Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016R0860

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/860 της Επιτροπής, της 4ης Φεβρουαρίου 2016, για τον περαιτέρω προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες η εξαίρεση από την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής είναι αναγκαία δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων

C/2016/0379

OJ L 144, 1.6.2016, p. 11–20 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2016/860/oj

1.6.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 144/11


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/860 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Φεβρουαρίου 2016

για τον περαιτέρω προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες η εξαίρεση από την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής είναι αναγκαία δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 44 παράγραφος 11,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στο πλαίσιο της εξυγίανσης, είναι εξαιρετικά σημαντικό να διαθέτουν οι αρχές εξυγίανσης επαρκή καθοδήγηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι το εργαλείο της διάσωσης με ίδια μέσα εφαρμόζεται με ορθό και ενιαίο τρόπο στο σύνολο της Ένωσης. Η αρχή ότι το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις υποχρεώσεις, εκτός εάν αυτές εξαιρούνται ρητά δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, είναι γενικής ισχύος. Για τον λόγο αυτό, καμία υποχρέωση δεν πρέπει να θεωρείται ότι εξαιρείται πάντοτε από τη διάσωση με ίδια μέσα, εκτός εάν συγκαταλέγεται μεταξύ των υποχρεώσεων που εξαιρούνται ρητά δυνάμει της εν λόγω διάταξης. Για την ακρίβεια, ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού της εξυγίανσης και της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση των εξαιρέσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, προκειμένου να τηρείται η αρχή σύμφωνα με την οποία οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα απορροφούν το κόστος της εξυγίανσης.

(2)

Μια γενική αρχή που διέπει την εξυγίανση είναι ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα πρέπει να απορροφούν τις ζημίες στην εξυγίανση σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας. Επιπλέον, οι πιστωτές της ίδιας κατηγορίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Στο πλαίσιο αυτό, η διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτουν οι αρχές εξυγίανσης για την πλήρη ή εν μέρει εξαίρεση ορισμένων υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα και τη μετακύλιση των ζημιών σε άλλους πιστωτές ή, εφόσον είναι αναγκαίο, στα ταμεία εξυγίανσης, χρειάζεται να καθοριστεί σαφώς. Ως εκ τούτου, οι περιστάσεις που επιτρέπουν την εξαίρεση των πιστωτών από τη διάσωση με ίδια μέσα χρειάζεται να αποσαφηνιστούν επακριβώς και οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή της ίσης αντιμετώπισης των πιστωτών της ίδιας τάξης (η επονομαζόμενη αρχή της ίσης μεταχείρισης) πρέπει να είναι αναλογική, να δικαιολογείται βάσει του δημόσιου συμφέροντος και να μη δημιουργεί διακρίσεις.

(3)

Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ένα πλαίσιο εντός του οποίου οι αρχές εξυγίανσης θα ασκούν την εξουσία που τους έχει ανατεθεί σχετικά με την εξαίρεση μιας υποχρέωσης ή κατηγορίας υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, βάσει των εξαιρετικών περιστάσεων που ορίζονται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, προκειμένου να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη σαφήνεια στην εκάστοτε περίπτωση εξυγίανσης. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να διαθέτουν οι αρχές εξυγίανσης ορισμένο βαθμό ευελιξίας, ώστε να αξιολογούν κατά περίπτωση αν οι εξαιρέσεις είναι απολύτως αναγκαίες και αναλογικές.

(4)

Η απόφαση για τη χρήση του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα (ή άλλων εργαλείων εξυγίανσης) θα πρέπει να λαμβάνεται με γνώμονα την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης του άρθρου 31 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Με βάση τους εν λόγω στόχους εξυγίανσης θα πρέπει άλλωστε να λαμβάνονται και οι αποφάσεις που αφορούν τη χρήση του εργαλείου, περιλαμβανομένης της απόφασης για την εξαίρεση μιας υποχρέωσης ή κατηγορίας υποχρεώσεων από την εφαρμογή της διάσωσης με ίδια μέσα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

(5)

Σύμφωνα με αυτές τις αρχές, η δυνατότητα εξαίρεσης ή μερικής εξαίρεσης ορισμένων υποχρεώσεων από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, θα πρέπει να περιορίζεται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό για την επίτευξη των στόχων που δικαιολογούν την εξαίρεση. Για τον σκοπό αυτό, όποτε είναι δυνατό, αντί της πλήρους εξαίρεσης μιας υποχρέωσης από τη διάσωση με ίδια μέσα, θα πρέπει να προτιμάται η επιλογή της μερικής εξαίρεσης της υποχρέωσης, μέσω του περιορισμού της έκτασης της απομείωσής της, εφόσον αυτό επαρκεί για την επίτευξη του στόχου.

(6)

Η κατ' εξαίρεση άσκηση της εξουσίας εξαίρεσης, πλήρως ή εν μέρει, μιας υποχρέωσης ή κατηγορίας υποχρεώσεων δεν θα πρέπει να θίγει τις αρμοδιότητες των αρχών εξυγίανσης να διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα και οι όμιλοι είναι δυνατό να εξυγιανθούν και ότι διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για να πληρούν την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL), προκειμένου να απορροφήσουν τις ζημίες στην εξυγίανση και να διασφαλίσουν την ανακεφαλαιοποίηση σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης. Όντως, δυνάμει του άρθρου 45 παράγραφος 6 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι οικείες αρχές εξυγίανσης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τυχόν πιθανές εξαιρέσεις, όταν διασφαλίζουν ότι ένα ίδρυμα διαθέτει επαρκείς ικανότητες απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης. Στον βαθμό που η εξαίρεση ορισμένων υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα μπορεί να μειώσει σημαντικά το επίπεδο αυτής της διαθέσιμης ικανότητας στο πλαίσιο της εξυγίανσης, η πιθανή ανάγκη για την εφαρμογή των εν λόγω εξαιρέσεων θα πρέπει να εξετάζεται από την αρχή εξυγίανσης κατά τον καθορισμό των MREL, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 6 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(7)

Δεδομένου του έκτακτου χαρακτήρα της δυνατότητας της αρχής εξυγίανσης να εξαιρεί μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η εκτίμηση της αρχής εξυγίανσης πρέπει να είναι καλά τεκμηριωμένη. Όταν οι εν λόγω εξαιρέσεις συνεπάγονται τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να επεξηγεί επαρκώς τις εξαιρετικές περιστάσεις που οδηγούν στην εξαίρεση. Η επεξήγηση αυτή είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου να είναι σε θέση η Επιτροπή να εκτελέσει την εντολή της σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, δυνάμει του οποίου η Επιτροπή πρέπει να αποφασίζει, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της σχετικής ειδοποίησης από την αρχή εξυγίανσης, αν θα απαγορεύσει ή θα απαιτήσει τροποποιήσεις στην προτεινόμενη εξαίρεση. Η ανάλυση που παρέχεται στην Επιτροπή από την αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να είναι αναλογική, ενώ θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη και η ανάγκη για άμεση δρομολόγηση της διαδικασίας, με βάση τις ειδικές περιστάσεις της εκάστοτε περίπτωσης.

