EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32012D0994

Απόφαση αριθ. 994/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012 , για τη θέσπιση μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 299, 27.10.2012, p. 13–17 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 12 Volume 005 P. 153 - 157

No longer in force, Date of end of validity: 01/05/2017; καταργήθηκε από 32017D0684

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2012/994/oj

27.10.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 299/13


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 994/2012/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Οκτωβρίου 2012

για τη θέσπιση μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 194,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή από την 1η Ιανουαρίου 2012, σχετικά με όλες τις νέες και τις υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες τους με τρίτες χώρες στον τομέα της ενέργειας. Η Επιτροπή θα πρέπει να θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση όλων των κρατών μελών, υπό την κατάλληλη μορφή, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

(2)

Το άρθρο 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να αποφεύγουν ή να εξαλείφουν οποιαδήποτε ασυμβατότητα μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και των διεθνών συμφωνιών που συνάπτουν μεταξύ τους και με τρίτες χώρες.

(3)

Η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας προϋποθέτει ότι η ενέργεια που εισάγεται στην Ένωση διέπεται πλήρως από τους κανόνες για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Εάν η εσωτερική αγορά ενέργειας δεν λειτουργεί σωστά, η Ένωση έρχεται σε δύσκολη και μειονεκτική θέση όσον αφορά την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της και υπονομεύονται οιαδήποτε δυνητικά οφέλη θα πρόσφερε στους ευρωπαίους καταναλωτές και την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Υψηλός βαθμός διαφάνειας όσον αφορά τις συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας θα παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να αναλαμβάνει συντονισμένη δράση, με πνεύμα αλληλεγγύης, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και διασφαλίζουν πράγματι τον ενεργειακό εφοδιασμό. Από τη διαφάνεια αυτή θα διευκολυνθεί τόσο η επίτευξη στενότερης συνεργασία εντός της Ένωσης στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων όσον αφορά την ενέργεια, όσο και η επίτευξη των μακροπρόθεσμων πολιτικών στόχων της Ένωσης όσον αφορά την ενέργεια, το κλίμα και την ασφάλεια του ενεργειακού ανεφοδιασμού.

(4)

Ένας νέος μηχανισμός ανταλλαγής πληροφοριών θα πρέπει επομένως να θεσπισθεί. Θα πρέπει να καλύπτει μόνο τις διακυβερνητικές συμφωνίες οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά ενέργειας ή στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στην Ένωση, καθώς τα δύο αυτά θέματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Θα πρέπει να εμπίπτει στην ευθύνη των κρατών μελών να αξιολογούν αρχικά εάν μία διακυβερνητική συμφωνία ή άλλο κείμενο στο οποίο παραπέμπει ρητώς διακυβερνητική συμφωνία έχει επίπτωση στην εσωτερική αγορά ενέργειας ή την ασφάλεια του ενεργειακού ανεφοδιασμού στην Ένωση. Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβουλεύονται την Επιτροπή. Σε γενικά πλαίσια, οι συμφωνίες που δεν ισχύουν ή δεν εφαρμόζονται πλέον δεν έχουν επίπτωση στην εσωτερική αγορά ενέργειας ή στην ασφάλεια του ενεργειακού ανεφοδιασμού στην Ένωση και συνεπώς δεν θα πρέπει να καλύπτονται από αυτό τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών. Ο μηχανισμός ανταλλαγής πληροφοριών θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικότερα όλες τις διακυβερνητικές συμφωνίες που έχουν αντίκτυπο στην προμήθεια φυσικού αερίου, πετρελαίου ή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω σταθερής υποδομής ή στην ποσότητα της ενέργειας που εισάγεται στην Ένωση.

(5)

Θα πρέπει να εξαιρεθούν από τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών οι διακυβερνητικές συμφωνίες των οποίων το πλήρες κείμενο πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή δυνάμει άλλων πράξεων της Ένωσης. Ωστόσο, η απαλλαγή αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε διακυβερνητικές συμφωνίες με τρίτες χώρες οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην ανάπτυξη και τη χρήση των υποδομών φυσικού αερίου και στην προμήθεια φυσικού αερίου, οι οποίες πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 6 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 994/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο (3). Οι εν λόγω συμφωνίες θα πρέπει στο εξής να κοινοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση. Για να αποφευχθούν οι επικαλύψεις, θα πρέπει να θεωρείται ότι οι κοινοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα απόφαση πληρούν την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 6 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 994/2010.

