Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32010R1095

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 , σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ

OJ L 331, 15.12.2010, p. 84–119 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 06 Volume 004 P. 241 - 276

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1095/oj

15.12.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 331/84


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 24ης Νοεμβρίου 2010

σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η χρηματοοικονομική κρίση το 2007 και το 2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοοικονομικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όσο και στο χρηματοοικονομικό σύστημα σαν σύνολο. Τα εποπτικά μοντέλα σε εθνική βάση υπερκεράστηκαν από τη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση και την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοοικονομικών αγορών, όπου πολλά χρηματοοικονομικά ιδρύματα λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στους τομείς της συνεργασίας, του συντονισμού, της συνεπούς εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας και της εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών.

(2)

Προ και κατά τη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απηύθυνε έκκληση να αρχίσει πορεία προς την ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή εποπτεία, προκειμένου να εξασφαλιστούν γνήσια ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες σε επίπεδο Ένωσης και να αντικατοπτρίζεται η αυξανόμενη ολοκλήρωση των χρηματοοικονομικών αγορών στην Ένωση (στα ψηφίσματά του της 13ης Απριλίου 2000 επί της ανακοίνωσης της Επιτροπής: Εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: σχέδιο δράσης (4), της 21ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (5), της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) - Λευκή Βίβλος (6), της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity) (7) και της 9ης Οκτωβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την παρακολούθηση της διαδικασίας Lamfalussy: μελλοντική δομή της εποπτείας (8), καθώς και τις θέσεις της 22ας Απριλίου 2009 σχετικά με την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (9) και της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (10)).

(3)

Τον Νοέμβριο του 2008, η Επιτροπή ανέθεσε σε ομάδα υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του κ. J. de Larosière να προβεί σε διατύπωση συστάσεων για τους τρόπους ενίσχυσης των ευρωπαϊκών εποπτικών ρυθμίσεων, με στόχο τη βελτίωση της προστασίας του πολίτη και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Με την τελική της έκθεση που παρουσιάστηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2009 («έκθεση de Larosière»), η ομάδα υψηλού επιπέδου συνιστούσε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο, προκειμένου να μειωθούν ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοοικονομικών κρίσεων. Συνέστησε μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του χρηματοοικονομικού τομέα στην Ένωση. Η ομάδα συμπέρανε επίσης ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας, το οποίο θα περιλαμβάνει τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μία για τον τραπεζικό τομέα, μία για τον τομέα των κινητών αξιών και μία για τον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, και συνέστησε τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η έκθεση παρουσίαζε τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες οι εμπειρογνώμονες έκριναν ότι είναι αναγκαίες και για τις οποίες έπρεπε αμέσως να αρχίσουν εργασίες.

(4)

Με την ανακοίνωση της 4ης Μαρτίου 2009 με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», η Επιτροπή πρότεινε την υποβολή νομοθετικής πρότασης για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Με την ανακοίνωση της 27ης Μαΐου 2009 με τίτλο «Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία», παρέσχε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την πιθανή αρχιτεκτονική του νέου αυτού εποπτικού πλαισίου, σκιαγραφώντας την κεντρική επιδίωξη της έκθεσης de Larosière.

(5)

Με τα συμπεράσματά του της 19ης Ιουνίου 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαίωσε ότι θα πρέπει να ιδρυθεί Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο θα περιλαμβάνει τρεις νέες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Στόχος του συστήματος θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση της ποιότητας και της συνέπειας της εθνικής εποπτείας, η ενίσχυση της επίβλεψης διασυνοριακών ομίλων και η σύνταξη ενιαίου ευρωπαϊκού εγχειριδίου, το οποίο θα ισχύει για όλους τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές της εσωτερικής αγοράς. Τόνισε επίσης ότι οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές θα πρέπει να διαθέτουν εποπτικές εξουσίες όσον αφορά τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και κάλεσε την Επιτροπή να προετοιμάσει συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας θα μπορούσε να παίξει σοβαρό ρόλο σε καταστάσεις κρίσης, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών δεν θα πρέπει να προσκρούουν στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες των κρατών μελών. Η Επιτροπή έχει υποβάλει πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (11). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσουν την πρόταση αυτήν, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (εφεξής «η Αρχή») θα διαθέτει επαρκείς εποπτικές εξουσίες έναντι των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, έχοντας υπόψη ότι η Αρχή θα πρέπει να ασκεί τις αποκλειστικές εξουσίες εποπτείας των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που της έχουν ανατεθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009. Προς τούτο, η Αρχή θα πρέπει να διαθέτει τις κατάλληλες εξουσίες έρευνας και επιβολής που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία, καθώς και τη δυνατότητα να χρεώνει τέλη.

(6)

Στις 17 Ιουνίου 2010, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε ότι «τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλουν συστήματα εισφορών και φορολόγησης επί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για να εξασφαλιστεί ισότιμη κατανομή των βαρών και να θεσπισθούν κίνητρα για τον έλεγχο του συστημικού κινδύνου. Η εισφορά ή η φορολόγηση αυτή θα πρέπει να εντάσσεται σ’ ένα αξιόπιστο πλαίσιο για την εξυγίανση. Απαιτούνται επειγόντως περαιτέρω εργασίες ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά τους, ενώ θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά τα ζητήματα των ισότιμων όρων του ανταγωνισμού και σωρευτικών επιπτώσεων των διαφόρων ρυθμιστικών μέτρων».

(7)

Η χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση δημιούργησε πραγματικούς και σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η αποκατάσταση και η διατήρηση σταθερού και αξιόπιστου χρηματοοικονομικού συστήματος αποτελούν απόλυτη προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης και της συνοχής στην εσωτερική αγορά και, δι’ αυτών, για τη διατήρηση και τη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση μιας πλήρως ενοποιημένης και λειτουργικής εσωτερικής αγοράς στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι μεγαλύτερου βάθους και περισσότερο ολοκληρωμένες χρηματοοικονομικές αγορές παρέχουν καλύτερες ευκαιρίες για χρηματοδότηση και για διαφοροποίηση των κινδύνων, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της ικανότητας των οικονομιών για απορρόφηση των κραδασμών.

(8)

Η Ένωση έχει φθάσει στα όρια του δυνατού όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των επιτροπών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών. Η Ένωση δεν μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση κατά την οποία: δεν υπάρχει μηχανισμός που να διασφαλίζει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές λαμβάνουν τις καλύτερες δυνατές εποπτικές αποφάσεις για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σε διασυνοριακό επίπεδο· δεν υπάρχει επαρκής συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών εποπτών· για κοινή δράση των εθνικών αρχών απαιτούνται πολύπλοκες ρυθμίσεις που να λαμβάνουν υπόψη το ψηφιδωτό των ρυθμιστικών και εποπτικών απαιτήσεων· συχνότατα οι εθνικές λύσεις αποτελούν τη μόνη εφικτή επιλογή ως ανταπόκριση σε προβλήματα στο επίπεδο της Ένωσης· υπάρχουν, τέλος, διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου νομοθετικού κειμένου. Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (στο εξής «ΕΣΧΕ») θα πρέπει να θεσμοθετηθεί έτσι ώστε να είναι δυνατές η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών και να παρέχει ένα σύστημα ευθυγραμμισμένο προς τον στόχο για σταθερή και ενιαία ενωσιακή χρηματοοικονομική αγορά για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, συνδέοντας τις εθνικές εποπτικές αρχές σε ένα ισχυρό ενωσιακό δίκτυο.

(9)

Το ΕΣΧΕ θα πρέπει να συνιστά ολοκληρωμένο δίκτυο εθνικών εποπτικών αρχών και εποπτικών αρχών της Ένωσης, το οποίο να αφήνει την καθημερινή εποπτεία στο εθνικό επίπεδο. Επίσης θα πρέπει να επιτευχθούν μεγαλύτερη εναρμόνιση και η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σε ολόκληρη την Ένωση. Εκτός από την Αρχή, θα πρέπει να συσταθούν η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), καθώς και η Μεικτή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (εφεξής «Μεικτή Επιτροπή»). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (εφεξής «ΕΣΣΚ») θα πρέπει να αποτελεί μέρος του ΕΣΧΕ χάριν των καθηκόντων που καθορίζουν ο παρών κανονισμός και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 (12).

(10)

Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (καλούμενες εφεξής από κοινού «ΕΕΑ») θα πρέπει να αντικαταστήσουν την επιτροπή ευρωπαϊκών αρχών τραπεζικής εποπτείας, που συστάθηκε με την απόφαση 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (13), την επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, που συστάθηκε με την απόφαση 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (14) και την ευρωπαϊκή επιτροπή ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών, που συστάθηκε από την απόφαση 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής (15), και να αναλάβουν όλα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες αυτών των επιτροπών, περιλαμβανομένης της συνέχισης των τρεχουσών εργασιών και σχεδίων, εφόσον απαιτείται. Θα πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια το πεδίο δράσης κάθε Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να λογοδοτούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Όταν η λογοδοσία αυτή αφορά διατομεακά θέματα που έχουν συντονιστεί μέσω της Μεικτής Επιτροπής, οι ΕΕΑ θα πρέπει να λογοδοτούν, μέσω της Μεικτής Επιτροπής, για τον εν λόγω συντονισμό.

(11)

Η Αρχή θα πρέπει να ενεργεί με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση νομοθεσίας και εποπτείας υψηλού, αποτελεσματικού και συνεκτικού επιπέδου, λαμβάνοντας υπόψη τα ποικίλα συμφέροντα όλων των κρατών μελών και τη διαφορετική φύση των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές. Η Αρχή θα πρέπει να προστατεύει δημόσιες αξίες όπως η ακεραιότητα και η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η διαφάνεια των αγορών και των χρηματοοικονομικών προϊόντων και η προστασία των επενδυτών. Η Αρχή θα πρέπει επίσης να αποτρέπει την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και να εξασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού, καθώς και να ενισχύει τον διεθνή εποπτικό συντονισμό, προς όφελος της οικονομίας ευρύτερα, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων κι άλλων συμφεροντούχων, των καταναλωτών και των εργαζομένων. Στα καθήκοντά της θα πρέπει να περιλαμβάνεται επίσης η προώθηση της εποπτικής σύγκλισης και η παροχή συμβουλών στα θεσμικά όργανα της Ένωσης στους τομείς αρμοδιότητάς της. Στην Αρχή θα πρέπει επίσης να ανατεθούν ορισμένες ευθύνες σχετικά με τις υφιστάμενες και τις νέες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

(12)

Η Αρχή θα πρέπει επίσης να μπορεί να απαγορεύει ή να περιορίζει προσωρινά ορισμένες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες που απειλούν την ομαλή λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρει ο παρών κανονισμός. Εάν απαιτείται τέτοια προσωρινή απαγόρευση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, η Αρχή θα πρέπει να προβαίνει σε αυτήν σύμφωνα τον παρόντα κανονισμό και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτόν. Σε περίπτωση που προσωρινή απαγόρευση ή περιορισμός ορισμένων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων έχει διατομεακό αντίκτυπο, η τομεακή νομοθεσία θα πρέπει να ορίζει ότι η Αρχή θα πρέπει να συσκέπτεται και να συντονίζει τη δράση της, όπου είναι σκόπιμο, με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), μέσω της Μεικτής Επιτροπής.

(13)

Η Αρχή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την επίπτωση των ενεργειών της στον ανταγωνισμό και την καινοτομία στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, στη χρηματοοικονομική ενσωμάτωση και στη νέα στρατηγική της Ένωσης για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

(14)

Για την επίτευξη των στόχων της, η Αρχή θα πρέπει να έχει νομική υπόσταση, καθώς και διοικητική και οικονομική αυτονομία.

(15)

Με βάση τις εργασίες των διεθνών οργανισμών, ο συστημικός κίνδυνος θα πρέπει να οριστεί ως κίνδυνος διατάραξης του χρηματοοικονομικού συστήματος που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά και στην πραγματική οικονομία. Όλα τα είδη χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικώς σημαντικά σε κάποιον βαθμό.

(16)

Ο διασυνοριακός κίνδυνος περιλαμβάνει όλους τους κινδύνους που προκαλούνται λόγω οικονομικής ανισορροπίας ή χρηματοοικονομικής αποτυχίας του συνόλου ή μερών της Ένωσης και που ενδέχεται να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ των οικονομικών παραγόντων δύο ή περισσότερων κρατών μελών, στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή στα δημόσια οικονομικά της Ένωσης ή οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη της.

(17)

Με την απόφασή του της 2ας Μαΐου 2006 στην υπόθεση C-217/04 (Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεώρησε ότι «από κανένα στοιχείο του άρθρου 95 ΕΚ [πλέον άρθρο 114 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)] δεν συνάγεται ότι τα μέτρα που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης βάσει της εν λόγω διάταξης πρέπει να έχουν ως μόνους αποδέκτες τα κράτη μέλη. Ενδέχεται δηλαδή να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την εκτίμηση του νομοθέτη αυτού, να προβλεφθεί η ίδρυση κοινοτικού οργανισμού που καλείται να συμβάλει στην εφαρμογή μιας διαδικασίας εναρμόνισης στις περιπτώσεις στις οποίες είναι ενδεδειγμένη, για τη διευκόλυνση της εναρμονισμένης εκτέλεσης και εφαρμογής των πράξεων που στηρίζονται στην εν λόγω διάταξη, η θέσπιση μη δεσμευτικών συνοδευτικών μέτρων και μέτρων πλαισίωσης» (16). Ο σκοπός και τα καθήκοντα της Αρχής – παροχή βοήθειας στις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές με σκοπό τη συνεπή ερμηνεία και εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων και τη συμβολή στη χρηματοοικονομική σταθερότητα που απαιτείται για τη χρηματοοικονομική ολοκλήρωση – συνδέονται στενά με τους στόχους του ενωσιακού κεκτημένου σχετικά με την εσωτερική αγορά χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Συνεπώς η Αρχή θα πρέπει να συσταθεί βάσει του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ.

(18)

Οι ακόλουθες νομοθετικές πράξεις ορίζουν τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, περιλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ τους και με την Επιτροπή: η οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών (17), η οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (18), η οδηγία 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών και τις πληροφορίες επί των αξιών αυτών που πρέπει να δημοσιεύονται (19), η οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2002, για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας (20), η οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) (21), η οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (22), η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (23), η οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (24), η οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (25), με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών), όσον αφορά την προληπτική εποπτεία, η οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (26), οποιαδήποτε μελλοντική νομοθεσία στον τομέα των Διαχειριστών του Οργανισμού εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009.

(19)

Η υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία που εμπίπτει στον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνει επίσης την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (27), την οδηγία 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (28), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (29) και τα σχετικά τμήματα της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (30) και της οδηγίας 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές (31).

(20)

Είναι επιθυμητό η Αρχή να προωθεί συνεκτική προσέγγιση στον τομέα των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών, προκειμένου να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και δίκαιη αντιμετώπιση των επενδυτών σε όλη την Ένωση. Επειδή τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών υπόκεινται σε επίβλεψη στα οικεία κράτη μέλη και όχι σε ρυθμιστική εποπτεία, η Αρχή θα πρέπει να μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό σε σχέση με το ίδιο το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών και τον υπεύθυνο φορέα του.

(21)

Σύμφωνα με τη δήλωση (αριθ. 39) όσον αφορά το άρθρο 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επισυνάπτεται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης η οποία ενέκρινε τη συνθήκη της Λισαβόνας, η κατάρτιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων απαιτεί τη μορφή αυτή τεχνικής εμπειρογνωσίας κατά τρόπο που προσιδιάζει στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Είναι αναγκαίο να επιτραπεί στην Αρχή να παρέχει τέτοια εμπειρογνωσία, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρογνωσίας η οποία αφορά πρότυπα ή τμήματα προτύπων που δεν βασίζονται σε κάποιο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει καταρτίσει η ίδια η Αρχή.

(22)

Είναι αναγκαία η εισαγωγή κάποιου αποτελεσματικού μέσου για τη θέσπιση εναρμονισμένων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ώστε να εξασφαλιστούν, μέσω ενιαίου εγχειριδίου, ισότιμοι όροι και η επαρκής προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Επειδή η Αρχή αποτελεί φορέα με μεγάλη εξειδικευμένη πείρα, είναι συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί, σε τομείς που καθορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο, η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, οι οποίοι δεν ενέχουν επιλογές πολιτικής.

(23)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων διά κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να τους προσδώσει δεσμευτική νομική ισχύ. Τα εν λόγω σχέδια θα πρέπει να υπόκεινται σε τροποποίηση μόνο σε περιορισμένες και έκτακτες περιστάσεις, δεδομένου ότι η Αρχή αποτελεί τον φορέα που θα βρίσκεται σε στενή επαφή και θα διαθέτει καλύτερη γνώση της καθημερινής λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών. Τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα μπορούσαν να υπόκεινται σε τροποποίηση εάν δεν είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στο κεκτημένο της ενωσιακής νομοθεσίας στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή δεν θα πρέπει να τροποποιεί το περιεχόμενο των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προετοιμάζει η Αρχή χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή. Για να διασφαλιστεί ομαλή και ταχεία διαδικασία έγκρισης των προτύπων αυτών, η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό.

