EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52007IE1708

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές

OJ C 120, 16.5.2008, p. 51–57 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/51


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές»

(2008/C 120/14)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές».

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή της στις 13 Νοεμβρίου 2007 με εισηγητή τον κ. SCHADECK και συνεισηγητή τον κ. GAY.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 102 ψήφους υπέρ, 7 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

Πρώτο μέρος — Συμπεράσματα και συστάσεις

A.

Η ευρωπαϊκή οικονομία είναι πλήρως ενταγμένη στην παγκόσμια οικονομία. Η ένταξη αυτή είναι περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή ανάλογα με τους τομείς· είναι ιδιαίτερα έντονη στις βιομηχανικές δραστηριότητες που είναι πιο ανοιχτές στην παγκοσμιοποίηση. Συνεπώς, τόσο η οικονομική όσο και η φορολογική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) πρέπει να διαμορφώνονται και σε σχέση με τις παγκόσμιες εξελίξεις. Αν και η παρούσα γνωμοδότηση εξετάζει τις επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές στην ΕΕ, η τελευταία δεν θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά από τον υπόλοιπο κόσμο.

B.

Η ΕΕ και καθένα από τα κράτη μέλη της οφείλουν να διαχειρίζονται την οικονομική, χρηματοπιστωτική, κοινωνική και περιβαλλοντική πολιτική οι προσταγές των οποίων υπερβαίνουν τη δυναμική της αγοράς. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μέριμνα ώστε η εδαφικότητα των φορολογικών νομοθεσιών να έχει θετικό αντίκτυπο στις βιομηχανικές μεταλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες οφείλουν βέβαια να ανταποκριθούν σε μια δυναμική της αγοράς αλλά, επίσης, μπορούν να πλαισιώνονται από τις προαναφερθείσες πολιτικές σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η ίδια η φύση της διαδικασίας Λισαβόνας βασίζεται στην ισορροπία των διαφόρων αξόνων (ανταγωνιστικότητα, κοινωνική διάσταση, προστασία του περιβάλλοντος) και τούτη πρέπει να διαφυλαχθεί, όσον αφορά στη σχέση της με τον φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών (1).

Γ.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι ο φορολογικός ανταγωνισμός είναι μια από τις πραγματικότητες της εσωτερικής αγοράς που μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Ενέχει κανόνες διαφάνειας και εντοπισμού των ενδεχόμενων καταχρήσεων και επιζήμιων πρακτικών (2). Προϋποθέτει, επίσης, δείκτες οι οποίοι είναι ορθά σημεία αναφοράς για την αξιολόγηση της κατάστασης του φορολογικού ανταγωνισμού. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η φορολογία δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις επενδυτικές αποφάσεις των ΜΜΕ. Βαρύνει πολύ περισσότερο τις πολυεθνικές που έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα.

Δ.

Ο φορολογικός ανταγωνισμός δεν αφορά αποκλειστικά τη φορολογία των επιχειρήσεων. Με την ολοένα και μεγαλύτερη κινητικότητα των χρηματοοικονομικών πόρων, ο ανταγωνισμός αυτός αφορά και τα ατομικά εισοδήματα από κεφάλαια καθώς και τον φόρο περιουσίας.

E.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο συντονισμός των φορολογικών διατάξεων των διαφόρων διοικήσεων μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς, εξαλείφοντας τις δυσλειτουργίες και το κόστος φορολογικής συμμόρφωσης, ιδίως στις μεθοριακές περιφέρειες. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τις συστάσεις που είχε διατυπώσει στην πρόσφατη γνωμοδότησή της για το πρόγραμμα Fiscalis 2013 (3).

ΣΤ.

Η απουσία συντονισμού των κρατών μελών σε επίπεδο άμεσης εθνικής φορολογίας οδηγεί, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, σε ακούσιες καταστάσεις μη φορολόγησης (4), καταχρήσεων ή ακόμη και στρεβλώσεων στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Επίσης, η κατάσταση αυτή ενέχει μια πτυχή αποσταθεροποίησης, ακόμη και διάβρωσης των συνολικών φορολογικών εσόδων της ΕΕ.

Ζ.

Ο απεριόριστος ενδοκοινοτικός φορολογικός ανταγωνισμός ενέχει τον κίνδυνο, αφενός, να επιβαρύνει τη φορολογία εκείνων που διαθέτουν λιγότερη κινητικότητα — όπως οι μικρές επιχειρήσεις ή οι υπηρεσίες που δεν μπορούν να μετεγκατασταθούν — και, αφετέρου, να τροποποιήσει την κατανομή της επιβάρυνσης μεταξύ των φορολογουμένων και των καταναλωτών, προκειμένου να καλυφθούν οι δημόσιες δαπάνες και κοινωνικές μεταφορές. Το τελευταίο αυτό σημείο θα μπορούσε να βλάψει την κοινωνική συνοχή.

Η.

Οι ΜΜΕ και οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών είναι οι λιγότερο εξοπλισμένες για να επωφεληθούν από τον φορολογικό ανταγωνισμό. Η ΕΟΚΕ προτείνει τη θέσπιση συνοδευτικών δράσεων, προγραμμάτων κατάρτισης των στελεχών των επιχειρήσεων αυτών (όπως γίνεται με τους δημόσιους υπαλλήλους), καθώς και τη δημιουργία κατάλληλων βάσεων δεδομένων, ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές και στις ζώνες της περιφέρειας της ΕΕ ώστε να βοηθηθούν αυτές οι επιχειρήσεις στις προσπάθειες διεθνοποίησής τους.

Θ.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι καταπολέμηση της φοροδιαφυγής πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα και υπενθυμίζει τα συμπεράσματα της πρόσφατης σχετικής γνωμοδότησής της (5).

Ι.

Η μεταφορά της φορολογικής επιβάρυνσης σε συντελεστές παραγωγής με λιγότερη κινητικότητα μπορεί να οδηγήσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και τις θέσεις απασχόλησής τους να είναι λιγότερο ανταγωνιστικές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους. Το ποσοστό αύξησης του εθνικού ΑΕγχΠ θα υποστεί τις συνέπειες αυτής της μεταφοράς της φορολογικής επιβάρυνσης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ικανότητας δημόσιων επενδύσεων λόγω έλλειψης νέων δημοσιονομικών πόρων.

Κ.

