Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52004AE0323

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου «σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς» [COM(2003) 698 τελικό — 2003/0278(CNS)]

OJ C 110, 30.4.2004, p. 116–124 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/116


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου «σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς»

[COM(2003) 698 τελικό — 2003/0278(CNS)]

(2004/C 110/20)

Την 1η Δεκεμβρίου 2003 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 §2 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Φεβρουαρίου 2004. (Εισηγητής: ο κ. Fernando MORALEDA QUILEZ, συνεισηγητές: ο κ. Χρήστος ΦΑΚΑΣ, ο κ. Adalbert KIENLE και η κ. Maria Luisa SANTIAGO).

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 58 ψήφους υπέρ, 7 κατά και 1 αποχή.

1.   Εισαγωγή

1.1

Στις 26 Ιουνίου 2003, στο Λουξεμβούργο, οι ευρωπαίοι υπουργοί γεωργίας υιοθέτησαν μια θεμελιώδη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ αφήνοντας στα κράτη μέλη περιθώριο ελιγμών για την εφαρμογή της κατά την περίοδο 2005-2007. Η συμφωνία περιελάμβανε επίσης την Κοινή Δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής για ορισμένες καλλιέργειες για τις οποίες συνεχίζουν να ισχύουν οι ίδιες αρχές και οι ίδιοι κανόνες, οι ίδιες δημοσιονομικές μακροπρόθεσμες προοπτικές (2013) και το ισχύον χρηματοδοτικό καθεστώς (status quo).

1.2

Η Επιτροπή, στην αιτιολογική έκθεση της υπό εξέταση πρότασης κανονισμού, αναφέρει ότι από το 1992, η Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) έχει υποβληθεί σε μια διαδικασία μεταρρύθμισης εκ θεμελίων, στόχος της οποίας είναι να υπάρξει μετάβαση από μια πολιτική στήριξης των τιμών και της παραγωγής σε μια ευρύτερη πολιτική εισοδηματικής στήριξης των γεωργών. Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται και η υιοθέτηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς.

1.3.

Η αποσύνδεση της παρεχόμενης άμεσης στήριξης στους παραγωγούς και η εγκαθίδρυση του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της διαδικασίας μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η Επιτροπή προτείνει, ως συνέχεια στη διαδικασία της μεταρρύθμισης, να ενσωματωθούν στον προαναφερόμενο κανονισμό τα καθεστώτα στήριξης που εφαρμόζονται για το βαμβάκι, το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές, τον καπνό και το λυκίσκο.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η κοινή γεωργική πολιτική επιδιώκει την επίτευξη των στόχων που ορίζει η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και συγκεκριμένα, την σταθεροποίηση των αγορών, την αύξηση της παραγωγικότητας, την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό ιδίως με την αύξηση του εισοδήματός του. Η επίτευξη των εν λόγω στόχων αμφισβητείται σοβαρά σε περίπτωση υλοποίησης των προτάσεων της Επιτροπής για τους υπό εξέταση τομείς, δεδομένου ότι η μεταρρυθμιστική πρόταση δεν εγγυάται ούτε την παραγωγή των προϊόντων αυτών, ούτε λαμβάνει υπόψη τους παραγωγούς από τις υποβαθμισμένες ζώνες, ούτε αυξάνει την ανταγωνιστικότητα, ούτε καν διαφυλάσσει το περιβάλλον.

2.2

Οι προπαρασκευαστικές εργασίες για τη μεταρρύθμιση του Ιουνίου αξιολόγησαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις συνέπειες για τις εκμεταλλεύσεις και τις διάφορες περιοχές από την εφαρμογή του ενός ή άλλου προτύπου. Κατά συνέπεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Σεπτεμβρίου 2003 με θέμα Εξέλιξη των γεωργικών εισοδημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνέστησε για τις επόμενες μεταρρυθμίσεις να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην ανάλυση και την αξιολόγηση των επιπτώσεων. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι τούτο δεν ελήφθη υπόψη και συνιστά να μην επαναληφθεί στο μέλλον η κατάσταση αυτή.

2.3

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, η αποσύνδεση των ενισχύσεων με την προτεινόμενη μορφή στους υπό εξέταση τομείς, θα προκαλέσει σειρά προβλημάτων και μειονεκτημάτων από τα οποία θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα εξής: η προβλεπόμενη παραδοσιακή ενίσχυση ανά εκμετάλλευση υιοθετεί ως σημείο αναφοράς μια προγενέστερη περίοδο και με τον τρόπο αυτό δεν εξαλείφει τις υφιστάμενες γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες αλλά αντίθετα ενδέχεται να τις οξύνει. Ειδικότερα, ενδέχεται να δημιουργήσει εμπόδια στην ένταξη των νέων γεωργών. Επίσης, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στις ενοικιαζόμενες γαίες και να θέσει σε κίνδυνο την διατήρηση της παραγωγής σε συγκεκριμένες περιοχές και περιφέρειες.

2.4

Οι γεωργικές παραγωγές που εξετάζονται στην πρόταση συνδέονται με έναν ευρύ κοινωνικό ιστό, όσον αφορά τόσο την καλλιέργεια όσο και την επεξεργασία και την μεταποίηση. Συγκεκριμένα, πρόκειται για καθαρά «κοινωνικές» καλλιέργειες λόγω της απασχόλησης που δημιουργούν διότι είναι μεγάλης έντασης εργατικού δυναμικού και κυριαρχούν σε συγκεκριμένες περιοχές και περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι κοινωνικές επιπτώσεις και η απώλεια των θέσεων απασχόλησης που θα προκαλέσουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα είναι ιδιαίτερα σοβαρές για τον πρόσθετο λόγο ότι θα συνδυασθούν με το υψηλό ποσοστό ανεργίας που συναντάται στις εν λόγω ζώνες.

2.5

Οι περισσότεροι τομείς που θίγονται από την πρόταση της Επιτροπής επικεντρώνονται στις μεσογειακές περιφέρειες οι οποίες είναι είτε λιγότερο ανεπτυγμένες ζώνες μειούμενο πληθυσμό, είτε ορεινές ζώνες. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 24ης και 25ης Οκτωβρίου 2002 στα οποία γίνεται αναφορά στο ό,τι πρέπει να προστατευθούν τα δικαιώματα των παραγωγών στις μειονεκτικές περιφέρειες της ΕΕ των 15.

2.6

Η Επιτροπή προτάσσει ότι ενισχύει το δεύτερο πυλώνα της ΚΓΠ, δηλαδή την αγροτική ανάπτυξη με την μεταφορά πόρων από τους εν λόγω τομείς στα μέτρα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 για τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η πραγματική κινητήριος δύναμη της αγροτικής ανάπτυξης στις ενδιαφερόμενες περιοχές και περιφέρειες είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας με βάση τις υπάρχουσες καλλιέργειες. Για το λόγο αυτό, θεωρεί πρωτεύον οι υπό εξέταση μεταρρυθμίσεις να διασφαλίζουν και να ενισχύουν την πολυλειτουργικότητα με την πλέον ευρεία έννοιά της, και με τον τρόπο αυτό ακολουθώντας σε τελική ανάλυση τα συμπεράσματα των Συμβουλίων του Λουξεμβούργου (1997) και του Βερολίνου (1999).

2.7

Με τις νέες θέσεις περιβαλλοντικού χαρακτήρα που υιοθετήθηκαν πρόσφατα για τις άμεσες ενισχύσεις όσον αφορά τόσο τις περιβαλλοντικές προϋποθέσεις όσο και την τήρηση των ορθών γεωργικών πρακτικών που συμβαδίζουν με την διατήρηση των φυσικών πόρων, διασφαλίζεται η βιώσιμη διαχείριση των γαιών που χρησιμοποιούνται για τις εν λόγω καλλιέργειες.

2.8

Ακόμη, λαμβανομένης υπόψη της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Γκέτεμποργκ να προσθέσει στην Στρατηγική της Λισαβόνας (στρατηγική για την οικονομική και κοινωνική μεταρρύθμιση) μια περιβαλλοντική διάσταση, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη στην ΕΕ οφείλει να διαφυλάξει την ισορροπία μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης, της ευημερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της περιβαλλοντικής προστασίας, πτυχές που πρέπει να συνεκτιμηθούν και στην πρόταση της Επιτροπής με σκοπό την διατήρηση του κοινωνικού και οικονομικού ιστού και τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων στις περιοχές παραγωγής των υπό εξέταση προϊόντων.

