Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013R0473

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 473/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013 , σχετικά με κοινές διατάξεις για την παρακολούθηση και την εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ

OJ L 140, 27.5.2013, p. 11–23 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 10 Volume 007 P. 274 -

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/473/oj

27.5.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 140/11


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 473/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Μαΐου 2013

σχετικά με κοινές διατάξεις για την παρακολούθηση και την εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 136, σε συνδυασμό με το άρθρο 121 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούν τις οικονομικές πολιτικές τους ως θέμα κοινού ενδιαφέροντος και ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές τους πρέπει να κατευθύνονται από την ανάγκη χρηστής διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και ότι οι οικονομικές πολιτικές τους δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την σωστή λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

(2)

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) έχει ως στόχο τη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε ολόκληρη την Ένωση και καθορίζει το πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Βασίζεται στον στόχο για υγιή δημόσια οικονομικά ως μέσο για την ενδυνάμωση των συνθηκών σταθερότητας των τιμών και για ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη βασιζομένη σε χρηματοπιστωτική σταθερότητα, υποστηρίζοντας με τον τρόπο αυτό την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για διατηρήσιμη ανάπτυξη και απασχόληση. Το ΣΣΑ περιλαμβάνει το σύστημα της πολυμερούς εποπτείας που θεσπίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (3) και τη διαδικασία αποφυγής του υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος που θεσπίζεται στο άρθρο 126 ΣΛΕΕ και προσδιορίζεται περαιτέρω στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικών ελλειμμάτων (4). Το ΣΣΑ ενισχύθηκε περαιτέρω με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1175/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1177/2011 του Συμβουλίου (6). Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1173/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, για την αποτελεσματική εφαρμογή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ (7) πρόσθεσε ένα σύστημα αποτελεσματικών, προληπτικών και σταδιακών μηχανισμών εφαρμογής υπό τη μορφή επιβολής κυρώσεων στα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ.

(3)

Η ενδυνάμωση του ΣΣΑ έχει ενισχύσει την καθοδήγηση που παρέχεται στα κράτη μέλη σχετικά με τη χάραξη συνετής δημοσιονομικής πολιτικής και, όσον αφορά τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, έχει καταστήσει αυστηρότερη και πιο αυτόματη την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, με σκοπό να αποφεύγονται τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτές οι διατάξεις δημιούργησαν πιο αναλυτικό πλαίσιο.

(4)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών και συνεχής σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών, το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, παρέχει πλαίσιο για συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο περιλαμβάνει τη διατύπωση, καθώς και την εποπτεία της εφαρμογής, των γενικών κατευθυντήριων γραμμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης (γενικές κατευθυντήριες γραμμές οικονομικής πολιτικής) σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, τη διατύπωση, και την εξέταση της εφαρμογής, κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ (κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση), την υποβολή και εκτίμηση των προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης των κρατών μελών σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, την υποβολή και εκτίμηση των εθνικών προγραμμάτων μεταρρύθμισης των κρατών μελών για την υποστήριξη της στρατηγικής της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση τα οποία εκπονήθηκαν σύμφωνα με τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές οικονομικής πολιτικής, τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και τη γενική καθοδήγηση που θέσπισαν για τα κράτη μέλη η Επιτροπή (η ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης) και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά την έναρξη του ετήσιου κύκλου εποπτείας, και την εποπτεία για την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών (8). Κατά περίπτωση, θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη γνωμοδοτήσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο ενός προγράμματος οικονομικής εταιρικής σχέσης, όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό.

(5)

Για να μπορέσει η Ένωση να εξέλθει ισχυρότερη από την κρίση, τόσο στο εσωτερικό της όσο και διεθνώς, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα, το αναπτυξιακό δυναμικό, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική σύγκλιση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 17ης Ιουνίου 2010, ενέκρινε μια νέα στρατηγική της Ένωσης για ανάπτυξη και απασχόληση η οποία περιλαμβάνει επίσης στόχους στους τομείς της καταπολέμησης της φτώχειας, της εκπαίδευσης, της καινοτομίας και της προστασίας του περιβάλλοντος.

(6)

Με σκοπό την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η ΣΛΕΕ επιτρέπει τη θέσπιση ειδικών μέτρων στη ζώνη του ευρώ που υπερβαίνουν τις διατάξεις που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη για να ενισχύσουν το συντονισμό και την εποπτεία της δημοσιονομικής πειθαρχίας τους. Αυτός ο ενισχυμένος συντονισμός και η εποπτεία θα πρέπει να συνοδεύονται από ανάλογη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων εφόσον κρίνεται αναγκαίο. Όπου κρίνεται σκόπιμο και απαραίτητο, θα πρέπει να γίνεται ενεργός χρήση ειδικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 136 ΣΛΕΕ.

(7)

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να τηρείται πλήρως το άρθρο 152 ΣΛΕΕ και οι συστάσεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις εθνικές πρακτικές και τους θεσμούς για τη διαμόρφωση των μισθών των κρατών μελών. Ο παρών κανονισμός λαμβάνει υπόψη το άρθρο 28 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατ’ αναλογία, δεν θίγει το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης και εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων και το δικαίωμα προσφυγής σε συλλογικές δράσεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις εθνικές πρακτικές.

(8)

Το άρθρο 9 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι η Ένωση, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεών της, συνεκτιμά τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης, με τη διασφάλιση επαρκούς κοινωνικής προστασίας, με την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού καθώς και με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κατάρτισης και προστασίας της ανθρώπινης υγείας.

(9)

Η σταδιακά ενισχυόμενη εποπτεία και ο συντονισμός, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα συμπληρώσουν περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, τις ισχύουσες διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και θα ενισχύσουν την εποπτεία των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ. Η σταδιακά βελτιούμενη διαδικασία παρακολούθησης θα πρέπει να συμβάλει σε καλύτερα δημοσιονομικά και οικονομικά αποτελέσματα, χρηστή δημοσιονομική και μακροχρηματοδοτική διαχείριση και οικονομική σύγκλιση, προς όφελος όλων των κρατών μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ. Στο πλαίσιο μιας σταδιακά ενισχυόμενης διαδικασίας, η στενότερη παρακολούθηση έχει ιδιαίτερη αξία για τα κράτη μέλη τα οποία υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

(10)

Οι μεροληπτικές και μη ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις μπορούν να παρεμποδίσουν την αποτελεσματικότητα του δημοσιονομικού προγραμματισμού και, κατά συνέπεια, να εξασθενίσουν τη δέσμευση για δημοσιονομική πειθαρχία. Αντικειμενικές και ρεαλιστικές μακροοικονομικές προβλέψεις μπορούν να παρέχονται από ανεξάρτητους φορείς ή φορείς που διαθέτουν λειτουργική αυτονομία έναντι των δημοσιονομικών αρχών κράτους μέλους, τα οποία στηρίζονται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις που διασφαλίζουν υψηλό βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και λογοδοσίας. Αυτού του είδους οι προβλέψεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε όλη τη δημοσιονομική διαδικασία.