Ο φορολογικός ανταγωνισμός οδηγεί κάθε κράτος στον καλύτερο έλεγχο των δημόσιων δαπανών του. Η ΕΟΚΕ ζητά ώστε τούτο να μη γίνεται εις βάρος, ούτε της προσφοράς, ούτε της ποιότητας των δημοσίων υπηρεσιών. Αυτές είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση και την προσέλκυση παραγωγικών δραστηριοτήτων που δημιουργούν πλούτο, θέσεις απασχόλησης και, τελικά, φορολογική βάση. Ο φορολογικός ανταγωνισμός δεν πρέπει να θίξει τη χρηματοδότηση και την κάλυψη της συλλογικής κοινωνικής προστασίας.

Λ.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις προσπάθειες των κρατών μελών να περιορίσουν τον επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό και τη δέσμευσή τους να καταργήσουν μια σειρά επιζήμιων φορολογικών συστημάτων το αργότερο έως το 2010, όπως αυτά ορίζονται στον Κώδικα Συμπεριφοράς που υιοθετήθηκε το 1997 (6). Εξάλλου, καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, τις οποίες έχει ξεκινήσει από τότε.

Μ.

Η ΕΟΚΕ στηρίζει επίσης την πολιτική της Επιτροπής με βάση την οποία οι κρατικές ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών προνομίων που παραχωρούνται επιλεκτικά σε επιχειρήσεις, χρησιμεύουν στην επίτευξη βιώσιμων στόχων βιομηχανικής μεταλλαγής και εδαφικής ανάπτυξης ενώ ταυτόχρονα είναι συμβατές με την πολιτική για τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ΕΕ.

Ν.

Η ΕΟΚΕ ζητά την εφαρμογή μιας κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ) (7) ως αρχή απλοποίησης, διαφάνειας και ισότητας των φορολογικών πρακτικών των κρατών μελών. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να αποκομισθούν τα μέγιστα οφέλη από το δυναμικό της εσωτερικής αγοράς και ταυτόχρονα, αφενός, να διαφυλαχθεί η δημοσιονομική και φορολογική κυριαρχία των κρατών μελών και, αφετέρου, να μην υπάρξει διαφωνία με τις διατάξεις της συνθήκης. Δεδομένου ότι η ΚΕΒΦΕ θα θεσπιστεί προφανώς με βάση την ενισχυμένη συνεργασία, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ευχή να υιοθετηθεί από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό κρατών μελών.

Ξ.

Η ΕΟΚΕ ζητά περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο, τις λεπτομέρειες εφαρμογής και την εξέλιξη του σχεδίου ΚΕΒΦΕ πριν επαναδιατυπώσει τη γνωμοδότησή της σχετικά με αυτό το περίπλοκο και στρατηγικής σημασίας αίτημα και περιορίζεται επί του παρόντος να υπενθυμίσει τη διερευνητική γνωμοδότησή της του 2006, την οποία είχε καταρτίσει ύστερα από αίτηση του επιτρόπου κ. KOVÁCS (8).

Ο.

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θέτει ορισμένους προβληματισμούς και ερωτήματα σχετικά με την ΚΕΒΦΕ. Εκφράζει την ευχή το σχέδιο αυτό να υιοθετηθεί από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό κρατών μελών (αρκεί να προβλέπονται μεταβατικά μέτρα) και τα κράτη μέλη να καταφέρουν να εφαρμόσουν ένα ενιαίο σύστημα φορολογικής βάσης σε κάθε φορολογούμενο, στο τέλος μιας περιόδου συνύπαρξης. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί εάν η κοινή βάση που εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε εξωτερικές αγορές θα ανατεθεί σε μια διακρατική αρχή. Τέλος, τίθεται το ερώτημα για τις συνέπειες μιας τέτοιας βάσης στους συντελεστές φορολογίας, η διασπορά των οποίων κινδυνεύει να αυξηθεί. Με αυτή την υπόθεση, ενδείκνυται ο καθορισμός ενός κατώτατου συντελεστή που να είναι ακριβώς κάτω από τον σημερινό μέσο συντελεστή των νέων κρατών μελών.

Π.

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να προβαίνει σε εντατικότερη παρακολούθηση των πρακτικών ορισμένων «φορολογικών παραδείσων» που επιδιώκουν να προσελκύσουν πόρους που υπόκεινται στα φορολογικά καθεστώτα των κρατών μελών.

Δεύτερο μέρος — Αιτιολογία

1.   Αντικείμενο της γνωμοδότησης

1.1

Η φορολογία (το επίπεδο της φορολογικής πίεσης και τα ποσά του φόρου που επιβάλλονται) αναφέρεται συχνά ως ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης του βαθμού ελκυστικότητας μιας περιοχής ώστε να αποτελέσει έδρα βιομηχανικών, χρηματοπιστωτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Αντίθετα, δεν υπάρχει συμφωνία όσον αφορά τη σχετική βαρύτητα του κριτηρίου αυτού σε σχέση με άλλα όπως η εγγύτητα του εμπορικού δυναμικού, το κόστος παραγωγής, η διαθεσιμότητα ειδικευμένου προσωπικού, η δημόσια υποδομή και εξοπλισμός, οι κρατικές ενισχύσεις κλπ.

1.2

Τα φορολογικά συστήματα είναι πολύπλοκα και δεν είναι εύκολο να συγκριθούν. Ωστόσο, είναι θεμελιώδες να μπορεί να κριθεί εάν τα φορολογικά κίνητρα των διαφόρων αρχών επιτυγχάνουν τους προσδιορισθέντες στόχους, να αξιολογείται ο αντίκτυπος κάθε απόφασης που λαμβάνουν οι αρχές αυτές για να ευνοήσουν θετικές βιομηχανικές μεταλλαγές στην επικράτειά τους και να τις συσχετίζουν με το εκτιμώμενο κόστος.

1.3

Με τη γνωμοδότηση επιδιώκεται να εξευρεθούν οι προσανατολισμοί για την πρόβλεψη και τη διαχείριση των βιομηχανικών μεταλλαγών, να αυξηθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα — στο πλαίσιο των στόχων της Λισαβόνας — και να οικοδομηθεί μια πραγματική εσωτερική αγορά, η οποία να χαρακτηρίζεται από έναν υγιή και όχι αθέμιτο ανταγωνισμό ή, τουλάχιστον, «αποδεκτό» (συμβατό με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς).

