Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31996D0615

96/615/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 29ης Μαΐου 1996 σχετικά με την ανανέωση, για το χρονικό διάστημα 1993- 1997, του φόρου επί ορισμένων πετρελαϊκών προϊόντων υπέρ του INSTITUT FRANCAIS DU PETROLE (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 272, 25.10.1996, p. 53–61 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/1996/615/oj

31996D0615

96/615/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 29ης Μαΐου 1996 σχετικά με την ανανέωση, για το χρονικό διάστημα 1993- 1997, του φόρου επί ορισμένων πετρελαϊκών προϊόντων υπέρ του INSTITUT FRANCAIS DU PETROLE (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 272 της 25/10/1996 σ. 0053 - 0061


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 29ης Μαΐου 1996 σχετικά με την ανανέωση, για το χρονικό διάστημα 1993-1997, του φόρου επί ορισμένων πετρελαϊκών προϊόντων υπέρ του Institut Franηais du Pιtrole (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (96/615/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 61 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο,

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα άρθρα αυτά,

Εκτιμώντας ότι:

Ι

Με την επιστολή SG (94) D/16532, της 23ης Νοεμβρίου 1994, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γαλλία για την έναρξη της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το καθεστώς ενίσχυσης χρηματοδοτούμενης μέσω φόρου υπέρ τρίτων που επιβάλλεται σε ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα προς όφελος του Institut Franηais du Pιtrole (IFP-Γαλλικός Οργανισμός Πετρελαίου).

Το IFP είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και τεχνικός οργανισμός, που συστάθηκε το 1944 και ελέγχεται από το γαλλικό κράτος 7 ασχολείται κυρίως με την ορθή διεκπεραίωση των σχεδίων έρευνας και ανάπτυξης στους κλάδους των τεχνολογιών αναζήτησης κοιτασμάτων για πετρέλαιο, της διύλισης και της πετροχημίας. Δευτερευόντως, πραγματοποιεί μελέτες και διασφαλίζει τη διάδοση των τεχνικών πληροφοριών και την κατάρτιση των τεχνικών στους εν λόγω τομείς. Το IFP κατέχει επίσης χρηματοοικονομικές συμμετοχές σε επιχειρήσεις που ανήκουν στους εν λόγω τομείς του κυκλώματος των υδρογονανθράκων.

Το IFP χρηματοδοτείται σε υψηλό ποσοστό (68 % του προϋπολογισμού λειτουργίας του το 1991, 63,7 % το 1993 και 65,2 % το 1994) μέσω του προϊόντος ενός φόρου υπέρ τρίτων που καθιερώθηκε προς όφελός του και επιβάλλεται σε ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα. Η καθιέρωση του εν λόγω φόρου υπέρ τρίτων προς όφελος του IFP ανάγεται στο 1944, αλλά μόνο το 1992 η Γαλλία κοινοποίησε την ανανέωση του φόρου για το χρονικό διάστημα 1993-1997.

Το προϊόν του φόρου αυτού θα πρέπει να αντιστοιχεί σε 1 δισεκατομμύριο γαλλικά φράγκα περίπου (ή 155 εκατομμύρια Ecu) ετησίως για το χρονικό διάστημα 1993-1997 (1,15 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1994).

Το σχέδιο αναχρηματοδότησης για την εν λόγω περίοδο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή τον Αύγουστο του 1992, αλλά κατόπιν της αναγγελίας του γεγονότος ότι το IFP επρόκειτο να λάβει προκαταβολές επί του προϊόντος του φόρου, η ενίσχυση ενεγράφη στο μητρώο των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων τον Ιανουάριο του 1993.

Η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, όσον αφορά το εν λόγω καθεστώς, λόγω των ακόλουθων επιφυλάξεων:

- η είσπραξη του φόρου επί των εισαγόμενων προϊόντων θα παραβίαζε τη γενική αρχή (η οποία έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα από την Επιτροπή όσον αφορά τους φόρους υπέρ τρίτων) της πλήρους φορολογικής απαλλαγής των εισαγωγών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη,

- οι επιχειρήσεις που αποκτούν τα αποτελέσματα των μελετών του IFP θα ετύγχαναν έμμεσης ενίσχυσης, δεδομένου ότι οι τιμές δεν φαίνεται να υπολογίζονται επί του πραγματικού κόστους, μολονότι η τιμολόγησή τους γίνεται σε τιμές της αγοράς,

- δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, τα προγράμματα του IFP να εμπεριέχουν άμεσες ενισχύσεις ως προς ορισμένες επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον οργανισμό ή/και έμμεσες ενισχύσεις, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη περίπτωση,

- το προϊόν του φόρου θα συνιστούσε άμεση ενίσχυση, η οποία ευνοεί τις δραστηριότητες του IFP σε σχέση με τις δραστηριότητες ανάλογων κέντρων στην υπόλοιπη Κοινότητα,

- το γεγονός ότι το IFP δεν λαμβάνει ικανοποιητική αμοιβή για τις χρηματοοικονομικές συμμετοχές που κατέχει θα μπορούσε επίσης να συνιστά ενίσχυση.

Λόγω της δυνατότητας επιστροφής του καταβληθέντος φόρου σε παραγωγούς υποκείμενους στο φόρο οι οποίοι εξάγουν τα πετρελαϊκά προϊόντα τους, η Επιτροπή έκρινε ότι η απαλλαγή αυτή συνιστούσε ενίσχυση κατά την εξαγωγή ως προς τις εξαγωγές. Ωστόσο, επειδή η Γαλλία της κοινοποίησε σχέδιο διατάγματος για την επιβολή του φόρου στις εξαγωγές των υπό συζήτηση προϊόντων, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές αρχές, η Επιτροπή δεν έθιξε το εν λόγω θέμα κατά την έναρξη της διαδικασίας.

Συγχρόνως, η Γαλλία είχε προτείνει να τροποποιηθούν οι κανόνες φορολόγησης των εισαγωγών, ούτως ώστε να μην επιβάλλεται στους υπόχρεους επιχειρηματίες φόρος σε ένα μέρος των παραδόσεών τους στη Γαλλία που αντιστοιχεί στη μέση εθνική κατανάλωση του εξεταζόμενου προϊόντος που καλύπτεται από τις ενδοκοινοτικές εισαγωγές. Στην απόφασή της σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή έκρινε ότι το εν λόγω σύστημα «δεν εξουδετερώνει πλήρως τον εισπραττόμενο φόρο για τα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, ορισμένες ποσότητες που διατέθηκαν στην κατανάλωση στη Γαλλία εκ μέρους επιχειρηματιών που καλύπτουν τις ανάγκες τους εισάγοντας ποσότητες ανώτερες από τη μέση γαλλική εθνική κατανάλωση θα πλήττονταν από κατάλοιπο φόρου που θα συνιστούσε παραβίαση της γενικής αρχής της πλήρους φορολογικής απαλλαγής των εισαγωγών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη».

Μετά την έναρξη της διαδικασίας, η Γαλλία δεν έθεσε σε εφαρμογή ούτε το διορθωτικό μηχανισμό φορολογίας των εισαγωγών ούτε την επιβολή φόρου στις εξαγωγές.

