EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32008D0615

Απόφαση 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008 , σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος

OJ L 210, 6.8.2008, p. 1–11 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 011 P. 95 - 105

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2008/615/oj

6.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 210/1


ΑΠΌΦΑΣΗ 2008/615/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛIΟΥ

της 23ης Ιουνίου 2008

σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο α), το άρθρο 32 και το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο γ),

την πρωτοβουλία του Βασιλείου του Βελγίου, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ρουμανίας και του Βασιλείου της Σουηδίας,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατόπιν της έναρξης ισχύος της συνθήκης, μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του διασυνοριακού εγκλήματος και της παράνομης μετανάστευσης («συνθήκη του Prüm»), υποβάλλεται η εν λόγω πρωτοβουλία, ύστερα από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με σκοπό την ενσωμάτωση των ουσιαστικών διατάξεων της συνθήκης του Prüm στο νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2)

Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που έλαβε χώρα στο Τάμπερε τον Οκτώβριο του 1999 επιβεβαίωσαν την ανάγκη βελτίωσης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών για το σκοπό της ανίχνευσης και της διερεύνησης αξιόποινων πράξεων.

(3)

Στο πρόγραμμα της Χάγης του Νοεμβρίου του 2004 για την ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την πεποίθηση ότι απαιτείται για το σκοπό αυτό μια καινοτόμος προσέγγιση της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της επιβολής του νόμου.

(4)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε, συνεπώς, ότι η ανταλλαγή των πληροφοριών αυτών θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν όσον αφορά την αρχή της διαθεσιμότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι αρμόδιοι για την επιβολή του νόμου υπάλληλοι κράτους μέλους της Ένωσης οι οποίοι χρειάζονται πληροφορίες προκειμένου να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, μπορούν να τις λαμβάνουν από ένα άλλο κράτος μέλος και ότι οι αρχές επιβολής του νόμου του κράτους μέλους που κατέχει τις πληροφορίες αυτές θα τις παρέχουν, για το σκοπό που έχει δηλωθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της εν εξελίξει έρευνας στο εν λόγω κράτος μέλος.

(5)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όρισε την 1η Ιανουαρίου 2008 ως προθεσμία για την επίτευξη του εν λόγω στόχου στο πρόγραμμα της Χάγης.

(6)

Η απόφαση-πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2), έχει ήδη θεσπίσει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου των κρατών μελών μπορούν να ανταλλάσσουν, γρήγορα και αποτελεσματικά, υπάρχουσες πληροφορίες και στοιχεία με σκοπό τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών ή τη συλλογή στοιχείων όσον αφορά αξιόποινες πράξεις.

(7)

Το πρόγραμμα της Χάγης για την ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρει, επίσης, ότι θα πρέπει να γίνεται πλήρης χρήση της νέας τεχνολογίας και ότι θα πρέπει να διευκολύνεται η αμοιβαία πρόσβαση στις εθνικές βάσεις δεδομένων, ενώ ορίζει επίσης ότι νέες κεντρικές βάσεις δεδομένων θα πρέπει να δημιουργούνται μόνο βάσει μελετών που θα έχουν καταδείξει την προστιθέμενη αξία τους.

(8)

Για μια πραγματική διεθνή συνεργασία, έχει πρωταρχική σημασία η ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή επακριβών πληροφοριών. Στόχος είναι η θέσπιση διαδικασιών για την προώθηση ταχέων, αποτελεσματικών και οικονομικών μέσων ανταλλαγής δεδομένων. Για την κοινή χρήση των δεδομένων, οι διαδικασίες αυτές πρέπει να υπάγονται σε έλεγχο και να περιλαμβάνουν κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά την ακρίβεια και την ασφάλεια των δεδομένων κατά τη διαβίβαση και την αποθήκευση καθώς και τρόπους καταχώρισης της ανταλλαγής δεδομένων και περιορισμούς της χρήσης των πληροφοριών που ανταλλάσσονται.