2.   Φορολογικός ανταγωνισμός και η κινητικότητα των οικονομικών παραγόντων

2.1

Η κινητικότητα αυτή επιταχύνεται στο εσωτερικό της ΕΕ για τους ακόλουθους λόγους:

οι μεγάλες επιχειρήσεις θεωρούν την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά ως μια μόνη αγορά, την εγχώρια αγορά τους,

το ηλεκτρονικό εμπόριο υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα,

οι φορείς παραγωγής και διανομής προβαίνουν σε όλο και μεγαλύτερο κατακερματισμό των αλυσίδων αξίας των οποίων οι διάφορες μονάδες διαθέτουν συνεχώς μεγαλύτερη κινητικότητα (9),

οι βελτιώσεις των μεταφορικών υποδομών και η μείωση του κόστους λόγω συγκέντρωσης των φορτίων ενθαρρύνουν τη χωροταξική κατανομή των επιχειρήσεων και των θυγατρικών τους,

οι πολυεθνικές εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων πολλαπλασιάζονται,

η διεύρυνση της ΕΕ συμβάλλει, επίσης, στην κινητικότητα των οικονομικών επενδύσεων, των ατόμων, και των κεφαλαίων,

η αύξηση των γνώσεων και η μάθηση γλωσσών βοηθούν στην αυξημένη κινητικότητα των ατόμων.

2.2

Κάθε κράτος μέλος χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες του φορολογικού του συστήματος, ειδικές ή διαρθρωτικές, για να προσελκύσει στην επικράτειά του επενδύσεις και δραστηριότητες, διευρύνοντας έτσι το δυναμικό απασχόλησης και τη φορολογική του βάση.

Από την πλευρά τους, οι φορολογούμενοι (επιχειρήσεις και άτομα) αναζητούν εκτός των εθνικών τους συνόρων μια βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Οι φορολογικές εισφορές που χαρακτηρίζονται από τις διαφορές στα εθνικά φορολογικά συστήματα αποτελούν αναγκαστικά μέρος των στρατηγικών μεταβλητών.

2.3

Ο φορολογικός αυτός ανταγωνισμός για την προσέλκυση επενδύσεων αποτελεί πραγματικότητα και στο εσωτερικό κάθε κράτους.

2.4

Δεν γίνεται εύκολα κατανοητός ο βαθμός έντασής του και οι πραγματικές επιπτώσεις του στην κινητικότητα των φορέων παραγωγής και των κεφαλαίων. Υπάρχουν πολυάριθμες σχετικές μελέτες χωρίς πραγματική συμφωνία ως προς τα συμπεράσματα, εκτός από το ότι το φορολογικό κριτήριο αποτελεί μόνο έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες για την εγκατάσταση των επενδύσεων με μεγάλο βαθμό κινητικότητας. Το σημείο αυτό θα εξεταστεί αναλυτικότερα, στη συνέχεια.

2.5

Με τη διεύρυνσή της από 15 σε 27 κράτη μέλη, η ΕΕ, αναμφισβήτητα, αύξησε την ποικιλομορφία της. Καθένα από τα κράτη μέλη χαρακτηρίζεται από το γεωγραφικό, ιστορικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό του πλαίσιο. Διαθέτει τον ιδιαίτερο βιομηχανικό του ιστό καθώς και την ιδιαίτερη φορολογική νομοθεσία του.

3.   Επιπτώσεις της φορολογίας στις βιομηχανικές μεταλλαγές

α)   Φορολογία της εργασίας και φορολογία των κεφαλαίων επενδύσεων

3.1

Για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το σύνολο των φορολογικών εσόδων και των κοινωνικών εισφορών ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 39 % του ευρωπαϊκού ΑΕγχΠ. Το σύνολο των εισφορών μπορεί να κατατμηθεί ως εξής (10):

Φόρος επί των επιχειρήσεων

10 %

Φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων

25 %

Κοινωνικές εισφορές

26 %

Έμμεσοι φόροι

30 %

Άλλοι φόροι

9 %

ΣΥΝΟΛΟ των φορολογικών και κοινωνικών εισφορών

100 %

3.2

Οι έμμεσοι φόροι αποτελούνται κυρίως από γενικούς φόρους κατανάλωσης και, συγκεκριμένα, το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠA), ο οποίος είναι εναρμονισμένος σε επίπεδο ΕE, καθώς και από ορισμένους φόρους και τέλη που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες, όπως οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης οι οποίοι έχουν εν μέρει εναρμονιστεί στην ΕΕ. Δεδομένου όμως ότι οι έμμεσοι φόροι διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο στο τομέα της εγκατάστασης επιχειρήσεων, η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται ιδίως στη φορολογία της εργασίας (§ 3.2.1) και στη φορολογία των κεφαλαίων που επενδύονται από τις επιχειρήσεις (§ 3.2.2).

3.2.1

Ο φόρος στα εισοδήματα των μισθωτών και το σύνολο των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης αντιστοιχούν περίπου στο ήμισυ του συνόλου των φορολογικών και παραφορολογικών εισφορών. Δεδομένου ότι οι εισφορές αυτές βασίζονται άμεσα στην εργασία, αυξάνουν προφανώς το κόστος του απασχολουμένου εργατικού δυναμικού. Δεδομένου ότι το κόστος του εργατικού δυναμικού αποτελεί καίριο οικονομικό δεδομένο για τη βιομηχανία, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η φορολογία και παραφορολογία, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης, που πλήττει το εισόδημα των μισθωτών ενέχει άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των βιομηχανικών επιχειρήσεων της ΕΕ. Οι επιπτώσεις αυτές είναι άμεσες όταν οι δημόσιες αρχές εισπράττουν από τις επιχειρήσεις φορολογικές εισφορές ή εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές. Όταν οι φορολογικές και κοινωνικές εισφορές εισπράττονται από τους μισθωτούς μειώνουν καταρχάς το καθαρό εισόδημα των μισθωτών αλλά, στη συνέχεια, μπορούν να έχουν και έμμεσες επιπτώσεις στην διαπραγμάτευση των ακαθάριστων εισοδημάτων τους, ακόμη και να προκαλέσουν μετακίνηση προς άλλες περιοχές και να αποθαρρύνουν την ανάπτυξη μη μεταποιητικών δραστηριοτήτων με χαμηλό μισθολογικό κόστος.

3.2.1.1

Η αύξηση του κόστους του εργατικού δυναμικού δίνει φυσικά κίνητρο στις επιχειρήσεις να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνοντας την ένταση του επενδυόμενου κεφαλαίου. Το κίνητρο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα κράτη μέλη όπου το κόστος του συντελεστή εργασία είναι το υψηλότερο. Αντίθετα, το σχετικό κόστος του συντελεστή εργασία είναι μια μεταβλητή (μεταξύ άλλων) που ωθεί τις επιχειρήσεις να επενδύσουν εντατικά στην εργασία κυρίως στα κράτη μέλη όπου το κόστος του εργατικού δυναμικού είναι χαμηλότερο. Στο μέτρο που οι φορολογικές και κοινωνικές εισφορές είναι υψηλές στα κράτη μέλη με επίπεδα αμοιβών των μισθωτών (συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών κοινωνικών εισφορών και των φορολογικών εισφορών) ανώτερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το βάρος της φορολογίας επί της εργασίας αυξάνει τη διαφορά του κόστους του εργατικού δυναμικού και ενθαρρύνει συνεπώς τη δημιουργία απασχόλησης κυρίως στα κράτη μέλη με ανταγωνιστικότερη δομή κόστους.

