EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32009R0401

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 401/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 για τον ευρωπαϊκό οργανισμό περιβάλλοντος και το ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον (κωδικοποιημένη έκδοση)

OJ L 126, 21.5.2009, p. 13–22 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 15 Volume 012 P. 239 - 248

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2009/401/oj

21.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 126/13


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 401/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Απριλίου 2009

για τον ευρωπαϊκό οργανισμό περιβάλλοντος και το ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον

(κωδικοποιημένη έκδοση)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1210/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1990, για την ίδρυση του ευρωπαϊκού οργανισμού περιβάλλοντος και του ευρωπαϊκού δικτύου πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον (3), έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα (4) και ουσιωδώς. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η συνθήκη προβλέπει την ανάπτυξη και την υλοποίηση κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος, και ορίζει τους στόχους και τις αρχές που θα πρέπει να κατευθύνουν την πολιτική αυτή.

(3)

Οι ανάγκες στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος θα πρέπει να αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 174 της συνθήκης, κατά την επεξεργασία της δράσης της στον τομέα του περιβάλλοντος, η Κοινότητα λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα.

(5)

Είναι απαραίτητη η συλλογή, η επεξεργασία και η ανάλυση των περιβαλλοντολογικών δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτως ώστε να αντλούνται αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες που να επιτρέπουν στην Κοινότητα και τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα απαραίτητα για την προστασία του περιβάλλοντος μέτρα, να αξιολογούν τα αποτελέσματά τους και να εξασφαλίζουν την ορθή ενημέρωση του κοινού ως προς την κατάσταση του περιβάλλοντος.

(6)

Υπάρχουν ήδη στην Κοινότητα και τα κράτη μέλη μέσα για τέτοιου είδους πληροφόρηση και υπηρεσίες.

(7)

Αυτά θα πρέπει να αποτελούν τη βάση για το ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον, το οποίο πρέπει να συντονίζεται σε κοινοτικό επίπεδο από τον ευρωπαϊκό οργανισμό περιβάλλοντος.

(8)

Οι γενικές αρχές και τα όρια που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 255 της συνθήκης, καθορίσθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (5).

(9)

Ο οργανισμός θα πρέπει να συνεργάζεται με τις υπάρχουσες διαρθρώσεις σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πλήρως την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας περιβάλλοντος.

(10)

Το καθεστώς που διέπει τον εν λόγω οργανισμό και η δομή του θα πρέπει να αντιστοιχούν στον αντικειμενικό χαρακτήρα των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων και να του επιτρέπουν να εκτελεί την αποστολή του σε στενή συνεργασία με τα υπάρχοντα εθνικά και διεθνή μέσα.

(11)

Ο οργανισμός θα πρέπει να διαθέτει νομική αυτοτέλεια και ταυτόχρονα να διατηρεί στενή σχέση με τα όργανα της Κοινότητας και τα κράτη μέλη.

(12)

Είναι σκόπιμο να προβλέπεται ότι ο οργανισμός είναι ανοικτός σε άλλες χώρες που συμμερίζονται το ενδιαφέρον της Κοινότητας και των κρατών μελών για τους στόχους του οργανισμού, δυνάμει συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ αυτών και της Κοινότητας,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Με τον παρόντα κανονισμό προβλέπεται ο ευρωπαϊκός οργανισμός περιβάλλοντος (εφεξής «ο Οργανισμός») και επιδιώκεται να τεθεί σε λειτουργία ένα ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον.

2.   Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος που καθορίζονται στη συνθήκη και στα διαδοχικά κοινοτικά προγράμματα δράσης στον τομέα του περιβάλλοντος, καθώς και της βιώσιμης ανάπτυξης, στόχος του Οργανισμού και του ευρωπαϊκού δικτύου πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον είναι η παροχή στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη:

α)

αντικειμενικών, αξιόπιστων και συγκρίσιμων πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα τους επιτρέπουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, να αξιολογούν τα αποτελέσματά τους και να εξασφαλίζουν την ορθή ενημέρωση του κοινού για την κατάσταση του περιβάλλοντος, και για το σκοπό αυτό·

β)

της απαιτούμενης τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης.