2.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι σε περίπτωση πιθανής μείωσης των καλλιεργούμενων επιφανειών στους υπό εξέταση τομείς, θα προκληθούν σοβαρές συνέπειες για τα υπόλοιπα προϊόντα που θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν στις εν λόγω επιφάνειες, διότι υπόκεινται σε καθεστώς ποσοστώσεων στην πλειονότητά τους, με επακόλουθο νέες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και επιπτώσεις οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα.

2.10

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο να πραγματοποιηθεί, ως πρώτο βήμα, μια σειρά ειδικευμένων αναλύσεων ανά τομείς και περιφέρειες σχετικά με τις δυνατές επιπτώσεις των διαφόρων βαθμών αποσύνδεσης των ενισχύσεων (επιπτώσεις στις αγορές, στις γαίες, στην απασχόληση και στο περιβάλλον) πριν να ληφθούν αποφάσεις για την τροποποίηση των υφιστάμενων μηχανισμών. Ειδικότερα, καίρια σημασία κατέχει μια αξιολόγηση των εδαφικών επιπτώσεων των προτεινόμενων μέτρων. Για την ΕΟΚΕ, η πλήρης αποσύνδεση των ενισχύσεων ενέχει τον κίνδυνο μείωσης των εν λόγω καλλιεργειών στις ήδη υποβαθμισμένες περιοχές με αποτέλεσμα ανεπιθύμητες αρνητικές συνέπειες από περιβαλλοντική άποψη, μία από τις οποίες μπορεί να είναι η ταχύτερη ερημοποίηση σε ορισμένες ευαίσθητες ζώνες με συνεχώς αυξανόμενες διαδικασίες διάβρωσης.

2.11

Επιλέγοντας ιστορικά σημεία αναφοράς τόσο για την συνολική καλλιεργούμενη επιφάνεια όσο και τις παραγόμενες ποσότητες, η Επιτροπή δεν πρέπει να παραβλέψει την παραγωγική πραγματικότητα του κάθε τομέα διότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη ακριβή δεδομένα με βάση τις στατιστικές των τελευταίων ετών.

2.12

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη όσων ορίζει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όσον αφορά την δυνατότητα των κρατών μελών να ορίσουν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου καθεστώτος ενισχύσεων μεταξύ του 2005 και του 2007, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να καταστεί πιο ευέλικτη για τους υπόλοιπους τομείς όπου ισχύουν παρόμοιες διατάξεις.

2.13

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι λόγω της αποτυχίας της Υπουργικής Διάσκεψης της Κανκούν, δεν νοείται να διατηρήσει η Επιτροπή τις ίδιες αρχές με εκείνες που είχαν αποτελέσει την βάση των διαπραγματεύσεων χωρίς, όπως προστάζει η λογική, να εξαχθούν τα απαραίτητα συμπεράσματα όσον αφορά την καταλληλότητα της στρατηγικής που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.14

Τέλος, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη ίδιας μεταχείρισης με εκείνη που αποφασίσθηκε τον Ιούνιο για τους τομείς που θίγονται από τις μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη το κατάλληλο περιθώριο ελιγμών για την εφαρμογή των εν λόγω μεταρρυθμίσεων.

ΒΑΜΒΑΚΙ

3.   Συνοπτική παρουσίαση της πρότασης

3.1

Όπως είναι γνωστό η Επιτροπή προτείνει να μεταφερθεί το μέρος των δαπανών του ΕΓΤΠΕ για το βαμβάκι, το οποίο προοριζόταν για στήριξη των παραγωγών κατά την περίοδο αναφοράς (2000-2002), στη χρηματοδότηση των δύο μέτρων εισοδηματικής στήριξης των παραγωγών, που είναι το σύστημα ενιαίας ενίσχυσης ανά εκμετάλλευση και μία νέα ενίσχυση παραγωγής, που χορηγείται ως ενίσχυση βάσει της έκτασης. Το συνολικό διαθέσιμο ποσό και για τα δύο μέτρα ανέρχεται σε 695,8 εκατ. ευρώ και κατανέμεται ως εξής: 504,4 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα, 190,8 εκατ. ευρώ για την Ισπανία και 0,565 εκατ. ευρώ για την Πορτογαλία.

3.2

Προτείνεται να μεταφερθεί το 60 % αυτών των δαπανών στήριξης των παραγωγών, ανά κράτος μέλος, στο σύστημα ενιαίας ενίσχυσης ανά εκμετάλλευση, υπό τη μορφή νέων δικαιωμάτων, η οποία θα χορηγείται στο δικαιούχο ανεξάρτητα αν καλλιεργεί βαμβάκι ή όχι. Το συνολικό ποσό που θα μεταφερθεί στην ενιαία ενίσχυση ανέρχεται σε 417,3 εκατ. ευρώ (302,4 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα, 114,5 εκατ. ευρώ για την Ισπανία και 0,365 εκατ. ευρώ για την Πορτογαλία).

3.3

Το υπόλοιπο 40 % των δαπανών στήριξης και συγκεκριμένα 202 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα, 76,3 εκατ. ευρώ για την Ισπανία και 0,2 εκατ. ευρώ για την Πορτογαλία (συνολικά 278,5 εκατ. ευρώ), προτείνεται από την Επιτροπή να διατηρηθεί από τα κράτη μέλη ως εθνικά δημοσιονομικά κονδύλια με σκοπό να χορηγηθεί στους παραγωγούς ως νέα ενίσχυση βάσει της έκτασης (ανά εκτάριο βάμβακος) σε ζώνες κατάλληλες για την καλλιέργεια αυτή, έτσι ώστε να μην εγκαταλειφθεί η βαμβακοκαλλιέργεια. Η νέα ενίσχυση βάσει της έκτασης υπόκειται σε μέγιστο όριο εκτάσεων 425 350 εκταρίων τα οποία αντιστοιχούν σε 340 000 εκτάρια στην Ελλάδα (μείωση 11 % των επιλέξιμων εκτάσεων της περιόδου αναφοράς) 85 000 εκτάρια στην Ισπανία (μείωση 5 % των επιλέξιμων εκτάσεων της περιόδου αναφοράς) και σε 360 εκτάρια στην Πορτογαλία.

3.4

Τέλος ένα ποσόν ύψους 102,9 εκατ. ευρώ (82,68 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα, 20,13 εκατ. ευρώ για την Ισπανία και 0,12 εκατ. ευρώ για την Πορτογαλία), προτείνεται από την Επιτροπή να μεταφερθεί στο β' πυλώνα για μέτρα αναδιάρθρωσης του τομέα στα πλαίσια της ανάπτυξης της υπαίθρου.

4.   Εισαγωγή

4.1

Ο τομέας του βάμβακος δεν βασίζεται σε Κοινή Οργάνωση Αγοράς αλλά στα Πρωτόκολλα 4 και 14 που προσαρτώνται στις πράξεις προσχώρησης της Ελλάδας και της Ισπανίας αντίστοιχα, βάσει των οποίων έχει θεσπιστεί καθεστώς με σκοπό:

να υποστηρίξει την παραγωγή βάμβακος στις περιοχές όπου αυτή είναι σημαντική για τη γεωργική οικονομία,

να διασφαλίσει δίκαιο εισόδημα στους παραγωγούς και

να σταθεροποιήσει την αγορά με τη βελτίωση των δομών στο επίπεδο της προσφοράς και της διάθεσης του προϊόντος.

4.2

Με το συμβιβασμό του Λουξεμβούργου στις 26.6.2003 για τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ, η ευρωπαϊκή γεωργία δρομολογήθηκε στην τροχιά της αποσύνδεσης των ενισχύσεων από την παραγωγή. Ο συμβιβασμός περιελάμβανε και μία Κοινή Δήλωση Συμβουλίου και Επιτροπής (σημείο 2.5) (1) για το δεύτερο κύμα προτάσεων της Επιτροπής που θα ακολουθούσε για τα μεσογειακά προϊόντα (καπνός, βαμβάκι, ελαιόλαδο) σχετικά με:

ίδιες αρχές και κανόνες

ίδιο μακροχρόνιο ορίζοντα (2013)

στα πλαίσια του τρέχοντος δημοσιονομικού πλαισίου (status quo).

