Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52004IE0317

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οι προκλήσεις του πυρηνικού τομέα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας»

OJ C 110, 30.4.2004, p. 77–95 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/77


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οι προκλήσεις του πυρηνικού τομέα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας»

(2004/C 110/14)

Στις 23 Ιανουαρίου 2003, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού κανονισμού της, να προβεί στην επεξεργασία γνωμοδότησης με θέμα: «Οι προκλήσεις του πυρηνικού τομέα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας»

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 8 Ιανουαρίου 2004 (εισηγητής: ο κ. CAMBUS).

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειάς της, της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 68 ψήφους υπέρ, 33 ψήφους κατά και 11 αποχές.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας καταρτίστηκε για να συμβάλει στην αποσαφήνιση της συζήτησης για την παραγωγή ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια την στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή εκπονεί εκ νέου την Πράσινη Βίβλο για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης και τη «δέσμη μέτρων για την πυρηνική ασφάλεια» για τις γενικές αρχές στον τομέα της διαχείρισης των αναλωμένων ραδιενεργών καύσιμων και των ραδιενεργών αποβλήτων.

Η ΕΟΚΕ έχει εκφραστεί θετικά για κάθε μία από τις πρωτοβουλίες αυτές. Στην γνωμοδότηση για την Πράσινη Βίβλο (CES 705/2001 της 1/5/2001), επεσήμανε ότι: «Σε ό,τι αφορά την πυρηνική ενέργεια υπάρχουν προβλήματα αλλά και σαφή οφέλη. Για τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας αποφασίζουν τα κράτη μέλη. Είναι ωστόσο δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς θα μπορέσει στο μέλλον η ΕΕ να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του ενεργειακού εφοδιασμού σε λογικές τιμές και της αλλαγής του κλίματος χωρίς η πυρηνική ενέργεια να συνεχίσει να συμβάλλει στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας» (5.7.8).

Στη γνωμοδότηση για τη «δέσμη μέτρων για την πυρηνική ασφάλεια» (CES 411/2003 της 26.3.2003), ενέκρινε την πρωτοβουλία της Επιτροπής υποβάλλοντας ωστόσο κάποιες συστάσεις λόγω της εμπειρογνωμοσύνης της.

Η παρούσα γνωμοδότηση θίγει άλλες πτυχές και προκλήσεις του πυρηνικού τομέα — κυρίως περιβαλλοντικές, φυσιολογικές και οικονομικές — που κατά την άποψη της ΕΟΚΕ είναι απαραίτητες για την πλήρη κατανόηση του ενεργειακού προβλήματος της Ένωσης ούτως ώστε η συζήτηση να είναι όσον το δυνατόν ευρύτερη και σαφέστερη.

Τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που υπάρχουν στη γνωμοδότηση αυτή αναφέρονται για λόγους συνάφειας στην ΕΕ των 15 εφόσον οι προοπτικές βασίζονται σε ανάλυση προηγούμενων εξελίξεων. Η συνεκτίμηση των υπό ένταξη χωρών και των υποψήφιων χωρών αλλάζει ως ένα βαθμό τους αριθμούς, αλλά δεν επηρεάζει καθόλου τον προβληματισμό, είτε πρόκειται για θετικές είτε για αρνητικές πτυχές της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας.

Πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της ασφάλειας των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια των νέων χωρών της ΕΕ και όσων προσχωρήσουν αργότερα, υπήρξε από το 1992 αντικείμενο ανάλυσης, προγραμμάτων αναβάθμισης με αποφάσεις για την παύση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων, την προσαρμογή τους και οργάνωσή τους, την κατάρτιση για τη ασφάλεια όταν ήταν απαραίτητο. Προκειμένου να διατηρηθεί, και μάλιστα να βελτιωθεί, το επίπεδο ασφάλειας επιβάλλεται διαρκής επαγρύπνηση εκ μέρους των φορέων εκμετάλλευσης και των Άρχών Ασφαλείας των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Τέλος, τα όρια της γνωμοδότησης αυτής προσδιορίζονται από τον ίδιο τον τίτλο· πρόκειται για ένα στοιχείο μόνο μιας ευρύτερης συζήτησης για την ενεργειακή πολιτική, η οποία αποτέλεσε ήδη το αντικείμενο άλλων γνωμοδοτήσεων και η οποία θα πρέπει να συνεχισθεί κυρίως σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τον έλεγχο της ζήτησης.

1.   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Ο ΠΥΡΗΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

1.1   Η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σήμερα

1.1.1

Το 2002 υπήρχαν στον κόσμο 441 αντιδραστήρες ισχύος σε λειτουργία, που αντιπροσώπευαν χωρητικότητα 359 Gwe και 32 νέοι αντιδραστήρες υπό κατασκευή. Οι εν λειτουργία αντιδραστήρες εξασφάλισαν την παραγωγή 2 574 TWh δηλαδή περίπου το 17 % της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Για την ΕΕ η συμμετοχή του πυρηνικού τομέα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανέρχεται στο 35 %.

1.1.2

Σε σχέση με τις συνολικές ανάγκες πρωτογενούς ενέργειας που ήταν 9 963 Mtep το 2000, ο πυρηνικός τομέας συνέβαλε κατά 6,7 %, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά 13,8 % (βιομάζα και αστικά απόβλητα κατά 11 %, η υδροηλεκτρική ενέργεια κατά 2,3 %, η γεωθερμική ενέργεια, ηλιακή, αιολική κατά 0,5 % ), τα ορυκτά καύσιμα κατά 79,5 % (πετρέλαιο 34,9 %, άνθρακας 23,5 % και φυσικό αέριο 21,1 %).

1.1.3

32 χώρες παράγουν ηλεκτρική ενέργεια πυρηνικής προέλευσης. Το 2002, το ποσοστό συμμετοχής του πυρηνικού τομέα στη συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ήταν από 80 % στη Λιθουανία και 77 % στη Γαλλία έως 1,4 % στην Κίνα. Η κατασκευή 32 νέων αντιδραστήρων ισχύος συνεχίστηκε και δείχνει ότι ο πυρηνικός τομέας αποτελεί σε παγκόσμια κλίμακα έναν αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα, πράγμα που η ΕΕ πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της όσον αφορά την ενέργεια και τη βιομηχανία. Στο εσωτερικό της ΕΕ, στη Φινλανδία, η εταιρεία TVO, έλαβε τον Ιανουάριο του 2002 από την κυβέρνηση μία κατ' αρχήν έγκριση για την κατασκευή ενός πέμπτου πυρηνικού αντιδραστήρα η οποία επικυρώθηκε από το κοινοβούλιο τον Μάιο του 2002.

1.1.4

Από την άλλη πλευρά, η Σουηδία κατά το δημοψήφισμα του 1980 είχε ψηφίσει την παύση της λειτουργίας των 12 πυρηνικών αντιδραστήρων της πριν το 2010. Το Κοινοβούλιο όμως και η Σουηδική Κυβέρνηση διαπίστωσαν το 1997 ότι ήταν αδύνατη η αντικατάσταση των αντιδραστήρων αυτών από άλλες πηγές ενέργειας. Έτσι το 2003 σταμάτησε να λειτουργεί ένας μόνον αντιδραστήρας (ισχύος 600 MW) o Barsebäck 1. Το μέλλον του Barsebäck 2 συζητείται τώρα διότι δεν μπορεί να σταματήσει να λειτουργεί το 2003. Τίθεται το θέμα διαπραγμάτευσης με τις ιδιοκτήτριες εταιρείες των πυρηνικών αντιδραστήρων — όπως έγινε στη Γερμανία — για την σταδιακή εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας. Πρόσφατη σφυγμομέτρηση έδειξε μεταστροφή της κοινής γνώμης που φαίνεται να είναι υπέρ της συνέχισης της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας.

1.1.5

Στο Βέλγιο, τον Μάρτιο του 2002, η κυβέρνηση έλαβε την απόφαση να σταματήσει τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας από το 2015 την οποία επικύρωσε το κοινοβούλιο αρχές του 2003. Ο νόμος θέτει 40 έτη ως όριο της διάρκειας χρήσης των αντιδραστήρων πράγμα που σημαίνει ότι θα παύσουν να λειτουργούν οριστικά μεταξύ 2015 και 2025 και ορίζει ότι κανένας νέος αντιδραστήρας δεν μπορεί να κατασκευαστεί και/ή να τεθεί σε λειτουργία. Ωστόσο ο νόμος επιτρέπει να συνεχιστεί η χρήση πυρηνικής ενέργειας σε περίπτωση που απειλείται η ασφάλεια του εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια.

1.1.6

Στη Γερμανία, η κυβέρνηση συνασπισμού των σοσιαλδημοκρατών (SPD) και των πράσινων αποφάσισε τη σταδιακή εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας και σύναψε τη σχετική εθελοντική συμφωνία με την πυρηνική βιομηχανία. Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις, συνήφθη συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των 19 πυρηνικών αντιδραστήρων, στην οποία προβλέπεται ο περιορισμός της διάρκειας ζωής αυτών των αντιδραστήρων σε 32 χρόνια κατά μέσο όρο, από τη θέση τους σε λειτουργία. Ήδη έχει σταματήσει η λειτουργία ενός αντιδραστήρα και το κλείσιμο των περισσότερων θα πραγματοποιηθεί μεταξύ 2012 και 2022.

1.1.7

Εκτός της ΕΕ, αλλά στο γεωγραφικό της κέντρο, στην Ελβετία, οι πολίτες απέρριψαν τον Μάιο του 2003 δύο αντιπυρηνικές πρωτοβουλίες, «μορατόριουμ συν» και «ηλεκτρική ενέργεια χωρίς πυρηνικά». Η πρώτη αφορούσε την παράταση κατά 10 έτη του υφιστάμενου μορατόριουμ των δέκα ετών για την κατασκευή νέων πυρηνικών αντιδραστήρων· απορρίφθηκε με ποσοστό 58,4 %. Η δεύτερη καλούσε για σταδιακή εγκατάλειψη της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας — χωρίς προσφυγή στα ορυκτά καύσιμα — και για παύση της επανεπεξεργασίας των χρησιμοποιημένων καυσίμων, απορρίφθηκε δε με ποσοστό 66,3 %.

1.1.8

Οι διάφορες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται

Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι τεχνολογίες που εφαρμόζονται (αντιδραστήρες).

Συνήθης ονομασία αντιδραστήρα

Στάθμη ενέργειας νετρονίων

Επιβραδυντής

Καύσιμο

Θερμομεταφορέας

Συνολικός αριθμός μονάδων/ αριθμός χωρών

Φυσικό νερό υπό πίεση (ελαφρό) (PWR, ή REP)

Χαμηλή

Φυσικό νερό

U εμπλουτισμένο με ή χωρίς Pu

Φυσικό νερό υπό πίεση *

258 / 25

Φυσικό ζέον ύδωρ (ελαφρό) (BWR)

-id-

Φυσικό νερό

-id-

Φυσικό ζέον ύδωρ *

91 / 10

Βαρύ νερό υπό πίεση (PHWR, ή Candu)

-id-

Βαρύ ύδωρ

U φυσικό

Βαρύ ύδωρ

41 / 6

Αέριο-γραφίτης (UNGG, ή Magnox, ή AGR

-id-

γραφίτης

U φυσικό ή ελαφρά εμπλουτισμένο

CO2 ή He

32 / 1

Φυσικό νερό-γραφίτης (RBMK)

-id-

-id-

U εμπλουτισμένο

Φυσικό ζέον ύδωρ

13 / 3

Ταχεία (FBR)

υψηλή

Χωρίς

U και Pu

Τηγμένο Na

4 / 4

1.1.9

Οι κυριότερες χώρες που παράγουν ηλεκτρισμό από την πυρηνική ενέργεια είναι: οι ΗΠΑ, 780 TWh (20,3 % της συνολικής τους παραγωγής), η Γαλλία, 416 TWh (78 %), η Ιαπωνία, 313 TWh (34,5 %), η Γερμανία, 162 TWh (30 %), η Ρωσία, 129 TWh (16 %), η Νότιος Κορέα, 113 TWh (38,6 %), το Ηνωμένο Βασίλειο, 81,1 TWh (22 %). (ΣΣ: στοιχεία 2002)

1.1.10

Άλλες χώρες των οποίων η παραγωγή ηλεκτρισμού προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από πυρηνική ενέργεια είναι: η Αρμενία 40,5 %, το Βέλγιο 57 %, η Φινλανδία 30 %, η Ουγγαρία 36 %, η Λιθουανία 80 %, η Σλοβακία 73 %, η Σουηδία 46 %, η Ελβετία 40 %, η Ουκρανία 46 %. (ΣΣ: στοιχεία 2000)

1.1.11

Η κατάσταση στην ΕΕ των 15 χαρακτηρίζεται από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας 855,6 TWh το 2002, δηλαδή το 35 % της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Το ποσοστό αυτό δεν θα μεταβληθεί αισθητά με την διεύρυνση όταν οι δέκα νέες χώρες θα ενταχθούν στην ΕΕ το 2004. Έτσι η πυρηνική ενέργεια είναι η σημαντικότερη πηγή παραγωγής ηλεκτρισμού και με το ποσοστό της (15 %) σε πρωτογενή ενέργεια που καταναλώνεται στην ΕΕ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης.

1.2   Με τη χρήση πυρηνικής ενέργειας αποφεύγεται η παραγωγή CO2 στην ΕΕ

1.2.1

Το 1990 οι συνολικές εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου (GHG) έφτασαν τα 4 208 εκατομμύρια τόνους (Mt ήTg) ισοδύναμου CO (1).

1.2.2

Η έκθεση του 2002 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος δίνει για το 2000 συνολικό επίπεδο εκπομπών GHG 4 059 Mt αυξημένο κατά 0,3 % σε σχέση με το 1999 αλλά μειωμένο κατά 3,5 % σε σχέση με το 1990.

1.2.3

Σε σχέση με τον στόχο μείωσης κατά 8 % των συνολικών εκπομπών GHG έως το 2008-2012, το αποτέλεσμα του 2000 (4 059 Mt) είναι πάνω από το στόχο εφόσον για την ίδια χρονιά προκύπτει μια γραμμική μείωση μεταξύ 1990 και 2010 (4 208 μειωμένο κατά 4 % δηλαδή 4 039 Mt).

