Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52018AE2736

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου» [COM(2018) 213 final — 2018/0105 (COD)]

EESC 2018/02736

OJ C 367, 10.10.2018, p. 84–87 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

10.10.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 367/84


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου»

[COM(2018) 213 final — 2018/0105 (COD)]

(2018/C 367/16)

Γενικός εισηγητής: ο κ.

Victor ALISTAR

Αίτηση γνωμοδότησης

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 28.5.2017

Νομική βάση

Άρθρο 87 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αρμόδιο τμήμα

Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη

Απόφαση του Προεδρείου

22.5.2018

Υιοθετήθηκε από την ολομέλεια

12.7.2018

Σύνοδος ολομέλειας αριθ.

536

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

(υπέρ/κατά/αποχές)

176/0/1

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι σκοπός της δράσης της Ένωσης είναι να δημιουργεί προστιθέμενη αξία με την παροχή εναρμονισμένης προσέγγισης, η οποία ενισχύει την εγχώρια και διασυνοριακή συνεργασία κατά τη διεξαγωγή χρηματοοικονομικών ερευνών σχετικά με τη σοβαρή εγκληματικότητα και την τρομοκρατία. Επιπλέον, η δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ικανή να οδηγήσει σε εναρμονισμένα μέτρα, ιδίως σε θέματα προστασίας των δεδομένων, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα ενός κοινού χώρου ασφάλειας και δικαιοσύνης.

1.2.

Για την επίτευξη του στόχου αυτού, απαιτείται συμπλήρωση του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) —οι οποίες συστάθηκαν δυνάμει του άρθρου 114— με την προσθήκη ενός νομικού μέσου που θα δημιουργηθεί βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η επιλογή που προκρίθηκε συνίσταται σε σύνδεση της πρόσβασης σε χρηματοοικονομικά δεδομένα, σύμφωνα με την πέμπτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (1), με τους μηχανισμούς δικαστικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών.

1.3.

Η προτεινόμενη οδηγία συνιστά μέσο για την ενίσχυση της ικανότητας διερεύνησης και πάταξης της εγκληματικότητας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς εξασφαλίζει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πιο άμεση πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα, με στόχο την ανίχνευση των προϊόντων παράνομης δραστηριότητας και τον εντοπισμό των προτύπων εγκληματικότητας.

1.4.

Το πεδίο εφαρμογής που ορίζει η Επιτροπή αφορά τη διερεύνηση και τη δίωξη των αδικημάτων βάσει μηχανισμών δικαστικής συνεργασίας, όσον αφορά δε τον ορισμό των σοβαρών ποινικών αδικημάτων, το άρθρο 2 στοιχείο ιβ) παραπέμπει στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 σχετικά με την Ευρωπόλ (2). Ως προς το σημείο αυτό, η ΕΟΚΕ κρίνει αναγκαία την κατάρτιση ακριβέστερου και πιο περιοριστικού καταλόγου των ποινικών αδικημάτων για τα οποία επιτρέπεται η προσφυγή στον συγκεκριμένο μηχανισμό.

1.5.

Θα ήταν σκόπιμο η Επιτροπή, στην πρόταση οδηγίας της, να είχε επιτύχει να βελτιώσει την ισορροπία ανάμεσα στα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων —που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης— και στην ανάγκη εξασφάλισης καλύτερης εφαρμογής της νομοθεσίας για την καταπολέμηση και την καταστολή της εγκληματικότητας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται περιβάλλον ασφάλειας και δικαιοσύνης σε επίπεδο Ένωσης.

1.6.

Για την επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα των Ευρωπαίων πολιτών και στην αρχή της ανάγκης γνώσης (need-to-know), η οδηγία πρέπει οπωσδήποτε να περιορίζεται αποκλειστικά σε στόχους ανίχνευσης και δίωξης των ποινικών αδικημάτων και να μην αποβλέπει καταρχήν σε υπερβολικά γενικούς προληπτικούς στόχους. Συνιστάται, λοιπόν, η προσφυγή στον κανόνα των δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων.

1.7.

Τα κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών θα μπορούσαν να συμπληρωθούν με την ενσωμάτωση των χρηματοοικονομικών στοιχείων σχετικά με τους επενδυτικούς λογαριασμούς των διαχειριστών επενδύσεων στην κεφαλαιαγορά, δεδομένου ότι οι επενδύσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται επίσης στις σύγχρονες μορφές νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και απόκρυψης παράνομα αποκτηθέντων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει επίσης κατά πόσον θα ήταν δυνατό να συνδεθούν μεταξύ τους τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει της πέμπτης οδηγίας κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (3), δυνάμει της υπό εξέταση πρότασης οδηγίας και δυνάμει της τέταρτης οδηγίας για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (4), όσον αφορά την τελευταία, μόνο σε ό,τι αφορά την τεκμηρίωση σοβαρών εγκλημάτων, και με μοναδικό στόχο την επισήμανση διαφορών στα δεδομένα που συλλέχθηκαν κατά τις έρευνες και στις πληροφορίες υπό διαχείριση.

