Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52011AE1608

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: “Το ανοιχτό διαδίκτυο και η δικτυακή ουδετερότητα στην Ευρώπη” » [COM(2011) 222 τελικό]

OJ C 24, 28.1.2012, p. 139–145 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

28.1.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 24/139


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: “Το ανοιχτό διαδίκτυο και η δικτυακή ουδετερότητα στην Ευρώπη”»

[COM(2011) 222 τελικό]

2012/C 24/31

Εισηγητής: ο κ. PEGADO LIZ

Στις 19 Απριλίου 2011, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Το ανοιχτό διαδίκτυο και η δικτυακή ουδετερότητα στην Ευρώπη»

COM(2011) 222 τελικό.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 7 Οκτωβρίου 2011.

Κατά την 475η σύνοδο ολομέλειας, της 26ης και 27ης Οκτωβρίου 2011 (συνεδρίαση της 26ης Οκτωβρίου 2011), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 151 ψήφους υπέρ και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Οι έννοιες του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας, οι «δικτυακές ελευθερίες», αποτελούν βασικό στοιχείο κάθε ρύθμισης που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης χρήσης του Διαδικτύου ως μέσου επικοινωνίας.

1.2   Η διασφάλιση του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας έχει αναγνωριστεί ως θεμελιώδης πολιτικός στόχος της ΕΕ σε πολλά σημαντικά έγγραφα και αναφέρεται ιδιαιτέρως ως πολιτικός στόχος στο «Ψηφιακό θεματολόγιο», έναν από τους σπουδαιότερους πυλώνες της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

1.3   Επομένως, η ΕΟΚΕ επικροτεί την ανακοίνωση της Επιτροπής, η οποία στοχεύει στην παρακολούθηση του αντικτύπου των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογίας στις δικτυακές ελευθερίες. Παρόλα αυτά, η ανακοίνωση εν τέλει δεν ανταποκρίνεται στις θεμιτές προσδοκίες της ΕΟΚΕ.

1.4   Η Επιτροπή αναγνωρίζει ορισμένες καταστάσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν καταστρατήγηση των αρχών αυτών, αλλά, αντί να λάβει μέτρα για την προστασία τους, προτιμά να κρατήσει στάση αναμονής.

1.5   Λόγω της μεγάλης σπουδαιότητας του ζητήματος για το οικονομικό και κοινωνικό μέλλον της Ευρώπης, η ΕΟΚΕ συνιστά εντόνως να κατοχυρωθούν και τυπικά στην ενωσιακή νομοθεσία οι αρχές του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας, όσο το δυνατόν συντομότερα και πάντα με συνεκτίμηση των τεχνολογικών εξελίξεων («state of the art») στο συγκεκριμένο πεδίο.

1.6   Επιπλέον, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να καθοριστούν οι αρχές που θα εγγυώνται τον ανοιχτό και ουδέτερο χαρακτήρα του Διαδικτύου και, στο σημείο 7.12, συνιστά μια σειρά αρχών που θεωρεί ότι πρέπει να υιοθετηθούν.

1.7   Η ΕΟΚΕ πιστεύει, επίσης, ότι οι αρχές αυτές έχουν κεφαλαιώδη σημασία για τη μελλοντική ανάπτυξη του Διαδικτύου ως εργαλείου για την καλύτερη άσκηση της ιδιότητας του πολίτη βάσει του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την υλοποίηση των στόχων της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής για την Κοινωνία της Πληροφορίας (WSIS), όπως αυτοί καθορίστηκαν στη Γενεύη (2003) και στην Τύνιδα (2005).

1.8   Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι η άμεση ανάληψη δράσης σε αυτό το πεδίο θα έχει καθοριστική σημασία για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», για την υλοποίηση του ψηφιακού θεματολογίου και για την περαιτέρω ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και επικροτεί τις πρόσφατες σχετικές δημόσιες δηλώσεις της Επιτρόπου κ. Kroes.

1.9   Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ ζητά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μια ενεργητική προσέγγιση για τη διασφάλιση των δικτυακών ελευθεριών και προσδοκεί ανάλογη δράση και από πλευράς της Επιτροπής.

2.   Πνεύμα, φύση και περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Επιτροπής

2.1   Η υπό εξέταση ανακοίνωση είναι ένα πολιτικό έγγραφο, το οποίο υλοποιεί τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2009, στη δήλωσή της που συνόδευε τη δέσμη των μεταρρυθμίσεων για τις τηλεπικοινωνίες (1): να «παρακολουθεί τον αντίκτυπο των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογίας στις “ελευθερίες δικτύου”, αναφέροντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, πριν από τα τέλη του 2010, εάν απαιτούνται περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές».

2.1.1   Στη δήλωση εκείνη, η Επιτροπή εξέφραζε την έντονη και κατηγορηματική δέσμευσή της για «διατήρηση του ανοικτού και ουδέτερου χαρακτήρα του Διαδικτύου, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη βούληση των συννομοθετών να καθιερώσουν πλέον την ουδετερότητα δικτύου ως στόχο πολιτικής και κανονιστική αρχή που πρέπει να προάγονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές».

2.2   Ας θυμηθούμε ότι στο «Ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη» η Επιτροπή είχε εξαγγείλει ότι «θα παρακολουθεί στενά την εφαρμογή των νέων νομοθετικών διατάξεων για τον ανοικτό και ουδέτερο χαρακτήρα του Διαδικτύου» (2).

2.3   Η ανακοίνωση περιγράφει τις διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης και εξακρίβωσης που διεξήγαγε η Επιτροπή το 2010 (3), καθώς και την κοινή διάσκεψη που διοργάνωσαν η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο στις 11 Νοεμβρίου 2010 (4).

2.4   Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να αναληφθεί καμία δράση προς το παρόν, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της λήψης περαιτέρω νομοθετικών μέτρων.

2.4.1   Κατά τη διαδικασία διαβούλευσης, πολλοί ενδιαφερόμενοι, συμπεριλαμβανομένου του Φορέα των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC), ανέφεραν ότι ορισμένοι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών εφαρμόζουν πρακτικές «στραγγαλισμού», «παρεμπόδισης» ή επιπλέον χρέωσης για την παροχή ορισμένων τύπων κίνησης (5).

2.4.2   Ωστόσο, η Επιτροπή ελπίζει ότι οι κανόνες για τις συμβάσεις (6), τη διαφάνεια (7), την αλλαγή παρόχου (8) και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών (9), που αποτελούν μέρος του αναθεωρημένου πλαισίου της ΕΕ για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, θα συμβάλουν στην παραγωγή ανταγωνιστικών αποτελεσμάτων.