1.2.4

Οι διάφορες μορφές χρήσης της ενέργειας (βιομηχανική, διυλιστήρια, παραγωγή ηλεκτρισμού, θέρμανση χώρων και καύσιμα για τις μεταφορές) αποτελούν τον βασικό παράγοντα εκπομπών με 3 210 Mt το 2000 εκ των οποίων 1 098 Mt για την παραγωγή ενέργειας και μόνο 836 Mt για την παραγωγή ηλεκτρισμού για την τροφοδότηση των δικτύων.

1.2.5

Μόνο για το CO (1), που αποτελεί το 82 % των GHG οι εκπομπές είναι 3 325 Mt το 2000· σημείωσαν μείωση μόνο κατά 0,5 % από το επίπεδο του 1990 (3 342 Mt).

1.2.6

Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο σεβασμός των δεσμεύσεων του Κυότο θα είναι δύσκολος. Πόσο μάλλον όταν αφορούν μία περίοδο ασθενούς ανάπτυξης· το αποτέλεσμα θα ήταν λιγότερο ικανοποιητικό εάν η ΕΕ είχε επιτύχει τους στόχους ανάπτυξης που είχε θέσει (3 %).

1.2.7

Σχετικά με τα στοιχεία αυτά, ο πυρηνικός τομέας επέτρεψε στην Ευρώπη να αποφύγει μεταξύ 300 και 500 Mt (2) εκπομπών του CO2 κάθε χρόνο. Τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στην παραγωγή CO2 όλων των οχημάτων μεταφοράς επιβατών στην ΕΕ το 1995 δηλαδή 430 Mt (1).

1.2.8

Σε μία μελέτη «εκ των κάτω προς τα άνω» του 2001 (3) που πραγματοποίησε για την Επιτροπή ομάδα εμπειρογνωμόνων του τομέα της ενέργειας, δημοσιευόταν ο αριθμός 1 327 Mt για τις εκπομπές CO2 που οφείλονται στον τομέα της ενέργειας (εκτός του τομέα των μεταφορών) το 1990 με προοπτική —με σταθερή τεχνολογία— τους 1 943 Mt το 2010. Σχετικά με αυτή την αύξηση, η προσφυγή σε χρήση νέων μονάδων παραγωγής ατμού και ηλεκτρισμού βάσει 4 υποθέσεων θα συμβάλει στη μείωση των εκπομπών CO2 κατά:

500 Mt με τη χρήση φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου για όλες τις νέες εγκαταστάσεις· επισημαίνεται όμως ότι η χρήση μόνον φυσικού αερίου στο μέλλον για τη συμπλήρωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρισμού θα επιταχύνει την εξάντληση των αποθεμάτων φυσικού αερίου και δεν αποτελεί «βιώσιμη» λύση,

229 Mt επιπλέον με τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας,

23 Mt με τη βελτιστοποίηση των κύκλων των διυλιστηρίων πετρελαίου,

50 Mt με τη συλλογή του CO2 υπό την επιφύλαξη περαιτέρω μελετών και αισθητής αύξησης του κόστους,

280 Mt, σύμφωνα με μία άλλη μελέτη (Shared Analysis Project) (4) με τη διατήρηση του ποσοστού συμμετοχής της πυρηνικής ενέργειας που απαιτεί την εγκατάσταση πυρηνικής χωρητικότητας 100 Gwe (δηλαδή 70 αντιδραστήρες).

Η προσφυγή σε αυτές τις διάφορες αυτές δυνατότητες σε συνδυασμό με αυστηρή πολιτική για τον έλεγχο της ζήτησης θα καταστήσει δυνατή τη βελτίωση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας κατά 1,4 % ετησίως όπως αναφέρεται στο σημείο 2.4.2.2 της γνωμοδότησης.

1.2.9

Έτσι σε περίπτωση όπου όλα τα πιθανά κέρδη θα ήταν δυνατά, φαίνεται ότι οι στόχοι του Κυότο είναι υλοποιήσιμοι, αλλά:

αφενός, δεν μπορούμε σήμερα να προβλέψουμε την πλήρη εφαρμογή των αντίστοιχων πολιτικών ούτε την αποδοχή του κόστους που συνεπάγονται,

αφετέρου, οι στόχοι του Κυότο είναι σφαιρικοί και δεν αρκεί να μειωθούν κατά 8 % οι εκπομπές του ενεργειακού τομέα εάν δεν μειωθούν για παράδειγμα και οι εκπομπές του τομέα μεταφορών.

Τέλος, η μη χρήση της πυρηνικής ενέργειας θα προκαλέσει ετησίως ένα «θετικό κενό» 300 Mt εκπομπών CO2 του τομέα ενέργειας.

1.3   Η διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων και των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων

1.3.1

Οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής είναι σήμερα οι σημαντικότεροι παραγωγοί ραδιενεργών αποβλήτων σε σχέση με τα ιατρικά ιδρύματα, τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τα εργαστήρια έρευνας που χρησιμοποιούν πηγές ραδιενέργειας για εξετάσεις και μετρήσεις.

1.3.2

Για την ταξινόμηση των αποβλήτων υπολογίζονται δύο παράμετροι: η ένταση της ακτινοβολίας που συχνά αποκαλείται δραστηριότητα και η διάρκεια ζωής (περίοδος) των προϊόντων αυτών. Γίνεται συνεπώς λόγος για χαμηλή, μέση ή υψηλή ραδιενέργεια και για βραχύβια και μακρόβια απόβλητα. Υπογραμμίζεται ότι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής δεν σημαίνει ότι τα προϊόντα είναι περισσότερο ραδιενεργά· αντιθέτως η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής σημαίνει ότι η διάσπαση και κατά συνέπεια η ραδιενέργεια είναι ασθενέστερες.

1.3.3

Για τη διαχείριση των αποβλήτων αυτών, υπάρχουν ήδη γνωστές λύσεις. Για τα βραχύβια και χαμηλής ραδιενέργειας απόβλητα, μία από τις αποδεκτές λύσεις είναι η αποθήκευση στην επιφάνεια η οποία έχει ήδη επίσημα αποφασιστεί και εφαρμόζεται σε ορισμένα κράτη μέλη. Για τα μακρόβια ή υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα, η αποθήκευση σε βαθείς γεωλογικούς σχηματισμούς αναγνωρίζεται διεθνώς από τους ειδικούς ως η τεχνική λύση αναφοράς, αλλά περιμένοντας τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να λάβουν δημοκρατικά την απόφαση για την επιλογή διαχείρισης, η αποθήκευση στην επιφάνεια αποτελεί τη λύση αναμονής. Διευκρινίζεται ότι για τα προϊόντα αυτά η επεξεργασία και η αποθήκευση στην επιφάνεια πρέπει να ανταποκρίνονται στις θεμιτές απαιτήσεις ασφάλειας και ότι αυτή η προσωρινή λύση εφαρμόζεται εν αναμονή της εφαρμογής οριστικών λύσεων. Η «δέσμη μέτρων για την πυρηνική ασφάλεια» που προτείνει η Επιτροπή στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΥΡΑΤΟΜ αποσκοπεί στην επιτάχυνση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων για την αποθήκευση σε γεωλογικούς σχηματισμούς.

1.3.4

Δεδομένου ότι υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της ποσότητας των χρησιμοποιηθέντων καυσίμων και της ποσότητας της παραχθείσας ηλεκτρικής ενέργειας, τα κράτη μέλη που ενδιαφέρονται άμεσα είναι εκείνα που παράγουν τον μεγαλύτερο όγκο πυρηνικής ενέργειας. Για τα μακρόβια ή υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα, η κατάσταση διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο:

η Φινλανδία που είναι η πλέον προηγμένη χώρα επέλεξε τη λύση της αποθήκευσης σε γεωλογικούς σχηματισμούς και έχει ήδη βρει τον χώρο αποθήκευσης·

η Σουηδία έχει επιλέξει την αποθήκευση σε γεωλογικούς σχηματισμούς και αναζητεί τον χώρο·

η Γαλλία προσανατολίζεται προς τρεις κατευθύνσεις έρευνας: την αποθήκευση σε γεωλογικούς σχηματισμούς, τη μείωση της διάρκειας ζωής με διαχωρισμό ή μεταστοιχείωση και την αποθήκευση στην επιφάνεια ή λίγο κάτω από την επιφάνεια·

οι άλλες χώρες δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει τη διαδικασία επιλογής μιας οριστικής λύσης για τα μακρόβια ή υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα.

Για τα άλλα απόβλητα, βραχύβια ή χαμηλής ραδιενέργειας, η αποδεκτή λύση μπορεί να θεωρηθεί η τεχνική της αποθήκευσης στην επιφάνεια στα περισσότερα κράτη μέλη.

1.3.5

Η κατάσταση στις υποψήφιες χώρες (5)

«Στις υποψήφιες χώρες που έχουν πυρηνικούς σταθμούς και ερευνητικούς αντιδραστήρες ρωσικού σχεδιασμού, η διαχείριση του αναλωμένου καυσίμου έγινε ζήτημα νευραλγικής σημασίας κατά την προηγούμενη δεκαετία αφού δεν είναι πλέον δυνατή η αποστολή των πυρηνικών αποβλήτων στη Ρωσία για επανεπεξεργασία ή για αποθήκευση. Στις χώρες αυτές χρειάστηκε να κατασκευαστούν επειγόντως εγκαταστάσεις πρόσκαιρης αποθήκευσης για τα αναλωμένα καύσιμα. Πολύ μικρή ή καθόλου πρόοδος δεν σημειώθηκε για την υλοποίηση πραγματικών προγραμμάτων μακροπρόθεσμης διαχείρισης των αναλωμένων καυσίμων.

Αναφορικά με τα λιγότερο επικίνδυνα επιχειρησιακά απόβλητα των πυρηνικών σταθμών, μόνο η Τσεχική Δημοκρατία και η Σλοβακία διαθέτουν επιχειρησιακές τοποθεσίες αποθήκευσης. Αρκετές χώρες διαθέτουν ρωσικού σχεδιασμού αποθήκες ραδιενεργών αποβλήτων τα οποία δεν προέρχονται από τον κύκλο του πυρηνικού καυσίμου. Όμως, οι εγκαταστάσεις αυτές δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στα πρότυπα ασφάλειας που ισχύουν στην Ένωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να κριθεί αναγκαία η ανάκτηση των αποβλήτων για να αποθηκευτούν αλλού».

1.3.6

Στην ΕΕ έχουν ήδη διατεθεί 2 000 000 m3 ραδιενεργά απόβλητα βραχύβια ή χαμηλής ραδιενέργειας. Τα απόβλητα αυτά, που έχουν πολύ σημαντικότερο όγκο σε σχέση με άλλα που εμπίπτουν σε πιο επικίνδυνες κατηγορίες, δεν δημιουργούν μεγάλες τεχνικές δυσκολίες ως προς την εκκένωσή τους, αλλά απαιτούν εξίσου στενή παρακολούθηση κατά την προσωρινή τους αποθήκευση.

2.   ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ (2030)

2.1

Η πρόταση μακροπρόθεσμων προοπτικών για την εξέλιξη της κατανάλωσης ενέργειας είναι δύσκολη διότι οι παράγοντες αβεβαιότητας είναι πολλοί. Είναι γνωστό ότι η αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας υπήρξε προϋπόθεση για όλες τις πρόσφατες εξελίξεις, είτε πρόκειται για την τεχνολογία, είτε για τις συνθήκες διαβίωσης, για την υγιεινή, την οικονομία, τον πολιτισμό … Διαπιστώνεται αντιθέτως ότι η ενεργειακή ένταση των δραστηριοτήτων μας (ποσότητα ενέργειας που καταναλώνεται ανά μονάδα παραγωγής) μειώνεται με την αλλαγή της δομής της οικονομίας (ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα) και με την εξέλιξη των διαδικασιών που χρησιμοποιούν ενέργεια. Οι ανάγκες σε ενέργεια δισεκατομμυρίων κατοίκων των αναπτυσσόμενων χωρών δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Τέλος, γίνονται συνείδηση οι συνέπειες της κατανάλωσης ενέργειας στο περιβάλλον και στο κλίμα.

2.2

Όσον αφορά αυτές τις προκλήσεις αναφέρονται δύο μελέτες που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό της Επιτροπής: η «European energy outlook» του Π. Κάπρου και του Λ. Μάντζου του πανεπιστημίου Αθηνών (6) και η «World energy, technology and climate policy outlook» (WETO) της ΓΔ Έρευνα (7). Τις επιλέξαμε διότι και οι δύο προσπαθούν να διαφωτίσουν την κατάσταση έως το 2030, η μία όμως αφορά τις ευρωπαϊκές προοπτικές και θεωρεί ως κεκτημένη την εγκατάλειψη της χρήσης πυρηνικής ενέργειας, ενώ η άλλη αφορά τις παγκόσμιες προοπτικές και υποθέτει τη συνέχιση της χρήσης των διαθέσιμων σήμερα τεχνολογιών.

2.3

Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η χρησιμοποίηση προτύπων εκτίμησης που βασίζονται σε τάσεις του παρελθόντος, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων των δομών και των τεχνικών προόδων. Ωστόσο τούτο δεν αποτελεί μεγάλο μειονέκτημα εφόσον κανείς δεν μπορεί να προβλέψει σοβαρά τις διακοπές των τάσεων. Κατά συνέπεια θα λάβουμε υπόψη τις μελέτες αυτές ως στοιχεία αξιολόγησης της φύσης των προκλήσεων και όχι ως μελέτες πρόβλεψης.

2.4

Τα σημαντικά στοιχεία των δύο μελετών είναι τα ακόλουθα:

2.4.1   Μελέτη Κάπρου-Μάντζου

Το 2030, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της ΕΕ θα είναι υπερδιπλάσιο του 1995 αλλά λόγω των τεχνολογικών προόδων που θα έχουν σημειωθεί τόσο στις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας όσο και στις διεργασίες κατανάλωσης καθώς και στην εξέλιξη των οικονομικών δομών, η κατανάλωση ενέργειας θα αυξηθεί μόνο κατά 20 % από 1650 Mtep σε 1968 Mtep (ΕΕ-25) πράγμα που σημαίνει μέση μείωση της ενεργειακής έντασης κατά 1,7 % ετησίως.