(8)

Στις περιπτώσεις εξυγίανσης, οι υποχρεώσεις που προσμετρώνται για τις MREL θα πρέπει, καταρχήν, να διασώζονται πάντοτε με ίδια μέσα, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος, εφόσον οι αρχές εξυγίανσης, τη χρονική στιγμή του σχεδιασμού της εξυγίανσης, προβλέπουν όντως ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι πολύ πιθανό και εφικτό να συμβάλουν στην απορρόφηση των ζημιών και στην ανακεφαλαιοποίηση. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η αρχή εξυγίανσης χρειάζεται να εφαρμόσει εξαίρεση, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η οποία δεν έχει εξεταστεί στον σχεδιασμό της εξυγίανσης, και σε περίπτωση που η εν λόγω εξαίρεση συνεπάγεται τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να επεξηγεί τις εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την εξαίρεση, καθώς και τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω εξαιρετικές περιστάσεις ήταν αδύνατο να προβλεφθούν από την αρχή εξυγίανσης κατά τη χρονική στιγμή του σχεδιασμού της εξυγίανσης. Η απαίτηση επεξήγησης αυτών των παραγόντων θα πρέπει να εφαρμόζεται αναλογικά και λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης για έγκαιρη ανάληψη δράσης εξυγίανσης.

(9)

Η δυνατότητα εξαίρεσης υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, θα πρέπει να ασκείται με πλήρη σεβασμό προς τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, δεν θα πρέπει να θίγει τις διασφαλίσεις που προστατεύουν τους λοιπούς πιστωτές, συγκεκριμένα δε την αρχή βάσει της οποίας κανένας πιστωτής δεν θα πρέπει να υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί, εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας (αρχή της μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών). Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη τήρησης των εν λόγω διασφαλίσεων και τον κίνδυνο αποζημίωσης των πιστωτών που συνδέεται με την παραβίαση αυτών των διασφαλίσεων, τόσο κατά την εφαρμογή εξαιρέσεων δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, όσο και κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα δικαστήρια είναι αρμόδια να ελέγξουν την απόφαση της αρχής εξυγίανσης για την εξαίρεση μιας υποχρέωσης δεν θα πρέπει να αποτελεί τον αποκλειστικό λόγο για περαιτέρω εξαιρέσεις. Αυτό βεβαίως δεν θίγει την απαίτηση να λαμβάνονται δεόντως υπόψη προγενέστερες αποφάσεις δικαστηρίων σχετικά με δράσεις εξυγίανσης, εφόσον είναι συναφείς με την εκάστοτε περίπτωση.

(10)

Η γενική δυνατότητα της αρχής εξυγίανσης να εφαρμόζει εξαιρέσεις περιορίζεται από το γεγονός ότι οι ζημίες που δεν απορροφώνται πλήρως από τους πιστωτές, λόγω εξαιρέσεων, μπορούν να καλυφθούν από τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης, μόνον όταν οι μέτοχοι και οι πιστωτές έχουν συνεισφέρει με ποσό που αντιστοιχεί στο 8 % τουλάχιστον των συνολικών υποχρεώσεων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων.

(11)

Οι εξαιρέσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, βάσει ανάλυσης των εκάστοτε συναφών περιστάσεων που εμπίπτουν σε καθέναν από τους πιθανούς λόγους εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, και όχι βάσει εξέτασης του ειδικού χαρακτήρα των οικείων ιδρυμάτων σε μεμονωμένη βάση. Με την προσέγγιση αυτή αναμένεται να διασφαλίζεται η συνέπεια ως προς την εξέταση των εξαιρετικών περιστάσεων και να αποφεύγονται αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Τα χαρακτηριστικά ενός ιδρύματος (όπως το μέγεθος, η διασύνδεση ή η πολυπλοκότητα) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ανάλογα με την περίπτωση, προκειμένου να αξιολογείται αν συντρέχουν οι περιστάσεις που δικαιολογούν την εξαίρεση μιας υποχρέωσης από τη διάσωση με ίδια μέσα. Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν θα πρέπει να δικαιολογούν αυτοδικαίως την εξαίρεση των υποχρεώσεων ενός ιδρύματος από τη διάσωση με ίδια μέσα.

(12)

Ορισμένοι γενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά, οι περιστάσεις πτώχευσης ή το ύψος των ζημιών που υφίσταται το ίδρυμα, ενδέχεται να επηρεάσουν την πιθανότητα επέλευσης εξαιρετικών περιστάσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Παρά ταύτα, οι εν λόγω γενικοί παράγοντες δεν θα πρέπει να συνιστούν πρόσθετους αυτοτελείς λόγους εξαίρεσης, πέραν εκείνων που απαριθμούνται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(13)

Όταν η αρχή εξυγίανσης εξετάζει αν συντρέχουν μία ή περισσότερες περιστάσεις που δικαιολογούν εξαιρέσεις από τη διάσωση με ίδια μέσα, θα πρέπει να εξετάζει το χρονικό διάστημα μετά το οποίο η επικείμενη πτώχευση ενός ιδρύματος θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί με συντεταγμένο τρόπο. Εάν έχουν καθοριστεί σχέδια εξυγίανσης και οι MREL του εκάστοτε ιδρύματος, και εφόσον έχουν αντιμετωπιστεί τα εμπόδια για την εξυγίανσή του, λογικά το ίδρυμα θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα που απαιτείται για να απορροφήσει τις ζημίες και να ανακεφαλαιοποιηθεί. Για την ακρίβεια, ο μηχανισμός εξυγίανσης θα πρέπει να ακολουθεί το σχέδιο εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης και της στρατηγικής εξυγίανσης, εκτός εάν, βάσει των περιστάσεων της υπόθεσης, η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι οι στόχοι της εξυγίανσης μπορούν να επιτευχθούν με αποτελεσματικότερο τρόπο μέσω της λήψης μέτρων που δεν προβλέπονται στο σχέδιο εξυγίανσης.