(9)

Οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από τη συνθήκη του Prüm. Για να μπορέσουν να εκπληρωθούν οι ουσιαστικές απαιτήσεις του προγράμματος της Χάγης σε όλα τα κράτη μέλη εντός του χρονοδιαγράμματος που αυτό καθορίζει, τα βασικά μέρη της συνθήκης του Prüm θα πρέπει να καταστούν εφαρμοστέα για όλα τα κράτη μέλη.

(10)

Κατά συνέπεια, η παρούσα απόφαση περιλαμβάνει διατάξεις που βασίζονται στις κυριότερες διατάξεις της σύμβασης του Prüm και έχουν ως στόχο τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη μέλη παρέχουν αμοιβαία δικαιώματα πρόσβασης στα αυτοματοποιημένα αρχεία DNA, τα συστήματα αυτοματοποιημένης αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων και τα μητρώα οχημάτων. Στην περίπτωση δεδομένων από αυτοματοποιημένα αρχεία DNA και συστήματα αυτοματοποιημένης αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων, ένα σύστημα επιτυχούς/μη επιτυχούς αναζήτησης θα πρέπει να επιτρέπει στο κράτος μέλος που προβαίνει στην αναζήτηση να ζητεί, σε δεύτερο στάδιο, συγκεκριμένα συναφή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από το κράτος μέλος που χειρίζεται το φάκελο και, εφόσον απαιτείται, να ζητεί περαιτέρω πληροφορίες μέσω διαδικασιών αμοιβαίας συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εγκρίθηκαν με την έκδοση της απόφασης-πλαισίου 2006/960/ΔΕΥ.

(11)

Κατά τον τρόπο αυτό θα επιταχυνθούν σημαντικά οι υφιστάμενες διαδικασίες, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη είναι σε θέση να διαπιστώνουν κατά πόσον ένα άλλο κράτος μέλος διαθέτει τις πληροφορίες που χρειάζονται και ποιο είναι αυτό το κράτος μέλος.

(12)

Η διασυνοριακή σύγκριση δεδομένων προβλέπεται ότι θα δημιουργήσει μια νέα διάσταση στον τομέα της πάταξης του εγκλήματος. Οι πληροφορίες που αποκτώνται με τη σύγκριση δεδομένων θα πρέπει να οδηγήσουν σε νέες ερευνητικές προσεγγίσεις για τα κράτη μέλη και, συνεπώς, να διαδραματίσουν βασικό ρόλο στην παροχή συνδρομής προς τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου των κρατών μελών και τις δικαστικές αρχές.

(13)

Οι κανόνες βασίζονται στη δικτύωση των εθνικών βάσεων δεδομένων των κρατών μελών.

(14)

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και μη προσωπικού χαρακτήρα για τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό την πρόληψη της διάπραξης αξιόποινων πράξεων και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας σε σχέση με σημαντικά γεγονότα με διασυνοριακή διάσταση.

(15)

Κατά την εφαρμογή του άρθρου 12, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να δώσουν προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας, δεδομένου ότι είναι περιορισμένες οι τεχνικές δυνατότητες για τη διαβίβαση δεδομένων.

(16)

Πέρα από τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών, είναι αναγκαίο να ρυθμιστούν και άλλες μορφές στενότερης συνεργασίας μεταξύ αστυνομικών αρχών, ιδίως μέσω κοινών επιχειρήσεων ασφαλείας (π.χ. κοινές περιπολίες).

(17)

Η στενότερη αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις πρέπει να πραγματοποιείται με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μέσω ειδικών ρυθμίσεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες πρέπει να αντιστοιχούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων μορφών ανταλλαγής δεδομένων. Οι εν λόγω διατάξεις προστασίας δεδομένων πρέπει να λαμβάνουν ιδίως υπόψη την ειδική φύση της διασυνοριακής επιγραμμικής πρόσβασης (on-line) στις βάσεις δεδομένων. Δεδομένου ότι, κατά την επιγραμμική πρόσβαση, το κράτος μέλος που χειρίζεται το φάκελο δεν μπορεί να προβαίνει σε προηγούμενους ελέγχους, πρέπει να προβλεφθεί ένα σύστημα που θα εξασφαλίζει τη διεξαγωγή εκ των υστέρων παρακολούθησης.