(24)

Δεδομένης της τεχνικής ειδημοσύνης της Αρχής στους τομείς στους οποίους θα πρέπει να καταρτιστούν ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, θα πρέπει να επισημανθεί η δεδηλωμένη πρόθεση της Επιτροπής να βασίζεται, κατά κανόνα, στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που θα της υποβάλλει η Αρχή προκειμένου για την έκδοση των αντίστοιχων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Ωστόσο, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η Αρχή δεν υποβάλλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός των χρονικών προθεσμιών που ορίζει η σχετική νομοθετική πράξη, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε το αποτέλεσμα της άσκησης της εξουσιοδότησης να επιτευχθεί τοις πράγμασιν, να διατηρηθεί δε η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές επομένως και απουσία σχεδίου της Αρχής, θα πρέπει να ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έκδοσης ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.

(25)

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτείται να εκδίδει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα δι’ εκτελεστικών πράξεων του άρθρου 291 της ΣΛΕΕ.

(26)

Σε τομείς που δεν διέπονται από ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, η Αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Για την εξασφάλιση διαφάνειας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των εθνικών εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, θα πρέπει Αρχή να έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί τους λόγους μη συμμόρφωσης των εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.

(27)

Η διασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, τη διαφάνεια, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών, για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και για τη διασφάλιση ουδέτερων συνθηκών ανταγωνισμού των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στην Ένωση. Επομένως, θα πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου η Αρχή θα αντιμετωπίζει περιπτώσεις μη εφαρμογής ή εσφαλμένης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου που αποτελούν παραβίασή του. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε τομείς για τους οποίους το ενωσιακό δίκαιο ορίζει σαφείς και ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις.

(28)

Για να καταστεί δυνατή η αναλογική αντίδραση σε περιπτώσεις εσφαλμένης ή ανεπαρκούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή μηχανισμός με τρία στάδια. Πρώτον, η Αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία να διερευνά την κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένη ή ανεπαρκή εφαρμογή υποχρεώσεων εκ του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές κατά την άσκηση της εποπτείας τους και να ολοκληρώνει την έρευνα με σύσταση. Δεύτερον, αν η αρμόδια εθνική αρχή δεν συμμορφώνεται με τη σύσταση, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκδίδει επίσημη γνώμη στην οποία θα λαμβάνεται υπόψη η σύσταση της Αρχή, και θα απαιτεί από την αρμόδια αρχή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

(29)

Τρίτον, για την αντιμετώπιση εξαιρετικών καταστάσεων με έμμονη αδράνεια της οικείας αρμόδιας αρχής, η Αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία, ως έσχατη λύση, να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες σε μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες η αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται με την επίσημη γνώμη που της απευθύνεται και στις οποίες το ενωσιακό δίκαιο είναι άμεσα εφαρμόσιμο στους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές δυνάμει υφιστάμενων ή μελλοντικών κανονισμών της Ένωσης.

(30)

Οι σοβαρές απειλές για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση απαιτούν ταχεία και εναρμονισμένη απόκριση σε ενωσιακό επίπεδο. Επομένως, η Αρχή θα πρέπει να μπορεί να ζητά από τις εθνικές εποπτικές αρχές να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Η εξουσία καθορισμού της ύπαρξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης θα πρέπει να ανατεθεί στο Συμβούλιο, κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε ΕΕΑ, της Επιτροπής ή του ΕΣΣΚ.

(31)

Η Αρχή θα πρέπει να μπορεί να ζητά από τις εθνικές εποπτικές αρχές να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Η δράση που αναλαμβάνει εν προκειμένω η Αρχή δεν θα πρέπει να θίγει τις δυνάμει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ εξουσίες της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά του κράτους μέλους της εν λόγω εποπτικής αρχής διότι παρέλειψε να προβεί στις ενέργειες αυτές, ούτε το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα όπως ορίζει ο κανονισμός διαδικασίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, δεν θα πρέπει να προδικάζει τυχόν ευθύνη που ενδέχεται να βαρύνει το κράτος μέλος σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον οι εποπτικές αρχές του αμελήσουν να προβούν στις ενέργειες που έχει ζητήσει η Αρχή.

(32)

Προκειμένου να διασφαλιστούν η αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία και η ισόρροπη εξέταση των θέσεων των αρμόδιων αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, η Αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλύει διαφωνίες σε διασυνοριακές καταστάσεις μεταξύ αυτών των αρμόδιων αρχών με δεσμευτικό τρόπο, περιλαμβανομένων των σωμάτων εποπτών. Θα πρέπει να προβλέπεται ένα στάδιο συμβιβασμού, κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία. Στην αρμοδιότητα της Αρχής θα πρέπει να εμπίπτουν διαφωνίες ως προς τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης ή παράλειψης αρμόδιας αρχής κράτους μέλους στις περιπτώσεις που καθορίζονται στις νομικά δεσμευτικές πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό. Σε τέτοια περίπτωση, ένας από τους εμπλεκόμενους επόπτες θα πρέπει να μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Αρχή, η οποία θα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η Αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία να απαιτεί από τις σχετικές αρμόδιες αρχές να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες ή να μην προβούν σε ενέργειες, ώστε να επιλυθεί το θέμα και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, ενέργεια που έχει δεσμευτικά αποτελέσματα για τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται με την απόφαση διακανονισμού που της απευθύνεται, η Αρχή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα σε συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σε τομείς του ενωσιακού δικαίου που ισχύουν άμεσα για αυτούς. Το δικαίωμα έκδοσης τέτοιων αποφάσεων θα πρέπει να ασκείται μόνο ως ύστατη λύση και τότε μόνο για να διασφαλίζεται η ορθή και συνεπής εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Εφόσον η σχετική ενωσιακή νομοθεσία παρέχει διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή δεν μπορούν να υποκαθιστούν την άσκηση σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας.

(33)

Η κρίση έχει αποδείξει ότι το τρέχον σύστημα συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών των οποίων οι εξουσίες περιορίζονται σε μεμονωμένα κράτη μέλη είναι ανεπαρκές όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που έχουν διασυνοριακές δραστηριότητες.

(34)

Οι ομάδες εμπειρογνωμόνων που συνέστησαν τα κράτη μέλη για να εξετάσουν τα αίτια της κρίσης και να διατυπώσουν προτάσεις βελτίωσης της ρύθμισης και της εποπτείας του χρηματοοικονομικού τομέα επιβεβαίωσαν ότι οι ισχύουσες ρυθμίσεις δεν αποτελούν υγιή βάση για τη μελλοντική ρύθμιση και εποπτεία των διασυνοριακών χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ανά την Ένωση.

(35)

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση de Larosière, «ουσιαστικά, μας προσφέρονται δύο εναλλακτικές οδοί: καταρχάς, η οδός του “ο καθένας για τον εαυτό του” και του πλουτισμού εις βάρος του πλησίον· ή, κατά δεύτερον - η ενισχυμένη, πραγματιστική, συνετή ευρωπαϊκή συνεργασία προς όφελος όλων προκειμένου να συντηρηθεί μια ανοικτή παγκόσμια οικονομία. Αυτή θα επιφέρει αναμφίβολα οικονομικά κέρδη».

(36)

Τα σώματα εποπτών παίζουν σημαντικό ρόλο στην αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές που λειτουργούν διασυνοριακά. Η Αρχή θα πρέπει να συμβάλλει στην προώθηση και παρακολούθηση της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εποπτών και να διαδραματίζει εν προκειμένω ηγετικό ρόλο στη διασφάλιση της συνεπούς και συγκροτημένης λειτουργίας των εποπτικών σωμάτων για διασυνοριακά χρηματοοικονομικά ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση. Η Αρχή θα πρέπει επομένως να έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής σε σώματα εποπτών, με στόχο την ομοιόμορφη λειτουργία των σωμάτων εποπτών και την ομοιόμορφη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών σε αυτά, καθώς και την ενίσχυση της σύγκλισης και της συνέπειας στα σώματα εποπτών όσον αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Όπως επισημαίνει η έκθεση de Larosière, «οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και η καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας που προκύπτουν από αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές πρέπει να αποφεύγονται, επειδή μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα – μεταξύ άλλων, ενθαρρύνοντας τη μετατόπιση της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας προς χώρες με χαλαρή εποπτεία. Το εποπτικό σύστημα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δίκαιο και ισορροπημένο».

(37)

Στους τομείς αρμοδιότητάς της, η Αρχή θα πρέπει να συμβάλλει και να μετέχει ενεργώς στην ανάπτυξη και τον συντονισμό ουσιαστικών και συνεκτικών σχεδίων διάσωσης και εξυγίανσης, διαδικασιών για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και προληπτικών μέτρων προκειμένου να διασφαλισθούν η εσωτερίκευση του κόστους του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ώστε να ελαχιστοποιηθούν ο συστημικός αντίκτυπος ενδεχόμενων καταρρεύσεων και η προσφυγή σε χρήματα φορολογουμένων για τη διάσωση συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές. Θα πρέπει να συμβάλλει στην ανάπτυξη μεθόδων για την εξυγίανση βασικών υπό κατάρρευση συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές κατά τρόπους με τους οποίους η κατάρρευση να μην γίνεται μεταδοτική, οι οποίοι τους επιτρέπουν να εκκαθαρίζονται με τακτικό και έγκαιρο τρόπο και οι οποίοι συμπεριλαμβάνουν, κατά περίπτωση, κατάλληλους συνεκτικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς χρηματοδότησης.

(38)

Κατά την τρέχουσα αναθεώρηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων (32) και της οδηγίας 97/9/ΕΚ, σημειώνεται η πρόθεση της Επιτροπής να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη να διασφαλιστεί περαιτέρω εναρμόνιση σε όλη την Ένωση. Στον ασφαλιστικό τομέα, σημειώνεται επίσης η πρόθεση της Επιτροπής να εξετάσει τη δυνατότητα καθιέρωσης ευρωπαϊκών κανόνων προστασίας των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων σε περίπτωση κατάρρευσης ασφαλιστικής εταιρείας. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο σε αυτούς τους τομείς και θα πρέπει να τους δοθούν οι κατάλληλες εξουσίες όσον αφορά τα ευρωπαϊκά συστήματα συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών.

(39)

Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτόν να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης και να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές. Συνεπώς ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτήν. Παρά την τήρηση του γενικού κανόνα ότι θα πρέπει να επιτρέπεται η ανάθεση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν ειδικούς όρους για την ανάθεση αρμοδιοτήτων, για παράδειγμα όσον αφορά τη γνωστοποίηση και την ενημέρωση των ρυθμίσεων ανάθεσης. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από την Αρχή ή μια εθνική εποπτική αρχή άλλη από την αρμόδια αρχή, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Με την ανάθεση αρμοδιοτήτων, η Αρχή ή μια εθνική εποπτική αρχή (η εξουσιοδοτούμενη) θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα ιδίω ονόματι αντί της εξουσιοδοτούσας αρχής. Οι αναθέσεις θα πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που βρίσκεται στην καλύτερη θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών θα ήταν σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Οι αποφάσεις της εξουσιοδοτούμενης αρχής θα πρέπει να αναγνωρίζονται από την εξουσιοδοτούσα αρχή και άλλες αρμόδιες αρχές εάν οι εν λόγω αποφάσεις εμπίπτουν εντός του πεδίου της εξουσιοδότησης. Η συναφής ενωσιακή νομοθεσία θα μπορούσε να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή θα πρέπει να διευκολύνει και να παρακολουθεί τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο.

Θα πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη εφόσον απαιτείται. Θα πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες. Θα πρέπει να εντοπίζει και να προωθεί βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την ανάθεση και τις συμφωνίες ανάθεσης καθηκόντων.

(40)

Η Αρχή θα πρέπει να υποστηρίζει ενεργά την εποπτική σύγκλιση σε όλη την Ένωση, με στόχο την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας.

(41)

Οι αξιολογήσεις ομοτίμων αποτελούν αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των χρηματοοικονομικών εποπτικών αρχών. Η Αρχή θα πρέπει επομένως να αναπτύξει το μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις και να τις διεξάγει τακτικά. Οι αξιολογήσεις θα πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας, καθώς επίσης και στην ανεξαρτησία των αρμόδιων αυτών αρχών. Το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων ομοτίμων θα πρέπει να δημοσιοποιείται με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που υποβάλλεται σε αξιολόγηση. Οι βέλτιστες πρακτικές θα πρέπει ωσαύτως να εντοπίζονται και να δημοσιοποιούνται.

(42)

Η Αρχή θα πρέπει να προάγει ενεργά τη συντονισμένη εποπτική απόκριση σε επίπεδο Ένωσης, ειδικά ώστε να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση. Συνεπώς, επιπροσθέτως προς τις εξουσίες της για δράση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Αρχή η γενική λειτουργία συντονισμού στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ. Οι δράσεις της Αρχής θα πρέπει να εστιάζουν ιδιαίτερα στην ομαλή ροή όλων των συναφών πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

(43)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα, είναι απαραίτητο να εντοπιστούν εξαρχής οι τάσεις, οι δυνητικοί κίνδυνοι και τα τρωτά σημεία που απορρέουν από το μικροπροληπτικό επίπεδο, διασυνοριακά και διατομεακά. Η Αρχή θα πρέπει να παρακολουθεί και να εκτιμά τις εν λόγω εξελίξεις στον τομέα αρμοδιότητάς της και, αν κρίνεται αναγκαίο, να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις άλλες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και το ΕΣΣΚ σε τακτική βάση και, αν είναι αναγκαίο, για συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης η Αρχή θα πρέπει, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, να ξεκινήσει και να συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης, για να εκτιμά την αντοχή των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, και θα πρέπει να εξασφαλίζει για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεπέστερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο. Για την ορθή άσκηση των καθηκόντων της, η Αρχή θα πρέπει να διενεργεί οικονομικές αναλύσεις των αγορών και των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων στην αγορά.

(44)

Με δεδομένες την παγκοσμιοποίηση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και την αυξημένη σημασία των διεθνών προτύπων, η Αρχή θα πρέπει να ενισχύσει τον διάλογο και τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές εκτός της Ένωσης. Θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με τις εποπτικές αρχές και τους διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, με πλήρη σεβασμό των υφιστάμενων ρόλων και αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Η συμμετοχή στο έργο της Αρχής θα πρέπει να είναι ανοικτή στις χώρες που έχουν συνάψει με την Ένωση συμφωνίες με τις οποίες έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης και η Αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεργάζεται με τρίτες χώρες που εφαρμόζουν νομοθεσία αναγνωρισμένη ως ανάλογη με αυτήν της Ένωσης.

(45)

Η Αρχή θα πρέπει να χρησιμεύει ως ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής στον τομέα της αρμοδιότητάς της. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των ενδιαφερομένων αρμόδιων αρχών, η Αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωμοδοτεί σχετικά με την εκτίμηση όσον αφορά την προληπτική εποπτεία σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές με βάση την οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (23), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44/ΕΚ (33) στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η εν λόγω οδηγία απαιτεί διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών.

(46)

Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Αρχή θα πρέπει να έχει δικαίωμα να ζητεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, κανονικά τις πληροφορίες αυτές θα πρέπει να τις παρέχουν οι εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοοικονομικές αγορές και τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα ήδη υφιστάμενα στατιστικά στοιχεία. Ωστόσο, ως έσχατη λύση, η Αρχή θα πρέπει να μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας από συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποια αρμόδια εθνική αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει έγκαιρα τις εν λόγω πληροφορίες. Οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να είναι υποχρεωμένες να συνεπικουρούν την Αρχή στην επιβολή τέτοιων άμεσων αιτημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι εργασίες περί ενιαίων μορφοτύπων υποβολής στοιχείων είναι ουσιαστικές. Τα μέτρα για τη συλλογή πληροφοριών θα πρέπει να λαμβάνονται υπό την επιφύλαξη του νομικού πλαισίου του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος και του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών στον τομέα της στατιστικής. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει επομένως τόσο τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές (34), όσο και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (35).

(47)

Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του ΕΣΣΚ και η παρακολούθηση της συνέχειας των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, έχει ουσιώδη σημασία η στενή συνεργασία μεταξύ της Αρχής και του ΕΣΣΚ. Η Αρχή και το ΕΣΣΚ θα πρέπει να μοιράζονται μεταξύ τους κάθε σχετική πληροφορία. Δεδομένα σχετιζόμενα με μεμονωμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Όταν η Αρχή ή κάποια εθνική εποπτική αρχή λάβει προειδοποιήσεις ή συστάσεις από το ΕΣΣΚ, η Αρχή θα πρέπει να εξασφαλίζει την παρακολούθηση της συνέχειας, εφόσον κρίνεται σκόπιμο.

(48)

Η Αρχή θα πρέπει να διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη για ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των προτεινόμενων μέτρων. Πριν από την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, η Αρχή θα πρέπει να διεξάγει μελέτη επιπτώσεων. Για λόγους αποδοτικότητας, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών για αυτόν τον σκοπό, η οποία θα πρέπει να εκπροσωπεί, στη σωστή αναλογία, τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους καταναλωτές και λοιπούς χρήστες των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών θα πρέπει να εργάζεται ως διασύνδεση με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.