4.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εκ των ων ουκ άνευ την πλήρη τήρηση του συμβιβασμού και καλεί την Επιτροπή να δείξει την κατάλληλη ευελιξία στη φάση της διαπραγμάτευσης στο Συμβούλιο και να διορθώσει τις σημαντικές αποκλίσεις που υπάρχουν στην πρότασή της τόσο ως προς τον τρόπο εφαρμογής της μεταρρύθμισης όσο και ως προς το χρόνο εφαρμογής. Για το βαμβάκι η ΕΟΚΕ δε ζητά τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο απ'όσα οι υπουργοί γεωργίας ομόφωνα αποφάσισαν στις 26.6.2003 για τους υπόλοιπους τομείς της ΚΓΠ.

5.   Γενικές παρατηρήσεις

5.1

Ο τομέας του βάμβακος έχει μεγάλη οικονομική και κοινωνική σημασία για ορισμένες περιφέρειες της Ε.Ε. Στον πρωτογενή τομέα απασχολούνται περίπου 300 000 άτομα και στον δευτερογενή περισσότερα από 100 000 άτομα. Στην Ελλάδα, για το 2002, η συμμετοχή του βάμβακος αντιστοιχεί στο 9 % της συνολικής γεωργικής παραγωγής και στην Ισπανία στο 1,5 % (στην Ανδαλουσία το ποσοστό ανέρχεται στο 4 %).

5.2

Ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων ανέρχεται στην Ελλάδα σε 71 600 και στην Ισπανία 10 000, με τη διαφορά ότι το μέσο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα είναι πολύ μικρότερο. Η μέση ελληνική εκμετάλλευση έχει μέγεθος 4,9 εκτάρια έναντι 9 εκτάρια στην Ισπανία.

5.3

Η EΟΚΕ δε συμμερίζεται την ανάλυση της Επιτροπής και δε συμφωνεί με την εκτίμηση ότι δε θα μειωθούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώνονται συνεχώς και από 440 000 εκτάρια που ήταν το 1995 ανέρχονται σήμερα σε 380 000 εκτάρια. Ανάλογη ήταν και η μείωση στην Ισπανία όπου οι καλλιεργούμενες με βαμβάκι εκτάσεις ανέρχονται σε 90 000 εκτάρια από 135 000 εκτάρια που ήταν πριν μερικά χρόνια. Επομένως, κατά την άποψη της EΟΚΕ είναι πλήρως αναιτιολόγητη και αβάσιμη η προτεινόμενη μείωση των επιλέξιμων εκτάσεων και μάλιστα με διαφοροποιημένο ποσοστό (11 % στην Ελλάδα και 5 % στην Ισπανία).

5.4

Ως παραγωγός, η ΕΕ διαδραματίζει μικρό ρόλο στη διεθνή σκηνή, συμβάλλοντας μόνο κατά 1,5 % στις καλλιεργούμενες εκτάσεις και κατά 2,5 % στη συνολική παγκόσμια παραγωγή βάμβακος. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής είναι η Κίνα (22,6 %), οι ΗΠΑ (20,1 %), η Ινδία (13,1 %) και το Πακιστάν με (9 %).

5.5

Η ΕΕ με 708 000 τόννους εισαγωγών και 227 000 τόννους εξαγόμενου εκκοκισμένου βάμβακος, είναι ο κυριότερος καθαρός εισαγωγέας στην παγκόσμια σκηνή. Να σημειωθεί δε ότι τα 2/3 των εισαγωγών προέρχονται από αναπτυσσόμενες χώρες και πρόκειται για εισαγωγές χωρίς δασμούς. Επισημαίνεται ακόμη ότι το ευρωπαϊκό βαμβάκι εξάγεται χωρίς επιδοτήσεις. Η ΕΟΚΕ δε συμμερίζεται τις απόψεις της Επιτροπής και δε μπορεί να κατανοήσει πώς στρεβλώνεται το διεθνές εμπόριο, όταν το βαμβάκι εισάγεται χωρίς δασμούς στην ΕΕ σε τόσο μεγάλες ποσότητες και εξάγεται σε πολύ μικρές ποσότητες χωρίς εξαγωγικές επιδοτήσεις.

5.6

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι κατά την Υπουργική Διάσκεψη της Κανκούν, το καθεστώς ενισχύσεων για το ευρωπαϊκό βαμβάκι υπέστη άδικες επιθέσεις χωρία αμφιβολία λόγω της στρατηγικής προσέγγισης με τις ΗΠΑ που ακολούθησε η ΕΕ. Επομένως, για την ΕΕ κατά την άποψη της EΟΚΕ είναι τελείως αδικαιολόγητος και αβάσιμος ο θόρυβος που δημιουργήθηκε με την πρωτοβουλία τεσσάρων αφρικανικών χωρών (Μπουργκίνα Φάσο, Μπενίν, Μάλι, Τσάντ) στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ στο Κανκούν για κατάργηση των ενισχύσεων στο βαμβάκι. Κανείς σοβαρός συνομιλητής δε μπορεί να υποστηρίξει πως μπορεί κανείς να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές με το 2,5 % της παγκόσμιας παραγωγής.

5.7

Το βαμβάκι είναι η κύρια υφαντική ίνα, φυτικής προέλευσης που θα πρέπει να κερδίζει συνεχώς έδαφος έναντι των συνθετικών ινών. Το παραγόμενο στην Ε.Ε. βαμβάκι είναι καλής ποιότητας, αν και υπάρχουν όμως περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης, καθώς η ευρωπαϊκή κλωστοϋφαντουργία για να αντιμετωπίσει το διεθνές ανταγωνισμό χρειάζεται βαμβάκι αρίστης ποιότητας. Η EΟΚΕ σε αυτό το σημείο επικροτεί όλες τις προτάσεις της Επιτροπής οι οποίες στοχεύουν σε περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας.

5.8

Στις 22 Μαΐου 2001, το Συμβούλιο ενέκρινε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1051/2001, ο οποίος αναθεωρούσε το καθεστώς ενισχύσεων για το βαμβάκι. Το νέο καθεστώς λειτουργούσε ικανοποιητικά τόσο από την άποψη αποδοτικότητας των εκμεταλλεύσεων όσο και από την άποψη περιορισμού των καλλιεργούμενων εκτάσεων και μείωσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η ΕΟΚΕ δε βρίσκει για ποιο λόγο δύο χρόνια μετά η Επιτροπή προτείνει ένα τελείως διαφορετικό σύστημα, χωρίς να γνωρίζει τουλάχιστον τα αποτελέσματα εφαρμογής της αναθεώρησης του 2001. Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή δε συνοδεύει την πρότασή της από μελέτη επιπτώσεων, όπως έγινε στους τομείς που αναθεωρήθηκαν τον Ιούνιο 2003 και στον τομέα του καπνού.

6.   Ειδικές παρατηρήσεις

6.1

Η Επιτροπή προτείνει τη μεταφορά πόρων ύψους 102,9 εκατ. ευρώ από τον πρώτο στο δεύτερο πυλώνα. Στην ουσία πρόκειται για διπλή επιβάρυνση των βαμβακοπαραγωγών μια που ήδη συμβάλλουν για την αγροτική ανάπτυξη μέσω του οριζόντιου κανονισμού και της διακύμανσης των ενισχύσεων (μείωση 3 % το 2005, 4 % το 2006 και 5 % από το 2007 και πέρα, όταν το ύψος των άμεσων ενισχύσεων είναι μεγαλύτερο από 5 000 ευρώ το χρόνο). Σε κανέναν άλλο τομέα δεν υπάρχει παρόμοια διάταξη παρά μόνο στον καπνό και στο βαμβάκι. Η EΟΚΕ εκτιμά ότι αυτό είναι μία απόκλιση από τον συμβιβασμό του Λουξεμβούργου και καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της.

6.2

Η EΟΚΕ εκτιμά ότι εκτός από τις οριζόντιες υποχρεωτικές διατάξεις που προβλέπονται για την προστασία του περιβάλλοντος, τα συμπληρωματικά περιβαλλοντικά προγράμματα που θα μπορούν να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη προάγουν την προσπάθεια ελέγχου της παραγωγής καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τον καθορισμό των επιλέξιμων εκτάσεων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, επιπλέον των άλλων κριτηρίων, και τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των εν λόγω παραγωγών.

6.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαράδεκτη την ειδική ρήτρα επανεξέτασης που αφορά μόνο τα μεσογειακά προϊόντα. Κατά συνέπεια ζητά την απαλοιφή του άρθρου 155α που αναφέρεται σε νομοθετικές προτάσεις το αργότερο μέχρι 31.12.2009 και αντ'αυτού προτείνει την υπαγωγή των μεσογειακών προϊόντων στις διατάξεις του άρθρου 64 εδάφιο 3 του οριζόντιου κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 που αναφέρεται σε υποβολή έκθεσης αξιολόγησης.