(18)

Το σύστημα της θετικής/αρνητικής απάντησης (hit/no hit) προβλέπει μια δομή σύγκρισης ανώνυμων χαρακτηριστικών, όπου τα πρόσθετα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ανταλλάσσονται μόνον ύστερα από θετική απάντηση, η παροχή και λήψη της οποίας διέπεται από την εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί δικαστικής συνδρομής. Η διάρθρωση αυτή εξασφαλίζει ένα κατάλληλο σύστημα προστασίας δεδομένων, με την προϋπόθεση ότι για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο κράτος μέλος προβλέπεται επαρκής προστασία των δεδομένων εκ μέρους των κρατών μελών που λαμβάνουν τα δεδομένα.

(19)

Με την παρούσα απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων που προκύπτουν από τη στενότερη αστυνομική και δικαστική συνεργασία, επιδιώκεται να εξασφαλιστεί ένα κατάλληλο επίπεδο προστασίας των δεδομένων. Η παρούσα απόφαση συμμορφώνεται με το επίπεδο προστασίας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που καθορίζεται από τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα, και το πρόσθετο πρωτόκολλο της 8ης Νοεμβρίου 2001 στη σύμβαση, καθώς και με τις αρχές της σύστασης αριθ. R (87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη ρύθμιση της χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα.

(20)

Οι διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων που περιέχονται στην παρούσα απόφαση περιλαμβάνουν επίσης αρχές περί προστασίας των δεδομένων οι οποίες ήταν αναγκαίες λόγω ελλείψεως απόφασης-πλαισίου για την προστασία των δεδομένων στον τρίτο πυλώνα. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο θα πρέπει να εφαρμοσθεί σε ολόκληρο τον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις υπό την προϋπόθεση ότι το επίπεδο προστασίας που προβλέπει είναι επαρκές και δεν είναι χαμηλότερο από την προστασία που προβλέπεται στη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981 και στο πρόσθετο πρωτόκολλό της τής 8ης Νοεμβρίου 2001 και λαμβάνει υπόψη τη σύσταση αριθ. R (87) 15 της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη για τη ρύθμιση της χρήσης των προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα, ακόμη και σε περιπτώσεις μη αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων.

(21)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας απόφασης, και ιδίως η βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω της διασυνοριακής φύσης των θεμάτων καταπολέμησης του εγκλήματος και ασφαλείας, με αποτέλεσμα να υποχρεώνονται τα κράτη μέλη να βασίζονται το ένα στο άλλο εν προκειμένω, και μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίσει μέτρα βάσει της αρχής της επικουρικότητας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης ΕΚ, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(22)

Η παρούσα απόφαση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που καθιερώνονται ιδίως στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ

Άρθρο 1

Σκοπός και πεδίο εφαρμογής

Μέσω της παρούσας απόφασης, τα κράτη μέλη σκοπεύουν να αναβαθμίσουν τη διασυνοριακή συνεργασία σε θέματα που καλύπτονται από τον τίτλο VΙ της συνθήκης, και ιδίως την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών αρμόδιων για την πρόληψη και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων. Προς το σκοπό αυτό, η παρούσα απόφαση περιέχει κανόνες στους εξής τομείς:

α)

διατάξεις όσον αφορά τους όρους και τη διαδικασία της αυτοματοποιημένης διαβίβασης προφίλ DNA, δεδομένων σχετικά με δακτυλικά αποτυπώματα και ορισμένων δεδομένων σχετικά με άδειες κυκλοφορίας οχημάτων (κεφάλαιο 2)·

β)

διατάξεις όσον αφορά τους όρους παροχής δεδομένων σε σχέση με σημαντικά γεγονότα με διασυνοριακή διάσταση (κεφάλαιο 3)·

γ)