(11)

Η ευρωστία των δημόσιων οικονομικών διασφαλίζεται ευκολότερα στο στάδιο του προγραμματισμού και τα σοβαρά λάθη θα πρέπει να εντοπίζονται όσο το δυνατό πιο έγκαιρα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επωφελούνται όχι μόνο από τη θέσπιση καθοδηγητικών αρχών και δημοσιονομικών στόχων αλλά και από τη συγχρονισμένη παρακολούθηση των δημοσιονομικών τους πολιτικών.

(12)

Ο καθορισμός κοινού δημοσιονομικού χρονοδιαγράμματος για τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ θα πρέπει να συγχρονίσει καλύτερα τις βασικές ενέργειες για την προετοιμασία των εθνικών προϋπολογισμών, βελτιώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα του ΣΣΑ και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Τούτο θα πρέπει να συμβάλει στην ενίσχυση των συνεργειών διευκολύνοντας τον συντονισμό των πολιτικών των κρατών μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και διασφαλίζοντας ότι οι συστάσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής θα ενσωματώνονται κατά τον δέοντα τρόπο στην διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού των κρατών μελών. Η εν λόγω διαδικασία θα πρέπει να είναι συνεπής με το πλαίσιο για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στα πλαίσια του ετήσιου κύκλου εποπτείας, που περιλαμβάνει, ιδίως, τη γενική καθοδήγηση που κατήρτισαν για τα κράτη μέλη η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά την έναρξη του κύκλου. Οι δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών θα πρέπει να είναι συνεπείς με τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΣΣΑ και, κατά περίπτωση, με τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ετήσιου κύκλου εποπτείας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών όπως ορίσθηκε στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, και με τις γνώμες για προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης, όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό.

(13)

Ως πρώτο στάδιο αυτού του κοινού δημοσιονομικού χρονοδιαγράμματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημοσιοποιήσουν το εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πρόγραμμά τους ταυτόχρονα με τα προγράμματα σταθερότητας κατά προτίμηση έως τις 15 Απριλίου και πάντως όχι αργότερα από τις 30 Απριλίου. Τα εν λόγω δημοσιονομικά προγράμματα θα πρέπει να περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με το πώς οι προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων και των εθνικών δεσμεύσεων που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της στρατηγικής της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Το εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα σταθερότητας μπορούν να είναι το ίδιο έγγραφο.

(14)

Ένα σημαντικό ορόσημο αυτού του κοινού δημοσιονομικού χρονοδιαγράμματος θα πρέπει να είναι η δημοσίευση του σχεδίου προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης έως τις 15 Οκτωβρίου. Δεδομένου ότι η τήρηση των κανόνων του ΣΣΑ εξασφαλίζεται στο επίπεδο του δημοσίου και η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων απαιτεί ομοιογενή κατάρτιση προϋπολογισμών σε όλους τους υποτομείς του δημοσίου, η δημοσίευση του σχεδίου προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης θα πρέπει να συνοδεύεται από τη δημοσίευση των βασικών παραμέτρων των σχεδίων προϋπολογισμού όλων των άλλων υποτομέων του δημοσίου. Τέτοιες παράμετροι θα πρέπει να περιλαμβάνουν ιδίως τα προβλεπόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα των άλλων υποτομέων, τις κύριες παραδοχές στις οποίες βασίζονται αυτές οι προβολές και τους λόγους για αναμενόμενες αλλαγές σε σχέση με τις παραδοχές του προγράμματος σταθερότητας.

(15)

Το κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα προβλέπει επίσης ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να εγκρίνεται ή να καθορίζεται ετησίως έως τις 31 Δεκεμβρίου μαζί με τις επικαιροποιημένες βασικές δημοσιονομικές παραμέτρους για τους άλλους υποτομείς του δημοσίου. Όταν, για αντικειμενικούς λόγους πέραν του ελέγχου της κυβέρνησης, ο προϋπολογισμός δεν εγκρίνεται έως τις 31 Δεκεμβρίου, θα πρέπει να υπάρχουν διαδικασίες υποκατάστατου προϋπολογισμού ώστε η κυβέρνηση να μπορεί και τότε να εκπληρώσει τα βασικά της καθήκοντα. Οι ρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την εφαρμογή του σχεδίου προϋπολογισμού της κυβέρνησης, του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του προηγούμενου έτους ή ειδικών μέτρων που εγκρίνει το Κοινοβούλιο.

(16)

Με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό του σχεδιασμού της έκδοσης τίτλων εθνικού δημόσιου χρέους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να γνωστοποιούν εκ των προτέρων στην Ευρωομάδα και στην Επιτροπή τα σχέδιά τους για την έκδοση τίτλων δημόσιου χρέους.

(17)

Η συμμόρφωση με αποτελεσματικά δημοσιονομικά πλαίσια που βασίζονται σε κανόνες μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση των χρηστών και βιώσιμων δημοσιονομικών πολιτικών. Η οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (9) όρισε ότι ο έλεγχος της τήρησης των ανά χώρα αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων θα πρέπει να διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο από ανεξάρτητους φορείς ή φορείς που διαθέτουν λειτουργική αυτονομία. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, δεδομένης της ποικιλίας των δυνατών και υφισταμένων ρυθμίσεων, ενώ δεν είναι η προτιμώμενη επιλογή, θα πρέπει να επιτρέπεται να έχουν τα κράτη μέλη περισσότερους από έναν ανεξάρτητους φορείς υπεύθυνους για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους εν λόγω κανόνες, εφόσον υπάρχει σαφής κατανομή ευθυνών και εφόσον δεν υπάρχει επικάλυψη αρμοδιοτήτων σε επί μέρους πτυχές της παρακολούθησης. Θα πρέπει να αποφεύγεται υπερβολικός θεσμικός κατακερματισμός των καθηκόντων παρακολούθησης. Τα όργανα παρακολούθησης, για να εκτελούν αποτελεσματικά την αποστολή τους, θα πρέπει να στηρίζονται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις που διασφαλίζουν υψηλό βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και λογοδοσίας. Ο σχεδιασμός των εν λόγω οργάνων παρακολούθησης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τη διοικητική δομή του αντίστοιχου κράτους μέλους. Ειδικότερα, θα πρέπει να είναι δυνατόν να δίδεται λειτουργική αυτονομία σε κατάλληλη οντότητα υφιστάμενου θεσμικού οργάνου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η οντότητα προορίζεται να επιτελεί ειδικά καθήκοντα παρακολούθησης, έχει ξεχωριστό νομικό καθεστώς και συμμορφώνεται με τις άλλες αρχές που αναφέρονται στην παρούσα αιτιολογική σκέψη.