7.   Συμπεράσματα

7.1

Το κοινοτικό βαμβάκι δε μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές γιατί έχει κόστος παραγωγής πολύ μεγαλύτερο απ'αυτό των άλλων ανταγωνιστικών χωρών. Να σημειωθεί ότι οι άλλες αναπτυγμένες χώρες παραγωγής (κυρίως οι ΗΠΑ) επιδοτούν το δικό τους βαμβάκι πολλαπλάσια απ' ό,τι η ΕΕ, οι δε αναπτυσσόμενες χώρες μέσω του κοινωνικού ντάμπινγκ έχουν πολύ μικρό κόστος παραγωγής.

7.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι σ' έναν τέτοιο τομέα, με τόσο μεγάλες διακυμάνσεις στην εξέλιξη των διεθνών τιμών και τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών τιμών, δε συνιστάται η αρχή της πλήρους εμπορικής αποδέσμευσης και η αρχή της αποσύνδεσης των ενισχύσεων από την παραγωγή.

7.3

Αν παρά τις παραπάνω εκτιμήσεις της ΕΟΚΕ, η Επιτροπή επιμένει να εντάξει και τον τομέα του βάμβακος στην κατεύθυνση της αποσύνδεσης, τότε η ΕΟΚΕ απαιτεί να εφαρμοστεί χωρίς αποκλίσεις ο συμβιβασμός του Λουξεμβούργου της 26ης Ιουνίου 2003, τόσο ως προς τον τρόπο εφαρμογής, όσο και ως προς το χρόνο εφαρμογής.

7.4

Κατά την άποψη της EΟΚΕ, τα όσα διαδραματίστηκαν στο Κανκούν για το βαμβάκι στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ δεν είναι σωστό να διαμορφώσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λάβει χώρα η διαπραγμάτευση για το βαμβάκι στο Συμβούλιο Υπουργών. Με το 1,5 % των καλλιεργούμενων εκτάσεων παγκοσμίως και το 2,5 % της παγκόσμιας παραγωγής η ΕΕ διαδραματίζει ελάχιστο ρόλο στη διεθνή σκηνή και πάντως δεν επηρεάζει τις διεθνείς τιμές. Με τέτοιες προσεγγίσεις κατά την άποψη της EΟΚΕ δε βοηθάμε τις αναπτυσσόμενες χώρες. Το μόνο που κάνουμε είναι να αμφισβητούμε και να ακυρώνουμε το ευρωπαϊκό μοντέλο γεωργίας. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ το βαμβάκι δεν είναι διαπραγματεύσιμο σαν ένας ανεξάρτητος τομέας και πρέπει να ενσωματωθεί στο κεφάλαιο διαπραγματεύσεων για τη γεωργία.

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ

8.   Εισαγωγή

8.1

Η πρώτη κοινή οργάνωση αγοράς ελαιολάδου θεσπίσθηκε το 1966 από τον κανονισμό αριθ. 136/66/ΕΟΚ, λειτούργησε για 31 έτη και επέδρασε πολύ θετικά στον εκσυγχρονισμό της καλλιέργειας ελιών καθώς και στον τομέα της μεταποίησης και της διάθεσης στο εμπόριο του εν λόγω προϊόντος.

8.2

Το 1998, το καθεστώς παρέμβασης αντικαταστάθηκε από ένα μηχανισμό ιδιωτικής αποθεματοποίησης, οι ενισχύσεις στην κατανάλωση καταργήθηκαν και οι επιστροφές για τις εξαγωγές ορίσθηκαν στο μηδέν.

8.3

Οι ενισχύσεις στην παραγωγή που χορηγούνται σε όλους τους παραγωγούς με βάση την παραγόμενη ποσότητα ελαιολάδου και του αντίστοιχου σε επιτραπέζιες ελιές, ανέρχεται σε 1 322,5 ευρώ ανά τόννο ενώ η τιμή αυτή διορθώνεται όταν τα κράτη μέλη δεν υπερβαίνουν την εγγυημένη εθνική ποσόστωση.

8.4

Ο τομέας της ελιάς δεν περιλαμβάνεται στη μεταρρυθμιστική δέσμη που υιοθέτησε το Συμβούλιο του Λουξεμβούργου αλλά το Συμβούλιο αυτό κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει εντός του 2003, πρόταση μεταρρύθμισης της ΚΟΑ ελαιολάδου με βάση τις αρχές της νέας ΚΓΠ.

9.   Η πρόταση της Επιτροπής

9.1

Η Επιτροπή προτείνει:

οι ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα να είναι ανεξάρτητες από την πραγματική παραγωγή ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών κάθε ελαιοπαραγωγού,

η χορήγηση της ενίσχυσης να μην καθιστά υποχρεωτική τη συλλογή των ελιών ούτε την παραγωγή ελαιολάδου ή επιτραπέζιων ελιών,

η πληρωμή των ενισχύσεων να εξαρτάται μόνον από την τήρηση των ορθών γεωργικών πρακτικών.

9.2

Ωστόσο, φοβούμενη μήπως η πλήρης αποσύνδεση της ενίσχυσης προκαλέσει προβλήματα όπως η εγκατάλειψη της εν λόγω καλλιέργειας σε ορισμένες παραδοσιακές περιοχές παραγωγής, μήπως οδηγήσει σε αποσάθρωση του εδάφους και υποβάθμιση του τοπίου και μήπως έχει αρνητικό κοινωνικό αντίκτυπο, η Επιτροπή θέσπισε δύο ειδών ενισχύσεις:

άμεση ενίσχυση στους γεωργούς, αποσυνδεδεμένη, ύψους 60 % του μέσου όρου των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν κατά την τριετία 2000-2002,

μια ενίσχυση ανά εκτάριο που να συνδέεται με τη διατήρηση των ελαιώνων που παρουσιάζουν δεόντως αναγνωρισμένο περιβαλλοντικό και κοινωνικό ενδιαφέρον, ύψους 40 % με μονάδα μέτρησης τα ελαιοκομικά εκτάρια ΣΓΠ. Η διαχείρισή της θα γίνεται από τα κράτη μέλη ανάλογα με τις επιλέξιμες κατηγορίες (5 κατά μέγιστο όριο), τις οποίες θα θεσπίσουν σύμφωνα με περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και τις πτυχές του τοπίου και των παραδόσεων.

9.3

Για να αποφευχθεί η δυνατότητα αλλοίωσης από την εφαρμογή του νέου συστήματος ενισχύσεων, της σημερινής κατάστασης ασταθούς ισορροπίας της αγοράς ελαιολάδου, η Επιτροπή περιορίζει την πρόσβαση στο σύστημα της ενιαίας ενίσχυσης στις υπάρχουσες προ της 1ης Μαΐου 1998 ελαιοκομικές εκτάσεις και στις νέες φυτεύσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο των εγκεκριμένων από την Επιτροπή προγραμμάτων.

9.4

Η νέα προτεινόμενη νομοθεσία θα τεθεί σε ισχύ με τη λήξη ισχύος του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ και μετά το τέλος της ενδιάμεσης οκτάμηνης περιόδου εμπορίας το 2004 (1.11.2004-30.6.2005).

9.5

Τα ισχύοντα μέτρα ιδιωτικής αποθεματοποίησης του ελαιολάδου θα διατηρηθούν και θα πρέπει να ενισχυθούν τα μέτρα εκείνα που στοχεύουν στην βελτίωση της ποιότητας.

10.   Γενικές παρατηρήσεις

10.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την θέση της Επιτροπής ότι ο τομέας του ελαιολάδου αποτελεί καίριο στοιχείο του γεωργικού προτύπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και για την αναφορά της στο γεγονός ότι ακόμη και εάν οι επιστροφές για τις εξαγωγές ορίσθηκαν στο μηδέν από το 1998, οι εξαγωγές ελαιολάδου από την ΕΕ διπλασιάσθηκαν την τελευταία δεκαετία.

10.2

Η αναπτυξιακή προσπάθεια που πραγματοποιήθηκε στον τομέα υπέρ της ποιότητας και της οργάνωσης της αγοράς και η επέκταση των υφιστάμενων αγορών και η εξάπλωση σε νέες, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των θετικών ιδιοτήτων του ελαιολάδου στην πρόληψη των νόσων ιδίως καρδιαγγειακών, συνέβαλαν σημαντικά στην σταδιακή αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης του εν λόγω προϊόντος.