διατάξεις όσον αφορά τους όρους παροχής πληροφοριών για την πρόληψη τρομοκρατικών πράξεων (κεφάλαιο 4)·

δ)

διατάξεις όσον αφορά τους όρους και τη διαδικασία της αναβάθμισης της διασυνοριακής αστυνομικής συνεργασίας μέσω διάφορων μέτρων (κεφάλαιο 5).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΕΠΙΓΡΑΜΜΙΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

Προφίλ DNA

Άρθρο 2

Δημιουργία εθνικών αρχείων DNA

1.   Τα κράτη μέλη δημιουργούν και τηρούν εθνικά αρχεία DNA για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων. Η επεξεργασία των δεδομένων που διατηρούνται στα αρχεία αυτά, δυνάμει της παρούσας απόφασης, διενεργείται σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, τηρουμένων των εθνικών διατάξεων περί επεξεργασίας δεδομένων.

2.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας απόφασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα δεδομένων αναφοράς από τα εθνικά τους αρχεία DNA, όπως αναφέρονται στην πρώτη πρόταση της παραγράφου 1. Τα δεδομένα αναφοράς περιλαμβάνουν μόνο τα προφίλ DNA που έχουν καταρτισθεί από το μη κωδικοποιητικό τμήμα του DNA και αριθμό αναφοράς. Τα δεδομένα αναφοράς δεν πρέπει να περιέχουν δεδομένα που να επιτρέπουν την άμεση αναγνώριση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται. Τα δεδομένα αναφοράς τα οποία δεν αποδίδονται σε συγκεκριμένο πρόσωπο («αταυτοποίητα προφίλ DNA») πρέπει να επισημαίνονται.

3.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου τα εθνικά αρχεία DNA στα οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 2 έως 6 και τις προϋποθέσεις της αυτοματοποιημένης αναζήτησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σύμφωνα με το άρθρο 36.

Άρθρο 3

Αυτοματοποιημένη αναζήτηση προφίλ DNA

1.   Για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, τα κράτη μέλη παρέχουν στα εθνικά σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6, πρόσβαση στα δεδομένα αναφοράς των εθνικών τους αρχείων DNA, με εξουσία διεξαγωγής αυτοματοποιημένων αναζητήσεων μέσω σύγκρισης των προφίλ DNA. Αναζητήσεις επιτρέπονται μόνο σε ατομικές περιπτώσεις και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους.

2.   Εάν από την αυτοματοποιημένη αναζήτηση προκύψει ότι τυχόν παρασχεθέν προφίλ DNA αντιστοιχεί σε προφίλ DNA που έχει καταχωρισθεί στο φάκελο του λαμβάνοντος κράτους μέλους στον οποίο διεξάγεται η αναζήτηση, το σημείο επαφής του αναζητούντος κράτους μέλους λαμβάνει με αυτοματοποιημένη διαδικασία κοινοποίηση των δεδομένων αναφοράς με τα οποία έχει διαπιστωθεί αντιστοιχία. Εάν δεν προκύψει αντιστοιχία, παρέχεται η σχετική αυτοματοποιημένη κοινοποίηση.

Άρθρο 4

Αυτοματοποιημένη σύγκριση προφίλ DNA

1.   Για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, τα κράτη μέλη συγκρίνουν, με αμοιβαία συγκατάθεση, μέσω των εθνικών σημείων επαφής τους, τα αταυτοποίητα προφίλ DNA που διαθέτουν με όλα τα προφίλ DNA από τα δεδομένα αναφοράς των άλλων εθνικών αρχείων DNA. Τα προφίλ αυτά παρέχονται και συγκρίνονται με αυτοματοποιημένο τρόπο. Τα αταυτοποίητα προφίλ DNA παρέχονται προς σύγκριση μόνον εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους.