(6)

Οι διακυβερνητικές συμφωνίες σχετικά με θέματα αρμοδιότητας της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

(7)

Η παρούσα απόφαση δεν δημιουργεί υποχρεώσεις όσον αφορά τις συμφωνίες μεταξύ εμπορικών επιχειρήσεων. Δεν εμποδίζει ωστόσο κράτη μέλη να διαβιβάσουν σε εθελοντική βάση στην Επιτροπή εμπορικές συμφωνίες που αναφέρονται ρητά σε διακυβερνητικές συμφωνίες. Επιπλέον, καθώς οι εμπορικές συμφωνίες είναι δυνατόν να περιέχουν κανονιστικές διατάξεις, οι εμπορικές επιχειρήσεις που διαπραγματεύονται εμπορικές συμφωνίες με φορείς εκμετάλλευσης από τρίτες χώρες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν καθοδήγηση από την Επιτροπή προκειμένου να αποφεύγονται πιθανές συγκρούσεις με το δίκαιο της Ένωσης.

(8)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις υφιστάμενες διακυβερνητικές συμφωνίες που έχουν θέσει σε ισχύ ή οι ποίες εφαρμόζονται προσωρινά κατά την έννοια του άρθρου 25 της σύμβασης της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών, καθώς και όλες τις νέες διακυβερνητικές συμφωνίες.

(9)

Περισσότερη διαφάνεια όσον αφορά τις μελλοντικές διακυβερνητικές συμφωνίες που θα αποτελέσουν το αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή που αποτελούν τώρα το αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συνοχή όσον αφορά τις προσεγγίσεις των κρατών μελών στις εν λόγω συμφωνίες, καθώς και στην τήρηση του δικαίου της Ένωσης και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στην Ένωση. Θα πρέπει συνεπώς τα κράτη μέλη να έχουν την επιλογή να ενημερώνουν την Επιτροπή για διαπραγματεύσεις σχετικά με νέες διακυβερνητικές συμφωνίες ή τροποποιήσεις υφιστάμενων διακυβερνητικών συμφωνιών. Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της επιλογής αυτής, η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνεται τακτικά για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καλούν την Επιτροπή να συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις ως παρατηρητής.

Η Επιτροπή θα πρέπει εξάλλου να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ως παρατηρητής κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, κατόπιν έγκρισης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τη συνδρομή της Επιτροπής κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τρίτες χώρες. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρέχει συμβουλή σχετικά με τον τρόπο αποφυγής ασυμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης και να επισύρει την προσοχή στους στόχους της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης και την αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.

(10)

Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί τη συμβατότητα των υφιστάμενων διακυβερνητικών συμφωνιών με το δίκαιο της Ένωσης. Σε περίπτωση ασυμβατότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να βρεθεί κατάλληλη λύση για την εξάλειψη της εντοπισμένης ασυμβατότητας.

(11)

Προκειμένου τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν περισσότερη διαφάνεια και να αποφύγουν ενδεχόμενες συγκρούσεις με το δίκαιο της Ένωσης, θα πρέπει να έχουν την επιλογή να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με νέα διακυβερνητική συμφωνία με τρίτη χώρα, πριν ή κατά τη διάρκεια των οικείων διαπραγματεύσεων. Σε περίπτωση που κράτος μέλος το οποίο έχει διαπραγματευθεί μία διακυβερνητική συμφωνία έχει ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή πριν από το πέρας των διαπραγματεύσεων και της έχει υποβάλει το σχέδιο διακυβερνητικής συμφωνίας, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ενημερώσει το εν λόγω κράτος μέλος σχετικά με τη γνώμη της για τη συμβατότητα της διαπραγματευθείσας συμφωνίας προς το δίκαιο της Ένωσης. Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), όταν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβιάσει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της ΣΛΕΕ.

(12)

Όλες οι τελικές, κυρωμένες διακυβερνητικές συμφωνίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση θα πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή, προκειμένου να είναι δυνατή η ενημέρωση όλων των λοιπών κρατών μελών.