10.3

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι ο ρόλος της ελαιοκομίας στην δημιουργία απασχόλησης, στην καταπολέμηση της ερημοποίησης και στην προστασία της βιοποικιλότητας, υπογραμμίσθηκε σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις και συγκεκριμένα: «Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ο ελαιοκομικός τομέας όχι μόνον είναι ο παραγωγικός τομέας της ΕΕ με τον εντονότερα μεσογειακό χαρακτήρα αλλά και διαδραματίζει σημαντικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό ρόλο σε ζώνες στις οποίες είναι δύσκολο ή αδύνατο να υποκατασταθεί από άλλες καλλιέργειες, ενώ συγχρόνως καθιστά δυνατή την εγκατάσταση και διατήρηση του αγροτικού πληθυσμού (2)».

10.4

Επίσης, όσον αφορά την πραγματοποιούμενη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής, η ΕΟΚΕ είχε επανειλημμένως προειδοποιήσει την Επιτροπή στην γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της για το «Μέλλον της ΚΓΠ» (3) όπως και στις γνωμοδοτήσεις της για την «Ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΓΠ» (4) και την «Αναθεώρηση της ΚΓΠ 2003» (5) ότι μια πλήρης αποσύνδεση των ενισχύσεων θα προκαλούσε σε ορισμένες περιοχές και για ορισμένες καλλιέργειες την εγκατάλειψη της παραγωγής με σοβαρές επιπτώσεις για την απασχόληση και τον κοινωνικό ιστό των γειτονικών αγροτικών ζωνών.

10.5

Αυτός ο προφανής και υψηλός κίνδυνος αντίκειται στον κύριο στόχο κάθε μεταρρύθμισης μιας ΚΟΑ, που είναι συγκεκριμένα η διατήρηση μιας παραγωγής και του κοινωνικού ιστού που στηρίζει, ιδίως εάν η παραγωγή αυτή προέρχεται από τις πλέον υποβαθμισμένες περιφέρειες της ΕΕ και πρόκειται για μια παραγωγή με ένταση εργατικού δυναμικού (που μπορεί να φθάσει το 90 % των θέσεων εργασίας στον γεωργικό τομέα).

10.6

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη της αυτή την ανησυχία και έκρινε φρονιμότερο να προτείνει για ορισμένους από τους τομείς που περιλαμβάνονται στην πρόταση που υιοθέτησε το Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, τη μερική αποσύνδεση των ενισχύσεων και τη δυνατότητα για κάθε κράτος μέλος να καθορίζει το ποσοστό αποσύνδεσης των ενισχύσεων.

10.7

Έκπληξη αποτελεί για την ΕΟΚΕ ότι δεν υιοθετήθηκε το εν λόγω κριτήριο στην υπό εξέταση πρόταση κανονισμού.

10.8

Η χορήγηση πρόσθετης ενίσχυσης ύψους 40 % στην ελαιοκομία, απολύτως αποσυνδεδεμένη από την παραγωγή, θα οδηγήσει χωρίς αμφιβολία στην αναπόφευκτη τεχνική εγκατάλειψη της καλλιέργειας αυτής στις ζώνες χαμηλής παραγωγικότητας ή και όπου το κόστος παραγωγής είναι πολύ υψηλό.

10.9

Πράγματι, οι ζώνες αυτές εξαρτώνται από ένα περίπλοκο σύνολο παραγόντων που δημιουργούν πρόσθετες σημαντικές δαπάνες για την εν λόγω καλλιέργεια και εν δυνάμει οδηγούν στην εγκατάλειψη αυτής της οικονομικής δραστηριότητας.

10.10

Παράλληλα, μια τέτοια πιθανότητα περιλαμβάνει την παύση της δραστηριότητας των μονάδων μεταποίησης που συνδέονται με την εν λόγω καλλιέργεια, λόγω της απουσίας πρώτων υλών, γεγονός που θα υποχρεώσει σε εγκατάλειψη των εκμεταλλεύσεων που παρουσιάζουν ακόμη κάποια παραγωγική ανταγωνιστικότητα.

10.11

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να υλοποιήσει τους στόχους που όριζε η τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 136/66 από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1638/98 η οποία προέβλεπε μεταβατική περίοδο προκειμένου να δοθεί απαραίτητος χρόνος στην Επιτροπή να συγκεντρώσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση στον τομέα της ελαιοπαραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να διαμορφώσει ένα νέο σύστημα με σταθερές βάσεις που να αντανακλούν την πραγματικότητα της παραγωγής και τα στατιστικά δεδομένα των τελευταίων ετών.

11.   Ειδικές παρατηρήσεις

11.1

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι στο άρθρο 155α, Τίτλος IVα — Δημοσιονομικές μεταφορές, προβλέπεται ότι η Επιτροπή υποβάλει στο Συμβούλιο, πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2009, έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του υπό εξέταση κανονισμού, η οποία εάν συντρέχει λόγος θα συνοδεύεται από νομοθετικές προτάσεις.

11.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαράδεκτη την ειδική ρήτρα αναθεώρησης που ισχύει αποκλειστικά για τα μεσογειακά προϊόντα και ζητεί την κατάργησή της. Προς αντικατάστασή της, προτείνει να συμπεριληφθεί ο τομέας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 64 §3 του οριζόντιου κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 που προβλέπει την υποβολή έκθεσης αξιολόγησης.

11.3

Δεν είναι κατανοητό γιατί σε έναν τόσο ευαίσθητο παραγωγικό τομέα, σημαντικό μόνον και αποκλειστικά για τις μεσογειακές χώρες, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν, όσον αφορά το ποσοστό του 40 % των ενισχύσεων για την περιβαλλοντική και κοινωνική προστασία, ένα σύστημα παρόμοιο με εκείνο που προβλέπεται στα άρθρα 66, 67 και 68 του τμήματος 2 του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (αροτραίες καλλιέργειες, αιγοπρόβατα, βοοειδή) και το οποίο προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος θα μπορεί να αποφασίζει το ποσοστό συνδεδεμένης ενίσχυσης που επιθυμεί.

11.4

Πράγματι, ειδικότερα στις ζώνες χαμηλής παραγωγικότητας, η πλήρης αποσύνδεση της παραγωγής ενέχει τον κίνδυνο εγκατάλειψης της καλλιέργειας με σοβαρές συνέπειες για την τοπική απασχόληση και τη συναφή βιομηχανία, καθώς και την χρήση του εδάφους. Εξάλλου, κρίνουμε απαραίτητο να εφαρμοστεί η αρχή της επικουρικότητας όσον αφορά τις πρόσθετες ενισχύσεις έτσι ώστε να χορηγούνται σύμφωνα με τα κριτήρια κάθε κράτους μέλους, όσον αφορά τόσο την ποσότητα όσο και το σύστημα ενίσχυσης.

Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω ενίσχυση πρέπει να εγγυάται:

τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας της ελαιοκομίας και της συνδεδεμένης βιομηχανίας, διασφαλίζοντας με τους απαραίτητους ελέγχους την διαφάνεια της αγοράς, την ποιότητα και την ανιχνευσιμότητα του προϊόντος,

τη διατήρηση των ελαιώνων χαμηλής απόδοσης διότι διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο από κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική άποψη.

11.5

Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ ζητεί, όπως ισχύει στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1728/2003 της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να αποφασίζουν για το ποσοστό ενίσχυσης που συνδέεται με την παραγωγή και την περίοδο εμπορίας κατά την οποία πρέπει να εφαρμοσθεί η ενιαία ενίσχυση.

11.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στον κανονισμό του Συμβουλίου πρέπει να συμπεριληφθούν διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τόσο την επιλεξιμότητα των επιφανειών νέας φύτευσης που επέτρεψε το Συμβούλιο το 1998 όσο και τα αντίστοιχα δημοσιονομικά κονδύλια.

11.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι πόροι της σημερινής ΚΟΑ που αντιστοιχούν στα μέτρα προς κατάργηση, όπως στις επιστροφές κατά την εξαγωγή, τις ενισχύσεις στη χρήση ελαιολάδου, στις κονσέρβες και στη χρηματοδότηση των οργανισμών ελέγχου, θα πρέπει να συνεχίσουν να περιλαμβάνονται στα κονδύλια που χορηγούνται σε κάθε κράτος μέλος.