(49)

Τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή την ακαδημαϊκή κοινότητα θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκή αποζημίωση προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα στα πρόσωπα που ούτε καλή χρηματοδότηση έχουν ούτε είναι εκπρόσωποι του κλάδου να συμμετέχουν πλήρως στη συζήτηση σχετικά με τη χρηματοοικονομική ρύθμιση.

(50)

Την κύρια ευθύνη της διασφάλισης συντονισμένης διαχείρισης κρίσεων και της διατήρησης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας σε καταστάσεις κρίσεων, ιδίως όταν πρόκειται για τη σταθεροποίηση μεμονωμένων συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τη λήψη σχετικών αποφάσεων, φέρουν τα κράτη μέλη. Οι αποφάσεις της Αρχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή διακανονισμού οι οποίες επηρεάζουν τη σταθερότητα κάποιου συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές δεν θα πρέπει να προσκρούουν στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών. Θα πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου τα κράτη μέλη θα μπορούν να επικαλεστούν αυτήν τη διασφάλιση και τελικά να φέρουν το θέμα ενώπιον του Συμβουλίου προς λήψη απόφασης. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να γίνεται κατάχρηση αυτού του μηχανισμού διασφάλισης, ιδίως σε σχέση με απόφαση που λαμβάνει η Αρχή και η οποία δεν έχει σημαντικές ή υλικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, όπως η μείωση εσόδων που συνδέεται με την προσωρινή απαγόρευση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων ή προϊόντων για σκοπούς προστασίας των καταναλωτών. Κατά τη λήψη αποφάσεων δυνάμει του μηχανισμού διασφάλισης, το Συμβούλιο θα πρέπει να ψηφίζει σύμφωνα με την αρχή της μιας ψήφου για κάθε μέλος. Δεδομένων των ιδιαίτερων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στο θέμα αυτό, είναι σκόπιμο να αναλάβει σχετικά κάποιο ρόλο το Συμβούλιο. Λόγω της ευαισθησίας του θέματος αυτού, θα πρέπει να διασφαλίζονται αυστηροί κανόνες εμπιστευτικότητας.

(51)

Στο πλαίσιο των διαδικασιών της για τη λήψη αποφάσεων, η Αρχή θα πρέπει να δεσμεύεται από τους ενωσιακούς κανόνες και τις γενικές αρχές για την τήρηση της νομιμότητας και τη διαφάνεια. Θα πρέπει να γίνεται πλήρως σεβαστό το δικαίωμα ακρόασης για τους αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής. Οι πράξεις της Αρχής θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ενωσιακού δικαίου.

(52)

Το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Αρχής θα πρέπει να είναι το συμβούλιο εποπτών, συγκροτούμενο από τους επικεφαλής των οικείων αρμόδιων αρχών σε κάθε κράτος μέλος, το οποίο προεδρεύεται από τον πρόεδρο της Αρχής. Οι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, του ΕΣΣΚ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών) θα πρέπει να συμμετέχουν ως παρατηρητές. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών θα πρέπει να ενεργούν ανεξάρτητα και μόνο υπέρ του συμφέροντος της Ένωσης.

(53)

Κατά γενικό κανόνα, το συμβούλιο εποπτών θα πρέπει να λαμβάνει τις αποφάσεις του με απλή πλειοψηφία σύμφωνα με την αρχή της μιας ψήφου για κάθε μέλος. Ωστόσο, για πράξεις γενικής φύσεως, περιλαμβανομένων των σχετιζόμενων με ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, για θέματα προϋπολογισμού, καθώς και σχετικά με αιτήσεις κράτους μέλους να επανεξεταστεί απόφαση της Αρχής περί προσωρινής απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, σκόπιμο είναι να ισχύουν οι κανόνες για την ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Πρωτόκολλο (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περιπτώσεις που αφορούν την επίλυση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών θα πρέπει να εξετάζονται από περιορισμένη, αντικειμενική ομάδα, απαρτιζόμενη από μέλη που ούτε είναι αντιπρόσωποι των αρμόδιων αρχών που είναι μέρη της διαφωνίας, ούτε έχουν κανένα συμφέρον στη διένεξη ή άμεσους δεσμούς με τις σχετικές αρμόδιες αρχές. Η σύνθεση της ομάδας θα πρέπει να είναι δεόντως ισορροπημένη. Η απόφαση που λαμβάνεται από την ομάδα θα πρέπει να εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών με απλή πλειοψηφία σύμφωνα με την αρχή της μιας ψήφου για κάθε μέλος. Ωστόσο, όσον αφορά αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, η απόφαση που προτείνει η ομάδα θα μπορούσε να απορριφθεί από μέλη που αντιπροσωπεύουν μειοψηφία αρνησικυρίας των ψήφων όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

(54)

Το συμβούλιο διοίκησης, συγκροτούμενο από τον πρόεδρο της Αρχής, αντιπροσώπους των εθνικών εποπτικών αρχών και της Επιτροπής, θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι η Αρχή φέρει εις πέρας την αποστολή της και επιτελεί τις εργασίες που της έχουν ανατεθεί. Στο συμβούλιο διοίκησης θα πρέπει να δοθούν οι απαραίτητες εξουσίες ώστε, μεταξύ άλλων, να προτείνει το ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας, να ασκεί ορισμένες εξουσίες σχετικές με τον προϋπολογισμό, να εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής, να εγκρίνει ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα και να υποβάλλει την ετήσια έκθεση.

(55)

Την Αρχή θα πρέπει να εκπροσωπεί πρόεδρος, πλήρους απασχόλησης, τον οποίο διορίζει το συμβούλιο εποπτών, με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές και την πείρα σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής την οποία οργανώνει και διαχειρίζεται το συμβούλιο εποπτών με την επικουρία της Επιτροπής. Για τον διορισμό του πρώτου προέδρου της Αρχής, η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει, μεταξύ άλλων, πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων, με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές και την πείρα σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση. Για τους επόμενους διορισμούς, η δυνατότητα κατάρτισης πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων από την Επιτροπή θα πρέπει να επανεξεταστεί σε έκθεση που θα καταρτιστεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Πριν το επιλεγέν πρόσωπο αναλάβει τα καθήκοντά του και μέχρι ένα μήνα από την επιλογή του από το συμβούλιο εποπτών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να μπορεί, αφού ακούσει τον επιλεγέντα, να αντιταχθεί στον διορισμό του.

(56)

Η διοίκηση της Αρχής θα πρέπει να ανατεθεί σε εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος θα πρέπει να έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του συμβουλίου διοίκησης, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(57)

Προκειμένου να διασφαλιστεί διατομεακώς η συνεκτικότητα των δραστηριοτήτων των ΕΕΑ, θα πρέπει να συντονίζονται σχολαστικά μέσω Μεικτής Επιτροπής και να καταλήγουν σε κοινές θέσεις, εφόσον είναι σκόπιμο. Η Μεικτή Επιτροπή θα πρέπει να συντονίζει τα καθήκοντα των ΕΕΑ σε σχέση με τους χρηματοοικονομικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και άλλα διατομεακά θέματα. Όταν είναι σκόπιμο, οι πράξεις που εμπίπτουν επίσης στον τομέα αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) ή της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών) θα πρέπει να εγκρίνονται εκ παραλλήλου από τις οικείες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Η Μεικτή Επιτροπή θα πρέπει να έχει πρόεδρο με δωδεκάμηνη θητεία, ο οποίος να είναι εκ περιτροπής ένας εκ των προέδρων των ΕΕΑ. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής θα πρέπει να είναι αντιπρόεδρος του ΕΣΣΚ. Η Μεικτή Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει αποκλειστικό προσωπικό που παρέχεται από τις ΕΕΑ, προκειμένου να είναι δυνατή η ανεπίσημη ανταλλαγή πληροφοριών και η ανάπτυξη κοινής προσέγγισης της εποπτικής νοοτροπίας μεταξύ των ΕΕΑ.

(58)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα μέρη που θίγονται από αποφάσεις που εξέδωσε η Αρχή μπορούν να έχουν πρόσβαση στα κατάλληλα ένδικα μέσα. Για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των μερών και για λόγους διαδικαστικής οικονομίας, στις περιπτώσεις που η Αρχή έχει εξουσίες λήψης αποφάσεων, θα πρέπει να παραχωρείται στα μέρη δικαίωμα προσφυγής σε συμβούλιο προσφυγών. Για λόγους αποδοτικότητας και συνέπειας, το συμβούλιο προσφυγών θα πρέπει να είναι κοινό όργανο των ΕΕΑ, ανεξάρτητο από τους διοικητικούς και ρυθμιστικούς τους μηχανισμούς. Οι αποφάσεις του συμβουλίου προσφυγών θα πρέπει να υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(59)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της, θα πρέπει να τεθεί στη διάθεση της Αρχής αυτόνομος προϋπολογισμός με έσοδα προερχόμενα κυρίως από υποχρεωτικές συνεισφορές εθνικών εποπτικών αρχών και από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοδότηση της Αρχής από την Ένωση υπόκειται σε επίτευξη συμφωνίας από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το σημείο 47 της διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 17ης Μαΐου 2006, για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (36). Η ενωσιακή δημοσιονομική διαδικασία θα πρέπει να ισχύει. Ο λογιστικός έλεγχος θα πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ο συνολικός προϋπολογισμός υπόκειται σε διαδικασία χορήγησης.

(60)

Για την Αρχή θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (37). Επίσης, η Αρχή θα πρέπει να προσχωρήσει στη διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (38).

(61)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ανοικτές και διαφανείς συνθήκες απασχόλησης και ίση μεταχείριση του προσωπικού, για το προσωπικό της Αρχής θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (39).

(62)

Έχει ουσιώδη σημασία η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου και άλλων απόρρητων πληροφοριών. Η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που καθίστανται διαθέσιμες στην Αρχή και ανταλλάσσονται στο δίκτυο θα πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρούς και αποτελεσματικούς κανόνες περί εμπιστευτικότητας.

(63)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (40) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (41) εφαρμόζονται πλήρως όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(64)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφανής λειτουργία της Αρχής, θα πρέπει να ισχύει για την Αρχή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (42).

(65)

Θα πρέπει να δοθεί σε τρίτες χώρες η δυνατότητα συμμετοχής στις εργασίες της Αρχής, σύμφωνα με κατάλληλες συμφωνίες οι οποίες πρόκειται να συναφθούν από την Ένωση.

(66)

Εφόσον οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με τη διασφάλιση υψηλού, αποτελεσματικού και συνεπούς επιπέδου προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας, η προστασία των επενδυτών, η προστασία της ακεραιότητας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών, η διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η ενίσχυση της διεθνούς εποπτικής συνεργασίας, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, λόγω της κλίμακας της δράσης, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίζει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επίσης καθορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(67)

Η Αρχή θα πρέπει να αναλάβει όλες τις εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη και τις εξουσίες της ευρωπαϊκής επιτροπής ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών. Κατά συνέπεια, η απόφαση 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής θα πρέπει να καταργηθεί την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, ενώ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως η απόφαση αριθ. 716/2009/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος υποστήριξης συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της χρηματοοικονομικής αναφοράς και του λογιστικού ελέγχου (43). Δεδομένων των υφιστάμενων δομών και επιχειρήσεων της ευρωπαϊκής επιτροπής ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ιδιαίτερα στενή συνεργασία μεταξύ της ευρωπαϊκής επιτροπής ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών και της Επιτροπής κατά τη θέσπιση κατάλληλων μεταβατικών ρυθμίσεων, ώστε να διασφαλιστεί ότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αρμόδια είναι η Επιτροπή για τη διοικητική σύσταση και την αρχική διοικητική λειτουργία της Αρχής θα είναι όσον το δυνατόν περιορισμένο.

(68)

Είναι σκόπιμο να οριστεί χρονικό όριο για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Αρχή είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αρχίσει να λειτουργεί και η ομαλή μετάβαση από την ευρωπαϊκή επιτροπή ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών. Η Αρχή θα πρέπει να χρηματοδοτείται καταλλήλως. Θα πρέπει, τουλάχιστον στην αρχή, να χρηματοδοτείται κατά 40 % μέσω κονδυλίων της Ένωσης και κατά 60 % μέσω συνεισφορών των κρατών μελών, οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τη στάθμιση των ψήφων που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

(69)

Για να καταστεί δυνατή η συγκρότηση της Αρχής την 1η Ιανουαρίου 2011, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Άρθρο 1

Σύσταση και πεδίο δράσης

1.   Με τον παρόντα κανονισμό συγκροτείται η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (εφεξής «Αρχή»).

2.   Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της εκχωρούνται από τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 97/9/ΕΚ, της οδηγίας 98/26/ΕΚ, της οδηγίας 2001/34/ΕΚ, της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, της οδηγίας 2003/6/ΕΚ, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών) όσον αφορά την προληπτική εποπτεία, οποιασδήποτε μελλοντικής νομοθεσίας στον τομέα των Διαχειριστών του Οργανισμού εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και, στο βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται σε εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή από τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που διαθέτουν στο κοινό μέσω της αγοράς μερίδια ή μετοχές τους και στις αρμόδιες αρχές που ασκούν την εποπτεία των ιδρυμάτων αυτών, στο πλαίσιο των σχετικών μερών της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2005/60/ΕΚ, της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

3.   Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πεδίο των δραστηριοτήτων των συμμετεχόντων στην αγορά όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονται άμεσα στις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων περί εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και χρηματοοικονομικών εκθέσεων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις της Αρχής είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των εν λόγω πράξεων. Η Αρχή λαμβάνει επίσης τα κατάλληλα μέτρα στο πλαίσιο των θεμάτων δημόσιων προσφορών εξαγορών, συμψηφισμών και διακανονισμών και παραγώγων.

4.   Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού ισχύουν με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, ιδίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς το ενωσιακό δίκαιο.

5.   Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης. Η Αρχή συμβάλλει:

α)

στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας ιδίως υγιή, αποτελεσματική και συνεπή ρύθμιση και εποπτεία·

β)

στη διασφάλιση της ακεραιότητας, της διαφάνειας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών·

γ)

στην ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού·

δ)

στην αποτροπή της καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και στην προαγωγή ισότιμων συνθηκών ανταγωνισμού·

ε)

στη διασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης των επενδυτικών και λοιπών κινδύνων και

στ)

στην ενίσχυση της προστασίας των πελατών.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αρχή πρέπει να συμβάλλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 2 παράγραφος 2, να ενισχύει την εποπτική σύγκλιση, να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή και να διεξάγει οικονομικές αναλύσεις των αγορών για να προωθηθεί η επίτευξη των στόχων της Αρχής.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται με βάση τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε είδους συστημικό κίνδυνο που προέρχεται από τους συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά, σε περίπτωση αποτυχίας των οποίων μπορεί να πληγεί η λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της πραγματικής οικονομίας.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα και αντικειμενικά και μόνο προς το συμφέρον της Ένωσης.

Άρθρο 2

Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας

1.   Η Αρχή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα στο σύνολό του και η επαρκής προστασία των χρηστών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.

2.   Το ΕΣΧΕ αποτελείται από:

α)

το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), με σκοπό την υλοποίηση των καθηκόντων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 (44) και τον παρόντα κανονισμό·

β)

την Αρχή·

γ)

την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45)·

δ)

την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46)·

ε)

τη Μεικτή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (Μεικτή Επιτροπή) με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στα άρθρα 54 έως 57 του παρόντος κανονισμού, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010·

στ)

τις αρμόδιες ή τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών όπως προβλέπεται στις πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

3.   Η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά με το ΕΣΣΚ, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) μέσω της Μεικτής Επιτροπής, διασφαλίζοντας τη διατομεακή συνέπεια των εργασιών και καταλήγοντας σε κοινές θέσεις στον τομέα της εποπτείας των χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων και σε άλλα διατομεακά θέματα.

4.   Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η αναμεταξύ τους ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών.

5.   Οι εν λόγω εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στο ΕΣΧΕ υποχρεούνται να εποπτεύουν τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που λειτουργούν στην Ένωση, σύμφωνα με τις πράξεις που μνημονεύονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 3

Υποχρέωση λογοδοσίας των Αρχών

Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ) είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση με το οποίο εφαρμόζεται μια απαίτηση στη νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή ένας εθνικός νόμος που εφαρμόζει τις εν λόγω πράξεις·

2)

«βασικός συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές» σημαίνει συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές του οποίου η κανονική δραστηριότητα ή η χρηματοοικονομική βιωσιμότητα έχει ή ενδέχεται να έχει σημαντική επίδραση στη σταθερότητα, την ακεραιότητα ή την αποδοτικότητα των χρηματοοικονομικών αγορών στην Ένωση·

3)

«αρμόδιες αρχές» σημαίνουν:

i)

τις αρμόδιες αρχές ή/και εποπτικές αρχές όπως ορίζονται στις πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

ii)

όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/ΕΚ και 2005/60/ΕΚ, τις αρχές που είναι αρμόδιες να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των οδηγιών αυτών από τις εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και από τις επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων που θέτουν σε εμπορία τα μερίδια ή τις μετοχές τους·

iii)

όσον αφορά τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, οι φορείς που διαχειρίζονται εθνικά συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών σύμφωνα με την οδηγία 97/9/ΕΚ ή, στην περίπτωση που τη λειτουργία του συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών διαχειρίζεται ιδιωτική εταιρεία, η δημόσια αρχή που έχει την εποπτεία των συστημάτων αυτών δυνάμει αυτής της οδηγίας.