(18)

Ο παρών κανονισμός δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη πρόσθετες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις σε σχέση με τους ανά χώρα αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες. Αυστηροί ανά χώρα αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες συνεπείς με τους δημοσιονομικούς στόχους στο επίπεδο της Ένωσης και παρακολουθούμενοι από ανεξάρτητα όργανα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του ενισχυμένου πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης. Οι κανόνες τους οποίους θα πρέπει να τηρούν τα εν λόγω ανεξάρτητα όργανα, καθώς και τα ειδικά καθήκοντά τους, καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(19)

Τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ αλληλοεπηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη δημοσιονομική τους πολιτική. Τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ θα πρέπει να συμβουλεύονται την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη πριν από την έγκριση οποιωνδήποτε σημαντικών σχεδίων μεταρρύθμισης των δημοσιονομικών πολιτικών με πιθανότητα μετάδοσης των επιπτώσεων, έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα εκτίμησης των πιθανών επιπτώσεων για την ζώνη του ευρώ στο σύνολό της. Θα πρέπει επίσης να θεωρούν τα δημοσιονομικά τους προγράμματα ως κοινού ενδιαφέροντος και να τα υποβάλλουν στην Επιτροπή για λόγους παρακολούθησης πριν γίνουν δεσμευτικά. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, θα πρέπει να προτείνει κατευθυντήριες γραμμές υπό τη μορφή εναρμονισμένου πλαισίου για τον προσδιορισμό του περιεχομένου των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων.

(20)

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου, μετά τη διενέργεια διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος, η Επιτροπή εντοπίζει στο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος ιδιαίτερα σοβαρή απόκλιση από τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πολιτικής που προβλέπονται στο ΣΣΑ, στη γνώμη της για το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος η Επιτροπή θα πρέπει να ζητεί την υποβολή αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τούτο θα ισχύει ειδικότερα οσάκις η εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα έθετε σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης ή οσάκις η εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα οδηγούσε καταφανώς σε σημαντική παραβίαση των συστάσεων που ενέκρινε το Συμβούλιο στο πλαίσιο του ΣΣΑ.

(21)

Η γνώμη της Επιτροπής επί του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος θα πρέπει να εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση έως τα τέλη Νοεμβρίου, λαμβάνοντας υπόψη, κατά το δυνατόν, το συγκεκριμένο εθνικό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι οδηγίες της Ένωσης στον δημοσιονομικό τομέα θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη κατά την προετοιμασία των εθνικών προϋπολογισμών. Ειδικότερα, η γνώμη θα πρέπει να περιλαμβάνει μια εκτίμηση για το κατά πόσο τα δημοσιονομικά προγράμματα υλοποιούν τις δημοσιονομικές συστάσεις οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Κατόπιν αιτήματος του κοινοβουλίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι έτοιμη να παρουσιάσει τη γνώμη της στο κοινοβούλιο που διατυπώνει το αίτημα, αφού τη δημοσιοποιήσει. Τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν υπόψη, κατά τη διαδικασία ψήφισης του νόμου για τον προϋπολογισμό τους, τη γνώμη της Επιτροπής επί του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματός τους.

(22)

Ο βαθμός στον οποίο θα έχει ληφθεί υπόψη στο νόμο για τον προϋπολογισμό ενός κράτους μέλους η εν λόγω γνώμη θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην εκτίμηση, εάν και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις, για την έκδοση απόφασης σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στο οικείο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, η μη συμμόρφωση με την έγκαιρη προειδοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας.

(23)

Επίσης, με βάση τη συνολική εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων από την Επιτροπή, η Ευρωομάδα θα πρέπει να εξετάζει τη δημοσιονομική κατάσταση και τις προοπτικές της ευρωζώνης ως συνόλου.

(24)

Τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και τα οποία υπόκεινται στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να παρακολουθούνται στενότερα με σκοπό να διασφαλίζεται πλήρης, διατηρήσιμη και έγκαιρη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Η στενότερη παρακολούθηση μέσω πρόσθετων απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων θα πρέπει να διασφαλίζει την πρόληψη και έγκαιρη διόρθωση των τυχόν παρεκκλίσεων από τις συστάσεις του Συμβουλίου για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Η παρακολούθηση αυτή θα πρέπει να συμπληρώσει τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97. Οι εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων θα πρέπει να είναι ανάλογες με το στάδιο της διαδικασίας στο οποίο βρίσκεται το κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 126 ΣΛΕΕ. Ως πρώτο βήμα, το οικείο κράτος μέλος θα πρέπει να διεξάγει εμπεριστατωμένη εκτίμηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού του δημοσίου και των επιμέρους τομέων του κατά το τρέχον έτος, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαιτέρως τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με ενδεχόμενες υποχρεώσεις οι οποίες είναι πιθανό να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

(25)

Πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων για τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να επιτρέπουν καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των σχετικών κρατών μελών και της Επιτροπής, και, κατά συνέπεια, τον εντοπισμό των κινδύνων σε σχέση με την τήρηση από το κράτος μέλος της προθεσμίας που έχει ορισθεί από το Συμβούλιο για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματός του. Στις περιπτώσεις που εντοπιστούν τέτοιοι κίνδυνοι, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει σύσταση προς το οικείο κράτος μέλος καθορίζοντας τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει τη σύστασή της στο κοινοβούλιο του οικείου κράτους μέλους μετά από αίτημά του. Η συμμόρφωση προς τη σύσταση θα πρέπει να συμβάλει στην ταχεία διόρθωση τυχόν εξελίξεων που θα έθεταν σε κίνδυνο τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της καθορισμένης προθεσμίας.

(26)

Η εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τη σύσταση της Επιτροπής θα πρέπει να αποτελεί μέρος της διαρκούς εκτίμησης, εκ μέρους της Επιτροπής, της αποτελεσματικότητας των μέτρων που έχουν ληφθεί για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Το Συμβούλιο, όταν εξετάζει εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, θα πρέπει επίσης να εξετάζει κατά πόσο το κράτος μέλος έχει συμμορφωθεί με τη σύσταση της Επιτροπής, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το άρθρο 3 παράγραφος 5 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

(27)

Πράγματι, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97, ο οποίος καθορίζει λεπτομερώς τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που βασίζεται στο άρθρο 126 ΣΛΕΕ, ενσωματώνει στοιχεία ευελιξίας που επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη απρόβλεπτες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις. Το άρθρο 3 παράγραφος 5 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού προβλέπουν ότι, εάν έχουν ληφθεί μέτρα προς συμμόρφωση με, αντιστοίχως, σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ ή απόφαση ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ και σημειώνονται απρόβλεπτες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά μετά την έγκριση της εν λόγω σύστασης ή απόφασης ειδοποίησης, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, μετά από σύσταση της Επιτροπής, να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ ή αναθεωρημένη απόφαση ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ. Με την αναθεωρημένη σύσταση ή την αναθεωρημένη απόφαση ειδοποίησης, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97, δύναται, ιδίως, να παραταθεί η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά ένα έτος κατά κανόνα.