Άρθρο 2

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που ορίζεται στο άρθρο 1, τα καθήκοντα του Οργανισμού είναι τα ακόλουθα:

α)

σύσταση, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, και συντονισμός του δικτύου που προβλέπεται στο άρθρο 4 στο πλαίσιο αυτό ο Οργανισμός εξασφαλίζει τη συλλογή, την επεξεργασία και την ανάλυση δεδομένων, ιδίως στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 3·

β)

παροχή στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη των αντικειμενικών πληροφοριών που απαιτούνται για την κατάρτιση και την εφαρμογή ορθών και αποτελεσματικών περιβαλλοντικών πολιτικών· προς το σκοπό αυτό, παροχή ιδίως στην Επιτροπή των αναγκαίων πληροφοριών προκειμένου να μπορεί να εκτελεί επιτυχώς τα καθήκοντά της όσον αφορά τον εντοπισμό, την προπαρασκευή και την αξιολόγηση των μέτρων και της νομοθεσίας στον τομέα του περιβάλλοντος·

γ)

συμβολή στην παρακολούθηση περιβαλλοντικών μέτρων μέσω κατάλληλης υποστήριξης για την αναφορά απαιτήσεων (περιλαμβανομένης και της συμμετοχής στη σύνταξη ερωτηματολογίων, της επεξεργασίας εκθέσεων από τα κράτη μέλη και της διανομής των αποτελεσμάτων), σύμφωνα με το πολυετές πρόγραμμα εργασιών και με το στόχο του συντονισμού των εκθέσεων·

δ)

παροχή συμβουλών σε επιμέρους κράτη μέλη, κατόπιν αιτήσεώς τους, και εφόσον αυτό συνάδει με το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού, ως προς την εξέλιξη, εγκαθίδρυση και επέκταση των συστημάτων τους για την παρακολούθηση των περιβαλλοντικών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν θέτουν σε κίνδυνο την εκπλήρωση των άλλων καθηκόντων που θεσπίζει το παρόν άρθρο· οι συμβουλές αυτές μπορούν επίσης να συμπεριλαμβάνουν αξιολογήσεις από ομάδες ειδικών εμπειρογνωμόνων μετά από συγκεκριμένη αίτηση κρατών μελών·

ε)

συλλογή, καταγραφή και εκτίμηση δεδομένων περί της καταστάσεως του περιβάλλοντος, κατάρτιση εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης για την ποιότητα, ευαισθησία και πιέσεις επί του περιβάλλοντος στο έδαφος της Κοινότητας, προκειμένου να υπάρχουν ενιαία κριτήρια εκτίμησης των περιβαλλοντικών δεδομένων που θα εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη, περαιτέρω εξέλιξη και διατήρηση ενός κέντρου αναφοράς πληροφοριών για το περιβάλλον· η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές κατά την εξασφάλιση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας περιβάλλοντος·

στ)

συμβολή στην εξασφάλιση της συγκρισιμότητας των περιβαλλοντικών δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και, εφόσον απαιτείται, προώθηση διά των κατάλληλων μέσων, μιας καλύτερης εναρμόνισης των μεθόδων μέτρησης·

ζ)

προώθηση της ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών πληροφοριών σε διεθνή προγράμματα για την παρακολούθηση του περιβάλλοντος, όπως αυτά που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των ειδικών του οργάνων·

η)

δημοσίευση ανά πενταετία έκθεσης για την κατάσταση, τις τάσεις και τις προοπτικές στον τομέα του περιβάλλοντος, η οποία θα συμπληρώνεται από εκθέσεις δεικτών οι οποίες θα εστιάζονται σε ειδικά θέματα·

θ)

ενθάρρυνση της ανάπτυξης και της εφαρμογής τεχνικών πρόβλεψης σχετικά με το περιβάλλον που θα επιτρέπουν να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα προληπτικά μέτρα την κατάλληλη στιγμή·

ι)

