Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52009AE0875

Γνωμόδοτηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί της θέσπισης κοινοτικού συστήματος ελέγχου για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής COM(2008) 721 τελικό – 2008/0216 (CNS)

OJ C 277, 17.11.2009, p. 56–61 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

17.11.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 277/56


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί της θέσπισης κοινοτικού συστήματος ελέγχου για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής»

COM(2008) 721 τελικό – 2008/0216 (CNS)

(2009/C 277/11)

Εισηγητής: ο κ. ADAMS

Στις 15 Δεκεμβρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 37 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την

«Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί της θέσπισης κοινοτικού συστήματος ελέγχου για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής»

COM(2008) 721 τελικό – 2008/0216 (CNS).

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 17 Απριλίου 2009 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. ESPUNY MOYANO.

Κατά την 453η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 13 και 14 Μαΐου 2009 (συνεδρίαση της 13ης Μαΐου 2009), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή απέρριψε τη γνωμοδότηση του τμήματος - 98 ψήφους κατά, έναντι 75 ψήφων υπέρ, και 11 αποχές - και υιοθέτησε την ακόλουθη αντιγνωμοδότηση που συντάχθηκε από τον κ. Adams.

1.1.   Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος ελέγχου της αλιείας από την Επιτροπή και αναγνωρίζει ότι αποτελεί, αφενός, ακρογωνιαίο λίθο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑλΠ) και, αφετέρου, εξαιρετικά σημαντική και επείγουσα αναδιάρθρωση που αναμένεται να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της ΚΑλΠ πριν από την προτεινόμενη μείζονα μεταρρύθμιση.

1.2.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το ισχύον σύστημα ελέγχου της αλιείας στην ΕΕ παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις. Είναι αναποτελεσματικό, δαπανηρό και πολύπλοκο και δεν παράγει αποτελέσματα. Αυτή η αποτυχία έχει σημαντικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα των αλιευτικών πόρων, του αλιευτικού κλάδου, των περιφερειών που εξαρτώνται από την αλιεία και του περιβάλλοντος. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι την άποψη αυτή τη συμμερίζεται και η Επιτροπή.

1.3.   Πιο συγκεκριμένα, η ΚΑλΠ οδήγησε σε μια αντιμετώπιση χαρακτηριζόμενη από καθυστερήσεις, υπεκφυγές, απρόθυμη εφαρμογή ή μη συμμόρφωση εκ μέρους ορισμένων φορέων. Η μεταρρύθμιση του συστήματος ελέγχου προορίζεται να αλλάξει αυτό το πνεύμα ανταγωνιστικής αντιμετώπισης και μη συμμόρφωσης. Αντανακλά τη νέα προσέγγιση που σκιαγραφήθηκε τον Απρίλιο 2009 στην Πράσινη Βίβλο για τη μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής και αποτελεί κατά συνέπεια δοκιμαστική διερεύνηση της βούλησης των ενδιαφερόμενων φορέων να αναλάβουν δεσμεύσεις έναντι της αλλαγής.

1.4.   Ποσοστό υψηλότερο του 75 τοις εκατό των παγκόσμιων ιχθυαποθεμάτων αποτελεί αντικείμενο πλήρους ή υπερβολικής εκμετάλλευσης. Το 88 τοις εκατό των ευρωπαϊκών αποθεμάτων αλιεύεται πέραν της μέγιστης βιώσιμης απόδοσής τους.

1.5.   Στην ΕΕ, το ισχύον σύστημα ελέγχου είναι ανεπαρκές και υπονομεύει την αξιοπιστία των βασικών δεδομένων στα οποία βασίζονται οι επιστημονικές υποδείξεις. Λόγω των αναξιόπιστων στοιχείων, τα επίπεδα αλίευσης παραμένουν μη βιώσιμα. Οι παραπλανητικές πρακτικές δεν εντοπίζονται εύκολα και οι επιβαλλόμενες χρηματικές ποινές είναι συχνά πολύ χαμηλότερες από τα κέρδη που μπορεί να αποφέρει η υπεραλίευση. Η Επιτροπή στερείται επίσης νομικών μέσων, γεγονός το οποίο δυσχεραίνει την ικανότητά της να δρα γρήγορα και αποτελεσματικά όταν εντοπίζει κάποιο πρόβλημα σχετικό με τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Ταυτόχρονα, οι νέες τεχνολογίες παρέχουν δυνατότητες οι οποίες δεν αξιοποιούνται στο έπακρο.