1.8.

Όσον αφορά τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία τεχνικά στοιχεία, η ΕΟΚΕ συνιστά να συμπληρωθεί το άρθρο 17 με διαδικαστικές διατάξεις που θα παραπέμπουν στην ευρωπαϊκή νομοθεσία περί δικαστικής συνεργασίας και στην ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών με τρίτες χώρες.

1.9.

Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να επανεξετάσει τους ορισμούς του άρθρου 2 στοιχεία στ) «πληροφορίες σχετικές με την επιβολή του νόμου» και (ιβ) «σοβαρά ποινικά αδικήματα», προκειμένου να εξασφαλιστεί η σαφήνεια, η προβλεψιμότητα και η αναλογικότητα των κανόνων που θεσπίζουν μηχανισμούς πρόσβασης στα χρηματοοικονομικά δεδομένα των πολιτών της Ένωσης.

1.10.

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να ρυθμίσει τη σκοπιμότητα πρόσβασης στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα εθνικά κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών, περιορίζοντας την πρόσβαση για προληπτικούς λόγους στα ποινικά αδικήματα που απειλούν τη συλλογική και ατομική ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών —δηλαδή την τρομοκρατία, την εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία και τη διακίνηση ναρκωτικών—, και διευρύνοντας την πρόσβαση σε όλα τα σοβαρά εγκλήματα μόνο για λόγους ανίχνευσης ορισμένων ποινικών αδικημάτων και σχετικής διεξαγωγής ερευνών και διώξεων ή για την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων που απορρέουν από τα αδικήματα.

2.   Ιστορικό

2.1.

Οι εγκληματικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των τρομοκρατών, κινούνται μεταξύ διαφόρων κρατών μελών, και τα περιουσιακά τους στοιχεία, ειδικότερα δε οι τραπεζικοί λογαριασμοί, βρίσκονται σε διάφορες χώρες, εντός ή εκτός ΕΕ. Χρησιμοποιούν σύγχρονες τεχνολογίες οι οποίες τους παρέχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν χρήματα μεταξύ διαφόρων τραπεζικών λογαριασμών και σε διάφορα νομίσματα μέσα σε λίγες ώρες.

2.2.

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι σκοπός της δράσης της Ένωσης είναι να δημιουργεί προστιθέμενη αξία με την παροχή εναρμονισμένης προσέγγισης, η οποία ενισχύει την εγχώρια και διασυνοριακή συνεργασία κατά τη διεξαγωγή χρηματοοικονομικών ερευνών σχετικά με τη σοβαρή εγκληματικότητα και την τρομοκρατία. Επιπλέον, η ανάληψη δράσης στο επίπεδο της Ένωσης θα συμβάλει στην εξασφάλιση εναρμονισμένων διατάξεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά την προστασία δεδομένων, ενώ εάν τα κράτη μέλη αναλάβουν τη θέσπιση νομοθεσίας ανεξάρτητα, θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί εναρμονισμένο επίπεδο εγγυήσεων.

2.3.

Η πέμπτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (5) θεσπίζει τα εθνικά κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών, τα οποία αυξάνουν την ικανότητα επεξεργασίας των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) και την αποτελεσματικότητά τους. Ωστόσο, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δικαστικών ερευνών και διώξεων, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές πρέπει να έχουν δυνατότητα ταχύτερης πρόσβασης στις χρηματοοικονομικές πληροφορίες. Προς τούτο, απαιτείται συμπλήρωση του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις ΜΧΠ —οι οποίες συστάθηκαν δυνάμει του άρθρου 114— με τη δημιουργία ενός νομικού μέσου βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

2.4.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αρμόδιες αρχές θα έχουν άμεση πρόσβαση στα εθνικά κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών, γεγονός που θα διευκολύνει το έργο των δικαστικών αρχών, των φορολογικών αρχών, και των αρμόδιων για την καταπολέμηση της διαφθοράς αρχών, οι οποίες διαθέτουν εξουσίες έρευνας δυνάμει του εθνικού δικαίου. Στην κατηγορία αυτή θα πρέπει επίσης να ενταχθούν οι υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, στις οποίες ανατίθεται η ανίχνευση και ο εντοπισμός προϊόντων εγκλήματος με στόχο την ενδεχόμενη δέσμευση και κατάσχεσή τους, ώστε να στερούνται οι εγκληματίες των παρανόμων εσόδων τους.

