Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016R0100

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/100 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2015, σχετικά με τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εξειδίκευση της διαδικασίας κοινής απόφασης όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων χορήγησης ορισμένων αδειών προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 21, 28.1.2016, p. 45–53 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2016/100/oj

28.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 21/45


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/100 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 16ης Οκτωβρίου 2015

σχετικά με τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εξειδίκευση της διαδικασίας κοινής απόφασης όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων χορήγησης ορισμένων αδειών προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 20 παράγραφος 8,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατά την αξιολόγηση της πληρότητας των αιτήσεων χορήγησης ορισμένων αδειών προληπτικής εποπτείας, πριν από τη λήψη απόφασης για τη χορήγηση ή μη των αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι σχετικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν έγκαιρη και αποτελεσματική αμοιβαία συνεργασία και να αναπτύσσουν κοινή αντίληψη σχετικά με την παραλαβή της πλήρους αίτησης ή σχετικά με τις πτυχές της αίτησης που θεωρούνται ελλιπείς.

(2)

Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας θα πρέπει να επιβεβαιώνει την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης στον αιτούντα και στις σχετικές αρμόδιες αρχές, με σκοπό τη διασφάλιση σαφήνειας όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία έναρξης της εξάμηνης περιόδου για την επίτευξη κοινής απόφασης και την ελαχιστοποίηση των κινδύνων πιθανών διαφορών ως προς το εν λόγω σημείο έναρξης.

(3)

Η αξιολόγηση της πληρότητας της αίτησης θα πρέπει να διενεργείται με βάση τα στοιχεία τα οποία οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να αξιολογήσουν προκειμένου να αποφασίσουν αν θα χορηγήσουν την αιτούμενη άδεια. Η σχέση μεταξύ της αξιολόγησης που πρέπει να εκτελείται από τις αρμόδιες αρχές και των πληροφοριών που αναμένεται να περιλαμβάνονται στις υποβαλλόμενες αιτήσεις είναι θεμελιώδους σημασίας ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα των αιτήσεων και εξασφαλίζει τη συνέπεια μεταξύ των εποπτικών σωμάτων, όσον αφορά τόσο το περιεχόμενο των αιτήσεων όσο και την αξιολόγηση της πληρότητας.

(4)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή της διαδικασίας για την επίτευξη κοινής απόφασης, είναι σημαντικό να καθορίζεται σαφώς κάθε στάδιο. Μια σαφώς καθορισμένη διαδικασία διευκολύνει την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών, εξασφαλίζει την αναλογική κατανομή και την αποτελεσματική διαχείριση των εποπτικών πόρων, προωθεί την αμοιβαία κατανόηση, δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των εποπτικών αρχών και προωθεί την αποτελεσματική εποπτεία.

(5)

Η αξιολόγηση της πληρότητας της αίτησης δεν θα πρέπει να επεκτείνεται στην αξιολόγηση της αίτησης που διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διαμορφώσουν γνώμη σχετικά με το εάν θα χορηγήσουν την άδεια. Ο χρόνος που αφιερώνεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας κοινής απόφασης θα πρέπει επομένως να είναι ανάλογος με την πολυπλοκότητα και την έκταση του συγκεκριμένου σταδίου, λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν μπορεί να παραταθεί ή να ανασταλεί η χρονική περίοδος για τη λήψη κοινής απόφασης.

(6)

Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσο και με ποιον τρόπο το υπόδειγμα το οποίο αφορά η αιτούμενη άδεια καλύπτει ανοίγματα σε περιοχές δικαιοδοσίας εκτός της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προωθηθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών, ώστε να είναι σε θέση οι αρμόδιες αρχές να προβούν σε πλήρη αξιολόγηση των επιδόσεων του υποδείγματος.