1.6.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το νέο σύστημα θα ευνοήσει την καθιέρωση μιας σφαιρικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης ελέγχου, εστιάζοντας την προσοχή σε όλες τις πτυχές της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής και καλύπτοντας ολόκληρη την αλυσίδα αλίευσης, εκφόρτωσης, μεταφοράς, μεταποίησης και διάθεσης στην αγορά – «από το δίχτυ στο πιάτο» του καταναλωτή.

1.7.   Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Επιτροπή εκπλήρωσε την αποστολή της όσον αφορά τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τους βασικούς ενδιαφερόμενους φορείς, εκπόνησε μια τεκμηριωμένη εκτίμηση αντικτύπου και ορθώς ασκεί πιέσεις για άμεση μεταρρύθμιση και μη αναβολή της ανάληψης δράσης έως τον καθορισμό της μελλοντικής Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής για το διάστημα μετά το 2012.

Βρυξέλλες, 13 Μαΐου 2009

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το ακόλουθο κείμενο της γνωμοδότησης του τμήματος απορρίφθηκε υπέρ μιας αντιγνωμοδότησης που υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια, αλλά συγκέντρωσε τουλάχιστον το ένα τέταρτο των εκπεφρασμένων ψήφων.

1.   Συμπεράσματα

1.1.   Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι το σύστημα ελέγχου της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑλΠ) πρέπει να απλουστευθεί και συμμερίζεται τις αρχές που διέπουν την προτεινόμενη μεταρρύθμιση.

1.2.   Ωστόσο, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι δεν είναι η καταλληλότερη στιγμή για τη διεξαγωγή της μεταρρύθμισης αυτής, δεδομένου ότι έχει μόλις ξεκινήσει ο προβληματισμός σχετικά με το μέλλον της ΚΑλΠ μετά από το 2012 και είναι πιθανότατο να εισαχθούν αλλαγές που θα επηρεάζουν ολοκληρωτικά το σύστημα ελέγχου. Επομένως, η ΕΟΚΕ συνιστά να διεξαχθεί πρώτα μια αυστηρή εξέταση των βασικών στοιχείων της ΚΑλΠ και των διαφόρων προτύπων διαχείρισης που μπορούν να εφαρμοστούν, ώστε, κατόπιν, τα νέα μέτρα ελέγχου να βασιστούν στα πρότυπα αυτά.

1.3.   Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή, ξεκίνησε εσπευσμένα τη μεταρρύθμιση και δεν προέβη δεόντως στις αναγκαίες πρότερες διαβουλεύσεις με τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, για να ευοδωθεί η μεταρρύθμιση, πρέπει να κληθούν να συμμετάσχουν πιο ενεργά οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς.

1.4.   Επιπλέον, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι αλλαγές των μηχανισμών ελέγχου που προβλέπονται στην πρόταση, αντί να απλουστεύουν το σύστημα ελέγχου, αυξάνουν σημαντικά τις υποχρεώσεις των αλιευτικών σκαφών και των αλιευτικών αρχών σε σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση, και συνιστά, επομένως, να θεσπιστεί επαρκής μεταβατική περίοδος.

1.5.   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι δεν αξιολογήθηκαν δεόντως οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες των προτεινόμενων μέτρων.

1.6.   Για τη διευκόλυνση της εφαρμογής, η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να δημοσιεύσει παράρτημα όπου θα αναλύονται οι διάφορες υποχρεώσεις και προθεσμίες για το κάθε είδος αλιευτικού σκάφους.

1.7.   Όσον αφορά τα ειδικά τεχνικά ζητήματα, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να λάβουν υπόψη τα σχόλια που αναπτύσσονται στις ειδικές παρατηρήσεις.

2.   Εισαγωγή

2.1.   Στις 14 Νοεμβρίου 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τα εξής τρία έγγραφα σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος ελέγχου της ΚΑλΠ: την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί της θέσπισης κοινοτικού συστήματος ελέγχου για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της ΚΑλΠ (1), την ίδια την πρόταση κανονισμού (2) και την εκτίμηση του αντίκτυπου (3).

2.2.   Η Επιτροπή κρίνει ότι το σύστημα ελέγχου, όπως θεσπίστηκε το 2002, παρουσιάζει μεγάλες ελλείψεις που υπονομεύουν τη συνολική του αποτελεσματικότητα, ότι είναι αναποτελεσματικό, δαπανηρό, περίπλοκο και δεν αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Γι’ αυτό το λόγο, προτείνει την ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος ελέγχου της ΚΑλΠ.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, κύριος στόχος της μεταρρύθμισης είναι η θέσπιση ενός κοινοτικού συστήματος επιθεώρησης, παρακολούθησης, ελέγχου, επιτήρησης και επιβολής της νομοθεσίας, ώστε να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων της ΚΑλΠ.