ενθάρρυνση της ανάπτυξης μεθόδων για την αποτίμηση του κόστους των ζημιών που προξενούνται στο περιβάλλον και του κόστους των πολιτικών πρόληψης, προστασίας και αποκατάστασης στον τομέα του περιβάλλοντος·

α)

ενθάρρυνση της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες για την πρόληψη ή τη μείωση των ζημιών που προξενούνται στο περιβάλλον·

ιβ)

συνεργασία με τους φορείς και τα προγράμματα που αναφέρονται στο άρθρο 15·

ιγ)

εξασφάλιση ευρύτερης διάδοσης της περιβαλλοντικής πληροφόρησης, η οποία θα είναι αξιόπιστη και συγκρίσιμη, ιδιαίτερα για την κατάσταση του περιβάλλοντος, στην κοινή γνώμη και, προς τούτο, προαγωγή της χρήσης των νέων τηλεματικών τεχνολογιών για τον σκοπό αυτό·

ιδ)

υποστήριξη της Επιτροπής στη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών για την ανάπτυξη μεθοδολογιών και βέλτιστων πρακτικών περιβαλλοντικής αξιολόγησης·

ιε)

υποστήριξη της Επιτροπής στη διάδοση των πληροφοριών ως προς τα αποτελέσματα της σχετικής περιβαλλοντικής έρευνας και υπό μορφή που θα βοηθήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ανάπτυξη πολιτικής.

Άρθρο 3

1.   Οι κύριοι τομείς δραστηριοτήτων του Οργανισμού περιλαμβάνουν, κατά το δυνατό, όλα τα στοιχεία που επιτρέπουν τη συλλογή πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η περιγραφή της παρούσας και προβλεπόμενης κατάστασης του περιβάλλοντος από τις ακόλουθες απόψεις:

α)

ποιότητα του περιβάλλοντος·

β)

πιέσεις που υφίσταται το περιβάλλον·

γ)

ευαισθησία του περιβάλλοντος·

συμπεριλαμβανομένης και της τοποθέτησης των απόψεων αυτών στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης.

2.   Ο Οργανισμός παρέχει πληροφορίες που είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται απευθείας κατά την εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής περιβάλλοντος.

Προτεραιότητα αποδίδεται στους ακόλουθους τομείς δραστηριοτήτων:

α)

ποιότητα του αέρα και ατμοσφαιρικές εκπομπές·

β)

ποιότητα των υδάτων, ρυπαντές και υδάτινοι πόροι·

γ)

κατάσταση του εδάφους, της χλωρίδας και πανίδας και των βιοτόπων·

δ)

χρήση του εδάφους και φυσικοί πόροι·

ε)

διαχείριση των αποβλήτων·

στ)

εκπομπές ήχων·

ζ)

επικίνδυνες για το περιβάλλον χημικές ουσίες·

η)

προστασία των ακτών και της θάλασσας.

Ειδικότερα, καλύπτονται τα διασυνοριακά, πολυεθνικά ή πλανητικά φαινόμενα.

Λαμβάνεται επίσης υπόψη η κοινωνικοοικονομική διάσταση.

3.   Ο Οργανισμός μπορεί επίσης να συνεργάζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών με άλλους φορείς, περιλαμβανομένου και του Ευρωπαϊκού δικτύου για την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου του περιβάλλοντος (δίκτυο Impel).

Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του, ο Οργανισμός αποφεύγει τις επικαλύψεις με τις δραστηριότητες που έχουν ήδη αναλάβει άλλοι φορείς και όργανα.

Άρθρο 4

1.   Το δίκτυο περιλαμβάνει:

α)

τα κύρια στοιχεία που συγκροτούν τα εθνικά δίκτυα πληροφοριών·

β)

τα εθνικά κομβικά σημεία·

γ)

τα θεματικά κέντρα.

2.   Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να ενημερώνουν τον Οργανισμό σχετικά με τα κύρια στοιχεία που συγκροτούν τα εθνικά τους δίκτυα πληροφοριών σε θέματα περιβάλλοντος ιδίως στους τομείς προτεραιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 συμπεριλαμβανομένων όλων των οργάνων που, κατά την κρίση τους, θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στις εργασίες του Οργανισμού, έχοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλιστεί η όσο το δυνατό πληρέστερη γεωγραφική κάλυψη του εδάφους τους.