(14)

Στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα σχέδια εξυγίανσης και οι MREL δεν έχουν ακόμα εγκριθεί, και εφόσον η αρχή εξυγίανσης διαθέτει περιορισμένο χρόνο για να αποφασίσει σχετικά με τη λεπτομερή εφαρμογή της στρατηγικής για την εξυγίανση, το πιθανότερο είναι να μην είναι δυνατό να εφαρμοστεί το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα σε όλες τις επιλέξιμες υποχρεώσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο καθορισμός του τι συνιστά «εύλογο χρονικό διάστημα» θα πρέπει να εξαρτάται από την ταχύτητα και τη βεβαιότητα που απαιτούνται προκειμένου να ολοκληρωθεί η διάσωση με ίδια μέσα μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία και να υπάρξει πραγματική σταθεροποίηση της εταιρείας. Εάν δεν είναι εφικτό να εκτελεστούν μέχρι την εν λόγω ημερομηνία όλες οι εργασίες που είναι αναγκαίες για τη διάσωση με ίδια μέσα συγκεκριμένων υποχρεώσεων, θα πρέπει να θεωρείται ότι δεν είναι δυνατή η διάσωση με ίδια μέσα «εντός εύλογου χρονικού διαστήματος». Η απόφαση για τις περιπτώσεις στις οποίες μια «δύσκολη» διάσωση είναι ουσιαστικά «αδύνατη» θα πρέπει να λαμβάνεται με βάση τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία καθορίζεται το «εύλογο χρονικό διάστημα».

(15)

Κατ' αρχήν, οι υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας είναι δυνατόν να υπόκεινται σε διάσωση με ίδια μέσα, στον βαθμό που δεν εξαιρούνται βάσει του άρθρου 44 παράγραφος 2. Ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 55 αποσκοπεί στη διευκόλυνση της διάσωσης των συγκεκριμένων υποχρεώσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ προβλέπει ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν διακριτική ευχέρεια να απαιτούν από τον διαχειριστή, τον σύνδικο ή κάθε άλλο πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο του ιδρύματος υπό εξυγίανση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι η απομείωση ή η μετατροπή των υποχρεώσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας παράγει αποτελέσματα. Ωστόσο, λόγω του γεγονότος ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν διέπονται από το δίκαιο της ΕΕ, παραμένει κάποιος υπολειπόμενος κίνδυνος ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις —παρά τις καλύτερες προσπάθειες από πλευράς της αρχής εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης διακριτικής ευχέρειας βάσει του άρθρου 67— προκύπτουν προβλήματα όσον αφορά τη δυνατότητα διάσωσης τέτοιων υποχρεώσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(16)

Μεταξύ των πρακτικών εμποδίων που μπορούν να δυσχεράνουν τη διάσωση με ίδια μέσα συγκεκριμένων υποχρεώσεων συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι δεν έχει καθοριστεί ή είναι δύσκολο να καθοριστεί το ποσό της υποχρέωσης τη χρονική στιγμή κατά την οποία η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα. Το πρόβλημα αυτό εντοπίζεται συνήθως στις εξασφαλισμένες υποχρεώσεις που υπερβαίνουν την αξία των συναφών εξασφαλίσεων ή στις υποχρεώσεις που εξαρτώνται από αβέβαια γεγονότα στο μέλλον, όπως π.χ. τα στοιχεία εκτός ισολογισμού ή οι μη αναληφθείσες υποχρεώσεις. Για την άρση αυτών των εμποδίων, συνιστάται η διενέργεια κατάλληλης αποτίμησης, στο πλαίσιο της οποίας ακυρώνεται η υποχρέωση και καθορίζεται η αξία κατά προσέγγιση, με βάση μια συναφή μεθοδολογία αποτίμησης ή με την εφαρμογή ενός «εικονικού» συντελεστή περικοπής.

(17)

Παρότι, κατά κοινή ομολογία, η εφαρμογή της διάσωσης με ίδια μέσα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποδειχθεί δύσκολη και για τα παράγωγα, στο άρθρο 49 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ορίζεται με σαφήνεια με ποιον τρόπο θα πρέπει να πραγματοποιείται η διάσωση των παραγώγων με ίδια μέσα, και πιο συγκεκριμένα έπειτα από εκκαθάριση. Το γεγονός ότι ο καθορισμός του ποσού συμψηφισμού μετά την εκκαθάριση ενδέχεται να είναι δύσκολος μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να οδηγεί στην αυτοδίκαιη εξαίρεση των παραγώγων, καθώς για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού μπορούν να χρησιμοποιούνται συναφείς μεθοδολογίες αποτίμησης, όπως ορίζονται από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 49 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ιδίως στο στάδιο της προσωρινής αποτίμησης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προβλέπεται η υποχρέωση των ιδρυμάτων να αποδεικνύουν ότι είναι σε θέση να παράσχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διενέργεια αποτίμησης με σκοπό την εξυγίανση. Συγκεκριμένα, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα είναι σε θέση να προσκομίσουν τις απαιτούμενες επικαιροποιημένες πληροφορίες εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος στο πλαίσιο της στρατηγικής για την εξυγίανση, για να υποστηρίξουν, ιδίως, μια αξιόπιστη αποτίμηση τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της εξυγίανσης βάσει του άρθρου 36 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές ορίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο να απαιτούν από τα ιδρύματα να εκποιούν περιουσιακά στοιχεία που παρεμποδίζουν σημαντικά την εφικτότητα της αποτίμησης.