Το Συμβούλιο θα πρέπει να εκτιμά την ύπαρξη απρόβλεπτων δυσμενών οικονομικών εξελίξεων με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά σε σχέση με τις οικονομικές προβλέψεις που περιλαμβάνονται στην οικεία αρχική σύσταση ή απόφαση ειδοποίησης. Σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής επιβράδυνσης στη ζώνη του ευρώ ή στην Ένωση ως σύνολο, το Συμβούλιο μπορεί επίσης να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ ή αναθεωρημένη απόφαση ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, υπό τον όρο ότι δεν διακυβεύεται μεσοπρόθεσμα η δημοσιονομική σταθερότητα. Επιπροσθέτως, το άρθρο 2 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 προβλέπει ότι, κατά την εφαρμογή του ενδεικτικού ποσοστού αναφοράς προσαρμογής του λόγου χρέους, πρέπει να ληφθεί υπόψη η επιρροή του οικονομικού κύκλου στον ρυθμό μείωσης του χρέους. Με τον τρόπο αυτό, δεν θα θεωρείται ότι ένα κράτος μέλος παραβιάζει το κριτήριο του χρέους που προβλέπεται στο άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο β) ΣΛΕΕ, εάν τούτο οφείλεται μόνον σε αρνητική οικονομική συγκυρία.

(28)

Επίσης, δεδομένου ότι τα δημοσιονομικά μέτρα μπορεί να είναι ανεπαρκή για να εξασφαλίσουν διατηρήσιμη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να παρουσιάσουν πρόγραμμα οικονομικής συνεργασίας που να εκθέτει λεπτομερώς τα απαιτούμενα μέτρα πολιτικής και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να εξασφαλισθεί αποτελεσματική και διατηρήσιμη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, με βάση την πλέον πρόσφατη επικαιροποίηση του εθνικού τους προγράμματος μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος σταθερότητάς τους.

(29)

Εξάλλου η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης συνεπάγεται ενίσχυση του διαλόγου με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ενώ αναγνωρίζεται ότι συνομιλητές με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του διαλόγου είναι τα σχετικά θεσμικά όργανα της Ένωσης και οι εκπρόσωποί τους, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος στο οποίο η Επιτροπή έχει απευθύνει σύσταση ή το Συμβούλιο γνώμη να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η συμμετοχή του κράτους μέλους σε αυτήν την ανταλλαγή απόψεων είναι εθελοντική.

(30)

Προκειμένου να καθορισθεί η έκταση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων για τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά το περιεχόμενο και το πεδίο αυτών των εκθέσεων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ακόμη και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Κατά την προετοιμασία και σύνταξη των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνά για την ταυτόχρονη, έγκαιρη και ενδεδειγμένη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(31)

Θα πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο η εξουσία να εκδίδει τις γνώμες για τα προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης, όπως θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω γνώμες είναι συμπληρωματικό μέρος της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος που θεσπίσθηκε δυνάμει του άρθρου 126 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο αποφασίζει για την ύπαρξη του υπερβολικού ελλείμματος και για τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να τεθεί τέρμα σε αυτό.

(32)

Υπενθυμίζοντας τη σημασία που έχουν για τη βιώσιμη ανάπτυξη τα υγιή δημόσια οικονομικά, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι στοχευμένες επενδύσεις, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των κρατών μελών υπέγραψαν, στις 29 Ιουνίου 2012, Σύμφωνο για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητά τους να προωθήσουν μια ανάπτυξη που ευνοεί τη δημιουργία θέσεων εργασίας παράλληλα με τη δέσμευσή τους να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά. Το Σύμφωνο περιλαμβάνει, ιδίως, μέτρα για την τόνωση της χρηματοδότησης της οικονομίας. Διατίθενται 120 000 εκατομμύρια EUR (ποσό που ισούται προς το 1 % του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ένωσης) για τη στήριξη αναπτυξιακών μέτρων ταχείας δράσης. Όπως συνιστάται στην Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης του 2012 και του 2013, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώξουν να διατηρήσουν έναν ικανοποιητικό ρυθμό δημοσιονομικής εξυγίανσης, ενώ θα συνεχίζουν τις επενδύσεις που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

(33)

Η Επιτροπή παρακολουθεί τις επιπτώσεις των αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών στις δημόσιες δαπάνες που ευνοούν την ανάπτυξη και στις δημόσιες επενδύσεις. Το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης παρέχει περιθώρια για να βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στην αναγνώριση των αναγκών για παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις και στους στόχους δημοσιονομικής πειθαρχίας: τηρουμένου πλήρως του ΣΣΑ, οι δυνατότητες που προσφέρει το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης για να εξισορροπηθούν οι ανάγκες παραγωγικών δημόσιων επενδύσεων με τους στόχους δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπορούν να αξιοποιηθούν στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η Επιτροπή ανήγγειλε την πρόθεσή της να υποβάλει έκθεση σχετικά με το πεδίο για δυνατή δράση εντός των ορίων που τίθενται από το ισχύον δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης.

(34)

Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 2012 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την έκθεση των προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωομάδας «Προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση» και η ανακοίνωση της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2012 με τίτλο «Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική ΟΝΕ» εξέθεσαν αντιστοίχως τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής επί συγκεκριμένων ενεργειών για μια βαθύτερη και καλύτερα ενοποιημένη οικονομική και νομισματική ένωση. Σε συνέχεια της έκθεσης «Προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του τον Δεκέμβριο 2012, εξέθεσε τις απόψεις του επί ορισμένου αριθμού ζητημάτων με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση της ΟΝΕ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός προβλέπει διατάξεις για τη βελτίωση της παρακολούθησης των δημοσιονομικών πολιτικών στην ζώνη του ευρώ και τη διασφάλιση ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί είναι συμβατοί με την καθοδήγηση οικονομικών πολιτικών που εκδίδεται στο πλαίσιο του ΣΣΑ και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών:

α)

συμπληρώνοντας το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 2α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, με ένα κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα·

β)

συμπληρώνοντας τη διαδικασία για την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011·

γ)

συμπληρώνοντας το σύστημα πολυμερούς εποπτείας των δημοσιονομικών πολιτικών, όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97, με πρόσθετες διατάξεις παρακολούθησης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι συστάσεις της Ένωσης στο δημοσιονομικό τομέα λαμβάνονται δεόντως υπόψη κατά την προετοιμασία των εθνικών προϋπολογισμών·

δ)

συμπληρώνοντας τη διαδικασία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος ενός κράτους μέλους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 126 ΣΛΕΕ και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97, μέσω της στενότερης παρακολούθησης των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών που υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη και διατηρήσιμη διόρθωση ενός υπερβολικού ελλείμματος·

ε)

διασφαλίζοντας τη συμβατότητα μεταξύ δημοσιονομικών πολιτικών και μέτρων και μεταρρυθμίσεων που εγκρίνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας για την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 και, όπου χρειάζεται, στο πλαίσιο προγραμμάτων οικονομικής εταιρικής σχέσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 9.

