Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52009AE0876

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Αντιμετώπιση των προκλήσεων της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας της βιοποικιλότητας [COM(2008) 645 τελικό]

OJ C 277, 17.11.2009, p. 62–66 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

17.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 277/62


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Αντιμετώπιση των προκλήσεων της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας της βιοποικιλότητας»

[COM(2008) 645 τελικό]

(2009/C 277/12)

Εισηγητής: ο κ. RIBBE

Στις 17 Οκτωβρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Αντιμετώπιση των προκλήσεων της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας της βιοποικιλότητας»

(COM(2008) 645 τελικό)

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 17 Απριλίου 2009 με εισηγητή τον κ. RIBBE.

Κατά την 453η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Μαΐου 2009 (συνεδρίαση της 14ης Μαΐου) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 153 ψήφους υπέρ, 5 ψήφους κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.   Η ΕΟΚΕ επικροτεί την παρουσίαση της ανακοίνωσης της Επιτροπής και συμφωνεί με τις στοχοθεσίες της να μειωθεί τουλάχιστον στο ήμισυ η αποψίλωση και η υποβάθμιση των τροπικών δασών έως το 2020 και να σταματήσει έως το 2030. Προσδοκά δε ότι η ΕΕ θα δραστηριοποιηθεί με περισσότερη ενεργητικότητα απ' ό,τι κατά το παρελθόν.

1.2.   Ακόμη και αν σε ορισμένες περιπτώσεις η εξέλιξη που περιγράφεται μπορεί κατά μέρος να αναχθεί σε δραστηριότητες του τοπικού πληθυσμού (όπως η οικονομία ιδιοκατανάλωσης), τα βασικά αίτια των προβλημάτων είναι άλλα. Συνήθως, υπάρχει μια ολιγομελής ομάδα ή σε ορισμένες περιπτώσεις ένα συγκρότημα με διεθνή δράση που συγκεντρώνουν εν μέρει τεράστια κέρδη σε βάρος του περιβάλλοντος, του κλίματος, της βιοποικιλότητας και του τοπικού πληθυσμού και αφήνουν πίσω τους κυριολεκτικά καμένη γη.

1.3.   Το γεγονός ότι μπόρεσε να προκύψει η κατάσταση αυτή δεν οφείλεται μόνο στους άμεσους οικονομικούς λόγους που πολύ σωστά συνδυάστηκαν από την Επιτροπή με την ύπαρξη αβέβαιων καθεστώτων έγγειας ιδιοκτησίας και διεφθαρμένων ή αναποτελεσματικών συστημάτων διοίκησης. Σε μεγάλο βαθμό συνυπεύθυνες είναι και οι χώρες προς τις οποίες εξάγονται τα προϊόντα, δηλαδή και η ΕΕ. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόθεση της Επιτροπής να αναλύσει την άμεση και έμμεση συμβολή της ΕΕ σε αυτό και να συναγάγει τα ανάλογα συμπεράσματα.

1.4.   Η απόφαση να πρωτοστατήσει η ΕΕ στην καταπολέμηση της αποψίλωσης είναι καλή. Είναι προφανές ότι σε αυτό το πλαίσιο η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να συνεισφέρει και οικονομικά. Η ΕΟΚΕ απευθύνει, ωστόσο, έκκληση προς όλους τους πολιτικούς να σεβαστούν ορισμένες αρχές. Καταρχάς, πρέπει πάντα να ισχύει η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Τούτο σημαίνει ότι εκείνος που εφαρμόζει -νόμιμα- ένα μέτρο που βλάπτει το περιβάλλον, πρέπει να καλύψει το κόστος που συνεπάγεται αυτό. Η εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους, που έχει ζητήσει επανειλημμένα η ΕΟΚΕ, πρέπει για τον λόγο αυτόν να προωθηθεί επιτέλους σε παγκόσμιο επίπεδο και να κατασταθεί συμβατή με τις αρχές του ΠΟΕ.. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» δεν πρέπει να αποδυναμωθεί μέσω μιας αρχής «το κοινό πληρώνει», η οποία σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι ή ο δημόσιος τομέας πληρώνουν το κόστος της αμέλειας που προκαλεί ρύπανση του περιβάλλοντος.

1.5.   Οι χώρες που θέλουν να επωφεληθούν από χρηματοδοτικά μέσα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον περιορισμό της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι δεν διαπραγματεύονται ένα «συγχωροχάρτι» αλλά ότι ενδιαφέρονται για βιώσιμη ανάπτυξη. Η καταπολέμηση της παράνομης υλοτομίας και εμπορίας ξυλείας πρέπει να αποτελέσει ένα πρώτο κριτήριο γι’ αυτό. Θα ήταν παράλογο να μεταφέρονται πόροι σε χώρες οι οποίες δεν είναι καν πρόθυμες να καταπολεμήσουν αποφασιστικά την παράνομη υλοτομία, με ή χωρίς την υποστήριξη της ΕΕ.