Τα κράτη μέλη συνεργάζονται, όπου απαιτείται, με τον Οργανισμό και συμβάλλουν στο έργο του ευρωπαϊκού δικτύου πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού με τη συλλογή, επεξεργασία και ανάλυση δεδομένων πανεθνικά.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να συνεργάζονται και μεταξύ τους όσον αφορά αυτές τις δραστηριότητες σε διεθνικό επίπεδο.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν ειδικότερα να καθορίζουν μεταξύ των οργάνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή άλλων οργανισμών που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους ένα «εθνικό κομβικό σημείο» που θα είναι επιφορτισμένο με τον συντονισμό ή/και τη διαβίβαση των πληροφοριών που παρέχονται σε εθνικό επίπεδο στον Οργανισμό, και στα όργανα ή τους φορείς που αποτελούν μέρος του Δικτύου, συμπεριλαμβανομένων των θεματικών κέντρων που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης, έως την 30 Απριλίου 1994, να ορίζουν τα όργανα ή άλλους οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους στους οποίους θα μπορούσε ειδικά να ανατεθεί η συνεργασία με τον οργανισμό για ορισμένα θέματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.

Το όργανο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό θα πρέπει να είναι σε θέση να συνάψει συμφωνία με τον οργανισμό ώστε να ενεργεί ως θεματικό κέντρο του Δικτύου για ειδικές εργασίες.

Τα κέντρα αυτά συνεργάζονται με άλλα όργανα που αποτελούν μέρος του Δικτύου.

5.   Τα θεματικά κέντρα καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο όπως ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια κάθε πολυετούς προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 4. Ο καθορισμός αυτός μπορεί, ωστόσο, να ανανεωθεί.

6.   Η ανάθεση ειδικών καθηκόντων στα θεματικά κέντρα πρέπει να περιλαμβάνεται στο πολυετές πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 4.

7.   Ενόψει ιδίως του πολυετούς προγράμματος εργασιών, ο Οργανισμός επανεξετάζει περιοδικά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 στοιχεία που συγκροτούν το δίκτυο και επιφέρει ενδεχόμενες τροποποιήσεις που αποφασίζει το διοικητικό συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη τους τυχόν νέους καθορισμούς στους οποίους έχουν προβεί τα κράτη μέλη.

Άρθρο 5

Ο Οργανισμός μπορεί να συμφωνεί με τα όργανα ή τους φορείς που αποτελούν μέρος του Δικτύου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4, τις αναγκαίες ρυθμίσεις, ιδιαίτερα δε τις συμβάσεις, προκειμένου να διεκπεραιώνονται αποτελεσματικά τα καθήκοντα που τους αναθέτει.

Ένα κράτος μέλος δύναται να προβλέπει ότι οι διακανονισμοί αυτοί με τον οργανισμό, όσον αφορά τους εθνικούς οργανισμούς ή όργανα που υπάρχουν στο έδαφός του, θα συνάπτονται σε συμφωνία με το εθνικό κομβικό σημείο.

Άρθρο 6

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εφαρμόζεται στα έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο Οργανισμός.

2.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τον Οργανισμό κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 υπόκεινται σε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 195 και 230 της συνθήκης αντίστοιχα.

Άρθρο 7

Ο Οργανισμός έχει νομική προσωπικότητα. Σε όλα τα κράτη μέλη απολαύει της ευρύτερης δυνατής νομικής προστασίας που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία τους στα νομικά πρόσωπα.

Άρθρο 8

1.   Το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού αποτελείται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και από δύο αντιπροσώπους της Επιτροπής. Επιπλέον, μπορεί να περιλαμβάνει έναν αντιπρόσωπο από κάθε άλλη χώρα που συμμετέχει στον Οργανισμό, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διορίζει, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, δύο επιστήμονες με ιδιαίτερα προσόντα στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, οι οποίοι επιλέγονται βάσει της προσωπικής συμβολής που μπορούν να παράσχουν στο έργο του Οργανισμού.

Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να αντικαθίσταται από αναπληρωματικό μέλος.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει τον πρόεδρό του μεταξύ των μελών του για περίοδο τριών ετών και θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό. Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου διαθέτει μία ψήφο.

Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει προεδρείο στο οποίο μπορεί να αναθέτει τη λήψη εκτελεστικών αποφάσεων, σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει.

3.   Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του.

4.   Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει πολυετές πρόγραμμα εργασιών σύμφωνα με τους τομείς προτεραιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 και με βάση σχέδιο που υποβάλλει ο εκτελεστικός διευθυντής που αναφέρεται στο άρθρο 9, μετά από διαβούλευση με την επιστημονική επιτροπή του άρθρου 10 και αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής. Το πολυετές πρόγραμμα εργασιών περιλαμβάνει, χωρίς να θίγεται η ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού της Κοινότητας, πολυετή πρόβλεψη του προϋπολογισμού.

5.   Στο πλαίσιο του πολυετούς προγράμματος, το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κάθε χρόνο το πρόγραμμα εργασιών του οργανισμού με βάση σχέδιο που υποβάλλει ο εκτελεστικός διευθυντής μετά από διαβούλευση με την επιστημονική επιτροπή και αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια του έτους, το πρόγραμμα είναι δυνατόν να προσαρμοστεί με την ίδια διαδικασία.

6.   Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει την ετήσια έκθεση επί των δραστηριοτήτων του Οργανισμού και τη διαβιβάζει την 15η Ιουνίου το αργότερο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα κράτη μέλη.

7.   Ο Οργανισμός διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με τα αποτελέσματα των διαδικασιών αξιολόγησης.

Άρθρο 9

1.   Του Οργανισμού προΐσταται εκτελεστικός διευθυντής διοριζόμενος από το διοικητικό συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής για περίοδο πέντε ετών, με δυνατότητα ανανέωσης.

Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ο νομικός εκπρόσωπος του οργανισμού.

Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για τα ακόλουθα:

α)

την κατάλληλη προετοιμασία και εκτέλεση των αποφάσεων που λαμβάνει και των προγραμμάτων που εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο·

β)

την τρέχουσα διαχείριση του οργανισμού·

γ)

την εκτέλεση των καθηκόντων που καθορίζονται στα άρθρα 12 και 13·

δ)

την εκπόνηση και δημοσίευση των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο η)·

ε)

όλα τα ζητήματα προσωπικού, όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5.

Για την πρόσληψη του επιστημονικού προσωπικού του Οργανισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει τη γνώμη της επιστημονικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 10.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο για τις δραστηριότητές του.

Άρθρο 10

1.   Το διοικητικό συμβούλιο και ο εκτελεστικός διευθυντής επικουρούνται από επιστημονική επιτροπή, στην οποία ανατίθεται να γνωμοδοτεί στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό και για κάθε επιστημονικό ζήτημα σχετικό με τις δραστηριότητες του Οργανισμού που της υποβάλει το διοικητικό συμβούλιο ή ο εκτελεστικός διευθυντής.

Οι γνώμες της επιστημονικής επιτροπής δημοσιεύονται.

2.   Η επιστημονική επιτροπή αποτελείται από μέλη που διαθέτουν ιδιαίτερη εξειδίκευση στον τομέα του περιβάλλοντος, διορίζονται δε από το διοικητικό συμβούλιο για περίοδο τεσσάρων ετών, με δυνατότητα ανανέωσης για μία ακόμη φορά, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των επιστημονικών τομέων που πρέπει να εκπροσωπούνται στην επιτροπή προκειμένου αυτή να επικουρεί τον Οργανισμό στους τομείς της δραστηριότητάς του. Η λειτουργία της ρυθμίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2.