2.   Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού τηρείται πλήρως το άρθρο 152 ΣΛΕΕ και οι συστάσεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού λαμβάνουν υπόψη τις εθνικές πρακτικές και θεσμούς για τη διαμόρφωση των μισθών των κρατών μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο παρών κανονισμός δεν θίγει το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης ή εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων ή το δικαίωμα προσφυγής σε συλλογικές δράσεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις εθνικές πρακτικές.

3.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι εξής ορισμοί:

α)

ως «ανεξάρτητοι φορείς» νοούνται φορείς που είναι διαρθρωτικώς ανεξάρτητοι ή φορείς που διαθέτουν λειτουργική αυτονομία έναντι των δημοσιονομικών αρχών του κράτους μέλους, και οι οποίοι στηρίζονται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις που διασφαλίζουν υψηλό βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και λογοδοσίας, μεταξύ άλλων ότι:

i)

το νομικό καθεστώς τους στηρίζεται σε εθνική νομοθεσία, κανονιστική ρύθμιση ή διοικητικές διατάξεις νομικά δεσμευτικού χαρακτήρα,

ii)

δεν λαμβάνουν οδηγίες από τις δημοσιονομικές αρχές του οικείου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα,

iii)

είναι σε θέση να επικοινωνούν έγκαιρα με το κοινό,

iv)

οι διαδικασίες ορισμού των μελών τους βασίζονται στην εμπειρία και την ικανότητα,

v)

έχουν επάρκεια πόρων και κατάλληλη πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους·

β)

ως «ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις» νοούνται οι μακροοικονομικές προβλέψεις τις οποίες εκπονούν ή εγκρίνουν ανεξάρτητοι φορείς·

γ)

ως «μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο» νοείται το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2011/85/ΕΕ·

δ)

ως «πρόγραμμα σταθερότητας» νοείται το πρόγραμμα σταθερότητας κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97.

Προκειμένου να διασφαλισθεί η συνοχή μεταξύ των ανεξάρτητων μακροοικονομικών προβλέψεων που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διεξάγουν τουλάχιστον κάθε έτος τεχνικό διάλογο σχετικά με τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η προετοιμασία των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 της οδηγίας 2011/85/ΕΕ.

2.   Ισχύουν επίσης στον παρόντα κανονισμό οι ορισμοί του «τομέα του δημοσίου» και των «υποτομέων του τομέα του δημοσίου», που προβλέπονται στο σημείο 2.70 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2223/96, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (10).

3.   Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δεν θίγει το άρθρο 9 ΣΛΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Άρθρο 3

Συνέπεια με το πλαίσιο για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής

Η διαδικασία του προϋπολογισμού των κρατών μελών είναι συνεπής με:

1)

το πλαίσιο για το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στη βάση του ετήσιου κύκλου εποπτείας, που περιλαμβάνει, ιδίως, τη γενική καθοδήγηση που θέσπισαν για τα κράτη μέλη η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά την έναρξη του κύκλου·

2)

τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΣΣΑ·

3)

κατά περίπτωση, τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ετήσιου κύκλου εποπτείας περιλαμβανομένης της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών όπως ορίσθηκε στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, και

4)

κατά περίπτωση, τις γνώμες για τα προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΚΟΙΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 4

Κοινό δημοσιονομικό χρονοδιάγραμμα

1.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, και κατά προτίμηση έως τις 15 Απριλίου και το αργότερο έως τις 30 Απριλίου εκάστου έτους, τα εθνικά τους μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό τους πλαίσιο. Αυτά τα προγράμματα περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που παρέχονται στα προγράμματα σταθερότητάς τους και υποβάλλονται μαζί με τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων. Αυτά τα δημοσιονομικά προγράμματα είναι συμβατά με το πλαίσιο για το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στη βάση του ετήσιου κύκλου εποπτείας, που περιλαμβάνει, ιδίως, τη γενική καθοδήγηση που θέσπισαν για τα κράτη μέλη η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά την έναρξη του κύκλου. Είναι επίσης συμβατά με τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΣΣΑ και, κατά περίπτωση, με τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ετήσιου κύκλου εποπτείας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών όπως ορίσθηκε στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, και με τις γνώμες για τα προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης που αναφέρονται στο άρθρο 9.

Τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα και τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με το πώς οι προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων και των εθνικών δεσμεύσεων που υιοθετούνται στο πλαίσιο της στρατηγικής της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Πέραν αυτών, τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα ή τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνουν στοιχεία για την αναμενόμενη οικονομική απόδοση των δημόσιων επενδύσεων σε έργα μη αμυντικών δραστηριοτήτων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον προϋπολογισμό. Το εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα σταθερότητας μπορούν να είναι το ίδιο έγγραφο.

2.   Το σχέδιο προϋπολογισμού του προσεχούς έτους για την κεντρική διοίκηση και οι κυριότερες παράμετροι των σχεδίων προϋπολογισμών για όλους τους άλλους υποτομείς του δημοσίου δημοσιοποιούνται ετησίως έως τις 15 Οκτωβρίου το αργότερο.

3.   Ο προϋπολογισμός για την κεντρική διοίκηση εγκρίνεται ή καθορίζεται και δημοσιοποιείται ετησίως το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου μαζί με τις επικαιροποιημένες βασικές δημοσιονομικές παραμέτρους για τους άλλους υποτομείς του δημοσίου. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη θέσπιση διαδικασιών υποκατάστατου προϋπολογισμού οι οποίες εφαρμόζονται, εάν, για αντικειμενικούς λόγους πέραν του ελέγχου της διοίκησης, ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί ή καθορισθεί και δημοσιοποιηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου.

4.   Τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα και τα σχέδια προϋπολογισμών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 βασίζονται σε ανεξάρτητες μακροοικονομικές προβλέψεις και αναφέρουν εάν οι δημοσιονομικές προβλέψεις έχουν εκπονηθεί ή εγκριθεί από ανεξάρτητο φορέα. Οι εν λόγω προβλέψεις δημοσιοποιούνται μαζί με τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά προγράμματα και τα σχέδια προϋπολογισμών στα οποία στηρίζονται.

Άρθρο 5

Ανεξάρτητοι φορείς που παρακολουθούν τη συμμόρφωση προς τους δημοσιονομικούς κανόνες

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη σύσταση ανεξάρτητων φορέων που παρακολουθούν τη συμμόρφωση προς:

α)

αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες οι οποίοι ενσωματώνουν στην εθνική δημοσιονομική διαδικασία τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους όπως καθορίζεται στο άρθρο 2α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97·

β)

αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες όπως αναφέρονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2011/85/ΕΕ.