1.6.   Αν και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός των επιμέρους μέτρων που προτίθεται να εφαρμόσει η ΕΕ για την επίλυση του προβλήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι ήδη σαφές ότι θα ληφθούν προπαντός μέτρα που θα υλοποιούνται σε εθελούσια βάση (1). Είναι, ωστόσο, προφανές ότι η διεθνής κοινότητα, που είναι απόλυτα προσηλωμένη στην ελευθέρωση της οικονομίας και στην παγκοσμιοποίηση, αγγίζει σύντομα τα όρια της πολιτικής αυτής, όταν πρόκειται για την καταπολέμηση της οικολογικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απουσία μέσων που μπορούν να εφαρμοστούν σε παγκόσμια κλίμακα είναι αισθητή και η ΕΕ καλείται τουλάχιστον να μεριμνήσει ώστε σχετικές πρωτοβουλίες να μην εκλαμβάνονται στο εξής στους κόλπους του ΠΟΕ ως «εμπορικοί φραγμοί».

1.7.   Η ΕΟΚΕ κατανοεί, αρχικά, αυτήν την προσέγγιση «σε εθελούσια βάση» αλλά ζητά από την Επιτροπή να προβεί το αργότερο σε τρία χρόνια σε ενδιάμεσο απολογισμό, ώστε να εξετάσει αν τα μέτρα αυτά έχουν πράγματι αποτελέσματα καθώς και αν επιτυγχάνονται οι επιδιωκόμενοι στόχοι. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η αποψίλωση και η υποβάθμιση των δασών συνεχίζονται, θα πρέπει να ληφθούν «σκληρότερα» μέτρα.

1.8.   Ένα πρώτο μέτρο για την βελτίωση της κατάσταση θα ήταν ενδεχομένως η θέσπιση συστημάτων πιστοποίησης. Τα συστήματα αυτά δεν θα πρέπει να ισχύουν μόνο για την εισαγόμενη ξυλεία και τα προϊόντα ξύλου, αλλά και για άλλα προϊόντα που προέρχονται από τις περιοχές αυτές (π.χ. ζωοτροφές ή βιομάζα για την παραγωγή ενέργειας).

1.9.   Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, η αποψίλωση και η υποβάθμιση των δασών καταδεικνύουν, δυστυχώς, ότι η αναπτυξιακή πολιτική απέτυχε σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στις περιφέρειες για τις οποίες συζητούμε εδώ. Δεν αναπτύχθηκαν καινοτόμα και βιώσιμα μελλοντοστραφή πρότυπα προσαρμοσμένα στην εκάστοτε περιφέρεια, που θα επέφεραν μια διαφορετική εξέλιξη από τη σημερινή καταλήστευση των φυσικών πόρων. Όμως ποτέ δεν είναι αργά για την προώθηση ανάλογων προσεγγίσεων, σε συνεργασία με τους τοπικούς πληθυσμούς και προς όφελός τους. Η ΕΕ οφείλει να συμπεριλάβει στον στρατηγικό της προβληματισμό ανάλογες πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη των δημοκρατικών δομών και την υποστήριξη της κοινωνίας των πολιτών. Η ΕΟΚΕ είναι έτοιμη να προσφέρει τη συνεργασία της σε αυτό το πλαίσιο.

2.   Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

2.1.   Η ανακοίνωση της Επιτροπής δεν αφορά τις δασικές εκτάσεις εντός ΕΕ. Αντίθετα, ασχολείται με το πώς μπορούν να προστατευθούν καλύτερα στο μέλλον εκείνες οι δασικές εκτάσεις για τις οποίες δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα διεθνείς συμφωνίες, π.χ. στο πλαίσιο της συμφωνίας για την προστασία του κλίματος.

2.2.   Σύμφωνα με εκτιμήσεις του FAO, κάθε χρόνο χάνονται περίπου 13 εκατ. εκτάρια δάσους, έκταση αντίστοιχη περίπου με αυτήν της Ελλάδας. Το 96 % της αποψίλωσης σημειώνεται σε τροπικές περιοχές και η μεγαλύτερη καθαρή απώλεια δασικών εκτάσεων από το 2000 έως το 2005 διαπιστώθηκε σε δέκα χώρες (2).

2.3.   Οι λόγοι της αδιάλειπτης αποψίλωσης είναι μεν πολύπλοκοι και πολύπλευροι αλλά και σχετικά απλοί. Διαπιστώσεις της ανακοίνωσης της Επιτροπής όπως: «Τα δάση καταστρέφονται επειδή βραχυπρόθεσμα είναι επικερδέστερη η χρήση της γης για άλλους σκοπούς από τη διατήρησή τους» ή «Κερδοφόρες εναλλακτικές χρήσεις γης, με υψηλή εμπορική αξία, όπως η απόκτηση εμπορεύσιμων πρώτων υλών, αποτελούν κίνητρο για την αποψίλωση των δασών» καθιστούν σαφές ότι χρήσεις που δεν είναι σε καμία περίπτωση βιώσιμες μπορούν ασφαλώς από μικροοικονομική άποψη να αποφέρουν υψηλά κέρδη. «Πρέπει να αναγνωριστεί ρητά ότι ένας από τους βασικούς μοχλούς για την αποψίλωση των δασών είναι οικονομικός».