Οι παρατηρήσεις της Γαλλίας διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στις 5 Ιανουαρίου 1995. Οι εν λόγω παρατηρήσεις περιείχαν ορισμένα στοιχεία απάντησης στις επιφυλάξεις της Επιτροπής όσον αφορά το συμβιβάσιμο του εν λόγω καθεστώτος. Στις 10 Νοεμβρίου 1995, στις 6 Δεκεμβρίου 1995 και στις 15 Ιανουαρίου 1996, διαβιβάστηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες. Στις 14 Νοεμβρίου 1995, έλαβε χώρα στις Βρυξέλλες συνεδρίαση μεταξύ των εκπροσώπων της Γαλλίας και της Επιτροπής για την αποσαφήνιση ορισμένων σημείων.

Η ανακοίνωση της Επιτροπής που καλούσε τα άλλα κράτη μέλη και τρίτους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του θέματος, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 27 Ιουνίου 1995 (1).

Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η Επιτροπή δεν έλαβε καμία παρατήρηση ούτε εκ μέρους των άλλων κρατών μελών ούτε εκ μέρους τρίτων.

ΙΙ

Στις παρατηρήσεις της κατά την έναρξη της διαδικασίας, η Γαλλία εξήγησε ότι:

- ως προκαταρκτική παρατήρηση, η διαδικασία κινήθηκε στο πλαίσιο του μόνιμου ελέγχου των υφιστάμενων καθεστώτων (άρθρο 93 παράγραφος 1 της συνθήκης), δεδομένου ότι το καθεστώς ισχύει, χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις, από το 1944. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή δεν μπορούσε να προσάψει στη Γαλλία τυχόν απουσία κοινοποίησης. Επιπλέον, η υιοθέτηση το 1992 αυτού του τρόπου «ενημέρωσης» της Επιτροπής, σχετικά με την ανανέωση του καθεστώτος δεν μπορούσε να υπερισχύσει της μορφής του υφιστάμενου καθεστώτος,

- η δραστηριότητα του IFP δεν προξενεί στρέβλωση του ανταγωνισμού, καθόσον η πρόσβαση στο αποτέλεσμα των εργασιών του είναι δυνατή σε όλους αδιακρίτως. Η διαφάνεια αυτή θα μπορούσε να πιστοποιηθεί από τα ακόλουθα στοιχεία:

1. Συμμετοχή μη γαλλικών προσωπικοτήτων στα διευθυντικά όργανα του IFP (4 στους 13 στην επιστημονική επιτροπή και 3 στους 18 στο διοικητικό συμβούλιο). Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι οι διεθνείς φορείς ενημερώνονταν πάντοτε, με αυτόν τον τρόπο, για τις εργασίες του IFP και ότι συμμετείχαν ενεργά στους στρατηγικούς προσανατολισμούς.

2. Συμμετοχή του IFP σε πρωτοβουλίες της Επιτροπής στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την ενέργεια και για την έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και σε διάφορα προγράμματα που θέτει σε εφαρμογή η Επιτροπή.

3. Το IFP συνέβαλε στη δημιουργία διαφόρων ευρωπαϊκών δικτύων: European Institute on Geo-energies (Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Γεωθερμικής Ενέργειας) και European Network for Research and Geo-energies (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Έρευνας και Γεωθερμικής Ενέργειας). Σήμερα, ένα παρόμοιο δίκτυο για τους κινητήρες βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

4. Στο πλαίσιο της δρατηριότητάς του στον τομέα της κατάρτισης, άνω του 1/3 των σπουδαστών που παρακολουθούν μαθήματα στην Ecole Nationale Supιrieure des Pιtroles et Moteurs (Ανωτάτη Εθνική Σχολή Πετρελαίου και Κινητήρων) δεν είναι Γάλλοι (37 % το 1993/94.) 5. Η πρόσβαση στα αποτελέσματα της έρευνας είναι ανοικτή σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση, ανεξαρτήτως της εθνικότητας και του τόπου εγκατάστασής της (εντός και εκτός της Κοινότητας). Πράγματι, η συμμετοχή στα προγράμματα συλλογικής έρευνας είναι ανοικτή σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση (κοινοτική ή άλλη), με την προϋπόθεση, ασφαλώς της συμβολής της στην πραγματοποίησή τους. Αντιστάθμισμα της συμμετοχής είναι η από κοινού κυριότητα των μελλοντικών αποτελεσμάτων.

6. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ένας άλλος τρόπος πρόσβασης στα αποτελέσματα της έρευνας είναι η απόκτηση των αδειών εκμετάλλευσης των μεθόδων που αναπτύσσει IFP κατ' ιδίαν ή σε συνεργασία με τρίτους. Η εν λόγω απόκτηση είναι δυνατή για κάθε επιχείρηση εντός και εκτός της Κοινότητας και πραγματοποιείται στην τιμή της αγοράς. Επί του συνόλου των αδειών εκμετάλλευσης που είχαν χορηγηθεί παγκοσμίως την 1η Ιανουαρίου 1995 (1042) μόνο 74 παραχωρήθηκαν στη Γαλλία (7,1 %).

- Στην Ευρώπη δεν υπάρχει κρατικό ή ανεξάρτητο ερευνητικό κέντρο που να μπορεί να συγκριθεί με το IFP. Τα μεγάλα κέντρα, μεγέθους συγκρίσιμου προς το IFP, δεν είναι εξειδικευμένα στους τομείς των υδρογονανθράκων, των κινητήρων και του περιβάλλοντος. Απεναντίας, τα εξειδικευμένα κέντρα στον εν λόγω τομέα είναι μικρού μεγέθους και η πολιτική τους αφορά έαν συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς. Εξάλλου, το σύνολο σχεδόν των ερευνητικών κέτρων διαθέτουν σημαντική δημόσια χρηματοδότηση σε ποσοστά ανώτερα ή ίσα με εκείνα του IFP. Τέλος, τα ερευνητικά κέντρα των μεγάλων βιομηχανικών ομίλων στους τομείς του πετρελαίου, των χημικών προϊόντων, του υγραερίου και των αυτοκινήτων δεν παραχωρούν ελεύθερη πρόσβαση στα αποτελέσματα των εργασιών τους. Δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθεί κανείς ότι η μερική χρηματοδότηση του IFP από δημόσια κεφάλαια ευνοεί τις δραστηριότητες του οργανισμού σε σχέση με άλλα κέντρα εγκατεστημένα στην Κοινότητα, ενώ το ποσοστό της δημόσιας χρηματοδότησής τους είναι τις περισσότερες φορές συγκρίσιμο ή και υψηλότερο,

- το IFP δεν χορηγεί έμμεσες ενισχύσεις, δεδομένου ότι οι παραχωρήσεις αδειών εκμετάλλευσης προς οιονδήποτε εταίρο πραγματοποιούνται σε τιμές που αποτελούν προϊόν του ανταγωνισμού και όχι για κατώτερες ή τεχνητές τιμές. Δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθεί κανείς ότι η τιμή αυτή μπορεί να είναι επί μακρόν κατώτερη του κόστους,

- είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι το IFP δεν εισπράττει καμία αμοιβή από τις χρηματοοικονομικές συμμετοχές που κατέχει στη χόλντινγκ ISIS, η οποία συγκεντρώνει τις συμμετοχές του IFP. Μεταξύ των ετών 1986 και 1994, το IFP εισέπραξε 98,4 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα στο πλαίσιο της κανονικής απόδοσης προς τους μετόχους. Εξάλλου, αν οι ελεγχόμενες εταιρείες απολαμβάνουν των υπηρεσιών του IFP, δεν έχουν, ωστόσο, κανένα πλεονέκτημα ούτε ως προς τους όρους πρόσβασης στα ερευνητικά προγράμματα ούτε ως προς τους όρους πρόσβασης στα αποτελέσματα. Για την εκμετάλλευση των τεχνολογιών του IFP, διαθέτουν είτε μη αποκλειστικές παραχωρήσεις δικαιωμάτων με τους όρους της αγοράς, είτε από κοινού κυριότητα των αποτελεσμάτων, ανάλογα με το ποσοστό συμβολής τους στη χρηματοδότηση,

- ο φόρος που χρηματοδοτεί το IFP είναι πρόσθετος στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και, όπως συμβαίνει με τους φόρους αυτούς κατανάλωσης, τον υφίστανται οι τελικοί καταναλωτές. Αποτελεί φόρο κατανάλωσης και είναι εντελώς ουδέτερος ως προς την προέλευση του προϊόντος. Εξάλλου, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των φορολογουμένων και των δικαιούχων των εργασιών του IFP, που να ρυθμίζει την εφαρμογή των αρχών που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ σχετικά με τους φόρους υπέρ τρίτων.

Τα ανωτέρω επιχειρήματα αναπτύχθηκαν στην αλληλογραφία που ακολούθησε, καθώς και κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε με την Επιτροπή.

ΙΙΙ

Ως προκαταρκτική παρατήρηση, η Επιτροπή απορρίπτει την ερμηνεία που δίνει η Γαλλία στο χαρακτήρα του υφιστάμενου καθεστώτος και της υπενθυμίζει ότι κοινοποίησε την ανανέωση του φόρου υπέρ τρίτων προς όφελος του IFP, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ στις 17 Αυγούστου 1992.

Όσον αφορά τους φόρους υπέρ τρίτων που χρηματοδοτούν τα συστήματα ενίσχυσης, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει, δυνάμει των άρθρων 92 και 93, το συμβιβάσιμο των κανόνων είσπραξης του φόρου και το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων που χρηματοδοτούνται από το προϊόν του φόρου.

Η εκτίμηση του συμβιβάσιμου των τρόπων είσπραξης του φόρου βασίζεται σε δύο γενικές αρχές που έχουν επανειλημμένα επιβεβαιωθεί από την Επιτροπή και επικυρώθηκαν από το Δικαστήριο (2) στην απόφαση που έλαβε στις 25 Ιουνίου 1970 για την υπόθεση 47/69, [κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (φόρος υπέρ τρίτων υπέρ του Institut textile de France-γαλλικού οργανισμού υφαντουργίας)], την αρχή της απαλλαγής των εισαγόμενων προϊόντων από την καταβολή του φόρου και την αρχή της φορολογίας των προϊόντων που εξάγονται προς τα άλλα κράτη μέλη και, κατ' επέκταση, προς τις χώρες του ΕΟΧ.

Η πρώτη αρχή καθιερώθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η χρηματοδότηση από τις επιχειρήσεις των θετικών ενεργειών (στην προκειμένη περίπτωση τα προγράμματα Ε και Α), από τις οποίες αποκομίζουν όφελος κυρίως οι επιχειρήσεις του κράτους μέλους που επιβάλλει το φόρο, κατά τρόπο υπερβολικό σε σχέση με τα αναμενόμενα οφέλη.

Η δεύτερη αρχή καταδεικνύει ότι δεν είναι προσφορότερη η εξαγωγή σε σχέση με την παραγωγή για την εθνική αγορά, διότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερη ροή εισαγωγών και κατά συνέπεια σε αλλοίωση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Εξάλλου, πρέπει να αποτραπεί το ενδεχόμενο να επωφεληθούν οι εθνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις από τις θετικές ενέργειες που χρηματοδοτούνται από το προϊόν του φόρου, χωρίς οι ίδιες να έχουν συνεισφέρει στη χρηματοδότηση των ενεργειών αυτών.

Η ανάλυση των δύο αυτών θεμάτων είναι άλλωστε στενά συνδεδεμένη με την τρίτη αρχή που καθιέρωσε η Επιτροπή όσον αφορά τους φόρους υπέρ τρίτων, δηλαδή την απαγόρευση της χρήσης του προϊόντος του φόρου για τη χορήγηση άμεσων ενισχύσεων σε μεμονωμένες επιχειρήσεις.

Η Επιτροπή έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει, μετά την απόφαση που ελήφθη για την υπόθεση 47/69(3) ότι «η διάθεση προς όλες αδιακρίτως τις επιχειρήσεις των μέσων και των εργασιών (ενός ανάλογου οργανισμού) δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη αποτελεσματική συμμετοχή, εξίσου επωφελή για όλους, στα εν λόγω πλεονεκτήματα διότι, μολονότι η ισότητα μεταχείρισης εξασφαλίζεται σε κανονιστικό επίπεδο, σε πρακτικό επίπεδο, λόγω της δυναμικής των πραγμάτων, υπάρχει ευνοϊκότερη λύση για τις γαλλικές επιχειρήσεις», ή γενικότερα για τις εθνικές.

Συνάγεται, συνεπώς, ότι σε γενικές γραμμές ένας φόρος υπέρ τρίτων που καθιερώνεται από ένα κράτος μέλος και αποσκοπεί στη χρηματοδότηση ενός ερευνητικού κέντρου παρέχει «κατά κανόνα» σημαντικότερα οφέλη στις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κράτους.

Αν, όπως διαβεβαιώνει η Γαλλία, η πρόσβαση στα αποτελέσματα των εργασιών του IFP είναι δυνατή σε όλους αδιακρίτως, η Επιτροπή πρέπει να εκτιμήσει αν το γεγονός αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όχι μόνο σε κανονιστικό επίπεδο, αλλά και σε πρακτικό. Προκειμένου να αποδείξει το βάσιμο των ισχυρισμών της, η Γαλλία επεδίωξε την εγγραφή της ερευνητικής δραστηριότητας του IFP σε ένα ανοικτό ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο.

Η Επιτροπή έκρινε ότι τα επιχειρήματα που αναφέρονται στο μέρος ΙΙ δεν αρκούν να αποδείξουν ότι οι γαλλικές επιχειρήσεις δεν είναι οι κύριοι δικαιούχοι των αποτελεσμάτων της έρευνας που διενεργείται με όλους τους τρόπους από το IFP. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ικανοποιητικά σε σημείο που να αντικρούσουν την υπόθεση σύμφωνα με την οποία τα οφέλη που απορρέουν από τη δραστηριότητα του εν λόγω οργανισμού απευθύνονται κατά κύριο λόγο προς τις γαλλικές επιχειρήσεις.