Άρθρο 11

1.   Για όλα τα έσοδα και τα έξοδα του Οργανισμού πρέπει να υπάρχουν προβλέψεις για κάθε οικονομικό έτος. Το οικονομικό έτος συμπίπτει με το ημερολογιακό. Τα έσοδα και έξοδα πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Οργανισμού.

2.   Τα έσοδα και τα έξοδα του προϋπολογισμού πρέπει να είναι ισοσκελισμένα.

3.   Τα έσοδα του Οργανισμού περιλαμβάνουν, χωρίς να αποκλείονται και άλλοι τυχόν πόροι, επιχορήγηση της Κοινότητας η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και τις αμοιβές που καταβάλλονται για παρεχόμενες υπηρεσίες.

4.   Τα έξοδα του Οργανισμού περιλαμβάνουν ιδίως τις αμοιβές του προσωπικού, τα διοικητικά έξοδα και τα έξοδα υποδομής, τα έξοδα λειτουργίας και τις δαπάνες από συμβάσεις που έχουν συναφθεί με όργανα ή φορείς που αποτελούν μέρος του Δικτύου, καθώς και με τρίτους.

Άρθρο 12

1.   Κάθε έτος το διοικητικό συμβούλιο, βάσει σχεδίου που καταρτίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή, συντάσσει κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών του Οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος. Αυτή η κατάσταση προβλέψεων, που περιλαμβάνει σχέδιο του πίνακα του προσωπικού, διαβιβάζεται από το διοικητικό συμβούλιο στην Επιτροπή, το αργότερο την 31η Μαρτίου.

2.   Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (εφεξής «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες όσον αφορά τον πίνακα προσωπικού και το ύψος της επιδότησης από τον γενικό προϋπολογισμό, καταθέτει δε το προσχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της συνθήκης.

4.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις στο πλαίσιο της επιδότησης που προορίζεται για τον Οργανισμό.

Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού του Οργανισμού.

5.   Ο προϋπολογισμός του Οργανισμού εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Προσαρμόζεται ενδεχομένως σύμφωνα με αυτόν τον τελευταίο.

6.   Το διοικητικό συμβούλιο κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει οιοδήποτε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού, ιδίως τα σχέδια περί ακινήτων, όπως η μίσθωση ή η απόκτηση ακινήτων. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Σε περίπτωση που ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κοινοποιεί την πρόθεσή του για διατύπωση γνώμης, διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στο διοικητικό συμβούλιο εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.

Άρθρο 13

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό του Οργανισμού.

2.   Το αργότερο την 1η Μαρτίου μετά το οικονομικό έτος που έληξε, ο υπόλογος του οργανισμού κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση της δημοσιονομικής και χρηματοδοτικής διαχείρισης του οικονομικού έτους, στον υπόλογο της Επιτροπής. Ο υπόλογος της Επιτροπής προβαίνει στην ενοποίηση των προσωρινών λογαριασμών των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών δυνάμει του άρθρου 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (6).

3.   Το αργότερο την 31η Μαρτίου μετά τη λήξη του εκάστοτε οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς του Οργανισμού, με την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους, στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Η έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

4.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε σχέση με τους προσωρινούς λογαριασμούς του Οργανισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς με δική του ευθύνη και τους διαβιβάζει για διατύπωση γνώμης στο διοικητικό συμβούλιο.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του για τους οριστικούς λογαριασμούς του Οργανισμού.

6.   Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο τους οριστικούς αυτούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου, το αργότερο την 1η Ιουλίου μετά το οικονομικό έτος που έληξε.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8.   Ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του την 30ή Σεπτεμβρίου το αργότερο. Απευθύνει επίσης την απάντηση αυτή στο διοικητικό συμβούλιο.

9.   Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημά του, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει το άρθρο 146 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, κάθε αναγκαία πληροφορία για την αίσια περάτωση της διαδικασίας απαλλαγής για το εκάστοτε οικονομικό έτος.

10.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προβαίνει έως τις 30 Απριλίου του έτους N + 2 στην απαλλαγή του εκτελεστικού διευθυντή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους N.