2.4.   Ως περαιτέρω παράγοντες για τη μέχρι τώρα αχαλίνωτη καταστροφή δασών αναφέρονται οι εξελίξεις στις υποδομές. Επιπροσθέτως η Επιτροπή αναφέρει τα εξής: «Η πιο σημαντική αιτία είναι η αναποτελεσματική διακυβέρνηση, που συνδέεται με την πλημμελή εφαρμογή πολιτικών χρήσης γης και με αβέβαιακαθεστώτα έγγειας ιδιοκτησίας

2.5.   Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι πολύπλευρες:

Η αποψίλωση που περιγράφεται είναι υπεύθυνη για περίπου το 20 % των παγκόσμιων εκπομπών CO2 και μέχρι τώρα δεν υπάρχουν μηχανισμοί με τη βοήθεια των οποίων θα μπορούσε να σταματήσει αυτή η ακραία κλιματική επιβάρυνση. Σε αυτό ακριβώς αποβλέπει το έγγραφο της Επιτροπής, και ενόψει της διάσκεψης για την προστασία του κλίματος που θα διεξαχθεί στο τέλος του τρέχοντος έτους στην Κοπεγχάγη.

Ωστόσο, η Επιτροπή καθιστά επίσης σαφές ότι το θέμα δεν είναι μόνο η παγκόσμια προστασία του κλίματος. Στα τροπικά δάση απαντώνται περίπου τα μισά από όλα τα είδη χλωρίδας και πανίδας του πλανήτη! Εάν σταματήσει η αποψίλωση, αυτό θα είναι και μια σημαντική συνεισφορά στην προσέγγιση ενός ακόμα στόχου τον οποίο έχει ενστερνιστεί η διεθνής κοινότητα, δηλαδή της ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας.

Ακόμα, επισημαίνεται ότι η αποψίλωση και η υποβάθμιση των δασών μπορεί να έχει πολλές και διάφορες αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις κυρίως για τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού και ότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί χάνουν τα μέσα για την επιβίωσή τους.

2.6.   Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή παρουσιάζει υπολογισμούς που αφορούν την οικονομική αξία των τροπικών δασών. Παραπέμπει μεταξύ άλλων σε προβλέψεις σύμφωνα με τις οποίες η συνεχιζόμενη αποψίλωση θα οδηγήσει έως το 2050 σε απώλεια της τάξεως του 5 % του παγκόσμιου ΑΕΠ (3), και επισημαίνει το σημαντικό δυναμικό εξοικονόμησης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί με σχετικά μικρό κόστος ανά τόνο CO2.

2.7.   Η Επιτροπή διαπιστώνει ξεκάθαρα ότι «η χρονική στιγμή είναι κατάλληλη για την ανάληψη αποφασιστικής δράσης». Διατυπώνει τον στόχο «να έχει συγκρατηθεί, το αργότερο έως το 2030, η παγκόσμια απώλεια δασικών εκτάσεων και, έως το 2020, να έχει μειωθεί η γενική αποψίλωση των τροπικών δασών κατά τουλάχιστον 50 % σε σύγκριση με τα σημερινά επίπεδα» και προτίθεται να φέρει αυτόν τον στόχο στις μετά το Κιότο διαπραγματεύσεις.

2.8.   Με δυο λόγια: η Επιτροπή θεωρεί απολύτως απαραίτητη την προστασία των παγκοσμίων δασικών εκτάσεων και η Ευρώπη πρέπει «να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας πολιτικής όσον αφορά την αποψίλωση των δασών».

2.9.   Όσον αφορά την ενδεχόμενη συμβολή της ΕΕ, στην ανακοίνωση της Επιτροπής απαριθμούνται διάφοροι τομείς δράσης στο πλαίσιο της υφιστάμενης πολιτικής. Στο πλαίσιο της υφιστάμενης πολιτικής:

παρουσιάζονται αφενός πιθανά μέτρα που μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη χρήση ξυλείας και προϊόντων ξυλείας από βιώσιμη παραγωγή. Αυτό θεωρείται πολύ σημαντικό, καθώς η ΕΕ συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους καταναλωτές ξυλείας και προϊόντων ξυλείας. Μόνο το 2005 εισήχθησαν στην ΕΕ 83 εκατ. m3 ξυλείας και σχετικών προϊόντων, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται ο χαρτοπολτός και το χαρτί. Η Επιτροπή εκτιμά ότι περισσότερο από το 19 % των εισαγωγών προέρχεται από παράνομη υλοτομία.