ΚΑΠΝΟΣ

12.   Σύνοψη των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

12.1

Η παρούσα πρόταση κανονισμού αναφέρεται στην πλήρη αποσύνδεση των ενισχύσεων, σύμφωνα με το σχήμα που περιλαμβανόταν στην ανακοίνωση της Επιτροπής του παρελθόντος Σεπτεμβρίου (6). Όσον αφορά τον τομέα καπνού, εξετάζεται η προοδευτική αποσύνδεση των ενισχύσεων σε τρεις φάσεις.

12.2

Επίσης, ανακοινώνεται η δημιουργία ενός χρηματοδοτικού φακέλου για την αναδιάρθρωση του τομέα καπνού. Σε αυτόν το φάκελο θα καταβάλλεται ένα ποσοστό της σημερινής πριμοδότησης, η διαχείριση της οποίας θα πραγματοποιείται στο πλαίσιο των μέτρων για την ανάπτυξη της υπαίθρου, ενώ η βασική αποστολή του θα συνίσταται στη μετατροπή των περιοχών παραγωγής καπνού.

12.3

Επιπλέον, η πρόταση κανονισμού προβλέπει την αναθεώρηση της προτεινόμενης επί του παρόντος πρότασης το έτος 2009.

13.   Εισαγωγή

13.1

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επισημάνει τα εξής:

Ο καπνός είναι ένα ετήσιο φυτό, η καλλιέργεια του οποίου έχει ιδιαίτερα σημαντικές κοινωνικές συνέπειες σε όλη την Ευρώπη, ενώ και η ίδια η Επιτροπή διαθέτει μελέτες στις οποίες αναγνωρίζoνται η κοινωνική και πολιτισμική σημασία αυτής της καλλιέργειας, η οποία στις παραγωγικές ζώνες, συμβάλλει στην ανάπτυξη μεγάλου δικτύου υπηρεσιών. Στην Ευρώπη, οι θέσεις εργασίας που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή καπνού ανέρχονται σε 453 887 (7) και αξίζει να σημειωθεί ότι ποσοστό 80 % του ευρωπαϊκού καπνού καλλιεργείται σε περιφέρειες του στόχου 1.

Η σημασία του εργατικού δυναμικού που χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια καπνού, όπως αναγνωρίζεται από την ίδια την Επιτροπή (8), κατατάσσει αυτή την καλλιέργεια μεταξύ των περισσότερο εντατικών στην Κοινότητα όσον αφορά το εργατικό δυναμικό. Κατά μέσο όρο, ο ευρωπαίος γεωργός χρειάζεται 2 200 ώρες ετήσιας εργασίας για την καλλιέργεια ενός εκταρίου σε σύγκριση με τις 147 ώρες που χρησιμοποιεί ένας γεωργός της ομάδας των γενικών καλλιεργειών για την καλλιέργεια ενός εκταρίου της παραγωγής του. Επιπλέον, για το μεγαλύτερο μέρος των ποικιλιών, το εργατικό δυναμικό αντιπροσωπεύει ποσοστό μεταξύ του 50 % και του 70 % επί του κόστους παραγωγής.

13.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία την υπενθύμιση του δυναμικού αυτού του τομέα για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης για τις γυναίκες κατά την φάση της πρώτης επεξεργασίας. Δεδομένου ότι η καλλιέργεια συγκεντρώνεται κατά 80 % σε μειονεκτούσες περιφέρειες, η διατήρηση αυτών των θέσεων απασχόλησης σημαίνει ότι οι ζώνες παραγωγής του είναι δυναμικότερες από οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια.

14.   Παρατηρήσεις

14.1

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη γνωμοδοτήσει σχετικά τα τελευταία έτη. Στην πλέον πρόσφατη γνωμοδότησή της (CES 190/2002) (9), τόνιζε ότι πρέπει να καταρτισθεί μελέτη για τον τομέα, στην οποία η Επιτροπή θα αξιολογεί τις αποφάσεις της, εφόσον η καλλιέργεια αυτή έχει έντονο τοπικό χαρακτήρα, αφορά κυρίως ορισμένες περιφέρειες με υστέρηση και αποτελεί πηγή απασχόλησης. Σήμερα, με τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ και την αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή, περιμένουμε την υλοποίηση μελετών που αποσυνδέουν την καλλιέργεια από το κάπνισμα.

14.2

Στο έγγραφο της Επιτροπής, η πρόταση για τον καπνό στηρίζεται σε μία άλλη ανακοίνωση, η οποία αναφερόταν στη βιώσιμη ανάπτυξη και υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ του 2001 (10). Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι, μετά από τη νομική διαβούλευση ορισμένων κρατών μελών, επιβεβαιώνεται ότι δεν ελήφθησαν αποφάσεις για το μέλλον του καπνού στην εν λόγω σύνοδο κορυφής. Πράγματι, η Έκθεση της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου είναι κατηγορηματική όταν δηλώνει ότι «Τελικά, η Επιτροπή επιδιώκει να αποδεχθεί το Συμβούλιο μέσω της αιτιολογικής σκέψης 5 (κατάργηση των ενισχύσεων στον καπνό) ένα μέτρο το οποίο, αν και έχει συμπεριληφθεί και προταθεί στην ανακοίνωσή της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τούτο όχι μόνο δεν το δέχθηκε αλλά και το απέκλεισε (11)».

14.3

Για την ΕΟΚΕ, η μεταρρύθμιση της ΚΓΠ, η οποία συμφωνήθηκε στις 26 Ιουνίου 2003 στο Λουξεμβούργο, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που η Επιτροπή έλαβε υπόψη της κατά το σχεδιασμό της μεταρρύθμισης της ισχύουσας ΚΟΑ καπνού. Οι βασικοί στόχοι της μεταρρύθμισης που αναφέρονται στο αιτιολογικό της ανακοίνωσης του Σεπτεμβρίου 2003 εν μέρει δεν εκπληρούνται.

14.4

Επίσης, όσον αφορά τον καπνό και την υγεία, η έκθεση αξιολόγησης και αντίκτυπου αναγνωρίζει ότι η ΚΟΑ δεν επηρεάζει καθόλου τον αριθμό των καπνιστών. Επί του παρόντος, δεν υφίσταται σχέση μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης, καθώς η τελευταία εξαρτάται περισσότερο από τη μόδα παρά από την καλλιέργεια. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μόνο ποσοστό 20 % της ευρωπαϊκής κατανάλωσης προέρχεται από την κοινοτική παραγωγή, η οποία συνδέεται με την ύπαρξη ενός συστήματος στήριξης στην παραγωγή ακατέργαστου καπνού.

14.5

Στη συμφωνία πλαίσιο για τον έλεγχο του καπνίσματος που υιοθετήθηκε στις 21 Μαΐου 2003 από 192 μέλη του ΠΟΥ αποφεύχθηκε κάθε αναφορά στις ενισχύσεις στην καπνοκαλλιέργεια και αποκλείσθηκε κάθε αναφορά σε αυτές στην τελική διατύπωση του άρθρου 17.

14.6

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ωστόσο ότι η κοινή γνώμη συγχέει την παραγωγή και την κατανάλωση. Για το λόγο αυτό, εμμένει στη θέση της ότι πρέπει επεκταθούν και να ενισχυθούν οι εκστρατείες κατά του καπνίσματος, ιδίως εκείνες που απευθύνονται στους νεώτερους και στους πλέον εκτεθειμένους στον κίνδυνο εξάρτησης.

14.7

Η ΕΟΚΕ έχει διαπιστώσει την περιορισμένη χρήση των πόρων του κοινοτικού ταμείου για τον καπνό. Κατά συνέπεια, συνιστά να χρησιμοποιηθούν τα έσοδα από τη φορολόγηση του προϊόντος στη χρηματοδότηση φιλόδοξων προγραμμάτων καταπολέμησης του καπνίσματος.

14.8

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι, εάν η κοινοτική παραγωγή καπνού μπορούσε να εξαφανιστεί, μαζί της θα εξαφανιζόταν και ο καπνός με τα λιγότερα φυτοϋγειονομικά κατάλοιπα και τον πλέον βιώσιμο τρόπο παραγωγής του κόσμου (από περιβαλλοντική άποψη).