Με αυτή την προοπτική, το πετρέλαιο διατηρεί την πρώτη θέση και ακολουθεί το φυσικό αέριο και ο άνθρακας. Οι συνολικές εκπομπές του CO2 (4.208 Mt το 1990) που είχαν μειωθεί από 100 το 1990 σε 98,7 το 1995 αυξάνονται σε 109,5 το 2020 και σε 117,2 το 2030. Αυτό το σενάριο βάσης δεν επιτρέπει την τήρηση των δεσμεύσεων του Κυότο και με την αύξηση των εκπομπών CO2 (που εκτιμάται στη μελέτη σε 568 Mt μεταξύ 1995 και 2030), ο τομέας της βιομηχανίας, ο τριτογενής τομέας και η ιδιωτική χρήση μειώνονται αλλά ο τομέας των μεταφορών και ο τομέας παραγωγής ενέργειας αυξάνονται αντίστοιχα κατά 163 Mt και κατά 533 Mt. Η εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας είναι βασική για το τελευταίο στοιχείο.

2.4.2   Μελέτη WETO

2.4.2.1   Προοπτικές σε παγκόσμια κλίμακα έως το 2030

Ο πληθυσμός της γης αυξήθηκε από 6,1 δισεκατομμύρια κατοίκους το 2000 σε 8,2 δισεκατομμύρια το 2030, και η μέση ετήσια αύξηση του ακαθάριστου παγκόσμιου προϊόντος κατά 3 % (ήταν της τάξης του 3,3 % κατά την τριακονταετία 1970-2000).

Η κατανάλωση ενέργειας θα αυξηθεί κατά 70 % μεταξύ 2000 και 2030 (και από τα 9 963 Μtep θα φτάσει περίπου 17 Gtep), δηλαδή μόνο 1,8 % ετήσια αύξηση για μία αύξηση του ΑΕΠ κατά 3 %.

Για τα ορυκτά καύσιμα, το ποσοστό του πετρελαίου θα φτάσει τα 5,9 GTep δηλαδή το 34 % της παγκόσμιας κατανάλωσης, του φυσικού αερίου τα 4,3 Gtep δηλαδή το 25 %, και ο άνθρακας σε ανταγωνιστικότερη τιμή θα φτάσει τα 4,8 Gtep δηλαδή το 28 %.

Η πυρηνική ενέργεια θα αυξηθεί κατά 0,9 % /έτος για την εν λόγω περίοδο αλλά θα αντιπροσωπεύει μόνο το 5 % της συνολικής κατανάλωσης το 2030 έναντι του 6,7 % το 2000.

Το ποσοστό της ευρείας κλίμακας υδροηλεκτρικής ενέργειας και της γεωθερμικής ενέργειας θα σταθεροποιηθεί στο 2 % του συνόλου (2,3 % το 2000). Η ηλιακή ενέργεια, η μικρής κλίμακας υδροηλεκτρική ενέργεια και η αιολική ενέργεια θα αυξηθούν κατά 7 % /έτος μεταξύ 2000 και 2010 στη συνέχεια δε κατά 5 % · το δε ποσοστό τους στη συνολική κατανάλωση θα είναι μόνο 1 % το 2030 (0,5 % το 2000).

Το ποσοστό της καύσιμης ξυλείας και της αποτέφρωσης των αποβλήτων θα μειωθεί και το 2030 θα αποτελεί μόνο το 5 % έναντι του σημερινού 11 %.

Συνολικά το 2030 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα αποτελούν το 8 % του συνόλου της παγκόσμιας κατανάλωσης.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η συνολική κατανάλωση αυξάνεται κατά 1,8 %/έτος όταν ο πληθυσμός αυξάνεται κατά 1 % και ο πλούτος κατά κεφαλήν κατά 2,1 % /έτος πράγμα που απαιτεί μείωση της ενεργειακής έντασης κατά - 1,2 % /έτος.

2.4.2.2   Προοπτικές του 2030 για την ΕΕ

Στην ΕΕ, υποτίθεται ότι ο πληθυσμός παραμένει σταθερός. Ο πλούτος κατά κεφαλήν υποτίθεται ότι αυξάνεται κατά 1,9 %, οι πρόοδοι όσον αφορά τον έλεγχο ζήτησης ενέργειας επιτρέπουν μία μείωση της έντασης ενέργειας κατά 1,4 %, και κατά συνέπεια η αύξηση της ζήτησης ενέργειας εκτιμάται σε 0,4 % /έτος.

Η συνολική ζήτηση θα περάσει από τα 1,5 Gtep το 2000 στα 1,7 Gtep το 2030. Στην υπόθεση αυτή λαμβάνονται υπόψη και οι νέες χώρες που θα γίνουν μέλη. Ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι υψηλότερος αλλά και τα κέρδη όσον αφορά την ενεργειακή ένταση είναι επίσης υψηλά (8).

Στην ΕΕ το ποσοστό του φυσικού αερίου φτάνει το 27 %, μετά το πετρέλαιο (39 %) και πριν από τον άνθρακα και τον λιγνίτη (16 %).

2.4.2.3   Προοπτικές όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρισμού

Η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρισμού αυξάνεται κατά 3 % ετησίως. Πάνω από το ήμισυ της παραγωγής εξασφαλίζεται από τις τεχνολογίες που ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του '90 όπως συνδυασμένοι κύκλοι αεριοστροβίλων, οι προηγμένες τεχνολογίες καύσης άνθρακα και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Το ποσοστό του φυσικού αερίου στην παραγωγή ηλεκτρισμού αυξάνεται στις τρεις μεγάλες περιοχές όπου υπάρχει φυσικό αέριο.

Η ανάπτυξη του πυρηνικού τομέα δεν αρκεί για να διατηρήσει το ποσοστό του στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρισμού που είναι μόνο 10 %.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν το 4 % των αναγκών έναντι 2 % το 2000, κυρίως χάρη στην παραγωγή ηλεκτρισμού από αιολική ενέργεια. Για την Ευρώπη των 25, η συνολική παραγωγή ηλεκτρισμού από τις 2 900 TWh το 2000 θα φτάσει τις 4 500 TWh το 2030, το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από το 14,6 % στο 17,7 %, το ποσοστό της συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας από το 12,5 % στο 16,1 % ενώ το ποσοστό της πυρηνικής ενέργειας θα μειωθεί από 31,8 % σε 17,1 %.

2.4.2.4   Οι εκπομπές CO2

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο από το 1990 έως 2030 οι παγκοσμίως ετήσιες εκπομπές CO (1) θα υπερδιπλασιαστούν και από 21 Gt θα φτάσουν τα 45 Gt.

Για παράδειγμα, η Κίνα θα καταστεί η μεγαλύτερη πηγή εκπομπών CO (1) το 2030 διότι θα είναι η μεγαλύτερη οικονομία (θα έχει δεκαπλασιάσει το ΑΕΠ της από το 1990). Οι εκπομπές της σε CO (1) θα αυξηθούν κατά 290 % σε σχέση με το 1990.

Για την ΕΕ το ποσοστό άνθρακα μειώνεται κατά 7 %, του πετρελαίου κατά 4 % ενώ του φυσικού αερίου αυξάνεται κατά 10 %· συνέπεια θα είναι η ελαφρά μείωση του άνθρακα της κατανάλωσης ενέργειας σε συνδυασμό με τη συνολική αύξηση της κατανάλωσης που συνεπάγεται αύξηση των εκπομπών CO (1) κατά 18 % μεταξύ 1990 και 2030.

2.4.2.5   Παραλλαγές του βασικού σεναρίου αναφοράς

Όσα προηγούνται αφορούν το βασικό σενάριο αναφοράς της μελέτης WETO· έχουν μελετηθεί επίσης τέσσερις παραλλαγές αυτού του σεναρίου:

Η παραλλαγή «φυσικό αέριο» βασίζεται στην αφθονία των πηγών και στην υλοποίηση σημαντικής προόδου των συνδυασμένων κύκλων αεριοστροβίλων καθώς και των στηλών καυσίμων· μεταφράζεται σε μία μεγαλύτερη κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 21,6 % του βασικού σεναρίου αναφοράς και σε εκπομπές CO2 κατώτερες κατά 1,6 %·

Η παραλλαγή «άνθρακας» βασίζεται στη μεγάλη πρόοδο που έχουν σημειώσει οι προηγμένες τεχνολογίες των υπεργεννητριών, η ολοκληρωμένη εξαερίωση στους συνδυασμένους κύκλους παραγωγής και οι λέβητες άμεσης καύσης· μεταφράζεται δε σε αύξηση της κατανάλωσης άνθρακα κατά 15 % σε σχέση με το βασικό σενάριο αναφοράς και σε μη αυξημένες εκπομπές CO2·

Η παραλλαγή «πυρηνική ενέργεια βασίζεται στις σημαντικές καινοτομίες όσον αφορά το κόστος και την ασφάλεια που επηρεάζουν τους αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος και ιδιαίτερα τη νέα γενιά αντιδραστήρων· μεταφράζεται δε σε επιπλέον πυρηνοηλεκτρική παραγωγή κατά 77,5 % και σε μείωση των εκπομπών CO2 κατά 2,8 %·

Η παραλλαγή «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» βασίζεται στη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στον τομέα της αιολικής ενέργειας, των ηλιακών θερμικών εγκαταστάσεων, των μικρών μονάδων παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας και των φωτοβολταϊκών κυττάρων· μεταφράζεται δε σε αύξηση του ποσοστού των ενεργειών αυτών κατά 132 % και σε μείωση των εκπομπών CO2 κατά 3 %.

2.5

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι χωρίς συμπληρωματικές τροποποιήσεις σε σχέση με τις τεχνολογίες και τις ρυθμίσεις του 2000 (του έτους των δύο μελετών) θα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί η σταθεροποίηση των εκπομπών GHG τόσο στο παγκόσμιο επίπεδο όσο και στο επίπεδο της διευρυμένης ΕΕ.

Οι δύο αυτές μελέτες δείχνουν ότι μεταξύ των γνωστών σήμερα τεχνολογικών μέσων, η συμβολή της πυρηνικής ενέργειας στον έλεγχο του κλίματος είναι ίδια με τη συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

3.   ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

3.1   Τα κεκτημένα της έρευνας και της ανάπτυξης στον πυρηνικό τομέα

3.1.1

Η πυρηνική ενέργεια είναι το δίχως άλλο η πηγή ενέργειας που απαιτεί την όσο το δυνατό μεγαλύτερη «εντατικοποίηση σε θέματα Ε&Α». Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη EURATOM, που υιοθετήθηκε το 1957, ενθάρρυνε τα μέσα έρευνας και διάδοσης των γνώσεων στον πυρηνικό τομέα πριν ακόμη συμπεριληφθεί στη Συνθήκη ΕΚ η πολιτική σχετικά με την έρευνα. Η έρευνα αφορά επίσης τα τεχνολογικά δίκτυα και τα θέματα ασφάλειας, προστασίας των εργαζομένων, των κατοίκων και του περιβάλλοντος.

3.1.2

Συγκεκριμένα οφέλη της εφαρμογής της πυρηνικής έρευνας για αστικές χρήσεις έχουν οι χώρες που παράγουν εν μέρει την ηλεκτρική τους ενέργεια από πυρηνική, και αφορούν τη μείωση του τιμολογίου ηλεκτρισμού για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, τη μεγαλύτερη ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού και την εμφανή συμβολή στη μείωση των εκπομπών GHG.

3.2   Οι προκλήσεις της έρευνας στον πυρηνικό τομέα

3.2.1

Στην Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής με θέμα «Προς μία ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού» (2001) τίθεται μία μεγάλη πρόκληση για την ΕΕ: φτωχή σε ενεργειακούς πόρους και εξαρτημένη κατά 50 % από τις εισαγωγές —βασικά ορυκτών καυσίμων— από χώρες με συχνά ασταθή καθεστώτα, πώς μπορεί διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της, να τηρήσει τις δεσμεύσεις του Κυότο, να εξασφαλίσει την ευημερία των λαών της; Η εξίσωση αυτή γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη με την προοπτική αύξησης αυτής της εξάρτησης έως το 2020-2030, και με την επείγουσα δράση που πρέπει να αναληφθεί για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος.

3.2.2

Μία από τις συστάσεις της Πράσινης Βίβλου είναι ότι « Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διατηρήσει τον έλεγχο της πυρηνικής τεχνολογίας για αστικές χρήσεις προκειμένου να διαφυλάξει την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη, να αναπτύξει αποδοτικότερους αντιδραστήρες σχάσης …», στη λογική της βιώσιμης ανάπτυξης, συμβιβάζοντας ταυτόχρονα οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική ισορροπία και σεβασμό του περιβάλλοντος. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην απάντησή του στην Πράσινη Βίβλο επιβεβαιώνει την ύπαρξη των προκλήσεων αυτών. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι για να διατηρήσουμε αυτή την εμπειρογνωμοσύνη χρειάζεται η λειτουργία των υφιστάμενων αντιδραστήρων.

3.3   Θέματα καθοριστικής σημασίας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας

3.3.1

Η έρευνα που διεξάγεται στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας ανταποκρίνεται στους ίδιους στόχους της έρευνας που διεξάγεται σε άλλους τεχνολογικούς τομείς: βελτίωση της απόδοσης στους διαφόρους σχετικούς τομείς. Με βάση το 6ο ΠΠΕΑ Ευρατόμ, οι προσπάθειες έρευνας αφορούν κυρίως τον τομέα των αποβλήτων και των συνεπειών έκθεσης σε χαμηλές δόσεις ακτινοβολίας.

3.3.2

Η έρευνα στον τομέα της διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί ο πληρέστερος δυνατός έλεγχος των ραδιενεργών αποβλήτων. Υπάρχουν σήμερα ασφαλείς βιομηχανικές λύσεις για την οριστική αποθήκευση αποβλήτων χαμηλής ραδιενέργειας καθώς και για την επεξεργασία (υαλοποίηση) και για την αποθήκευση μακρόβιων αποβλήτων ή υψηλής ραδιενέργειας.

3.3.2.1

Όσον αφορά τα μακρόβια ή υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα μελετώνται σήμερα οι δυνατότητες επιφανειακών και υπογείων (μερικές δεκάδες μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης) χώρων αποθήκευσης ικανών για φύλαξη κιβωτίων αποβλήτων … για αρκετούς αιώνες. Διεξάγονται επίσης και άλλες έρευνες σχετικά με την αποθήκευση σε γεωλογικούς σχηματισμούς και την άμεση αποθήκευση χρησιμοποιημένων καυσίμων.