(13)

Η Επιτροπή θα πρέπει να θέτει στη διάθεση όλων των λοιπών κρατών μελών όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει, σε ασφαλή ηλεκτρονική μορφή. Η Επιτροπή θα πρέπει να ικανοποιεί τα αιτήματα των κρατών μελών για τον χειρισμό των πληροφοριών που υποβάλλονται σε αυτήν ως εμπιστευτικές. Τα αιτήματα για εμπιστευτικότητα θα πρέπει όμως να μην περιορίζουν την πρόσβαση της ίδιας της Επιτροπής σε εμπιστευτικές πληροφορίες, επειδή η Επιτροπή χρειάζεται να έχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση για να πραγματοποιεί τη δική της αξιολόγηση. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι αρμόδια για τη διασφάλιση της εφαρμογής της ρήτρας εμπιστευτικότητας. Τα αιτήματα για εμπιστευτικότητα δεν θα πρέπει να θίγουν το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (4).

(14)

Όταν ένα κράτος μέλος κρίνει ότι μια διακυβερνητική συμφωνία είναι εμπιστευτική, θα πρέπει να διαβιβάζει στην Επιτροπή μία σύνοψή της προκειμένου να γνωστοποιηθεί και στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

(15)

Η μόνιμη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με διακυβερνητικές συμφωνίες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να καταστήσει δυνατή την ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών. Με βάση αυτές τις βέλτιστες πρακτικές, η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει, όπου είναι απαραίτητο σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές πολιτικές της Ένωσης, προαιρετικά πρότυπα ρητρών προς χρήση σε διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Η χρήση των εν λόγω προτύπων προαιρετικών ρητρών στόχο έχει την αποφυγή συγκρούσεων των διακυβερνητικών συμφωνιών με το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού και τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, και συγκρούσεων με διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση. Η χρήση τους θα πρέπει να είναι προαιρετική και το περιεχόμενό τους θα πρέπει να είναι δυνατόν να προσαρμόζεται στις εκάστοτε περιστάσεις.

(16)

Λόγω της ύπαρξης της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και των στόχων ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους εν λόγω στόχους κατά τη διαπραγμάτευση διακυβερνητικών συμφωνιών στον τομέα της ενέργειας που έχουν επίπτωση στην ενεργειακή πολιτική της Ένωσης.

(17)

Η βελτίωση της αμοιβαίας γνώσης των υφιστάμενων και των νέων διακυβερνητικών συμφωνιών θα καταστήσει δυνατό τον καλύτερο συντονισμό σε θέματα ενέργειας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Χάρη σε αυτή τη βελτίωση του συντονισμού θα μπορούν τα κράτη μέλη να επωφεληθούν πλήρως από την πολιτική και οικονομική βαρύτητα της Ένωσης και θα έχει τη δυνατότητα η Επιτροπή να προτείνει λύσεις για προβλήματα που εντοπίζονται στον τομέα των διακυβερνητικών συμφωνιών.

(18)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει και να ενθαρρύνει τον συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να ενισχύσει τον συνολικό στρατηγικό ρόλο της Ένωσης μέσω σθεναρής και αποτελεσματικής συντονισμένης προσέγγισης έναντι των χωρών παραγωγής, διαμετακόμισης και κατανάλωσης.

(19)

Ο μηχανισμός ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αξιολογήσεων που θα κάνουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του, δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης σχετικά με τις παραβάσεις, κρατικές ενισχύσεις και τον ανταγωνισμό.

(20)

Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει αν η απόφαση αυτή είναι επαρκής και αποτελεσματική για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση των διακυβερνητικών συμφωνιών με το δίκαιο της Ένωσης και ένα υψηλό επίπεδο συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες στον ενεργειακό τομέα.

(21)

Δεδομένου ότι ο στόχος της απόφασης αυτής, συγκεκριμένα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες στον ενεργειακό τομέα, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, λόγω των αποτελεσμάτων της απόφασης αυτής, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που εκτίθεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς επίτευξη του στόχου αυτού όρια,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Με την παρούσα απόφαση θεσπίζεται μηχανισμός ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες στον τομέα της ενέργειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας.