αφετέρου συνιστάται να εξεταστεί προσεκτικότερα κατά πόσον βλάπτουν τα δάση εκείνοι οι τομείς της κοινοτικής πολιτικής που σχετίζονται με προϊόντα που δεν κατασκευάζονται από ξύλο. Μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι «υπάρχει σχέση μεταξύ της ζήτησης για γεωργικά προϊόντα και των πιέσεων που ασκούνται στις χρήσεις γης.» Γι’ αυτό εξαγγέλλεται μεταξύ άλλων «μελέτη του αντίκτυπου από την κατανάλωση στην ΕΕ εισαγόμενων τροφίμων και μη εδώδιμων προϊόντων (π.χ. κρέας, σόγια, φοινικέλαιο, μεταλλεύματα) που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποψίλωση των δασών». Τέτοιες μελέτες θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα να εξεταστούν πολιτικές δυνατότητες για τη μείωση αυτών των επιπτώσεων.

2.10.   Πέρα από την υφιστάμενη πολιτική, η Επιτροπή εστιάζει στην ανακοίνωσή της στο θέμα της κλίμακας και των πηγών της χρηματοδότησης μέτρων και μηχανισμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υλοποίηση της πολιτικής για την αντιμετώπιση της αποψίλωσης.

Η εκτίμηση αντικτύπου στην οποία προέβη η Επιτροπή δείχνει ετήσιο κόστος που εκτιμάται σε περίπου 15-25 δισ. ευρώ, τα οποία απαιτούνται για να υποδιπλασιαστεί η αποψίλωση έως το 2020. Η ΕΕ συμπεραίνει ότι «οι αναπτυγμένες χώρες πρέπει να διαθέσουν σημαντικούς πόρους».

Μελετώνται διάφορες ιδέες για το ποιοί μηχανισμοί χρηματοδότησης θα μπορούσαν να αναπτυχθούν. Επί του παρόντος η αναγνώριση δασικών πιστώσεων στο κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών δεν θεωρείται ρεαλιστική, καθώς οι εκπομπές από την αποψίλωση των δασών είναι περίπου τρεις φορές υψηλότερες από τις ποσότητες των εκπομπών που υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος εμπορίας εκπομπών. Μόλις όμως δημιουργηθούν και διασυνδεθούν σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτός από το κοινοτικό σύστημα εμπορίας εκπομπών, και άλλα συστήματα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, ενδέχεται να καταστεί εφικτή η χρήση ανάλογων πιστώσεων για χρηματοδότηση της προστασίας των δασών.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης της ΕΕ θα μπορούσε να προέλθει από τα έσοδα του πλειστηριασμού δικαιωμάτων εκπομπών. Αν το 5 % των αναμενόμενων εσόδων του πλειστηριασμού (που εκτιμάται σε 30-50 δισ. ευρώ) χρησιμοποιείτο για τον σκοπό αυτόν, θα μπορούσαν να προκύψουν περίπου 1,5-2,5 δισ. ευρώ έως το 2020.

2.11.   Στο πλαίσιο της συμφωνίας πλαισίου για το κλίμα, η ΕΕ επιδιώκει για το διάστημα 2013-2020 τον στόχο δημιουργίας ενός διεθνώς υποστηριζόμενου συστήματος παροχής κινήτρων για τον περιορισμό της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Σε αυτά θα μπορούσε να συμπεριληφθεί η δημιουργία ενός παγκόσμιου μηχανισμού για τον περιορισμό του διοξειδίου του άνθρακα μέσω της προστασίας των δασών που θα παράσχει τη δυνατότητα στις αναπτυσσόμενες χώρες να συμβάλουν στον στόχο μείωσης των εκπομπών που συμφωνήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο, λαμβάνοντας μέτρα για τη μείωση των εκπομπών που οφείλονται στην αποψίλωση και την υποβάθμιση των δασών· οι θεσμικές και επιχειρησιακές ιδιαιτερότητες ενός τέτοιου μηχανισμού «απομένουν να καθοριστούν».

Πιο μακροπρόθεσμη προοπτική θεωρείται η συμπερίληψη της αποψίλωσης των δασών στις αγορές διοξειδίου του άνθρακα.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.   Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την ανακοίνωση της Επιτροπής και μαζί με αυτήν το γεγονός ότι η ΕΕ αισθάνεται την υποχρέωση να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην επίλυση ενός προβλήματος που εδώ και δεκαετίες είναι γνωστό και πολυσυζητημένο. Οι επικείμενες διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία για την προστασία του κλίματος αποτελούν ένα καλό πλαίσιο γι’ αυτό.