(7)

Ο έγκαιρος και ρεαλιστικός προγραμματισμός για τη διαδικασία κοινής απόφασης έχει καθοριστική σημασία. Κάθε εμπλεκόμενη αρμόδια αρχή θα πρέπει να παρέχει στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας την εισήγησή της όσον αφορά την κοινή απόφαση με έγκαιρο και αποτελεσματικό τρόπο.

(8)

Για να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες εφαρμογής, θα πρέπει να καθοριστούν τα στάδια που πρέπει να ακολουθούνται για τη διενέργεια της αξιολόγησης και την επίτευξη κοινής απόφασης, ενώ θα αναγνωρίζεται ότι ορισμένα καθήκοντα της διαδικασίας μπορούν να εκτελούνται παράλληλα και άλλα διαδοχικά.

(9)

Για να διευκολυνθεί η επίτευξη κοινών αποφάσεων, είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων να διεξάγουν διάλογο μεταξύ τους, ιδίως πριν από την οριστικοποίηση των κοινών αποφάσεων.

(10)

Για να εξασφαλιστεί η καθιέρωση αποτελεσματικής διαδικασίας, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας θα πρέπει να έχει την τελική ευθύνη για τον καθορισμό των σταδίων που πρέπει να ακολουθηθούν για την επίτευξη κοινής απόφασης όσον αφορά την έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων.

(11)

Ο καθορισμός σαφών διατάξεων για το περιεχόμενο των κοινών αποφάσεων θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι κοινές αποφάσεις είναι πλήρως αιτιολογημένες και να συμβάλλει στην αποτελεσματική παρακολούθηση τυχόν όρων και προϋποθέσεων.

(12)

Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται μετά την επίτευξη κοινής απόφασης, να υπάρχει διαφάνεια ως προς την αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων της απόφασης και να διευκολυνθούν οι ενδεδειγμένες επακόλουθες ενέργειες, όπου χρειάζεται, θα πρέπει να καθοριστούν πρότυπα όσον αφορά τη γνωστοποίηση της κοινής απόφασης.

(13)

Το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας για την επίτευξη κοινής απόφασης σχετικά με τις αιτήσεις χορήγησης αδειών που αφορούν ουσιώδεις επεκτάσεις ή μεταβολές υποδειγμάτων και την κατανομή των εργασιών μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των σχετικών αρμόδιων αρχών θα πρέπει να είναι ανάλογο με την έκταση των εν λόγω ουσιωδών επεκτάσεων ή μεταβολών υποδειγμάτων.

(14)

Η διαδικασία κοινής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 περιλαμβάνει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση. Για να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες εφαρμογής της συγκεκριμένης πτυχής της διαδικασίας, και ιδίως η διατύπωση πλήρως αιτιολογημένων αποφάσεων και η αποσαφήνιση του τρόπου αντιμετώπισης τυχόν απόψεων και επιφυλάξεων των σχετικών αρμόδιων αρχών, θα πρέπει να καθοριστούν πρότυπα που να καλύπτουν το χρονοδιάγραμμα για τη λήψη αποφάσεων ελλείψει κοινής απόφασης και τη γνωστοποίησή τους.

(15)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ) στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(16)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διεξήγαγε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις όσον αφορά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, προέβη σε ανάλυση του δυνητικού σχετικού κόστους/οφέλους και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός εξειδικεύει τη διαδικασία κοινής απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις αιτήσεις χορήγησης των αδειών που μνημονεύονται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 και το άρθρο 363 του εν λόγω κανονισμού, με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης κοινών αποφάσεων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «σχετική αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή, εκτός από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία θυγατρικών που συμμετέχουν στην υποβολή της κοινής αίτησης, ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ σε κράτος μέλος και η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οφείλει να καταλήξει σε κοινή απόφαση σχετικά με την αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού·

2)   «αιτών»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και οι θυγατρικές αυτού ή οι θυγατρικές μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, που υποβάλλουν την αίτηση·

3)   «έκθεση αξιολόγησης»: η έκθεση που περιλαμβάνει την αξιολόγηση αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 6.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΟΙΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Άρθρο 3