3.2.1.2

Από την πλευρά του καταναλωτή, η τελική τιμή των βιομηχανικών προϊόντων επηρεάζεται προφανώς από κάθε στοιχείο του κόστους, συμπεριλαμβανομένης της φορολογίας. Οι έμμεσοι φόροι επιβάλλονται στο προϊόν σε επίπεδο πώλησης προς τον καταναλωτή, με τρόπο ουδέτερο. Ο ΦΠΑ καταβάλλεται με τον ίδιο συντελεστή στο κράτος μέλος του καταναλωτή, αδιακρίτως εάν το προϊόν παρήχυηκε από επιχείρηση εγκατεστημένη στην χώρα αυτή, σε άλλο κράτος μέλος ή εκτός ΕΕ. Αντίθετα, οι φόροι που εισπράττονται στην ΕΕ σε διάφορα στάδια της παραγωγής, ιδίως η φορολογία και παραφορολογία που επιβαρύνουν το κόστος της εργασίας, αποτελούν καθαρά εθνικές επιβαρύνσεις που πλήττουν τα προϊόντα στον τόπο παραγωγής τους. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ότι ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει μεταξύ προϊόντων που υφίστανται φορολογικό κόστος μεγαλύτερο ή μικρότερο ανάλογα με το κράτος μέλος παραγωγής. Επιπλέον, ακόμα και εάν οι κοινωνικές και φορολογικές εισφορές που επιβάλλονται στην εργασία εναρμονίζονται στο εσωτερικό της ΕΕ, ο καταναλωτής θα έχει πάντοτε την επιλογή μεταξύ, αφενός, προϊόντων κατασκευασμένων στην Ένωση τα οποία επιβαρύνονται από λιγότερο ή περισσότερο βαριές φορολογικές και κοινωνικές εισφορές και, αφετέρου, προϊόντων εκτός ΕΕ, τα οποία υπόκεινται σε διαφορετική φορολογία ή ακόμα και σαφώς μικρότερη. Είναι λοιπόν σημαντικό όχι μόνο να συντονιστεί η δομή των φορολογικών και κοινωνικών εισφορών επί της εργασίας που εισπράττονται στο εσωτερικό της ΕΕ αλλά και να ενταχθεί στην ανάλυση των πτυχών που συνδέονται με το εμπόριο μεταξύ της ΕΕ και του υπόλοιπου κόσμου.

3.2.1.3

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προβεί σε εντατική παρακολούθηση των φορολογικών πρακτικών ορισμένων «παραδείσων» που επιδιώκουν να αποκτήσουν τους φορολογήσιμους πόρους των φορολογικών καθεστώτων των κρατών μελών.

3.2.2

Η φορολογία των επενδυμένων κεφαλαίων αναλύεται αρχικά σε επίπεδο επιχείρησης και στη συνέχεια, δευτερευόντως, σε επίπεδο επενδυτή, δηλαδή ουσιαστικά του μετόχου.

3.2.2.1

Ο φόρος επί των κερδών των επιχειρήσεων ορίζεται σύμφωνα με ονομαστικούς συντελεστές (11) που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών (βλ. πίνακα του παραρτήματος 2). Το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ισπανία και η Μάλτα χαρακτηρίζονται από συντελεστές μεταξύ 34 και 38 % ενώ η Κύπρος, η Φινλανδία, η Λιθουανία και η Λετονία έχουν καθορίσει τους συντελεστές μεταξύ 10 και 15 %.

Σε γενικές γραμμές, ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής είναι σημαντικά χαμηλότερος στα νέα κράτη μέλη από ό,τι στα παλαιά: ο μέσος όρος είναι 29,5 % για την ΕΕ-15 και 20,3 % για την ΕΕ-10 (12).

3.2.2.2

Ωστόσο, οι ονομαστικοί φορολογικοί συντελεστές δεν είναι παρά ένας ελλιπής δείκτης της φορολογικής επιβάρυνσης. Πράγματι, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση λαμβάνει υπόψη τον τρόπο καθορισμού του φορολογητέου εισοδήματος και των διαφορετικών τεχνικών μεθόδων καθορισμού του μεριδίου του φόρου. Συνεπώς, χρειάζεται να υπάρξει αναφορά και στον τεκμαρτό φορολογικό συντελεστή του κεφαλαίου, ο οποίος συγκρίνει τον φόρο που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις με το ακαθάριστο διαχειριστικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων (13) (βλ. πίνακα του παραρτήματος 3).

3.2.2.3

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μέσα μέτρησης είναι εντυπωσιακή:

Σε ορισμένα κράτη μέλη, ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής είναι πολύ υψηλός αλλά φαίνεται ότι στην πράξη η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων είναι σχετικά ελαφριά.

Σε άλλα κράτη μέλη ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής είναι «ελκυστικός» (πολύ χαμηλός), φαίνεται, όμως, ότι η φορολογική επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα υψηλή στα εισοδήματα των επιχειρήσεων.

Διαφαίνεται λοιπόν σαφώς ότι ορισμένα κράτη μέλη φορολογούν με υψηλό συντελεστή μια περιορισμένη φορολογική βάση ενώ άλλα εφαρμόζουν χαμηλότερο συντελεστή σε μια ευρύτερη φορολογική βάση. Η πραγματική φορολογική επιβάρυνση προκύπτει βεβαίως από τις δύο αυτές μεταβλητές έτσι ώστε δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί η ανάλυση στη μελέτη των επίσημων φορολογικών συντελεστών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία, για παράδειγμα, όσον αφορά την Ιρλανδία και τη Γερμανία (14).

3.2.2.4

Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αντικατοπτρίζουν από μόνα τους τον πολύπλοκο χαρακτήρα της φορολογικής προβληματικής (15). Αντί να καταλήξουμε σε βεβιασμένα συμπεράσματα, θα περιοριστούμε στην ανάδειξη της διαφοράς μεταξύ των κρατών μελών, διαφορά που, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μπορεί να επιβάλλει σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, που ασκεί βιομηχανική δραστηριότητα στην ευρωπαϊκή αγορά, φορολογικές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών, που διαφέρουν αισθητά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.