2.3.1.   Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή εκτιμά ότι η πρότασή της για μεταρρύθμιση θα επιφέρει βελτιώσεις χάρη στα εξής μέσα:

Απλούστευση του νομικού πλαισίου: Η πρόταση θεσπίζει κοινά πρότυπα ελέγχου για όλους τους κανόνες της ΚΑλΠ. Ορίζει τις βασικές αρχές, οι δε λεπτομέρειες θα καθοριστούν σε ενιαίο εκτελεστικό κανονισμό.

Διεύρυνση του πεδίου ελέγχου: Η πρόταση καλύπτει πεδία που μέχρι τώρα αγνοούνταν (μεταφορές, αγορές, ανιχνευσιμότητα) καθώς και άλλα πεδία όπου έχει αυξηθεί η ανάγκη ελέγχου (απορρίψεις ιχθύων, ερασιτεχνική αλιεία, προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές.

Καθιέρωση καθεστώτος ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τον έλεγχο: Η επιβολή εναρμονισμένων διαδικασιών επιθεώρησης – παράλληλα με ένα σύνολο αποτρεπτικών και εναρμονισμένων κυρώσεων – θα εγγυάται την ίση μεταχείριση όλων των αλιέων, όπου και αν εργάζονται, και θα τονώσει την εμπιστοσύνη στο σύστημα.

Πιο ορθολογικός έλεγχος και επιθεώρηση: Η συστηματική χρήση της διαχείρισης του κινδύνου θα επιτρέψει στα κράτη μέλη και την Επιτροπή να επικεντρώσουν τα μέσα ελέγχου που διαθέτουν στα πεδία με αυξημένες πιθανότητες παραβάσεων.

Περιορισμός του διοικητικού φόρτου.

Πιο αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων της ΚΑλΠ: Η Επιτροπή σχεδιάζει να αναπτύξει μια προσέγγιση μακρο-διαχείρισης, εστιάζοντας στον έλεγχο και την επαλήθευση της τήρησης των κανόνων εκ μέρους των κρατών μελών.

2.4.   Η πρόταση κανονισμού έρχεται να συμπληρώσει τον κανονισμό περί παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (4) καθώς και τον κανονισμό περί αδειών αλιείας των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών εκτός των κοινοτικών υδάτων (5). Οι τρεις κανονισμοί θα αποτελέσουν το νέο πλαίσιο ελέγχου.

2.5.   Η Επιτροπή επιθυμεί την εφαρμογή του νέου κανονισμού από 1η Ιανουαρίου 2010.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.   Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η επιτυχία της ΚΑλΠ εξαρτάται από την εφαρμογή ενός συστήματος ελέγχου αποτελεσματικού, συνολικού, ολοκληρωμένου και άνευ διακρίσεων, «από το δίχτυ στο πιάτο», που θα επιτρέπει την αειφόρο αξιοποίηση των έμβιων υδρόβιων πόρων.

3.2.   Η ΕΟΚΕ πιστεύει επίσης ότι υφίσταται ανάγκη μεταρρύθμισης του κοινοτικού συστήματος ελέγχου με σκοπό τη βελτίωση του υπάρχοντος συστήματος. Συμφωνεί, ακόμη, με τις γενικές αρχές που διέπουν την πρόταση.

3.3.   Εντούτοις, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το κατά πόσο είναι σκόπιμο να πραγματοποιηθεί αυτή η σοβαρή μεταρρύθμιση τη δεδομένη στιγμή. Το 2008, η Επιτροπή ξεκίνησε το διάλογο για το μέλλον της ΚΑλΠ μετά το 2012. Μέσα στα επόμενα χρόνια θα αναθεωρηθούν τα κυριότερα σημεία της. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος ελέγχου θα πρέπει να εξαρτηθεί από το περιεχόμενο της νέας ΚΑλΠ.

