωτικού κινδύνου και του επιχειρηματικού προφίλ του πωλητή του στοιχείου ενεργητικού, καθώς και αξιολόγηση του πωλητή, τουλάχιστον, ως προς τα εξής:

i)

ιστορικές και αναμενόμενες χρηματοοικονομικές επιδόσεις,

ii)

τρέχουσα θέση στην αγορά και αναμενόμενη μελλοντική ανταγωνιστικότητα,

iii)

μόχλευση, ταμειακές ροές, δείκτη κάλυψης χρηματοοικονομικών εξόδων και διαβάθμιση των εν κυκλοφορία τίτλων χρέους, και

iv)

πρότυπα αναδοχής, δυνατότητα διαχείρισης των ανοιγμάτων και διαδικασίες είσπραξης,

ιβ)

το πρόγραμμα ABCP διαθέτει πολιτικές και διαδικασίες είσπραξης που λαμβάνουν υπόψη τη λειτουργική ικανότητα και την πιστωτική ποιότητα του διαχειριστή και περιλαμβάνει χαρακτηριστικά για τον μετριασμό των κινδύνων που σχετίζονται με την απόδοση του πωλητή και του διαχειριστή. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την απόδοση μπορούν να μετριαστούν μέσω ορίων ενεργοποίησης που βασίζονται στην τρέχουσα πιστωτική ποιότητα του πωλητή ή του διαχειριστή που θα αποκλείουν την επικάλυψη των κεφαλαίων σε περίπτωση αθέτησης του πωλητή ή του διαχειριστή,

ιγ)

η συγκεντρωτική εκτίμηση της ζημίας για ομάδα στοιχείων ενεργητικού που μπορεί να αγοραστεί στο πλαίσιο του προγράμματος ABCP λαμβάνει υπόψη όλες τις πηγές δυνητικού κινδύνου, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος απομείωσης αξίας των εισπρακτέων απαιτήσεων,

ιδ)

εάν η παρεχόμενη από τον πωλητή πιστωτική ενίσχυση μετράται μόνο σε συνάρτηση με τις ζημίες που συνδέονται με τον πιστωτικό κίνδυνο και ο κίνδυνος αυτός είναι ουσιαστικός για τη συγκεκριμένη ομάδα στοιχείων ενεργητικού, το πρόγραμμα ABCP περιλαμβάνει ειδικό αποθεματικό για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας,

ιε)

το μέγεθος του απαιτούμενου επιπέδου πιστωτικής ενίσχυσης στο πρόγραμμα ABCP υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη μακροχρόνια ιστορικά δεδομένα για τις ζημίες, την κατάσταση καθυστερήσεων, τις απομειώσεις αξίας και την κυκλοφοριακή ταχύτητα των εισπρακτέων ποσών,

ιστ)

το πρόγραμμα ABCP περιλαμβάνει διαρθρωτικά στοιχεία στα αγοραζόμενα ανοίγματα, προκειμένου να περιορίσει τη δυνητική επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας του υποκείμενου χαρτοφυλακίου. Τα στοιχεία αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν όρια κλεισίματος ειδικά για μια ομάδα ανοιγμάτων,

ιζ)

το ίδρυμα αξιολογεί τα χαρακτηριστικά της υποκείμενης ομάδας στοιχείων ενεργητικού, όπως η σταθμισμένη μέση πιστοληπτική της ικανότητα, και εντοπίζει τυχόν συγκεντρώσεις σε έναν μεμονωμένο οφειλέτη ή γεωγραφική περιοχή και τη διασπορά της ομάδας στοιχείων ενεργητικού.

3.   Εάν η εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ), πραγματοποιείται από τις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου, ελέγχου πίστεως ή διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος, οι λειτουργίες αυτές πρέπει να είναι ανεξάρτητες από τη σχετική με τα προγράμματα ABCP δραστηριότητα, καθώς και από τις υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τις σχέσεις με την πελατεία.