Συμμετοχή εποπτικών αρχών τρίτης χώρας στη διαδικασία αξιολόγησης

1.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί να αποφασίσει τη συμμετοχή στην αξιολόγηση των αιτήσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εποπτικών αρχών τρίτης χώρας που συμμετέχουν στο σώμα εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/98 της Επιτροπής (3). Στην περίπτωση αυτή, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι εν λόγω αρχές καταλήγουν σε συμφωνία σχετικά με την έκταση της συμμετοχής των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

υποβολή των εισηγήσεών τους στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας όσον αφορά την έκθεση αξιολόγησης που εκπονήθηκε από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

β)

προσθήκη των εισηγήσεων, που αναφέρονται στο στοιχείο α), ως παραρτημάτων στην έκθεση αξιολόγησης που εκπονήθηκε από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2.   Όταν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποφασίζει τη συμμετοχή των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας δεν παρέχει τις εκθέσεις αξιολόγησης που εκπονήθηκαν από οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή στις αρχές εποπτείας τρίτης χώρας, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της εν λόγω σχετικής αρμόδιας αρχής.

3.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει πλήρως τις σχετικές αρμόδιες αρχές όσον αφορά την έκταση, το επίπεδο και τη φύση της συμμετοχής των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών στη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς και τον βαθμό στον οποίο οι εισηγήσεις τους ήταν επωφελείς για την έκθεση αξιολόγησης που εκπονήθηκε από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Άρθρο 4

Αξιολόγηση της πληρότητας της αίτησης

1.   Αμέσως μετά την παραλαβή της αίτησης χορήγησης άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 ή το άρθρο 363 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η οποία υποβάλλεται από τον αιτούντα, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας προωθεί την αίτηση στις σχετικές αρμόδιες αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και πάντως εντός 10 ημερών.

2.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι σχετικές αρμόδιες αρχές αξιολογούν την πληρότητα της αίτησης εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

3.   Η αίτηση θεωρείται πλήρης εφόσον περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να αξιολογήσουν την αίτηση σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και ιδίως στα άρθρα 143, 144, 151, 283, 312 και 363 του εν λόγω κανονισμού.

4.   Οι σχετικές αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν την αξιολόγησή τους για την πληρότητα της αίτησης στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

5.   Η αξιολόγηση που μνημονεύεται στην παράγραφο 4 αναφέρει όλα τα στοιχεία της αίτησης που αξιολογούνται ως ελλιπή ή ελλείποντα.

6.   Εάν η σχετική αρμόδια αρχή δεν διαβιβάσει την αξιολόγησή της όσον αφορά την πληρότητα της αίτησης στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2, η σχετική αρμόδια αρχή θεωρείται ότι έκρινε την αίτηση πλήρη.

7.   Όταν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές θεωρεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στην αίτηση είναι ελλιπείς, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει τον αιτούντα για τις πτυχές της αίτησης που θεωρείται ότι είναι ελλιπείς ή ότι λείπουν και δίνει στον αιτούντα την ευκαιρία να υποβάλει τις ελλείπουσες πληροφορίες.

8.   Όταν ο αιτών παράσχει τις ελλείπουσες πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 7, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στις σχετικές αρμόδιες αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και πάντως εντός 10 ημερών από την παραλαβή των εν λόγω πληροφοριών.

9.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι σχετικές αρμόδιες αρχές αξιολογούν την πληρότητα της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσθετες πληροφορίες εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή των εν λόγω πληροφοριών από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 3 έως 6.

10.   Σε περίπτωση που μια πλήρης αίτηση έχει προηγουμένως αξιολογηθεί ως ελλιπής, η εξάμηνη προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 λογίζεται ότι αρχίζει κατά την ημερομηνία παραλαβής από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας των πληροφοριών με τις οποίες συμπληρώθηκε η αίτηση.