3.4.   Το κύριο υπάρχον μέσο διαχείρισης της ΚΑλΠ είναι το σύστημα των TAC (6) και των ποσοστώσεων. Αυτό το σύστημα έχει αμφισβητηθεί σε διάφορα δημόσια βήματα (7). Εφόσον ένας από τους βασικούς στόχους του υπό εξέταση κανονισμού είναι η τήρηση του TAC και των ποσοστώσεων που έχουν οριστεί για τα κράτη μέλη, και δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν την ανάγκη σαφούς βελτίωσης του συστήματος, είναι προτιμότερο να αναθεωρηθούν τα εν λόγω συστήματα διαχείρισης πριν από τη μεταρρύθμιση του συστήματος ελέγχου. Συνοψίζοντας, η ΕΟΚΕ προτείνει να πραγματοποιηθεί πρώτα μία επισταμένη και εις βάθος αναθεώρηση των κύριων σημείων της ΚΑλΠ και μία ανάλυση των διαφόρων συστημάτων διαχείρισης προς εφαρμογή, και ύστερα να προσαρμοστούν αναλόγως τα μέτρα ελέγχου.

3.5.   Η ΕΟΚΕ θα ήθελε να εκφράσει την λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή παρουσίασε ταυτόχρονα τη νομοθετική δέσμη μέτρων, δηλαδή την ανακοίνωση, την πρόταση κανονισμού και την εκτίμηση αντίκτυπου. Είθισται η Επιτροπή να παρουσιάζει πρώτα την ανακοίνωση, έτσι ώστε να χρησιμεύει ως κατευθυντήριο έγγραφο για τη συζήτηση της πρότασης. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η επιτυχία της μεταρρύθμισης εξαρτάται από την ενεργό συμμετοχή των εμπλεκόμενων οικονομικών φορέων και την ουσιαστική διαβούλευση μαζί τους. Η μεταρρύθμιση της εμβέλειας της πρότασης δεν είναι δυνατόν να γίνεται επιπόλαια.

3.6.   Η πρόταση κανονισμού αυξάνει σημαντικά τις υποχρεώσεις των αλιευτικών σκαφών και αρχών. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει σοβαρά πρακτικά προβλήματα, δεδομένου ότι ούτε η Επιτροπή ούτε τα κράτη μέλη διαθέτουν επαρκή οργανωτική δομή και προσωπικό για τη συλλογή και επεξεργασία του συνόλου των πληροφοριών, όπως προβλέπεται στην πρόταση. Ομοίως, αυξάνονται οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι άκαιρη η αύξηση του διοικητικού φόρτου των κρατών μελών και των οικονομικών φορέων μεσούσης της κρίσης, καθώς ενδέχεται να αποβεί άκρως αρνητικός ο αντίκτυπος, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για την απασχόληση, ιδίως δε για τα σκάφη μήκους από 10 έως 15 μέτρα.

3.7.   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η διαδικασία της απλούστευσης πρέπει να είναι σταδιακή, λόγω της πολυπλοκότητας της ανάλυσης και της συνακόλουθης εφαρμογής, του υψηλού κόστους των προτεινόμενων συστημάτων, καθώς και για άλλους λόγους που σχετίζονται με την αρχική απειρία και τον αποπροσανατολισμό. Οι προτεινόμενες αλλαγές είναι πολύ διεξοδικές και η ΕΟΚΕ κρίνει ότι χρειάζεται επισταμένος και ενδελεχής διάλογος. Προκειμένου, λοιπόν, να υπάρξει προσαρμογή στις αλλαγές που θα επέλθουν τελικά στη νομοθεσία ως προς τον έλεγχο, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι θα πρέπει να προβλεφθεί στο άρθρο 16 μία ικανή μεταβατική περίοδος.

3.8.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το πνεύμα της συμμόρφωσης με τους κανόνες θα πρέπει να βασίζεται στη συνεργασία, την κατανόηση και την αγαθή προαίρεση των ενδιαφερομένων και όχι στην αύξηση των μέτρων και διαδικασιών ελέγχου και των κυρώσεων. Μία πιο απλή και κατανοητή από όλους τους ενδιαφερόμενους νομοθεσία θα ευνοήσει τη συμμόρφωση.

3.9.   Η Επιτροπή χορηγεί στον εαυτό της μεγαλύτερες αρμοδιότητες για θέματα ελέγχου. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η ισορροπία μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, για την αποφυγή στο μέλλον συγκρούσεων αρμοδιοτήτων.

3.10.   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι ο κανονισμός θα έπρεπε να προβλέπει τη δυνατότητα αξιοποίησης του πλεονάσματος των ποσοστώσεων των αλιευμάτων από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου τα τελευταία να βελτιώσουν την απόδοση της αλιείας τους.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η άδεια αλιείας ενός κοινοτικού αλιευτικού σκάφους δεν θα πρέπει να περιορίζεται στα κοινοτικά ύδατα και γι’ αυτό το λόγο προτείνει την απάλειψη της αναφοράς «σε κοινοτικά ύδατα γενικά» από το άρθρο 4 σημείο (8).