2.   Οι εν λόγω φορείς παρέχουν, κατά περίπτωση, δημόσιες εκτιμήσεις σε σχέση με εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες, μεταξύ άλλων σχετικά με:

α)

την ύπαρξη περιστάσεων που οδηγούν στην ενεργοποίηση του διορθωτικού μηχανισμού για τις περιπτώσεις όπου παρατηρείται σημαντική απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97,

β)

το κατά πόσον η εκτέλεση της δημοσιονομικής διόρθωσης διενεργείται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και σχέδια,

γ)

τυχόν ύπαρξη ή παύση περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 δέκατο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και που μπορεί να επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, υπό τον όρο ότι η απόκλιση αυτή δεν θέτει σε κίνδυνο την μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 6

Απαιτήσεις παρακολούθησης

1.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν κάθε χρόνο στην Επιτροπή και στην Ευρωομάδα έως τις 15 Οκτωβρίου το αργότερο το σχέδιο δημοσιονομικού τους προγράμματος για το επόμενο έτος. Το εν λόγω σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος είναι συμβατό με τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ΣΣΑ και, κατά περίπτωση, με τις συστάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του ετήσιου κύκλου εποπτείας περιλαμβανομένης της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών όπως ορίσθηκε στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 και με τις γνώμες για τα προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης που αναφέρονται στο άρθρο 9.

2.   Τα σχέδια δημοσιονομικού προγράμματος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δημοσιεύονται αμέσως μόλις υποβληθούν στην Επιτροπή.

3.   Το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες για το επόμενο έτος:

α)

το επιδιωκόμενο δημοσιονομικό υπόλοιπο του δημοσίου ως ποσοστό του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ), ανά υποτομέα του δημοσίου·

β)

τις προβλέψεις, με αμετάβλητες πολιτικές, των δαπανών και εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ όσον αφορά την ευρύτερη δημόσια διοίκηση καθώς και τα κύρια συστατικά τους στοιχεία, περιλαμβανομένου του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου·

γ)

τις επιδιωκόμενες δαπάνες και τα επιδιωκόμενα έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ όσον αφορά την ευρύτερη δημόσια διοίκηση καθώς και τα κύρια συστατικά τους στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και των κριτηρίων για τον καθορισμό της αύξησης των δημόσιων δαπανών εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97·

δ)

τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με τις δαπάνες του δημοσίου κατά τομέα, μεταξύ άλλων για την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και την απασχόληση, και, όπου είναι δυνατόν, στοιχεία για τον αναμενόμενο διανεμητικό αντίκτυπο των κύριων μέτρων για τις δαπάνες και τα έσοδα·

ε)

περιγραφή και ποσοτικό προσδιορισμό των μέτρων για τις δαπάνες και τα έσοδα που θα περιληφθούν στο σχέδιο προϋπολογισμού του επόμενου έτους στο επίπεδο κάθε υποτομέα προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των στόχων του στοιχείο γ) και των εκτιμήσεων με αμετάβλητες πολιτικές σύμφωνα με το στοιχείο β)·

στ)

τις βασικές παραδοχές των ανεξάρτητων μακροοικονομικών προβλέψεων και τις σημαντικές οικονομικές εξελίξεις που σχετίζονται με την υλοποίηση των δημοσιονομικών στόχων·

ζ)

παράρτημα που περιλαμβάνει τη μεθοδολογία, τα οικονομικά μοντέλα και τις παραδοχές, όπως και οιεσδήποτε άλλες συναφείς παραμέτρους που στηρίζουν τις δημοσιονομικές προβλέψεις και τον υπολογιζόμενο αντίκτυπο των συνολικών δημοσιονομικών μέτρων στην οικονομική ανάπτυξη·

η)

στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα που περιέχονται στο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος, περιλαμβανομένων ιδιαίτερα των δημόσιων επενδύσεων, αντιμετωπίζουν τις τρέχουσες συστάσεις προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 148 ΣΛΕΕ και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων που καθορίσθηκαν από την στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Η περιγραφή που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου μπορεί να είναι λιγότερο λεπτομερής για τα μέτρα με δημοσιονομική επίπτωση που εκτιμάται να είναι μικρότερη του 0,1 % του ΑΕΠ. Ιδιαίτερη και ρητή προσοχή δίνεται στα σχέδια ευρείας μεταρρύθμισης της δημοσιονομικής πολιτικής με πιθανές επιπτώσεις διάχυσης στα άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης.

4.   Στις περιπτώσεις που οι δημοσιονομικοί στόχοι που περιλαμβάνονται στο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή τις προβολές υπό αμετάβλητες πολιτικές διαφέρουν από αυτούς του πλέον πρόσφατου προγράμματος σταθερότητας, δίνονται οι δέουσες εξηγήσεις σχετικά με τις διαφορές αυτές.

5.   Οι λεπτομέρειες του περιεχομένου του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος προσδιορίζονται σε εναρμονισμένο πλαίσιο που καταρτίζει η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Άρθρο 7

Εκτίμηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος

1.   Η Επιτροπή εκδίδει γνώμη για το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση έως τις 30 Νοεμβρίου.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου, μετά τη διενέργεια διαβούλευσης με το σχετικό κράτος μέλος εντός μιας εβδομάδας από την υποβολή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος, η Επιτροπή εντοπίζει ιδιαίτερα σοβαρή απόκλιση από τις υποχρεώσεις δημοσιονομικής πολιτικής που προβλέπονται στο ΣΣΑ, η Επιτροπή εκδίδει την γνώμη της εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ζητά να υποβληθεί αναθεωρημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία της γνώμης της. Το αίτημα της Επιτροπής αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.

Το άρθρο 6 παράγραφοι 2, 3 και 4 ισχύει σε περίπτωση αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος που υποβλήθηκε σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Η Επιτροπή εγκρίνει νέα γνώμη για το αναθεωρημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών εβδομάδων από την υποβολή του αναθεωρημένου σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος.

3.   Η γνώμη της Επιτροπής δημοσιοποιείται και υποβάλλεται στην Ευρωομάδα. Στη συνέχεια, μετά από αίτημα του κοινοβουλίου του οικείου κράτους μέλους ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή παρουσιάζει τη γνώμη της στο κοινοβούλιο που διατυπώνει το αίτημα.

4.   Η Επιτροπή προβαίνει σε γενική εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης και των προοπτικών της ευρωζώνης στο σύνολό της, βάσει των εθνικών δημοσιονομικών προοπτικών και της αλληλεπίδρασής τους σε όλη την περιοχή, βασιζόμενη στις πλέον πρόσφατες οικονομικές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής.

Η γενική εκτίμηση περιλαμβάνει αναλύσεις ευαισθησίας που παρέχουν μια ένδειξη για τους κινδύνους που απειλούν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών σε περίπτωση δυσμενών οικονομικών, χρηματοπιστωτικών ή δημοσιονομικών εξελίξεων. Περιγράφει επίσης συνοπτικά, κατά περίπτωση, μέτρα για την ενίσχυση του συντονισμού της δημοσιονομικής και μακροοικονομικής πολιτικής στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ.