11.   Μετά την αξιολόγηση της αίτησης ως πλήρους, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει τον αιτούντα και τις σχετικές αρμόδιες αρχές για το γεγονός αυτό, καθώς και για την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης ή την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών με τις οποίες συμπληρώθηκε η αίτηση.

12.   Σε κάθε περίπτωση, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές μπορεί να καλέσει τον αιτούντα να προσκομίσει συμπληρωματικές πληροφορίες για τους σκοπούς της αξιολόγησης της αίτησης και της επίτευξης κοινής απόφασης σχετικά με την αίτηση.

Άρθρο 5

Προγραμματισμός των σταδίων της διαδικασίας κοινής απόφασης

1.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι σχετικές αρμόδιες αρχές συμφωνούν, πριν από την έναρξη της διαδικασίας κοινής απόφασης, σε ένα χρονοδιάγραμμα για τα στάδια που πρέπει να ακολουθηθούν κατά την εν λόγω διαδικασία και στην κατανομή των εργασιών. Σε περίπτωση διαφωνίας, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας καθορίζει το χρονοδιάγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των σχετικών αρμόδιων αρχών. Το χρονοδιάγραμμα καθορίζεται εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή της πλήρους αίτησης. Μόλις οριστικοποιηθεί, το χρονοδιάγραμμα διαβιβάζεται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στις σχετικές αρμόδιες αρχές.

2.   Το χρονοδιάγραμμα περιλαμβάνει την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 9, και τουλάχιστον τα ακόλουθα στάδια:

α)

συμφωνία σχετικά με το χρονοδιάγραμμα και την κατανομή των εργασιών μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των σχετικών αρμόδιων αρχών·

β)

συμφωνία σχετικά με την έκταση της συμμετοχής των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών, σύμφωνα με το άρθρο 3·

γ)

διάλογο μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, των σχετικών αρμόδιων αρχών και του αιτούντα σχετικά με τα λεπτομερή στοιχεία της αίτησης, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις σχετικές αρμόδιες αρχές·

δ)

υποβολή των εκθέσεων αξιολόγησης από τις σχετικές αρμόδιες αρχές στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2·

ε)

διάλογο σχετικά με τις εκθέσεις αξιολόγησης μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των σχετικών αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2·

στ)

κατάρτιση και υποβολή του σχεδίου κοινής απόφασης από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στις σχετικές αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 3 και 4·

ζ)

διαβούλευση σχετικά με το σχέδιο κοινής απόφασης με τον αιτούντα, σε περίπτωση που απαιτείται από τη νομοθεσία κράτους μέλους·

η)

διάλογο μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των σχετικών αρμόδιων αρχών σχετικά με το σχέδιο κοινής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4·

θ)

υποβολή του σχεδίου κοινής απόφασης από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στις σχετικές αρμόδιες αρχές για συμφωνία και επίτευξη κοινής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 8·

ι)

γνωστοποίηση της κοινής απόφασης στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 9.

3.   Το χρονοδιάγραμμα πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

είναι ανάλογο με την έκταση της αίτησης·

β)

αντικατοπτρίζει την έκταση και την πολυπλοκότητα κάθε εργασίας που εκτελείται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές και την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, καθώς και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων του ομίλου στον οποίο πρόκειται να εφαρμόζεται η κοινή απόφαση·

γ)

λαμβάνει υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τις άλλες δραστηριότητες που αναλαμβάνονται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις σχετικές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του σώματος, που αναφέρεται στο άρθρο 16 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/98.