3.3.2.2

Επίσης άλλες μελέτες αφορούν τη δυνατότητα τελειοποίησης των εργασιών επανεπεξεργασίας των χρησιμοποιημένων αποβλήτων με στόχο το διαχωρισμό και κατόπιν την «μεταστοιχείωση» (τροποποίηση σε βραχύβια ραδιενεργά στοιχεία) των μακρόβιων αποβλήτων των πλέον ραδιοτοξικών που είναι ακόμη παρόντα στα σημερινά τελικά απόβλητα. Η «μεταστοιχείωση» θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στους πυρηνικούς αντιδραστήρες σημερινής τεχνολογίας ή στους αντιδραστήρες που βρίσκονται στο στάδιο της μελέτης (πρβλ. καινοτόμα σχέδια).

3.3.3

Η έρευνα που διεξάγεται στον τομέα των καινοτόμων σχεδίων εντάσσεται στη λογική της βιώσιμης ανάπτυξης. Η παγκόσμια πρόκληση να εξασφαλίσει στις μελλοντικές γενιές ένα ενεργειακό μέλλον επιβάλλει να χρησιμοποιηθούν όλες οι τεχνολογίες που βασίζονται στη μακροπρόθεσμη χρήση καυσίμων.

3.3.4

Η πυρηνική ενέργεια, με τη βιομηχανική έννοια του όρου, ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή με την ανάπτυξη, αρχικά έως το 2010, των τεχνολογιών εξέλιξης, που αποκαλούνται 3ης γενιάς, με βάση τους υφιστάμενους αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος, και μετά, έως το 2030, των νέων αντιδραστήρων των αποκαλούμενων 4ης γενιάς που βασίζονται σε διαφορετικές τεχνολογίες (που χρησιμοποιούν για παράδειγμα ψυκτικές ουσίες, φυσικό αέριο ή υγρό μέταλλο).

3.3.5

Οι έρευνες για τους νέους αντιδραστήρες, έχουν πολλούς στόχους: την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του πυρηνικού τομέα (με τη μείωση κυρίως της διάρκειας των επενδύσεων) και την ασφάλεια των αντιδραστήρων αυτών, τη μείωση στο ελάχιστο της παραγωγής αποβλήτων και την ανακύκλωση των υλικών που μπορούν να αξιοποιηθούν· τον πολυλειτουργικό χαρακτήρα που θα επιτρέψει μέσω της συμπαραγωγής, την παραγωγή και άλλων μορφών ενέργειας, πέραν της ηλεκτρικής, για παράδειγμα υδρογόνου. Πρόοδος αναμένεται επίσης και στην αφαλάτωση του θαλάσσιου ύδατος.

3.3.6

Οι αντιδραστήρες HTR (Αντιδραστήρας Υψηλής θερμοκρασίας), δομοστοιχειωτοί αντιδραστήρες που ψύχονται με ήλιον σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, εξοπλισμένοι με ένα σύστημα μετατροπής σε άμεσο κύκλο με αεριοστρόβιλο, τοποθετούνται μεταξύ 3ης και 4ης γενιάς. Η ιδέα είναι γνωστή και η εφαρμογή της θα πρέπει να συμβάλει σε τεχνολογικές προόδους στους κλασικούς κύκλους υψηλής θερμοκρασίας, αλλά παρουσιάζει ακόμη τεχνολογικούς φραγμούς για την βιομηχανοποίησή της.

3.3.7

Η έρευνα στον τομέα των συστημάτων του μέλλοντος διεξάγεται σε διεθνές επίπεδο, και κυρίως στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος Génération IV που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και στο οποίο συμμετέχουν 10 χώρες. Από εκατό περίπου προτάσεις, αξιολογήθηκαν 19 ομάδες σχεδίων και επιλέχθηκαν 6, που συχνά περιλαμβάνουν πολλά σχέδια αντιδραστήρων. Τα σχέδια που επιλέχθηκαν τοποθετούνται σε διάφορες φάσεις ανάπτυξης και ενδέχεται να εμφανιστούν με βιομηχανική μορφή σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες αρχίζοντας από το 2035/2040. Ορισμένα θα ικανοποιήσουν τις διευρυμένες «αγορές» ενέργειας παραγωγής θερμότητας ή υδρογόνου.

3.3.8

Οι αντιδραστήρες της 4ης γενιάς, μόλις είναι διαθέσιμοι, θα αξιοποιήσουν καλύτερα το ενεργειακό δυναμικό του ουρανίου, θα χρησιμοποιούν άλλα καύσιμα (πλουτώνιο, θόριο) και θα καίνε τα απόβλητά τους, όντας παράλληλα οικονομικότεροι και ασφαλέστεροι, ανταποκρινόμενοι πλήρως στις απαιτήσεις της αειφόρου ανάπτυξης. Όλα τα σχέδια αντιδραστήρων που επιλέχτηκαν παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρουσες προοπτικές για καθέναν από τους στόχους του προγράμματος Génération IV όσον αφορά την αειφορία (χρήση καυσίμων και ελαχιστοποίηση των αποβλήτων), την ασφάλεια και την οικονομία. Οι αντιδραστήρες αυτοί, όπως και οι υπάρχοντες, θα παρέχουν όλες τις εγγυήσεις για τη μη διασπορά πυρηνικών όπλων για στρατιωτικούς σκοπούς. Οι δε αντιδραστήρες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος διαθέτουν κλειστό κύκλωμα καυσίμου.

3.3.9

Στα προγράμματα ΕΤΑ στο πλαίσιο της Euratom η προστασία από την έκθεση σε ακτινοβολία αποτελεί μία από τις θεματικές προτεραιότητες και καλύπτει ευρύ φάσμα ερευνών· τη μελέτη των χαμηλών δόσεων (με προσέγγιση τόσο της βιολογίας κυττάρου και της μοριακής βιολογίας όσο και της επιδημιολογικής βιολογίας)· την έκθεση για ιατρικούς σκοπούς (και κυρίως την ενημέρωση των ακτινοθεραπειών προσαρμοσμένων στην ακτινοευαισθησία κάθε ασθενούς) και των φυσικών πηγών ακτινοβολίας· την προστασία του περιβάλλοντος, την οικολογία των ακτινοβολιών· τη διαχείριση των κινδύνων και των επειγόντων περιστατικών· την προστασία στο χώρο εργασίας. Όλες αυτές οι έρευνες πραγματοποιούνται με τις πλέον σύγχρονες μεθόδους, όπως για παράδειγμα η βιοτεχνολογία και η γονιδιωματική. Τα αποτελέσματα δε αυτών των ερευνών χρησιμοποιούνται και θα χρησιμοποιηθούν για την εξέλιξη των μεθόδων προστασίας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος καθώς και για τη διατύπωση των αντίστοιχων κανόνων.

3.3.10

Η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων αποτελεί προφανώς μία από τις μεγάλες προτεραιότητες στον τομέα της πυρηνικής έρευνας. Εν προκειμένω στα προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης της Euratom (9) προσδιορίζονται σαφώς οι προτεραιότητες σχετικά με το θέμα αυτό και υπογραμμίζεται κυρίως ότι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρόκειται κυρίως για τη βελτίωση της ασφάλειας των υφιστάμενων πυρηνικών εγκαταστάσεων στα κράτη μέλη, στις υπό ένταξη χώρες και στις υποψήφιες χώρες. Η έρευνα αυτή επικεντρώνεται στη διαχείριση των εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών γήρανσης και της απόδοσης του καυσίμου. Περιλαμβάνει επίσης τη διαχείριση σοβαρών κρίσεων, και κυρίως την εφαρμογή των προηγμένων κωδικών ψηφιακής προσομοίωσης. Ενδείκνυται επίσης η ανταλλαγή, μεταξύ των φορέων, των δεξιοτήτων και των γνώσεων που απορρέουν από τη μέθοδο της αχρήστευσης, καθώς και η από κοινού οργάνωση της εργασίας για την επεξεργασία επιστημονικών βάσεων για την ασφάλεια και την ανταλλαγή των βέλτιστων πρακτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.3.11

Τέλος, σε απώτερες προοπτικές αλλά πολλά υποσχόμενες, πρέπει να αναφερθεί η έρευνα στον τομέα της ελεγχόμενης θερμοπυρηνικής σύντηξης, θέμα που αποτελεί αντικείμενο υπό εκπόνηση γνωμοδότησης πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ.

4.   ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΥΓΕΙΑ, ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΌ ΤΙΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΕΣ,

ΑΣΦΑΛΕΙΑ   4.1

Βιολογικές συνέπειες των ακτινοβολιών

4.1.1

Η ιονίζουσα ακτινοβολία δρα με την απόσπαση των ηλεκτρονίων (ιονισμός) των κυριοτέρων ατόμων που συνιστούν την ζώσα ύλη. Η ακτινοβολία αυτή μπορεί να αποτελείται από σωματίδια (άλφα ή βήτα) ή ηλεκτρομαγνητικές ακτίνες (ακτίνες X, ακτίνες γάμα).

4.1.2

Οι εκπομπές των ιονιζουσών ακτινοβολιών υπολογίζονται με βάση «τη δραστηριότητά τους» δηλαδή τον αριθμό των εκπομπών ανά δευτερόλεπτο. Μονάδα είναι το becquerel (Bq) που αντιστοιχεί σε μία εκπομπή ανά δευτερόλεπτο. (Το Curie (Ci) είναι η δραστηριότητα ενός γραμμαρίου ραδίου, δηλαδή 37 δις becquerels).

4.1.3

Από τη γέννησή τους, οι ζωντανοί οργανισμοί πλέουν σε ιονίζουσες ακτινοβολίες στις οποίες οφείλουν την ανάπτυξή τους. Σήμερα, είμαστε συνεχώς εκτεθειμένοι σε ιονίζουσες ακτινοβολίες που προέρχονται από το σώμα μας (6 000 έως 8 000 Bq) και από το περιβάλλον μας: από τη γη που περιέχει ουράνιο (650 000 Bq ανά κυβικό μέτρο χώματος), από τον αέρα που περιέχει ραδόνιο, από τον ουρανό λόγω κοσμικής ακτινοβολίας και από προϊόντα τόσο οικεία όπως το νερό της θάλασσας (10 Bq/λίτρο) ή το γάλα (50 Bq/λίτρο).

4.1.4

Οι συνέπειες των ιονιζουσών ακτινοβολιών υπολογίζονται με την «απορροφούμενη δόση», τη μονάδα gray (που αντιστοιχεί στην απορρόφηση 1 joule ανά χιλιόγραμμο ιστού) και με την «αποτελεσματική δόση», τη μονάδα sievert (που αθροίζει τις απορροφούμενες δόσεις για κάθε όργανο, με συντελεστές στους οποίους λαμβάνονται υπόψη η φύση της ακτινοβολίας (λιγότερο ή περισσότερο επικίνδυνη) και η φύση του ιστού (λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητος).

4.1.5

Εκφρασμένη σε αποτελεσματική δόση η φυσική και ιατρική ακτινοβολία (σε ποσοστό 30 %) για ένα άτομο που ζει στο Παρίσι ή στις Βρυξέλλες είναι περίπου 2,5 mSv/έτος (χιλιοστό της μονάδας sievert κατ' έτος). Φτάνει τις 5 mSv/έτος περίπου στις γρανιτώδεις περιοχές όπως το Massif Central στη Γαλλία και ξεπερνά τις 20 mSv/έτος σε ορισμένες περιοχές της γης (Ιράν, Kerala)· η ακτινοβολία που συνδέεται με την πυρηνική βιομηχανία αποτελεί για ένα ευρωπαίο περίπου 0,015 μSv/έτος.

4.1.6

Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει πολύ αποτελεσματικά συστήματα για να επανορθώσει τις βλάβες που προκαλούν οι ιονίζουσες ακτινοβολίες στα χρωμοσώματά του. Τούτο εξηγεί ότι οι ιονίζουσες ακτινοβολίες που χορηγούνται σε χαμηλές δόσεις δεν είναι καρκινογόνες (τούτο δεν έχει αποδειχτεί) και ότι δεν παρατηρούνται περισσότεροι καρκίνοι από αλλού στις περιοχές του κόσμου όπου η φυσική ακτινοβολία φτάνει τα 20 mSv/έτος.

4.1.7

Οι ιονίζουσες ακτινοβολίες έχουν δύο ειδών συνέπειες:

4.1.7.1

«Αιτιοκρατικές συνέπειες» ή «μη τυχαίες» πέρα από τα 700 mSv. Επειδή εμφανίζονται σε συγκεκριμένα ανώτατα όρια, είναι εύκολη η προστασία όταν η έκθεση γίνεται κάτω από τα ανώτατα αυτά όρια με περιθώρια προφύλαξης.

4.1.7.2

«Τυχαίες» συνέπειες και είναι δύο ειδών: αρχικά η πρόκληση καρκίνου η πιθανότητα του οποίου αυξάνεται με τη δόση. Έχουν αποδειχθεί παρόμοιες συνέπειες μόνο όταν η δόση είναι πάνω από 100-200 mSv σε ενηλίκους και 50-100 mSv σε παιδιά. Ο δεύτερος τύπος τυχαίας συνέπειας είναι η εμφάνιση κληρονομικών συγγενών ανωμαλιών. Η συνέπεια αυτή που έχει διαπιστωθεί στα ποντίκια δεν έχει ποτέ αποδειχτεί επιστημονικά στον άνθρωπο, και ιδιαίτερα, ούτε στους κατοίκους της Hiroshima-Nagasaki, ούτε στους κατοίκους του Tchernobyl.   4.2

Πολιτική για την προστασία από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες

4.2.1

Η πολιτική για την προστασία από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες προκύπτει από μία διαδοχή φάσεων στις οποίες παρεμβαίνουν διάφορες εθνικές και διεθνείς αρχές.

4.2.2

Στην αρχική φάση υπάρχει η UNSCEAR (10) (Αρχή του ΟΗΕ, τα μέλη της οποίας ορίζονται από τις κυβερνήσεις) και κυρίως η CIPR (Διεθνής Επιτροπή Προστασίας από τις Ακτινοβολίες, ανεξάρτητη διεθνής οργάνωση τα μέλη της οποίας επιλέγονται) που αναλύουν τα επιστημονικά δεδομένα και εκπονούν συστάσεις με τη μορφή εκθέσεων. Για παράδειγμα η έκθεση CIPR 73 αφορά τις ακτινοβολήσεις ιατρικών μεθόδων.