2.4.3   Εξάλλου, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι πρέπει να υπάρξει επαρκής χρόνος ώστε οι διατάξεις αυτές να εφαρμοστούν και να διαπιστωθεί πώς λειτουργούν στην πράξη (10).

2.5   Η ανακοίνωση δεν ορίζει ρητώς τους βασικούς όρους, όπως θα ερμηνεύονταν από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αναφέρει μάλιστα ότι «δεν υπάρχει επίσημος ορισμός της “δικτυακής ουδετερότητας”».

2.5.1   Αντίθετα, συμφύρει τους δύο όρους και συγχωνεύει τη νομική θέση της ΕΕ για αμφοτέρους, παραπέμποντας στο άρθρο 8 παράγραφος 4 στοιχείο ζ) της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο επιβάλλει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) να διασφαλίζουν τη δυνατότητα των τελικών χρηστών για πρόσβαση, μετάδοση πληροφοριών και χρήση των εφαρμογών και υπηρεσιών της επιλογής τους (τηρουμένης της ισχύουσας νομοθεσίας) (11).

2.6   Η ανακοίνωση κλείνει με μια δέσμευση της Επιτροπής να δημοσιεύσει τα στοιχεία που θα προκύψουν από τις περαιτέρω έρευνες του ΒΕREC στις πρακτικές των παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών που ενδέχεται να νοθεύουν τον ανταγωνισμό και να αντιβαίνουν στις αρχές του ανοιχτού και ουδέτερου Διαδικτύου. Εάν τεκμηριωθούν σημαντικά και επίμονα προβλήματα και εάν η Επιτροπή κρίνει ότι απαιτούνται περαιτέρω ρυθμίσεις, θα συστήσει στο Συμβούλιο ποια μορφή δράσης θα ήταν σκόπιμο να ακολουθήσει.

3.   Για ποιο πράγμα μιλάμε;

3.1   Η έλλειψη ρητού ορισμού των βασικών όρων του ζητήματος αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Χωρίς ορισμούς, ούτε τα επιχειρήματα μπορούν να εκτεθούν με σαφήνεια, ούτε μπορεί να δοθεί στην αγορά και στις ρυθμιστικές αρχές σαφής προσανατολισμός όσον αφορά το στοχευόμενο πεδίο εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για το θέμα.

3.2   Το ανοιχτό Διαδίκτυο

3.2.1   Το ανοιχτό Διαδίκτυο είναι μια έννοια που χρονολογείται από τις απαρχές του Διαδικτύου και τη δημιουργία του «Παγκόσμιου Ιστού» (World Wide Web), που κατέστησε το περιεχόμενο του δημόσιου Διαδικτύου προσιτό σε οποιονδήποτε διαθέτει διαδικτυακή σύνδεση, οπουδήποτε στον κόσμο.

3.2.2   Το ανοιχτό Διαδίκτυο είναι η αρχή της ελευθερίας των χρηστών να συνδέονται με το δημόσιο Διαδίκτυο χωρίς περιορισμούς από τις κυβερνήσεις ή τους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών ως προς το περιεχόμενο, τις σελίδες, τις πλατφόρμες, τα είδη του ενδεχομένως συνδεδεμένου εξοπλισμού ή τους επιτρεπόμενους τρόπους επικοινωνίας.

3.2.3   Είναι «ανοιχτό», αφενός, επειδή χρησιμοποιεί προδιαγραφές που διατίθενται δωρεάν και που ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει για να κατασκευάσει ιστοσελίδες, εφαρμογές και υπηρεσίες και, αφετέρου, επειδή χειρίζεται όλη την κίνηση με τον ίδιο περίπου τρόπο.

3.2.4   Όταν ο χρήστης είναι συνδεδεμένος με το δημόσιο Διαδίκτυο, δεν χρειάζεται να ζητήσει άδεια, ούτε να καταβάλει υψηλότερη τιμή στον πάροχο για να επικοινωνήσει διαδικτυακά με άλλους. Εάν δημιουργήσει μια καινοτόμο νέα υπηρεσία, δεν χρειάζεται να λάβει άδεια για να τη μοιραστεί με τον κόσμο.

3.2.5   Αυτή η ελευθερία επικοινωνίας και καινοτομίας είναι ο λόγος της εκπληκτικής επιτυχίας του Διαδικτύου.

3.2.6   Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος του δημόσιου Διαδικτύου σήμερα δεν είναι πλέον «ανοιχτό». Ο Παγκόσμιος Ιστός είναι ακόμη ανοιχτός, αλλά οι εφαρμογές που χρησιμοποιούμε στα «έξυπνα» κινητά μας τηλέφωνα, οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης που επισκεπτόμαστε και το περιεχόμενο που αγοράζουμε επί πληρωμή ανήκουν σε ένα κλειστό Διαδίκτυο, προσιτό μόνο μέσω διεπαφών που προστατεύονται με πνευματικά δικαιώματα και «διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών» (API) (12).

3.2.6.1   Οι χώρες (13), οι επιχειρήσεις (14) και οι φορείς εκμετάλλευσης των δικτύων (15) περιορίζουν ολοένα και περισσότερο την πρόσβαση στο δημόσιο Διαδίκτυο ή αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας του, για πολιτικούς, τεχνολογικούς ή εμπορικούς λόγους

3.2.7   Ωστόσο, η έννοια του ανοιχτού Διαδικτύου είναι ο λόγος για τον οποίο το Διαδίκτυο προωθεί την οικονομική καινοτομία, τη δημοκρατική συμμετοχή, την ελευθερία του λόγου και την ηλεκτρονική μάθηση σε όλον τον κόσμο. Είναι μία έννοια με ζωτική σημασία για τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

3.2.8   Η αρχή του ανοιχτού Διαδικτύου κατοχυρώνεται, χωρίς να αναφέρεται ρητώς, από το άρθρο 1 παράγραφος 3α και το άρθρο 8 παράγραφος 4 στοιχείο ζ) της οδηγίας-πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και από την αιτιολογική σκέψη αριθ. 28 της οδηγίας 2009/136/ΕΚ για τα δικαιώματα των χρηστών.

3.3   Δικτυακή ουδετερότητα

3.3.1   Η αρχή της δικτυακής ουδετερότητας αποτελεί απόρροια της έννοιας του ανοιχτού Διαδικτύου. Ενώ το ανοιχτό Διαδίκτυο σχετίζεται με τις ανοιχτές προδιαγραφές και την ελευθερία σύνδεσης και χρήσης του Διαδικτύου, η δικτυακή ουδετερότητα αφορά την εμπορική αντιμετώπιση των πελατών του Διαδικτύου από τους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών. Αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών βάσει της αρχής ενός ανοιχτού Διαδικτύου χωρίς αδικαιολόγητες εμπορικές παρεμβάσεις από πλευράς των παρόχων.