4.   Τα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση εσωτερικής αξιολόγησης δεν επιστρέφουν στη χρήση άλλων μεθόδων για τις θέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσέγγισης εσωτερικής αξιολόγησης, εκτός εάν πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στις αρμόδιες αρχές ότι έχει πολύ σημαντικό λόγο να το πράξει,

β)

το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 266

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της προσέγγισης εσωτερικης αξιολόγησης

1.   Δυνάμει της προσέγγισης εσωτερικής αξιολόγησης, το ίδρυμα αντιστοιχίζει τη μη διαβαθμισμένη θέση στο πρόγραμμα ABCP ή τη συναλλαγή ABCP με μία από τις βαθμίδες διαβάθμισης που ορίζονται στο άρθρο 265 παράγραφος 2 στοιχείο ε) με βάση την εσωτερική του αξιολόγηση. Στη θέση αποδίδεται τεκμαιρόμενη διαβάθμιση που είναι ισοδύναμη με τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις που αντιστοιχούν σε αυτή τη βαθμίδα διαβάθμισης, σύμφωνα με το άρθρο 265 παράγραφος 2 στοιχείο ε).

2.   Η διαβάθμιση που τεκμαίρεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι τουλάχιστον ισοδύναμη ή καλύτερη του επενδυτικού βαθμού κατά τον χρόνο που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά και αντιμετωπίζεται ως αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 263 ή το άρθρο 264, ανάλογα με την περίπτωση.

Ενότητα 4

Ανώτατα όρια για θέσεις τιτλοποίησης

Άρθρο 267

Μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα: Προσέγγιση διαφάνειας

1.   Ένα ίδρυμα που έχει γνώση ανά πάσα στιγμή της σύνθεσης των υποκείμενων ανοιγμάτων μπορεί να εφαρμόσει στη θέση τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα μέγιστο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ίσο με τον ως προς το άνοιγμα σταθμισμένο μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στα υποκείμενα ανοίγματα εάν αυτά δεν είχαν τιτλοποιηθεί.

2.   Στην περίπτωση των ομάδων υποκείμενων ανοιγμάτων όπου το ίδρυμα χρησιμοποιεί αποκλειστικά την τυποποιημένη προσέγγιση ή την IRB, ο μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου της θέσης τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα ισούται με τον ως προς το άνοιγμα σταθμισμένο μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 ή 3, αντίστοιχα, ως εάν να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

Στην περίπτωση των μεικτών ομάδων, ο μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου υπολογίζεται ως εξής:

α)

εάν το ίδρυμα εφαρμόζει την SEC-IRBA, στο τμήμα της υποκείμενης ομάδας που υπόκειται στην τυποποιημένη προσέγγιση και στο τμήμα της υποκείμενης ομάδας που υπόκειται στην προσέγγιση IRB εφαρμόζεται, αντίστοιχα, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου βάσει της προσέγγισης IRB,

β)

εάν το ίδρυμα εφαρμόζει την SEC-SA ή την SEC-ERBA, ο μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα ισούται με τον σταθμισμένο μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης των υποκείμενων ανοιγμάτων.

3.   Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν δυνάμει της προσέγγισης IRB, σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, περιλαμβάνει τον λόγο:

α)

των αναμενόμενων ζημιών επί 12,5 προς

β)

την αξία του ανοίγματος των υποκείμενων ανοιγμάτων.

4.   Εάν από τον μέγιστο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 προκύψει συντελεστής κατώτερος από τους κατώτατους συντελεστές που ορίζονται στα άρθρα 259 έως 264, ανάλογα με την περίπτωση, χρησιμοποιείται ο πρώτος.

Άρθρο 268

Μέγιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

1.   Ένα μεταβιβάζον ίδρυμα, ένα ανάδοχο ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα που χρησιμοποιεί την SEC-IRBA ή ένα ίδρυμα ή ανάδοχο ίδρυμα που χρησιμοποιεί την SEC-SA ή την SEC-ERBA μπορεί να εφαρμόσει μια μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση για τη θέση τιτλοποίησης που κατέχει, η οποία θα είναι ίση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που θα υπολογίζονταν σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 ή 3 σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα, εάν δεν είχαν τιτλοποιηθεί. Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, η κεφαλαιακή απαίτηση βάσει της προσέγγισης IRB περιλαμβάνει το ποσό των αναμενόμενων ζημιών που συνδέονται με τα εν λόγω ανοίγματα, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, και το ποσό των μη αναμενόμενων ζημιών.