Η Επιτροπή ζήτησε, κατά συνέπεια, από τη Γαλλία να της κοινοποιήσει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη φύση των δραστηριοτήτων του IFP στον τομέα της έρευνας-ανάπτυξης καθώς και σχετικά με τους βιομηχανικούς εταίρους με τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω δραστηριότητες (4).

Η Γαλλία προσκόμισε συμπληρωματικά στοιχεία: ανάλυση του προϋπολογισμού του IFP ανά δραστηριότητα, καταμερισμό των δαπανών για γενική, βασική και εφαρμοσμένη έρευνα και ανάπτυξη, καταμερισμό των δαπανών για ιδία και συλλογική έρευνα, καταμερισμό των αποδόσεων της συλλογικής έρευνας ανά χώρα και ανά επιχείρηση.

Από το σύνολο των εν λόγω δεδομένων, προκύπτει ότι ο προϋπολογισμός λειτουργίας του IFP κατά τις τέσσερις τελευταίες διαθέσιμες χρήσεις μπορεί να καταρτισθεί με τον ακόλουθο τρόπο:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Για να δοθεί μια τάξη μεγέθους, το ποσό των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη κατά το 1994 και το 1995 ήταν ελαφρώς κατώτερο του 1,3 δισεκατομμυρίου γαλλικών φράγκων και το γενικό σύνολο περίπου 1,8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου.

Για τις διαχειριστικές του ανάγκες, το IFP διακρίνει τις δαπάνες που αφορούν την κοιτασματολογική έρευνα από εκείνες που αφορούν την εφαρμοσμένη έρευνα. Η κοιτασματολική έρευνα αποσκοπεί στη βελτίωση της κατανόησης των επιστημονικών φαινομένων και των τεχνολογικών διαδικασιών που εμφωλεύουν στις πιο εφαρμοσμένες εργασίες και στη διάνοιξη πρωτότυπων οδών στην τεχνική πρόοδο. Η εφαρμοσμένη έρευνα συνίσταται σε εργασίες διερεύνησης και πειραματισμού με στόχο τη βελτίωση ή την ανάπτυξη νέων μεθόδων, νέων προϊόντων, εξοπλισμού ή διεργασιών. Η εφαρμοσμένη έρευνα δεν καταλήγει συστηματικά στη δημιουργία ενός νέου προτύπου.

Κατά τις τελευταίες χρήσεις, ο καταμερισμός των ερευνητικών δαπανών που πραγματοποίησε το IFP είχε ως εξής: 20 % για την κοιτασματολογική έρευνα και 80 % για την εφαρμοσμένη έρευνα (5).

Στο πλαίσιο του προϋπολογισμού για την έρευνα, τα ποσοστά της ιδίας και της συλλογικής έρευνας κατανεμήθηκαν ως εξής (%):

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Το μέρος του ερευνητικού προϋπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για ιδία έρευνα του IFP ανέρχεται σε 40 % περίπου, για έρευνα σχετικά με προγράμματα γενικού ενδιαφέροντος (λ.χ. περιβάλλον, προγράμματα της Επιτροπής, κ.λπ.), σε 14 % και για έρευνα με εξωτερικούς εταίρους σε 46 %. Κατά συνέπεια, το μέρος των ερευνητικών προγραμμάτων που πραγματοποιήθηκαν από το IFP με οικονομική συνδρομή εξωτερικών εταίρων αντιπροσώπευε το 60 % του προϋπολογισμού του στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης.

Η διασταύρωση των δεδομένων που αφορούν τη φύση της έρευνας με εκείνα που αφορούν τους εταίρους με τους οποίους αυτή πραγματοποιήθηκε καταλήγει, όπως είναι αναμενόμενο, σε ένα σχετικά σημαντικό, αλλά μειοψηφικό, ποσοστό συμμετοχής της κοιτασματολογικής έρευνας στην ιδία έρευνα του οργανισμού (38 %) και σε ένα πολύ σημαντικό ποσοστό συμμετοχής της εφαρμοσμένης έρευνας στη συλλογική έρευνα (93 %).

Προκειμένου να αξιολογηθεί η σημασία των οφελών που αντλούν οι επιχειρήσεις από τα αποτελέσματα της έρευνας, πρέπει να μελετηθούν τα διαφορετικά μέσα τεχνολογίας που χρησιμοποιεί το IFP.

Σε γενικές γραμμές, οι επαφές μεταξύ του IFP και των δυνητικών πελατών καλλιεργούνται επ' ευκαιρία επιστημονικών συνεδρίων. Η φήμη του οργανισμού καθώς και οι ευρεσιτεχνίες που έχει υποβάλει (που είναι δημόσιες) καθιστούν γνωστές στους αγοραστές τις εργασίες του IFP στις οποίες δύνανται να έχουν πρόσβαση. Δεν υπάρχει εμπορική αναζήτηση πελατών για την πώληση των συμβάσεων συνεργασίας ή την παραχώρηση των αδειών εκμετάλλευσης, ωστόσο το IFP διαθέτει γραφεία και αντιπροσώπους που εξασφαλίζουν την προώθηση των ερευνητικών εργασιών.

Οι τρόποι μεταβίβασης των αποτελεσμάτων της έρευνας προς τις επιχειρήσεις είναι οι ακόλουθοι τέσσερις: α) διάδοση στο δημόσιο τομέα, β) εξατομικευμένες παροχές, γ) αξιολόγηση της συλλογικής έρευνας και δ) παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης:

α) η διάδοση στο δημόσιο τομέα αφορά τη θεωρητική έρευνα ή τη βασική βιομηχανική έρευνα που αποτελούν αντικείμενο δημοσιεύσεων: η πρόσβαση είναι δυνατή σε όλους, πολύ περισσότερο αφού ένα μέρος των δημοσιεύσεων γίνεται στα αγγλικά 7 β) οι εξατομικευμένες παροχές: πρόκειται για εργασίες το σύνολο των αποτελεσμάτων των οποίων κοινοποιείται στον αγοραστή. Οι μεταβιβάσεις αυτές γίνονται με πλήρη κυριότητα και κατ' αποκλειστικότητα. Μπορεί μάλιστα να απαγορευθεί στο IFP η χρήση των αποκτώμενων γνώσεων επί ένα συμβατικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Η δραστηριότητα τιμολογείται σε τιμή κόστους όπως προκύπτει από τις αναλυτικές λογιστικές καταστάσεις. Η πρόσβαση είναι δυνατή σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση 7 γ) η συλλογική έρευνα αποτελεί στο συνηθέστερο τρόπο μεταβίβασης. Ο τρόπος αυτός προβλέπει τη λογιστική καταχώριση των δαπανών που πραγματοποίησε κάθε εταίρος, βάσει της προσκόμισης των σχετικών τιμολογίων για τις εξωτερικές δαπάνες, και με παράλληλη εκτίμηση του δαπανηθέντος χρόνου μέσω της εφαρμογής συντελεστή που λαμβάνει υπόψη το σύνολο των δαπανών προσωπικού και των γενικών εξόδων. Αυτό γίνεται υπό τον έλεγχο και τη θεώρηση ενός ορκωτού λογιστή, σύμφωνα με τους κανόνες του κοινού δικαίου. Πρέπει να σημειωθεί ότι στον υπολογισμό των δαπανών IFP δεν υπεισέρχονται οι αποσβέσεις.