4.   Η κατανομή των εργασιών αντικατοπτρίζει τα εξής:

α)

την έκταση και την πολυπλοκότητα της αίτησης·

β)

τη σημαντικότητα της έκτασης της αίτησης για κάθε ίδρυμα·

γ)

το είδος και τη θέση των ανοιγμάτων ή κινδύνων στα οποία αναφέρεται η αίτηση·

δ)

τον βαθμό στον οποίο τα ανοίγματα ή οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται σε συγκεκριμένη περιοχή δικαιοδοσίας συμβάλλουν στη σημαντικότητα των μεταβολών ή επεκτάσεων των υποδειγμάτων, όταν αξιολογούνται σε ενοποιημένο επίπεδο·

ε)

την ικανότητα της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και κάθε σχετικής αρμόδιας αρχής να εκτελέσουν τα αναγκαία καθήκοντα για τη διενέργεια της αξιολόγησης και να εκδώσουν πλήρως αιτιολογημένη γνώμη.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), όταν η γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων ή των κινδύνων είναι διαφορετική από τη θέση στην οποία πραγματοποιείται η διαχείριση, η πίστωση ή η διαπραγμάτευση των ανοιγμάτων ή των κινδύνων, η κατανομή των εργασιών καθορίζει χωριστές αρμοδιότητες για τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται τα ανοίγματα ή οι κίνδυνοι και για τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η διαχείριση, η πίστωση ή η διαπραγμάτευση των εν λόγω ανοιγμάτων ή κινδύνων.

5.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ανακοινώνει στον αιτούντα την ενδεικτική ημερομηνία για τον διάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) και την εκτιμώμενη ημερομηνία για τη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο θ).

6.   Όταν καθίσταται αναγκαίο να επικαιροποιηθεί το χρονοδιάγραμμα ή η κατανομή των εργασιών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας το πράττει σε συνεννόηση με τις σχετικές αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 6

Κατάρτιση των εκθέσεων αξιολόγησης

1.   Οι σχετικές αρμόδιες αρχές και η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αξιολογούν την αίτηση με βάση την κατανομή των εργασιών που έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1. Οι εν λόγω αξιολογήσεις λαμβάνουν τη μορφή εκθέσεων αξιολόγησης.

2.   Κάθε σχετική αρμόδια αρχή διαβιβάζει την οικεία έκθεση αξιολόγησης στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας έως την ημερομηνία που ορίζεται στο χρονοδιάγραμμα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο δ).

3.   Κάθε έκθεση αξιολόγησης περιλαμβάνει τουλάχιστον όλα τα ακόλουθα:

α)

γνώμη σχετικά με το εάν θα πρέπει ή όχι να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια, με βάση τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 ή το άρθρο 363 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μαζί με το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται η γνώμη·

β)

όρους και προϋποθέσεις, εάν υπάρχουν, στους οποίους πρέπει να υπόκειται η άδεια, συμπεριλαμβανομένων του αντίστοιχου σκεπτικού και χρονοδιαγράμματος για την εκπλήρωσή τους·

γ)

τις αξιολογήσεις σχετικά με τα θέματα τα οποία οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να αξιολογήσουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις άδειες που αναφέρονται στα άρθρα 143, 144, 151, 283, 312 ή 363 του εν λόγω κανονισμού·

δ)

συστάσεις, εάν υπάρχουν, για την αποκατάσταση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της αίτησης και την επίτευξη κοινής απόφασης σχετικά με την αίτηση.

Άρθρο 7

Κατάρτιση του σχεδίου κοινής απόφασης

1.   Κάθε έκθεση αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 6 κοινοποιείται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε μια σχετική αρμόδια αρχή, εάν η εν λόγω εισήγηση παρουσιάζει σημασία για την αξιολόγηση από την εν λόγω αρμόδια αρχή.

2.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας συμμετέχει σε διάλογο, όπως αναφέρεται στο χρονοδιάγραμμα σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο ε), με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, με βάση τις εκθέσεις αξιολόγησης που εκπονήθηκαν από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις σχετικές αρμόδιες αρχές, με σκοπό την κατάρτιση σχεδίου κοινής απόφασης.