3.3.2   Η αρχή της δικτυακής ουδετερότητας σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν διαδικτυακές υπηρεσίες οφείλουν να αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο όλες τις πηγές παρόμοιων διαδικτυακών δεδομένων και να μην κάνουν διακρίσεις για εμπορικούς λόγους μεταξύ των διάφορων τύπων κίνησης.

3.3.2.1   Με άλλα λόγια, η αρχή σημαίνει ότι οι χρήστες του Διαδικτύου πρέπει να έχουν τον έλεγχο του περιεχομένου που βλέπουν και των εφαρμογών που χρησιμοποιούν στο Διαδίκτυο, ενώ οι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών δεν πρέπει να εκμεταλλεύονται τη δύναμή τους στην αγορά για να εισάγουν διακρίσεις εις βάρος ανταγωνιστικών εφαρμογών ή περιεχομένου.

3.3.2.2   Η αρχή αυτή μπορεί να είναι συμβατή με μέτρα διαχείρισης της κίνησης, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν εισάγουν διακρίσεις, παρουσιάζονται στους καταναλωτές με διαφάνεια και λαμβάνονται για θεμιτούς σκοπούς ποιότητας της υπηρεσίας. Τα μέτρα για τη διαχείριση της κίνησης δεν πρέπει, ωστόσο, να δημιουργούν κίνητρα για επιβράδυνση της ανάπτυξης των δικτύων, προκειμένου να χρεώνονται υψηλότερες τιμές λόγω ανεπάρκειας των πόρων.

3.3.3   Η αρχή της δικτυακής ουδετερότητας υπονοεί ότι η αγορά των διαδικτυακών συνδέσεων πρέπει να είναι νομικά διαχωρισμένη από την αγορά περιεχομένου και εφαρμογών, δηλαδή ότι οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν δραστηριότητα και στις δύο αγορές πρέπει να διαχωρίζουν σαφώς τη διαχείριση της καθεμίας.

3.3.4   Ωστόσο, η αρχή αυτή μπορεί σήμερα να απειλείται (16). Οι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών μπορούν να χρησιμοποιήσουν την υποδομή τους για να αποκλείσουν την πρόσβαση των χρηστών σε συγκεκριμένες διαδικτυακές εφαρμογές και περιεχόμενα (π.χ. δικτυακούς τόπους, υπηρεσίες, πρωτόκολλα), ιδίως των ανταγωνιστών τους, ή να αλλάξουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα για να μειώσουν την ποιότητα και το πεδίο πρόσβασης των οποίων απολαύουν οι διάφοροι χρήστες. Αυτές οι αλλαγές των επιχειρηματικών μοντέλων μπορεί να καταλήξουν σε αθέμιτες διακρίσεις ως προς τις τιμές και την ποιότητα της υπηρεσίας.

3.4   Παλαιότερες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ

3.4.1   Η ΕΟΚΕ έχει εκφραστεί σαφώς, σε πολλές γνωμοδοτήσεις της, υπέρ αυτών των δύο αρχών, κυρίως για λόγους ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προστασίας των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής, δημοκρατικής και συνεταιριστικής διακυβέρνησης, κοινωνικής ένταξης και χειραφέτησης, καινοτομίας και οικονομικής μεγέθυνσης (17).

3.4.2   Στη γνωμοδότησή της CESE 362/2011, μάλιστα, η ΕΟΚΕ έχει ήδη δηλώσει πως «θεωρεί ότι η αρχή της ουδετερότητας των δικτύων είναι καθοριστικής σημασίας για το μέλλον των διαδικτυακών υπηρεσιών στην Ευρώπη» (18).

4.   Τα οικονομικά που κρύβονται πίσω από τις αρχές: σύνδεση με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» και με το ψηφιακό θεματολόγιο

4.1   Η ψηφιακή οικονομία

4.1.1   Με το εμβληματικό πρόγραμμα του «Ψηφιακού θεματολογίου» (19), η στρατηγική «Ευρώπη 2020» (20) προσπαθεί να κινητοποιήσει τις τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης του Διαδικτύου και της ψηφιακής οικονομίας.

4.1.2   Οι χρήστες του Διαδικτύου έχουν φθάσει πλέον τα δύο δισεκατομμύρια, ενώ η αξία των συναλλαγών ηλεκτρονικού εμπορίου πλησιάζει τα 5,5 τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η κατανάλωση και οι δαπάνες που σχετίζονται με το Διαδίκτυο είναι σήμερα υψηλότερες από εκείνες που σχετίζονται με τη γεωργία ή με την ενέργεια και στις χώρες όπου η διείσδυση του Διαδικτύου έχει ωριμάσει περισσότερο συνέβαλαν κατά 21 % στην αύξηση του ΑΕγχΠ κατά την τελευταία πενταετία (21).

4.1.3   Μια πρόσφατη μελέτη της εταιρείας συμβούλων McKinsey (22) σε σχεδόν 5 000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαπίστωσε ότι οι ΜμΕ με ισχυρή διαδικτυακή παρουσία έχουν υπερδιπλάσια ταχύτητα ανάπτυξης από ό,τι οι ΜμΕ με μικρή ή μηδενική διαδικτυακή παρουσία. Δημιουργούν επίσης υπερδιπλάσιο αριθμό θέσεων απασχόλησης από ό,τι οι άλλες.

4.1.4   Για να αποκομίσουμε το μέγιστο δυνατό όφελος από αυτόν τον ισχυρό κινητήριο μοχλό ανάπτυξης και μεταρρύθμισης, πρέπει να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια να μεγιστοποιήσουμε την πρόσβαση και την ελευθερία χρήσης του Διαδικτύου και να ελαχιστοποιήσουμε το κόστος του για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

4.2   ΜμΕ, καινοτομία, απασχόληση και οικονομική ανάπτυξη

4.2.1   Ένας από τους κεντρικούς στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» είναι η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ειδικά των ΜμΕ, η μείωση του κόστους συναλλαγών, η ενθάρρυνση της καινοτομίας και η στήριξη των νεοσύστατων επιχειρήσεων.