(18)

Στο άρθρο 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ορίζεται η έννοια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις για τον περαιτέρω προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες ορισμένες δραστηριότητες, υπηρεσίες και λειτουργίες μπορούν να εμπίπτουν στον ορισμό της κρίσιμης λειτουργίας ή του βασικού επιχειρηματικού τομέα. Υπό την έννοια αυτή, η αποδοτικότητα ενός επιχειρηματικού τομέα δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή λόγο για να εξαιρούνται από τη διάσωση με ίδια μέσα υποχρεώσεις που συνδέονται με τον συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα. Η εξαίρεση μπορεί, ωστόσο, να δικαιολογείται όταν η διατήρηση ενός βασικού επιχειρηματικού τομέα έχει καίρια σημασία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης κρίσιμων λειτουργιών, εφόσον η συνέχιση κεντρικών λειτουργιών, υπηρεσιών και συναλλαγών προωθεί αυτόν τον στόχο.

(19)

Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν υποχρεώσεις που είναι απαραίτητες για τον σκοπό της διαχείρισης κινδύνων (αντιστάθμιση κινδύνου) στο πλαίσιο κρίσιμων λειτουργιών, μόνον εάν η διαχείριση κινδύνων (αντιστάθμιση κινδύνου) αναγνωρίζεται για σκοπούς προληπτικής εποπτείας και έχει καίρια σημασία για τη διατήρηση των εργασιών που συνδέονται με κρίσιμες λειτουργίες κατά τέτοιον τρόπο ώστε, εάν ακυρωνόταν η αντιστάθμιση κινδύνου, θα υπονομευόταν σοβαρά η συνέχιση της κρίσιμης λειτουργίας.

(20)

Επίσης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν υποχρεώσεις που είναι απαραίτητες για τον σκοπό της διαχείρισης κινδύνων (αντιστάθμιση κινδύνου) στο πλαίσιο κρίσιμων λειτουργιών μόνον εάν, σε περίπτωση ακύρωσης του μέτρου διαχείρισης κινδύνου, θα ήταν αδύνατη η αντικατάστασή του από το ίδρυμα με εύλογους όρους, εντός του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τη διατήρηση της κρίσιμης λειτουργίας, μεταξύ άλλων λόγω των περιθωρίων ή της αβεβαιότητας της αποτίμησης.

(21)

Ένας επιπλέον στόχος της εξυγίανσης, ο οποίος θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εξαίρεση από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, είναι η πρόληψη της μετάδοσης, προκειμένου να μην προκληθούν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση βάσει του λόγου αυτού θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον εάν είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική, αλλά και όταν η μετάδοση είναι τόσο σοβαρή ώστε θα μπορούσε να επεκταθεί και να διαταράξει σοβαρά τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, προκαλώντας έτσι μεγάλη αναστάτωση στην οικονομία κράτους μέλους ή της Ένωσης.

(22)

Φαίνεται ότι η εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα ενέχει, σε ορισμένο βαθμό, τον κίνδυνο της μετάδοσης. Η νομοθετική απόφαση να συμπεριληφθεί το εργαλείο της διάσωσης με ίδια μέσα στην οδηγία 2014/59/ΕΕ ως βασικό εργαλείο εξυγίανσης, σε συνδυασμό με την αρχή σύμφωνα με την οποία οι πιστωτές και οι μέτοχοι θα πρέπει να βαρύνονται με ζημίες, σημαίνει ότι ο εγγενής κίνδυνος μετάδοσης, που μπορεί να ενέχει η διάσωση με ίδια μέσα, δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτοδικαίως ως λόγος εξαίρεσης υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά αυτούς τους λόγους και να δικαιολογούν την εξαίρεση μιας υποχρέωσης από τη διάσωση με ίδια μέσα, με το σκεπτικό ότι η υποχρέωση που εξαιρείται είναι πιθανότερο να προκαλέσει ευρεία μετάδοση του τύπου που περιγράφεται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ από ό,τι οι υποχρεώσεις που δεν εξαιρούνται. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να βασίζουν την εκτίμησή τους σε κατάλληλες μεθοδολογίες, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, ποσοτικές αναλύσεις για τον καθορισμό του κινδύνου και της βαρύτητας τόσο της ευρείας μετάδοσης όσο και της σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους ή της Ένωσης.

(23)

Η ανάγκη εξαίρεσης λόγω του κινδύνου ευρείας μετάδοσης ενδέχεται να επηρεάζεται από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά κατά τη χρονική στιγμή της διάσωσης με ίδια μέσα, ιδίως όταν η πτώχευση της επιχείρησης σημειώνεται σε συνθήκες έντονων πιέσεων ή έλλειψης εμπιστοσύνης έναντι του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο κίνδυνος πρόκλησης σημαντικών άμεσων ή έμμεσων δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στην εμπιστοσύνη της αγοράς, λόγω της εφαρμογής των εργαλείων και της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης, θα πρέπει να εξετάζεται στην εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης, σύμφωνα με την απαίτηση του τμήματος Γ σημείο 26 του παραρτήματος της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Ως εκ τούτου, όταν, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, η αρχή εξυγίανσης εξαιρεί μια υποχρέωση από τη διάσωση με ίδια μέσα, επικαλούμενη τον κίνδυνο ευρείας μετάδοσης, η αρχή εξυγίανσης οφείλει να εξηγεί για ποιον λόγο δεν αντιμετωπίστηκαν τα εμπόδια στη διάσωση με ίδια μέσα κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού της εξυγίανσης, εφόσον οι εν λόγω εξαιρέσεις συνιστούν εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να αξιολογεί αν το φαινόμενο της μετάδοσης προκύπτει, ή επιδεινώνεται σοβαρά, από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα στις εν λόγω υποχρεώσεις ή αν, στην πραγματικότητα, οφείλεται στην πτώχευση του ίδιου του ιδρύματος και μόνον.

(24)

Ο κίνδυνος ευρείας μετάδοσης μπορεί να είναι άμεσος, όταν οι άμεσες ζημίες τις οποίες υφίστανται οι αντισυμβαλλόμενοι του ιδρύματος υπό εξυγίανση έχουν ως αποτέλεσμα την αθέτηση υποχρεώσεων ή σοβαρά προβλήματα φερεγγυότητας για τους εν λόγω αντισυμβαλλόμενους και, κατ' επέκταση, για τους δικούς τους αντισυμβαλλόμενους. Η πιθανότητα πτώχευσης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που τελούν υπό πτώχευση ή βρίσκονται σε δυσχερή θέση ως άμεση συνέπεια της διάσωσης με ίδια μέσα δεν θα πρέπει να οδηγεί αυτοδικαίως στην εξαίρεση των υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα. Οι αποφάσεις για τις εξαιρέσεις θα πρέπει να λαμβάνονται ανάλογα με τους συστημικούς κινδύνους που ενδέχεται να προκαλέσει η άμεση μετάδοση.