3.2.   Η ΕΟΚΕ θα ήθελε αρχικά να επισημάνει, οπωσδήποτε με κριτικό πνεύμα, πως είναι λυπηρό το ότι η διεθνής κοινότητα παρακολουθούσε έως τώρα σχεδόν άπραγη την καταστροφή των δασών. Υπήρχαν υπεραρκετοί λόγοι για να ασχοληθεί ενωρίτερα με την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η μείωση των ειδών που συνδέεται με την καταστροφή και την υποβάθμιση των δασών, αλλά και η καταστροφή των μέσων επιβίωσης των αυτοχθόνων πληθυσμών, η εκμετάλλευση των εργαζομένων που παρατηρείται ή η εκδίωξη μικροκαλλιεργητών από την πατρογονική τους γη, οπωσδήποτε δεν είναι κάτι καινούργιο. Η προστασία του κλίματος δεν είναι λοιπόν παρά μια νέα, πρόσθετη αφορμή για να ασχοληθούμε με ένα παλιό πρόβλημα, ας ελπίσουμε, με νέα ορμή.

3.3.   Η ΕΟΚΕ κατανοεί εν μέρει τη δήλωση της Επιτροπής ότι η ανακοίνωση που παρουσίασε «δεν αποβλέπει να δώσει οριστικές απαντήσεις στα πολλά θέματα που σχετίζονται με την αποψίλωση των δασών», περιμένει ωστόσο από την Επιτροπή να μην υπάρξουν περαιτέρω αναβολές σχετικά με το ζήτημα αυτό. Πρέπει επειγόντως να ληφθούν μέτρα.

3.4.   Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις ξεκάθαρες δηλώσεις της Επιτροπής για τους λόγους της καταστροφής των δασών. Η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι αυτές οι καθόλου αειφόρες χρήσεις γης οφείλονται σε βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα. Σε συνδυασμό με εν μέρει εντελώς αδιευκρίνιστα καθεστώτα έγγειας ιδιοκτησίας και με ανύπαρκτα, πλημμελώς εφαρμοζόμενα ή εν μέρει εντελώς διεφθαρμένα συστήματα διοίκησης, σημειώνονται καταστροφές που δεν είναι μόνο προβληματικές σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά πολλές φορές είναι αντίθετες προς τις ανάγκες των τοπικών πληθυσμών. Πρόκειται για μια απαράδεκτη εκμετάλλευση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, χωρίς ίχνος στοιχείων βιώσιμης ανάπτυξης.

3.5.   Η ΕΟΚΕ ασφαλώς αναγνωρίζει ότι πρέπει να δοθούν στους κατοίκους όλων των περιοχών του πλανήτη μας προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Η ίδια προσπαθεί εδώ και χρόνια να βρει ανάλογες λύσεις σε στενό διάλογο με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, π.χ. στην Κεντρική και τη Λατινική Αμερική, την Ινδία και την Κίνα. Ωστόσο, αυτό που συμβαίνει στο πλαίσιο της παγκόσμιας υποβάθμισης και καταστροφής των δασών και αποτελεί αντικείμενο της ανακοίνωσης της Επιτροπής δεν έχει καμία σχέση με προσαρμοσμένη περιφερειακή ανάπτυξη.

3.6.   Στις χώρες που υποφέρουν από μαζική αποψίλωση των δασών τους, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της ύπαρξης πολλών γεωργών που υλοτομούν και καίγουν τα δάση προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το έδαφος για γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Η άνιση κατανομή της γης και η έλλειψη αγροτικής πολιτικής σε αυτές τις περιοχές προκαλεί αυτή τη μη αειφόρο εκμετάλλευση των δασικών πόρων.

3.7.   Οι χρήσεις που παρατηρούνται εκεί συχνά ωφελούν μόνο έναν απειροελάχιστο αριθμό προσώπων ή κάποιες επιχειρήσεις με διεθνή δράση, που επιτυγχάνουν εν μέρει τεράστια κέρδη σε βάρος του περιβάλλοντος, του κλίματος, της βιοποικιλότητας και του τοπικού πληθυσμού και αφήνουν πίσω τους κυριολεκτικά καμένη γη. Ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι νομοτέλεια και ότι οι υφιστάμενοι τοπικοί πόροι μπορούν να αξιοποιηθούν με βιώσιμο τρόπο προσφέροντας νέες πηγές εισοδήματος και νέες προοπτικές ανάπτυξης στον τοπικό πληθυσμό, αποδεικνύεται από πολλά θετικά παραδείγματα (4) που πρέπει να προωθηθούν.

3.8.   Μολονότι οι επιπτώσεις αυτής της υπερεκμετάλλευσης γίνονται καταρχάς άμεσα και θεαματικά αντιληπτές σε τοπικό επίπεδο, έχουν και μια παγκόσμια διάσταση –όπως βλέπουμε από την κλιματική αλλαγή και τη μείωση της βιοποικιλότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι καταστροφές μας πλήττουν όλους. Και όλοι πρέπει να συμβάλουμε στην επίλυση των προβλημάτων.