4.2.2   Κάθε πολιτική που αποκλίνει από τις αρχές του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας, για να ευνοήσει τους μεγάλους φορείς εκμετάλλευσης εις βάρος των 23 εκατομμυρίων ΜμΕ της Ευρώπης (23) και των καταναλωτών, θα πλήξει την ικανότητα της Ευρώπης να μεταρρυθμίσει την οικονομία και την κοινωνία της όπως προβλέπει η στρατηγική «Ευρώπη 2020».

4.3   Ενιαία αγορά και θεμιτός ανταγωνισμός

4.3.1   Οι αρχές του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας, που εγγυώνται τον θεμιτό ανταγωνισμό και προωθούν την καινοτομία, είναι επίσης ουσιώδεις για την επίτευξη μιας ισχυρής ψηφιακής ενιαίας αγοράς (24).

5.   Ορισμένοι φορείς εκμετάλλευσης τάσσονται κατά της αρχής της δικτυακής ουδετερότητας

5.1   Ορισμένοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων ασκούν τελευταία πίεση στις εθνικές κυβερνήσεις, στην Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για να τους βοηθήσουν να αυξήσουν το μερίδιο των εσόδων τους από το Διαδίκτυο (25). Διατείνονται ότι, αν δεν μπορέσουν να δημιουργήσουν νέες ροές εσόδων από τη διανομή περιεχομένου, δεν θα είναι σε θέση να προβούν στις επενδύσεις κεφαλαίου που απαιτούνται για να εξασφαλίσουν στην Ευρώπη τις ευρυζωνικές συνδέσεις υψηλής ταχύτητας που χρειάζεται (26).

5.1.1   Ορισμένοι ιδιωτικοί φορείς εκμετάλλευσης δικτύων, που ανταγωνίζονται στην αγορά διαδικτυακών συνδέσεων επιζητώντας βραχυπρόθεσμη απόδοση των επενδύσεων, διστάζουν να επενδύσουν σε αυτό το πεδίο για την ώρα, επειδή δεν διαβλέπουν αρκετά επικερδείς επιχειρηματικές ευκαιρίες, ιδίως στην περίπτωση των απόκεντρων περιφερειών.

5.2   Στην αγορά των διαδικτυακών συνδέσεων εισέρχονται όμως σήμερα και νέοι φορείς παροχής υποδομών, βοηθούμενοι από την ευρωπαϊκή υποστήριξη των επενδύσεων για την εξασφάλιση ευρυζωνικών συνδέσεων υψηλής ταχύτητας (27) και από τους ελκυστικούς ρυθμούς αύξησης της ζήτησης εύρους ζώνης. Και ενώ αναπτύσσεται έτσι μια πιο ανταγωνιστική αγορά ευρυζωνικών υποδομών στην Ευρώπη, η διαθεσιμότητα και το κόστος παροχής του εύρους ζώνης επηρεάζονται επίσης θετικά και από την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, τόσο για τις επίγειες όσο και για τις ασύρματες ευρυζωνικές συνδέσεις. Για παράδειγμα, αναπτύσσονται σήμερα σημαντικά έργα για την εξασφάλιση διαδικτυακών συνδέσεων υψηλής ταχύτητας, ιδίως στις αγροτικές περιοχές, με την εκμετάλλευση του ψηφιακού μερίσματος που παρέχει η μετάβαση από τις αναλογικές στις ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.

5.3   Το πρόβλημα είναι ότι οι προτάσεις ορισμένων παρόχων να αλλάξουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα καταπατώντας την αρχή της δικτυακής ουδετερότητας θα αυξήσει το κόστος των διαδικτυακών περιεχομένων και υπηρεσιών ή θα περιορίσει τον ανοιχτό χαρακτήρα του Διαδικτύου.

5.3.1   Αν στεφθεί από επιτυχία αυτή η υπονόμευση της αρχής της δικτυακής ουδετερότητας και επιτραπεί στους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών να «φορολογούν», να «στραγγαλίζουν» ή να αποκλείουν εντελώς τη διαδικτυακή κίνηση μεταξύ των πελατών και των παρόχων, θα αυξηθεί το κόστος των διαδικτυακών υπηρεσιών στην Ευρώπη, με δυσμενείς επιπτώσεις στην καινοτομία, την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση και τη στρατηγική «Ευρώπη 2020».

5.3.2   Θα κινδυνεύσει ακόμη και η υλοποίηση των στόχων της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής για την Κοινωνία της Πληροφορίας (WSIS), που καθορίστηκαν στη Γενεύη (2003) και στην Τύνιδα (2005) σύμφωνα με τους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας (ΑΣΧ) (28).

6.   Η KPN  (29) προξενεί θέσπιση νόμου για τη δικτυακή ουδετερότητα στις Κάτω Χώρες

6.1   Στην ανακοίνωσή της της 19ης Απριλίου, η Επιτροπή δήλωνε ότι δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για τις παρεμβάσεις των παρόχων στη διαδικτυακή κίνηση για εμπορικό όφελος, ώστε να δικαιολογείται, σε εκείνο το στάδιο, η λήψη περαιτέρω νομοθετικών μέτρων για την προστασία της αρχής της δικτυακής ουδετερότητας.

6.2   Αργότερα, ωστόσο, στις 10 Μαΐου, ο ολλανδικός πάροχος διαδικτυακών υπηρεσιών KPN (30) ανήγγειλε ότι από τον Ιούλιο σκοπεύει να χρεώνει επιπλέον τους πελάτες του για την πρόσβαση σε ορισμένες διαδικτυακές εφαρμογές όπως η φωνητική τηλεφωνία μέσω διαδικτύου (VoIP) —το πρόγραμμα Skype— και η εφαρμογή WhatsApp που υποκαθιστά τα σύντομα μηνύματα στα έξυπνα τηλέφωνα.

6.2.1   Αποκαλύφθηκε ότι η KPN, όπως και άλλοι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών, χρησιμοποιεί μια τεχνολογία που λέγεται «εις βάθος έλεγχος δέσμης δεδομένων» (deep packet inspection - DPI) (31), για να αναλύει την κίνηση των πελατών της στο Διαδίκτυο, και ότι σχεδιάζει να χρεώνει υψηλότερες τιμές για τις κλήσεις VoIP, την κίνηση WhatsApp και όποιο άλλο περιεχόμενο επιθυμεί να εμποδίσει ή να χρησιμοποιήσει για κερδοφορία.

6.2.2   Καθώς ήταν προς το στρατηγικό της συμφέρον να αγνοήσει την αρχή της δικτυακής ουδετερότητας και καθώς δεν υπήρχε νομική υποχρέωση σεβασμού της αρχής αυτής, η KPN δήλωσε ανοιχτά την πρόθεσή της να προβεί στη «φορολόγηση» ορισμένων τύπων διαδικτυακής κίνησης.