β)   Η αλυσίδα δημιουργίας αξίας της επιχείρησης

3.3

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜME), και ιδιαίτερα αυτές που είναι εγκατεστημένες στις παραμεθόριες ή απομακρυσμένες περιφέρειες της ΕΕ, είναι ιδιαίτερα ανοιχτές την παγκοσμιοποίηση των αγορών, είτε διότι συμμετέχουν, είτε διότι την υφίστανται. Πρόκειται συχνά για επιχειρήσεις προσωπικές ή οικογενειακές, οι οποίες δεν ευνοούνται από τον φορολογικό ανταγωνισμό όσο οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουν ούτε την οργάνωση, ούτε τη διοίκηση, ούτε τα μέσα, ούτε τις γνώσεις για να αξιοποιήσουν πλήρως τον ανταγωνισμό αυτό. Η συμμόρφωση ως προς τις φορολογικές δηλώσεις από τη μια χώρα στην άλλη, η διαφορά των φορολογικών βάσεων, των συντελεστών, των απαλλαγών, των κανόνων απόσβεσης κλπ. μεταξύ των διαφόρων χωρών συνιστούν, αντίθετα, για τις ΜΜΕ πρόσθετο κόστος το οποίο εμποδίζει την πρόσβαση στις εξωτερικές αγορές. Ωστόσο, το μερίδιο των διεθνοποιημένων (ή προς διεθνοποίηση) ΜΜΕ αποτελεί ένα από τα καλύτερα πλεονεκτήματα οικονομικής μεγέθυνσης όσον αφορά τη δημιουργία πλούτου, προστιθέμενης αξίας, καινοτομίας και, βασικά, απασχόλησης όπως προβλέπει και η διαδικασία της Λισαβόνας. Είναι συνεπώς απαραίτητη μια συνοδευτική δομή για την συνδρομή των επιχειρήσεων αυτών στις προσπάθειές τους. Για να γίνει αυτό, τα στελέχη των επιχειρήσεων αυτών πρέπει να είναι εκπαιδευμένα ώστε να βοηθήσουν στην αλλαγή, όπως επίσης και το προσωπικό των δημόσιων διοικήσεων.

3.4

Πολλές επιχειρήσεις με σημαντική βαρύτητα στο εμπόριο εντός των ευρωπαϊκών συνόρων, και ακόμη περισσότερο επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο διεθνές εμπόριο εκτός ΕΕ, λειτουργούν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με ένα διαφορετικό οικονομικό πρότυπο. Συγκεκριμένα:

οι επιχειρήσεις αυτές είναι οργανωμένες με τη μορφή ανώνυμων εταιριών των οποίων οι μέτοχοι δεν κατοικούν απαραίτητα στην περιφέρεια ούτε στο κράτος μέλος όπου είναι κυρίως εγκατεστημένη η επιχείρηση,

είναι συνήθως οργανωμένες με τη μορφή μητρικών και θυγατρικών εταιριών και αποτελούν εταιρικούς ομίλους λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωμένους,

οι διάφορες οντότητες του ομίλου λειτουργούν σε πολλά κράτη μέλη, και

οι διάφορες μονάδες του ομίλου φέρουν σε πέρας η καθεμία διαφορετική λειτουργία διότι κάθε μονάδα συμμετέχει στη δημιουργία αξίας και η αλυσίδα δημιουργίας αξίας είναι σαφώς διαχωρισμένη μεταξύ των διαφόρων εταιριών και η κάθε εταιρία έχει αναλάβει μια χωριστή λειτουργία σε μια λογική συνόλου.

3.5

Οι σύγχρονοι βιομηχανικοί όμιλοι ασκούν πληθώρα αλληλένδετων οικονομικών λειτουργιών (διαχείριση των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού, οργάνωση των διαφόρων φάσεων της παραγωγής, αξιοποίηση των άυλων στοιχείων ενεργητικού όπως η τεχνογνωσία, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα εμπορικά σήματα κλπ.) για να καταλήξουν στην διάθεση της παραγωγής στην αγορά σύμφωνα με μια στρατηγική που να βασίζεται σε συστηματικές αναλύσεις της αγοράς. Η εγκατάσταση των διαφόρων οικονομικών λειτουργιών ακολουθεί μια λογική συνόλου, ενώ η φορολογία αποτελεί μία μόνο από τις μεταβλητές.

3.6

Σε μια τέτοια ομαδική δομή, πρέπει να αναλυθεί τόσο η κάθε νομική οντότητα όσο και ο όμιλος στο σύνολό του. Ο όμιλος παραχωρεί οικονομικές λειτουργίες σε καθεμία από τις οντότητες που τον αποτελούν σε συνάρτηση με τα οικονομικά δεδομένα της αγοράς, βελτιστοποιώντας έτσι την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του συνόλου σε μια συνολική προοπτική. Είναι θεμιτό να βελτιώνουν τα κράτη μέλη τη φορολογία τους προκειμένου να δώσουν κίνητρα στην οικονομική δραστηριότητα. Είναι επίσης θεμιτό να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις τις φορολογικές επιβαρύνσεις με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις στις οποίες υπόκεινται.

3.7

Κάθε νομική οντότητα διέπεται από το φορολογικό δίκαιο που ισχύει στον τόπο εγκατάστασης της και τα φορολογικά δεδομένα εντάσσονται στη λογική της διαχείρισης του συνόλου του ομίλου όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες μεταβλητές που επηρεάζουν μια απόφαση.

3.8

Η πραγματικότητα των βιομηχανικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στις αγορές της ΕΕ είναι, συνεπώς, εξαιρετικά περίπλοκη. Αντί να εξετασθεί η εγκατάσταση, η μεταφορά ή η μετεγκατάσταση ενός ομίλου, θα ήταν πιο ρεαλιστικό να πραγματοποιηθεί μια λειτουργική ανάλυση του βιομηχανικού ιστού και να καθοριστούν οι παράγοντες εγκατάστασης που επηρεάζουν τις διάφορες οικονομικές λειτουργίες στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, σε κλίμακα ΕΕ ή ακόμη μεγαλύτερη. Ορισμένες οικονομικές λειτουργίες μπορούν να μετακινηθούν ευκολότερα και για ορισμένες από αυτές η φορολογία αποτελεί σημαντικότερο κριτήριο εγκατάστασης από ό,τι για άλλες. Είναι προφανές ότι η φορολογία είναι μια από τις μεταβλητές που επηρεάζουν τη λήψη απόφασης. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να υπερεκτιμηθεί η σημασία της όσον αφορά την επιλογή του τόπου εγκατάστασης.