3.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας καταρτίζει πλήρως αιτιολογημένο σχέδιο κοινής απόφασης. Το σχέδιο κοινής απόφασης προσδιορίζει καθένα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την ονομασία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των σχετικών αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν στο σχέδιο κοινής απόφασης·

β)

την επωνυμία του ομίλου και κατάλογο όλων των ιδρυμάτων του ομίλου τα οποία αφορά το σχέδιο κοινής απόφασης και στα οποία εφαρμόζεται, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του σχεδίου κοινής απόφασης·

γ)

τις παραπομπές στις εφαρμοστέες διατάξεις του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου που αφορούν την κατάρτιση, την οριστικοποίηση και την εφαρμογή του σχεδίου κοινής απόφασης·

δ)

την ημερομηνία του σχεδίου κοινής απόφασης και κάθε σχετικής επικαιροποίησης σε περίπτωση ουσιωδών επεκτάσεων ή μεταβολών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 13·

ε)

γνώμη σχετικά με τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας, με βάση τις εκθέσεις αξιολόγησης που αναφέρονται στο άρθρο 6·

στ)

εάν η γνώμη που αναφέρεται στο στοιχείο ε) είναι θετική για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας, την ημερομηνία από την οποία χορηγείται η εν λόγω άδεια·

ζ)

σύντομη περιγραφή των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων για κάθε ίδρυμα εντός του ομίλου·

η)

τυχόν συστάσεις για την αποκατάσταση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της αίτησης και την επίτευξη κοινής απόφασης σχετικά με την αίτηση·

θ)

τυχόν όρους και προϋποθέσεις τους οποίους πρέπει να πληροί ο αιτών, συμπεριλαμβανομένου του αντίστοιχου σκεπτικού, πριν χρησιμοποιήσει την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 ή το άρθρο 363 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, κατά περίπτωση·

ι)

την ημερομηνία αναφοράς στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία ζ), η) και θ)·

ια)

το χρονοδιάγραμμα για την εκπλήρωση των όρων και προϋποθέσεων που αναφέρονται στο στοιχείο θ) ή για την εφαρμογή των συστάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο η), κατά περίπτωση·

ιβ)

το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του σχεδίου κοινής απόφασης με αντίστοιχες εθνικές άδειες, κατά περίπτωση.

4.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει το σχέδιο κοινής απόφασης στις σχετικές αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς του διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο η), κατά περίπτωση.

Άρθρο 8

Επίτευξη της κοινής απόφασης

1.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναθεωρεί το σχέδιο κοινής απόφασης, εφόσον απαιτείται, ώστε να αποτυπώνονται τα συμπεράσματα του διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4, και συντάσσει τελικό σχέδιο κοινής απόφασης.

2.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποστέλλει το τελικό σχέδιο κοινής απόφασης στις σχετικές αρμόδιες αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο χρονοδιάγραμμα σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο θ), θέτοντας προθεσμία εντός της οποίας οι εν λόγω αρχές οφείλουν να υποβάλουν τη γραπτή συγκατάθεσή τους, η οποία μπορεί να αποσταλεί με ηλεκτρονικά μέσα.

3.   Οι σχετικές αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν το τελικό σχέδιο κοινής απόφασης και δεν διαφωνούν με αυτό υποβάλλουν στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας τη γραπτή συγκατάθεσή τους εντός της καθορισμένης προθεσμίας.

4.   Θεωρείται ότι έχει επιτευχθεί κοινή απόφαση μόνον όταν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές έχουν δώσει τη γραπτή συγκατάθεσή τους.

5.   Η κοινή απόφαση περιλαμβάνει την κοινή απόφαση και τις γραπτές συγκαταθέσεις που επισυνάπτονται σε αυτήν. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει την κοινή απόφαση σε όλες τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 9

Γνωστοποίηση της κοινής απόφασης

1.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας γνωστοποιεί την κοινή απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5 στον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και τις πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της κοινής απόφασης με αντίστοιχες εθνικές άδειες, κατά περίπτωση, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο χρονοδιάγραμμα σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο ι).