Η γενική εκτίμηση δημοσιοποιείται και λαμβάνεται υπόψη στην ετήσια γενική καθοδήγηση που εκδίδει για τα κράτη μέλη η Επιτροπή.

Η μεθοδολογία (περιλαμβανομένων των μοντέλων) και οι παραδοχές των πλέον πρόσφατων οικονομικών προβλέψεων των υπηρεσιών της Επιτροπής για κάθε κράτος μέλος, μεταξύ άλλων ο υπολογισμός του αντικτύπου των συνολικών δημοσιονομικών μέτρων στην οικονομική ανάπτυξη επισυνάπτεται, επισυνάπτονται στη γενική εκτίμηση.

5.   Η Ευρωομάδα συζητά τις γνώμες της Επιτροπής σχετικά με τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη δημοσιονομική κατάσταση και τις προοπτικές στην ευρωζώνη στο σύνολό της με βάση τη γενική εκτίμηση της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 4. Τα αποτελέσματα των συζητήσεων αυτών της Ευρωομάδας δημοσιοποιούνται κατά περίπτωση.

Άρθρο 8

Υποβολή εκθέσεων για την έκδοση χρεογράφων

1.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή και στην Ευρωομάδα, εκ των προτέρων και εγκαίρως, εκθέσεις σχετικά με τα σχέδιά τους για την έκδοση χρεογράφων.

2.   Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εναρμονίζει και καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ

Άρθρο 9

Προγράμματα οικονομικής εταιρικής σχέσης

1.   Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ ότι σε ένα κράτος μέλος υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, το σχετικό κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο πρόγραμμα οικονομικής εταιρικής σχέσης στο οποίο περιγράφει τα μέτρα πολιτικής και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί μια αποτελεσματική και διατηρήσιμη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος καθώς και μια ανάπτυξη του εθνικού του προγράμματος μεταρρυθμίσεων και σταθερότητας, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις συστάσεις του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή των ολοκληρωμένων κατευθυντηρίων γραμμών για την οικονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

2.   Το πρόγραμμα εταιρικής σχέσης προσδιορίζει και επιλέγει μία σειρά ειδικών προτεραιοτήτων που στοχεύουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της μακροπρόθεσμης βιώσιμης ανάπτυξης και στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Οι προτεραιότητες αυτές είναι συμβατές με τη στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Κατά περίπτωση, προσδιορίζονται δυνητικοί χρηματοπιστωτικοί πόροι, περιλαμβανομένων των γραμμών πίστωσης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και άλλων σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων κατά περίπτωση.

3.   Το πρόγραμμα οικονομικής εταιρικής σχέσης υποβάλλεται ταυτόχρονα με την έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4α του κανονισμού αριθ. (ΕΚ) 1467/97.

4.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας μετά από πρόταση της Επιτροπής, εκδίδει γνώμη σχετικά με το πρόγραμμα οικονομικής εταιρικής σχέσης.

5.   Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού, προκειμένου να αντικαταστήσει το πρόγραμμα οικονομικής εταιρικής σχέσης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Σε περίπτωση όπου υποβληθεί τέτοιο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών μετά την έγκριση προγράμματος οικονομικής εταιρικής σχέσης, τα μέτρα που περιέχονται στο πρόγραμμα οικονομικής εταιρικής σχέσης μπορούν, ενδεχομένως, να περιληφθούν στο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών.

6.   Η εφαρμογή του προγράμματος και τα σχετικά ετήσια δημοσιονομικά προγράμματα παρακολουθούνται από το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Άρθρο 10

Απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων για κράτη μέλη που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

1.   Όταν το Συμβούλιο αποφασίζει σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ ότι υφίσταται δημοσιονομικό έλλειμμα σε κάποιο κράτος μέλος, ισχύουν ως προς το εν λόγω κράτος μέλος, μετά από αίτημα της Επιτροπής, οι απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5 του παρόντος άρθρου μέχρι τη λήξη της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

2.   Το κράτος μέλος προβαίνει αμέσως σε ευρεία εκτίμηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού εντός του ιδίου έτους όσον αφορά την ευρύτερη δημόσια διοίκηση και τους υποτομείς της. Οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι που συνδέονται με ενδεχόμενες υποχρεώσεις οι οποίες είναι πιθανό να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους κρατικούς προϋπολογισμούς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/85/ΕΕ, καλύπτονται επίσης από την εκτίμηση στο βαθμό που μπορούν να συμβάλουν στην ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Το αποτέλεσμα της εν λόγω εκτίμησης περιλαμβάνεται στην έκθεση η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4α ή το άρθρο 5 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος.

3.   Το κράτος μέλος υποβάλλει τακτικά στην Επιτροπή και στην οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή, για το δημόσιο και τους υποτομείς του, έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού εντός του ιδίου έτους, τη δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τόσο τις δαπάνες όσο και τα έσοδα, τους στόχους για τις δημόσιες δαπάνες και τα δημόσια έσοδα, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα ληφθέντα μέτρα και τη φύση αυτών που προβλέπεται να ληφθούν για την επίτευξη των στόχων. Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 14 με σκοπό να προσδιορίσει το περιεχόμενο της έκθεσης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.

4.   Αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποτελεί το αντικείμενο σύστασης του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ, η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για πρώτη φορά έξι μήνες από την έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 και στη συνέχεια κάθε έξι μήνες.

5.   Αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποτελεί το αντικείμενο απόφασης ειδοποίησης του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, η έκθεση βάσει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει επίσης πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει της ειδικής ειδοποίησης του Συμβουλίου. Υποβάλλεται για πρώτη φορά τρεις μήνες από την έκθεση που προβλέπεται από το άρθρο 5 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 και στη συνέχεια κάθε τρεις μήνες.

6.   Μετά από σχετικό αίτημα και εντός της προθεσμίας που θέτει η Επιτροπή, το κράτος μέλος που υπόκειται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος:

α)

διενεργεί, κατά προτίμηση σε συνεργασία με εθνικά ανώτατα ελεγκτικά όργανα, εκτενή ανεξάρτητο έλεγχο των κρατικών λογαριασμών όλων των υποτομέων του δημοσίου, προκειμένου να εκτιμήσει την αξιοπιστία, την πληρότητα και την ακρίβεια των εν λόγω κρατικών λογαριασμών στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, και συντάσσει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου,

β)

παρέχει τυχόν διαθέσιμα συμπληρωματικά στοιχεία για την παρακολούθηση των μέτρων διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος.

H Επιτροπή (Eurostat) εκτιμά την ποιότητα των στατιστικών στοιχείων που κοινοποιεί το οικείο κράτος μέλος όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009 της 25ης Μαΐου 2009 για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (11).