4.   Το πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τη φορολογία των επιχειρήσεων

4.1

Επί του παρόντος, τον φορολογικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ΕΕ πλαισιώνουν τρεις δέσμες μέτρων:

ο κώδικας δεοντολογίας και το σύστημα ενημέρωσης όσον αφορά τις μεταβολές των δασμολογικών νομοθεσιών, που θεσπίστηκαν το 1997, δρομολόγησαν έναν ενεργό διάλογο σε επίπεδο υπουργείων οικονομικών με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα νομοθετικά μέτρα δεν ενθαρρύνουν ένα ζημιογόνο φορολογικό ανταγωνισμό (§§ 4.2 έως 4.4),

το ευρωπαϊκό δίκαιο για τον ανταγωνισμό και ειδικότερα η νομοθεσία σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι η εισαγωγή ορισμένων δεοντολογικών καθεστώτων ή η εφαρμογή του φορολογικού δικαίου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν θα ευνοήσουν ορισμένες επιχειρήσεις μέσω κρατικών ενισχύσεων που αντίκεινται στην ορθή λειτουργία της κοινής αγοράς (§§ 4.5 έως 4.7),

τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν λάβει νομοθετικά μέτρα με σκοπό να εμποδίσουν τη σύσταση από επιχειρήσεις τεχνητών και καταχρηστικών δομών έτσι ώστε να επωφελούνται από ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα (§ 4.8).

4.2

Ο νομικά μη δεσμευτικός κώδικας δεοντολογίας, δεσμεύει τα κράτη μέλη στην τήρηση των αρχών ενός υγιούς φορολογικού ανταγωνισμού. Ως συνέχεια των διεργασιών αυτών, εντοπίστηκε ένα σύνολο φορολογικών μέτρων, νομοθετικής, κανονιστικής και διοικητικής φύσης, τα οποία έχουν -ή θα μπορούσαν να έχουν- σημαντικές επιπτώσεις στην εγκατάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων στο εσωτερικό της ΕΕ. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη συμφώνησαν και έλαβαν σαφείς δεσμεύσεις για την τροποποίηση των καθεστώτων με τρόπο ώστε τα επιζήμια στοιχεία φορολογικού ανταγωνισμού να έχουν εξαλειφθεί το αργότερο έως το 2010, εκτός εξαιρέσεων (16).

4.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τα αποτελέσματα αυτού του κώδικα δεοντολογίας διότι με την εξάλειψη επιζήμιων φορολογικών πρακτικών (17), τα κράτη μέλη θα ενισχύσουν τον υγιή φορολογικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ΕΕ και θα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς.

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να συνεχίσει αυτή την πρωτοβουλία για τη διεύρυνση της εμβέλειας του κώδικα δεοντολογίας και για την αξιολόγηση ορισμένων ειδικών φορολογικών καθεστώτων που εισήχθησαν τα τελευταία χρόνια.

4.4

Παράλληλα, θεσπίστηκε ένα σύστημα ενημέρωσης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής προκειμένου να επαληθεύεται εάν οι μεταβολές του φορολογικού δικαίου συνάδουν με την πολιτική της ΕΕ. Τα κράτη μέλη δεσμεύονται να μην εισάγουν νέα φορολογικά μέτρα τα οποία μπορούν να είναι επιζήμια για την ΕΕ.

4.5

Η συνθήκη της Ρώμης περιελάμβανε ήδη διατάξεις που απαγόρευαν στα κράτη μέλη να χορηγούν ενισχύσεις στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών πλεονεκτημάτων τα οποία στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, και παραχωρούσε στην Επιτροπή την αρμοδιότητα εποπτείας και παρακολούθησης στο τομέα αυτό. Το 1997, ξεκινώντας τις εργασίες σχετικά με τον κώδικα συμπεριφοράς, οι υπουργοί οικονομικών στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ecofin έδωσαν ρητή εντολή στην Επιτροπή να συνεχίσει τη δράση της στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και στην καταπολέμηση των φορολογικών νομοθεσιών των κρατών μελών που αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάξεις της συνθήκης.

4.6

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η Επιτροπή ενίσχυσε προοδευτικά τη δράση της στο τομέα αυτό. Όχι μόνο έθεσε σε λειτουργία μια διαδικασία διασαφήνισης — σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη — με τη λήξη της οποίας διευκρίνισε τα κριτήρια που θα διέπουν τη δράση της σε μια σειρά τομέων, αλλά ανέλαβε επίσης ειδικές δράσεις κατά ορισμένων ιδιαίτερων φορολογικών μέτρων που είχαν θεσπιστεί από ορισμένα κράτη μέλη.

4.7

Αντίθετα με τον κώδικα δεοντολογίας που έχει ένα πολιτικό και μη δεσμευτικό χαρακτήρα, το δίκαιο για τις κρατικές ενισχύσεις έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Η Επιτροπή διαθέτει ισχυρή εξουσία και μπορεί να απαγορεύσει τη χορήγηση μιας ενίσχυσης που δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις, να επιβάλει την τροποποίηση της, ακόμα και να υποχρεώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να ζητήσει την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εφόσον δεν κοινοποιήθηκαν πριν από την εφαρμογή τους. Στην περίπτωση αυτή, οι δικαιούχες επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν το αντίτιμο των φορολογικών πλεονεκτημάτων που τους παραχωρήθηκαν.

4.8

Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει φορολογικές διατάξεις για να καταπολεμήσουν τη φοροδιαφυγή και τη μεταφορά δραστηριοτήτων σε περιοχές με ευνοϊκή φορολογία. Είναι γεγονός ότι όλα τα κράτη μέλη επιδιώκουν να προσελκύσουν οικονομικές δραστηριότητες στην επικράτειά τους, να δημιουργήσουν φορολογικά έσοδα σε σχέση με τις δραστηριότητες αυτές και να αποφύγουν την μετατόπιση των φορολογητέων βάσεων προς το εξωτερικό.

4.8.1

Παρά το γεγονός ότι τα νομοθετικά μέτρα που θεσπίζονται διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, τίθεται ενίοτε το ερώτημα εάν οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την εσωτερική αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της ΕΕ, εφόσον το φορολογικό δίκαιο που εφαρμόζεται από όλα τα κράτη μέλη συμμορφώνεται με το κοινοτικό δίκαιο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει τη θέση του σχετικά: κατ' ουσία, οι διατάξεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η μετακίνηση των εισοδημάτων σε επικράτειες με ευνοϊκότερη φορολογία είναι, καταρχήν, ασύμβατες με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της ΕΕ. Ωστόσο, τέτοιες διατάξεις αιτιολογούνται μόνον εάν περιορίζονται στην καταπολέμηση, με τρόπο αναλογικό, της συγκρότησης τεχνητών και καταχρηστικών δομών.