Η από κοινού κυριότητα των αποτελεσμάτων και κατ' αναλογία των αντίστοιχων τμημάτων της χρηματοδότησης, καθώς και η κατανομή των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης περικλείουν τη δυνατότητα παραχώρησης αδειών εκμετάλλευσης σε τρίτους έναντι αμοιβής 7 δ) η μεταβίβαση αδειών εκμετάλλευσης αφορά τόσο τις ίδιες έρευνες του IFP όσο και τις συλλογικές. Ουδέποτε υφίσταται συνολική μεταβίβαση των αποτελεσμάτων της έρευνας (όχι παραχώρηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αλλά μόνο αδειών χρήσης). Το δικαίωμα χρήσης επιδέχεται εξάλλου χρονικούς και τοπικούς περιορισμούς. Το IFP και οι εταίροι του έχουν το δικαίωμα να παραχωρήσουν τις άδειες εκμετάλλευσης σε άλλες επιχειρήσεις.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατο να επιβαρυνθεί κάθε αγοραστής της άδειας εκμετάλλευσης με το σύνολο των δαπανών της έρευνας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτές μπορούν να προσδιοριστούν και να απομονωθούν (δηλαδή είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθούν η προαπαιτούμενη υποδομή ενός ερευνητικού προγράμματος, τα πολλαπλά αποτελέσματα, τα αποτελέσματα που είναι διαφοροποιημένα στο χρόνο ή οι έμμεσες επιπτώσεις). Εξάλλου, η πώληση της πρώτης άδειας εκμετάλλευσης γίνεται χωρίς να είναι δυνατό να υπολογισθεί ορθά ο αριθμός των αγοραστών στους οποίους θα καταμερισθεί το σύνολο του πραγματικού κόστους.

Ενώπιον αυτής της αντικειμενικής δυσκολίας όσον αφορά την τιμολόγηση σε τιμή κόστους, το IFP μπορεί μόνο να προσφύγει στη χρησιμοποίηση της τιμής της αγοράς, όπως αυτή προκύπτει από τη σχέση προσφοράς και ζήτησης, που καθορίζεται, συχνότερα μέσω των διαβουλεύσεων που ξεκινούν οι δυνητικοί πελάτες (επιχειρήσεις) ή σε μικρότερο βαθμό, με την προκήρυξη πρόσκλησης υποβολής προσφορών από τον δυνητικό αγοραστή (κράτη).

Μολονότι δικαιολογημένα κανείς μπορεί να διερωτηθεί τι σημαίνει «τιμή της αγοράς» σε μια κατάσταση όπου οι περισσότεροι προσφέροντες επιχορηγούνται για μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος του προϋπολογισμού λειτουργίας τους, είναι σαφές ότι ο αγοραστής είναι έτοιμος να προσφέρει τιμή ίση ή κατώτερη με την αύξηση του κέρδους από την αντικατάσταση της παλαιάς μεθόδου από τη νέα μέθοδο που έχει αναπτύξει το ερευνητικό κέντρο.

Άλλωστε, οι δυνητικοί πελάτες που ενδιαφέρονται για μια τεχνική απευθύνονται επίσης στους ανταγωνιστές του IFP, χωρίς να ενημερώσουν τον οργανισμό, και ζητούν να τους γίνουν προτάσεις για τιμές και παροχές, διατηρώντας στη συνέχεια τη δυνατότητα επιλογής της πιο συμφέρουσας προσφοράς.

Οι σκοποί του IFP χρηματοδοτούνται από δύο πηγές, από το προϊόν του πρόσθετου φόρου στο TIPP (Taxe Intιrieure sur les Produits Pιtroliers-εσωτερικός φόρος επί των πετρελαϊκών προϊόντων) και από την εξωτερική χρηματοδότηση εκ μέρους επιχειρήσεων, δημόσιων αρχών ή της Επιτροπής.

Ο καταμερισμός της χρηματοδότησης των σκοπών του IFP από τις διαφορετικές αυτές πηγές έχει ως εξής:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Εκεί όπου το σύνολο δεν συμπληρώνει το 100 %, κυρίως στα προγράμματα γενικού ενδιαφέροντος, το υπολειπόμενο ποσό χρηματοδοτείται από τις δημόσιες αρχές (διάφορα υπουργεία) και την Επιτροπή.

Πρέπει να διαπιστώσει κανείς ότι το προϊόν του φόρου δεν χρηματοδοτεί το σύνολο της ιδίας έρευνας του IFP, αλλά μόνο ένα περιορισμένο μέρος έρευνας με εξωτερικούς εταίρους (Γάλλους και ξένους βιομήχανους). Εξάλλου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι από τις δαπάνες που καλύπτονται από το φόρο δεν επωφελούνται πλήρως οι βιομήχανοι που συγχρηματοδοτούν τις έρευνες, διότι το IFP διατηρεί την κυριότητα του μεριδίου του όσον αφορά τα αποτελέσματα.

Ένα μέρος του προϋπολογισμού λειτουργίας του IFP (μεταξύ του 32 % και 37 %, αναλόγως του έτους) αποτελείται από την οικονομική συνδρομή των εξωτερικών εταίρων ως αντίτιμο της μεταφοράς τεχνολογίας (έσοδα από συμβάσεις και δικαιώματα από άδειες εκμετάλλευσης), πράγμα που αποτελεί το πιο ευαίσθητο μέρος του οργανισμού. Η εν λόγω συμβολή κατανέμεται στις ακόλουθες κατηγορίες:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Το περιεχόμενο της γραμμής «δικαιώματα από άδειες εκμετάλλευσης», δεν φαίνεται να χρειάζεται λεπτομερέστερη επεξήγηση, δεδομένου ότι αυτή δόθηκε κατά την περιγραφή του μηχανισμού καθορισμού των τιμών αδειών εκμετάλλευσης.

Αντιθέτως, το περιεχόμενο της γραμμής, «χρηματοδότηση από εταίρους», είτε πρόκειται για Γάλλους είτε για αλλοδαπούς, πρέπει να αναλυθεί σε βάθος. Η εν λόγω ονομασία καλύπτει ταυτόχρονα την καταβολή των εξατομικευμένων παροχών (η δραστηριότητα των οποίων τιμολογείται σε τιμή κόστους, όπως αυτή προκύπτει από την αναλυτική λογιστική κατάσταση), καθώς και το ποσό τιμολόγησης της συλλογικής έρευνας.