14.9

Χωρίς μια ειδική εξωτερική προστασία ή την ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης ποιότητας της παραγωγής, οι ευρωπαίοι παραγωγοί δύσκολα θα μπορούν να ανταγωνισθούν εκείνους των τρίτων χωρών, επειδή οι χώρες αυτές παράγουν επί το πλείστον βάσει κοινωνικού ντάμπινγκ, δηλαδή γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης η εργασία γυναικών και ανηλίκων. Μια μελέτη του ΠΟΥ (12) αποκαλύπτει ότι, επί του παρόντος, στην Ινδία εργάζονται στον τομέα αυτό 325 000 ανήλικοι, εκ των οποίων ποσοστό 50 % είναι κάτω των 7 ετών. Στη Βραζιλία, ο αριθμός των ανηλίκων που εργάζονται στον τομέα ανήλθε σε 520 000, εκ των οποίων ποσοστό 32 % είναι κάτω των 14 ετών. Επίσης, είναι βέβαιο ότι η ίδια κατάσταση επικρατεί και σε άλλες χώρες, όπως η Κίνα, η Ινδονησία, η Ζιμπάμπουε, η Αργεντινή κλπ. οι οποίες είναι οι βασικές χώρες παραγωγής καπνού.

14.10

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η επιβίωση του τομέα της πρώτης επεξεργασίας στην Ευρώπη εξαρτάται άμεσα από τη συνέχιση της καλλιέργειας καπνού στην Κοινότητα. Λαμβανομένου υπόψη του υψηλού κόστους μεταφοράς του ακατέργαστου καπνού, οι επιχειρήσεις πρώτης κατεργασίας δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν με την κατεργασία εισαγόμενου καπνού. Εάν εξαφανισθεί η καλλιέργεια, θα αρχίσει η εισαγωγή κατεργασμένου καπνού με τις ευνόητες συνέπειες για τον βιομηχανικό αυτό τομέα και την εξαρτώμενη απασχόληση.

14.11

Επιπλέον, δεν υφίσταται γεωργική εναλλακτική λύση βιώσιμη από οικονομικής απόψεως για αυτή την καλλιέργεια, η οποία να είναι σε θέση να δημιουργεί χωρίς καμία άλλη παρέμβαση τον ίδιο αριθμό θέσεων απασχόλησης και να συγκρατεί τον πληθυσμό στην ύπαιθρο, όπως συμβαίνει, επί του παρόντος, με την καλλιέργεια του καπνού. Επί του παρόντος, δεν είναι επίσης δυνατόν να αναζητηθούν εναλλακτικές καλλιέργειες προς εκείνη του καπνού, επειδή, αφενός, για τις λοιπές καλλιέργειες ισχύουν ποσοστώσεις (δηλαδή, υπάρχουν ποσοστώσεις παραγωγής και επιβάλλονται ποινές σε περίπτωση υπέρβασής τους) και, αφετέρου, προτείνεται μεταρρύθμιση χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί προηγουμένως σοβαρή μελέτη για τον τομέα. Αυτό καταδεικνύει σαφώς το ενδιαφέρον των δημοσιονομικών περικοπών στο γεωργικό τομέα, ενώ οι φόροι που επιβάλλουν τα κράτη μέλη θα συνεχίσουν να εισπράττονται εφόσον ο καπνός θα εισάγεται από τρίτες χώρες.

14.12

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, πρόκειται για μια πρόταση που εγγράφεται στις πολιτικές βιώσιμης ανάπτυξης και δημόσιας υγείας, η οποία, όμως, κρύβει μια δόση σύγχυσης, επειδή η κατανάλωση καπνού (η οποία βέβαια εξασφαλίζει υψηλά φορολογικά έσοδα στα κράτη μέλη ανερχόμενα σε 63 000 εκατομμύρια ευρώ) δεν είναι δυνατόν και δεν πρέπει να καταπολεμηθεί εσπευσμένα, με αποτέλεσμα να προκληθεί κρίση στους ευρωπαίους καλλιεργητές, οι οποίοι, στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι εγκατεστημένοι στις πλέον μειονεκτικές αγροτικές περιφέρειες και εισπράττουν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό μόνο 955 εκατομμύρια ευρώ.

14.13

Πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση για πλήρη αποσύνδεση, η Επιτροπή όφειλε να προτείνει μέτρα για να μετριάσει τις επιπτώσεις στον τομέα. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την λύπη της διότι επί του παρόντος δεν υφίστανται σχέδια για την αλλαγή της παραγωγής.

14.14

Από την άποψη αυτή, η ΕΟΚΕ επισημαίνει και τα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα των μεθόδων της καλλιέργειας καπνού στην Ευρώπη. Άλλωστε, αν και η ίδια η πρόταση της Επιτροπής αναγνωρίζει τον κίνδυνο εγκατάλειψης των ορεινών περιοχών οι οποίες αντιπροσωπεύουν ποσοστό 30 % των περιοχών παραγωγής καπνού. Επίσης, σύμφωνα με πληροφορίες εμπειρογνωμόνων του τομέα (13), ο καπνός στην Ευρώπη είναι τέσσερις φορές λιγότερο ρυπογόνος από άλλες φυτικές καλλιέργειες.

14.15

Η μελέτη αντίκτυπου (14) επιβεβαιώνει ότι το 81 % της παγκόσμιας παραγωγής καπνού συγκεντρώνεται σε αναπτυσσόμενες χώρες οι οποίες καταναλώνουν το 71 % της παραγωγής τσιγάρων. Ακόμη, η ΚΟΑ καπνού δεν επηρεάζει τις παγκόσμιες τιμές, οι μηχανισμοί παρέμβασης και οι επιστροφές στην εξαγωγή θα εξαλειφθούν σε μία δεκαετία, ενώ και η προστασία στα σύνορα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.

14.16

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική τη συμβολή της ΚΟΑ καπνού στη βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών παραγωγής του καθώς αυτή συνδυάζει την εναρμονισμένη οικονομική ανάπτυξη με το σεβασμό του περιβάλλοντος και με αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και κυρίως σε ζώνες και περιφέρειες που παρουσιάζουν μειονεκτήματα και περιλαμβάνονται στο στόχο 1.

14.17

Επίσης, η ΕΟΚΕ επισημαίνει την αυξανόμενη μέριμνα της ευρωπαϊκής κοινωνίας όσον αφορά την ποιότητα των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων και των μεθόδων παραγωγής και των συνθηκών εργασίας με τις οποίες αυτά παράγονται.

15.   Συμπεράσματα

15.1

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την έλλειψη συνάφειας στην πρόταση της Επιτροπής, τις σοβαρές επιπτώσεις που θα έχει για τις περιοχές παραγωγής καθώς και για την οικονομική κατάσταση των παραγωγών καπνού.

15.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, βάσει των μελετών στον τομέα του καπνού, η πρόταση της Επιτροπής δεν παρέχει λύσεις για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της πλήρους αποσύνδεσης στον τομέα. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η Επιτροπή οφείλει να παρουσιάσει όλες τις δυνατές εναλλακτικές λύσεις, προκειμένου να εγγυηθεί το μέλλον των γεωργών και των περιοχών που θίγονται.

15.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά την αποσύνδεση της καλλιέργειας στην Ευρώπη από το κάπνισμα. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι η κοινή γνώμη συνεχίζει να συγχέει τα δύο.

15.4

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προβλέψει όσον αφορά τη μεταρρύθμιση της ΚΟΑ καπνού, ένα σύστημα αποσύνδεσης, το οποίο να λαμβάνει υπόψη την κοινωνική σημασία της δραστηριότητας και αφήνει μεγάλο περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη, ώστε να μπορούν να λάβουν υπόψη την εκάστοτε διαφορετική πραγματικότητα.

15.5

Η ΕΟΚΕ κρίνει θετικό στη μεταρρύθμιση της ΚΟΑ καπνού ότι ο τομέας θα συνεχίσει να διοικείται όπως και σήμερα από τις ομάδες παραγωγών οι οποίες του προσέδωσαν λειτουργικό και επιχειρησιακό χαρακτήρα.

15.6

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ορθό να υφίσταται εντός του τομέα μια κινητικότητα όσον αφορά τις μεταφορές μεταξύ παραγωγών για την προώθηση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας των γεωργικών μονάδων στο μέλλον και να είναι δυνατή η επιβεβαίωση της επιλογής εξαγοράς των ποσοστώσεων.

15.7

Ακόμη, η ΕΟΚΕ ζητεί τη διατήρηση του συνόλου του προϋπολογισμού στην υποκατηγορία 1α), αφήνοντας στο κράτος μέλος την δυνατότητα χρησιμοποίησης ενός ποσοστού για την αγροτική ανάπτυξη.