4.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα και υπενθυμίζει τα συμπεράσματα της πρόσφατης σχετικής γνωμοδότησης της (18).

4.10

Η συνθήκη της Ρώμης, στο άρθρο 93, προβλέπει ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, «εκδίδει διατάξεις για την εναρμόνιση των νομοθεσιών περί των φόρων κύκλου εργασιών, (…) στο βαθμό που η εναρμόνιση αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

4.11

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε πολλές ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες με σκοπό να τελειοποιήσει την εσωτερική αγορά με τη βοήθεια μέτρων που αφορούν τη φορολογία των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, στις 3 Μαΐου 2007, ότι συνέχιζε τις εργασίες της ενόψει της θέσπισης μιας κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ). Ο αρμόδιος επίτροπος για φορολογικά θέματα προτίθεται να παρουσιάσει κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008 πρόταση οδηγίας με σκοπό την εφαρμογή της ΚΕΒΦΕ έως το 2010. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πεποίθηση της Επιτροπής ότι η ΚΕΒΦΕ μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επιτυχία της εσωτερικής αγοράς, ακόμη και εάν η ΚΕΒΦΕ αυτή σημαίνει μεγαλύτερη διαφάνεια και, συνεπώς, εντονότερο φορολογικό ανταγωνισμό. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει το έργο της, παρά τον περίπλοκο χαρακτήρα των προβλημάτων. Ωστόσο, στην παρούσα φάση είναι πρόωρο να αναλυθεί περαιτέρω το σχέδιο εφόσον η Επιτροπή δεν έχει παρουσιάσει ακόμη ένα λεπτομερές πρότυπο όσον αφορά τον ορισμό της κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας και για την θέσπιση ενός ενοποιημένου καθεστώτος φορολογίας στο επίπεδο 27 κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο η ΕΟΚΕ θέτει ορισμένους προβληματισμούς και ερωτήματα για το μέλλον σε ό,τι αφορά το σχέδιο ΚΕΒΦΕ για τη φορολογία των επιχειρήσεων.

5.   Προβληματισμοί και ερωτήματα της ΕΟΚΕ για το σχέδιο της κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ)

5.1

Δεδομένου ότι η ΚΕΒΦΕ ενδέχεται να είναι προαιρετική για τα κράτη μέλη (πιθανώς στη βάση μιας ενισχυμένης συνεργασίας), η ΕΟΚΕ εύχεται να υιοθετηθεί από όσο το δυνατόν περισσότερα κράτη μέλη, με την πρόβλεψη όμως μεταβατικών μέτρων.

5.2

Εάν η πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ είναι προαιρετική για τις επιχειρήσεις, η επιλογή αυτή θα υποχρεώσει την κρατική διοίκηση στα κράτη μέλη να διεκπεραιώνουν δύο καθεστώτα δήλωσης και φορολογίας. Είναι τούτο διανοητό τη στιγμή που τα περισσότερα κράτη μέλη αναζητούν τρόπους βελτίωσης της αποδοτικότητας των δημοσίων υπηρεσιών;

5.3

Εάν οι πολυεθνικές εταιρίες υιοθετήσουν την πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ, δεν υφίσταται άραγε ο κίνδυνος στρέβλωσης όσον αφορά την αντιμετώπιση (διατυπώσεις, λογιστικό και φορολογικό καθεστώς) των επιχειρήσεων ενός κράτους μέλους που τάσσεται υπέρ της εφαρμογής της ΚΕΒΦΕ;

5.4

Αναφορικά με τα δύο ανωτέρω σημεία, δεν θα πρέπει άραγε να επιδιωχθεί η προοδευτική εφαρμογή σε όλους τους φορολογούμενους ενός κράτους μέλους, ενός και μόνο φορολογικού καθεστώτος;

5.5

Εφόσον η πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ αναμένεται να αποφέρει μεγαλύτερη διαφάνεια, μήπως η κοινή βάση δήλωσης πρέπει να ανατεθεί σε μια διεθνική αρχή;

5.6

Με την πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ, οι διαφορές στη φορολογία που ελλοχεύουν στον υπολογισμό των βάσεων θα μετατεθούν στους φορολογικούς συντελεστές των κρατών μελών που επέλεξαν την ΚΕΒΦΕ. Η πρακτική της κοινής βάσης δεν θα μετατραπεί άραγε σε μεγαλύτερη διασπορά των φορολογικών συντελεστών (τουλάχιστον των ονομαστικών); Υφίσταται το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης του φορολογικού ανταγωνισμού όσον αφορά την παρουσίαση των φορολογικών συντελεστών. Μια μελέτη της Επιτροπής (2001) ανέφερε ότι η διασπορά των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών ήταν η κυριότερη αιτία οικονομικών στρεβλώσεων που προέκυπταν από τον φορολογικό ανταγωνισμό.

5.7

Σε περίπτωση διατήρησης των διαφορών μεταξύ των φορολογικών συντελεστών (αντίθετα προς την πρόσφατη τάση σύμπτυξης των αποκλίσεών τους) ή ακόμη και αύξησής τους, στα κράτη μέλη που επέλεξαν την ΚΕΒΦΕ, δεν θα μπορούσε άραγε να προβλεφθεί η θέσπιση ενός κατώτατου φορολογικού συντελεστή στα κράτη μέλη; Ο συντελεστής αυτός θα μπορούσε να τοποθετηθεί, για παράδειγμα, αμέσως κάτω από αυτόν που θέσπισαν φυσικά τα νέα κράτη μέλη; Η κατάσταση στις χώρες αυτές ως προς την εισροή ξένων κεφαλαίων δεν θα μεταβληθεί. Όσον αφορά τα υπόλοιπα κράτη μέλη, θα μπορούσαν να θεσπίσουν υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές χωρίς να φοβούνται μια πολύ επιθετική εξωτερική φορολογική πολιτική εις βάρος των οικονομικών κεφαλαίων.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  «Υφίσταται φορολογικός ανταγωνισμός εάν οι αποφάσεις μιας διοίκησης [εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής] επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα άλλων διοικήσεων και εάν οι μηχανισμοί της αγοράς αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη ρύθμιση αυτής της αλληλεπίδρασης» (Πηγή: OΟΣΑ), για περισσότερες πληροφορίες, βλ. παράρτημα 1.

(2)  Τα επιζήμια φορολογικά μέτρα καθορίζονται ευρέως από τον κώδικα συμπεριφοράς για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων και ορίζονται ως τα μέτρα που «πλήττουν ή μπορούν να πλήξουν σημαντικά την εγκατάσταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην Κοινότητα». Στη συνέχεια ο κώδικας ορίζει ως «πιθανά επιζήμια» τα μέτρα τα οποία «καθιερώνουν σημαντικά χαμηλότερο πραγματικό επίπεδο φορολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής φορολόγησης, σε σχέση με τα επίπεδα που ισχύουν κανονικά στο συγκεκριμένο κράτος μέλος»

(βλ. http://ec.europa.eu/taxation_customs/taxation/company_tax/harmful_tax_practices/index_en.htm).