2.   Η παρούσα απόφαση δεν εφαρμόζεται στις διακυβερνητικές συμφωνίες οι οποίες υπόκεινται ήδη στο σύνολό τους σε άλλες ειδικές διαδικασίες κοινοποίησης σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται σε διακυβερνητικές συμφωνίες που θα γνωστοποιηθούν στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 6 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 994/2010.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «διακυβερνητική συμφωνία»: νομικά δεσμευτική συμφωνία μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών μελών και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών η οποία έχει αντίκτυπο στην επιχειρησιακή εκμετάλλευση ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας ή στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης· ωστόσο, σε περίπτωση που η νομικά δεσμευτική συμφωνία αυτή καλύπτει και άλλα θέματα, μόνον οι διατάξεις που σχετίζονται με την ενέργεια, συμπεριλαμβανομένων των γενικών διατάξεων που εφαρμόζονται για τις εν λόγω σχετικές προς την ενέργεια διατάξεις, συνιστούν «διακυβερνητική συμφωνία»·

2)   «υφιστάμενη διακυβερνητική συμφωνία»: μια διακυβερνητική συμφωνία η οποία έχει τεθεί σε ισχύ ή εφαρμόζεται προσωρινά πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και της Επιτροπής

1.   Το αργότερο μέχρι 17 Φεβρουαρίου 2013, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή όλες τις υφιστάμενες διακυβερνητικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων και όλων των τροποποιήσεών τους. Όταν οι εν λόγω υφιστάμενες διακυβερνητικές συμφωνίες παραπέμπουν ρητά σε άλλα κείμενα, τα κράτη μέλη υποβάλλουν και αυτά στην Επιτροπή τα άλλα αυτά κείμενα στο μέτρο που περιέχουν στοιχεία τα οποία έχουν αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας ή στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η εν λόγω υποχρέωση δεν υφίσταται όσον αφορά συμφωνίες μεταξύ εμπορικών επιχειρήσεων.

Υφιστάμενες διακυβερνητικές συμφωνίες οι οποίες, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης, έχουν ήδη κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 6 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 994/2010, θεωρείται ότι έχουν υποβληθεί για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, υπό τον όρο ότι η εν λόγω κοινοποίηση πληροί τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου. Το αργότερο μέχρι 17 Φεβρουαρίου 2013, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με το εάν μέρος των εν λόγω διακυβερνητικών συμφωνιών πρέπει να θεωρηθεί ως εμπιστευτικό και εάν οι παρεχόμενες πληροφορίες μπορούν να γνωστοποιηθούν και σε άλλα κράτη μέλη.

Στην περίπτωση που, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ένα κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή υφιστάμενες διακυβερνητικές συμφωνίες που επίσης εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 13 παράγραφος 6 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 994/2010, θα θεωρείται ότι πληρούν την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο.

2.   Στην περίπτωση που η Επιτροπή, κατά την πρώτη της αξιολόγηση, αμφιβάλλει ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης, των συμφωνιών που της υποβάλλονται βάσει της παραγράφου 1, ειδικότερα ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού της Ένωσης και τη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά ενέργειας, ενημερώνει σχετικά τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη εντός 9 μηνών από την υποβολή των εν λόγω συμφωνιών.

3.   Πριν ή κατά τις διαπραγματεύσεις με τρίτη χώρα σχετικά με διακυβερνητική συμφωνία ή την τροποποίηση υφιστάμενης διακυβερνητικής συμφωνίας, τα κράτη μέλη δύνανται να ενημερώνουν γραπτώς την Επιτροπή σχετικά με τους στόχους των διαπραγματεύσεων και τις διατάξεις που πρέπει να εξετασθούν στις διαπραγματεύσεις και δύνανται να κοινοποιούν οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή. Στην περίπτωση που το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για τις διαπραγματεύσεις αυτές, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή τακτικά για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων.

Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υποδεικνύει στην Επιτροπή εάν οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο μπορούν να γνωστοποιηθούν σε όλα τα άλλα κράτη μέλη. Στην περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υπέδειξε ότι οι πληροφορίες μπορούν να γνωστοποιηθούν, η Επιτροπή καθιστά τις πληροφορίες που παρελήφθησαν προσβάσιμες σε όλα κα κράτη μέλη υπό ασφαλή ηλεκτρονική μορφή, με εξαίρεση τα εμπιστευτικά τμήματα σύμφωνα με το άρθρο 4.