2.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας επιβεβαιώνει στις σχετικές αρμόδιες αρχές ότι έχει γνωστοποιήσει την κοινή απόφαση στον αιτούντα.

3.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι σχετικές αρμόδιες αρχές συζητούν, κατά περίπτωση, την κοινή απόφαση με τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στη δικαιοδοσία τους και υπόκεινται στην κοινή απόφαση, προκειμένου να εξηγήσουν τις λεπτομέρειες της απόφασης και την εφαρμογή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΚΟΙΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Άρθρο 10

Διαδικασία λήψης αποφάσεων ελλείψει κοινής απόφασης

1.   Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, εφόσον το ζητήσει μία από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, συμβουλεύεται την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ). Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί επίσης να συμβουλευτεί την ΕΑΤ αυτεπάγγελτα.

2.   Εάν δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού τεκμηριώνεται εγγράφως και λαμβάνεται κατά τη μεταγενέστερη από τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α)

ένα μήνα μετά τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον καμία από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού·

β)

ένα μήνα μετά την παροχή οποιασδήποτε συμβουλής από την ΕΑΤ, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εάν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας συμβουλεύτηκε την ΕΑΤ εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)

ένα μήνα μετά από κάθε απόφαση που λαμβάνεται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Σε περίπτωση που έχει ζητηθεί η γνώμη της ΕΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1, η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνει επεξήγηση για τυχόν αποκλίσεις από τις συμβουλές της ΕΑΤ.

Άρθρο 11

Σύνταξη των αποφάσεων που λαμβάνονται ελλείψει κοινής απόφασης

Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας ελλείψει κοινής απόφασης περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 7 παράγραφος 3, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 12

Γνωστοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνονται ελλείψει κοινής απόφασης

Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας γνωστοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα και στις σχετικές αρμόδιες αρχές χωρίς καθυστέρηση, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΕΠΕΚΤΑΣΕΩΝ Ή ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΈΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 13

Ουσιώδεις επεκτάσεις ή μεταβολές υποδειγμάτων

1.   Σε περίπτωση που αίτηση χορήγησης άδειας αφορά ουσιώδεις επεκτάσεις ή μεταβολές υποδείγματος, σύμφωνα με το άρθρο 143 παράγραφος 3, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 ή 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 ή το άρθρο 363 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των ιδρυμάτων τα οποία επηρεάζονται από αυτές τις ουσιώδεις επεκτάσεις ή μεταβολές υποδειγμάτων συνεργάζονται, σε πλήρη συνεννόηση, προκειμένου να αποφασίσουν αν θα χορηγηθεί ή όχι η αιτούμενη άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 3 έως 9 του παρόντος κανονισμού.

2.   Το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας κοινής απόφασης για τη χορήγηση άδειας σχετικά με ουσιώδεις επεκτάσεις και μεταβολές πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

είναι ανάλογο με την έκταση των ουσιωδών επεκτάσεων ή μεταβολών υποδειγμάτων·

β)

είναι ανάλογο με τα καθήκοντα και την κατανομή των εργασιών μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των σχετικών αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των ιδρυμάτων τα οποία επηρεάζονται από τις εν λόγω ουσιώδεις επεκτάσεις ή μεταβολές υποδειγμάτων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), όταν η αίτηση αφορά ουσιώδη επέκταση ή μεταβολή υποδείγματος η οποία επηρεάζει ιδρύματα εγκατεστημένα σε ένα μόνο κράτος μέλος, περιορίζεται στο ελάχιστο ο χρόνος που διαθέτει η αρχή ενοποιημένης εποπτείας για όλες τις πτυχές της διαδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 9.

Άρθρο 14

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 16 Οκτωβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12),

(3)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/98 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2015, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό των γενικών όρων λειτουργίας των σωμάτων εποπτών (βλέπε σ. 2 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).


Top