Κατόπιν παρεμβαίνει (στην Ευρώπη) η Ευρωπαϊκή Κοινότητα που προσαρμόζει τα κείμενα της CIPR με τη μορφή συστάσεων ή οδηγιών. Για παράδειγμα από την CIPR 73 προέκυψε η οδηγία Euratom 97/43, σχετικά με την προστασία της υγείας από τους κινδύνους κατά την έκθεση στην ιονίζουσα ακτινοβολία για ιατρικούς λόγους.

Τέλος, τα κράτη μέλη μεταφέρουν τις ευρωπαϊκές συστάσεις ή τις οδηγίες στην εθνική τους νομοθεσία.

4.2.3

Οι βασικοί κανόνες (11) για την προστασία του κοινού από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες είναι πολύ αυστηροί και επιβάλλουν ένα συμπληρωματικό όριο έκθεσης, που οφείλεται σε πυρηνική βιομηχανική δραστηριότητα, σε 1 mSv το έτος κατ' άτομο. Αυτό το ανώτατο ρυθμιστικό όριο, που δεν συνδέεται με τους αριθμούς που αναφέρονται στο κεφάλαιο για τις βιολογικές συνέπειες, καθορίστηκε κυρίως σε συνάρτηση με τις τεχνικές δυνατότητες της πυρηνικής βιομηχανίας.

4.2.4

Οι βασικοί κανόνες για την προστασία των εργαζομένων της πυρηνικής βιομηχανίας ορίζουν τα όρια των λαμβανόμενων δόσεων σε 100 mSv για πέντε συνεχή έτη δηλαδή έναν μέσο όρο 20 mSv, υπό τον όρο ότι η δόση δεν υπερβαίνει τα 50 mSv κατά τη διάρκεια ενός μόνον έτους.

4.2.5

Οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν πυρηνική ενέργεια έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο· αναφέρεται η σημαντικότερη σε αριθμό εγκαταστάσεων στην ΕΕ, της οποίας οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε ακτινοβολία είδαν να μειώνονται οι ετήσιες δόσεις από 4,6 mSv το 1992 σε 2,03 mSv το 2002.

4.2.6

Τα αποτελέσματα αυτά επιτεύχθηκαν λόγω της οργάνωσης των επεμβάσεων σε ζώνες έκθεσης αφού προηγουμένως ελήφθησαν απαντήσεις σε θέματα αιτιολόγησης, βελτιστοποίησης και περιορισμού. Για να υλοποιηθούν σε βιομηχανικό επίπεδο αυτές οι τρεις αρχές, αναλήφθηκε από όλους τους φορείς εκμετάλλευσης των εγκαταστάσεων η πρωτοβουλία «ALARA» (as low as reasonably achievable).   4.3

Η αρχή της οργάνωσης της ασφάλειας

4.3.1

Η πυρηνική ασφάλεια βασίζεται σε ένα σύνολο διατάξεων που αφορούν τη σύλληψη, την κατασκευή, τη λειτουργία, τον παροπλισμό και την διάλυση των πυρηνικών εγκαταστάσεων καθώς και τη μεταφορά των ραδιενεργών αποβλήτων.

4.3.2

Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην πρόληψη των ατυχημάτων και στον περιορισμό των συνεπειών τους, βασίζονται δε στην έννοια της «ουσιαστικής ασφάλειας» που συνίσταται στην συστηματική εφαρμογή πολλών κατευθύνσεων ασφάλειας:

στην πρόληψη για την αποφυγή δυσλειτουργίας· πρόκειται κυρίως για την τήρηση των προδιαγραφών λειτουργίας·

στην εποπτεία (ή την ανίχνευση) με στόχο την πρόληψη δυσλειτουργίας μέσω δοκιμών ή ελέγχων· η εν λόγω εποπτεία μπορεί να πραγματοποιηθεί με την μορφή περιοδικών δοκιμών του εξοπλισμού που είναι απαραίτητος για την ασφάλεια·

στα μέσα δράσης ή επεξεργασίας που επιτρέπουν τον περιορισμό των συνεπειών μιας δυσλειτουργίας και συμβάλουν στην μη επανάληψή της·

στην πραγματοποίηση συστηματικής ανάλυσης των γεγονότων εκμετάλλευσης που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιδείνωση της κατάστασης·

διακρίνονται οι ακόλουθες διατάξεις:

υλικές: όσον αφορά το σχεδιασμό και την αξιοπιστία των εγκαταστάσεων·

οργανωτικές: κατά την εργασία, το σύστημα «ποιότητα» βασίζεται στον σαφή καθορισμό των ευθυνών κάθε φορέα, στους συνεχείς ελέγχους και στη διάθεση των κατάλληλων πόρων όταν το απαιτεί η κατάσταση κυρίως για τη διαχείριση κρίσεων·

και ανθρώπινες ώστε να εξασφαλιστεί ότι η δράση των ανθρώπων βασίζεται στην ειδικευμένη κατάρτιση όσον αφορά το επάγγελμά τους και την υπευθυνότητά τους, και στο αίσθημα ασφάλειας που παροτρύνει κάθε φορέα να είναι να είναι αυστηρός και άγρυπνος.   4.4

Η ευθύνη και ο έλεγχος της ασφάλειας

4.4.1

Η πυρηνική ασφάλεια είναι ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης που ενεργεί υπό τον έλεγχο – και σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζουν οι εθνικές αρχές για την ασφάλεια. Διεθνείς ανταλλαγές μεταξύ των εθνικών αρχών ασφάλειας και των φορέων εκμετάλλευσης πυρηνικών εγκαταστάσεων καταλήγουν σε τακτικές δημοσιεύσεις των αντιπροσωπευτικών δεικτών της ποιότητας της εκμετάλλευσης. Πραγματοποιούνται τακτικές ανταλλαγές μέσω διεθνών επιθεωρήσεων (όπως της OSART —Επιχειρησιακή Ομάδα Ελέγχου της Ασφάλειας— υπό την αιγίδα της AIEA —Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας— ή της «Peer Review» (μηχανισμός ομότιμων κριτών) —υπό την αιγίδα της WANO— Παγκόσμια Ένωση των Φορέων εκμετάλλευσης πυρηνικής ενέργειας) κατά τη διάρκεια των οποίων ομάδα διεθνών εμπειρογνωμόνων επισκέπτεται μία εγκατάσταση.

4.4.2

Οι δείκτες αυτοί δείχνουν συνεχή βελτίωση της απόδοσης των πυρηνικών μονάδων της ΕΕ και κυρίως τη μείωση του αριθμού «σημαντικών συμβάντων» (επίπεδο 1 της κλίμακας INES —Διεθνής κλίμακα πυρηνικών συμβάντων— που έχει 7) και τη μείωση των ραδιενεργών αποβλήτων στο περιβάλλον.

4.4.3

Πρόσφατα η Επιτροπή στο έγγραφο της COM(2003)32 καθόρισε μία λειτουργία κοινοτικής επαλήθευσης για την αποτελεσματικότητα των εθνικών μηχανισμών ελέγχου της πυρηνικής ασφάλειας. Με την ευκαιρία αυτή, η ΕΟΚΕ υπενθύμισε ότι σε αυτόν τον τομέα οι ευρωπαϊκές οδηγίες σχετικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων και τις αντίστοιχες διαδικασίες ελέγχου πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να θίγεται η ακεραιότητα των καθηκόντων και των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων των εθνικών αρχών και ότι οι φορείς εκμετάλλευσης πυρηνικών εγκαταστάσεων φέρουν την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για την ασφαλή λειτουργία τους. Το τελευταίο αίτημα βασίζεται στην αρχή «Ο ρυπαίνων πληρώνει» στην οποία η ΕΟΚΕ αποδίδει μεγάλη σημασία.

5.   ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

5.1

Η παραγωγή ηλεκτρισμού από την πυρηνική ενέργεια χαρακτηρίζεται από το πολύ υψηλό κόστος σε κεφάλαια επενδύσεων και από ένα χαμηλό και σταθερό κόστος ανάλογα με την λειτουργία. Επισημαίνεται ότι 362 πυρηνικές εγκαταστάσεις παράγουν ηλεκτρική ενέργεια στις χώρες του ΟΟΣΑ και ότι είναι γενικά ανταγωνιστικές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είτε είναι απορυθμισμένη είτε όχι.

5.2

Η ανταγωνιστικότητα του πυρηνικού τομέα μακροπρόθεσμα εξαρτάται από τις υποθέσεις που γίνονται για τις ανταγωνιστικές μορφές ενέργειας και ιδίως για το φυσικό αέριο που φαίνεται σήμερα ότι αποτελεί σημείο αναφοράς, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών για μείωση των εκπομπών CO2. Είναι σημαντικό πλεονέκτημα για την πυρηνική ενέργεια να έχει σταθερή τιμή, και επί πλέον ανταγωνιστική, την στιγμή κατά την οποία η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αρχίζει να έχει διακυμάνσεις των τιμών προς τα άνω όταν η ισορροπία προσφοράς-ζήτησης διαταράσσεται (τούτο κατέδειξε το δίκτυο Nordel κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2002-2003).

5.3

Η ανταγωνιστικότητα της πυρηνικής ενέργειας εξαρτάται αρχικά από το κόστος των επενδύσεων. Για ένα ποσοστό οικονομικής απόδοσης 5 %, η πυρηνική ενέργεια είναι σαφώς ανταγωνιστική σε περισσότερες από το ένα τέταρτο των χωρών του ΟΟΣΑ που το 1998 έδωσε τα στοιχεία των μελετών τους για επενδύσεις παραγωγής ηλεκτρισμού έως το 2005. Για ποσοστό πλέον του 10 % δεν είναι πλέον ανταγωνιστική.

5.4

Τα αποτελέσματα όμως της μελέτης που δημοσιεύτηκε το 1998 βασίζονται σε υποθέσεις της AIE (Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας) για την τιμή του φυσικού αερίου κατά τα επόμενα 25 έτη δηλαδή σε επίπεδο κατώτερο του 2000 και λιγότερο από το ήμισυ της τιμής του 1980, σε πραγματική αξία. Κατά τη διάρκεια ζωής μιας πυρηνικής εγκατάστασης (40 έως 60 έτη ) είναι απίθανο να μην αυξηθεί η τιμή του φυσικού αερίου.

5.5

Το κύριο θέμα έγκειται στην ανάληψη οικονομικού κινδύνου από έναν φορέα που επενδύει στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε μία έντονα ανταγωνιστική αγορά. Τούτο οδηγεί τους βιομηχάνους του πυρηνικού τομέα να θέσουν εκ νέου το ερώτημα του μεγέθους των μονάδων παραγωγής. Μέχρι σήμερα επικρατούσε η τάση αύξησης του μεγέθους προκειμένου να πραγματοποιηθούν σημαντικές οικονομίες κλίμακος. Τώρα πρέπει να δοκιμαστούν σχέδια που ανταποκρίνονται σε μικρότερες ανάγκες παραγωγής ανά μονάδα λόγω των νέων χαρακτηριστικών της αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας. Για χώρες όπως η Φινλανδία, η Γαλλία και η Ιαπωνία η πυρηνική ενέργεια αποτελεί πάντα την οικονομικότερη μορφή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

5.6

Οι κατασκευαστές πυρηνικών εγκαταστάσεων (AREVA-Framatome και BNFL/Westinghouse) δηλώνουν μείωση του κόστους για τους αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος που εκτιμώνται σήμερα στο 25 % της τιμής των αντιδραστήρων που λειτουργούν σήμερα. Η πραγματική δοκιμή είναι η διαβούλευση που θα πραγματοποιήσει η TVO στη Φινλανδία εφόσον η επιχείρηση αυτή έλαβε τη σύμφωνη γνώμη όλων για να επενδύσει σε μία νέα μονάδα πυρηνοηλεκτρικής παραγωγής.

5.7

Για τις μελέτες GIF (Generation IV International Forum) επιδιώκεται μείωση κατά 50 % του κόστους σε κεφάλαιο καθώς και μείωση της διάρκειας της κατασκευής ούτως ώστε ο βαθμός οικονομικού κινδύνου να είναι παρόμοιος με το βαθμό κινδύνου των άλλων ανταγωνιστικών εγκαταστάσεων.

5.8

Πιο μακροπρόθεσμα, η ανταγωνιστικότητα της πυρηνικής ενέργειας θα εξαρτηθεί και από την τιμή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι τελευταίες χρησιμοποιούνται κατά διαστήματα και απαιτούν συνεπώς συμπληρωματικές εγκαταστάσεις παραγωγής ή αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας πράγμα που καθιστά ακόμη υψηλότερο το κόστος τους εάν δεν σημειωθεί σημαντική πρόοδος.

5.9

Επισημαίνεται ότι στην τιμή του ηλεκτρισμού που παράγεται από πυρηνική ενέργεια περιλαμβάνεται το κόστος επεξεργασίας των αποβλήτων και διάλυσης των εγκαταστάσεων, το οποίο υπολογίζεται στο 15 % του αρχικού κόστους των εγκαταστάσεων.

5.10

Από τα στοιχεία που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των επιλογών και στη λήψη των αποφάσεων, πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι σήμερα, στην ΕΕ οι πυρηνικές βιομηχανίες του πολιτικού τομέα απασχολούν 400 000 εργαζόμενους σε καθήκοντα γενικά υψηλού επιπέδου.

5.11

Αν και δεν πρόκειται για την οικονομική πρόκληση αυτή καθ' εαυτή, το θέμα της άσκησης πίεσης για τη μείωση των δαπανών που συνεπάγεται γενικά η ελευθερωμένη ανταγωνιστική αγορά και οι συνέπειές της στις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την βελτίωση της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και για την ασφάλεια των εργαζομένων και των κατοίκων ενδέχεται να τεθεί. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει ειδικότερα το θέμα αυτό στο πλαίσιο των διατάξεων που προτείνει σχετικά με την ασφάλεια.

6.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

6.1

Με βάση τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από τις υπάρχουσες δημοσιεύσεις της ΕΕ και των ειδικών οργανισμών, κατά τη διάρκεια ακροάσεων των εμπειρογνωμόνων, των βιομηχάνων, δεδομένα που περιλαμβάνονται στην παρούσα γνωμοδότηση και στα παραρτήματά της, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι πρέπει να τονιστούν ιδιαιτέρως τα σημεία που ακολουθούν προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα των προκλήσεων του πυρηνικού τομέα για την παραγωγή ηλεκτρισμού.

6.2

Η πυρηνική ενέργεια παράγει ένα σημαντικό ποσοστό ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ (35 %) και αποτελεί το 15 % της αναλωθείσας πρωτογενούς ενέργειας. Συμβάλλει σημαντικά στην ασφάλεια του εφοδιασμού και στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ένωσης.