2.5.

Το πεδίο εφαρμογής που ορίζει η Επιτροπή αφορά τη διερεύνηση και τη δίωξη των αδικημάτων βάσει μηχανισμών δικαστικής συνεργασίας, όσον αφορά δε τον ορισμό των σοβαρών ποινικών αδικημάτων, το άρθρο 2 στοιχείο ιβ) παραπέμπει στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 σχετικά με την Ευρωπόλ (6). Ως προς το σημείο αυτό, η ΕΟΚΕ κρίνει αναγκαία την κατάρτιση ακριβέστερου και πιο περιοριστικού καταλόγου των ποινικών αδικημάτων για τα οποία επιτρέπεται η προσφυγή στον συγκεκριμένο μηχανισμό.

2.6.

Εξάλλου, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 (7), πρόσβαση στα εθνικά κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών διαθέτουν επίσης οι Ευρωπαίοι εισαγγελείς, γεγονός που θα αυξήσει τις ικανότητες έρευνας για περιπτώσεις απάτης που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τη σημασία των μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής για τη δημιουργία μηχανισμών που θα παρέχουν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ταχύτερη και πιο άμεση πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά στοιχεία που τηρούνται στην επικράτεια άλλων κρατών μελών.

3.2.

Η προτεινόμενη οδηγία συνιστά μέσο για την ενίσχυση της ικανότητας διερεύνησης και πάταξης της εγκληματικότητας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς εξασφαλίζει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πιο άμεση πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα, με στόχο την ανίχνευση των προϊόντων παράνομης δραστηριότητας και τον εντοπισμό των προτύπων εγκληματικότητας.

3.3.

Θα ήταν σκόπιμο η Επιτροπή, στην πρόταση οδηγίας της, να είχε επιτύχει να βελτιώσει την ισορροπία ανάμεσα στα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων —που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης— και στην ανάγκη εξασφάλισης αποτελεσματικότερης εφαρμογής της νομοθεσίας για την καταπολέμηση και την καταστολή της εγκληματικότητας.

3.4.

Επομένως, περιορισμοί του δικαιώματος στον σεβασμό και την προστασία της ιδιωτικότητας είναι καλό να επιβάλλονται αποκλειστικά και μόνον εάν το μέτρο αυτό είναι αναλογικό προς το δημόσιο συμφέρον της εξασφάλισης περιβάλλοντος ασφάλειας και δικαιοσύνης σε όλο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.5.

Για την επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα των Ευρωπαίων πολιτών και στην αρχή της ανάγκης γνώσης (need-to-know), η οδηγία πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε στόχους ανίχνευσης και δίωξης των ποινικών αδικημάτων και να μην αποβλέπει καταρχήν σε υπερβολικά γενικούς προληπτικούς στόχους. Συνιστάται, λοιπόν, η προσφυγή στον κανόνα των δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων.

3.6.

Η πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα θα πρέπει να χορηγείται αποκλειστικά στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων και την κίνηση σχετικών διώξεων, καθώς και στις υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ώστε να αποτραπεί η δημιουργία συνόλων μεταδεδομένων τα οποία θα κατέχουν στη συνέχεια εθνικοί ή ευρωπαϊκοί φορείς που δεν διαθέτουν ίδιες αρμοδιότητες ανίχνευσης και διερεύνησης.

3.7.

Τα κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών θα μπορούσαν να συμπληρωθούν με την ενσωμάτωση των χρηματοοικονομικών στοιχείων σχετικά με τους επενδυτικούς λογαριασμούς των διαχειριστών επενδύσεων στην κεφαλαιαγορά, δεδομένου ότι οι επενδύσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται επίσης στις σύγχρονες μορφές νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και απόκρυψης παράνομα αποκτηθέντων χρηματοοικονομικών προϊόντων.

3.8.

Θα ήταν επίσης σκόπιμο να συμπληρωθεί η πρόταση οδηγίας με τη συμπερίληψη διαδικαστικών διατάξεων που θα παραπέμπουν σε άλλες ευρωπαϊκές νομικές πράξεις σχετικές με τη δικαστική συνεργασία και την ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών με τρίτες χώρες, ούτως ώστε να πληρούνται οι εξής δύο απαιτήσεις: αφενός, να οριστούν γενικοί νομικοί κανόνες για τις δικαστικές διαδικασίες με στόχο την έγκυρη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων όταν χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά άλλες νομοθετικές πράξεις και, αφετέρου, να εφαρμόζονται πιο ευρέως οι στόχοι δημόσιας πολιτικής που ορίζονται στην αιτιολογική έκθεση και την εκ των υστέρων ανάλυση που διενήργησε η Επιτροπή.