(25)

Ο κίνδυνος ευρείας μετάδοσης μπορεί επίσης να είναι έμμεσος και να οφείλεται, επί παραδείγματι, στην απώλεια της εμπιστοσύνης ορισμένων παραγόντων της αγοράς, όπως των καταθετών, ή σε επιδράσεις στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. H έμμεση μετάδοση μπορεί επίσης να διευκολυνθεί από την απώλεια της εμπιστοσύνης στις χρηματοδοτικές αγορές (λιανικές και χονδρικές) —ελαχιστοποίηση προσφοράς, απαιτήσεις για υψηλότερα περιθώρια τόσο εν γένει όσο και για τα ιδρύματα που εμφανίζουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τα χαρακτηριστικά του ιδρύματος που τελεί υπό πτώχευση ή εκποίηση σε εξευτελιστικές τιμές περιουσιακών στοιχείων από ιδρύματα που έχουν προβλήματα ρευστότητας.

(26)

Κατά τη διάσωση ορισμένων υποχρεώσεων με ίδια μέσα, μπορεί να υπάρξει καταστροφή αξίας, όταν οι εν λόγω υποχρεώσεις αποτελούν μέρος ενός επιτυχημένου επιχειρηματικού τομέα ο οποίος, υπό άλλες συνθήκες, θα προσέθετε σημαντική αξία στην τράπεζα, όπως π.χ. στο πλαίσιο πώλησης ενός προϊόντος σε αγοραστή του ιδιωτικού τομέα. Για να εξαιρέσει η αρχή εξυγίανσης μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, η αξία που διατηρείται θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε οι πιστωτές που δεν εξαιρούνται να βρεθούν (δυνητικά) σε καλύτερη κατάσταση από την κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν, εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν εξαιρούνταν από τη διάσωση με ίδια μέσα. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν μια υποχρέωση από τη διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εφόσον το όφελος της εξαίρεσης για άλλους πιστωτές θα ήταν μεγαλύτερο από τη συμβολή τους στην απορρόφηση των ζημιών και στην ανακεφαλαιοποίηση, εάν δεν εφαρμοζόταν εξαίρεση. Αυτό μπορεί να ισχύει, για παράδειγμα, στην περίπτωση που η αξία η οποία διατηρείται μπορεί να προσδιοριστεί σαφώς μέσω της αντίστοιχης αύξησης του αντιτίμου που καταβάλλει ένας αγοραστής του ιδιωτικού τομέα.

(27)

Στο πλαίσιο της εκτίμησης των πιθανών οφελών από την άποψη της διατήρησης της αξίας, τα οποία ενδέχεται να προκύψουν από την εξαίρεση μιας υποχρέωσης από τη διάσωση με ίδια μέσα, στο άρθρο 36 παράγραφος 16 και στο άρθρο 49 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ανατίθενται, αντίστοιχα, αρμοδιότητες στην Επιτροπή ώστε να εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τόσο σχετικά με την αποτίμηση για τον σκοπό της εξυγίανσης, όσο και σχετικά με την αποτίμηση των παραγώγων. Ανάλογα με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται, η εκκαθάριση των παραγώγων μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον ζημίες οι οποίες υπερβαίνουν τις δυνατότητες διάσωσης με ίδια μέσα της αντίστοιχης υποχρέωσης και προκαλούν, με τη σειρά τους, περαιτέρω ζημίες, αυξάνοντας ενδεχομένως το βάρος της διάσωσης με ίδια μέσα που επωμίζονται άλλοι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση. Πρόσθετες ζημίες μπορούν να προκύψουν από τα έξοδα αντικατάστασης που βαρύνουν τον αντισυμβαλλόμενο ή από έξοδα που βαρύνουν το ίδρυμα υπό εξυγίανση για την αποκατάσταση ανοικτών αντισταθμίσεων κινδύνου που δεν αποτυπώνονται στην αξία εν λειτουργία των παραγώγων. Στις περιστάσεις αυτές, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον η μείωση αξίας έχει ως αποτέλεσμα να είναι υψηλότερες οι ζημίες τις οποίες υφίστανται οι μη εξαιρούμενοι πιστωτές σε σύγκριση με τις ζημίες που θα προέκυπταν, εάν η εν λόγω υποχρέωση είχε εξαιρεθεί από τη διάσωση με ίδια μέσα. Αμιγώς κερδοσκοπικές προσδοκίες για πιθανή αύξηση αξίας δεν μπορούν να αποτελούν λόγο εξαίρεσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Ο παρών κανονισμός ορίζει κανόνες για τον περαιτέρω προσδιορισμό των έκτακτων περιστάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, βάσει των οποίων η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εξαιρεί ή να εξαιρεί εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο της διάσωσης με ίδια μέσα.

2.   Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται από μια αρχή εξυγίανσης που ορίζεται από κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, καθώς και από το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων και των εξουσιών του δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2).

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «άμεση μετάδοση»: κατάσταση στην οποία οι άμεσες ζημίες των αντισυμβαλλομένων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, οι οποίες προκύπτουν από την απομείωση των υποχρεώσεων του ιδρύματος, οδηγούν στην αθέτηση υποχρεώσεων ή πιθανή αθέτηση υποχρεώσεων των εν λόγω αντισυμβαλλομένων στο εγγύς μέλλον.

2)   «έμμεση μετάδοση»: κατάσταση στην οποία η απομείωση ή η μετατροπή των υποχρεώσεων του ιδρύματος δημιουργεί αρνητική αντίδραση από τους παράγοντες της αγοράς, η οποία οδηγεί σε σοβαρή διαταραχή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που μπορεί να πλήξει την πραγματική οικονομία.