4.2.   Σχετικά με το άρθρο 4 σημείο (10), η ΕΟΚΕ κρίνει ότι ο ορισμός της «προστατευόμενης θαλάσσιας περιοχής» θα πρέπει να περικλείει μία κοινοτική διαδικασία για τη δημιουργία, τη χρήση, τον έλεγχο και την επιτήρηση των περιοχών που βρίσκονται εντός των κοινοτικών υδάτων και επηρεάζουν τις αλιευτικές δραστηριότητες.

4.3.   Το άρθρο 4 σημείο (17) ορίζει την «μεταποίηση» συμπεριλαμβάνοντας τις διαδικασίες καθαρισμού και εκσπλαχνισμού, της συντήρησης στον πάγο ή της κατάψυξης. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο ορισμός της μεταποίησης πρέπει να συνδέεται με την αλλαγή των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών των θαλάσσιων πόρων και όχι με τη συντήρηση του προϊόντος, που αποβλέπει στην προσφορά των αλιευτικών προϊόντων στους καταναλωτές με μεγαλύτερες υγειονομικές εγγυήσεις. Συνεπώς, προτείνει την εξαίρεση αυτών των δραστηριοτήτων από τον ορισμό της μεταποίησης.

4.4.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο στ θα έπρεπε να κάνει αναφορά στις περιοχές της «ανοικτής θάλασσας» οι οποίες δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα περιφερειακής οργάνωσης διαχείρισης αλιείας.

4.5.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το σύστημα εντοπισμού των αλιευτικών σκαφών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, μέσω μίας συσκευής τακτικής μετάδοσης των συντεταγμένων και της ταυτότητας του σκάφους δεν θα πρέπει να απαιτείται για τα σκάφη συνολικού μήκους μεταξύ 10 και 15 μέτρων. Λόγω ακριβώς των τεχνικών χαρακτηριστικών τους, αυτά τα σκάφη έχουν περιορισμένες δραστηριότητες, τις οποίες ασκούν σε παράκτια ύδατα που ελέγχονται εύκολα. Εξάλλου, το κόστος που προκύπτει από την εφαρμογή του συγκεκριμένου συστήματος είναι υψηλό και δυσανάλογο για αυτό το τμήμα του στόλου, το οποίο απαρτίζεται από πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που διατηρούν υψηλό επίπεδο απασχόλησης.

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι διατάξεις του άρθρου 14 σχετικά με το ημερολόγιο πλοίου των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών είναι υπερβολικές, ότι συνεπάγονται πολλά γραφειοκρατικά κωλύματα για την επαλήθευσή τους και, συνεπώς, ότι θα πρέπει να περιορίζονται στις αλιευτικές δραστηριότητες για τις οποίες κρίνεται αναγκαίο.

4.6.1.   Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι θα καταγράφονται στο ημερολόγιο πλοίου οι ποσότητες κάθε είδους που απορρίπτονται στη θάλασσα. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η καταγραφή των εν λόγω αλιευμάτων θα πρέπει να γίνεται από μία ορισμένη ποσότητα και πάνω, όπως, για παράδειγμα, 50 κιλά.

4.6.2.   Το άρθρο 14 παράγραφος 3 ορίζει ότι το επιτρεπόμενο περιθώριο ανοχής όσον αφορά τις εκτιμήσεις που καταγράφονται στο ημερολόγιο πλοίου σχετικά με τις ποσότητες σε κιλά των ιχθύων που διατηρούνται στο σκάφος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 5 %. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι ήδη είναι δύσκολο να τηρηθεί το ισχύον ποσοστό, το οποίο, στην περίπτωση του πιο δεσμευτικού σχεδίου αποκατάστασης, έχει καθοριστεί στο 8 %. Ο αυξημένος γραφειοκρατικός φόρτος από ένα υπερβολικά χαμηλό περιθώριο ανοχής και οι επιπλοκές που συνεπάγεται για τους αλιείς που δεν θα είναι σε θέση να το τηρήσουν – με συνέπεια να υπόκεινται σε πολλές κυρώσεις – έρχονται σε αντίθεση με τον στόχο της απλούστευσης των συστημάτων ελέγχου και, ως εκ τούτου, δεν συνιστάται η εφαρμογή του.