2.   Στην περίπτωση των μεικτών ομάδων, η μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση καθορίζεται υπολογίζοντας τον σταθμισμένο ως προς το άνοιγμα μέσο όρο των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τμημάτων των υποκείμενων ανοιγμάτων βάσει της προσέγγισης IRB και της τυποποιημένης προσέγγισης, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Η μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση είναι το γινόμενο του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 επί το μέγιστο μερίδιο συμμετοχής του ιδρύματος στο σχετικό τμήμα (V), εκπεφρασμένο ως ποσοστό επί τοις εκατό και υπολογιζόμενο ως εξής:

α)

για ένα ίδρυμα που έχει μία ή περισσότερες θέσεις τιτλοποίησης σε ένα μόνο τμήμα, το V ισούται με τον λόγο του ονομαστικού ποσού των θέσεων τιτλοποίησης που κατέχει το ίδρυμα στο εν λόγω τμήμα προς το ονομαστικό ποσό του τμήματος,

β)

για ένα ίδρυμα που έχει θέσεις τιτλοποίησης σε διαφορετικά τμήματα, το V είναι ίσο με το μέγιστο μερίδιο συμμετοχής του ιδρύματος σε όλα τα τμήματα. Για τον σκοπό αυτό, το μερίδιο συμμετοχής για κάθε διαφορετικό τμήμα υπολογίζεται όπως προβλέπεται στο στοιχείο α).

4.   Κατά τον υπολογισμό της μέγιστης κεφαλαιακής απαίτησης για μια θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το σύνολο του ποσού οποιουδήποτε κέρδους από την πώληση και των εισπρακτέων τοκομεριδίων με πιστωτική ενίσχυση που προκύπτουν από την πράξη τιτλοποίησης αφαιρείται από τα Κεφάλαια Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

Ενότητα 5

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 269

Επανατιτλοποιήσεις

1.   Όσον αφορά τις θέσεις σε μια επανατιτλοποίηση, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την SEC-SA, σύμφωνα με το άρθρο 261, με τις κατωτέρω αλλαγές:

α)

W = 0 για κάθε άνοιγμα σε τμήμα τιτλοποίησης εντός της ομάδας υποκείμενων ανοιγμάτων,

β)

p = 1,5,

γ)

ο προκύπτων συντελεστής στάθμισης κινδύνου υπόκειται σε ανώτατο συντελεστή 100 %.

2.   Η τιμή KSA για τα υποκείμενα ανοίγματα τιτλοποίησης υπολογίζεται σύμφωνα με την ενότητα 2.

3.   Οι μέγιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στην ενότητα 4 δεν εφαρμόζονται στις θέσεις επανατιτλοποίησης.

4.   Εάν η ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων αποτελείται από ένα μείγμα τμημάτων τιτλοποίησης και άλλων ειδών στοιχείων ενεργητικού, η παράμετρος KA καθορίζεται ως ο ονομαστικός σταθμισμένος μέσος όρος της ΚΑ, υπολογιζόμενος χωριστά για κάθε υποσύνολο ανοιγμάτων.

Άρθρο 270

Θέσεις με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα σε τιτλοποιήσεις ΜΜΕ

Ένα μεταβιβάζον ίδρυμα δύναται να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για μια θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 260, 262 ή 264, ανάλογα με την περίπτωση, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η τιτλοποίηση πληροί τις απαιτήσεις για την τιτλοποίηση STS που ορίζονται στο κεφάλαιο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, ανάλογα με την περίπτωση, πλην του άρθρου 20 παράγραφοι 1 έως 6 του εν λόγω κανονισμού,

β)

η θέση μπορεί να θεωρηθεί ως η θέση τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα,

γ)