4.   Σε περίπτωση που κράτος μέλος ενημερώσει την Επιτροπή για τις διαπραγματεύσεις όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή δύναται να παράσχει συμβουλές σχετικά με το πώς να αποφευχθεί η ασυμβατότητα της διακυβερνητικής συμφωνίας ή της τροποποίησης υφιστάμενης διακυβερνητικής συμφωνίας που τελεί υπό διαπραγμάτευση με το δίκαιο της Ένωσης.

5.   Μετά την κύρωση διακυβερνητικής συμφωνίας ή τροποποίησης διακυβερνητικής συμφωνίας, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή τη διακυβερνητική συμφωνία ή την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων της συμφωνίας ή της τροποποίησης.

Στην περίπτωση που η διακυβερνητική συμφωνία ή η τροποποίηση διακυβερνητικής συμφωνίας παραπέμπει ρητά σε άλλα κείμενα, τα κράτη μέλη υποβάλλουν επίσης αυτά τα άλλα κείμενα στο μέτρο που περιέχουν στοιχεία τα οποία έχουν αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας ή στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται όσον αφορά συμφωνίες μεταξύ εμπορικών επιχειρήσεων.

6.   Με επιφύλαξη της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 4, η Επιτροπή καθιστά τα έγγραφα που λαμβάνει σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 5 προσβάσιμα υπό ασφαλή ηλεκτρονική μορφή σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

7.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ζητήσει από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4, να μην καταστήσει υφιστάμενη διακυβερνητική συμφωνία, τροποποίησή υφιστάμενης διακυβερνητικής συμφωνίας ή νέα διακυβερνητική συμφωνία προσβάσιμη στα λοιπά κράτη μέλη, καταρτίζει σύνοψη των υποβληθεισών πληροφοριών. Η σύνοψη αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία όσον αφορά την εν λόγω συμφωνία ή την εν λόγω τροποποίηση:

α)

το θεματικό πεδίο·

β)

τον στόχο και το πεδίο·

γ)

τη διάρκεια·

δ)

τα συμβαλλόμενα μέρη και

ε)

πληροφορίες σχετικά με τα κύρια στοιχεία.

Η Επιτροπή καθιστά προσβάσιμες τις συνόψεις που λαμβάνει σε όλα τα λοιπά κράτη μέλη, σε ηλεκτρονική μορφή.

Άρθρο 4

Εμπιστευτικότητα

1.   Κατά την παροχή πληροφοριών στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 1 έως 6, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επισημαίνουν αν κάποιες από τις παρεχόμενες πληροφορίες, εμπορικές ή άλλης φύσεως πληροφορίες, η αποκάλυψη των οποίων θα μπορούσε να βλάψει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εμπλεκόμενων μερών, πρέπει να θεωρηθούν εμπιστευτικές και εάν είναι δυνατόν να γνωστοποιηθούν στα λοιπά κράτη μέλη. Η Επιτροπή ακολουθεί αυτές τις επισημάνσεις.

2.   Τα αιτήματα για εμπιστευτικότητα σύμφωνα με το άρθρο αυτό δε περιορίζουν την πρόσβαση της ίδιας της Επιτροπής σε εμπιστευτικές πληροφορίες. Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι η πρόσβαση στις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα περιορίζεται αποκλειστικά στις υπηρεσίες της Επιτροπής που έχουν απόλυτη ανάγκη να λάβουν αυτές τις πληροφορίες.

Άρθρο 5

Συνδρομή της Επιτροπής

Σε περίπτωση που κράτος μέλος ενημερώσει την Επιτροπή για διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή της Επιτροπής στις διαπραγματεύσεις αυτές.

Κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και γραπτής έγκρισης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις ως παρατηρητής.

Στην περίπτωση που η Επιτροπή συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις ως παρατηρητής, μπορεί να συμβουλεύσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με το πώς να αποφύγει την ασυμβατότητα της διακυβερνητικής συμφωνίας ή της τροποποίησης που τελεί υπό διαπραγμάτευση με το δίκαιο της Ένωσης.