Άρθρο 5

Νομικό καθεστώς

1.   Η Αρχή αποτελεί φορέα της Ένωσης με νομική προσωπικότητα.

2.   Σε κάθε κράτος μέλος η Αρχή διαθέτει την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα με βάση την εθνική νομοθεσία. Ειδικότερα, μπορεί να αποκτά ή να διαθέτει ακίνητη και κινητή περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

3.   Η Αρχή αντιπροσωπεύεται από τον πρόεδρό της.

Άρθρο 6

Σύνθεση

Η Αρχή αποτελείται από:

1)

συμβούλιο εποπτών, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 43·

2)

συμβούλιο διοίκησης, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47·

3)

πρόεδρο, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 48·

4)

εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 53·

5)

συμβούλιο προσφυγών, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 60.

Άρθρο 7

Έδρα

Η έδρα της Αρχής βρίσκεται στο Παρίσι.

ΚΕΦΑΛΑIΟ II

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ

Άρθρο 8

Καθήκοντα και εξουσίες της Αρχής

1.   Η Αρχή αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, ιδίως παρέχοντας γνωμοδοτήσεις προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και με την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, που πρέπει να βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)

συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεκτική εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·

γ)

προωθεί και διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ αρμόδιων αρχών·

δ)

συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ, ιδίως παρέχοντας στο ΕΣΣΚ τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του και διασφαλίζοντας σωστή παρακολούθηση των προειδοποιήσεων και των συστάσεων της ΕΣΣΚ·

ε)

διοργανώνει και διενεργεί αναλύσεις ομοτίμων των αρμόδιων αρχών, όπου περιλαμβάνεται η έκδοση κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων και ο εντοπισμός βέλτιστων πρακτικών, για την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ)

παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της·

ζ)

πραγματοποιεί οικονομικές αναλύσεις των αγορών με στόχο την εμπεριστατωμένη εκπλήρωση των καθηκόντων της Αρχής·

η)

ενισχύει την προστασία των επενδυτών·

θ)

συμβάλλει στη συνεπή και συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών, στην παρακολούθηση, εκτίμηση και μέτρηση του συστημικού κινδύνου, στην κατάρτιση και τον συντονισμό σχεδίων διάσωσης και εξυγίανσης, παρέχοντας υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών σε ολόκληρη την Ένωση και εκπονώντας μεθόδους για την εξυγίανση υπό κατάρρευση συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές και την εκτίμηση της ανάγκης κατάλληλων χρηματοδοτικών μέσων, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 21 έως 26·

ι)

εκπληρώνει τυχόν άλλα ειδικά καθήκοντα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή σε άλλες νομοθετικές πράξεις·

ια)

δημοσιεύει στον ιστότοπό της και ενημερώνει σε τακτική βάση πληροφορίες σχετικά με το πεδίο δραστηριοτήτων της, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της, σχετικά με τους εγγεγραμμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η εύκολη πρόσβαση του κοινού στην πληροφόρηση·

ιβ)

αναλαμβάνει, όπου χρειάζεται, όλα τα υφιστάμενα και εν εξελίξει καθήκοντα της ευρωπαϊκής επιτροπής ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών (ΕΕΡΑΑΚΑ).

2.   Για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 1, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και ειδικότερα να:

α)

καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10·

β)

καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15·

γ)

εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 16·

δ)

εκδίδει συστάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3·

ε)

λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς αρμόδιες αρχές στις ειδικές περιπτώσεις που σημειώνονται στα άρθρα 18 παράγραφος 3 και 19 παράγραφος 3·

στ)

σε περιπτώσεις που αφορούν άμεσα εφαρμόσιμο ενωσιακό δίκαιο, λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 6, στο άρθρο 18 παράγραφος 4 και στο άρθρο 19 παράγραφος 4·

ζ)

γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 34·

η)

συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, όπως προβλέπει το άρθρο 35·

θ)

αναπτύσσει κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης των χαρακτηριστικών και των διαδικασιών διανομής των προϊόντων στην οικονομική κατάσταση των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές και στην προστασία του καταναλωτή·

ι)

παρέχει κεντρικά προσπελάσιμη βάση δεδομένων των εγγεγραμμένων συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στο πεδίο αρμοδιότητάς της όταν προβλέπεται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 9

Καθήκοντα που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών και τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες

1.   Η Αρχή αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στην προώθηση της διαφάνειας, της απλότητας και της δικαιοσύνης στην αγορά καταναλωτικών χρηματοοικονομικών προϊόντων ή υπηρεσιών σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, όπου περιλαμβάνονται και τα εξής:

α)

συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων·

β)

ανασκόπηση και συντονισμός της χρηματοοικονομικής κατάρτισης και των εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών από τις αρμόδιες αρχές·

γ)

ανάπτυξη εκπαιδευτικών προτύπων για τον κλάδο και

δ)

συμβολή στην ανάπτυξη κοινών κανόνων σχετικά με τη δημοσιοποίηση.

2.   Η Αρχή παρακολουθεί τις νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση των ρυθμιστικών πρακτικών.

3.   Η Αρχή μπορεί επίσης να εκδίδει προειδοποιήσεις σε περίπτωση που κάποια χρηματοοικονομική δραστηριότητα ενέχει σοβαρή απειλή για τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5.

4.   Η Αρχή προβαίνει στη σύσταση, ως αναπόσπαστο μέρος της Αρχής, επιτροπής για τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στο πλαίσιο της οποίας συνέρχονται όλες οι σχετικές αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές, με σκοπό την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

5.   Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει ορισμένες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες που απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 18.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά τρίμηνο. Εάν μετά την παρέλευση ενός τριμήνου η απόφαση δεν ανανεωθεί, η ισχύς της λήγει αυτομάτως.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.

Άρθρο 10

Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

1.   Οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση.

Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν επιβάλλουν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις επί των οποίων βασίζονται.

Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Οσάκις η Αρχή υποβάλλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή το διαβιβάζει πάραυτα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εν μέρει μόνο ή, εάν το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης, με τροποποιήσεις.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης προς έγκριση. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων η Αρχή δεν υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2.   Εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας χρονικής προθεσμίας.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής, μόνο εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός της προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Η Επιτροπή διαβιβάζει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου της στην Αρχή. Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν μετά παρέλευση της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο.

Εφόσον η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σκόπιμες. Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενο του σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει καταρτίσει η Αρχή δίχως εκ των προτέρων συντονισμό με αυτήν, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4.   Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθενται σε ισχύ την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.

Άρθρο 11

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Οι εξουσίες για την έγκριση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 10 ανατίθενται στην Επιτροπή για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών από τις 16 Δεκεμβρίου 2010. Η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της ανατέθηκαν το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της τετραετίας. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται αυτομάτως ή για ίσης διάρκειας περιόδους, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προχωρήσουν σε ανάκλησή της σύμφωνα με το άρθρο 14.

2.   Μόλις εγκρίνει ένα ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο, η Επιτροπή το κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

3.   Η εξουσία έγκρισης ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ανατίθεται στην Επιτροπή με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζουν τα άρθρα 12 έως 14.

Άρθρο 12

Ανάκληση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2.   Το θεσμικό όργανο που έχει κινήσει εσωτερική διαδικασία για να αποφασιστεί αν θα ανακληθεί η εξουσιοδότηση προσπαθεί να ενημερώσει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας τις κατ’ εξουσιοδότηση εξουσίες που θα μπορούσαν να ανακληθούν.

3.   Η απόφαση περί ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα αμέσως ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που ισχύουν ήδη. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 13

Διατύπωση αντιρρήσεων για τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις για ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης του ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που ενέκρινε η Επιτροπή. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά τρεις μήνες.

Εφόσον η Επιτροπή εγκρίνει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο ίδιο με το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που υπέβαλε η Αρχή, η προθεσμία κατά την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις είναι ένας μήνας από την ημερομηνία κοινοποίησης. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά ένα μήνα.

2.   Εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχουν διατυπώσει αντιρρήσεις για το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο, αυτό δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν.

Το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο μπορεί να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί σε ισχύ προτού λήξει η εν λόγω προθεσμία, αρκεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να μη διατυπώσουν αντιρρήσεις.

3.   Εάν είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο διατυπώσει αντιρρήσεις για ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αυτό δεν τίθεται σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, το θεσμικό όργανο που διατυπώνει τις αντιρρήσεις αιτιολογεί τις αντιρρήσεις του αυτές για το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο.

Άρθρο 14

Μη έγκριση ή τροποποίηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων

1.   Εφόσον η Επιτροπή δεν εγκρίνει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή το τροποποιήσει σύμφωνα με το άρθρο 10, η Επιτροπή ενημερώνει την Αρχή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, προβαίνοντας στη σχετική αιτιολόγηση.

2.   Όποτε ενδείκνυται, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να καλέσουν τον αρμόδιο Επίτροπο, μαζί με τον πρόεδρο της Αρχής, εντός μηνός από τη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, για ad hoc συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, προκειμένου να παρουσιάσουν και να εξηγήσουν τις διαφορές τους.

Άρθρο 15

Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

1.   Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα με εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ, στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν συνεπάγονται στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές, το δε περιεχόμενό τους είναι να καθοριστούν οι όροι εφαρμογής αυτών των πράξεων. Η Αρχή υποβάλλει το σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση.

Πριν από την υποβολή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και αν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Οσάκις η Αρχή υποβάλλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή το διαβιβάζει πάραυτα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εν μέρει μόνο ή με τροποποιήσεις, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή προτίθεται να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, το διαβιβάζει και πάλι προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν σκοπεύει να το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή έχει υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2.   Στις περιπτώσεις που η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας χρονικής προθεσμίας.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με εκτελεστική πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής μόνο εφόσον η Αρχή δεν υποβάλλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός των προθεσμιών σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Η Επιτροπή διαβιβάζει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου στην Αρχή. Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο.

Σε περίπτωση που η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σχετικές.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο του σχεδίου εκτελεστικών τεχνικών προτύπων της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4.   Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.

Άρθρο 16

Κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις

1.   Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με αποδέκτες αρμόδιες αρχές ή τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές.

2.   Όπου κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες. Οι διαβουλεύσεις και αναλύσεις αυτές είναι ανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή ζητεί επίσης, όπου κρίνεται σκόπιμο, τη γνώμη ή συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

3.   Οι αρμόδιες αρχές και οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.

Εντός δύο μηνών από την έκδοση κατευθυντήριας γραμμής ή σύστασης, κάθε αρμόδια αρχή επιβεβαιώνει εάν προτίθεται να συμμορφωθεί προς την εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση. Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί, ενημερώνει την Αρχή, παραθέτοντας τους λόγους της.

Η Αρχή δημοσιοποιεί το γεγονός ότι αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί προς τη συγκεκριμένη κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση. H Αρχή μπορεί επίσης να αποφασίσει, κατά περίπτωση, να δημοσιεύσει τους λόγους που παρασχέθηκαν από την αρμόδια αρχή για τους οποίους δεν συμμορφώνεται με τη συγκεκριμένη κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση. Η αρμόδια αρχή ενημερώνεται εγκαίρως σχετικά με τη δημοσιοποίηση αυτή.

Εφόσον αυτό επιτάσσει η εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή η σύσταση, οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές αναφέρουν κατά τρόπο σαφή και ενδελεχή κατά πόσο συμμορφώθηκαν προς την εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση.

4.   Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί, παραθέτοντας την αρμόδια αρχή που δεν συμμορφώθηκε προς αυτές και εκθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο η Αρχή προτίθεται να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση της οικείας αρμόδιας αρχής προς τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις της στο μέλλον.

Άρθρο 17

Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης

1.   Αν αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή τις έχει εφαρμόσει κατά τρόπο που φαίνεται να παραβιάζει το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές προς τις απαιτήσεις που ορίζουν οι εν λόγω πράξεις, η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

2.   Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή μπορεί να διερευνήσει την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η αρμόδια αρχή παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, στην Αρχή όλες τις πληροφορίες που η Αρχή θεωρεί αναγκαίες για την έρευνά της.

3.   Το αργότερο εντός διμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η ενέργεια που απαιτείται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

4.   Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο εντός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να διατυπώσει επίσημη γνώμη απαιτώντας από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο. Η επίσημη γνώμη της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τη σύσταση της Αρχής.

Η Επιτροπή εκδίδει την εν λόγω επίσημη γνώμη το αργότερο εντός τριών μηνών από την έγκριση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

5.   Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της επίσημης γνώμης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Επιτροπή και την Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς την επίσημη αυτή γνώμη.

6.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν και εφόσον απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση αυτής της μη συμμόρφωσης προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7.   Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Όταν αναλαμβάνουν δράση αναφορικά με θέματα που υπόκεινται σε επίσημη γνώμη δυνάμει της παραγράφου 4 ή σε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6, οι αρμόδιες αρχές συμμορφούνται με την επίσημη γνώμη ή την απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.

8.   Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή επισημαίνει ποιες εθνικές αρχές και συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές δεν συμμορφώθηκαν προς τις επίσημες γνώμες ή αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 18

Δράση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.   Σε περίπτωση αντίξοων εξελίξεων, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση, η Αρχή διευκολύνει ενεργά και, όποτε είναι απαραίτητο, συντονίζει τις ενέργειες που αναλαμβάνουν οι σχετικές εθνικές αρμόδιες εποπτικές αρχές.

Για τη διεκπεραίωση αυτών των καθηκόντων διευκόλυνσης και συντονισμού, η Αρχή ενημερώνεται πλήρως για τις σχετικές εξελίξεις και καλείται να συμμετέχει ως παρατηρητής σε κάθε σχετική συγκέντρωση των σχετικών εθνικών αρμόδιων εποπτικών αρχών.

2.   Το Συμβούλιο μπορεί, σε συνεννόηση με την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, κατά περίπτωση δε και με τις ΕΕΑ, να εκδώσει απόφαση απευθυνόμενη προς την Αρχή, όπου ορίζει την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κατόπιν αιτήματος της Αρχής, της Επιτροπής ή του ΕΣΣΚ. Το Συμβούλιο επανεξετάζει την απόφαση αυτή σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον μία φορά το μήνα. Εάν η απόφαση δεν ανανεωθεί κατά τη λήξη της προθεσμίας ενός μήνα, η ισχύς της λήγει αυτομάτως. Το Συμβούλιο μπορεί να δηλώσει τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης ανά πάσα στιγμή.

Όταν το ΕΣΣΚ ή η Αρχή κρίνει ότι επίκειται κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εκδίδουν εμπιστευτική σύσταση απευθυνόμενη στο Συμβούλιο και του υποβάλλουν εκτίμηση της κατάστασης. Το Συμβούλιο εκτιμά στη συνέχεια την ανάγκη σύγκλησης συνόδου. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, τηρείται η δέουσα εμπιστευτικότητα.

Εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι συντρέχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενημερώνει δεόντως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

3.   Αν το Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η συντονισμένη δράση από εθνικές αρχές είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν αντίξοες εξελίξεις που ενδέχεται να διακυβεύσουν σοβαρά την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αφορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις αυτές, διασφαλίζοντας ότι οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και οι αρμόδιες αρχές πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται σε αυτήν τη νομοθεσία.

4.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 3 εντός της προθεσμίας που ορίζει η εν λόγω απόφαση, η Αρχή μπορεί, αν οι συναφείς απαιτήσεις που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και σε ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που θεσπίζονται σύμφωνα με τις πράξεις αυτές, ισχύουν άμεσα για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, να λάβει μεμονωμένη απόφαση την οποία απευθύνει προς συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, με την οποία απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, περιλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής. Τούτο ισχύει μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αρμόδια αρχή δεν εφαρμόζει τις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που θεσπίζονται σύμφωνα με τις πράξεις αυτές, ή τις εφαρμόζει κατά τρόπο που φαίνεται να συνιστά κατάφωρη παράβαση των εν λόγω πράξεων, καθώς και όποτε απαιτείται κατεπείγουσα θεραπεία για την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας και της ακεραιότητας των χρηματοοικονομικών αγορών ή της σταθερότητας του συνόλου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.

5.   Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμοδίων αρχών αναφορικά με ζητήματα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4 πρέπει να είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

Άρθρο 19

Επίλυση διαφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διασυνοριακές καταστάσεις

1.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, αν αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή με το περιεχόμενο πράξης ή παράλειψης από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους σε περιπτώσεις που προσδιορίζουν οι πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή, κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, μπορεί να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου.