Άρθρο 4

Κοινές διατάξεις

1.   Οι αρχές εξυγίανσης δεν εξαιρούν μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, εκτός εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις περιλαμβάνονται μεταξύ των υποχρεώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

2.   Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να εξαιρέσει μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, βασίζεται σε κατά περίπτωση ανάλυση του ιδρύματος υπό εξυγίανση και η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται αυτοδικαίως.

3.   Όταν εξετάζει την εφαρμογή εξαιρέσεων, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, και πριν εξαιρέσει πλήρως μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, η αρχή εξυγίανσης εξετάζει καταρχάς την επιλογή της μερικής εξαίρεσης της εν λόγω υποχρέωσης, περιορίζοντας την έκταση της απομείωσής της όπου αυτό είναι δυνατό.

4.   Για να αποφασίσει αν μια υποχρέωση θα πρέπει να εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί αν πληρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τη χρονική στιγμή κατά την οποία εφαρμόζεται το εργαλείο της διάσωσης με ίδια μέσα στο ίδρυμα. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται με την επιφύλαξη της υποχρέωσης της αρχής εξυγίανσης να ακολουθήσει το σχέδιο εξυγίανσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 87 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

5.   Η απόφαση για την εξαίρεση μιας υποχρέωσης ή κατηγορίας υποχρεώσεων από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, βασίζεται σε έναν τουλάχιστον από τους στόχους εξυγίανσης που περιγράφονται στο άρθρο 31 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας.

6.   Η απόφαση για την εξαίρεση ή τη μερική εξαίρεση μιας υποχρέωσης ή κατηγορίας υποχρεώσεων από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η οποία συνεπάγεται τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης, δικαιολογείται δεόντως, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για άμεση δρομολόγηση της διαδικασίας, με βάση τις περιστάσεις της εκάστοτε περίπτωσης.

7.   Όταν η αρχή εξυγίανσης υποθέτει ότι μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων είναι πολύ πιθανό και εφικτό να συμβάλει στην απορρόφηση των ζημιών και στην ανακεφαλαιοποίηση, καθώς και ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι αδύνατο να πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3, η εν λόγω αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει καθεμία από τις εξής περιπτώσεις, εάν στη συνέχεια αποφασίσει να εξαιρέσει ή να εξαιρέσει εν μέρει μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3, και η απόφαση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση ζημιών στο Ταμείο Εξυγίανσης:

α)

τις εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες διαφέρουν από εκείνες που ίσχυαν τη χρονική στιγμή του σχεδιασμού της εξυγίανσης, βάσει των οποίων οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να εξαιρεθούν από τη διάσωση με ίδια μέσα τη χρονική στιγμή της ανάληψης δράσης εξυγίανσης·

β)

για ποιον λόγο η ανάγκη εξαίρεσης και, ιδίως, οι εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν επιτακτική την ανάγκη εξαίρεσης ήταν αδύνατο να προβλεφθούν κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού της εξυγίανσης·

γ)

εφόσον η ανάγκη για εξαίρεση έχει προβλεφθεί στο σχέδιο εξυγίανσης, με ποιον τρόπο η αρχή εξυγίανσης αντιμετώπισε αυτήν την ανάγκη, ώστε να μην αποτελεί εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης.

8.   Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει αν θα εξαιρέσει ή αν θα εξαιρέσει εν μέρει μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν η εξαίρεση έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση ζημιών στο Ταμείο Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει επίσης:

α)

με ποιον τρόπο/αν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6 του παρόντος κανονισμού· και

β)

για ποιον λόγο η ανάγκη εξαίρεσης ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη μέθοδο αποτίμησης, δυνάμει του άρθρου 36 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

9.   Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει αν θα εξαιρέσει ή αν θα εξαιρέσει εν μέρει μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, προκειμένου να διαφυλάξει τη συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν η εξαίρεση έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση ζημιών στο Ταμείο Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει επίσης:

α)

με ποιον τρόπο/αν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού·

β)

για ποιον λόγο οι υποχρεώσεις που πρόκειται να εξαιρεθούν είναι σημαντικότερες για τη συνέχιση σαφώς καθορισμένων κρίσιμων λειτουργιών ή βασικών επιχειρηματικών τομέων από τις υποχρεώσεις που δεν πρόκειται να εξαιρεθούν.

10.   Όταν η αρχή εξυγίανσης εξαιρεί ή εξαιρεί εν μέρει μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα ευρείας μετάδοσης, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν η εξαίρεση έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση ζημιών στο Ταμείο Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει επίσης:

α)

με ποιον τρόπο/αν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού·

β)

τους λόγους για τους οποίους οι υποχρεώσεις που εξαιρούνται είναι πιθανότερο να προκαλέσουν ευρεία μετάδοση του τύπου που περιγράφεται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ από τις υποχρεώσεις που δεν εξαιρούνται.

11.   Όταν η αρχή εξυγίανσης εξαιρεί ή εξαιρεί εν μέρει μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν η εξαίρεση έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση ζημιών στο Ταμείο Εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει επίσης με ποιον τρόπο / αν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Εξαίρεση λόγω αδυναμίας διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

1.   Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρέσουν μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα μόνον εάν τα εμπόδια που επικαλούνται οι αρχές για την εφαρμογή του συγκεκριμένου εργαλείου δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του εργαλείου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, παρά την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας από πλευράς της αρχής εξυγίανσης.

2.   Όσον αφορά την παράγραφο 1, οι αρχές εξυγίανσης εκπληρώνουν ιδίως τις εξής απαιτήσεις, πριν αποφασίσουν σχετικά με την εκεί αναφερόμενη εξαίρεση:

α)

την υποχρέωση της αρχής εξυγίανσης να παράσχει στο σχέδιο εξυγίανσης περιγραφή των διαδικασιών για τη διασφάλιση, εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος, της διαθεσιμότητας των πληροφοριών που απαιτούνται για τους σκοπούς της αποτίμησης, δυνάμει των άρθρων 36 και 49 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

β)

την υποχρέωση της αρχής εξυγίανσης να αντιμετωπίσει κάθε εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος, περιλαμβανομένων των περιστάσεων που οδηγούν σε πιθανή εξαίρεση οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί στη διαδικασία σχεδιασμού της εξυγίανσης, όταν αυτές οι πιθανές εξαιρέσεις συνιστούν εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης.