Άρθρο 6

Αξιολόγηση συμβατότητας

1.   Στην περίπτωση που κράτος μέλος διαπραγματεύεται διακυβερνητική συμφωνία ή τροποποίηση υφιστάμενης διακυβερνητικής συμφωνίας και δεν μπόρεσε, βάσει της ιδίας του αξιολόγησης, να καταλήξει σε σαφές συμπέρασμα σχετικά με τη συμβατότητα της διακυβερνητικής συμφωνίας ή της τροποποίησης που τελεί υπό διαπραγμάτευση, προς το δίκαιο της Ένωσης, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή πριν από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και της υποβάλλει το σχέδιο συμφωνίας ή την τροποποίηση μαζί με τυχόν παραρτήματά της.

2.   Η Επιτροπή, εντός τεσσάρων εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής του σχεδίου συμφωνίας ή τροποποίησης, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων της, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με τυχόν αμφιβολίες που μπορεί να έχει όσον αφορά τη συμβατότητα του σχεδίου της διακυβερνητικής συμφωνίας ή της τροποποίησης προς το δίκαιο της Ένωσης. Θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν εγείρει αμφιβολίες εάν δεν απαντήσει εντός της περιόδου αυτής.

3.   Στην περίπτωση που η Επιτροπή ενημερώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 2 ότι έχει αμφιβολίες, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την άποψή της σχετικά με τη συμβατότητα του οικείου σχεδίου συμφωνίας ή τροποποίησης με το δίκαιο της Ένωσης εντός 10 εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 (περίοδος εξέτασης). Η περίοδος εξέτασης μπορεί να παραταθεί με την έγκριση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν εγείρει αντιρρήσεις εάν δεν γνωμοδοτήσει εντός της προθεσμίας εξέτασης.

4.   Οι χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 συντομεύονται σε συμφωνία με την Επιτροπή εφόσον απαιτείται από τις περιστάσεις.

Άρθρο 7

Συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών

Η Επιτροπή διευκολύνει και ενθαρρύνει τον συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό:

α)

την ανασκόπηση των εξελίξεων όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες και την επιδίωξη συνέπειας και συνοχής στις εξωτερικές ενεργειακές σχέσεις της Ένωσης με τις βασικές χώρες παραγωγής, διαμετακόμισης και κατανάλωσης·

β)

τον εντοπισμό των κοινών προβλημάτων όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες και την εξέταση των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, καθώς και την πρόταση λύσεων όπου απαιτείται·

γ)

με βάση τις βέλτιστες πρακτικές και κατόπιν διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη, τη διαμόρφωση προαιρετικών προτύπων ρητρών που εάν εφαρμοσθούν θα βελτιώσουν σημαντικά τη συμμόρφωση των μελλοντικών διακυβερνητικών συμφωνιών προς το δίκαιο της Ένωσης·

δ)

την υποστήριξη, όπου είναι απαραίτητο, της ανάπτυξης πολυμερών διακυβερνητικών συμφωνιών με τη συμμετοχή πολλών κρατών μελών ή της Ένωσης συνολικά.

Άρθρο 8

Υποβολή έκθεσης και επανεξέταση

1.   Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

2.   Στην έκθεση θα εκτιμηθεί ειδικότερα το εύρος στο οποίο η παρούσα απόφαση προάγει τη συμμόρφωση των διακυβερνητικών συμφωνιών προς το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και ένα υψηλό επίπεδο συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες. Αξιολογείται επίσης ο αντίκτυπος που έχει η παρούσα απόφαση στις διαπραγματεύσεις των κρατών μελών με τρίτες χώρες και κατά πόσο είναι κατάλληλο το πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης και οι διαδικασίες που θεσπίζει.

3.   Μετά την υποβολή της πρώτης έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση κάθε τρία έτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις πληροφορίες που έχει λάβει σύμφωνα με το άρθρο 3, με δέουσα προσοχή στις διατάξεις της παρούσας απόφασης περί εμπιστευτικότητας.

Άρθρο 9

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 10

Αποδέκτες

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 25 Οκτωβρίου 2012.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Α. Δ. ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ


(1)  EE C 68 της 6.3.2012, σ. 65.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2012 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 4ης Οκτωβρίου 2012.

(3)  ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.


Top