η τιτλοποίηση εξασφαλίζεται από μια ομάδα ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων, υπό τον όρο ότι τουλάχιστον το 70 % αυτών χαρακτηρίζονται ως ΜΜΕ, από άποψη ισορροπίας χαρτοφυλακίου, κατά την έννοια του άρθρου 501, κατά τον χρόνο της έκδοσης της τιτλοποίησης ή, στην περίπτωση ανακυκλούμενων τιτλοποιήσεων, κατά τον χρόνο προσθήκης ενός ανοίγματος σε τιτλοποίηση,

δ)

ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με τις θέσεις που δεν διατηρούνται από το μεταβιβάζον ίδρυμα μεταφέρεται στον πιστωτικό κίνδυνο μέσω εγγύησης ή αντεγγύησης, η οποία πληροί τις απαιτήσεις για μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που ορίζονται στο κεφάλαιο 4 για την τυποποιημένη προσέγγιση,

ε)

το τρίτο μέρος στο οποίο μεταβιβάζεται ο πιστωτικός κίνδυνος είναι ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

i)

η κεντρική κυβέρνηση ή η κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης, διεθνής οργανισμός ή οντότητα προώθησης, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανοίγματα έναντι του εγγυητή ή του αντεγγυητή πληρούν τις προϋποθέσεις για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 %, σύμφωνα με το κεφάλαιο 2,

ii)

θεσμικός επενδυτής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 12) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, υπό τον όρο ότι η εγγύηση ή αντεγγύηση εξασφαλίζεται πλήρως με καταθέσεις μετρητών στο μεταβιβάζον ίδρυμα.

Άρθρο 270α

Πρόσθετος συντελεστής στάθμισης κινδύνου

1.   Εάν ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 ως προς οιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο τους, λόγω αμελείας ή παράλειψης από πλευράς του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν αναλογικό πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο προς τουλάχιστον 250 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου με ανώτατο όριο το 1 250 %, που εφαρμόζεται στις σχετικές θέσεις τιτλοποίησης με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 247 παράγραφος 6 ή το άρθρο 337 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, αντίστοιχα. Ο πρόσθετος συντελεστής διαχείρισης κινδύνου αυξάνεται βαθμιαία με κάθε μεταγενέστερη παράβαση των διατάξεων περί οικονομικών ελέγχων. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις εξαιρέσεις για ορισμένες τιτλοποιήσεις του άρθρου 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, μειώνοντας τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου, που κατά τα άλλα θα εφάρμοζαν βάσει του παρόντος άρθρου για μια τιτλοποίηση υπαγόμενη στο άρθρο 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να διευκολύνει τη σύγκλιση των μεθόδων εποπτείας όσον αφορά την εφαρμογή της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που λαμβάνονται σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων οικονομικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνου. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Τμήμα 4

Εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις

Άρθρο 270β

Χρησιμοποίηση πιστοληπτικών αξιολογήσεων από ΕΟΠΑ

Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν πιστοληπτικές αξιολογήσεις για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης κινδύνου μιας θέσης τιτλοποίησης σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, μόνο εάν η πιστοληπτική αξιολόγηση έχει εκδοθεί ή έχει προσυπογραφεί από ΕΟΠΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009.

Άρθρο 270γ

Απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ

Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το τμήμα 3, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ, μόνο εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των ειδών πληρωμών που λαμβάνονται υπόψη στην πιστοληπτική αξιολόγηση και των ειδών πληρωμών που δικαιούται να λάβει το ίδρυμα βάσει της σύμβασης που δημιουργεί τη σχετική θέση τιτλοποίησης,

β)

ο ΕΟΠΑ δημοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις και πληροφορίες σχετικά με τις ζημίες και τις ταμειακές ροές, καθώς και την ευαισθησία των διαβαθμίσεων σε μεταβολές των υποκείμενων παραδοχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδόσεων των υποκείμενων ανοιγμάτων, καθώς και τις διαδικασίες, τις μεθοδολογίες, τις παραδοχές και τα βασικά υποκείμενα στοιχεία των πιστοληπτικών αξιολογήσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, οι πληροφορίες θεωρούνται δημόσια διαθέσιμες, εφόσον είναι δημοσιευμένες σε προσβάσιμη μορφή. Δεν θεωρούνται δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες μόνο σε περιορισμένο αριθμό οντοτήτων,