6.3   Η δημοσιοποίηση των ενεργειών και των μελλοντικών προθέσεων της KPN προξένησε πολιτική θύελλα στις Κάτω Χώρες, με αποτέλεσμα να ψηφιστούν στις 22 Ιουνίου από την Κάτω Βουλή του ολλανδικού Κοινοβουλίου οι πρώτοι νόμοι της Ευρώπης για την προστασία των αρχών του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας.

6.4   Η αποκάλυψη των προθέσεων της KPN απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας πως ορισμένοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων δεν θεωρούν τις διατάξεις του αναθεωρημένου πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες ή τη νομοθεσία της ΕΕ για τον ανταγωνισμό σοβαρή προστασία της αρχής της δικτυακής ουδετερότητας.

7.   Πρέπει η ΕΕ να αναλάβει αμέσως δράση ή να κρατήσει στάση αναμονής;

7.1   Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της τήρησης στάσης αναμονής.

7.2   Η ανακοίνωση θεωρεί δεδομένο ότι η μεταφορά του αναθεωρημένου ρυθμιστικού πλαισίου στις εθνικές νομοθεσίες θα εξασφαλίσει επαρκή προστασία της αρχής του ανοιχτού Διαδικτύου. Αν ένας φορέας εκμετάλλευσης παραβεί τον νόμο, οι ΕΡΑ έχουν σαφείς εξουσίες αποφασιστικής παρέμβασης.

7.3   Όσο για την αρχή της δικτυακής ουδετερότητας, σύμφωνα με την ανακοίνωση δεν θα υπάρξει ανάγκη επιβολής της. Αντιθέτως, η Επιτροπή διατείνεται ότι θα είναι αρκετή μια ανταγωνιστική αγορά ευρυζωνικών συνδέσεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις για τη διαφάνεια και την αλλαγή παρόχου.

7.4   Η ανακοίνωση αφήνει να εννοηθεί ότι θα ήταν προτιμότερο να περιμένουμε και να δούμε αν οι ισχύοντες νόμοι και όροι ανταγωνισμού εξασφαλίζουν επαρκή προστασία της αρχής της δικτυακής ουδετερότητας και ότι η εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας τώρα μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ανάπτυξη της οικονομίας του Διαδικτύου στην Ευρώπη, αποθαρρύνοντας τις επενδύσεις και αποτρέποντας την εμφάνιση άλλων καινοτόμων επιχειρηματικών μοντέλων.

7.5   Οι υποστηρικτές της προσέγγισης της αναμονής επικαλούνται την ανταγωνιστική αγορά παροχής διαδικτυακών υπηρεσιών που υπάρχει στην Ευρώπη, λέγοντας ότι αν ένας φορέας εκμετάλλευσης χρεώνει διαφορετικές τιμές για τα διάφορα είδη περιεχομένου, τότε οι δυσαρεστημένοι πελάτες θα αλλάξουν πάροχο.

7.5.1   Το επιχείρημα αυτό υποτιμά, ωστόσο, την πραγματική δυσκολία που αντιμετωπίζουν πολλοί πελάτες κατά την αλλαγή παρόχου (32), καθώς και το ύπουλο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχει η συλλογική δράση των μεγαλύτερων παρόχων, αν αποφάσιζαν όλοι μαζί να χρεώνουν υψηλότερες τιμές για τη διανομή συγκεκριμένου περιεχομένου.

7.6   Το 61 % των νοικοκυριών με πρόσβαση στο Διαδίκτυο σήμερα στην Ευρώπη αγοράζει πλέον την πρόσβασή του στο Διαδίκτυο ως μέρος ενός πακέτου προσφοράς διαδικτυακής, τηλεφωνικής και τηλεοπτικής σύνδεσης. Επιπροσθέτως, το 92 % των νοικοκυριών με τέτοιο πακέτο δεν έχει αλλάξει πάροχο, παρότι το 36 % το έχει σκεφτεί (33). Είναι σαφές ότι, χάρη στις έξυπνες πρακτικές εμπορικής προώθησης, η ισχύς των παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών στην αγορά αυξάνεται και αυτό επηρεάζει αρνητικά τη συμπεριφορά των πελατών όσον αφορά την αλλαγή παρόχου – η έξυπνη διαφήμιση μειώνει τη δύναμη των καταναλωτών. Η έξυπνη εμπορική προώθηση θα επιτρέψει στους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών να εκμεταλλευθούν τη θέση τους και να εφαρμόζουν ατιμώρητα πρακτικές αντίθετες προς την αρχή της δικτυακής ουδετερότητας, αποκομίζοντας έτσι υπέρογκα κέρδη και εξασθενίζοντας τον ανταγωνισμό και την καινοτομία – εκτός και αν εμποδιστούν με νομοθετική ρύθμιση.

7.7   Εν πάση περιπτώσει, η διαδικασία αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των νέων κανόνων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες θα χρειαστεί σημαντικό χρόνο για να ολοκληρωθεί.

7.7.1   Δεδομένου του χρόνου που μπορεί να χρειαστεί για την εξέταση, την κατάρτιση και την πλήρη εφαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στην ΕΕ-27 και της ταχύτητας με την οποία οι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών μπορούν να εφαρμόσουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα, η έννοια της δικτυακής ουδετερότητας μπορεί να έχει ήδη χάσει τη σημασία της πριν καν συνταχθεί οποιοδήποτε ρυθμιστικό μέτρο.

7.8   Η ΕΟΚΕ συνιστά μια διαφορετική, προορατική προσέγγιση, βασισμένη κυρίως στις αρχές της πρόβλεψης και της πρόληψης, τις οποίες περιέγραψε στην παλαιότερη γνωμοδότησή της με τίτλο «Η προσέγγιση της προορατικής νομοθεσίας» (34), και επικροτεί τις πολύ πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις της Επιτρόπου κ. Kroes, που υποστηρίζουν εμφανώς αυτήν την προσέγγιση.

7.9   Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, οι αρχές του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας θα πρέπει να οριστούν σαφώς και να κατοχυρωθούν στην ενωσιακή νομοθεσία, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών, όπως αυτά καθορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

7.10   Η Επιτροπή θα πρέπει να διατυπώσει τις αρχές του ανοιχτού Διαδικτύου και της δικτυακής ουδετερότητας έπειτα από προσεκτική εξέταση των διάφορων ορισμών, διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερομένους και συνεκτίμηση των τελευταίων τεχνολογικών εξελίξεων («state of the art») στο συγκεκριμένο πεδίο.