(3)  ΕΕ C 93 της 27.4.2007.

(4)  Η διπλή μη φορολόγηση μπορεί να προκύψει και από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων φορολογίας. «Για παράδειγμα, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των δανείων και των ιδίων κεφαλαίων από τα κράτη μέλη. Ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρεί μια συναλλαγή ως συνεισφορά ιδίων κεφαλαίων αντί για δάνειο και, επομένως, να κρίνει ότι τα έσοδα των κεφαλαίων αυτών δεν είναι φορολογητέα, ενώ ένα άλλο κράτος μέλος μπορεί να θεωρεί το δάνειο ως οφειλή και να επιτρέπει στην εταιρεία που καταβάλλει τους τόκους την αφαίρεσή τους. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση φόρου σε ένα κράτος μέλος, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη φορολόγηση σε ένα άλλο. Ένας άλλος τομέας είναι εκείνος των υβριδικών οντοτήτων, δηλαδή των οντοτήτων που θεωρούνται ως νομικά πρόσωπα (μη διαφανείς οντότητες) από ένα κράτος μέλος και ως μη νομικά πρόσωπα (διαφανείς οντότητες) από ένα άλλο. Η διαφορά αυτή ως προς τον χαρακτηρισμό που δίδουν τα κράτη μέλη μπορεί να οδηγήσει σε διπλές απαλλαγές ή σε διπλές εκπτώσεις».[Πηγή: Ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Συντονισμός των συστημάτων άμεσης φορολογίας των κρατών μελών στην εσωτερική αγορά» [COM(2006) 823 τελικό, σημείο 3)].

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την «ανάγκη χάραξης συντονισμένης στρατηγικής με σκοπό τη βελτίωση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής» (ΕΕ C 161 της 13.7.2007, σ. 8).

(6)  Βρίσκεται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/taxation_customs/taxation/company_tax/harmful_tax_practices/index_en.htm#code_conduct. Βλ. επίσης το παράρτημα 4.

(7)  Βλ. την πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Για την εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος βελτίωσης της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων της ΕΕ: περαιτέρω επιτευχθείσα πρόοδος κατά το 2006 και τα επόμενα βήματα για την υποβολή πρότασης για την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας των επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ)» [COM(2007) 223 τελικό, της 2.5.2007].

(8)  ECO/165 — CESE 241/2006, ΕΕ C 88 της 11.4.2006.

(9)  Βλ. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο» (CCMI/037 — ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 1).

(10)  Πηγή: ΟΟΣΑ «Statistiques des recettes publiques 1965-2005: Edition 2006». Τα δεδομένα αφορούν την ΕΕ-15.

(11)  O θεσμοθετημένος φορολογικός συντελεστής είναι ο νόμιμα επιβαλλόμενος συντελεστής.

Ο πραγματικός συντελεστής φορολογίας είναι το ποσό που ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση πληρώνει όταν συμπεριλαμβανομένων όλων των φορολογικών εκπτώσεων ή πληρωμών της διοίκησης, και διαχωρίζονται στο ατομικό ή συνολικό εισόδημα εταιρείας ή ιδιώτη ή στο φορολογητέο εισόδημα.

Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής ορίζεται για κάθε οικονομική λειτουργία. Θεωρείται ο λόγος του συνολικού φόρου εισοδήματος της κατηγορίας (κατανάλωση, εργασία και κεφάλαιο) και της πιθανής φορολογικής βάσης που έχει οριστεί μέσω της παραγωγής και του λογαριασμού χρήσης εισοδήματος των εθνικών λογαριασμών.

Ο συνολικός έμμεσος φορολογικός συντελεστής θεωρείται ο λόγος μεταξύ του εισοδήματος από όλους τους φόρους κεφαλαίου, και όλων (κατ' αρχήν) των πιθανών φορολογητέων κεφαλαίων και εσόδων των επιχειρήσεων στην οικονομία. Αποσκοπεί δε να αποτελέσει τον μέσο όρο της φορολογικής επιβάρυνσης επί του εισοδήματος κεφαλαίου.

(πηγή των ανωτέρω ορισμών: Ευρωπαϊκή Επιτροπή Structures of the taxation systems in the European Union: 1995-2004, σ. 83 (doc. TAXUD E4/2006/DOC/3201).

Στα παραρτήματα 2 και 3 περιλαμβάνονται οι συγκριτικοί πίνακες στο εσωτερικό της ΕΕ για τους ονομαστικούς συντελεστές και τα πραγματικά ποσοστά φορολόγησης των κεφαλαίων. Λόγω των αποκλίσεων σε ό,τι αφορά τις μεθόδους υπολογισμού των πραγματικών συντελεστών, δεν είναι δυνατή η απεικόνιση ενός αντίστοιχου πίνακα για τους συντελεστές αυτούς.

(12)  Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Structures of the taxation systems in the European Union: 1995-2004, σ. 83 (doc. TAXUD E4/2006/DOC/3201).

(13)  Για ακριβέστερη μεθοδολογική ανάλυση και για λεπτομερέστερη παρουσίαση των στοιχείων, βλ. ανωτέρω, σ. 84-87.

(14)  Όσον αφορά τη Γερμανία και την Ιρλανδία, ένας άλλος δείκτης τείνει να επιβεβαιώσει το παράδοξο που προαναφέρθηκε. Είναι γεγονός ότι ο φόρος επί του κεφαλαίου αντιπροσωπεύει το 15 % της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης στη Γερμανία ενώ το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 28 % στην Ιρλανδία (Πηγή: Structures of the taxation systems in the EU, 1995-2004, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πίνακας C.3_T).

(15)  Στην παρούσα γνωμοδότηση δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν τα στοιχεία και να αναζητηθούν συγκεκριμένες απαντήσεις για κάθε κράτος μέλος, ούτε να διασταυρωθούν οι στατιστικοί δείκτες με άλλες βάσεις δεδομένων.

(16)  Για ορισμένα καθεστώτα ορίστηκε προθεσμία που φτάνει έως και το 2016.

(17)  Βλ. ορισμό της υποσημείωσης 2.

(18)  Γνωμοδότηση για την Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την «ανάγκη χάραξης συντονισμένης στρατηγικής με σκοπό τη βελτίωση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής» (ECO/187 — ΕΕ C 161 της 13.7.2008, σ. 8).


Top