3.9.

Η ΕΟΚΕ σημειώνει —και εκφράζει την ικανοποίησή της γι’ αυτό— ότι η πρόταση οδηγίας της Επιτροπής προβλέπει σαφέστατες διατάξεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων· επισημαίνει όμως ότι οι διατάξεις αυτές περιορίζονται στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται βάσει του δημιουργούμενου μηχανισμού και για την πρόσβαση στα κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών, αλλά δεν περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες που να προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα προστασίας της ιδιωτικότητας και να εξασφαλίζουν διαδικαστικές εγγυήσεις ως προς τον περιορισμό των δικαιωμάτων αυτών.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις και συστάσεις

4.1.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, κατά την εφαρμογή των μέσων συνεργασίας που προβλέπονται στην υπό εξέταση πρόταση οδηγίας, ο περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων σχετικά με την προστασία της ιδιωτικότητας θα παραμένει θεμιτά αναλογικός, θα ήταν σκόπιμο να διαγραφεί ο σκοπός της πρόληψης στον ορισμό των χρηματοοικονομικών πληροφοριών στο άρθρο 2 στοιχείο ε), με την επιφύλαξη του ορισμού που δίνεται στην πέμπτη οδηγία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (8), ο οποίος παραμένει ως έχει, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) της υπό εξέταση πρότασης οδηγίας. Έτσι θα αποκλεισθεί κάθε κίνδυνος παραβίασης των διατάξεων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν τα θεμελιώδη δικαιώματα.

4.2.

Από την ανάλυση του ορισμού των «σοβαρών ποινικών αδικημάτων» —που παρέχεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιβ), και ο οποίος παραπέμπει στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 για την Ευρωπόλ (9)— σύμφωνα με το πνεύμα της υπό εξέταση πρότασης οδηγίας, καθώς και υπό το πρίσμα της νομοθεσίας που διέπει την πρόσβαση σε δεδομένα για σκοπούς πρόληψης σοβαρών αδικημάτων, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη πρόσβαση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο γενικό στόχο. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να επιτραπεί η πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα των πολιτών για σκοπούς πρόληψης παραβάσεων με την ευκαιρία θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων ή πράξεων ρατσισμού, ξενοφοβίας ή εκβιασμού.

4.3.

Η ΕΟΚΕ συνιστά να τροποποιηθεί ως εξής ο ορισμός του άρθρου 2 στοιχείο ιβ): «σοβαρά ποινικά αδικήματα»: οι μορφές εγκλήματος που συνδέονται με την τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, τη διακίνηση ναρκωτικών, την εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία, τη διαφθορά, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα αδικήματα που σχετίζονται με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες, τη διακίνηση μεταναστών, το παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών, την απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία, τη ληστεία και διακεκριμένη κλοπή, την παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης, τις εγκληματικές πράξεις κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, την κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών και χειραγώγηση της χρηματοπιστωτικής αγοράς, την «προστασία» έναντι χρημάτων, την παραποίηση/απομίμηση και πειρατεία προϊόντων, την πλαστογραφία χρημάτων και μέσων πληρωμής, την παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών, τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένης της ρύπανσης από τα πλοία, τη σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση, περιλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας και της διαφθοράς ανηλίκων ή παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου.

4.4.

Με το ίδιο πνεύμα, προκειμένου να διασαφηνιστεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και να εξασφαλιστεί η συνοχή με τους αναγγελλόμενους στόχους δημόσιας πολιτικής, η πρόσβαση για προληπτικούς λόγους στα εθνικά κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να επιτρέπεται αποκλειστικά για την πρόληψη των πράξεων τρομοκρατίας, της διακίνησης ναρκωτικών και της εμπορίας ανθρώπων, ενώ η πρόσβαση για σκοπούς ανίχνευσης, διερεύνησης, δίωξης, επιβολής κυρώσεων και αποζημίωσης, θα επιτρέπεται τόσο για τα προαναφερόμενα αδικήματα όσο και για όλα τα υπόλοιπα που ορίζονται στην προτεινόμενη οδηγία.

4.5.