7.11   Παρότι η αρχή του ανοιχτού Διαδικτύου κατοχυρώνεται σχετικά επαρκώς από την ενωσιακή νομοθεσία, με το άρθρο 1 παράγραφος 3α και το άρθρο 8 παράγραφος 4 στοιχείο ζ) της οδηγίας-πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (35) και την αιτιολογική σκέψη αριθ. 28 της οδηγίας 2009/136/ΕΚ για τα δικαιώματα των χρηστών (36), θα μπορούσε να διατυπωθεί με πιο σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Η ειδική αρχή της δικτυακής ουδετερότητας, αντίθετα, δεν ορίζεται καθόλου στη νομοθεσία της ΕΕ, ούτε καλύπτεται επαρκώς από κάποιον συνδυασμό διατάξεων.

7.12   Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η οποία βασίζεται κυρίως σε μία επισκόπηση των αρχών στις νορβηγικές κατευθυντήριες γραμμές για τη δικτυακή ουδετερότητα (37), στην απάντηση του Ευρωπαϊκού Γραφείου Ενώσεων Καταναλωτών (BEUC) στη σχετική διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (38), στο ψήφισμα για τη δικτυακή ουδετερότητα του Διατλαντικού Διαλόγου Καταναλωτών (TACD) (39) και στην πρόσφατα θεσπισθείσα ολλανδική νομοθεσία (40), ο ορισμός των αρχών θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α.

Ελευθερία και ποιότητα της πρόσβασης στο Διαδίκτυο

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να συμφωνήσει ένα κοινό ευρωπαϊκό πρότυπο περί «ελάχιστης ποιότητας της υπηρεσίας» σύμφωνα με τις αρχές του δημόσιου συμφέροντος και να εξασφαλίσει την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής του.

β.

Απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ των ροών διαδικτυακής κίνησης

Κατά γενικό κανόνα, δεν πρέπει να υπάρχει καμία διαφοροποίηση μεταξύ των τρόπων αντιμετώπισης των διάφορων ροών δεδομένων ανάλογα με τον τύπο του περιεχομένου, την υπηρεσία, την εφαρμογή, τη συσκευή ή τη διεύθυνση προέλευσης ή προορισμού της ροής. Αυτό αφορά όλα τα σημεία του δικτύου, συμπεριλαμβανομένων των σημείων διασύνδεσης.

Επιτρέπονται εξαιρέσεις από την αρχή αυτή, υπό τον όρο ότι συνάδουν με τις κατευθυντήριες γραμμές που διατυπώνονται στο σημείο γ. κατωτέρω.

γ.

Εποπτεία των μηχανισμών διαχείρισης της διαδικτυακής κίνησης

Κατά τον εντοπισμό των εξαιρέσεων από τις αρχές που διατυπώθηκαν στα σημεία α. και β. ανωτέρω και προκειμένου να περιοριστεί κάθε δυνατή απόκλιση από τις αρχές αυτές, πρέπει να διασφαλίζεται ότι, όταν οι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών χρησιμοποιούν όντως μηχανισμούς διαχείρισης της κίνησης για να εξασφαλίσουν την ποιότητα της πρόσβασης στο Διαδίκτυο, συμμορφούνται με τις γενικές αρχές της σκοπιμότητας, της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της διαφάνειας.

δ.

Διαχειριζόμενες υπηρεσίες

Για να διατηρηθεί η ικανότητα καινοτομίας όλων των μερών, οι φορείς παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να μπορούν να προσφέρουν, παράλληλα με την πρόσβαση στο Διαδίκτυο, και «διαχειριζόμενες υπηρεσίες», υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν υποβαθμίζουν την ποιότητα της διαδικτυακής πρόσβασης κάτω από ένα ορισμένο ικανοποιητικό επίπεδο και ότι οι πωλητές δρουν σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους περί ανταγωνισμού και τις ειδικές ρυθμίσεις του τομέα.

ε.

Αυξημένη διαφάνεια έναντι των τελικών χρηστών και καθορισμένο σύνολο τυποποιημένων πληροφοριών

Ο πάροχος διαδικτυακών υπηρεσιών θα πρέπει να παρέχει σαφείς, ακριβείς και ενδεδειγμένες πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες και τις εφαρμογές στις οποίες προσφέρει πρόσβαση: ποιότητα των υπηρεσιών, πιθανοί περιορισμοί τους και ενδεχόμενες πρακτικές διαχείρισης της ζήτησης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να εγγυηθεί τη διαφάνεια έναντι των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων σαφών πληροφοριών σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις, το δικαίωμα χρήσης νόμιμων εφαρμογών και τον τρόπο αλλαγής παρόχου. Θα πρέπει να ενισχυθεί ο διάλογος και να αυξηθούν οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί συρρύθμισης μεταξύ της βιομηχανίας και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκειμένου να συμφωνηθούν συγκεκριμένες αρχές για τη διαφάνεια και ένα σύνολο τυποποιημένων πληροφοριών που θα ισχύουν σε όλη την ΕΕ.

Βρυξέλλες, 26 Οκτωβρίου 2011.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Staffan NILSSON


(1)  ΕΕ L 337, 18.12.2009.

(2)  COM(2010) 245 τελικό, 26.08.2010.

(3)  http://ec.europa.eu/information_society/policy/ecomm/library/public_consult/net_neutrality/index_en.htm

(4)  http://ec.europa.eu/information_society/policy/ecomm/library/public_consult/net_neutrality/index_en.htm

(5)  Στραγγαλισμός (throttling): Ένας πάροχος διαδικτυακών υπηρεσιών μπορεί να περιορίσει την ταχύτητα ροής των δεδομένων στο εύρος ζώνης του, για να επιβραδύνει εσκεμμένα την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου πελάτη για ορισμένους τύπους κίνησης. Ο BEREC ανέφερε ότι ορισμένοι πάροχοι στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούν τον «στραγγαλισμό» στις υπηρεσίες διομότιμης (P2P) ανταλλαγής αρχείων ή βίντεο συνεχούς ροής. Παρεμπόδιση (blocking): Μια εταιρεία παροχής διαδικτυακών υπηρεσιών μπορεί να αποκλείσει εσκεμμένα τις διαδικτυακές διευθύνσεις συγκεκριμένων ιστοσελίδων, για να εμποδίσει την πρόσβαση των πελατών της σε συγκεκριμένες εφαρμογές και υπηρεσίες. Ο BEREC ανέφερε ότι ορισμένοι φορείς εκμετάλλευσης κινητών επικοινωνιών στην Αυστρία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία και τη Ρουμανία εφαρμόζουν πρακτικές παρεμπόδισης ή επιπλέον χρέωσης για την παροχή υπηρεσιών φωνής μέσω πρωτοκόλλου του Ίντερνετ (VoIP).