Όσον αφορά αυτόν τον τελευταίο τρόπο μεταφοράς τεχνολογίας, η συλλογική έρευνα προβλέπει ισομερή χρηματοδότηση μεταξύ των διαφόρων εταίρων. Όταν το μέγεθος των εργασιών που πραγματοποιεί το IFP στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος είναι ανώτερο από το δικό του μερίδιο χρηματοδότησης, προκύπτει μια διαφορά, το ύψος της οποίας χρεώνεται από το IFP στους αντίστοιχους εταίρους.

Στον προηγούμενο πίνακα, το υποσύνολο της Γαλλίας αντιστοιχεί στα έσοδα που προέρχονται από τις γαλλικές επιχειρήσεις ή από τις θυγατρικές τους στο εξωτερικό, ενώ το υποσύνολο του εξωτερικού περιλαμβάνει τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε στο εξωτερικό με ξένες επιχειρήσεις, καθώς και με τις θυγατρικές των ξένων εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στη Γαλλία.

Όπως μπορεί να διαπιστωθεί γενικά από τη ανάγνωση του παραπάνω πίνακα, οι χρηματοδοτήσεις που προέρχονται από το εξωτερικό είναι περίπου ίσες με τις εθνικές χρηματοδοτήσεις. Η κατάσταση είναι, ωστόσο, πολύ διαφορετική, αν λάβει κανείς μόνο υπόψη τις σχέσεις μεταξύ του IFP και των επιχειρήσεων. Ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιήθηκε το 1994 με τις γαλλικές επιχειρήσεις ανήλθε στο 34,2 % του συνόλου, ενώ εκείνος που πραγματοποιήθηκε με τις ξένες επιχειρήσεις ανήλθε στο 44,7 % του συνόλου. Το 1995, τα ποσοστά αυτά ανήλθαν αντίστοιχα στο 36 % και 46 %.

Ακόμη και αν προσθέσει κανείς στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε με τις γαλλικές επιχειρήσεις τα έσοδα που ελήφθησαν από ξένες επιχειρήσεις ή από τις θυγατρικές τους που είναι εγκατεστημένες στη Γαλλία, η σχέση δεν αλλάζει σημαντικά: Το 1994, 36,8 % πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία ή στο εξωτερικό με τις θυγατρικές γαλλικών επιχειρήσεων, ενώ 42,1 % πραγματοποιήθηκε με ξένες επιχειρήσεις.

Μια διεξοδικότερη ανάλυση των διαφορετικών κατηγοριών εσόδων καταδεικνύει ότι οι μεγάλες γαλλικές εταιρείες στους τομείς του πετρελαίου ή των αυτοκινήτων είναι σημαντικοί εταίροι του IFP. Έτσι, το 1994, το 24,7 % του κύκλου εργασιών πραγματοποιήθηκε με τις μεγάλες πετρελαϊκές βιομηχανίες, τους μεγάλους γάλλους κατασκευαστές αυτοκινήτων και τις εταιρείες του ομίλου ISIS (χόλντινγκ που διαχειρίζεται τις συμμετοχές του IFP στους τομείς των πετροχημικών προϊόντων, των αυτοκινήτων και των συναφών βιομηχανιών).

Συνήθως, όταν ένα κράτος επιβάλλει φόρο υπέρ τρίτων για να χρηματοδοτήσει θετικά μέτρα, το κάνει για να στηρίξει την εθνική του βιομηχανία και όχι τους ανταγωνιστές της στο εξωτερικό. Στην περίπτωση του IFP, οι δύο κύριες γαλλικές εταιρείες του πετρελαϊκού τομέα και του τομέα αυτοκινήτων συμπεριλαμβάνονται στους σημαντικότερους πελάτες του IFP, αλλά αυτό δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι το IFP αντλεί το μεγαλύτερο μέρος του κύκλου εργασιών του από ξένες επιχειρήσεις.

Το 1994, η κατανομή του εν λόγω κύκλου εργασιών ανά γεωγραφικές ζώνες ήταν ή ακόλουθη:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι γαλλικές επιχειρήσεις δεν είναι οι κύριοι δικαιούχοι των αποτελεσμάτων της έρευνας και ανάπτυξης που διεξάγει το IFP και ότι η πρόσβαση στα αποτελέσματα αυτά είναι δυνατή σε όλες τις επιχειρήσεις χωρίς κανενός είδους διάκριση. Αυτή η κατάσταση είναι αντίστοιχη με την κατάσταση που ισχύει στην αγορά όπου η πλειονότητα των επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται στους ίδιους τομείς και συνεπώς ενδιαφέρονται για τις ίδιες τεχνολογίες. Δεν πρέπει να μας ξενίζει, επομένως, το γεγονός ότι τα αποτελέσματα των ερευνών του IFP έχουν επίσης διεθνή διάδοση.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται αν εξετασθεί ο αριθμός αδειών εκμετάλλευσης που χορηγήθηκαν σε γαλλικές επιχειρήσεις (74 επί 1042 την 1η Ιανουαρίου 1995), καθώς και η εξέλιξη του αριθμού των συμβάσεων αξιοποίησης που υπογράφτηκαν κατά τα τελευταία έτη:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

IV

Όσον αφορά τις άλλες επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν κατά την έναρξη της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, τα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της Επιτροπής επέτρεψαν την εξαγωγή των ακόλουθων συμπερασμάτων:

1. Όσον αφορά τις άμεσες ή έμμεσες ενισχύσεις που περιλαμβάνουν τα προγράμματα του IFP υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων, συμμετοχές των οποίων κατέχει ο οργανισμός, φαίνεται ότι οι εταιρείες του ομίλου ISIS (Holding Internationale de Services Industriels et Scientifiques-Διεθνές χόλντινγκ βιομηχανικών και επιστημονικών υπηρεσιών), που ελέγχεται από το IFP κατά 57,3 % κατά 39,1 % από την Sogerap (όμιλος ELF) και κατά 3,6 % από την (Banque Nationale de Paris), αντιμετωπίζονται ακριβώς όπως και οι άλλες εταιρείες με τις οποίες διατηρεί επαφές το IFP.

Αληθεύει ότι οι εταιρείες του ομίλου ISIS (13 εταιρείες το 1994) είναι σημαντικοί πελάτες του IFP 7 τα έσοδα από συμβάσεις και άδειες εκμετάλλευσης ανήλθαν σε 10,3 % του συνόλου των εξωτερικών εσόδων του οργανισμού (2 % για τα έσοδα από συμβάσεις και 8,3 % για τα δικαιώματα από άδειες εκμετάλλευσης).