Άρθρο 14

Η δημοσιονομική ρύθμιση που εφαρμόζεται στον Οργανισμό εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Δεν μπορεί να αποκλίνει του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (7), παρά μόνον εάν το απαιτούν ειδικές ανάγκες λειτουργίας του οργανισμού και με προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

Άρθρο 15

1.   Ο Οργανισμός επιζητεί ενεργά τη συνεργασία με άλλους κοινοτικούς φορείς και προγράμματα, ιδίως δε με το κοινό κέντρο ερευνών, τη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Eurostat) και τα κοινοτικά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα του περιβάλλοντος. Ειδικότερα:

α)

η συνεργασία με το Κοινό Κέντρο Ερευνών αφορά τα καθήκοντα που καθορίζονται στο σημείο Α του παραρτήματος Ι·

β)

ο συντονισμός με τη Eurostat και το στατιστικό πρόγραμμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές του σημείου Β του παραρτήματος Ι.

2.   Ο Οργανισμός συνεργάζεται ενεργά και με άλλους φορείς, όπως με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και τα ειδικά του όργανα, ιδίως δε με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), τη Διεθνή Οργάνωση Μετεωρολογίας και το Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.

3.   Ο Οργανισμός μπορεί να συνεργάζεται σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος με φορείς χωρών που δεν είναι μέλη της Κοινότητας, οι οποίοι μπορούν να παράσχουν δεδομένα, πληροφορίες και εμπειρογνωμοσύνη, μεθοδολογίες συλλογής δεδομένων, αναλύσεις και εκτιμήσεις που είναι αμοιβαίου ενδιαφέροντος και κρίνονται απαραίτητες για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου του Οργανισμού.

4.   Η συνεργασία που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3, πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη αποφυγής αλληλεπικαλύψεων.

Άρθρο 16

Το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει εφαρμογή και στον Οργανισμό.

Άρθρο 17

Το προσωπικό του Οργανισμού υπόκειται στους κανονισμούς και στις ρυθμίσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο Οργανισμός ασκεί, ως προς το προσωπικό του, τις εξουσίες της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τις ενδεδειγμένες λεπτομέρειες εφαρμογής.

Άρθρο 18

1.   Η συμβατική ευθύνη του Οργανισμού διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτεται από τον Οργανισμό.

2.   Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, ο οργανισμός υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τις ζημίες που προξενούνται από τον ίδιο ή από υπαλλήλους του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις διαφορές σχετικά με την επανόρθωση των ζημιών αυτών.

3.   Η προσωπική ευθύνη των υπαλλήλων έναντι του Οργανισμού διέπεται από τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο προσωπικό του.

Άρθρο 19

Ο Οργανισμός είναι ανοιχτός στις χώρες που δεν είναι μέλη της Κοινότητας αλλά οι οποίες συμμερίζονται το ενδιαφέρον της και το ενδιαφέρον των κρατών μελών για τους στόχους του Οργανισμού δυνάμει συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ αυτών και της Κοινότητας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 300 της συνθήκης.

Άρθρο 20

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1210/90, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, καταργείται.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό λογίζονται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα του παραρτήματος III.

Άρθρο 21

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 23 Απριλίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

P. NEČAS


(1)  ΕΕ C 162 της 25.6.2008, σ. 86.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Φεβρουαρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Μαρτίου 2009.

(3)  ΕΕ L 120 της 11.5.1990, σ. 1.

(4)  Βλέπε παράρτημα ΙΙ.

(5)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(6)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Α.

Συνεργασία με το Κοινό Κέντρο Ερευνών

Εναρμόνιση των μεθόδων περιβαλλοντικών μετρήσεων (1).

Βαθμονόμηση των οργάνων μέτρησης (1).

Τυποποίηση της μορφής των δεδομένων.

Ανάπτυξη νέων μεθόδων και οργάνων μέτρησης στον τομέα του περιβάλλοντος.

Άλλα καθήκοντα που ορίζονται με συμφωνία του εκτελεστικού διευθυντή του οργανισμού και του γενικού διευθυντή του κοινού κέντρου ερευνών.

Β.

Συνεργασία με την Eurostat

1.