γ)

οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις περιλαμβάνονται στον πίνακα μετάβασης του ΕΟΠΑ,

δ)

οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις δεν βασίζονται εν όλω ή εν μέρει σε μη χρηματοδοτούμενη υποστήριξη παρεχόμενη από το ίδιο το ίδρυμα. Εάν μια θέση βασίζεται εν μέρει ή μη σε μη χρηματοδοτούμενη υποστήριξη, το ίδρυμα θεωρεί τη θέση αυτή ως εάν να ήταν μη διαβαθμισμένη για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τη θέση αυτή σύμφωνα με το τμήμα 3,

ε)

ο ΕΟΠΑ έχει δεσμευτεί να δημοσιεύει εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η απόδοση των υποκείμενων ανοιγμάτων επηρεάζει την πιστοληπτική αξιολόγηση.

Άρθρο 270δ

Χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων

1.   Ένα ίδρυμα μπορεί να αποφασίσει να διορίσει έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ των οποίων θα χρησιμοποιεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων του σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο («καθορισμένους ΕΟΠΑ»).

2.   Ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις με συνέπεια και όχι επιλεκτικά για τις θέσεις τιτλοποίησης που κατέχει και, για τον σκοπό αυτό, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

το ίδρυμα δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ενός ΕΟΠΑ για τις θέσεις του σε ορισμένα τμήματα και τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις άλλου ΕΟΠΑ για τις θέσεις του σε άλλα τμήματα της ιδίας τιτλοποίησης, είτε αυτές έχουν διαβαθμιστεί από τον πρώτο ΕΟΠΑ είτε όχι,

β)

εάν μια θέση έχει δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη λιγότερο ευνοϊκή αξιολόγηση,

γ)

εάν μια θέση έχει τρεις ή περισσότερες πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, χρησιμοποιούνται οι δύο ευνοϊκότερες. Εάν οι δύο ευνοϊκότερες αξιολογήσεις είναι διαφορετικές, χρησιμοποιείται η λιγότερο ευνοϊκή από τις δύο,

δ)

ένα ίδρυμα δεν μπορεί να ζητήσει ενεργά την απόσυρση των λιγότερο ευνοϊκών διαβαθμίσεων.

3.   Σε περίπτωση που τα υποκείμενα ανοίγματα σε μια τιτλοποίηση τυγχάνουν πλήρους ή μερικής αποδεκτής πιστωτικής προστασίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, και η επίπτωση της προστασίας αυτής έχει αποτυπωθεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση μιας θέσης τιτλοποίησης από διορισμένο ΕΟΠΑ, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που σχετίζεται με την εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση. Σε περίπτωση που η πιστωτική προστασία που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο δεν είναι αποδεκτή δυνάμει του κεφαλαίου 4, η πιστοληπτική αξιολόγηση δεν αναγνωρίζεται και η θέση τιτλοποίησης θεωρείται μη διαβαθμισμένη.

4.   Σε περίπτωση που μια θέση τιτλοποίησης τυγχάνει αποδεκτής πιστωτικής προστασίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, και η επίπτωση της προστασίας αυτής έχει αποτυπωθεί στην πιστοληπτική της αξιολόγηση από διορισμένο ΕΟΠΑ, το ίδρυμα αντιμετωπίζει τη θέση τιτλοποίησης ως εάν να ήταν μη διαβαθμισμένη και υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

Άρθρο 270ε

Αντιστοίχιση τιτλοποιήσεων

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να αντιστοιχίσει με αντικειμενικό και συνεπή τρόπο τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο σε σχέση με τις σχετικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις όλων των ΕΟΠΑ. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ ενεργεί ιδίως ως εξής:

α)

διαφοροποιεί τους σχετικούς βαθμούς κινδύνου που εκφράζει κάθε αξιολόγηση,

β)