3.9.   Από την πλευρά των ανεπτυγμένων χωρών δεν έχει πολύ νόημα να σχολιάζουμε επιτιμητικά τη δραματική κατάσταση στις αναπτυσσόμενες χώρες, γιατί είμαστε κι εμείς μέρος του προβλήματος: σημαντικό μέρος των προϊόντων που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο –συνήθως ακατέργαστες πρώτες ύλες ή προϊόντα τα οποία υφίστανται περιορισμένου βαθμού επεξεργασία – δεν διατίθενται επί τόπου, αλλά συνήθως πολύ μακριά, συχνά στις ανεπτυγμένες χώρες. Συνεπώς, υπάρχει ζήτηση γι αυτά τα «φτηνά» προϊόντα, ακόμη και στην Ευρώπη.

3.10.   Γι’ αυτό είναι απόλυτα σωστό το ότι η Επιτροπή εξετάζει συνολικά τρία ερωτήματα:

1.

Πόσο υψηλό είναι το «μερίδιο» της ΕΕ στις καταστροφές που συμβαίνουν εκεί (και πώς μπορεί να μειωθεί);

2.

Πώς μπορεί, αφενός, να συμβάλει η ΕΕ (και τα κράτη μέλη) στην αποτροπή των παράνομων επεμβάσεων, δηλαδή εκείνων των καταστροφών που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι δεν είναι προς το συμφέρον της εκάστοτε χώρας; Πώς μπορούν, αφετέρου, να αναπτυχθούν μορφές χρήσης που θα βασίζονται σε κριτήρια βιωσιμότητας και θα προσανατολίζονται ανάλογα με τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού;

3.

Πώς μπορούν να αναπτυχθούν μηχανισμοί χρηματοδότησης που θα μειώσουν την επιβάρυνση που προκαλεί η καταστροφή των δασών;

3.11.   Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η Επιτροπή εργάζεται εντατικά - μαζί με άλλα θεσμικά όργανα-για τον εμπλουτισμό της συζήτησης για την προστασία του κλίματος και της βιοποικιλότητας με οικονομικά δεδομένα. Σχετικά παραδείγματα είναι η έκθεση Stern, που καθιστά σαφές ότι μπορεί να πληρώσουμε την παραμέληση της προστασίας του κλίματος ακριβότερα από μια φιλόδοξη αλλαγή πορείας, ή η έκθεση Sukhdev που μνημονεύεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής και δίνει πληροφορίες για τις οικονομικές αξίες που σχετίζονται με μια άθικτη βιοποικιλότητα.

3.12.   Όμως αυτές οι μελέτες και οι υπολογισμοί αποτελούν επίσης εύστοχα παραδείγματα τα οποία δείχνουν ότι οι αξίες της εθνικής οικονομίας που περιγράφουν δεν βρίσκονται σήμερα παρά μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν αυξάνουν το ΑΕΠ, δεν εναρμονίζονται με τους οικονομικούς ισολογισμούς των επιχειρήσεων και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο χρηματιστηριακών συναλλαγών. Αντίθετα, το παράδειγμα της καταστροφής των δασών δείχνει σαφέστατα ότι υπάρχουν ακραίες αντιθέσεις μεταξύ της επιδίωξης βραχυπρόθεσμου κέρδους (= αίτιο της καταστροφής των δασών) και των μακροπρόθεσμων γενικών συμφερόντων των εθνικών οικονομιών (= διατήρηση των δασών για λόγους που αφορούν το κλίμα και τη βιοποικιλότητα)

3.13.   Η υπερεκμετάλλευση των πόρων μας γίνεται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Γι’ αυτό, η κύρια μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι να επιτύχουμε επιτέλους την «εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους», βοηθώντας έτσι στην επιβολή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» που έχει προβληθεί επανειλημμένα. Οι προαναφερθείσες μελέτες και άλλα αριθμητικά στοιχεία της ανακοίνωσης της Επιτροπής παρέχουν μια σαφή εικόνα όσον αφορά το ύψος των ποσών που σχετίζονται με αυτά.

3.14.   Η ΕΟΚΕ καταλαβαίνει πολύ καλά ότι πρέπει να εξεταστούν και συνιστώσες που αφορούν τα κίνητρα τα οποία αναχαιτίζουν την καταστροφή των δασών –όπως έγινε στο έγγραφο της Επιτροπής. Ωστόσο, για την ΕΟΚΕ έχει μεγάλη σημασία να επισημανθεί ότι σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τηρηθεί μια σημαντική αρχή: δεν πρέπει να γίνεται μεταφορά δημόσιου χρήματος και να προσφέρεται «κίνητρο» σε επιχειρήσεις ή ιδιώτες για να μην προβαίνουν σε ενέργειες που βλάπτουν το ευρύτερο κοινό. Πρέπει πάντα να επιδιώκεται η διαμόρφωση των παγκόσμιων συνθηκών με τέτοιον τρόπο ώστε να αποκλείονται ή να αποφεύγονται παρόμοιες βλαβερές ενέργειες. Αυτή η σημαντική αρχή πρέπει να καθοδηγεί και την ΕΕ, και στις διαπραγματεύσεις της Κοπεγχάγης. Οφείλουμε να εφαρμόζουμε στο πλαίσιο των παρεμβάσεων με συνέπεια την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», αντί να την αποδυναμώνουμε μέσω της αρχής «το κοινό πληρώνει» το κόστος της αμέλειας που προκαλεί καταστροφές.