6.3

Με τη χρήση της αποφεύγονται 300 έως 500 Mt εκπομπών CO2 και συμπληρώνεται συνεπώς το οπλοστάσιο των λύσεων που θα επιτρέψουν την τήρηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στο Κυότο.

6.4

Η πυρηνική ενέργεια διασφαλίζει σταθερές τιμές παραγωγής και συμβάλλει συνεπώς στη σταθερότητα των τιμών στην Ένωση και εξαλείφει για τους οικονομικούς φορείς έναν παράγοντα αβεβαιότητας όσον αφορά τις προοπτικές τους για ανάπτυξη.

6.5

Οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, η ανάπτυξη των οποίων είναι επιθυμητή και ενθαρρύνεται από την Ένωση (βλ. οδηγία 2001-77 ΕΚ), δεν μπορούν, με τη λήξη της διάρκειας ζωής των υφιστάμενων πυρηνικών εγκαταστάσεων, ούτε να τις αντικαταστήσουν ούτε να ανταποκριθούν στην αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Για παράδειγμα, η αιολική ενέργεια παρουσιάζει συγκριτικά χαμηλή και συνήθως απρόβλεπτη διαθεσιμότητα από 2 000 έως 2 500 ώρες το έτος.

6.6

Ο έλεγχος της ζήτησης ενέργειας πρέπει να συμβάλει στην μείωση της ενεργειακής έντασης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (οικονομία και ιδιωτικός τομέας) αλλά δεν αποτελεί σημαντικό επιχείρημα για την παύση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας διότι λόγω της ποσότητας θα πρέπει να αφορά πρωταρχικά χρήσεις πέραν του ηλεκτρισμού όπως οι μεταφορές για παράδειγμα.

6.7

Τα θέματα που θέτει η πυρηνική ενέργεια είναι η ασφάλεια, η προστασία από τις συνέπειες ιονιζουσών ακτινοβολιών και τα απόβλητα χρησιμοποιημένων καυσίμων. Τα δύο πρώτα έχουν ήδη αντιμετωπισθεί από τεχνική και νομοθετική άποψη που θα βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου. Η εξέλιξη των εξωγενών κινδύνων που πρέπει να αντιμετωπίσουν η κοινωνία και οι βιομηχανίες στο σύνολό τους πρέπει να ληφθούν υπόψη από τις δημόσιες αρχές και τη βιομηχανία κατά τη χάραξη των πολιτικών τους για την ασφάλεια και την προστασία.

6.8

Ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ σημειώνουν πρόοδο στην αντιμετώπιση του θέματος των αποβλήτων. Δύο χώρες (Φινλανδία και Σουηδία) έχουν επιλέξει τη λύση αλλά και τον χώρο· άλλες χώρες (Γαλλία και Ισπανία) έχουν επιλέξει λύσεις για τα προϊόντα χαμηλής ραδιενέργειας και συνεχίζουν τις έρευνες για τα προϊόντα υψηλής ραδιενέργειας· η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της Συνθήκης Ευρατόμ έχει αναλάβει δράση για την επιτάχυνση της διαδικασίας. Στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί ήδη εργοστάσιο επεξεργασίας προϊόντων υψηλής ραδιενέργειας. Η αποθήκευση είναι μία πραγματικότητα και το γεγονός ότι άλλες έρευνες συνεχίζονται δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απουσία λύσεως.

6.9

Όσον αφορά τα σημεία της γνωμοδότησης και τα συμπεράσματα που προηγούνται, η ΕΟΚΕ κρίνει, όπως αναφέρεται και στην Πράσινη Βίβλο, ότι η πυρηνική ενέργεια μπορεί να αποτελέσει ένα από τα στοιχεία μίας ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ που να είναι διαφοροποιημένη, εξισορροπημένη, οικονομική και βιώσιμη. Λόγω των ερωτημάτων που δημιουργεί, δεν πρέπει να θέσουμε όλες μας τις ελπίδες σε αυτή, όμως η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η μερική ή ολική εγκατάλειψή της θα μειώσει τις ευκαιρίες να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της ΕΕ έναντι του θέματος των αλλαγών του κλίματος.

6.10

Η ΕΟΚΕ προτείνει, μετά την παρούσα γνωμοδότηση, να καταβληθούν προσπάθειες ενημέρωσης για τις πραγματικές προκλήσεις της πυρηνικής βιομηχανίας: ασφάλεια εφοδιασμού, μη εκπομπές του CO2, ανταγωνιστικές τιμές, ασφάλεια και διαχείριση των χρησιμοποιούμενων καυσίμων ούτως ώστε η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών να μπορέσει να αναλύσει με κριτικό πνεύμα το περιεχόμενο των συζητήσεων που της προτείνονται για τα θέματα αυτά.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό με αναφορά ισοδύναμης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο. Στην πραγματικότητα, εάν η αναφορά αποτελεί το ενεργειακό μείγμα της δεκαετίας που πέρασε πρόκειται για 500 εκατομ. τόνους CO2 που αποφεύχθηκαν λόγω της πυρηνικής ενέργειας κάθε χρόνο.

(2)  Economic Evaluation of Sectoral Emission Reduction Objectives for Climate Change, Bottom-up Reports, Energy, Ευρωπαϊκή Επιτροπή-Περιβάλλον, Μάρτιος 2001.

(3)  Βλ. υποσημείωση 2.

(4)  The Shared Analysis Project, Economic Foundations for Energy Policy — ΓΔ-Ενέργεια.

(5)  Απόσπασμα από το COM(2003) 32 τελικό — CNS 2003/0022, Εισαγωγή, σημείο 5.

(6)  The European energy outlook to 2010 and 2030, Π. Κάπρος και Λ. Μάντζος, 2000.

(7)  World energy, technology and climate policy outlook 2030 —WETO— ΓΔ Ενέργεια και Έρευνα, 2003.

(8)  Πρόσφατα στοιχεία που παρέχει η Επιτροπή αναφέρουν 1 650 Mtep το 2000 και 1 968 Mtep το 2003 για την ΕΕ των 25.

(9)  Τα στοιχεία που ακολουθούν ανταποκρίνονται κυρίως στους πρωταρχικούς άξονες έρευνας που προσδιορίζονται στο ειδικό πρόγραμμα έρευνας στον πυρηνικό τομέα, και θα καλυφθούν από το 6ο πρόγραμμα ΕΤΑ EURATOM.

(10)  Επιστημονική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη μελέτη των Επιπτώσεων των Ατομικών Ακτινοβολιών.

(11)  Μία ευρωπαϊκή οδηγία στο πλαίσιο της Συνθήκης Euratom (οδηγία 96/29) 31ης Μαΐου 1996 καθορίζει τους βασικούς κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Οι ακόλουθες τροπολογίες, που έλαβαν τουλάχιστον το ένα τέταρτο των ψήφων, απορρίφθηκαν κατά τη συζήτηση.

Εισαγωγή

Να τροποποιηθεί η 6η παράγραφος κατά τον ακόλουθο τρόπο:

«Πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της ασφάλειας των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια των νέων χωρών της ΕΕ και όσων προσχωρήσουν αργότερα, υπήρξε από το 1992 αντικείμενο ανάλυσης, προγραμμάτων αναβάθμισης με αποφάσεις για την παύση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων, την προσαρμογή τους και οργάνωσή τους, την κατάρτιση για τη ασφάλεια όταν ήταν απαραίτητο. Προκειμένου να διατηρηθεί, και μάλιστα να βελτιωθεί, το επίπεδο ασφάλειας σε συμφωνία με τις υψηλότερες προδιαγραφές επιβάλλεται διαρκής επαγρύπνηση εκ μέρους των φορέων εκμετάλλευσης και των Άρχών Ασφαλείας των ενδιαφερομένων κρατών μελών. Είναι αναμφισβήτητο ότι, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις 11-9-2001, το θέμα της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων έχει προσλάβει νέες διαστάσεις.»

Αιτιολογία

Η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν πρέπει να διατηρηθεί στα σημερινά επίπεδα αλλά να βελτιωθεί, αν είναι ανάγκη. Οπωσδήποτε, οι εγκαταστάσεις πρέπει να είναι προστατευμένες για την περίπτωση πτώσης αεροσκάφους επάνω τους.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 34, Ψήφοι κατά: 60, Αποχές: 8

Σημείο 1.1.3

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«33 από τις 192 χώρες του κόσμου παράγουν ηλεκτρική ενέργεια πυρηνικής προέλευσης. Σε 18 από αυτές δεν κατασκευάζονται πλέον εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια. Το 2002, το ποσοστό συμμετοχής του πυρηνικού τομέα στη συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ήταν από 80 % στη Λιθουανία και 77 % στη Γαλλία έως 1,4 % στην Κίνα. Η κατασκευή Ο σχεδιασμός ή εν μέρει η κατασκευή 32 νέων αντιδραστήρων ισχύος συνεχίστηκε και δείχνει ότι, παρά τους κινδύνους που συνεπάγεται από πολιτική άποψη αλλά και σε σχέση με την ασφάλεια, ο πυρηνικός τομέας αποτελεί σε παγκόσμια κλίμακα έναν αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα έξω από την ΕΕ και μάλιστα κατά ένα μέρος σε χώρες στις οποίες δεν μπορεί να αποκλειστεί η χρήση σχάσιμου υλικού για στρατιωτικούς σκοπούς., πράγμα που η ΕΕ πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της όσον αφορά την ενέργεια και τη βιομηχανία. Στο εσωτερικό της ΕΕ, Από τότε που ανατέθηκε στην Ευρώπη η τελευταία εντολή για την κατασκευή εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια, το 1985, η κυβέρνηση της στη Φινλανδίας γνωστοποίησε στην εταιρεία TVO, έλαβε τον Ιανουάριο του 2002, ότι ήταν διατεθειμένη να εγκρίνει από την κυβέρνηση μία κατ' αρχήν έγκριση για την κατασκευή ενός πέμπτου πυρηνικού αντιδραστήρα πράξη η οποία επικυρώθηκε από το κοινοβούλιο τον Μάιο του 2002. Όμως, μέχρι στιγμής δεν έχει υποβληθεί επισήμως αίτηση κατασκευής.

Αιτιολογία

Το κείμενο προξενεί την εντύπωση ότι σε όλο τον κόσμο ( δηλαδή και στην Ευρώπη) εξακολουθεί να υπάρχει πάντα μεγάλη ζήτηση για την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια. Αυτό όμως δεν ισχύει. Ένα μέρος των αναφερομένων «υπό κατασκευή» εγκαταστάσεων παραμένει καθηλωμένο εδώ και χρόνια. H τελευταία αίτηση για την ανέγερση νέων εγκαταστάσεων στην Ευρώπη κατατέθηκε περίπου πριν από είκοσι χρόνια.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 30, Ψήφοι κατά: 58, Αποχές: 9

Σημείο 1.1.4

Μετά το σημείο 1.1.3, να προστεθεί το ακόλουθο, νέο σημείο 1.1.4:

«Στην Ευρωπαϊκή Ένωση (15) υπάρχουν σήμερα 147 αντιδραστήρες που προσφέρουν ρεύμα σε 8 κράτη μέλη. Η Πορτογαλία, η Ελλάδα, Ιταλία (από το 1987), η Αυστρία ( δημοψήφισμα του 1978), το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία έχουν aπoρρίψει παντελώς τη χρήση πυρηνικής ενέργειας. Στις Κάτω Χώρες εξακολουθεί να λειτουργεί ένας αντιδραστήρας, αφού έκλεισε ο δεύτερος 1997. Η Ισπανία (9 αντιδραστήρες), όπως και το Βέλγιο (βλ. σημείο 1.1.5) ελήφθη η απόφαση να πάψει η χρήση πυρηνικής ενέργειας, στη Μεγάλη Βρετανία (35 αντιδραστήρες) ο κλάδος παραγωγής πυρηνικής ενέργειας αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και για να επιβιώσει χρειάζεται ενισχύσεις που προέρχονται από τα τέλη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άλλες πηγές.»

Αιτιολογία

Εάν πρόκειται να περιγραφεί η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η περιγραφή θα πρέπει να είναι πλήρης.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 36, Ψήφοι κατά: 55, Αποχές: 8

Σημείο 1.1.11

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Η κατάσταση στην ΕΕ των 15 χαρακτηρίζεται από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας 855,6 TWh το 2002, δηλαδή το 35 % της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Το ποσοστό αυτό δεν θα μεταβληθεί αισθητά με την διεύρυνση όταν οι δέκα νέες χώρες θα ενταχθούν στην ΕΕ το 2004. Έτσι η πυρηνική ενέργεια είναι η σημαντικότερη σήμερα σημαντική πηγή παραγωγής ηλεκτρισμού και με το ποσοστό της (15 %) σε πρωτογενή ενέργεια που καταναλώνεται στην ΕΕ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης. Αυτό ισχύει όμως μόνο για το διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να προσδιοριστεί, για το οποίο λειτουργούν οι σημερινοί αντιδραστήρες. Εφόσον υπάρχει πρόθεση να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα το μερίδιο αυτό, εκτός άλλων, επειδή θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να υποκατασταθεί με την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας, τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κ.λπ., θα ήταν απαραίτητο να κατασκευαστεί ένας ισοδύναμος αριθμός νέων πυρηνικών αντιδραστήρων. Κατά πόσον η κατασκευή, κατ' εκτίμηση, 100 νέων πυρηνικών αντιδραστήρων είναι κοινωνικά αποδεκτή είναι ένα ζήτημα που παραμένει εντελώς αδιευκρίνιστο.«

Αιτιολογία

Με μερίδιο 35 %, η πυρηνική ενέργεια είναι μια σημαντική πηγή ενέργειας, όχι όμως και η σημαντικότερη. Εφόσον στην παρούσα γνωμοδότηση δεν υπάρχει χώρος για συζητήσεις περί ενεργειακής πολιτικής, θα πρέπει τουλάχιστον να διασαφηνιστεί ότι υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωσή ένα ερώτημα αποφασιστικής σημασίας στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση: Θα είναι εφικτή η κατασκευή ( πολλών ) νέων πυρηνικών αντιδραστήρων; Η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να παρακάμψει το ερώτημα αυτό.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 36, Ψήφοι κατά: 65, Αποχές: 8

Σημείο 1.2.9

Να τροποποιηθεί η Τρίτη περίπτωση κατά τον ακόλουθο τρόπο:

«Τέλος, η μη χρήση της πυρηνικής ενέργειας θα προκαλέσει ετησίως ένα “θετικό κενό” 300 Mt εκπομπών CO2 του τομέα ενέργειας. Η ποσότητα αυτή μειώνεται όμως στο βαθμό που, αφενός, για την κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας θα περάσει μεγάλο διάστημα και, αφετέρου, θα δημιουργηθούν νέες και αυξημένες δυνατότητες παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και θα ενισχυθούν τα μέτρα για την αύξηση της αποδοτικότητας»

Αιτιολογία

Η αναφερόμενη ποσότητα εκπομπών αφορά μια συγκεκριμένη στιγμή και δεν επιτρέπει να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα για το μέλλον, επειδή τα δεδομένα εξαρτώνται από την εξέλιξη που θα προκύψει όσον αφορά τις ενεργειακές ανάγκες, την ενεργειακή ένταση και τις δυνατότητες παραγωγής.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 32, Ψήφοι κατά: 66, Αποχές: 9

Σημείο 1.3.3

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Λόγω της προβληματικής των επικίνδυνων συστατικών τους, αναζητούνται ακόμη οριστικές τεχνικές λύσεις για την επεξεργασία, την αποθήκευση και την οριστική απόθεση Για τη διαχείριση των αποβλήτων αυτών, υπάρχουν ήδη γνωστές λύσεις. Για τα βραχύβια και χαμηλής ραδιενέργειας απόβλητα, μία από τις αποδεκτές λύσεις είναι η αποθήκευση στην επιφάνεια η οποία έχει ήδη επίσημα αποφασιστεί και εφαρμόζεται σε ορισμένα κράτη μέλη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουν ήδη βρεθεί ασφαλείς λύσεις. Για τα μακρόβια ή υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα, η αποθήκευση σε βαθείς γεωλογικούς σχηματισμούς αναγνωρίζεται διεθνώς από τους ειδικούς ως η τεχνική λύση αναφοράς, αλλά περιμένοντας τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να λάβουν δημοκρατικά την απόφαση για την επιλογή διαχείρισης, η αποθήκευση στην επιφάνεια αποτελεί τη λύση αναμονής. Ωστόσο, η ΕΕ δεν διαθέτει ούτε εγκαταστάσεις οριστικής αποθήκευσης ούτε τις απαραίτητες, μακροχρόνιες εμπειρίες στο χώρο αυτό. Διευκρινίζεται ότι για τα προϊόντα αυτά η επεξεργασία και η αποθήκευση στην επιφάνεια πρέπει να ανταποκρίνονται στις θεμιτές απαιτήσεις ασφάλειας και ότι αυτή η προσωρινή λύση εφαρμόζεται εν αναμονή της εφαρμογής οριστικών λύσεων. Η “δέσμη μέτρων για την πυρηνική ασφάλεια” που προτείνει η Επιτροπή στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΥΡΑΤΟΜ αποσκοπεί στην επιτάχυνση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων για την αποθήκευση σε γεωλογικούς σχηματισμούς. Είναι σαφές ότι τα κριτήρια που πρέπει να πληροί η εγκατάσταση οριστικής αποθήκευσης, για να είναι ασφαλής για ένα εκατομμύριο χρόνια, είναι πάρα πολύ αυστηρά. Οι δαπάνες για την οριστική αποθήκευση πρέπει να συνεκτιμώνται στο κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού.»

Αιτιολογία

Ο ισχυρισμός ότι υπάρχουν ήδη πρακτικά εφαρμόσιμες λύσεις για όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με την (οριστική) αποθήκευση είναι απλώς εσφαλμένος.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 34, Ψήφοι κατά: 68, Αποχές: 7

Σημείο 2.1

Να συμπληρωθεί με τον ακόλουθο τρόπο:

«Η πρόταση μακροπρόθεσμων προοπτικών για την εξέλιξη της κατανάλωσης ενέργειας … οι συνέπειες της κατανάλωσης ενέργειας στο περιβάλλον και στο κλίμα.

Κυκλοφορούν διάφορα σενάρια — μελέτες, όπου γίνεται μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί η μελλοντική εξέλιξη που θα υπάρξει στο χώρο του ενεργειακού εφοδιασμού και που θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν τις εναλλακτικές δυνατότητες που θα συμβάλουν στη διεξαγωγή κοινωνικής συζήτησης, με απώτερο στόχο τη διατύπωση συναινετικής πρότασης για το θέμα του εφοδιασμού. Ωστόσο, στα πλαίσια αυτά θα καταστούν σαφείς οι βάσεις στις οποίες πρέπει να στηρίζεται απαραιτήτως μια παρόμοια αντίληψη του θέματος της ενέργειας.»

Αιτιολογία

Αυτονόητη. Στο σημείο αυτό, η παρέμβαση είναι χρήσιμη για την κατάταξη των μελετών που εξετάζονται εμπεριστατωμένα στη συνέχεια.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 32, Ψήφοι κατά: 60, Αποχές: 15

Σημείο 2.3

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η χρησιμοποίηση προτύπων εκτίμησης που βασίζονται σε τάσεις του παρελθόντος, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων των δομών και των τεχνικών προόδων. Οι εν λόγω δύο μελέτες στηρίζονται στην υπόθεση ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, δεν πρόκειται να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στις επενδυτικές αποφάσεις στον τομέα της ενέργειας, ότι για παράδειγμα θα ληφθούν πολιτικές αποφάσεις με τις οποίες θα προκύψει σαφής αύξηση του ποσοστού των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή αύξηση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας πέραν της τάσης που παρατηρείται σήμερα. Εδώ όμως δεν λαμβάνονται υπόψη νέες διαδικασίες οι οποίες έρχονται σε ρήξη με τις μέχρι τούδε εξελίξεις. Ωστόσο τούτο δεν αποτελεί μεγάλο μειονέκτημα εφόσον κανείς δεν μπορεί να προβλέψει σοβαρά τις διακοπές των τάσεων. Κατά συνέπεια θα λάβουμε υπόψη τις μελέτες αυτές ως στοιχεία αξιολόγησης της φύσης των προκλήσεων και όχι ως μελέτες πρόβλεψης.»

Αιτιολογία

Και στις δύο μελέτες που εξετάζονται, πρόκειται στην ουσία για τα επονομαζόμενα σενάρια αναφοράς, στα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη αυτού του είδους οι βιώσιμες τεχνικές και οικονομικές αλλαγές των επενδυτικών ροών. Σε περίπτωση που ληφθούν παρόμοιες αποφάσεις —πράγμα το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί— με βάση τις δυνατότητες που υπάρχουν, θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επισπευσθεί ο περιορισμός της ενεργειακής έντασης. Η άποψη αυτή δεν είναι σε καμιά περίπτωση ουτοπική, αλλά συνάδει με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην παρούσα πρόταση οδηγίας για την ενεργειακή αποδοτικότητα (COM (2003) 739 τελικό, 10.12.2003) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει Τη θέσπιση πολιτικό με πολιτικών μέτρων για την ετήσια σωρευτική αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας, η οποία σήμερα ανέρχεται κατά μέσο όρο στην αγορά σε ποσοστό 1,5 % ετησίως, τουλάχιστον κατά 1 % επιπλέον τα επόμενα χρόνια. Αυτό θα μείωνε σαφώς την κατανάλωση ενέργειας.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 33, Ψήφοι κατά: 64, Αποχές: 10

Σημείο 2.5

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι χωρίς συμπληρωματικές τροποποιήσεις σε σχέση με τις τεχνολογίες και τις ρυθμίσεις του 2000 (του έτους των δύο μελετών) θα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί η σταθεροποίηση των εκπομπών GHG τόσο στο παγκόσμιο επίπεδο όσο και στο επίπεδο της διευρυμένης ΕΕ.

Οι δύο αυτές μελέτες δείχνουν ότι μεταξύ των γνωστών σήμερα τεχνολογικών μέσων, η συμβολή της πυρηνικής ενέργειας στον έλεγχο του κλίματος είναι ίδια με τη συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Εάν εξακολουθήσουν να λειτουργούν οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια, η συμβολή τους στην αντιμετώπιση του προβλήματος της αλλαγής του κλίματος τα επόμενα χρόνια, με βάση την σημερινή εξέλιξη της τεχνολογίας, είναι της ίδιας τάξης με αυτή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

Μακροπρόθεσμα, το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής μπορεί ούτως ή άλλως να λυθεί μόνο με την χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την αύξηση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας, επειδή η βασική ύλη για την παραγωγή ατομικής ενέργειας, το ουράνιο, δεν υπάρχει σε απεριόριστα αποθέματα.«

Αιτιολογία

Ο όρος («εάν εξακολουθήσουν να λειτουργούν») συμβάλλει στο να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, ένα από τα δύο σενάρια που εξετάζονται δεν αναφέρεται στην πυρηνική ενέργεια και μόνο το δεύτερο επιτρέπει την συνέχεια της χρήσης της. Συνεπώς, η πρόταση μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ένα σενάριο (αυτό με την χρήση πυρηνικής ενέργειας), όχι όμως σε δύο, όπως υποτίθεται. Ο κίνδυνος ότι, με τη διακοπή της λειτουργίας, θα αυξηθεί η ποσότητα εκπομπών, μπορεί να αντιμετωπιστεί με την διατήρηση της λειτουργίας των πυρηνικών αντιδραστήρων, αλλά και με την αύξηση των προσπαθειών για την προαγωγή της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της ενεργειακής αποτελεσματικότητας ή με διάφορα άλλα μέτρα. Ωστόσο, δε γίνεται καμιά αναφορά στις λύσεις αυτές.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 29, Ψήφοι κατά: 62, Αποχές: 9

Σημείο 3.3.2

Να τροποποιηθεί ως εξής:

« Η έρευνα στον τομέα της διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων πρέπει να αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί ο πληρέστερος δυνατός απόλυτος έλεγχος των ραδιενεργών αποβλήτων. Δεν υπάρχουν σήμερα απολύτως ασφαλείς βιομηχανικές λύσεις για την οριστική αποθήκευση αποβλήτων χαμηλής ραδιενέργειας καθώς και για την επεξεργασία (υαλοποίηση) και για την αποθήκευση μακρόβιων αποβλήτων ή υψηλής ραδιενέργειας. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ διερωτάται για πόσον καιρό ακόμη η έρευνα στον τομέα αυτό της βιομηχανίας θα συνεχίσει να θεωρείται καθήκον του Δημοσίου και θα χρηματοδοτείται αναλόγως.»

Αιτιολογία

Στο σημείο 3.1.1, ο εισηγητής διευκρινίζει ήδη ότι «Η πυρηνική ενέργεια είναι το δίχως άλλο η πηγή ενέργειας που απαιτεί την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εντατικοποίηση σε θέματα Ε&Α». Πρέπει να τεθεί το ερώτημα για πόσο διάστημα πρέπει να συμμετέχει το Δημόσιο στην έρευνα που διενεργείται στον εν λόγω βιομηχανικό κλάδο, από τη στιγμή μάλιστα που είναι σαφές ότι, λόγω του πεπερασμένου χαρακτήρα των αποθεμάτων ουρανίου, μακροπρόθεσμα η πυρηνική βιομηχανία θα πάψει να υφίσταται.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 29, Ψήφοι κατά: 72, Αποχές: 7

Σημείο 4.1.6

Να διαγραφεί.

Αιτιολογία

Η δήλωση δεν ευσταθεί με αυτή τη γενικευμένη μορφή.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 43, Ψήφοι κατά: 58, Αποχές: 9

Σημείο 4.3.1

Να προστεθεί νέο σημείο 4.3.1

«4.3.1.

Οι μεγαλύτεροι φόβοι του πληθυσμού για την παραγωγή ατομικής ενέργειας υφίστανται για πολλά έτη λόγω των κινδύνων όσον αφορά την ασφάλεια τόσο κατά την κανονική λειτουργία όσο και σε περίπτωση προβλημάτων. Η τρομακτική καταστροφή του Τσερνομπίλ έχει καταδείξει ότι, αφενός, τα ανθρώπινα λάθη δεν μπορούν να αποκλεισθούν πλήρως και, αφετέρου, δεν μπορούν να προβλεφθούν όλα τα ενδεχόμενα όσον αφορά τις τεχνικές πτυχές της ασφάλειας. Το να καταλογισθεί το Τσερνομπίλ ως ανεπάρκεια ενός συγκεκριμένου πολιτικού καθεστώτος είναι πολύ απλό. Το ατύχημα στον πυρηνικό αντιδραστήρα του Harrisburg στις ΗΠΑ αλλά και η ακόμη αδιασαφήνιστη συχνότητα περιπτώσεων λευχαιμίας στην περιφέρεια των γερμανικών πυρηνικών αντιδραστήρων δείχνουν ότι και οι “δυτικοί” αντιδραστήρες πρέπει να αξιολογούνται κριτικά. «

Αιτιολογία

Αυτονόητη

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 32, Ψήφοι κατά: 63, Αποχές: 8

Σημείο 4.3.2

Να προστεθεί νέο σημείο 4.3.2:

«4.3.2.

Ένας νέος, σοβαρός και μέχρι πρόσφατα άγνωστος κίνδυνος της παραγωγής ηλεκτρισμού μέσω της πυρηνικής ενέργειας είναι η απειλή της τρομοκρατίας, τόσο εν δυνάμει όσο και μέσω πολεμικών συγκρούσεων. Η παραγωγή ηλεκτρισμού μέσω πυρηνικής ενέργειας είναι ο μόνος τομέας που μπορεί να έχει καίριο ενδιαφέρον για τους τρομοκράτες. Στην αρχή της χρήσης της ατομικής ενέργειας, αυτή η μορφή κινδύνου υπερέβαινε την φαντασία των μηχανικών και των πολιτικών, όμως οι εποχές έχουν δυστυχώς αλλάξει δραματικά και τούτο δεν πρέπει να παραμεληθεί στη συζήτηση. Είναι αμφίβολο σε ποιο βαθμό μπορούν να αποτραπούν οι σημαντικοί αυτοί κίνδυνοι στα δημοκρατικά μας κράτη δικαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι πολύ πιο μεγάλοι στα πολιτικά ασταθή κράτη.»