λαμβάνει υπόψη ποσοτικούς παράγοντες όπως τα ποσοστά αθέτησης ή ζημίας και το ιστορικό των επιδόσεων των πιστοληπτικών αξιολογήσεων κάθε ΕΟΠΑ σε διαφορετικές κατηγορίες ενεργητικού,

γ)

λαμβάνει υπόψη ποιοτικούς παράγοντες, όπως το φάσμα των συναλλαγών που αξιολογούνται από τον ΕΟΠΑ, τη μεθοδολογία του και το περιεχόμενο των πιστοληπτικών αξιολογήσεών του, ιδίως εάν οι αξιολογήσεις αυτές λαμβάνουν υπόψη την αναμενόμενη ζημία ή την πρωτεύουσα ζημία σε ευρώ, καθώς και εάν βασίζεται στην τακτική ή την τελική καταβολή των τόκων,

δ)

μεριμνά ώστε οι θέσεις τιτλοποίησης στις οποίες εφαρμόζεται η ίδια στάθμιση κινδύνου, με βάση τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ΕΟΠΑ, να ενέχουν ισοδύναμους βαθμούς πιστωτικού κινδύνου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιουλίου 2014.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

10)

Το άρθρο 337 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 337

Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για μέσα τιτλοποίησης

1.   Για μέσα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών που είναι θέσεις τιτλοποίησης, το ίδρυμα σταθμίζει τις καθαρές θέσεις, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 327 παράγραφος 1, με 8 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφάρμοζε το ίδρυμα για τη θέση στα λοιπά χαρτοφυλάκια πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 5 τμήμα 3.

2.   Κατά τον προσδιορισμό των συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι εκτιμήσεις των PD και LGD μπορούν εναλλακτικά να προσδιορίζονται βάσει εκτιμήσεων που προκύπτουν από ένα υπόδειγμα για έναντι των επιπρόσθετων κινδύνων αθέτησης υποχρεώσεων και μεταβολής της πιστοληπτικής αξιολόγησης (υπόδειγμα IRC) ενός ιδρύματος που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα για τον ειδικό κίνδυνο των χρεωστικών τίτλων. Η τελευταία εναλλακτική μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, η οποία χορηγείται εάν οι ανωτέρω εκτιμήσεις πληρούν τις ποσοτικές απαιτήσεις για την προσέγγιση IRB που προβλέπονται στον τίτλο II κεφάλαιο 3.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη χρήση των εκτιμήσεων των PD και LGD ως στοιχείων, εφόσον οι εν λόγω εκτιμήσεις βασίζονται σε υπόδειγμα IRC.

3.   Για θέσεις τιτλοποίησης που υπόκεινται σε πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 247 παράγραφος 6, εφαρμόζεται ποσοστό 8 % επί του προβλεπόμενου συνολικού συντελεστή στάθμισης.

4.   Το ίδρυμα αθροίζει τις σταθμισμένες θέσεις του, οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, ανεξάρτητα από το εάν είναι θετικές ή αρνητικές, προκειμένου να υπολογίσει την κεφαλαιακή απαίτηση έναντι του ειδικού κινδύνου, εκτός από τις θέσεις τιτλοποίησης δυνάμει του άρθρου 338 παράγραφος 4.

5.   Όταν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα παραδοσιακής τιτλοποίησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη σημαντική μεταφορά κινδύνου που ορίζονται στο άρθρο 244, περιλαμβάνει τα υποκείμενα ανοίγματα στην τιτλοποίηση στον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων ως εάν τα ανοίγματα αυτά να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

Όταν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα σύνθετης τιτλοποίησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη σημαντική μεταφορά κινδύνου που ορίζονται στο άρθρο 245, περιλαμβάνει τα υποκείμενα ανοίγματα στην τιτλοποίηση στον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων ως εάν τα ανοίγματα αυτά να μην είχαν τιτλοποιηθεί και δεν λαμβάνει υπόψη την επίπτωση της σύνθετης τιτλοποίησης για τους σκοπούς της πιστωτικής προστασίας.».