Σε περιπτώσεις που καθορίζονται στη νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και όταν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των διάφορων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία, να επικουρεί τις αρχές προκειμένου να καταλήγουν σε συμφωνία σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4.

2.   Η Αρχή ορίζει χρονικό όριο για το συμβιβασμό των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε συναφή χρονικά διαστήματα τυχόν ορίζονται στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και την πολυπλοκότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος. Στο στάδιο αυτό η Αρχή ενεργεί ως μεσολαβητής.

3.   Αν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 44 παράγραφος 1 δεύτερο και τέταρτο εδάφιο, μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από αυτές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε ενέργειες, ώστε να επιλυθεί το θέμα, με δεσμευτική ισχύ για τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης.

4.   Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής και έτσι δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής.

5.   Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα. Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμόδιων αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4 πρέπει να είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

6.   Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2, ο πρόεδρος της Αρχής αναφέρει τη φύση και τον τύπο των διαφωνιών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν και την απόφαση που ελήφθη για τη διευθέτηση του θέματος.

Άρθρο 20

Επίλυση διαφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διατομεακό επίπεδο

Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19 και του άρθρου 56, η Μεικτή Επιτροπή επιλύει τις διατομεακές διαφωνίες που μπορεί να προκύψουν μεταξύ αρμόδιων αρχών, όπως ορίζει το άρθρο 4 σημείο 2 του παρόντος κανονισμού, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 αντίστοιχα.

Άρθρο 21

Σώματα εποπτών

1.   Η Αρχή συμβάλλει στην προώθηση και παρακολούθηση της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εποπτών τα οποία θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και στην ενίσχυση της συνέπειας στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών. Με στόχο τη σύγκλιση των βέλτιστων πρακτικών εποπτείας, το προσωπικό της Αρχής δύναται να συμμετέχει σε δραστηριότητες των σωμάτων εποπτών, όπως, μεταξύ άλλων, σε επιτόπιους ελέγχους, που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.

2.   Η Αρχή αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη διασφάλιση της συνεπούς και συνεκτικής λειτουργίας των σωμάτων εποπτών για τα διασυνοριακά ιδρύματα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που αναφέρονται στο άρθρο 23.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή θεωρείται «αρμόδια αρχή» κατά την έννοια της συναφούς νομοθεσίας.

Η Αρχή μπορεί:

α)

να συγκεντρώνει και να ανταλλάσσει όλες τις σχετικές πληροφορίες σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διευκολύνει το έργο του σώματος και να θεσπίσει και να διαχειριστεί ένα κεντρικό σύστημα ώστε οι πληροφορίες αυτές να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στο σώμα·

β)

να δρομολογεί και να συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 32 για να εκτιμά την αντοχή συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, ιδίως τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν βασικοί συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, καθώς και να αξιολογεί το ενδεχόμενο αύξησης του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν βασικοί συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές υπό συνθήκες πίεσης, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο και, όταν κρίνεται σκόπιμο, να απευθύνει σύσταση στην αρμόδια αρχή για διόρθωση των προβλημάτων που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων·

γ)

να προωθεί αποτελεσματικές και αποδοτικές εποπτικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σε συνθήκες πίεσης·

δ)

να επιβλέπει, σύμφωνα με τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τα καθήκοντα που εκτελούν οι αρμόδιες αρχές και

ε)

να ζητά την πραγματοποίηση περαιτέρω διαβουλεύσεων εντός ενός σώματος σε περίπτωση που θεωρεί ότι η απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα την εσφαλμένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου ή δεν θα συνέβαλλε στην επίτευξη του στόχου της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών. Μπορεί ακόμη να απαιτεί τον προγραμματισμό συνεδρίασης του σώματος ή να προσθέτει θέματα στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης.

3.   Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, για να διασφαλίζει ενιαίους όρους εφαρμογής σε σχέση με τις διατάξεις που αφορούν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, καθώς και να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 16, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών.

4.   Η Αρχή αναλαμβάνει ρόλο νομικά δεσμευτικής διαμεσολάβησης για να επιλύει διαφορές μεταξύ των αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19. Η Αρχή μπορεί να λάβει αποφάσεις εποπτείας που εφαρμόζονται άμεσα στους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σύμφωνα με το άρθρο 19.

Άρθρο 22

Γενικές διατάξεις

1.   Η Αρχή εξετάζει δεόντως τον συστημικό κίνδυνο, ο οποίος ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Αντιμετωπίζει οποιονδήποτε κίνδυνο διατάραξης των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που:

α)

προκαλείται από την ανεπάρκεια του συνόλου ή μερών του χρηματοοικονομικού συστήματος και

β)

ενδέχεται να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά και στην πραγματική οικονομία.

Η Αρχή λαμβάνει υπόψη, στις περιπτώσεις όπου κρίνεται σκόπιμο, την παρακολούθηση και εκτίμηση του συστημικού κινδύνου που διενεργείται από το ΕΣΣΚ και την Αρχή και ανταποκρίνεται στις προειδοποιήσεις και στις συστάσεις του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010.

2.   Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ και σύμφωνα με το άρθρο 23, αναπτύσσει μια κοινή προσέγγιση εντοπισμού και μέτρησης του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν βασικοί συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, συμπεριλαμβανομένων ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών αν χρειαστεί.

Αυτοί οι δείκτες αποτελούν καθοριστικό στοιχείο για τον προσδιορισμό κατάλληλων δράσεων εποπτείας. Η Αρχή παρακολουθεί το βαθμό σύγκλισης των προσδιορισμένων δράσεων, ώστε να προωθηθεί η κοινή προσέγγιση.

3.   Με την επιφύλαξη των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή καταρτίζει, εφόσον απαιτείται, πρόσθετες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για τους βασικούς συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο συστημικός κίνδυνος που εγκυμονούν.

Η Αρχή διασφαλίζει ότι ο συστημικός κίνδυνος που εγκυμονούν βασικοί συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές λαμβάνεται υπόψη κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

4.   Κατόπιν αιτήσεως μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ή ιδία πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να ερευνά συγκεκριμένο είδος χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή ένα συγκεκριμένο είδος προϊόντων ή μια συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς, προκειμένου να εκτιμά ενδεχόμενους κινδύνους κατά της ακεραιότητας των χρηματοοικονομικών αγορών ή της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και να απευθύνει κατάλληλες συστάσεις στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές για την ανάληψη δράσης.

Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της εκχωρούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένου του άρθρου 35.

5.   Η Μεικτή Επιτροπή φροντίζει για τον συνολικό και διατομεακό συντονισμό των δραστηριοτήτων που εκτελούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 23

Προσδιορισμός και μέτρηση του συστημικού κινδύνου

1.   Η Αρχή, σε συνεννόηση με το ΕΣΣΚ, αναπτύσσει κριτήρια για τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου, καθώς και κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης, που περιλαμβάνει αξιολόγηση του ενδεχόμενου αύξησης, υπό συνθήκες πίεσης, του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές. Οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές οι οποίοι ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.

2.   Κατά την ανάπτυξη των κριτηρίων για τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, η Αρχή λαμβάνει πλήρως υπόψη τις σχετικές διεθνείς προσεγγίσεις, περιλαμβανομένων των προσεγγίσεων του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών.

Άρθρο 24

Αδιάλειπτη ικανότητα αντιμετώπισης συστημικών κινδύνων

1.   Η Αρχή διασφαλίζει ότι διαθέτει εξειδικευμένη και αδιάλειπτη ικανότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισης της επέλευσης των συστημικών κινδύνων, όπως αναφέρονται στα άρθρα 22 και 23, ιδίως όσον αφορά ιδρύματα που εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο.

2.   Η Αρχή εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και της νομοθεσίας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και συμβάλλει στη διασφάλιση συνεκτικού και συντονισμένου μηχανισμού διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων στην Ένωση.

Άρθρο 25

Διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης

1.   Η Αρχή συμβάλλει και μετέχει ενεργώς στην ανάπτυξη και τον συντονισμό αποτελεσματικών και συνεκτικών σχεδίων διάσωσης και εξυγίανσης, διαδικασιών για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και προληπτικών μέτρων για την ελαχιστοποίηση του συστημικού αντικτύπου ενδεχόμενων καταρρεύσεων.

2.   Η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα όπως ορίζεται ειδικότερα στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 10 έως 15.

Άρθρο 26

Ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών

1.   Η Αρχή συμβάλλει στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών (ΣΑΕ) ενεργώντας στο πλαίσιο των εξουσιών που της εκχωρούνται από τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της οδηγίας 97/9/ΕΚ, αποσκοπώντας στη διασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης των εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών από συνεισφορές των οικείων συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση συμμετεχόντων σε χρηματοοικονομικές αγορές που έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, και αποσκοπώντας ότι τα εθνικά συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών παρέχουν υψηλού επιπέδου προστασία σε όλους τους επενδυτές μέσα σε ένα εναρμονισμένο πλαίσιο σε ολόκληρη την Ένωση.

2.   Το άρθρο 16 που αναφέρεται στις εξουσίες της Αρχής για τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων ισχύει για τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών.

3.   Η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα όπως ορίζεται ειδικότερα στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 10 έως 15.

4.   Κατά την επανεξέταση του παρόντος κανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 81 εξετάζεται ιδίως η σύγκλιση του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών.

Άρθρο 27

Ευρωπαϊκό σύστημα ρυθμίσεων για εξυγίανση και χρηματοδότηση

1.   Στους τομείς αρμοδιότητάς της, η Αρχή συμβάλλει στην ανάπτυξη μεθόδων για την εξυγίανση βασικών υπό κατάρρευση συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές κατά τρόπους με τους οποίους η κατάρρευση να μην γίνεται μεταδοτική, να τους επιτρέπει να εκκαθαρίζονται με τακτικό και έγκαιρο τρόπο και, κατά περίπτωση, να περιλαμβάνουν τους επιβεβλημένους συνεκτικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς χρηματοδότησης.

2.   Η Αρχή συμβάλλει στις εργασίες για ζητήματα διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού και για ζητήματα σωρευτικών επιπτώσεων τυχόν συστημάτων εισφορών και συνεισφορών επί χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων τα οποία ίσως καθιερωθούν με στόχο τη δίκαιη κατανομή επιβαρύνσεων και κινήτρων για να αποτραπεί ο συστημικός κίνδυνος, ως τμήμα ενός συνεκτικού και αξιόπιστου πλαισίου εξυγίανσης.

Κατά την επανεξέταση του παρόντος κανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 81 εξετάζεται ιδίως η ενδεχόμενη ενίσχυση του ρόλου της Αρχής στο πλαίσιο της πρόληψης, διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων.

Άρθρο 28

Ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, με τη συναίνεση του εξουσιοδοτουμένου, να αναθέτουν καθήκοντα και αρμοδιότητες στην Αρχή ή άλλες αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων προς τις οποίες πρέπει να επέρχεται συμμόρφωση πριν οι αρμόδιες αρχές τους συμμετάσχουν στις σχετικές συμφωνίες ανάθεσης και μπορούν να περιορίσουν το εύρος της ανάθεσης σε ό,τι είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική εποπτεία των διασυνοριακών συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές ή ομάδων.

2.   Η Αρχή παροτρύνει και διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ αρμόδιων αρχών, εντοπίζοντας τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που μπορούν να ανατεθούν ή να ασκηθούν από κοινού, καθώς επίσης και προωθώντας βέλτιστες πρακτικές.

3.   Η ανάθεση αρμοδιοτήτων οδηγεί στην ανακατανομή των αρμοδιοτήτων που καθορίζονται στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Το δίκαιο της εξουσιοδοτούμενης αρχής διέπει τη διαδικασία, την επιβολή και τον διοικητικό και δικαστικό έλεγχο σχετικά με τις ανατεθείσες αρμοδιότητες.

4.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή σχετικά με συμφωνίες ανάθεσης στις οποίες προτίθενται να συμμετάσχουν. Οι συμφωνίες τίθενται σε ισχύ από αυτές το νωρίτερο ένα μήνα από την ενημέρωση της Αρχής.

Εντός μηνός από την ενημέρωση, η Αρχή μπορεί να εκφέρει γνώμη για τη σκοπούμενη συμφωνία.

Η Αρχή δημοσιεύει, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα, μέσα κάθε συμφωνία ανάθεσης που συνάπτεται από τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διασφαλιστεί η σωστή ενημέρωση όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

Άρθρο 29

Κοινή εποπτική νοοτροπία

1.   Η Αρχή παίζει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση κοινής ενωσιακής εποπτικής νοοτροπίας και συνεπών εποπτικών πρακτικών, καθώς και στη διασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεπών προσεγγίσεων σε όλη την Ένωση. Η Αρχή προβαίνει, τουλάχιστον, στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

γνωμοδοτεί στις αρμόδιες αρχές·

β)

προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία·

γ)

συμβάλλει στην κατάρτιση ομοιόμορφων εποπτικών προτύπων υψηλής ποιότητας, περιλαμβανομένων των προτύπων υποβολής εκθέσεων και των διεθνών λογιστικών προτύπων, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3·

δ)

επανεξετάζει την εφαρμογή των συναφών ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εκδόθηκαν από την Επιτροπή, καθώς και των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων που εξέδωσε η Αρχή, και προτείνει τροποποιήσεις, αν κρίνει σκόπιμο, και

ε)

καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων.

2.   Η Αρχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αναπτύξει νέα πρακτικά μέσα και εργαλεία σύγκλισης για την προαγωγή κοινών εποπτικών προσεγγίσεων και πρακτικών.

Άρθρο 30

Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών από ομοτίμους

1.   Η Αρχή διοργανώνει και διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις από ομοτίμους ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρχών που εξετάζονται. Κατά την πραγματοποίηση αξιολογήσεων ομοτίμων, λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες και οι ήδη επιτευχθείσες αξιολογήσεις σχετικά με τη σχετική αρμόδια αρχή.

2.   Η αξιολόγηση ομοτίμων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:

α)

επάρκεια των πόρων και των θεσμικών ρυθμίσεων της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 15 και στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·

β)

βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και στην εποπτική πρακτική, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 16, και βαθμός στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο·

γ)

βέλτιστες πρακτικές που ανέπτυξαν κάποιες αρμόδιες αρχές και τις οποίες θα μπορούσε να υιοθετήσουν επωφελώς και άλλες αρμόδιες αρχές·

δ)

αποτελεσματικότητα και βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε όσον αφορά την επιβολή των διατάξεων που θεσπίσθηκαν κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, περιλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που επιβλήθηκαν κατά των υπεύθυνων προσώπων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις εν λόγω διατάξεις.

3.   Βάσει αξιολόγησης ομοτίμων, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές επιδιώκουν να ακολουθούν αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις. Η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ομοτίμων όταν εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15.

4.   Η Αρχή δημοσιοποιεί τις βέλτιστες πρακτικές που απορρέουν από τις εν λόγω αξιολογήσεις ομοτίμων. Επιπλέον, όλα τα άλλα αποτελέσματα των αξιολογήσεων ομοτίμων μπορούν να δημοσιοποιούνται, εφόσον συμφωνεί η αρμόδια αρχή που αποτελεί το αντικείμενο της αξιολόγησης ομοτίμων.

Άρθρο 31

Λειτουργία συντονισμού

Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ αρμόδιων εθνικών αρχών, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση.

Η Αρχή προάγει τη συντονισμένη ενωσιακή απόκριση, μεταξύ άλλων με:

α)

τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών·

β)

τον καθορισμό του πεδίου και, όπου κρίνεται δυνατόν και σκόπιμο, την επαλήθευση της αξιοπιστίας των πληροφοριών που πρέπει να τεθούν στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών·

γ)

την ανάληψη μη δεσμευτικού ρόλου μεσολαβητή κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, με την επιφύλαξη του άρθρου 19·

δ)

την τήρηση του ΕΣΣΚ ενήμερου σχετικά με κάθε δυνητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς καθυστέρηση·

ε)

τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων σε καταστάσεις που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών, με σκοπό τη διευκόλυνση του συντονισμού των αναληφθεισών ενεργειών από τις σχετικές αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές·

στ)

τη συγκέντρωση των πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 35, στο πλαίσιο των κανονιστικών υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Η Αρχή μοιράζεται τις πληροφορίες αυτές με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 32

Εκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς

1.   Η Αρχή παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), το ΕΣΣΚ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στις εκτιμήσεις της οικονομική ανάλυση των αγορών εντός στις οποίες δραστηριοποιούνται συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και εκτίμηση των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων της αγοράς σε αυτούς τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές.

2.   Σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεις της αντοχής των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Προς τον σκοπό αυτόν, αναπτύσσει, προς εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές:

α)

κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης οικονομικών σεναρίων στη χρηματοοικονομική θέση συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές·

β)

κοινές προσεγγίσεις για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων για την αντοχή των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές·

γ)

κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης συγκεκριμένων προϊόντων ή διαδικασιών διανομής στη χρηματοοικονομική θέση ενός συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές και στην ενημέρωση των επενδυτών και των πελατών.