Άρθρο 6

Εύλογο χρονικό διάστημα

1.   Όταν οι αρχές εξυγίανσης επιθυμούν να εξαιρέσουν μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, και προκειμένου να προσδιορίσουν τι συνιστά «εύλογο χρονικό διάστημα», οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν τα εξής:

α)

πότε πρέπει να πραγματοποιηθεί ο τελικός προσδιορισμός του ποσού της απομείωσης·

β)

μέχρι πότε θα πρέπει να εκτελεστούν όλες οι εργασίες που είναι αναγκαίες για τη διάσωση με ίδια μέσα αυτών των υποχρεώσεων, προκειμένου να εκπληρωθούν οι στόχοι της εξυγίανσης, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης που επικρατεί τη χρονική στιγμή της δράσης εξυγίανσης.

2.   Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν τα εξής:

α)

την ανάγκη για δημοσιοποίηση της απόφασης σχετικά με τη διάσωση με ίδια μέσα και για καθορισμό του ποσού της διάσωσης με ίδια μέσα και του οριστικού καταμερισμού του στις διάφορες κατηγορίες πιστωτών·

β)

τις συνέπειες της καθυστέρησης της εν λόγω απόφασης σε σχέση με την εμπιστοσύνη της αγοράς, τις πιθανές αντιδράσεις της αγοράς, όπως π.χ. εκροές ρευστότητας, καθώς και την αποτελεσματικότητα της δράσης εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη αμφότερα τα εξής στοιχεία:

i)

αν η δυσχέρεια και ο κίνδυνος πτώχευσης του ιδρύματος είναι σε γνώση των παραγόντων της αγοράς·

ii)

την ορατότητα των συνεπειών της δυσχέρειας ή της πιθανής πτώχευσης του ιδρύματος για τους παράγοντες της αγοράς·

γ)

τις ώρες λειτουργίας των αγορών, εφόσον μπορούν να επηρεάσουν τη συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών και τα φαινόμενα μετάδοσης·

δ)

την (τις) ημερομηνία(-ες) αναφοράς στις οποίες πρέπει να εκπληρωθούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις·

ε)

τις ημερομηνίες στις οποίες καθίστανται απαιτητές οι πληρωμές του ιδρύματος και τη λήξη των σχετικών υποχρεώσεων.

Άρθρο 7

Εξαίρεση για τη διατήρηση ορισμένων κρίσιμων λειτουργιών και βασικών επιχειρηματικών τομέων δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

1.   Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν υποχρεώσεις ή μια κατηγορία υποχρεώσεων, όταν η εξαίρεση είναι αναγκαία και αναλογική για τη συνέχιση ορισμένων κρίσιμων λειτουργιών και εφόσον θεωρούν ότι η υποχρέωση ή η κατηγορία υποχρεώσεων συνδέεται με μια κρίσιμη λειτουργία για τη συνέχιση της οποίας η συγκεκριμένη υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων δεν θα πρέπει να διασωθεί με ίδια μέσα, εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις εξής περιστάσεις:

α)

η διάσωση με ίδια μέσα της υποχρέωσης ή της κατηγορίας υποχρεώσεων υπονομεύει τη λειτουργία, λόγω της διαθεσιμότητας χρηματοδότησης ή της εξάρτησης από αντισυμβαλλόμενους, όπως π.χ. οι αντισυμβαλλόμενοι της αντιστάθμισης κινδύνου, και από φορείς που παρέχουν υποδομές ή υπηρεσίες στο ίδρυμα, οι οποίοι ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα ή την πρόθεση να συνεχίσουν τις συναλλαγές με το ίδρυμα μετά τη διάσωση με ίδια μέσα·

β)

η εν λόγω κρίσιμη λειτουργία συνιστά υπηρεσία που παρέχεται από το ίδρυμα σε τρίτους και εξαρτάται από την αδιάλειπτη εκτέλεση της υποχρέωσης.

2.   Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν τις υποχρεώσεις που είναι απαραίτητες για τον σκοπό της διαχείρισης κινδύνων (αντιστάθμιση κινδύνου) στο πλαίσιο κρίσιμων λειτουργιών, μόνον όταν πληρούνται αμφότερες οι εξής προϋποθέσεις:

α)

η διαχείριση κινδύνων (αντιστάθμιση κινδύνου) αναγνωρίζεται για σκοπούς προληπτικής εποπτείας και έχει καίρια σημασία για τη διατήρηση των δραστηριοτήτων που συνδέονται με κρίσιμες λειτουργίες·

β)

το ίδρυμα δεν έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει ένα ακυρωθέν μέτρο διαχείρισης κινδύνου με εύλογους όρους και εντός του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τη διατήρηση της κρίσιμης λειτουργίας.

3.   Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν υποχρεώσεις για τους σκοπούς της διατήρησης μιας σχέσης χρηματοδότησης μόνον όταν πληρούνται αμφότερες οι εξής προϋποθέσεις:

α)

η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι η χρηματοδότηση έχει καίρια σημασία για τη διατήρηση μιας κρίσιμης λειτουργίας·

β)

με βάση το άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού, το ίδρυμα δεν έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τη χρηματοδότηση εντός του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τη διατήρηση της κρίσιμης λειτουργίας.

4.   Οι αρχές εξυγίανσης δεν εξαιρούν μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων αποκλειστικά και μόνο με βάση τις εξής παραμέτρους:

α)

τη λήξη της·

β)

την προσδοκία αύξησης του κόστους χρηματοδότησης, η οποία δεν υπονομεύει τη συνέχιση της κρίσιμης λειτουργίας·

γ)

την προσδοκία για μελλοντικό πιθανό κέρδος.

5.   Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν υποχρεώσεις ή μια κατηγορία υποχρεώσεων, όταν η εξαίρεση αυτή είναι αναγκαία και αναλογική για τη συνέχιση ενός βασικού επιχειρηματικού τομέα και η εξαίρεση της εν λόγω υποχρέωσης έχει καίρια σημασία για να μπορεί το ίδρυμα υπό εξυγίανση να συνεχίσει να εκτελεί κεντρικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές, καθώς και για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που ορίζονται στο άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Άρθρο 8

Εξαίρεση για να αποφευχθούν φαινόμενα ευρείας μετάδοσης δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

1.   Όταν οι αρχές εξυγίανσης εξετάζουν το ενδεχόμενο να εφαρμόσουν εξαίρεση λόγω του κινδύνου άμεσης μετάδοσης, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, θα πρέπει να αξιολογούν, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τη διασύνδεση του ιδρύματος υπό εξυγίανση με τους αντισυμβαλλομένους του.

Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την εξέταση των ανοιγμάτων στους σχετικούς αντισυμβαλλόμενους σε σχέση με τον κίνδυνο διαδοχικών πτωχεύσεων, που ενδέχεται να προκαλέσει η διάσωση με ίδια μέσα αυτών των ανοιγμάτων·

β)

τη συστημική σημασία των αντισυμβαλλόμενων που κινδυνεύουν με πτώχευση, σε σχέση κυρίως με άλλους παράγοντες της χρηματοπιστωτικής αγοράς και άλλους φορείς που παρέχουν υποδομές χρηματοπιστωτικής αγοράς.

2.   Όταν η αρχή εξυγίανσης εξετάζει το ενδεχόμενο να εφαρμόσει εξαίρεση λόγω του κινδύνου έμμεσης μετάδοσης, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, αξιολογεί, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της εξαίρεσης, βάσει πολλαπλών δεικτών που είναι συναφείς με τους εκάστοτε στόχους. Μεταξύ των δεικτών που ενδέχεται να είναι σημαντικοί για την εκάστοτε περίπτωση, συγκαταλέγονται οι εξής:

α)

ο αριθμός, το μέγεθος και η διασύνδεση των ιδρυμάτων που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με το ίδρυμα υπό εξυγίανση, στον βαθμό που αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει εκτεταμένη έλλειψη εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα ή στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα·

β)

ο αριθμός των φυσικών προσώπων που θίγονται άμεσα ή έμμεσα από τη διάσωση με ίδια μέσα, η προβολή και η κάλυψη της δράσης εξυγίανσης από τον Τύπο, στον βαθμό που αυτή ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τη συνολική εμπιστοσύνη στο τραπεζικό ή στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα·

γ)

ο αριθμός, το μέγεθος, η διασύνδεση των αντισυμβαλλομένων που θίγονται από τη διάσωση με ίδια μέσα, περιλαμβανομένων των παραγόντων της αγοράς από τον μη τραπεζικό τομέα, καθώς και η σημασία των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούν οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι·

δ)

η δυνατότητα πρόσβασης των αντισυμβαλλομένων σε εναλλακτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών για λειτουργίες που έχουν αξιολογηθεί ως υποκαταστάσιμες, δεδομένης της εκάστοτε κατάστασης·

ε)

το αν σημαντικός αριθμός αντισυμβαλλομένων ενδέχεται να αποσύρει τη χρηματοδότηση ή να διακόψει τις συναλλαγές με άλλα ιδρύματα μετά τη διάσωση με ίδια μέσα ή αν οι αγορές ενδέχεται να σταματήσουν να λειτουργούν ομαλά ως επακόλουθο της διάσωσης με ίδια μέσα των εν λόγω παραγόντων της αγοράς, ιδίως σε περίπτωση γενικευμένης απώλειας της εμπιστοσύνης της αγοράς ή σε περίπτωση πανικού·

στ)

η εκτεταμένη απόσυρση βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης ή καταθέσεων σημαντικών ποσών·

ζ)

ο αριθμός, το μέγεθος ή η σημασία των ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων για έγκαιρη παρέμβαση ή της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων πτώχευσης ή που είναι πιθανό να πτωχεύσουν, δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

η)

ο κίνδυνος σημαντικής διακοπής κρίσιμων λειτουργιών ή σημαντικής αύξησης των τιμών παροχής τέτοιου είδους λειτουργιών [όπως προκύπτει από τις μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς για τέτοιου είδους λειτουργίες ή από τη διαθεσιμότητά τους] ή οι προσδοκίες των αντισυμβαλλομένων και άλλων συμμετεχόντων στην αγορά·

θ)

εκτεταμένες σημαντικές μειώσεις στις τιμές μετοχών των ιδρυμάτων ή στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων που έχουν στην κατοχή τους τα ιδρύματα, ειδικότερα όταν αυτά ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στην κεφαλαιακή κατάσταση των ιδρυμάτων·

ι)

γενική και εκτεταμένη σημαντική μείωση της βραχυπρόθεσμης ή μεσοπρόθεσμης χρηματοδότησης που είναι διαθέσιμη για τα ιδρύματα·

ια)

η σημαντική διατάραξη της λειτουργίας της διατραπεζικής αγοράς χρηματοδότησης, όπως προκύπτει από σημαντική αύξηση των απαιτήσεων όσον αφορά τα περιθώρια ασφάλειας και μείωση των εξασφαλίσεων που είναι διαθέσιμες στα ιδρύματα·

ιβ)

εκτεταμένες και σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των ασφαλίσεων που καλύπτουν τον κίνδυνο αθέτησης ή υποβάθμιση της πιστοληπτικής διαβάθμισης των ιδρυμάτων ή άλλων συμμετεχόντων στην αγορά, που σχετίζονται με τη χρηματοπιστωτική κατάσταση των ιδρυμάτων.

Άρθρο 9

Εξαίρεση για να αποφευχθεί η μείωση αξίας δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

1.   Οι αρχές εξυγίανσης έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν μια υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα, όταν η εν λόγω εξαίρεση αποτρέπει την καταστροφή αξίας, ώστε οι κάτοχοι των υποχρεώσεων που δεν εξαιρούνται να βρεθούν σε καλύτερη κατάσταση από την κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν εάν οι υποχρεώσεις διασώζονταν με ίδια μέσα.

2.   Προκειμένου να αξιολογήσουν αν πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1, οι αρχές εξυγίανσης συγκρίνουν και αποτιμούν το αποτέλεσμα για όλους τους πιστωτές, όπως θα προέκυπτε από μια ενδεχόμενη διάσωση με ίδια μέσα και από μια ενδεχόμενη μη διάσωση με ίδια μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 16 και το άρθρο 49 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Άρθρο 10

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Φεβρουαρίου 2016.

Για την Επιτροπή

O Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1).


Top