Ωστόσο, η παρουσία άλλων μετόχων, το γεγονός ότι οι συμμετοχές του ISIS σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους τομείς του πετρελαίου, των χημικών προϊόντων και των αυτοκινήτων είναι, με τρεις εξαιρέσεις, όλες μειοψηφικές, και το γεγονός ότι το IFP πραγματοποιεί συλλογική έρευνα με τις εταιρείες του ομίλου, προβαίνει σε εξατομικευμένες παροχές προς αυτές ή τους παραχωρεί άδειες εκμετάλλευσης με όρους ίδιους όπως και στις άλλες επιχειρήσεις, επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι οι εταιρείες του ομίλου ISIS δεν λαμβάνουν περισσότερες ενισχύσεις εκ μέρους του IFP σε σύγκριση με τις άλλες επιχειρήσεις (αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σε ορισμένους τύπους μεταφοράς τεχνολογίας - συλλογική έρευνα και παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης - το IFP δεν χρεώνει το σύνολο των δαπανών του). Εξάλλου, οι τρεις εξαιρέσεις, όπου η ISIS κατέχει πλειοψηφική συμμετοχή, είναι μια εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων (που ελέγχεται κατά 100 %), μια εταιρεία ακινήτων (70,39 %) και μια εταιρεία κατασκευής και εμπορίας οργάνων μέτρησης (81 %).

2. Όσον αφορά τις αμοιβές που λαμβάνει το IFP από τις συμμετοχές του, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι αμοιβές αυτές είναι αποδεκτές σε συνήθεις συνθήκες αγοράς.

Πράγματι, βάσει των τιμών της μετοχής της ISIS, την 1η Ιανουαρίου 1986 και στις 31 Δεκεμβρίου 1994, καθώς και βάσει του ύψους των μερισμάτων που καταβάλλονται κάθε χρόνο στο IFP εκ μέρους της ISIS μεταξύ των ετών 1986 και 1994 (συμπεριλαμβανομένου), το ποσοστό της μέσης ετήσιας απόδοσης της επένδυσης, υπολογιζόμενο βάσει του TRI (Taux de Rentabilitι Interne-συντελεστής εσωτερικής απόδοσης, βάσει του οποίου υπολογίζεται η τρέχουσα αξία μιας σειράς ταμειακών ροών που ισούται με το επιτόκιο που θα εισπράττετο για την αρχική επένδυση σε περίπτωση που τα έσοδα ήταν τακτικά) ορίζεται σε 15 %. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσο όρο στη διάρκεια της εξεταζόμενης χρονικής περιόδου, το IFP λάμβανε κάθε χρόνο από την επένδυσή του απόδοση 15 %, αν ληφθούν υπόψη τα καταβληθέντα μερίσματα, καθώς και η αύξηση της αξίας της μετοχής. Ακόμη και αν το μέσο ποσοστό πληθωρισμού για την υπό εξέταση περίοδο υπολογιστεί στο 3 %, η αμοιβή της συμμετοχής παραμένει αποδεκτή.

3. Όσον αφορά την εκτίμηση σύμφωνα με την οποία το προϊόν του φόρου αποτελούσε άμεση ενίσχυση που ευνοεί τις δραστηριότητες του IFP σε σύγκριση με εκείνες ανάλογων κέντρων στην υπόλοιπη Κοινότητα, πρέπει να σημειωθεί ότι το IFP δεν είναι το μοναδικό ερευνητικό κέντρο εντός της Κοινότητας που χρηματοδοτείται εν μέρει ή πλήρως από δημόσιους πόρους.

Όπως ορίζει το νέο κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (6) στο σημείο 2.4: «Η ενίσχυση δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης διεξάγονται από ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή από δημόσια ερευνητικά ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δεν καλύπτεται από το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ». Ωστόσο, αρμόζει να υπομνησθεί ότι το IFP είναι ερευνητικός οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (το καταστατικό αναφέρει «μη εμπορικού χαρακτήρα»).

Είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το IFP είναι δυνατόν να πραγματοποιήσει δραστηριότητες που αντίκεινται στις καταστατικές αρχές του. Θα ήταν, ωστόσο δυνατό, να αντιτάξει κανείς ότι το IFP, παραχωρώντας τα αποτελέσματα της έρευνάς του σε τιμές της αγοράς, θα δρούσε κατά τρόπο αντίθετο προς τις καταστατικές αρχές του.

Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι, όντας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το κέντρο θα μπορούσε να παραχωρεί τα αποτελέσματα σε μηδενική τιμή, εφόσον δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους. Αν δεν πράττει κατ' αυτόν τον τρόπο και παραχωρεί τα αποτελέσματα σε τιμή της αγοράς (μολονότι αυτή η άποψη δεν ευσταθεί στον εν λόγω τομέα, δεδομένου ότι οι περισσότεροι οργανισμοί ανάλογου χαρακτήρα επιχορηγούνται και επομένως δεν έχουν καμία ανάγκη να καλύπτουν τις δαπάνες τους) αυτό συμβαίνει διότι το προϊόν του φόρου δεν επαρκεί για τη χρηματοδότηση του συνόλου των δραστηριοτήτων του IFP και επομένως χρειάζεται ένα πρόσθετο ποσό, το οποίο αντλεί από την παραχώρηση των αποτελεσμάτων της έρευνας.

Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το νέο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη, η δημόσια χρηματοδότηση των ερευνητικών κέντρων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, τα στοιχεία της ενίσχυσης μπορούν ενδεχομένως να εντοπισθούν στο επίπεδο της μεταφοράς των αποτελεσμάτων της έρευνας προς τις επιχειρήσεις. Σχετική αναφορά έγινε στο μέρος ΙΙΙ.

V

Βάσει των προηγούμενων εκτιμήσεων, διαπιστώνεται ότι το IFP, μολονότι δεν χρεώνει πάντοτε το πραγματικό κόστος της έρευνας, δεν προβαίνει σε καμία διάκριση έναντι των επιχειρήσεων προς τις οποίες παραχωρεί τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξάγει είτε κατ' ιδίαν είτε συλλογικά. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι οι γαλλικές επιχειρήσεις είναι οι κύριοι δικαιούχοι των εργασιών του IFP.

Είναι επίσης προφανές ότι το IFP δεν παρέχει άμεσες ή έμμεσες ενισχύσεις στις επιχειρήσεις και ότι οι επιχειρήσεις που ελέγχονται από τη χόλντινγκ ISIS δεν τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης σε σύγκριση με τις άλλες. Εξάλλου, το IFP λαμβάνει αποδεκτή αμοιβή από τις συμμετοχές που κατέχει στην εν λόγω εταιρεία.

Επομένως, στις περιπτώσεις συλλογικής έρευνας όπου η τιμολόγηση δεν γίνεται βάσει της τιμής κόστους, υπάρχει στοιχείο ενίσχυσης διότι υπάρχει μεταφορά πόρων από το κράτος προς τις επιχειρήσεις που εμφανίζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον να προσφύγουν στις εργασίες του IFP παρά να πραγματοποιήσουν οι ίδιες την έρευνα. Στις άλλες περιπτώσεις μεταφοράς τεχνολογίας, δηλαδή στις εξατομικευμένες παροχές και στις παραχωρήσεις αδειών εκμετάλλευσης, η μεταφορά γίνεται βάσει της τιμής κόστους ή μάλλον βάσει της τιμής της αγοράς που έχει προκύψει από τον ανταγωνισμό στον οποίο έχουν περιέλθει τα διάφορα ερευνητικά κέντρα μέσω του δυνητικού πελάτη, κατά συνέπεια δεν εμπεριέχεται στοιχείο ενίσχυσης.