Το άρθρο 5 της πρότασης οδηγίας πρέπει να συμπληρωθεί με νέα παράγραφο 3, όπου θα κατοχυρώνονται εγγυήσεις αναλογικότητας και νομιμότητας κατά την πρόσβαση των υπηρεσιών επιβολής του νόμου στα προσωπικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών δεδομένων. Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να προβλεφθεί στην παράγραφο 3 η υποχρέωση κατά περίπτωση εξέτασης των αιτημάτων πρόσβασης, με βάση την αρχή της «δεόντως αιτιολογημένης περίπτωσης», ούτως ώστε, εφόσον τα δεδομένα αυτά θα καταστούν στη συνέχεια δικαστικά αποδεικτικά στοιχεία, η πρόσβαση στα δεδομένα να τηρεί τις προϋποθέσεις νομιμότητας σχετικά με τη συγκέντρωση και χρήση αποδεικτικών στοιχείων, όπως τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, μεταξύ άλλων στα πλαίσια δίκαιης διαδικασίας, όπως προκύπτει από την πρακτική του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) του Στρασβούργου, και τα δεδομένα να μπορούν να αξιοποιηθούν επιτυχώς για την επιβολή κυρώσεων από τα εθνικά δικαστήρια για τα διαπραχθέντα αδικήματα.

4.6.

Ως προς τούτο, δεν αρκεί να ορίζεται ότι η πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά δεδομένα των φυσικών προσώπων πρέπει να υπόκειται στον σεβασμό των εθνικών διαδικαστικών εγγυήσεων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 7 και 8 της πρότασης οδηγίας, δεδομένου ότι στα δεδομένα αυτά έχουν πρόσβαση και οργανισμοί που δεν διαθέτουν ίδιες εξουσίες έρευνας, όπως η Ευρωπόλ, που προβλέπεται στο άρθρο 10.

4.7.

Το άρθρο 7 παράγραφος 1 θα πρέπει να συσχετιστεί με τις παρατηρήσεις που εκτίθενται παραπάνω, στο σημείο 4.1, σχετικά με το άρθρο 2 στοιχείο ε) της πρότασης οδηγίας. Προτείνεται, λοιπόν, να τροποποιηθεί το άρθρο 7 παράγραφος 1 ως εξής: «[…] είναι αναγκαίες για την πρόληψη των ποινικών αδικημάτων στους τομείς της τρομοκρατίας, της εμπορίας ανθρώπων και της διακίνησης ναρκωτικών, καθώς και για την ανίχνευση τέτοιων αδικημάτων και κάθε άλλου σοβαρού ποινικού αδικήματος, ή για τη διερεύνηση ή τη δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων.» Για λόγους συνέπειας και συμμετρίας, προτείνεται να τροποποιηθεί αναλόγως και το άρθρο 7 παράγραφος 2.

4.8.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι στο άρθρο 9 παράγραφος 4 της πρότασης οδηγίας, η Επιτροπή προβλέπει ότι σε περίπτωση τεχνικής βλάβης του δικτύου FIU.net, οι μηχανισμοί που θα το υποκαταστήσουν για τη διαβίβαση των πληροφοριών πρέπει να τηρούν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφαλείας με το εν λόγω δίκτυο. Όταν αυτό επιβάλλεται από τις περιστάσεις, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι μηχανισμοί υποκατάστασης για τη διαβίβαση χρηματοοικονομικών πληροφοριών πρέπει επίσης να παρέχουν τη δυνατότητα παραγωγής γραπτής τεκμηρίωσης υπό συνθήκες που θα καθιστούν δυνατή την πιστοποίηση της γνησιότητάς της, όπως ισχύει με το δίκτυο FIU.net.

4.9.

Όσον αφορά το άρθρο 10, που προσδιορίζει την πρόσβαση της Ευρωπόλ, παράλληλα με την πρόσβαση των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 αρμόδιων αρχών, η ΕΟΚΕ ζητά το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης να οριστεί σε συνάρτηση με τις ίδιες εξουσίες διερεύνησης της εν λόγω υπηρεσίας και να συνοδεύεται από τις αναγκαίες εγγυήσεις όσον αφορά την ανάλυση των μεταδεδομένων.

Βρυξέλλες, 12 Ιουλίου 2018.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Luca JAHIER


(1)  Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/138/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ (ΕΕ L 156 της 19.6.2018, σ. 43).

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (ΕΕ L 135 της 24.5.2016, σ. 53).

(3)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(4)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/881 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2016, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας (ΕΕ L 146 της 3.6.2016, σ. 8).

(5)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(6)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).

(8)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(9)  Βλέπε υποσημείωση 2.


Top