3.   Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, αν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων στον τομέα αρμοδιότητάς της.

Σε αυτές τις εκτιμήσεις η Αρχή περιλαμβάνει κατάταξη των σημαντικότερων κινδύνων και τρωτών σημείων και, αν κρίνει σκόπιμο, συνιστά προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες.

4.   Η Αρχή διασφαλίζει επαρκή κάλυψη των διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων, συνεργαζόμενη στενά με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) μέσω της Μεικτής Επιτροπής.

Άρθρο 33

Διεθνείς σχέσεις

1.   Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των ενωσιακών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς και τους διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με αυτές τις τρίτες χώρες.

2.   Η Αρχή συμβάλλει στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Στην έκθεση του άρθρου 43 παράγραφος 5, η Αρχή παρουσιάζει τις διοικητικές ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν με διεθνείς οργανισμούς ή με διοικήσεις τρίτων χωρών και τη βοήθεια που παρεσχέθη για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας.

Άρθρο 34

Λοιπά καθήκοντα

1.   Η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς της.

2.   Όσον αφορά τις προληπτικές εκτιμήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που υπόκεινται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2007/44/ΕΚ και οι οποίες, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, απαιτούν διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική εκτίμηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αφορούν τα κριτήρια του άρθρου 10β στοιχείο ε) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Η γνώμη εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου εκτίμησης σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2007/44/ΕΚ. Το άρθρο 35 εφαρμόζεται στους τομείς για τους οποίους η Αρχή μπορεί να εκδίδει γνώμη.

Άρθρο 35

Συγκέντρωση πληροφοριών

1.   Μετά από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν στην Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες και ότι το αίτημα παροχής πληροφοριών είναι αναγκαίο λόγω της φύσης του εν λόγω καθήκοντος.

2.   Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφοτύπους. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται, όπου είναι δυνατόν, χρησιμοποιώντας ενιαίους μορφοτύπους υποβολής στοιχείων.

3.   Σε δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εκ μέρους αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, η Αρχή μπορεί να παράσχει οιαδήποτε πληροφορία είναι απαραίτητη για να δώσει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να εκπληρώσει τα καθήκοντά της, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις περί επαγγελματικής εχεμύθειας που ορίζει η τομεακή νομοθεσία και το άρθρο 70.

4.   Πριν ζητήσει πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο και για να αποφύγει την επικάλυψη των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων, η Αρχή λαμβάνει υπόψη όλα τα υφιστάμενα σχετικά στατιστικά στοιχεία που παράγονται και διανέμονται από το Ευρωπαϊκό Στατιστικό Σύστημα και το ευρωπαϊκό σύστημα κεντρικών τραπεζών.

5.   Αν οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες ή αν δεν καταστούν διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές εγκαίρως, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα σε άλλες εποπτικές αρχές, στο αρμόδιο για τα οικονομικά υπουργείο, αν έχει στη διάθεσή του δεδομένα προληπτικής εποπτείας, στην εθνική κεντρική τράπεζα ή στη στατιστική υπηρεσία του σχετικού κράτους μέλους.

6.   Αν οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες ή αν δεν καταστούν εγκαίρως διαθέσιμες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 5, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα απευθείας στους σχετικούς συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές. Στο αιτιολογημένο αίτημα εξηγείται γιατί είναι αναγκαίες οι πληροφορίες σχετικά με τους μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές.

Η Αρχή ενημερώνει τις σχετικές αρμόδιες αρχές όσον αφορά τις αιτήσεις, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και την παράγραφο 5.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών.

7.   Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έλαβε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 36

Σχέσεις με το ΕΣΣΚ

1.   Η Αρχή συνεργάζεται στενά και σε τακτική βάση με το ΕΣΣΚ.

2.   Η Αρχή παρέχει στο ΕΣΣΚ κατά τακτά διαστήματα και εγκαίρως τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Όλα τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, τα οποία όμως δεν υπάρχουν σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, παρέχονται, χωρίς χρονοτριβή, στο ΕΣΣΚ μετά από αιτιολογημένο αίτημα, όπως καθορίζεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, θεσπίζει τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες για τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών, ιδίως πληροφοριών που αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

3.   Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, η Αρχή εξασφαλίζει κατάλληλα την παρακολούθηση της συνέχειας για τις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις του ΕΣΣΚ οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010.

4.   Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς την Αρχή, η Αρχή συγκαλεί συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών χωρίς καθυστέρηση και εκτιμά τις επιπτώσεις της εν λόγω προειδοποίησης ή σύστασης στην εκπλήρωση των καθηκόντων της.

Με τη συναφή διαδικασία λήψης αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση σχετικά με οιαδήποτε ληπτέα μέτρα με βάση τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό για τον χειρισμό των θεμάτων που ορίζονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις.

Αν η Αρχή δεν δώσει συνέχεια σε σύσταση, αναφέρει στο ΕΣΣΚ και το Συμβούλιο τους σχετικούς λόγους.

5.   Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς αρμόδια εθνική εποπτική αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη παρακολούθηση της συνέχειας.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.

Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου εποπτών κατά την ενημέρωση του Συμβουλίου και του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010.

6.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων τα οποία ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Αρχή λαμβάνει υπόψη της στον μέγιστο βαθμό τις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις του ΕΣΣΚ.

Άρθρο 37

Ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών

1.   Προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της διαβούλευσης με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της Αρχής, συγκροτείται ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών. Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών γνωμοδοτεί σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται με βάση το άρθρα 10 έως 15 όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα και, στον βαθμό που αυτές δεν αφορούν μεμονωμένους συμμετέχοντες σε χρηματοοικονομικές αγορές, το άρθρο 16 όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις. Εάν χρειάζεται να αναληφθεί δράση επειγόντως και η διαβούλευση καθίσταται ανέφικτη, η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών ενημερώνεται όσο το δυνατόν συντομότερα.

Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών συνεδριάζει τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο.

2.   Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών αποτελείται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν στη σωστή αναλογία συμμετέχοντες σε χρηματοοικονομικές αγορές που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τους εκπροσώπους των υπαλλήλων τους καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και τους αντιπροσώπους των ΜΜΕ. Τουλάχιστον πέντε από τα μέλη της είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί. Δέκα από τα μέλη της αντιπροσωπεύουν τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές.

3.   Τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, μετά από προτάσεις των οικείων συμφεροντούχων. Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει κατάλληλα τη γεωγραφική ισορροπία και την ισορροπία των φύλων, καθώς και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Ένωση.

4.   Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, υπό την αίρεση του επαγγελματικού απορρήτου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70, και διασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών. Καθιερώνεται επαρκής αποζημίωση για τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εξαιρουμένων των εκπροσώπων του κλάδου. Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα. Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών διαρκεί δυόμιση έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

Τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών μπορούν να υπηρετήσουν επί δυο διαδοχικές θητείες.

5.   Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών μπορεί να υποβάλλει στην Αρχή γνώμες και συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής, με ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα των άρθρων 10 έως 16 και των άρθρων 29, 30 και 32.

6.   Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών εγκρίνει τον εσωτερικό της κανονισμό με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών της.

7.   Η Αρχή δημοσιοποιεί τις γνώμες και τις συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών της.

Άρθρο 38

Διασφαλίσεις

1.   Η Αρχή διασφαλίζει ότι καμία απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 18 ή 19 δεν έρχεται με οιονδήποτε τρόπο σε σύγκρουση με τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών.

2.   Αν κράτος μέλος θεωρήσει ότι η απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 3 προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, μπορεί να γνωστοποιήσει στην Αρχή και στην Επιτροπή εντός δύο εβδομάδων από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην αρμόδια αρχή ότι η απόφαση δεν θα τεθεί σε εφαρμογή από την αρμόδια αρχή.

Στη γνωστοποίησή του, το κράτος μέλος εξηγεί σαφώς και ειδικώς γιατί και πώς η απόφαση προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες.

Σε περίπτωση τέτοιας γνωστοποίησης, η απόφαση της Αρχής αναστέλλεται.

Εντός ενός μηνός από τη γνωστοποίηση του κράτους μέλους, η Αρχή ενημερώνει το κράτος μέλος εάν εμμένει στην απόφασή της ή εάν την τροποποιεί ή την ανακαλεί. Εάν η Αρχή εμμείνει στην απόφασή της ή την τροποποιήσει, δηλώνει ότι δεν θίγονται οι δημοσιονομικές αρμοδιότητες.

Αν η Αρχή εμμείνει στην απόφασή της, το Συμβούλιο αποφασίζει, με πλειοψηφία των εκπεφρασμένων ψήφων, σε μία από τις συνόδους του, το αργότερο εντός δύο μηνών μετά την ενημέρωση του κράτους μέλους από την Αρχή, όπως αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει.

Σε περίπτωση που το Συμβούλιο, αφού εξετάσει το θέμα, δεν αποφασίσει να διατηρήσει την απόφαση της Αρχής, σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο, η απόφαση της Αρχής παύει να ισχύει.

3.   Αν κράτος μέλος θεωρήσει ότι απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 3 προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, μπορεί να γνωστοποιήσει στην Αρχή, στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην αρμόδια αρχή, ότι η απόφαση δεν θα τεθεί σε εφαρμογή από την αρμόδια αρχή.

Στη γνωστοποίησή του, το κράτος μέλος εξηγεί σαφώς και ειδικώς γιατί και πώς η απόφαση προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες.

Σε περίπτωση τέτοιας γνωστοποίησης, η απόφαση της Αρχής αναστέλλεται.

Το Συμβούλιο συγκαλεί σύνοδο, εντός δέκα εργάσιμων ημερών, και αποφασίζει, με απλή πλειοψηφία των μελών του, αν η απόφαση της Αρχής ανακαλείται.

Εφόσον το Συμβούλιο, αφού εξετάσει το θέμα, δεν αποφασίσει να ανακαλέσει την απόφαση της Αρχής σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο, η αναστολή της απόφασης της Αρχής παύει να ισχύει.

4.   Όταν το Συμβούλιο έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 να μην ανακαλέσει απόφαση της Αρχής που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 3, το δε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θεωρεί ακόμη ότι η απόφαση της Αρχής προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να ενημερώσει την Επιτροπή και την Αρχή και να ζητήσει από το Συμβούλιο να επανεξετάσει το θέμα. Το εν λόγω κράτος μέλος εκθέτει σαφώς τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί με την απόφαση του Συμβουλίου.

Εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων από την ενημέρωση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο επιβεβαιώνει την αρχική του απόφαση ή λαμβάνει νέα απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Η προθεσμία των τεσσάρων εβδομάδων μπορεί να παραταθεί κατά τέσσερις επιπλέον εβδομάδες από το Συμβούλιο, εφόσον το απαιτούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις της περίπτωσης.

5.   Κάθε κατάχρηση του παρόντος άρθρου, ιδίως σε σχέση με απόφαση της Αρχής η οποία δεν έχει σημαντικό ή υλικό δημοσιονομικό αντίκτυπο, απαγορεύεται ως ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 39

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1.   Πριν λάβει τις αποφάσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η Αρχή ενημερώνει κάθε επώνυμο αποδέκτη σχετικά με την πρόθεσή της να λάβει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Αυτό εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 17 παράγραφος 3.

2.   Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

3.   Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Αν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή 4, επανεξετάζει αυτήν την απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

5.   Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή δυνάμει των άρθρων 17, 18 ή 19 δημοσιοποιούνται και αναφέρουν την ταυτότητα της αρμόδιας αρχής ή του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που αφορούν και το γενικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή δεν συνάδει με το έννομο συμφέρον των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΟΡΓΑΝΩΣΗ

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Συμβούλιο εποπτών

Άρθρο 40

Σύνθεση

1.   Το συμβούλιο εποπτών συγκροτείται από:

α)

τον πρόεδρο, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

β)

τον επικεφαλής της εθνικής δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές σε κάθε κράτος μέλος, ο οποίος συμμετέχει αυτοπροσώπως στις συνεδριάσεις τουλάχιστον δύο φορές ετησίως·

γ)

έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

δ)

έναν εκπρόσωπο του ΕΣΣΚ, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

ε)

έναν εκπρόσωπο καθεμιάς από τις άλλες δυο Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

2.   Το συμβούλιο εποπτών συγκαλεί συνεδριάσεις με την ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών τουλάχιστον δύο φορές ετησίως.

3.   Κάθε αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου από αυτήν, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.

4.   Σε κράτη μέλη με πλείονες αρχές αρμόδιες για την εποπτεία σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο. Ωστόσο, όταν το συμβούλιο εποπτών συζητεί θέμα που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της εθνικής αρχής που εκπροσωπείται από το μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), το εν λόγω μέλος μπορεί να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της σχετικής εθνικής αρχής, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.   Προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο της οδηγίας 97/9/ΕΚ, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δύναται, κατά περίπτωση, να συνοδεύεται από εκπρόσωπο των αρμόδιων φορέων οι οποίοι διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών σε κάθε κράτος μέλος, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

6.   Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να αποφασίσει να δεχτεί παρατηρητές.

Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 41

Εσωτερικές επιτροπές και ομάδες

1.   Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές ή ομάδες για συγκεκριμένα καθήκοντα που ανατίθενται στο συμβούλιο εποπτών και μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές ή ομάδες, στο συμβούλιο διοίκησης ή στον πρόεδρο.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου 19, το συμβούλιο εποπτών συγκαλεί ανεξάρτητη ομάδα για να διευκολύνει την αμερόληπτη επίλυση της διαφωνίας, η οποία αποτελείται από τον πρόεδρο και δυο από τα μέλη του, τα οποία δεν εκπροσωπούν τις διαφωνούσες αρμόδιες αρχές και δεν έχουν κανένα συμφέρον στη διένεξη, ούτε άμεσους δεσμούς με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 19 παράγραφος 2, η ομάδα προτείνει απόφαση για οριστική έγκριση από το συμβούλιο εποπτών, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 44 παράγραφος 1.

4.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της ομάδας που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 42

Ανεξαρτησία

Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου εποπτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 43

Καθήκοντα

1.   Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής και είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο II.

2.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τις γνώμες, τις συστάσεις και τις αποφάσεις και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο II.

3.   Το συμβούλιο εποπτών ορίζει τον πρόεδρο.

4.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του συμβουλίου διοίκησης, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Το πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας για τον προϋπολογισμό και δημοσιοποιείται.

5.   Το συμβούλιο εποπτών, βάσει πρότασης του συμβουλίου διοίκησης, εγκρίνει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 53 παράγραφος 7, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

6.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει το πολυετές πρόγραμμα εργασίας της Αρχής και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας για τον προϋπολογισμό και δημοσιοποιείται.

7.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 63.

8.   Το συμβούλιο εποπτών ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του προέδρου και του εκτελεστικού διευθυντή και μπορεί να τους παύει από τα καθήκοντά τους σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 5 ή το άρθρο 51 παράγραφος 5 αντίστοιχα.

Άρθρο 44

Λήψη αποφάσεων

1.   Οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος έχει μια ψήφο.

Όσον αφορά τις πράξεις που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 16 και όλα τα μέτρα και τις αποφάσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο και του Κεφαλαίου VΙ και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

Όσον αφορά αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3, για τις αποφάσεις που λαμβάνει η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, η απόφαση που προτείνεται από την ομάδα θεωρείται εκδοθείσα, εφόσον εγκριθεί με απλή πλειοψηφία, εκτός εάν απορριφθεί από μέλη που αντιπροσωπεύουν μειοψηφία αρνησικυρίας των ψήφων όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

Για όλες τις άλλες αποφάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3, η απόφαση που προτείνεται από την ομάδα εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των μελών του συμβουλίου εποπτών. Κάθε μέλος έχει μια ψήφο.

2.   Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών συγκαλούνται από τον πρόεδρο, με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου των μελών του, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

3.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4.   Ο εσωτερικός κανονισμός ορίζει λεπτομερώς τις ρυθμίσεις που διέπουν την ψηφοφορία, περιλαμβανομένων, όταν απαιτείται, των κανόνων που διέπουν τις απαρτίες. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές, εκτός από τον πρόεδρο και τον εκτελεστικό διευθυντή, δεν παρίστανται σε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Συμβούλιο διοίκησης

Άρθρο 45

Σύνθεση

1.   Το συμβούλιο διοίκησης συγκροτείται από τον πρόεδρο και έξι άλλα μέλη του συμβουλίου εποπτών, που εκλέγονται από τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου.

Εκτός από τον πρόεδρο, για κάθε μέλος του συμβουλίου διοίκησης υπάρχει ένα αναπληρωματικό μέλος, το οποίο μπορεί να το αντικαθιστά, αν κωλύεται να παραστεί.

Η θητεία των μελών που εκλέγονται από το συμβούλιο εποπτών διαρκεί δυόμιση έτη. Η εν λόγω θητεία μπορεί να ανανεωθεί άπαξ. Η σύνθεση του συμβουλίου διοίκησης είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ένωση στο σύνολό της. Οι εντολές αλληλεπικαλύπτονται και εφαρμόζεται ρύθμιση εκ περιτροπής.