4.6.3.   Όσον αφορά τους συντελεστές μετατροπής του αποθηκευμένου βάρους ιχθύων σε βάρος ζωντανών ιχθύων, οι οποίοι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που επηρεάζει τον υπολογισμό των αλιευμάτων της εκάστοτε χώρας, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι όχι μόνο θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τη μέση τιμή του αριθμητικού υπολογισμού των τιμών που εφαρμόζονται ανά κράτος μέλος, αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και οι ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες της εκάστοτε δεδομένης αλιευτικής δραστηριότητας. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η επίδραση που μπορεί να επιφέρουν οι αλλαγές των εθνικών και κοινοτικών συντελεστών μετατροπής στην αρχή της σχετικής ισορροπίας.

4.7.   Ο κανονισμός σχετικά με τη χρήση του ηλεκτρονικού ημερολογίου αλιείας (8) δεν προβλέπει την εφαρμογή του μέτρου στα σκάφη με ολικό μήκος κάτω των 15 μέτρων. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν τα σκάφη με ολικό μήκος μεταξύ 10 και 15 μέτρων προτού αξιολογήσουν τα κράτη μέλη τη λειτουργία και τις συνέπειες της εφαρμογής του στα σκάφη ολικού μήκους άνω των 15 μέτρων και προτού να αποκτηθεί η σχετική πείρα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η χρήση του ηλεκτρονικού ημερολογίου δεν θα είναι υποχρεωτική μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2010 για τα σκάφη συνολικού μήκους άνω των 24 μέτρων και μέχρι την 1η Ιουλίου 2011 για τα σκάφη συνολικού μήκους άνω των 15 μέτρων. Ομοίως, το άρθρο 15 της υπό εξέταση πρότασης δεν περιλαμβάνει τις ήδη ισχύουσες παρεκκλίσεις από τις ηλεκτρονικές διαδικασίες για τα σκάφη άνω των 15 μέτρων· η ΕΟΚΕ ζητά, λοιπόν, να υπάρξει αντιστοιχία μεταξύ των διατάξεων των δύο πράξεων.

4.8.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η προαναγγελία που προβλέπει το άρθρο 17 θα πρέπει να γίνεται μόνο σε περίπτωση που κρίνεται απαραίτητο – όπως συμβαίνει δηλαδή τώρα, όπου μόνο τα αλιευτικά σκάφη με φορτίο αλιεύματα ειδών που εντάσσονται σε σχέδια αποκατάστασης υποχρεούνται να την πραγματοποιούν· αποφεύγεται, έτσι, επιπρόσθετος φόρτος εργασίας, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις (όταν, για παράδειγμα, η ποσότητα των αλιευμάτων είναι μηδενική) δεν προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η κοινοποίηση των αλιευμάτων θα πρέπει να εφαρμόζεται με βάση μία ελάχιστη ενδεικτική ποσότητα.

4.9.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι προαναγγελίες εκ μέρους των πλοιάρχων των αλιευτικών σκαφών ή των αντιπροσώπων τους θα πρέπει να απευθύνονται πάντα στο κράτος της σημαίας και όχι στα παράκτια κράτη ή στα κράτη όπου πραγματοποιείται η εκφόρτωση. Σήμερα, η επικοινωνία του σκάφους πρέπει να γίνεται πάντα με το κέντρο επικοινωνίας του κράτους της σημαίας του και το κέντρο επικοινωνίας, με τη σειρά του, οφείλει να διαβιβάσει την πληροφορία στα υπόλοιπα κράτη μέλη (9).

4.10.   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 18 απαγόρευση της μεταφόρτωσης ιχθύων εν πλω ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα σε ορισμένες μορφές αλιευτικής δραστηριότητας, δυσχεραίνοντας την οικονομική βιωσιμότητα των ενδιαφερόμενων στόλων. Επιπλέον, η απαγόρευση της μεταφόρτωσης ιχθύων για την μεταποίηση και την κατάψυξή τους εν πλω ή πλησίον των περιοχών αλιείας μπορεί να υπονομεύσει την ποιότητα των ιχθύων που διατίθενται στην κατανάλωση.

4.11.   Σχετικά με το άρθρο 21, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η προθεσμία δύο ωρών μετά από την εκφόρτωση για την ηλεκτρονική μετάδοση των στοιχείων της δήλωσης εκφόρτωσης δεν επαρκεί, και καθιστά προβληματική την τήρησή της. Γι’ αυτό το λόγο, η ΕΟΚΕ προτείνει τον ορισμό προθεσμίας 24 ωρών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισχύουσα σήμερα προθεσμία είναι 48 ώρες.