3.15.   Γι’ αυτό, τα κράτη που θα θελήσουν μελλοντικά να επωφεληθούν από ανάλογα χρηματοδοτικά μέσα θα πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι δεν διαπραγματεύονται να λάβουν «συγχωροχάρτι», αλλά ενδιαφέρονται για μακροπρόθεσμες βιώσιμες εξελίξεις. Για τον τομέα της αποψίλωσης, το θέμα της καταπολέμησης της παράνομης αποψίλωσης και υποβάθμισης των δασών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο κριτήριο. Οι ενδιαφερόμενες χώρες πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες –με ή χωρίς βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα- για να σταματήσουν αυτές τις παράνομες πρακτικές. Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να επισημάνει ότι το ζητούμενο δεν είναι να νομιμοποιηθούν οι παράνομες ενέργειες, αλλά να σταματήσουν! Μόνο αυτό θα σήμαινε ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης.

3.16.   Από την άλλη πλευρά, οι εμπλεκόμενες χώρες πρέπει να δείξουν ότι ενδιαφέρονται για καινοτόμες, βιώσιμες εξελίξεις προσαρμοσμένες στην εκάστοτε περιφέρεια για την αντιμετώπιση της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1.   Σε πολλά σημεία η ανακοίνωση της Επιτροπής είναι ακόμα αρκετά ασαφής, πράγμα που εν μέρει οφείλεται σε έλλειψη βασικών γνώσεων και δεδομένων και εν μέρει στο γεγονός ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί οριστικά η εξέταση των σχετικών ιδεών.

4.2.   Η ΕΕ κινδυνεύει να κατηγορηθεί για έλλειψη ενδιαφέροντος αν δεν αρχίσει αν αναπτύσσει με εντατικότερους ρυθμούς σχέδια για την καταπολέμηση της καταστροφής των δασών.

4.3.   Οι αρμόδιοι στη δημόσια διοίκηση και στην πολιτική, παρακολουθούσαν για πάρα πολύ καιρό άπρακτοι την καταστροφή των δασών καθώς και την άφιξη παράνομων προϊόντων σε ευρωπαϊκά λιμάνια. Μολονότι μπορεί να είναι συχνά δύσκολο να εντοπισθεί η προέλευση των εμπορευμάτων, λόγω της ενσωμάτωσής τους σε άλλα προϊόντα, τροποποιημένων κωδικών, κλπ., φαίνεται ότι δεν υπάρχει ακόμη πραγματική βούληση για τη λήψη κατασταλτικών μέτρων. Η ΕΟΚΕ ελπίζει ότι η ΕΕ θα δραστηριοποιηθεί δραστικά σε αυτό το παγκόσμιας εμβέλειας ζήτημα. Πρόσφατα μάλιστα επιδοκίμασε την απόφαση της ΕΕ να μην επιτρέπει την εισαγωγή προϊόντων φώκιας, παρά το γεγονός ότι η καναδική κυβέρνηση επιτρέπει το κυνήγι φώκιας. Για την κοινωνία των πολιτών, παρόμοια απόφαση σηματοδοτεί τη βούληση να ληφθούν εξίσου αυστηρά μέτρα για την προστασία των δασών.

4.4.   Για παράδειγμα, η ανακοίνωση δεν είναι σαφής αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσον ευθύνονται άμεσα ή έμμεσα για την καταστροφή των δασών οι μεγάλες ποσότητες ζωοτροφών που εισάγονται στην ΕΕ (5). Για το θέμα αυτό λαμβάνουν χώρα συνεχώς συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, και υπάρχουν σχετικές αναφορές και στο έγγραφο της Επιτροπής (βλ. σημείο 2.9). Η ΕΟΚΕ παρακαλεί την Επιτροπή να δώσει μεγάλη προτεραιότητα στην εξαγγελθείσα «μελέτη του αντίκτυπου από την κατανάλωση στην ΕΕ εισαγόμενων τροφίμων και μη εδώδιμων προϊόντων (π.χ. κρέας, σόγια, φοινικέλαιο, μεταλλεύματα) που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποψίλωση των δασών», προκειμένου να διευκρινιστεί το ζήτημα.

4.5.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι όπως αναπτύχθηκαν από την ΕΕ κριτήρια αειφορίας για την παραγωγή πρώτων υλών για τα «αγροκαύσιμα», πρέπει να διατυπωθούν το συντομότερο δυνατό και κριτήρια αειφορίας για τις ζωοτροφές, την ξυλεία και τα σχετικά προϊόντα. Ακόμη και αν πρόκειται να φανεί στο μέλλον πώς μπορεί να οργανωθεί και να διεξαχθεί, ενόψει των αδιευκρίνιστων καθεστώτων έγγειας ιδιοκτησίας και της κακής διοίκησης, ο γενικευμένος έλεγχος τέτοιων κριτηρίων, οι προσεγγίσεις αυτές είναι ουσιαστικές και σωστές. Ωστόσο, για να έχουν στη συνέχεια τα αντίστοιχα κριτήρια αειφορίας διαρκή αποτελεσματικότητα θα είναι αναγκαίο να ενσωματωθούν υποχρεωτικά στους κανόνες του παγκοσμίου εμπορίου.