Το νέο Κοινοτικό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (7) ορίζει στο σημείο 2.4 ότι: «όταν τα αποτελέσματα αυτών των εργασιών Ε και Α που χρηματοδοτούνται από το κράτος τίθενται στη διάθεση των κοινοτικών επιχειρήσεων σε μη διακριτική βάση, η Επιτροπή ξεκινά από την αρχή ότι δεν υπάρχει κανονικά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ».

Κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει στοιχείο ενίσχυσης (συλλογική έρευνα), η παραχώρηση των αποτελεσμάτων της έρευνας είναι ανοικτή, σε μη διακριτική βάση, σε όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους και, επομένως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

Ωστόσο, η εκτίμηση της Επιτροπής θα επιδεχόταν αλλαγή αν έμελλε αν αποδειχθεί ότι, μολονότι οι δραστηριότητες του IFP είναι «de facto» θεωρητικά ανοικτές σε όλες τις επιχειρήσεις, οι γαλλικές επιχειρήσεις θα ήταν εκείνες που θα επωφελούνταν κατά κύριο λόγο απ' αυτές.

Δεδομένου ότι, για λόγους που μόλις επεξηγήθηκαν, οι δραστηριότητες του IFP δεν συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, είναι εύλογο να διερωτηθεί κανείς κατά πόσο είναι συμβιβάσιμος ο τρόπος χρηματοδότησης του οργανισμού μέσω ενός φόρου υπέρ τρίτων που επιβάλλεται σε ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα.

Όπως ανέφερε το Δικαστήριο στην απόφασή του σχετικά με την υπόθεση 47/69 (8): «Μια κατά κυριολεξία ενίσχυση μπορεί να αναγνωρίζεται ως επιτρεπτή, να επιδεινώνει όμως τη διαταραχή που συνεπάγεται από ένα τρόπο χρηματοδοτήσεως που καθιστά τη συνολική ρύθμιση ασυμβίβαστη με μια ενιαία αγορά και το κοινό συμφέρον».

Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, στο βαθμό που δεν υφίσταται ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, ο τρόπος της χρηματοδότησης είναι αδιάβλητος, τουλάχιστον όσον αφορά τη φορολογία των εισαγόμενων προϊόντων. Επιπλέον, δεδομένου ότι όλες οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τις θετικές ενέργειες που χρηματοδοτούνται από το προϊόν του φόρου, δεν είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της συνθήκης η συμμετοχή μη γαλλικών επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση των εν λόγω ενεργειών.

Όσον αφορά τη φορολογική απαλλαγή των εξαγόμενων προϊόντων, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το θέμα δεν εθίγη κατά την έναρξη της διαδικασίας, διότι η Γαλλία δεσμεύτηκε να μην επιτρέψει το φόρο επί των προϊόντων που θα εξάγονταν προς τα άλλα κράτη μέλη ή προς τις χώρες του ΕΟΧ.

Ωστόσο, ανάλογη απαλλαγή αποτελεί κίνητρο, τουλάχιστον θεωρητικό, για έναν κατασκευαστή να πωλήσει την παραγωγή του στο εξωτερικό παρά στην εγχώρια αγορά, πράγμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει αλλοίωση των συναλλαγών στο εσωτερικό της Κοινότητας.

Εφόσον η Γαλλία ανανέωσε, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, τη συμφωνία της (9) όσον αφορά την αρχή της επιβολής στα προϊόντα που εξάγονται προς τα κράτη μέλη και τις χώρες του ΕΟΧ, φόρου υπέρ του IFP, μέσω της κατάργησης της επιστροφής του φόρου στην περίπτωση που τα προϊόντα προορίζονται για τα άλλα κράτη μέλη και τις εν λόγω χώρες, η Επιτροπή δεν προτίθεται να προβεί σε έρευνες επί του θέματος,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η ανανέωση του φόρου υπέρ τρίτων επί ορισμένων πετρελαϊκών προϊόντων προς όφελος του IFP για το χρονικό διάστημα 1993-1997 δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 1 στο βαθμό που:

1. Η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης του Γαλλικού Οργανισμού Πετρελαίου (IFP) μέσω φόρου υπέρ τρίτων που επιβάλλεται σε ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα δεν αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

2. Η μεταφορά προς τις επιχειρήσεις των αποτελεσμάτων της έρευνας και ανάπτυξης που διενεργεί το IFP κατ' ιδίαν είτε σε συνεργασία με τρίτους δεν αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1, δεδομένου ότι η εν λόγω μεταφορά πραγματοποιείται χωρίς καμία διάκριση έναντι των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων της Κοινότητας.

Άρθρο 2

Σύμφωνα με τη δέσμευση υπαγωγής των προς εξαγωγή πετρελαϊκών προϊόντων στο φόρο που χρηματοδοτεί το IFP, η οποία περιλαμβανόταν στην επιστολή της 5ης Ιανουαρίου 1996 της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γαλλία ενημερώνει την Επιτροπή, σε προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει ως προς την εκπόνηση του σχεδίου διατάγματος που τροποποιεί το διάταγμα 93-28 της 8ης Ιανουαρίου 1993.

Άρθρο 3

Η Γαλλία ενημερώνει την Επιτροπή, μέσω της αποστολής ετήσιας έκθεσης, σχετικά με το ποσό του φόρου που ορίζεται ετησίως και τη χρήση του προϊόντος του φόρου εκ μέρους του IFP, προσδιορίζοντας τις διάφορες κατηγορίες ενεργειών που αναλαμβάνονται και παρέχοντας λεπτομερή περιγραφή των εν λόγω ενεργειών και των εταίρων οι οποίοι συνεργάζονται για την πραγμάτωσή τους.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται προς τη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 29 Μαΐου 1996.

Για την Επιτροπή Karel VAN MIERT Μέλος της Επιτροπής

(4) Λόγω του γεγονότος ότι η Γαλλία ζήτησε από την Επιτροπή να τηρηθεί η μεγαλύτερη δυνατή εχεμύθεια όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του IFP και των επιχειρήσεων, τα ονόματα των τελευταίων δεν θα αναφερθούν στην παρούσα απόφαση. Εξάλλου, τα δεδομένα που αφορούν τις υπό εξέταση επιχειρήσεις θα παρουσιαστούν σε συνολικά μεγέθη.

(5) Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κοινοποίησε η Γαλλία, τα ποσοστά αυτά δεν σημείωσαν σημαντικές εξελίξεις επί σειρά χρήσεων.

(6) Που εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 20 Δεκεμβρίου 1995 και κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη με επιστολή της 19ης Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ αριθ. C 45 της 17. 2. 1996, σ. 5).

(7) Βλέπε υποσημείωση 6.

(8) Βλέπε υποσημείωση 2.

(9) Επιστολή TL/dm αριθ. 0016 της 5ης Ιανουαρίου 1996, της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Top