4.12.   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το άρθρο 28 θα έπρεπε να ορίζει τις απαραίτητες διαδικασίες ώστε οι πλεονασματικές ποσοστώσεις ενός κράτους μέλους που δεν είναι σε θέση να τις εξαντλήσει να μπορούν να αξιοποιηθούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, από άλλα κράτη μέλη, καθώς επίσης και για να είναι δυνατή η μεταφορά των ποσοστώσεων ενός κράτους μέλους από το ένα έτος στο άλλο. Ομοίως, σε περίπτωση διορθωτικών μέτρων, η αποζημίωση ενός κράτους μέλους για την απαγόρευση της αλιείας θα πρέπει να γίνεται με μηχανισμούς ταχείς και εύκολους στην εφαρμογή.

4.13.   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 ενδέχεται να προκαλέσουν προβλήματα σε ορισμένα σκάφη που αλιεύουν μικρά πελαγικά είδη και μεταφορτώνουν τα αλιεύματα εντός λιμένα για μεταποίηση σε πλοία-ψυγεία. Επίσης, ενδέχεται να πλήξουν τα σκάφη που, ενώ είναι νηολογημένα σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να μεταφερθούν με φορτηγά οχήματα σε λιμένες άλλων κρατών μελών, όπου θα διατεθούν τελικά στην αγορά.

4.14.   Όσον αφορά τη στοιβασία των ειδών που υπάγονται σε σχέδιο αποκατάστασης, όπως προβλέπει το άρθρο 35, η ΕΟΚΕ συμφωνεί να αποθηκεύονται σε διαφορετικούς περιέκτες από τα υπόλοιπα αλιεύματα και να σημαίνονται με ετικέτα για λόγους ελέγχου. Ωστόσο, θεωρεί ότι το να στοιβάζονται, επιπλέον, ξεχωριστά δεν εξασφαλίζει καλύτερο έλεγχο των αλιευμάτων, δεδομένου ότι οι περιέκτες που περιλαμβάνουν τα υποκείμενα σε σχέδιο αποκατάστασης είδη θα φέρουν, οπωσδήποτε, ετικέτα με τον κωδικό FAO του είδους.

4.15.   Όσον αφορά την καταγραφή των απορρίψεων, όπως αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 41, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι αυτή είναι απαραίτητη για τη διατήρηση των πόρων, καθώς και για τη βελτίωση της ποιότητας των επιστημονικών αξιολογήσεων, ιδίως στην περίπτωση της μικτής αλιείας. Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της μείωσης των απορρίψεων ως βασικού μέσου αειφορίας. Εντούτοις, θεωρεί ότι οι απαιτήσεις σχετικά με την καταγραφή των απορρίψεων είναι δυσανάλογες και ασυμβίβαστες με την ίδια την αλιευτική δραστηριότητα, καθώς δημιουργούν υπερβολικό φόρτο εργασίας που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του πλοίου, την υγεία των αλιέων ή τις συνθήκες υγιεινής. Ομοίως, η έκφραση «αμελλητί» είναι υπερβολικά ασαφής και οδηγεί σε έλλειψη ασφάλειας δικαίου.

4.16.   Σχετικά με την απαγόρευση της αλιείας σε πραγματικό χρόνο, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα 43 έως 46, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι πρόκειται για ένα ευαίσθητο μέτρο, η εφαρμογή του οποίου απαιτεί επισταμένη αξιολόγηση. Δεδομένου ότι η πρόταση κανονισμού για τα τεχνικά μέτρα (10) θα καθορίσει το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να περιμένουμε την ολοκλήρωση της σχετικής μελέτης. Σε κάθε περίπτωση, οι μηχανισμοί, τόσο για την απαγόρευση της αλιείας σε δεδομένη περιοχή όσο και για την άρση της, θα πρέπει να είναι ευέλικτοι και εύκολοι στην εφαρμογή τους. Υπό αυτή την έννοια, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η προβλεπόμενη διαδικασία για την άρση της προσωρινής απαγόρευσης αλιείας σε δεδομένη περιοχή με την υποχρεωτική παρουσία εν πλω ενός επιστημονικού παρατηρητή είναι δύσκολη στην εφαρμογή της, αν αυτή η διαδικασία πρέπει να εφαρμοστεί με την απαιτούμενη ταχύτητα ώστε να μην υποστούν περιττές βλάβες οι αλιείς.