(6)  Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/136/ΕΚ για τα δικαιώματα των χρηστών.

(7)  Άρθρο 21 παράγραφος 3 στοιχεία γ) και δ) της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/136/ΕΚ για τα δικαιώματα των χρηστών.

(8)  Αιτιολογική σκέψη αριθ. 47 της οδηγίας 2009/136/ΕΚ για τα δικαιώματα των χρηστών.

(9)  Άρθρο 21 παράγραφος 3 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/136/ΕΚ για τα δικαιώματα των χρηστών.

(10)  Στις 19 Ιουλίου 2011 η Επιτροπή κίνησε διαδικασίες επί παραβάσει κατά 20 κρατών μελών που δεν είχαν μεταφέρει το αναθεωρημένο πλαίσιο στο εθνικό τους δίκαιο.

(11)  Οδηγία 2002/21, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/140/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 337, 18.12.2009).

(12)  Οι διεπαφές προγραμματισμού εφαρμογών (application programming interfaces - APIs) αποτελούν προγραμματικό κώδικα που εισάγεται μεταξύ δύο προγραμμάτων προκειμένου να μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους και να συνεργαστούν.

(13)  Το «σινικό τείχος προστασίας» επιβάλλει ήδη αυστηρούς ελέγχους στις διαδικτυακές συνδέσεις της Κίνας με τον υπόλοιπο κόσμο, παρακολουθώντας την κίνηση και αποκλείοντας την πρόσβαση σε πολλούς δικτυακούς τόπους ή υπηρεσίες. Παρόμοιες πρακτικές εφαρμόζονται και σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων το Ιράν, η Κούβα, η Σαουδική Αραβία και το Βιετνάμ, ενώ και άλλες κυβερνήσεις ελέγχουν όλο και πιο αυστηρά το τι μπορούν να δουν και να κάνουν οι άνθρωποι στο Διαδίκτυο.

(14)  «Οι χρήστες των κινητών συσκευών της Apple αποκτούν πρόσβαση σε πολλές διαδικτυακές υπηρεσίες μέσω μικρών εφαρμογών λογισμικού με δυνατότητα τηλεφόρτωσης, των λεγόμενων “apps”, αντί ενός φυλλομετρητή ιστού. Υπαγορεύοντας ποιες τέτοιες εφαρμογές επιτρέπονται στις συσκευές της, η Apple έχει καταστεί ελεγκτής της κίνησης. Καθώς οι apps εξαπλώνοται και στις άλλες κινητές συσκευές ή ακόμη και στα αυτοκίνητα και στις τηλεοράσεις, το ίδιο θα κάνουν και οι άλλες εταιρείες.» Economist, 2.9.2010.

(15)  Πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών και φορείς εκμετάλλευσης δικτύων τηλεπικοινωνιών που αναζητούν νέες πηγές εσόδων χρησιμοποιούν τεχνολογία για να διακρίνουν μεταξύ των διάφορων τύπων κίνησης διαδικτυακών δεδομένων στο δίκτυό τους, ώστε να μπορούν να χρεώσουν υψηλότερη τιμή, να υποβαθμίσουν ή ακόμη και να αποκλείσουν εντελώς την πρόσβαση σε ορισμένες υπηρεσίες.

(16)  Στην απάντησή του στη δημόσια διαβούλευση που δρομολόγησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 30 Ιουνίου 2010, ο BEREC ανέφερε τρεις κύριες ανησυχίες όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις: 1) τη δυνατότητα εισαγωγής διακρίσεων ως προς τις τιμές, μέσω της χρήσης τεχνικών όπως ο εις βάθος έλεγχος δέσμης δεδομένων (deep packet inspection), σε συνδυασμό με οικονομικά κίνητρα και με τη δυνατότητα κάθετης ολοκλήρωσης, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, 2) το ενδεχόμενο πιο μακροπρόθεσμων αρνητικών συνεπειών για τη διαδικτυακή οικονομία (όσον αφορά την καινοτομία, την ελευθερία έκφρασης κ.ά.) και 3) τη σύγχυση/ζημία των καταναλωτών λόγω της έλλειψης διαφάνειας.

(17)  Βλ. γνωμοδοτήσεις CESE 984/2008 σχετικά με τα «Δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (TEN/327-329 της 29ης Μαΐου 2008, εισηγητής ο κ. Hernandez Bataller, κυρίως σημεία 1.1., 1.2.7 και 4.4), 1915/2008 με θέμα «Πρόσβαση για όλους στο Διαδίκτυο υψηλής ταχύτητας: Προβληματισμοί για τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της καθολικής υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (TEN/353 της 3ης Δεκεμβρίου 2008, εισηγητής: ο κ. Hencks, κυρίως σημείο 1.5), CESE 1628/2010 σχετικά με «Ένα ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη» (TEN/426 της 13ης Δεκεμβρίου 2010, εισηγητής: ο κ. McDonogh, κυρίως σημεία 1.6, 1.9 και 4.5), CESE 525/2011 με θέμα «Προς μια πράξη για την ενιαία αγορά» (INT/548 της 15ης Μαρτίου 2011, εισηγητές: οι κκ. Federspiel, Siecker και Voles) και ιδιαίτερα την πρόσφατη γνωμοδότηση CESE 669/2011 με θέμα «Ενίσχυση του ψηφιακού γραμματισμού, των ηλεκτρονικών δεξιοτήτων και της ηλεκτρονικής ένταξης» (TEN/453, εισηγήτρια: η κ. Batut).

(18)  Βλ. γνωμοδότηση CESE 362/2011 σχετικά με το «Πρώτο πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα και τα ευρωπαϊκά δίκτυα ευρυζωνικότητας» (TEN/434-435).

(19)  «Ένα ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη» - COM(2010) 245 τελικό.

(20)  COM(2010) 2020 τελικό.

(21)  McKinsey Global Institute «Internet matters: The Net's sweeping impact on growth, jobs, and prosperity», Μάιος 2011.

(22)  McKinsey Global Institute «Internet matters: The Net's sweeping impact on growth, jobs, and prosperity», Μάιος 2011 http://www.mckinsey.com/mgi/publications/internet_matters/pdfs/MGI_internet_matters_full_report.pdf

(23)  Eurostat (Επετηρίδα της Eurostat 2010, http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/publications/eurostat_yearbook_2010).