Αιτιολογία

Αυτονόητη.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 32, Ψήφοι κατά: 63, Αποχές: 8

Σημείο 5.1

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Η παραγωγή ηλεκτρισμού από την πυρηνική ενέργεια χαρακτηρίζεται από το πολύ υψηλό κόστος σε κεφάλαια επενδύσεων και από ένα χαμηλό και σταθερό κόστος ανάλογα με την λειτουργία. Τούτο οφείλεται μεταξύ άλλων στις υψηλές ενισχύσεις/ επιδοτήσεις, στην τεχνολογία που έχει αποσβεσθεί, στα αφορολόγητα κεφάλαια, στην μη συνεκτίμηση του συνολικού κόστους της τελικής αποθήκευσης των αποβλήτων, στην ανεπαρκή ασφάλιση των κινδύνων καθώς και στην υψηλή χρηματοδότηση της έρευνας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στο να επισημαίνεται ότι 362 πυρηνικές εγκαταστάσεις παράγουν ηλεκτρική ενέργεια στις χώρες του ΟΟΣΑ και ότι είναι γενικά ανταγωνιστικές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είτε είναι απορυθμισμένη είτε όχι, με το ισχύον πλαίσιο. Παρομοίως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο όλες οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησης του πυρηνικού τομέα απέτυχαν. Τούτη είναι η ασφαλέστερη ένδειξη ότι υφίστανται και οικονομικές αβεβαιότητες.»

Αιτιολογία

Αυτονόητη.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 26, Ψήφοι κατά: 69, Αποχές: 6

Σημείο 5.2

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Η ανταγωνιστικότητα του πυρηνικού τομέα μακροπρόθεσμα εξαρτάται από τις υποθέσεις που γίνονται για τις ανταγωνιστικές μορφές ενέργειας και ιδίως για το φυσικό αέριο που φαίνεται σήμερα ότι αποτελεί σημείο αναφοράς, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών για μείωση των εκπομπών CO2. Είναι σημαντικό πλεονέκτημα για την πυρηνική ενέργεια να έχει σταθερή τιμή, και επί πλέον ανταγωνιστική, την στιγμή κατά την οποία η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αρχίζει να έχει διακυμάνσεις των τιμών προς τα άνω όταν η ισορροπία προσφοράς-ζήτησης διαταράσσεται (τούτο κατέδειξε το δίκτυο Nordel κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2002-2003). Η ανταγωνιστικότητα του πυρηνικού τομέα μεταβάλλεται ανάλογα με την τιμή του φυσικού αερίου. Μπορεί επίσης να συμβάλλει στην σταθερότητα των τιμών στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με τον περιορισμό των επιπτώσεων από τις αυξομειώσεις των τιμών με βάση την προσφορά και τη ζήτηση, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές της εσωτερικής αγοράς (βλέπε την κατάσταση του σκανδιναβικού δικτύου Nordel κατά τη χειμερινή περίοδο 2002-2003) και κατά συνέπεια, να εμποδίζει τις υπερβολικές διακυμάνσεις των τιμών.»

Αιτιολογία

Η πρώτη πρόταση της προσθήκης διασαφηνίζει την πρώτη πρόταση του σημείου 5.2 στην οποία αναφέρεται ορθώς ότι η ανταγωνιστικότητα της πυρηνικής ενέργειας εξαρτάται κυρίως από την τιμή του φυσικού αερίου. Η αρχική πρόταση («Είναι σημαντικό πλεονέκτημα για την πυρηνική ενέργεια να έχει σταθερή τιμή, και επί πλέον ανταγωνιστική») αντικρούει πλήρως την πρώτη πρόταση και για το λόγο αυτό πρέπει να διαγραφεί. Η δεύτερη πρόταση εξηγεί πώς οι διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν τη σταθερότητα των τιμών.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 27, Ψήφοι κατά: 65, Αποχές: 9

Σημείο 5.3

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Η ανταγωνιστικότητα της πυρηνικής ενέργειας εξαρτάται αρχικά από το κόστος των επενδύσεων, από τις επιδοτήσεις και από τις υπόλοιπες επιλογές στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής. Για ένα ποσοστό οικονομικής απόδοσης 5 %, η πυρηνική ενέργεια είναι σαφώς ανταγωνιστική σε περισσότερες από το ένα τέταρτο των χωρών του ΟΟΣΑ που το 1998 έδωσε τα στοιχεία των μελετών τους για επενδύσεις παραγωγής ηλεκτρισμού έως το 2005. Για ποσοστό πλέον του 10 % δεν είναι πλέον ανταγωνιστική.»

Αιτιολογία

Αυτονόητη.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 38, Ψήφοι κατά: 63, Αποχές: 6

Σημείο 5.10

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Από τα στοιχεία που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των επιλογών και στη λήψη των αποφάσεων, πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι σήμερα, στην ΕΕ οι πυρηνικές βιομηχανίες του πολιτικού τομέα απασχολούν 400 000 εργαζόμενους σε καθήκοντα γενικά υψηλού επιπέδου. Σε περίπτωση εντατικής ανάπτυξης και προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των τεχνολογιών ενεργειακής αποδοτικότητας, θα δημιουργηθούν στην ΕΕ πρόσθετες θέσεις εργασίας, των οποίων ο αριθμός θα είναι τουλάχιστον αντίστοιχος.»

Αιτιολογία

Λόγω της ρευστής κατάστασης στην αγορά εργασίας θα πρέπει να στραφούμε σε εκείνες τις αγορές όπου διατίθενται νέες θέσεις εργασίας. Μια συντηρητική ποσοτική αξιολόγηση δείχνει ότι μόνο στη Γερμανία στον τομέα της μόνωσης κτιρίων, οι πρόσθετες θέσεις εργασίας εκτιμούνται σε 200 000 περίπου (στοιχεία της συνδικαλιστικής οργάνωσης BAU) ενώ η Eurosolar υπολογίζει τον αριθμό των δυνατών θέσεων εργασίας στην ΕΕ στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε περίπου 500 000.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 28, Ψήφοι κατά: 61, Αποχές: 18

Σημείο 5.11

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Αν και δεν πρόκειται για την οικονομική πρόκληση αυτή καθ' εαυτή, το θέμα της άσκησης πίεσης για τη μείωση των δαπανών που συνεπάγεται γενικά η ελευθερωμένη ανταγωνιστική αγορά και οι συνέπειές της στις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την βελτίωση της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και για την ασφάλεια των εργαζομένων και των κατοίκων ενδέχεται να τεθεί. Ήδη σε μεγάλες επιχειρήσεις πραγματοποιούνται σημαντικές περικοπές προσωπικού. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει ειδικότερα το θέμα αυτό στο πλαίσιο των διατάξεων που προτείνει σχετικά με την ασφάλεια.»

Αιτιολογία

Αυτονόητη

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 28, Ψήφοι κατά: 63, Αποχές: 18

Σημείο 6.3

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Με τη χρήση της αποφεύγονται 300 έως 500 Mt εκπομπών CO2 και συμπληρώνεται συνεπώς το οπλοστάσιο των λύσεων που θα επιτρέψουν την τήρηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στο Κυότο.»

Αιτιολογία

Προσαρμογή στο τροποποιημένο σημείο 1.2.9.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 27, Ψήφοι κατά: 67, Αποχές: 12

Σημείο 6.4

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Η πυρηνική ενέργεια διασφαλίζει σταθερές τιμές παραγωγής και συμβάλλει συνεπώς στη σταθερότητα των τιμών στην Ένωση και εξαλείφει για τους οικονομικούς φορείς έναν παράγοντα αβεβαιότητας όσον αφορά τις προοπτικές τους για ανάπτυξη. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές τόσο οικονομικές όσο και ασφαλείας, οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγηση του κόστους.»

Αιτιολογία

Αυτονόητη

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 31, Ψήφοι κατά: 65, Αποχές: 6

Σημείο 6.5

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, η ανάπτυξη των οποίων είναι επιθυμητή και ενθαρρύνεται από την Ένωση (βλ. οδηγία 2001-77/ΕΚ), δεν είναι ακόμη σε θέση μπορούν, με τη λήξη της διάρκειας ζωής των υφιστάμενων πυρηνικών εγκαταστάσεων, ούτε να τις αντικαταστήσουν ούτε να ανταποκριθούν στην αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας σε ορισμένους τομείς. Εμπόδιο αποτελούν ορισμένα διαρθρωτικά προβλήματα: για παράδειγμα, η αιολική ενέργεια παρουσιάζει συγκριτικά χαμηλή και συνήθως απρόβλεπτη διαθεσιμότητα από 2 000 έως 2 500 ώρες το έτος. Όμως, η κατάσταση μπορεί να μεταβληθεί ριζικά κυρίως χάρη σε μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας, ανάπτυξης των πηγών ενέργειας που διατίθενται κατά τρόπο διαρκή όπως η βιομάζα κ.λπ.».

Αιτιολογία

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας βρίσκονται ακόμη σε φάση εισαγωγής στην αγορά. Η βιομάζα και η γεωθερμία για παράδειγμα είναι μορφές ενέργειας που μπορούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες και θα είναι σε θέση να αντικαταστήσουν την πυρηνική ενέργεια ακόμη και στις περιοχές όπου τούτη αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας. Ωστόσο, βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Τούτο αφορά επίσης και τα συστήματα αποθήκευσης που θα επέτρεπαν στις μη διαρκείς μορφές ενέργειας όπως η αιολική και η ηλιακή να καλύψουν τις βασικές ανάγκες. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει σαφές ότι η περιγραφή αφορά απλώς την παρούσα κατάσταση.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 27, Ψήφοι κατά: 54, Αποχές: 16

Σημείο 6.6

Να προστεθεί νέο σημείο 6.6:

«6.6.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να γίνει σαφές ότι σύντομα η ΕΕ θα πρέπει να λάβει καίριες αποφάσεις. Ο κύκλος ζωής των υφιστάμενων πυρηνικών αντιδραστήρων πλησιάζει στο τέλος του. Η Ευρώπη είναι λοιπόν αντιμέτωπη με το ερώτημα εάν επιθυμεί να εξαρτάται ακόμη για μια γενεά από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας και σε ποιο βαθμό τούτο είναι αποδεκτό από την κοινωνία. Το τελευταίο αυτό ερώτημα χρειάζεται πολιτική απάντηση. Ή διαφορετικά εάν είναι έτοιμη να καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να σημάνει την έναρξη μιας νέας ενεργειακής πολιτικής χωρίς ορυκτές και πυρηνικές πρώτες ύλες. Τελικά, δεν τίθεται το θέμα εάν ναι ή όχι, θα πρέπει να εισέλθουμε στη νέα αυτή εποχή αλλά πότε.»

Αιτιολογία

Ο τρόπος ζωής μας εξαρτάται από τις ορυκτές πηγές ενέργειας (με τη μορφή άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου), από τη συσσωρευμένη ηλιακή ενέργεια και το ουράνιο, του οποίου τα αποθέματα είναι επίσης περιορισμένα. Η έναρξη της νέας ενεργειακής εποχής είναι απλώς θέμα χρόνου. Η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το ερώτημα.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 32, Ψήφοι κατά: 58, Αποχές: 15

Σημείο 6.6

Σημείο 6.6 Να τροποποιηθεί ως εξής

«Ο έλεγχος της ζήτησης ενέργειας πρέπει να συμβάλει στην μείωση της ενεργειακής έντασης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (οικονομία και ιδιωτικός τομέας) αλλά δεν αποτελεί σημαντικό επιχείρημα για την παύση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας διότι λόγω της ποσότητας θα πρέπει να αφορά πρωταρχικά χρήσεις πέραν του ηλεκτρισμού όπως οι μεταφορές για παράδειγμα. Στον τομέα του ηλεκτρικού ρεύματος υφίστανται ακόμη σημαντικές και ανεκμετάλλευτες δυνατότητες που πρέπει να αξιοποιηθούν. Όμως μόνη η αξιοποίησή τους δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την ενδεχόμενη μείωση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Σημαντικό δυναμικό περιορισμού των αναγκών σε ενέργεια παρουσιάζουν οι τομείς της παραγωγής θέρμανσης και των μεταφορών. Ειδικότερα, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα των μεταφορών, προκειμένου να επιτευχθεί και εδώ σημαντική μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ενώ, παράλληλα, να διασφαλισθεί η βιώσιμη κινητικότητα.»

Αιτιολογία

Τα συμπεράσματα αυτά είναι λογική συνέχεια των όσων αναφέρονται στο Μέρος 2 της γνωμοδότησης.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 34, Ψήφοι κατά: 59, Αποχές: 13

Σημείο 6.9

Να διαγραφεί και να αντικατασταθεί από τα εξής:

«Ανεξάρτητα από τις αντικρουόμενες απόψεις της κοινωνίας για την πυρηνική ενέργεια που διατυπώνονται στις συνεχιζόμενες συζητήσεις, η ΕΟΚΕ καταλήγει ότι με βάση την αρχή της επικουρικότητας, η συναινετική διαμόρφωση μιας ενεργειακής πολιτικής για το μέλλον παραμένει πρώτιστο καθήκον των εκάστοτε αρμοδίων για τη λήψη αποφάσεων στα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, πρέπει να συνεκτιμούνται οι εθνικές ιδιαιτερότητες, ιδίως όσον αφορά το βαθμό και την ποσότητα των διαθέσιμων εθνικών πηγών ενέργειας. Τούτες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν κατά προτεραιότητα, προκειμένου να περιορισθεί η υψηλή εξάρτηση της ΕΕ από τις εισαγωγές ενέργειας, όπως αναγνωρίζεται και στο Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού. Είναι αναμφισβήτητο ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας κατέχουν μεγάλη σημασία διότι περιορίζουν την εξάρτηση από τις εισαγωγές και μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των τεχνολογιών ενεργειακής αποδοτικότητας κατέχουν θεμελιώδη σημασία προκειμένου να καταστεί η Ευρώπη μια περιοχή επιστημονικής προόδου, υψηλής ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και εξαγωγών. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορέσουν να υλοποιηθούν όσα συμφωνήθηκαν στη Λισσαβώνα για τον τομέα της ενέργειας. Ακόμη, θα δημιουργηθούν και νέες θέσεις εργασίας.»

Αιτιολογία

Το κείμενο είναι σαφές και αποτελεί λογική συνέχεια των θέσεων της ΕΟΚΕ για την ενεργειακή πολιτική. Το ανωτέρω σημείο αναφέρεται στην απαραίτητη συμπερίληψη της πυρηνικής ενέργειας στην γενική συζήτηση για μια βιώσιμη λύση συνδυασμού διαφόρων μορφών ενέργειας.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 33, Ψήφοι κατά: 61, Αποχές: 13


Top