2.   Οι αποφάσεις του συμβουλίου διοίκησης λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο.

Ο εκτελεστικός διευθυντής και ένας αντιπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του συμβουλίου διοίκησης χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής έχει δικαίωμα ψήφου για θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 63.

Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

3.   Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου διοίκησης συγκαλούνται από τον πρόεδρο με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του ενός τρίτου των μελών του και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το συμβούλιο διοίκησης συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το συμβούλιο διοίκησης κρίνει απαραίτητο. Συνέρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο.

4.   Τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης δύνανται, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός από τον εκτελεστικό διευθυντή, δεν παρίστανται σε συζητήσεις του συμβουλίου διοίκησης όσον αφορά μεμονωμένους συμμετέχοντες σε χρηματοοικονομικές αγορές.

Άρθρο 46

Ανεξαρτησία

Τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 47

Καθήκοντα

1.   Το συμβούλιο διοίκησης εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Το συμβούλιο διοίκησης προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση.

3.   Το συμβούλιο διοίκησης ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64.

4.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»).

5.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72.

6.   Το συμβούλιο διοίκησης υποβάλλει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, περιλαμβανομένων των πεπραγμένων όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση σχέδιο έκθεσης στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 53 παράγραφος 7, προς το συμβούλιο εποπτών προς έγκριση.

7.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

8.   Το συμβούλιο διοίκησης διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5.

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Πρόεδρος

Άρθρο 48

Διορισμός και καθήκοντα

1.   Η Αρχή εκπροσωπείται από τον πρόεδρο, ο οποίος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας πλήρους απασχόλησης.

Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών του συμβουλίου εποπτών και προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του συμβουλίου διοίκησης.

2.   Ο πρόεδρος διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και τις αγορές και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής.

Προτού αναλάβει τα καθήκοντά του και έως έναν μήνα μετά την επιλογή από το συμβούλιο εποπτών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται, μετά από ακρόαση του υποψηφίου που επέλεξε το συμβούλιο εποπτών, να διατυπώσει αντιρρήσεις σχετικά με τον ορισμό του επιλεγέντος.

Επίσης το συμβούλιο εποπτών επιλέγει, μεταξύ των μελών του, αναπληρωτή, που ασκεί τις λειτουργίες του προέδρου όταν ο τελευταίος απουσιάζει. Ο αναπληρωτής αυτός δεν εκλέγεται μεταξύ των μελών του συμβουλίου διοίκησης.

3.   Η θητεία του προέδρου είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη.

4.   Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του προέδρου, το συμβούλιο εποπτών αποτιμά:

α)

τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β)

τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ, με την επιφύλαξη επικύρωσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5.   Ο πρόεδρος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν απόφασης του συμβουλίου εποπτών.

Ο πρόεδρος δεν εμποδίζει το συμβούλιο εποπτών να συζητήσει θέματα σχετικά με τον πρόεδρο, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανάγκη απομάκρυνσής του, και δεν συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με αυτό το θέμα.

Άρθρο 49

Ανεξαρτησία

Με την επιφύλαξη του ρόλου του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να ζητεί ή να δέχεται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τον πρόεδρο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 68, ο πρόεδρος, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Άρθρο 50

Έκθεση

1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο ή από τον αναπληρωτή του να προβαίνει σε κατάθεση, σεβόμενος πλήρως την ανεξαρτησία του. Ο πρόεδρος καταθέτει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

2.   Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις κύριες δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν από την υποβολή της κατάθεσης κατά την παράγραφο 1.

3.   Πέρα από τις πληροφορίες που μνημονεύονται στα άρθρα 11 έως 18 και στα άρθρα 20 και 33, η έκθεση περιλαμβάνει επίσης κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει ad hoc το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Εκτελεστικός διευθυντής

Άρθρο 51

Διορισμός

1.   Την Αρχή διοικεί εκτελεστικός διευθυντής, ο οποίος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας πλήρους απασχόλησης.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών, μετά από επιβεβαίωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τις αγορές και τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και την εμπειρία του σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, καθώς και τη διευθυντική πείρα του, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής.

3.   Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη.

4.   Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της θητείας του εκτελεστικού διευθυντή, το συμβούλιο εποπτών αποτιμά ιδίως:

α)

τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β)

τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να παρατείνει τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή άπαξ.

5.   Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο με απόφαση του συμβουλίου εποπτών.

Άρθρο 52

Ανεξαρτησία

Με την επιφύλαξη αντιστοίχως των ρόλων του συμβουλίου διοίκησης και του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή, ο εκτελεστικός διευθυντής δεν επιτρέπεται να ζητεί ή να λαμβάνει οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τον εκτελεστικό διευθυντή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 68, ο εκτελεστικός διευθυντής, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Άρθρο 53

Καθήκοντα

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση της Αρχής και προετοιμάζει το έργο του συμβουλίου διοίκησης.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του συμβουλίου διοίκησης.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, για να διασφαλίσει τη λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

4.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2.

5.   Κάθε έτος, ως τις 30 Ιουνίου, ο εκτελεστικός διευθυντής προετοιμάζει πρόγραμμα εργασίας για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2.

6.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 63, και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 64.

7.   Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής συντάσσει σχέδιο έκθεσης που περιλαμβάνει μία ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μία ενότητα για θέματα χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσης.

8.   Όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ο εκτελεστικός διευθυντής ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 68 και διαχειρίζεται τα θέματα προσωπικού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΚΟΙΝΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Μεικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών

Άρθρο 54

Σύσταση

1.   Συγκροτείται Μεικτή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

2.   Η Μεικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ, στο οποίο η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά και διασφαλίζει διατομεακή συνέπεια με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), συγκεκριμένα όσον αφορά:

τους χρηματοοικονομικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων,

τη λογιστική και τους ελέγχους,

τις μικροπροληπτικές αναλύσεις διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα,

τα επενδυτικά προϊόντα για μικροεπενδυτές,

τα μέτρα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και

την ανταλλαγή πληροφοριών με το ΕΣΣΚ και την ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ του ΕΣΣΚ και των ΕΕΑ.

3.   Η Μεικτή επιτροπή διαθέτει αποκλειστικό προσωπικό που παρέχεται από τις ΕΕΑ, το οποίο λειτουργεί ως γραμματεία. Η Αρχή διαθέτει επαρκείς πόρους για τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής και τις λειτουργικές δαπάνες.

4.   Σε περίπτωση που συμμετέχων σε χρηματοοικονομική αγορά εκτείνεται σε διαφορετικούς τομείς, η Μεικτή Επιτροπή επιλύει τις διαφορές σύμφωνα με το άρθρο 56.

Άρθρο 55

Σύνθεση

1.   Η Μεικτή Επιτροπή αποτελείται από τους προέδρους των ΕΕΑ και, ανάλογα με την περίπτωση, τον πρόεδρο οποιασδήποτε υποεπιτροπής συγκροτούμενης βάσει του άρθρου 57.

2.   Στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής, καθώς και οποιωνδήποτε υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 57, προσκαλούνται ως παρατηρητές ο εκτελεστικός διευθυντής, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής και το ΕΣΣΚ.

3.   Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων των ΕΕΑ. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής είναι αντιπρόεδρος του ΕΣΣΚ.

4.   Η Μεικτή Επιτροπή εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό της. Ο κανονισμός αυτός μπορεί να ορίζει επιπλέον συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής.

Η Μεικτή Επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Άρθρο 56

Κοινές θέσεις και κοινές πράξεις

Εφόσον είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο των καθηκόντων της που ορίζονται στο κεφάλαιο II και ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, η Αρχή καταλήγει σε κοινές θέσεις με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), ανάλογα με την περίπτωση.

Οι πράξεις βάσει των άρθρων 10 έως 15, 17, 18 ή 19 του παρόντος κανονισμού οι οποίες αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και κάθε άλλης ενωσιακής πράξης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και οι οποίες εμπίπτουν επίσης στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών) ή της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), εγκρίνονται παράλληλα από την Αρχή, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 57

Υποεπιτροπές

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 56, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μεικτή Επιτροπή.

2.   Η υποεπιτροπή συγκροτείται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας αρμόδιας αρχής.

3.   Η υποεπιτροπή εκλέγει μεταξύ των μελών της πρόεδρο, ο οποίος είναι επίσης μέλος της Μεικτής Επιτροπής.

4.   Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί και άλλες υποεπιτροπές.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Συμβούλιο προσφυγών

Άρθρο 58

Σύνθεση και λειτουργία

1.   Το συμβούλιο προσφυγών είναι κοινό όργανο των ΕΕΑ.

2.   Το συμβούλιο προσφυγών αποτελείται από έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα υψίστης εντιμότητας με αποδεδειγμένο ιστορικό σχετικών γνώσεων και επαγγελματικής πείρας, καθώς και εποπτικής εμπειρίας, αρκούντως υψηλού επιπέδου στους τομείς των τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών, των επαγγελματικών συντάξεων, των κινητών αξιών και αγορών ή άλλων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, αποκλειόμενου του εν ενεργεία προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή άλλων εθνικών ή ενωσιακών οργάνων που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής. Το συμβούλιο προσφυγών έχει επαρκή νομική εμπειρία, ώστε να παράσχει εμπεριστατωμένες νομικές γνώμες όσον αφορά τη νομιμότητα της άσκησης των εξουσιών της Αρχής.

Το συμβούλιο προσφυγών ορίζει τον πρόεδρό του.

3.   Το συμβούλιο διοίκησης της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δυο αναπληρωματικά από πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Τα υπόλοιπα μέλη ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

4.   Η θητεία των μελών του συμβουλίου προσφυγών διαρκεί πέντε έτη. Η θητεία αυτή μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

5.   Δεν είναι δυνατόν να παυθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το συμβούλιο διοίκησης της Αρχής, εκτός αν κριθεί ένοχος για σοβαρό παράπτωμα και το συμβούλιο διοίκησης λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευτεί με το συμβούλιο εποπτών.

6.   Οι αποφάσεις του συμβουλίου προσφυγών λαμβάνονται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων από τα έξι μέλη του. Εάν η απόφαση κατά της οποίας ασκείται προσφυγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η αποφασιστική πλειοψηφία περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα από τα δύο μέλη του συμβουλίου προσφυγών που όρισε η Αρχή.

7.   Το συμβούλιο προσφυγών συγκαλείται από τον πρόεδρό του όποτε παραστεί ανάγκη.

8.   Οι ΕΕΑ διασφαλίζουν επαρκή επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη του συμβουλίου προσφυγών μέσω της Μεικτής Επιτροπής.

Άρθρο 59

Ανεξαρτησία και αμεροληψία

1.   Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν επιτρέπεται να εκτελούν άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το συμβούλιο διοίκησής της ή το συμβούλιο εποπτών της.

2.   Τα μέλη των συμβουλίων προσφυγών δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε εκδίκαση προσφυγής στην οποία έχουν προσωπικό συμφέρον ή στην οποία είχαν προηγουμένως παρέμβει ως αντιπρόσωποι ενός από τους διαδίκους ή εάν συνέπραξαν στην απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.

3.   Εάν μέλος του συμβουλίου προσφυγών κρίνει ότι κάποιο άλλο μέλος δεν πρέπει να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε εκδίκαση προσφυγής για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ενημερώνει σχετικά το συμβούλιο προσφυγών.

4.   Οποιοδήποτε μέρος της εκδίκασης προσφυγής μπορεί να υποβάλει ένσταση κατά της συμμετοχής μέλους του συμβουλίου προσφυγών για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ή αν υπάρχουν υποψίες για μεροληπτική στάση.

Καμία ένσταση δεν μπορεί να βασίζεται στην εθνικότητα μελών, ούτε είναι παραδεκτή αν, έχοντας επίγνωση του λόγου ένστασης, το μέρος της εκδίκασης της προσφυγής προέβη παρ’ όλα αυτά σε άλλο διαδικαστικό βήμα, πέραν της ένστασης όσον αφορά τη σύνθεση του συμβουλίου προσφυγών.

5.   Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει για τα ληπτέα μέτρα στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 χωρίς τη συμμετοχή του υπόψη μέλους.

Για τη λήψη της εν λόγω απόφασης, το υπόψη μέλος αντικαθίσταται στο συμβούλιο προσφυγών από το αναπληρωματικό μέλος του, εκτός και αν το αναπληρωματικό μέλος βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση. Εάν το αναπληρωματικό μέλος βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, ο πρόεδρος της Αρχής ορίζει ως αντικαταστάτη κάποιο από τα διαθέσιμα αναπληρωματικά μέλη.

6.   Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και υπέρ του δημόσιου συμφέροντος.

Για τον σκοπό αυτόν, υποβάλλουν δήλωση δεσμεύσεων και δήλωση συμφερόντων, όπου δηλώνουν είτε την απουσία κάθε συμφέροντος που μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία τους, είτε κάθε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον που μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία τους.

Οι δηλώσεις αυτές πραγματοποιούνται δημοσίως, ετησίως και είναι έγγραφες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 60

Προσφυγές

1.   Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής που προβλέπεται στα άρθρα 17, 18 και 19 και οποιασδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.

2.   Η προσφυγή, συνοδευόμενη από αιτιολογικό υπόμνημα, υποβάλλεται εγγράφως στην Αρχή εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή, ελλείψει κοινοποίησης, από την ημέρα κατά την οποία η Αρχή δημοσίευσε την απόφασή της.

Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει επί της προσφυγής εντός δυο μηνών από την άσκησή της.

3.   Προσφυγή που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το συμβούλιο προσφυγών μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, εάν κρίνει ότι το απαιτούν οι περιστάσεις.

4.   Εφόσον η προσφυγή είναι παραδεκτή, το συμβούλιο προσφυγών εξετάζει αν είναι βάσιμη. Καλεί τους διαδίκους να υποβάλουν, εντός καθορισμένης προθεσμίας, παρατηρήσεις επί των δικών του κοινοποιήσεων ή επί των ανακοινώσεων που προέρχονται από τους λοιπούς διαδίκους. Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν τις απόψεις τους προφορικά.

5.   Το συμβούλιο προσφυγών μπορεί είτε να επιβεβαιώσει την απόφαση που έλαβε το αρμόδιο όργανο της Αρχής, είτε να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο της Αρχής. Το όργανο αυτό δεσμεύεται από την απόφαση του συμβουλίου προσφυγών και το όργανο αυτό εγκρίνει τροποποιημένη απόφαση για τη σχετική υπόθεση.

6.   Το συμβούλιο προσφυγών εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

7.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το συμβούλιο προσφυγών είναι αιτιολογημένες και δημοσιοποιούνται από την Αρχή.

Άρθρο 61

Προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Είναι δυνατή η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ, κατά απόφασης του συμβουλίου προσφυγών ή, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, της Αρχής.

2.   Τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, καθώς και οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μπορούν να κινήσουν διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά αποφάσεων της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ.

3.   Σε περίπτωση που η Αρχή έχει υποχρέωση να ενεργήσει και δεν λαμβάνει απόφαση, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή επί παραλείψει ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 265 της ΣΛΕΕ.

4.   Η Αρχή υποχρεούται να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφώνεται με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 62

Προϋπολογισμός της Αρχής

1.   Τα έσοδα της Αρχής, η οποία είναι ευρωπαϊκός οργανισμός σύμφωνα με το άρθρο 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (47) (εφεξής «δημοσιονομικός κανονισμός»), συνίστανται συγκεκριμένα σε οιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

α)

υποχρεωτικές εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τύπο που βασίζεται στη στάθμιση των ψήφων ως έχει στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το άρθρο 3 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις θα συνεχίσει να εφαρμόζεται πέραν της προβλεπόμενης προθεσμίας της 31ης Οκτωβρίου 2014·

β)

επιχορήγηση από την Ένωση, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή»)·

γ)

τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης.

2.   Οι δαπάνες της Αρχής περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τις δαπάνες προσωπικού, τις αμοιβές, τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής, τις δαπάνες επαγγελματικής επιμόρφωσης και τις λειτουργικές δαπάνες.

3.   Τα έσοδα και οι δαπάνες ισοσκελίζονται.

4.   Για κάθε οικονομικό έτος, που αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος, για όλα τα έσοδα και τις δαπάνες της Αρχής πραγματοποιούνται προβλέψεις που εμφανίζονται στον προϋπολογισμό της Αρχής.

Άρθρο 63

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει για το επόμενο οικονομικό έτος σχέδιο κατάστασης προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών και το διαβιβάζει, συνοδευόμενο από το οργανόγραμμα, στο συμβούλιο διοίκησης και το συμβούλιο εποπτών. Κάθε έτος, βάσει του σχεδίου κατάστασης που καταρτίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή και εγκρίνεται από το συμβούλιο διοίκησης, το συμβούλιο εποπτών συντάσσει κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Αρχής για το επόμενο οικονομικό έτος. Αυτή η κατάσταση προβλέψεων, συνοδευόμενη από σχέδιο οργανογράμματος, διαβιβάζεται από το συμβούλιο εποπτών στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου. Πριν από την έκδοση της κατάστασης προβλέψεων, το σχέδιο που κατάρτισε ο εκτελεστικός διευθυντής εγκρίνεται από το συμβούλιο διοίκησης.