Ο Οργανισμός χρησιμοποιεί, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες που συλλέγονται μέσω των επισήμων στατιστικών υπηρεσιών της Κοινότητας. Οι πληροφορίες αυτές προκύπτουν από τις εργασίες της Eurostat και των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών στον τομέα της συλλογής, επικύρωσης και διάδοσης κοινωνικών και οικονομικών στατιστικών, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών λογαριασμών και των σχετικών πληροφοριών.

2.

Το στατιστικό πρόγραμμα στον τομέα του περιβάλλοντος θα καταρτιστεί κατόπιν συμφωνίας του εκτελεστικού διευθυντή του οργανισμού και του γενικού διευθυντή της Eurostat και θα υποβληθεί προς έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού και στην επιτροπή του στατιστικού προγράμματος.

3.

Το στατιστικό πρόγραμμα καταρτίζεται και εφαρμόζεται στα πλαίσια που έχουν δημιουργηθεί από τους διεθνείς στατιστικούς φορείς, όπως είναι η στατιστική επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, η συνδιάσκεψη ευρωπαίων στατιστικολόγων και ο ΟΟΣΑ.


(1)  Η συνεργασία σε αυτούς τους τομείς πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη τις εργασίες που εκτελούνται από το Ινστιτούτο Υλικών Αναφοράς και Μετρήσεων.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Καταργούμενος κανονισμός με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεων του

(κατά το άρθρο 20)

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1210/90 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 120 της 11.5.1990, σ. 1).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 933/1999 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 117 της 5.5.1999, σ. 1).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1641/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1210/90

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 1 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 2 σημείο i)

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 2 σημείο ii) πρώτη περίπτωση

Άρθρο 2 στοιχείο β)

Άρθρο 2 σημείο ii) δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 2 σημείο ii) τρίτη περίπτωση

Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 2 σημείο iii)

Άρθρο 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 2 σημείο iv)

Άρθρο 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 2 σημείο v)

Άρθρο 2 στοιχείο ζ)

Άρθρο 2 σημείο vi)

Άρθρο 2 στοιχείο η)

Άρθρο 2 σημείο vii)

Άρθρο 2 στοιχείο θ)

Άρθρο 2 σημείο viii)

Άρθρο 2 στοιχείο ι)

Άρθρο 2 σημείο ix)

Άρθρο 2 στοιχείο ια)

Άρθρο 2 σημείο x)

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ)

Άρθρο 2 σημείο xi)

Άρθρο 2 στοιχείο ιγ)

Άρθρο 2 σημείο xii)

Άρθρο 2 στοιχείο ιδ)

Άρθρο 2 σημείο xiii)

Άρθρο 2 στοιχείο ιε)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο i)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο ii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο iii)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τελική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 1 τελική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο τρίτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο πέμπτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο έκτη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο στ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο έβδομη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ζ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο όγδοη περίπτωση

Άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο η)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτη περίπτωση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 1 τρίτη περίπτωση

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, πρώτο τμήμα

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, δεύτερο τμήμα

Άρθρο 4 παράγραφος 2, τέλος πρώτου εδαφίου

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 4 παράγραφος 4 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 4 παράγραφοι 6 και 7

Άρθρο 4 παράγραφοι 6 και 7

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρα 7 και 8

Άρθρα 7 και 8

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πρώτη πρόταση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη πρόταση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο εισαγωγική φράση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο δ)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πέμπτη περίπτωση

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο ε)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 10

Άρθρο 10

Άρθρο 11

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 13

Άρθρο 14

Άρθρο 14

Άρθρο 15 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 15 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτη περίπτωση

Άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 15 παράγραφος 2

Άρθρο 15 παράγραφος 2

Άρθρο 15 παράγραφος 2α

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 4

Άρθρο 16

Άρθρο 16

Άρθρο 17

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 18

Άρθρο 19

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 20

Άρθρο 21

Άρθρο 21

Παράρτημα

Παράρτημα Ι

Παράρτημα ΙΙ

Παράρτημα ΙΙΙ


Top