Άρθρο 11

Κράτη μέλη που διατρέχουν τον κίνδυνο μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

1.   Όταν εκτιμά τον βαθμό κινδύνου μη διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του υπερβολικού ελλείμματος, που προβλέπει σύσταση του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ ή απόφαση ειδοποίησης του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή βασίζει την εκτίμησή της, μεταξύ άλλων, στις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

2.   Όταν υπάρχει κίνδυνος μη τήρησης της προθεσμίας για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή απευθύνει σύσταση προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με την πλήρη εκτέλεση των μέτρων που προβλέπονται στη σύσταση ή στην απόφαση ειδοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τη λήψη άλλων μέτρων, ή και τα δύο, εντός προθεσμίας συμβατής με την προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Η σύσταση της Επιτροπής δημοσιοποιείται και υποβάλλεται στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή. Μετά από αίτημα του κοινοβουλίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, η Επιτροπή παρουσιάζει τη σύσταση στο εν λόγω κοινοβούλιο.

3.   Εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τη σύσταση της Επιτροπής η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2, το σχετικό κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνονται για την υλοποίηση αυτής της σύστασης μαζί με τις εκθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει τη δημοσιονομική επίπτωση όλων των μέτρων διακριτικής ευχέρειας, τους στόχους για τις δημόσιες δαπάνες και τα δημόσια έσοδα, πληροφορίες σχετικά με τα ληφθέντα μέτρα και τη φύση αυτών που προβλέπεται να ληφθούν για την επίτευξη των στόχων, καθώς και πληροφορίες για άλλες ενέργειες στις οποίες έχει προβεί βάσει της σύστασης της Επιτροπής. Η έκθεση δημοσιοποιείται και υποβάλλεται στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή.

4.   Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον το κράτος μέλος έχει συμμορφωθεί με τη σύσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 12

Αντίκτυπος της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

1.   Ο βαθμός στον οποίο το οικείο κράτος μέλος έχει λάβει υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής η οποία αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 εξετάζεται από:

α)

την Επιτροπή όταν συντάσσει έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ και όταν απευθύνει σύσταση για την επιβολή άτοκης κατάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1173/2011·

β)

από το Συμβούλιο όταν αποφασίζει κατά πόσον υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ.

2.   Η παρακολούθηση που προβλέπεται στα άρθρα 10 και 11 του παρόντος κανονισμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της τακτικής παρακολούθησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97, της υλοποίησης της ενέργειας στην οποία προβαίνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βάσει των συστάσεων του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ ή των αποφάσεων ειδοποίησης του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος.

3.   Όταν εξετάζει εάν όντως έχουν ληφθεί μέτρα βάσει των συστάσεων δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ ή των αποφάσεων ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού και προτείνει, εάν το κρίνει σκόπιμο, στο Συμβούλιο να λάβει τις αποφάσεις που προβλέπει το άρθρο 126 παράγραφος 8 ή το άρθρο 126 παράγραφος 11 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το άρθρο 3 παράγραφος 5 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

Άρθρο 13

Συμβατότητα με τον κανονισμό αριθ. (ΕΕ) αριθ. 472/2013 (12)

Τα κράτη μέλη που υπόκεινται σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής δεν αποτελούν αντικείμενο των άρθρων 6 έως 12 του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 14

Άσκηση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για διάστημα τριών ετών από τις 30 Μαΐου 2013. Το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της τριετίας, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με την άσκηση της εξουσιοδότησης. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται σιωπηρά για περιόδους της ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιτίθεται σε αυτή την παράταση, το αργότερο τρεις μήνες πριν από το τέλος κάθε περιόδου.

3.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσουν την εξουσιοδότηση που προβλέπει το άρθρο 10 παράγραφος 3. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση οι οποίες ισχύουν ήδη.

4.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 15

Οικονομικός διάλογος

1.   Προκειμένου να βελτιωθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ειδικότερα δε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, και να διασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλεί κατά περίπτωση τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, την Επιτροπή, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο του Ευρωομάδας ενώπιον της επιτροπής για να συζητήσουν:

α)

τις λεπτομέρειες του περιεχομένου του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος όπως ορίζεται σε εναρμονισμένο πλαίσιο που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5·

β)

τα αποτελέσματα της συζήτησης της Ευρωομάδας σχετικά με τις γνώμες της Επιτροπής που εγκρίθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1, στον βαθμό που έχουν δημοσιοποιηθεί·

γ)

τη γενική εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης και των προοπτικών στην ευρωζώνη στο σύνολό της που διενεργεί η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4·

δ)

τις πράξεις του Συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 και στο άρθρο 12 παράγραφος 3.

2.   Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να δώσει την ευκαιρία στο κράτος μέλος που αποτελεί το αντικείμενο σύστασης της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 ή πράξεων του Συμβουλίου όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) να συμμετάσχει στην ανταλλαγή απόψεων.

3.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει δεόντως στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο προκειμένου να αυξάνεται η διαφάνεια, η αποδοχή και η λογοδοσία για τις αποφάσεις που λαμβάνονται, ιδίως μέσω του οικονομικού διαλόγου που διενεργείται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 16

Ανασκόπηση και εκθέσεις της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού

1.   Έως τις 14 Δεκεμβρίου 2014 και, στη συνέχεια, ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συνοδευόμενη, εάν κριθεί σκόπιμο, από πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού. H Επιτροπή δημοσιεύει την εν λόγω έκθεση.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αξιολογούν, μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού·

β)

την πρόοδο σχετικά με την διασφάλιση στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και διαρκούς σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ·

γ)

τη συμβολή του παρόντος κανονισμού στην επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

2.   Έως τις 31 Ιουλίου 2013, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση για τις δυνατότητες που προσφέρει το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης με σκοπό να εξισορροπηθούν οι ανάγκες παραγωγικών δημόσιων επενδύσεων με τους στόχους δημοσιονομικής πειθαρχίας στο προληπτικό σκέλος του ΣΣΑ τηρουμένου πλήρως του εν λόγω συμφώνου.

Άρθρο 17

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Τα κράτη μέλη τα οποία αποτελούν ήδη αντικείμενο διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού συμμορφώνονται με τις διατάξεις τακτικής υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 3, 4 και 5 έως τις 31 Οκτωβρίου 2013.

2.   Το άρθρο 9 παράγραφος 1 και το άρθρο 10 παράγραφος 2 εφαρμόζονται στα κράτη μέλη τα οποία υπόκεινται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος κατά την θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού μόνον όταν το Συμβούλιο διατυπώνει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ, ή απόφαση ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, μετά τις 30 Μαΐου 2013.

Στις περιπτώσεις αυτές, το πρόγραμμα οικονομικής εταιρικής σχέσης υποβάλλεται ταυτόχρονα με την έκθεση που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4α ή το άρθρο 5 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

3.   Τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφωθούν προς το άρθρο 5 το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2013.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 21 Μαΐου 2013.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

L. CREIGHTON


(1)  ΕΕ C 141 της 17.5.2012, σ. 7.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 2013 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 2013.

(3)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.

(5)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 12.

(6)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 33.

(7)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.

(9)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 41.

(10)  ΕΕ L 310 της 30.11.1996, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 145 της 10.6.2009, σ. 1.

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα, (Βλέπε σελίδα 1της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).


Top