15.8

Λόγω της ιδιαίτερης οικολογικής και κοινωνικής σημασίας της καλλιέργειας καπνού στις περιφέρειες, θα πρέπει να προσδιοριστούν με σαφή και εύστοχο τρόπο οι απαιτήσεις σχετικά με τη διατήρηση της καλής, από οικολογική άποψη, κατάστασης του εδάφους. Επίσης, θα πρέπει να θεσπισθούν ελάχιστα κριτήρια σχετικά με τη διασφάλιση της απασχόλησης καθώς και να επιτραπεί η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων.

ΛΥΚΙΣΚΟΣ

16.   Εισαγωγή

16.1

Ο λυκίσκος αποτελεί την απαραίτητη πρώτη ύλη για την ζυθεκχύλιση. Το φυτό αυτό (humulus lupulus) είναι πολυετές αναρριχητικό και η καλλιέργειά του είναι δαπανηρή. Χρησιμοποιείται για να προσδίδει στο ζύθο άρωμα, πικρή γεύση και ιδιότητες συντήρησης.

16.2

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2003, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε έκθεση [COM(2003) 571] για τις εξελίξεις στον τομέα του λυκίσκου.

16.2.1

Στο πλήρες αυτό έγγραφο, παρουσιάζεται με εξαιρετικό τρόπο ο τομέας του λυκίσκου και οι διατάξεις που διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς του.

16.3

Με την αξιολόγηση που πραγματοποιείται συνάγονται πολύ θετικά συμπεράσματα.

16.3.1

Χάρη στην εν λόγω οργάνωση, η ΕΕ επέτυχε να συνοδεύσει θετικά τις σημαντικές προσαρμογές που χρειάστηκαν στην αγορά του λυκίσκου τα τελευταία έτη. Οι κοινοτικοί παραγωγοί μπόρεσαν να διατηρήσουν την πρώτη θέση στην παγκόσμια αγορά. Ειδικά μέτρα επέτρεψαν την καλύτερη σύζευξη της προσφοράς και της ζήτησης. Στα οκτώ κράτη μέλη που παράγουν λυκίσκο, η καλλιέργεια πραγματοποιείται από ειδικευμένες οικογενειακές γεωργικές επιχειρήσεις μέσου εμβαδού 7,8 εκταρίων. Στην πλευρά της ζήτησης, δηλαδή της ζυθοποιίας, παρουσιάζεται μεγάλη συγκέντρωση.

16.3.2

Η σημερινή οργάνωση της αγοράς του λυκίσκου χρησιμεύει επίσης ως βάση για την εφαρμογή του συνολικού μηχανισμού πιστοποίησης του προϊόντος, που περιλαμβάνει συγκεκριμένα μια εξαντλητική εγγύηση της προέλευσης για κάθε παρτίδα και ένα συνολικό καθεστώς διασφάλισης της ποιότητας και διαχείρισης των συμβάσεων.

16.4

Η λειτουργία του εν λόγω καθεστώτος βασίζεται σε ομάδες παραγωγών που, κατά τη γνώμη της ίδιας της Επιτροπής, αποτελούν την «ψυχή» της κοινής οργάνωσης αγοράς λυκίσκου. Οι ομάδες αυτές έχουν αναλάβει ουσιαστικό ρόλο στο συνολικό καθεστώς διασφάλισης της ποιότητας και διαχείρισης των συμβάσεων, με την συνολική πιστοποίηση του προϊόντος και την εξαντλητική εγγύηση της προέλευσης για κάθε παρτίδα. Το ίδιο ισχύει και για την έναρξη και εκτέλεση σχεδίων στους τομείς της ποιότητας, της καλλιέργειας, της έρευνας, των φυτοϋγειονομικών μέτρων, της διάθεσης στο εμπόριο και των τεχνικών παραγωγής.

16.5

Για πολλά έτη, οι δαπάνες του τομέα του λυκίσκου συγκρατήθηκαν σε σταθερό επίπεδο και συγκεκριμένα στα 13 εκατομμύρια ευρώ περίπου ετησίως.

17.   Κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής

17.1

Μέχρι σήμερα, οι πολυετείς καλλιέργειες όπως ο λυκίσκος και οι ελιές δεν περιλαμβάνονταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα αυτός ο γενικός κανονισμός για τις άμεσες ενισχύσεις να καλύπτει εφεξής και τις ενισχύσεις που χορηγούνται για τον λυκίσκο βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς για την εν λόγω καλλιέργεια.

17.2

Η πρόταση της Επιτροπής συνίσταται στην πλήρη συμπερίληψη της πριμοδότησης για το λυκίσκο στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, με κατ'αποκοπή ποσό 480 ευρώ ανά εκτάριο.

17.3

Η Επιτροπή συνιστά ωστόσο να έχουν το δικαίωμα τα κράτη μέλη να διατηρούν μια συνδεδεμένη ενίσχυση, που να μπορεί να φτάνει κατά μέγιστο ποσοστό στο 25 % της ενίσχυσης στην παραγωγή λυκίσκου.

18.   Παρατηρήσεις

18.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή με λογική και συνεκτική προσέγγιση, στο πνεύμα των «αποφάσεων του Λουξεμβούργου» της 26ης Ιουνίου 2003 για τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ, επιδιώκει να συμπεριλάβει τις άμεσες ενισχύσεις για τον λυκίσκο στον γενικό κανονισμό για την άμεση ενίσχυση και να τις διατηρήσει στο σημερινό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι η ΕΕ, με τα νέα κράτη μέλη της, θα μπορέσει να διατηρήσει την πρώτη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή λυκίσκου.

18.2

Η ΕΟΚΕ υιοθετεί τα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Λουξεμβούργου και τα επιχειρήματα που επικαλείται η Επιτροπή προκειμένου να διευκολύνει την εφαρμογή μιας μερικής αποσύνδεσης στους κλάδους εκείνους που παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο εγκατάλειψης της παραγωγής ή διατάραξης της ισορροπίας. Η ΕΟΚΕ τάσσεται συνεπώς υπέρ της μερικής σύνδεσης (έως ένα ορισμένο ποσοστό) των άμεσων ενισχύσεων με την παραγωγή λυκίσκου στα κράτη μέλη όπου τούτος καλλιεργείται.

18.2.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το ποσοστό σύνδεσης για τον κλάδο του λυκίσκου θα έπρεπε να ανέλθει από το 25 % που είχε αρχικά προτείνει η Επιτροπή στο 40 %, το οποίο είναι αναγκαίο προκειμένου να αξιοποιηθεί το έργο των ενώσεων παραγωγών για την εμπορευματοποίηση του προϊόντος. Επίσης, στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό των ποσών αναφοράς και οι καλλιέργειες λυκίσκου που εκριζώθηκαν.

18.2.2

Όσον αφορά τη δυνατότητα που παραχωρείται στα κράτη μέλη να επιλέγουν τα μέτρα εφαρμογής σε επίπεδο γεωργικών εκμεταλλεύσεων (άρθρα 51 έως 57) ή περιφερειών (άρθρο 58 και εξής), η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι εάν ένα κράτος επιλέξει την τελευταία λύση, οι ενισχύσεις που χορηγούνται σήμερα για το λυκίσκο θα μειώνονταν σημαντικά προς όφελος άλλων γεωργικών δραστηριοτήτων.

Βρυξέλλες, 26 Φεβρουαρίου 2004

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Μεταρρύθμιση της ΚΓΠ — Συμβιβασμός της Προεδρίας (σε συμφωνία με την Επιτροπή). Αριθμός εγγράφου: 10961/03

(2)  ΕΕ C 221 της 7.8.2001.

(3)  EE C 125 της 27.5.2002.

(4)  EE C 85 της 8.4.2003.

(5)  EE C 208 της 3.9.2003.

(6)  COM(2003) 554 τελικό.

(7)  Λευκό βιβλίο για τον καπνό UNITAB.

(8)  COM(96) 554 Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με την ΚΟΑ για τον ακατέργαστο καπνό.

(9)  EE C 94 της 18.4.2002, σελ. 24-27.

(10)  COM(2001) 264 τελικό.

(11)  Έκθεση της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου του 2002 «Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη βιώσιμη ανάπτυξη και Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Γκέτεμποργκ σε αντιπαράθεση με τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 της πρότασης κανονισμού για τον καπνό»(ελεύθερη απόδοση)

(12)  ΠΟΥ — ΔΟΕ.

(13)  Καθεστώς του τομέα του καπνού — Εκτεταμένη εκτίμηση επιπτώσεων SEC(2003) 1023.

(14)  Καθεστώς του τομέα του καπνού — Εκτεταμένη εκτίμηση επιπτώσεων SEC(2003) 1023.


Top