4.6.   Το παράδειγμα της αποψίλωσης των δασών καταδεικνύει σαφώς ότι η διεθνής κοινότητα, που είναι απόλυτα προσηλωμένη στην ελευθέρωση της οικονομίας και στην παγκοσμιοποίηση, αγγίζει σύντομα τα όριά της, όταν πρόκειται για την καταπολέμηση περιβαλλοντικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απουσία μέσων εφαρμόσιμων σε παγκόσμιο επίπεδο είναι αισθητή και η ΕΕ καλείται να μεριμνήσει τουλάχιστον ώστε σχετικές πρωτοβουλίες να μην εκλαμβάνονται στο εξής στους κόλπους του ΠΟΕ ως «εμπόδια του εμπορίου».

4.7.   Η ΕΟΚΕ κατανοεί επίσης ότι δεν υπάρχουν ακόμα σαφείς ιδέες για τη χρηματοδότηση μέτρων. Εδώ θα πρέπει να αξιοποιηθούν με τον ανάλογο τρόπο οι διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

4.8.   Όμως μελλοντικά το ζητούμενο δεν θα είναι μόνο η μεταφορά πιστώσεων βάσει ορισμένων κριτηρίων (βλ. παραπάνω). Για να επιτραπεί η επιτυχής ολοκλήρωση των αντίστοιχων διαπραγματεύσεων, πρέπει προηγουμένως να έχουν δημιουργηθεί στις ενδιαφερόμενες χώρες σημαντικές προϋποθέσεις για τη λύση των προβλημάτων: χωρίς λειτουργικά δημοκρατικά δικαιώματα συναπόφασης των τοπικών πληθυσμών για την ανάπτυξη της περιφέρειάς τους, χωρίς αναγνώριση των δικαιωμάτων των αυτοχθόνων ομάδων του πληθυσμού (που είναι οπωσδήποτε περίπου 60 εκατομμύρια άνθρωποι!) και των μικροκαλλιεργητών και χωρίς λειτουργικές (αδιάφθορες) διοικήσεις δεν θα είναι δυνατό ούτε να σταματήσει η υπερεκμετάλλευση που συχνά γίνεται παράνομα, ούτε να δημιουργηθούν προσαρμοσμένα σχέδια ανάπτυξης. Η ανακοίνωση της Επιτροπής δεν κάνει σχεδόν καμία παρατήρηση γι’ αυτά, πράγμα που πρέπει να θεωρηθεί μεγάλη αδυναμία.

4.9.   Δυστυχώς, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, το παράδειγμα της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών δείχνει επίσης ότι η αναπτυξιακή πολιτική απέτυχε σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στις περιφέρειες για τις οποίες συζητούμε εδώ. Δεν αναπτύχθηκαν καινοτόμα και βιώσιμα μελλοντοστραφή πρότυπα προσαρμοσμένα στην εκάστοτε περιφέρεια, που θα επέφεραν μια διαφορετική εξέλιξη από τη σημερινή καταλήστευση των φυσικών πόρων. Όμως ποτέ δεν είναι αργά για την προώθηση ανάλογων προσεγγίσεων, σε συνεργασία με τους τοπικούς πληθυσμούς και προς όφελός τους. Η ΕΕ οφείλει να συμπεριλάβει στον στρατηγικό της προβληματισμό ανάλογες πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη των δημοκρατικών δομών και την υποστήριξη της κοινωνίας των πολιτών. Η ΕΟΚΕ είναι έτοιμη να προσφέρει τη συνεργασία της σε αυτό το πλαίσιο.

Βρυξέλλες, 14 Μαΐου 2009

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά», Γνωμοδότηση ΝΑΤ/420 APA R/CESE 543/2009.

(2)  Βραζιλία, Ινδονησία, Σουδάν, Μιανμάρ, Ζάμπια, Τανζανία, Νιγηρία, Κονγκό, Ζιμπάμπουε, Βενεζουέλα.

(3)  Ενδιάμεση έκθεση «Η οικονομία των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας», Pavan Sukhdev.

(4)  Π.χ. το πρόγραμμα συνεργασίας «Rainforestation farming» του Πανεπιστημίου Hohenheim (Γερμανία) και του Leyte State University (Φιλιππίνες), βλ.: http://troz.uni-hohenheim.de/innovations/InnovXtr/RFFS/.

(5)  Το ίδιο ισχύει φυσικά για τα αγροκαύσιμα κ.λπ.


Top