4.17.   Η ΕΟΚΕ δεν θεωρεί εύλογη τη διάταξη του άρθρου 47 παράγραφος 3, σύμφωνα με την οποία τα υποκείμενα σε πολυετή σχέδια αποκατάστασης είδη που αλιεύονται από ερασιτέχνες αλιείς καταλογίζονται στις αντίστοιχες ποσοστώσεις του κράτους μέλους σημαίας. Ένα τέτοιο μέτρο θα ζημίωνε τους επαγγελματίες αλιείς που ζουν από τη δραστηριότητα αυτή. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ερασιτεχνική αλιεία θα πρέπει να υπαχθεί σε κατάλληλες ρυθμίσεις και ελέγχους, σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε να διαφυλαχθούν οι αλιευτικοί πόροι.

4.18.   Το άρθρο 84 εισάγει ένα σύστημα ποινών με σώρευση μορίων για την επιβολή κυρώσεων στους αλιείς που παραβιάζουν τους κανόνες της ΚΑλΠ. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι αυτό το σύστημα είναι ακατάλληλο, αφενός επειδή εισάγει διακρίσεις έναντι των στόλων τρίτων χωρών – οι οποίοι δεν θα υπόκεινται στο σύστημα αυτό και οι οποίοι προμηθεύουν άνω του 60 % της εσωτερικής κατανάλωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης - αφετέρου δε λόγω της ελλιπούς ή μηδενικής τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, όταν προτείνεται η αφαίρεση της άδειας αλιείας, κάτι το οποίο συνεπάγεται το κλείσιμο της εμπλεκόμενης επιχείρησης αλιείας και την συνακόλουθη απώλεια απασχόλησης.

4.19.   Η ΕΟΚΕ κρίνει υπερβολικά τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 95. Πράγματι, η αναστολή και ακύρωση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής προς ένα κράτος μέλος επειδή αντιμετωπίζει δυσκολίες για την τήρηση των προβλεπόμενων στον κανονισμό υποχρεώσεων θα είχε σοβαρές συνέπειες για τους φορείς του αλιευτικού κλάδου οι οποίοι, τελικά, θα ζημιώνονταν.

4.20.   Το άρθρο 96 θεσπίζει την απαγόρευση της αλιείας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των κρατών μελών με τους στόχους της ΚΑλΠ. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η διατύπωση του άρθρου χρησιμοποιεί όρους ασαφείς, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σφάλματα. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η απαγόρευση της αλιείας θα πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση και αποκλειστικά όταν συντρέχουν βάσιμοι και τεκμηριωμένοι λόγοι. Θα πρέπει, λοιπόν, να οριστούν σαφώς τα όρια εφαρμογής αυτού του μέτρου.

4.21.   Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για τη δυσκολία εξασφάλισης της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και εμπορικού απορρήτου, η οποία οφείλεται στον όγκο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και το πλήθος των αποστολέων και αποδεκτών των πληροφοριών, καθώς και στο πλήθος των απαιτούμενων μέσων επικοινωνίας, εντοπισμού και αναγνώρισης.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 75

Ψήφοι κατά: 98

Αποχές: 11


(1)  COM(2008) 718 τελικό

(2)  COM(2008) 721 τελικό

(3)  SEC(2008) 2760

(4)  Κανονισμός (EK) αριθ. 1005/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, περί δημιουργίας κοινοτικού συστήματος πρόληψης, αποτροπής και εξάλειψης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (ΕΕ L 286 της 29.10.2008, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1006/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις άδειες αλιείας κοινοτικών αλιευτικών σκαφών εκτός των υδάτων της Κοινότητας και για την πρόσβαση σκαφών τρίτων χωρών στα ύδατα της Κοινότητας (ΕΕ L 286 της 29.10.2008, σ. 33).

(6)  TAC: Σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων

(7)  Ειδική έκθεση αριθ. 7/2007 του Ελεγκτικού Συνεδρίου της ΕΕ.

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) 1966/2006 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, για την ηλεκτρονική καταχώρηση και αναφορά αλιευτικών δραστηριοτήτων καθώς και για τα μέσα τηλεαπαρακολούθησης (ΕΕ L 409 της 30.12.2006, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1077/2008 της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2008, περί της θέσπισης λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1966/2008 (ΕΕ L 295 της 4.11.2008, σ. 3).

(10)  Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί διατήρησης των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων (COM(2008) 324 τελικό).


Top