2.   Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (αποκαλούμενα εφεξής από κοινού ως «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), μαζί με το σχέδιο του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Βάσει της εν λόγω κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της επιδότησης που θα επιβαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 ΣΛΕΕ.

4.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την επιδότηση της Αρχής.

5.   Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

6.   Το συντομότερο δυνατό, το συμβούλιο διοίκησης γνωστοποιεί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργα σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων. Πληροφορεί σχετικά την Επιτροπή. Εφόσον ένα από τα δύο σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής προτίθεται να εκδώσει γνώμη, εντός δυο εβδομάδων από τη λήψη των πληροφοριών για το έργο γνωστοποιεί στην Αρχή την πρόθεσή του να εκδώσει την εν λόγω γνώμη. Αν δεν υπάρξει απάντηση, η Αρχή μπορεί να προχωρήσει στην εκτέλεση της προγραμματισμένης ενέργειας.

7.   Για το πρώτο έτος λειτουργίας της Αρχής, που λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2011, η χρηματοδότηση της Αρχής από την Ένωση υπόκειται στην επίτευξη συμφωνίας από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το σημείο 47 της διοργανικής συμφωνίας για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση.

Άρθρο 64

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ενεργεί ως εντολέας αξιωματούχος και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής.

2.   Μέχρι την 1η Μαρτίου μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους. Επίσης, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

Στη συνέχεια ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του δημοσιονομικού κανονισμού.

3.   Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 129 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής, ενεργώντας με δική του ευθύνη, καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής και τους διαβιβάζει για γνωμοδότηση στο συμβούλιο διοίκησης.

4.   Το συμβούλιο διοίκησης αποφαίνεται επί των οριστικών λογαριασμών της Αρχής.

5.   Μέχρι την 1η Ιουλίου μετά τη λήξη του οικονομικού έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει τους εν λόγω οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου διοίκησης, στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

6.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

7.   Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεών του. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο συμβούλιο διοίκησης και στην Επιτροπή.

8.   Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 146 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

9.   Μέχρι τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει την Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν, περιλαμβανομένων των εσόδων από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρμόδιων αρχών.

Άρθρο 65

Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το συμβούλιο διοίκησης μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (48), εκτός αν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες λειτουργίας της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

Άρθρο 66

Μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης

1.   Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2.   Η Αρχή προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF και θεσπίζει αμέσως τις κατάλληλες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της Αρχής.

3.   Οι αποφάσεις και οι συμφωνίες χρηματοδότησης, καθώς και οι πράξεις εφαρμογής που απορρέουν από αυτές, προβλέπουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους στους δικαιούχους πόρων που έχουν εκταμιευθεί από την Αρχή, καθώς και στο προσωπικό που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση των εν λόγω πόρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 67

Προνόμια και ασυλίες

Για την Αρχή και το προσωπικό της ισχύει το πρωτόκολλο (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ΣΛΕΕ.

Άρθρο 68

Προσωπικό

1.   Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή και του προέδρου της, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.

2.   Το συμβούλιο διοίκησης, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

3.   Όσον αφορά το προσωπικό της, η Αρχή ασκεί τις εξουσίες που παρέχουν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και στην αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων αρχή το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

4.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.

Άρθρο 69

Ευθύνη της Αρχής

1.   Στην περίπτωση της εξωσυμβατικής ευθύνης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, η Αρχή αποκαθιστά τις ζημίες που προξενεί η ίδια ή το προσωπικό της κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να εκδικάζει κάθε διαφορά που αφορά την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών.

2.   Η προσωπική οικονομική και πειθαρχική ευθύνη του προσωπικού της Αρχής έναντι της Αρχής διέπεται από τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό της Αρχής.

Άρθρο 70

Υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου

1.   Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και του συμβουλίου διοίκησης, ο εκτελεστικός διευθυντής και μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.

Στους ανωτέρω εφαρμόζεται το άρθρο 16 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, το προσωπικό, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοιδήποτε άλλοι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του προσωπικού της Αρχής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

2.   Με την επιφύλαξη περιπτώσεων που διέπονται από το ποινικό δίκαιο, καμία εμπιστευτική πληροφορία που λαμβάνουν πρόσωπα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή υπό οποιαδήποτε μορφή, παρά μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η αναγνώριση μεμονωμένων συμμετεχόντων σε χρηματοοικονομικές αγορές.

Επιπλέον, η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις εθνικές εποπτικές αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και ειδικότερα στις δικαστικές διαδικασίες τις σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.

3.   Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με εθνικές εποπτικές αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία που ισχύει για τους συμμετέχοντες σε χρηματοοικονομικές αγορές.

Οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στους όρους για το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Στον εσωτερικό κανονισμό της η Αρχή ορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας των παραγράφων 1 και 2.

4.   Η Αρχή εφαρμόζει την απόφαση 2001/844/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της (49).

Άρθρο 71

Προστασία δεδομένων

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

Άρθρο 72

Πρόσβαση σε έγγραφα

1.   Για τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Αρχή ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

2.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει, ως τις 31 Μαΐου 2011, πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

3.   Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 επιδέχονται καταγγελίας στο διαμεσολαβητή ή προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από προσφυγή στο συμβούλιο προσφυγών, εφόσον αυτή προβλέπεται, υπό τους όρους των άρθρων 228 και 263 ΣΛΕΕ αντιστοίχως.

Άρθρο 73

Γλωσσικό καθεστώς

1.   Για την Αρχή ισχύει ο κανονισμός αριθ. 1 του Συμβουλίου περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (50).

2.   Το συμβούλιο διοίκησης αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.

3.   Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της Αρχής παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 74

Συμφωνία για την έδρα

Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν σε αυτό το κράτος μέλος για τον εκτελεστικό διευθυντή, τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης, το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους, ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά από τη λήψη έγκρισης του συμβουλίου διοίκησης.

Το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες για την καλή λειτουργία της Αρχής, περιλαμβανομένων της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό εκπαίδευσης και των κατάλληλων δρομολογίων των μέσων μεταφοράς

Άρθρο 75

Συμμετοχή τρίτων χωρών

1.   Η συμμετοχή στο έργο της Αρχής είναι ανοικτή σε τρίτες χώρες που έχουν συνάψει με την Ένωση συμφωνίες με τις οποίες έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης στους τομείς αρμοδιότητας της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2.

2.   Η Αρχή μπορεί να συνεργάζεται με τις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες εφαρμόζουν νομοθεσία αναγνωρισμένη ως ισοδύναμη στους τομείς αρμοδιότητας της Αρχής στους οποίους παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, όπως προβλέπεται σε διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 216 της ΣΛΕΕ.

3.   Με βάση τις σχετικές διατάξεις των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, επέρχονται ρυθμίσεις οι οποίες εξειδικεύουν, ιδίως, τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και τις διαδικαστικές πτυχές της συμμετοχής των χωρών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στο έργο της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων σχετικά με την οικονομική συμμετοχή και το προσωπικό. Μπορούν να προβλέπουν εκπροσώπηση, ως παρατηρητών, στο συμβούλιο εποπτών, αλλά διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω χώρες δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις αφορούν μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, παρά μόνο αν υπάρχει άμεσο συμφέρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

METABATIΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 76

Προπαρασκευαστικές ενέργειες

1.   Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και πριν από τη σύσταση της Αρχής, η ΕΕΡΑΑΚΑ ενεργεί σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή για να προετοιμάσει την αντικατάσταση της ΕΕΡΑΑΚΑ από την Αρχή.

2.   Από τη σύσταση της Αρχής, υπεύθυνη για τη διοικητική εγκατάσταση και την αρχική διοικητική λειτουργία της Αρχής είναι η Επιτροπή, μέχρις ότου η Αρχή διορίσει εκτελεστικό διευθυντή.

Προς τον σκοπό αυτόν, μέχρι να αναλάβει τα καθήκοντά του ο εκτελεστικός διευθυντής μετά τον διορισμό του από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 51, η Επιτροπή μπορεί να τοποθετήσει προσωρινά έναν υπάλληλο ο οποίος θα επιτελεί τα καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή. Αυτό το χρονικό διάστημα περιορίζεται στον χρόνο που είναι απαραίτητος για τον διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή της Αρχής.

Ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να εγκρίνει όλες τις πληρωμές που καλύπτονται από πιστώσεις προβλεπόμενες στον προϋπολογισμό της Αρχής, αφού λάβει την έγκριση του συμβουλίου διοίκησης, ενώ μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, περιλαμβανομένων των συμβάσεων προσωπικού, μετά την έγκριση του οργανογράμματος της Αρχής.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν με την επιφύλαξη των εξουσιών του συμβουλίου εποπτών και του συμβουλίου διοίκησης.

4.   Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της ΕΕΡΑΑΚΑ. Έως την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΡΑΑΚΑ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΡΑΑΚΑ θα συντάξει κατάσταση στην οποία θα εμφαίνεται η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση θα ελεγχθεί και θα εγκριθεί από την ΕΕΡΑΑΚΑ και από την Επιτροπή.

Άρθρο 77

Μεταβατικές διατάξεις για το προσωπικό

1.   Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 68, όλες οι συμβάσεις απασχόλησης και συμφωνίες αποσπάσεων που συνάπτονται από την ΕΕΡΑΑΚΑ ή τη γραμματεία της και οι οποίες ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2011 θα εξακολουθήσουν να ισχύουν μέχρι την ημερομηνία λήξης τους. Η παράτασή τους δεν είναι δυνατή.

2.   Σε όλα τα μέλη του προσωπικού με σύμβαση στα οποία παραπέμπει η παράγραφος 1 θα προταθεί η δυνατότητα σύναψης σύμβασης έκτακτου υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό για τους διάφορους βαθμούς που προβλέπονται στο οργανόγραμμα της Αρχής.

Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων αρχή θα διοργανώσει εσωτερική επιλογή περιορισμένη στο προσωπικό που έχει συμβάσεις με την ΕΕΡΑΑΚΑ ή τη γραμματεία της, προκειμένου να ελεγχθούν η ικανότητα, η αποδοτικότητα και η ακεραιότητα του προσωπικού που πρόκειται να προσληφθεί. Η εσωτερική διαδικασία επιλογής λαμβάνει πλήρως υπόψη τις δεξιότητες και την εμπειρία των ατόμων κατά την άσκηση των καθηκόντων του πριν από την πρόσληψη.

3.   Ανάλογα με το είδος και το επίπεδο των προς επιτέλεση λειτουργιών, στους επιτυχόντες θα προταθούν συμβάσεις έκτακτου υπαλλήλου, διάρκειας αντίστοιχης τουλάχιστον του χρόνου που υπολείπεται βάσει της προηγούμενης σύμβασης.

4.   Για τα μέλη του προσωπικού με προηγούμενες συμβάσεις τα οποία θα επιλέξουν να μην υποβάλουν αίτηση για πρόσληψή τους ως εκτάκτων υπαλλήλων ή στα οποία δεν θα προταθούν συμβάσεις έκτακτου υπαλλήλου σύμφωνα με την παράγραφο 2, εξακολουθούν να ισχύουν το σχετικό εθνικό δίκαιο για τις συμβάσεις εργασίας και άλλες συναφείς πράξεις.

Άρθρο 78

Εθνικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις κατάλληλες να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 79

Τροποποιήσεις

Η απόφαση αριθ. 716/2009/ΕΚ τροποποιείται καθώς η ΕΕΡΑΑΚΑ διαγράφεται από τον κατάλογο δικαιούχων της ενότητας Β του παραρτήματος της εν λόγω απόφασης.

Άρθρο 80

Κατάργηση

Η απόφαση 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής για τη σύσταση της ΕΕΡΑΑΚΑ καταργείται με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2011.

Άρθρο 81

Επανεξέταση

1.   Έως τις 2 Ιανουαρίου 2014 και ανά τριετία στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α)

τον βαθμό σύγκλισης των πρακτικών εποπτείας που έχει επιτευχθεί από τις αρμόδιες αρχές,

i)

τη σύγκλιση ως προς τη λειτουργική ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών και ως προς πρότυπα ισοδύναμα προς την εταιρική διακυβέρνηση·

ii)

την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την αυτονομία της Αρχής·

β)

τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών·

γ)

την πρόοδο που έχει σημειωθεί προς σύγκλιση στα πεδία της πρόληψης, διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων, περιλαμβανομένων των ενωσιακών μηχανισμών χρηματοδότησης·

δ)

τον ρόλο της Αρχής όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο·

ε)

την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 38·

στ)

την εφαρμογή του δεσμευτικού μεσολαβητικού ρόλου που θεσπίζει το άρθρο 19.

2.   Στην έκθεση στην οποία παραπέμπει η παράγραφος 1 εξετάζεται επίσης εάν:

α)

ενδείκνυται να συνεχισθεί η χωριστή εποπτεία τραπεζών, ασφαλίσεων, επαγγελματικών συντάξεων, κινητών αξιών και χρηματοοικονομικών αγορών·

β)

ενδείκνυται η άσκηση προληπτικής εποπτείας και η εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας να διενεργούνται χωριστά ή από τον ίδιο επόπτη·

γ)

ενδείκνυται να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί η αρχιτεκτονική του ΕΣΧΕ για να αυξηθεί η συνοχή μεταξύ του μακροεπιπέδου και του μικροεπιπέδου και μεταξύ των ΕΕΑ·

δ)

η εξέλιξη του ΕΣΧΕ συμβαδίζει αρμονικά με τις παγκόσμιες εξελίξεις·

ε)

υπάρχει επαρκής πολυμορφία και αριστεία εντός του ΕΣΧΕ·

στ)

υπάρχει επαρκής λογοδοσία και διαφάνεια σχετικά με τις απαιτήσεις δημοσιότητας·

ζ)

οι πόροι της Αρχής επαρκούν για την επιτέλεση των καθηκόντων της·

η)

ενδείκνυται να διατηρηθεί η έδρα της Αρχής ή να μεταφερθούν οι ΕΕΑ σε ενιαία έδρα προκειμένου να αναβαθμιστεί ο μεταξύ τους συντονισμός.

3.   Όσον αφορά το ζήτημα της άμεσης εποπτείας ιδρυμάτων ή υποδομών πανευρωπαϊκής εμβέλειας και λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς, η Επιτροπή συντάσσει ετήσια έκθεση για το αν είναι σκόπιμο να ανατεθούν στην Αρχή περαιτέρω εποπτικές αρμοδιότητες στον τομέα αυτόν.

4.   Η έκθεση, με συνοδευτικές προτάσεις, εάν υπάρχουν, υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Άρθρο 82

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2011, με εξαίρεση το άρθρο 76 και το άρθρο 77 παράγραφοι 1 και 2, τα οποία εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος.

Η Αρχή ιδρύεται την 1η Ιανουαρίου 2011.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 24 Νοεμβρίου 2010.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. CHASTEL


(1)  ΕΕ C 13 της 20.1.2010, σ. 1.

(2)  Γνώμη της 22ας Ιανουαρίου 2010 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2010 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2010.

(4)  ΕΕ C 40 της 7.2.2001, σ. 453.

(5)  ΕΕ C 25 E της 29.1.2004, σ. 394.

(6)  ΕΕ C 175 E της 10.7.2008, σ. 392.

(7)  ΕΕ C 8 E της 14.1.2010, σ. 26.

(8)  ΕΕ C 9 E της 15.1.2010, σ. 48.

(9)  ΕΕ C 184 E της 8.7.2010, σ. 214.

(10)  ΕΕ C 184 E της 8.7.2010, σ. 292.

(11)  ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 1

(12)  Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(13)  ΕΕ L 25 της 29.1.2009, σ. 23.

(14)  ΕΕ L 25 της 29.1.2009, σ. 28.

(15)  ΕΕ L 25 της 29.1.2009, σ. 18.

(16)  Συλλογή 2006, σ. I-03771, σκέψη 44.

(17)  ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22.

(18)  ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45.

(19)  ΕΕ L 184 της 6.7.2001, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 168 της 27.6.2002, σ. 43.

(21)  ΕΕ L 96 της 12.4.2003, σ. 16.

(22)  ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64.

(23)  ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.

(24)  ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38.

(25)  ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201.

(26)  ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32.

(27)  ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1.

(28)  ΕΕ L 330 της 5.12.1998, σ. 1.

(29)  ΕΕ L 345 της 8.12.2006, σ. 1.

(30)  ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.

(31)  ΕΕ L 271 της 9.10.2002, σ. 16.

(32)  ΕΕ L 135 της 31.5.1994, σ. 5.

(33)  Οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα (ΕΕ L 247 της 21.9.2007, σ. 1).

(34)  ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 164.

(35)  ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 8.

(36)  ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σ. 1.

(37)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

(38)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

(39)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.

(40)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(41)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(42)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(43)  ΕΕ L 253 της 25.9.2009, σ. 8.

(44)  Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(45)  Βλέπε σελίδα 12 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας

(46)  Βλέπε σελίδα 48 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας

(47)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(48)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.

(49)  ΕΕ L 317 της 3.12.2001, σ. 1.

(50)  ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385.


Top