(24)  Όπως ορίζεται στις ανακοινώσεις «Προς μια Πράξη για την Ενιαία Αγορά - Για μια κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας - 50 προτάσεις» (COM(2010) 608 τελικό/2, 11.11.2010) και «Η Πράξη για την Ενιαία Αγορά - Δώδεκα δράσεις για την τόνωση της ανάπτυξης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης - Μαζί για μια νέα ανάπτυξη» (COM(2011) 206 τελικό, 13.04.2011), σημείο 2.7.

(25)  Τέσσερις από τους μεγαλύτερους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών της Ευρώπης (η Deutsche Telekom, η France Telecom, η Telecom Italia και η Telefónica) ανέθεσαν την εκπόνηση μελέτης για να υποστηρίξουν τη θέση τους. Βλ. A.T. Kearney, 2010 «A Viable Future Model for the Internet».

(26)  Οι μεγαλύτεροι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών της Ευρώπης ισχυρίζονται ότι, αν αναβάθμιζαν τα δίκτυά τους για να ανταποκριθούν στην προβλεπόμενη ζήτηση ευρυζωνικών συνδέσεων έως το 2014 χωρίς πρόσθετα έσοδα, η απόδοση του κεφαλαίου τους θα έπεφτε κατά 3 % έως περίπου 9 %. Βλ. A.T. Kearney, 2010 «A Viable Future Model for the Internet».

(27)  Βλ. COM(2010) 471 τελικό «Πρώτο πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα», COM(2010) 472 τελικό «Ευρωπαϊκά δίκτυα ευρυζωνικότητας: επένδυση στην ψηφιακά τροφοδοτούμενη ανάπτυξη» και 2010/572/ΕΕ «Σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τη ρυθμιζόμενη πρόσβαση σε δίκτυα πρόσβασης νέας γενιάς (NGA)» (http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2010:251:0035:0048:EL:PDF). Βλ. επίσης τον «Πίνακα επιδόσεων όσον αφορά το ψηφιακό θεματολόγιο» (SEC(2011) 708 τελικό, 31.05.2011).

(28)  Βλ. «Monitoring the WSIS Targets A mid-term review» (World Telecommunication/ICT Development Report 2010, ITU, Γενεύη, 2010).

(29)  Η KPN είναι η ολλανδική επιχείρηση τηλεπικοινωνιών με συμφέροντα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Είναι ο μεγαλύτερος πάροχος υπηρεσιών Διαδικτύου στις Κάτω Χώρες, με έσοδα 13,4 δισ. ευρώ και κέρδη 1,8 δισ. ευρώ το 2010.

(30)  Βλ. τη διαδικτυακή αναμετάδοση της εκδήλωσης «KPN Investor Day: Group Strategy» στη διεύθυνση http://pulse.companywebcast.nl/playerv1_0/default.aspx?id=12193&bb=true&swf=true.

(31)  Πρόκειται για μια τεχνική που χρησιμοποιούν οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου για να εξετάζουν λεπτομερώς τη δέσμη δεδομένων, καθώς περνάει από ένα σημείο ελέγχου. Ο εις βάθος έλεγχος δέσμης δεδομένων (και το φιλτράρισμα) επιτρέπει καλύτερη διαχείριση του δικτύου, καλύτερες υπηρεσίες προς τους χρήστες και πιο προηγμένες λειτουργίες ασφαλείας, αλλά και εξόρυξη διαδικτυακών δεδομένων, λαθρακρόαση, λογοκρισία κλπ.

(32)  Σε μία επισκόπηση της αλλαγής παρόχων στο Ηνωμένο Βασίλειο που δημοσιεύθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2010 (http://stakeholders.ofcom.org.uk/binaries/consultations/consumer-switching/summary/switching.pdf), η βρετανική ρυθμιστική αρχή OFCOM διαπίστωσε ότι, εφόσον έχει επιλογή, το 45 % των πελατών ευρυζωνικών υπηρεσιών θεωρεί την αλλαγή παρόχου «πολλή φασαρία» και ότι δεν είναι πολύ πιθανό να αλλάξουν οι καταναλωτές πάροχο απλώς και μόνο εξαιτίας του αποκλεισμού ή της χρέωσης υψηλότερης τιμής για μία-δύο διαδιδικτυακές χρήσεις.

(33)  Όλα τα στατιστικά δεδομένα προέρχονται από την «Επισκόπηση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα νοικοκυριά», Ειδικό Ευρωβαρόμετρο αριθ. 362, Ιούλιος 2011, http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/ebs/ebs_362_en.pdf.

(34)  Βλ γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η προσέγγιση της προορατικής νομοθεσίας: ένα ακόμη βήμα προς τη βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ» (ΕΕ C 175, 28.07.2009, σελ. 26).

(35)  Οδηγία 2002/21, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/140/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 337, 18.12.2009).

(36)  2009/136/ΕΚ.

(37)  Κατευθυντήριες γραμμές για τη δικτυακή ουδετερότητα, 2009: http://www.npt.no/ikbViewer/Content/109604/Guidelines%20for%20network%20neutrality.pdf.

(38)  Οι καταναλωτές θα πρέπει να δικαιούνται:

1.

Διαδικτυακή σύνδεση με ταχύτητα και αξιοπιστία αντίστοιχη της διαφημισθείσας

2.

Διαδικτυακή σύνδεση που να τους επιτρέπει:

α)

να λαμβάνουν και να δέχονται περιεχόμενο της επιλογής τους,

β)

να χρησιμοποιούν υπηρεσίες και εφαρμογές της επιλογής τους,

γ)

να συνδέουν εξοπλισμό και να χρησιμοποιούν λογισμικό της επιλογής τους, χωρίς ζημία του δικτύου.

3.

Διαδικτυακή σύνδεση που δεν εφαρμόζει διακρίσεις ως προς τον τύπο εφαρμογής, υπηρεσίας ή περιεχομένου ή βάσει της διεύθυνσης του αποστολέα ή του παραλήπτη.

4.

Ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων δικτύων, εφαρμογών, υπηρεσιών και περιεχομένου.

5.

Γνώση των πρακτικών διαχείρισης του δικτύου που εφαρμόζονται από τον πάροχό τους (http://ec.europa.eu/information_society/policy/ecomm/doc/library/public_consult/net_neutrality/comments/08industry_social_consumer_orgs_ngos_etc/beuc.pdf).

(39)  Ψήφισμα του TACD του Απριλίου 2010 (έγγρ. αριθ INFOSOC 42-09)

(40)  Μη επίσημη μετάφραση στα αγγλικά: https://www.bof.nl/2011/06/15/net-neutrality-in-the-netherlands-state-of-play/.


Top