11)

Το πέμπτο μέρος διαγράφεται και όλες οι αναφορές στο πέμπτο μέρος ερμηνεύονται ως αναφορές στο κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.

12)

Στο άρθρο 457, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τιτλοποίηση που ορίζονται στα άρθρα 242 έως 270α».

13)

Το άρθρο 462 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 462

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στα άρθρα 244 παράγραφος 6 και 245 παράγραφος 6 και στα άρθρα 456 έως 460 παρέχεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από 28ης Ιουνίου 2013.

3.   Η προβλεπόμενη στα άρθρα 244 παράγραφος 6 και 245 παράγραφος 6 και στα άρθρα 456 έως 460 εξουσιοδότηση δύναται να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που καθορίζεται στην απόφαση αυτή. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται τους εμπειρογνώμονες που έχουν υποδειχθεί από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχέςπου καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.   Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 244 παράγραφος 6 και 245 παράγραφος 6 και τα άρθρα 456 έως 460 τίθεται σε ισχύ μόνο εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν εκφράσει αντιρρήσεις εντός τριών μηνών από την προς αυτό κοινοποίηση της εν λόγω πράξης, ή εάν, πριν από την εκπνοή αυτής της περιόδου, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν θα εκφράσουν αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά τρεις μήνες.».

14)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 519α

Έκθεση και αξιολόγηση

Έως την 1η Ιανουαρίου 2022, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου μέρους τίτλος II κεφάλαιο 5, στο πλαίσιο των εξελίξεων στις αγορές τιτλοποιήσεων, μεταξύ άλλων από μακροπροληπτική και οικονομική άποψη. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, αν είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση και, ειδικότερα, αξιολογεί τα ακόλουθα σημεία:

α)

αντίκτυπος της ιεραρχίας των μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 254 και του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων θέσεων τιτλοποίησης που αναφέρονται στα άρθρα 258 ως 266 στην εκδοτική και επενδυτική δραστηριότητα των ιδρυμάτων στις αγορές τιτλοποίησης στην Ένωση·

β)

επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης και των κρατών μελών, με ιδιαίτερη έμφαση στο ενδεχόμενο κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων και στην αύξηση των διασυνδέσεων μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

γ)

ποια μέτρα θα ήταν δικαιολογημένα για τη μείωση και την αντιμετώπιση τυχόν αρνητικών συνεπειών της τιτλοποίησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, διατηρώντας τις θετικές της συνέπειες στη χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων τον πιθανό καθορισμό ανώτατου ορίου ανοίγματος σε τιτλοποιήσεις· και

δ)

τις συνέπειες στην ικανότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να παρέχουν έναν βιώσιμο και σταθερό δίαυλο χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία, με ιδιαίτερη προσοχή στις ΜΜΕ.

Η έκθεση λαμβάνει επίσης υπόψη κανονιστικές εξελίξεις στα διεθνή φόρουμ, ιδίως εκείνες που αφορούν τα διεθνή πρότυπα για τις τιτλοποιήσεις.».

Άρθρο 2

Μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς θέσεις τιτλοποίησης

Όσον αφορά τις τιτλοποιήσεις οι τίτλοι των οποίων εκδόθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019, τα ιδρύματα συνεχίζουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 5 και στο άρθρο 337 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, στην έκδοση που ίσχυαν την 31η Δεκεμβρίου 2018.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, στην περίπτωση τιτλοποιήσεων που δεν περιλαμβάνουν την έκδοση τίτλων, η αναφορά σε «τιτλοποιήσεις οι τίτλοι των οποίων εκδόθηκαν» θεωρείται ότι σημαίνει «τιτλοποιήσεις των οποίων οι αρχικές θέσεις τιτλοποίησης δημιουργήθηκαν.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος και ημερομηνία εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2019.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 12 Δεκεμβρίου 2017.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. MAASIKAS


(1)  ΕΕ C 219 της 17.6.2016, σ. 2.

(2)  ΕΕ C 82 της 3.3.2016, σ. 1.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2017, (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2017.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ και κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(7)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).

(8)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.


Top