2.   Εάν κράτος μέλος, μετά τη σύγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαπιστώσει ότι κάποιο από τα παρασχεθέντα προφίλ DNA αντιστοιχεί σε προφίλ που υπάρχει στα εθνικά του αρχεία DNA, παρέχει αμελλητί στο εθνικό σημείο επαφής του άλλου κράτους μέλους τα δεδομένα αναφοράς με τα οποία διαπιστώθηκε αντιστοιχία.

Άρθρο 5

Παροχή περαιτέρω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων πληροφοριών

Εάν, κατά τη διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 4, διαπιστωθεί αντιστοιχία μεταξύ προφίλ DNA, η παροχή περαιτέρω διαθέσιμων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων πληροφοριών σχετικά με τα δεδομένα αναφοράς διέπεται από το εθνικό δίκαιο του προς ο η αίτηση κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί νομικής συνδρομής.

Άρθρο 6

Εθνικό σημείο επαφής και μέτρα εφαρμογής

1.   Για τους σκοπούς της παροχής δεδομένων κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 3 και 4, κάθε κράτος μέλος ορίζει εθνικό σημείο επαφής. Οι εξουσίες των εθνικών σημείων επαφής διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

2.   Οι λεπτομερείς τεχνικές ρυθμίσεις για τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 καθορίζονται στα μέτρα εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 33.

Άρθρο 7

Συλλογή κυτταρικού υλικού και παροχή προφίλ DNA

Εάν, κατά τη διάρκεια έρευνας ή ποινικής διαδικασίας, δεν υπάρχουν διαθέσιμα προφίλ DNA για συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος του προς ο η αίτηση κράτους μέλους, το εν λόγω κράτος μέλος παρέχει νομική συνδρομή με τη συλλογή και εξέταση κυτταρικού υλικού από το πρόσωπο αυτό και με την παροχή του ληφθέντος προφίλ DNA, εφόσον:

α)

το αιτούν κράτος μέλος προσδιορίζει το σκοπό για τον οποίο απαιτείται αυτό·

β)

το αιτούν κράτος μέλος προσκομίζει ένταλμα έρευνας ή δήλωση της αρμόδιας αρχής, όπως απαιτεί το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, τα οποία αποδεικνύουν ότι οι προϋποθέσεις συλλογής και εξέτασης κυτταρικού υλικού θα επληρούντο εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο βρισκόταν στο έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους, και

γ)

σύμφωνα με το δίκαιο του προς ο η αίτηση κράτους μέλους, πληρούνται οι προϋποθέσεις συλλογής και εξέτασης κυτταρικού υλικού και παροχής των προφίλ DNA.

ΤΜΗΜΑ 2

Δεδομένα σχετικά με τα δακτυλικά αποτυπώματα

Άρθρο 8

Δεδομένα σχετικά με τα δακτυλικά αποτυπώματα

Για το σκοπό της εφαρμογής της παρούσας απόφασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα δεδομένων αναφοράς από το αρχείο για τα εθνικά συστήματα αυτοματοποιημένης αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων που έχουν δημιουργηθεί για την πρόληψη και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων. Τα δεδομένα αναφοράς περιλαμβάνουν μόνο δεδομένα σχετικά με δακτυλικά αποτυπώματα και αριθμό αναφοράς. Τα δεδομένα αναφοράς δεν πρέπει να περιέχουν δεδομένα που να επιτρέπουν την άμεση αναγνώριση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται. Τα δεδομένα αναφοράς τα οποία δεν αποδίδονται σε συγκεκριμένο πρόσωπο («αταυτοποίητα δεδομένα σχετικά με δακτυλικά αποτυπώματα») πρέπει να επισημαίνονται.

Άρθρο 9

Αυτοματοποιημένη αναζήτηση δεδομένων σχετικών με τα δακτυλικά αποτυπώματα

1.   Για την πρόληψη και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, τα κράτη μέλη παρέχουν στα εθνικά σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11, πρόσβαση στα δεδομένα αναφοράς των συστημάτων αυτοματοποιημένης αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων που έχουν δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό, με εξουσία διεξαγωγής αυτοματοποιημένων αναζητήσεων μέσω σύγκρισης των δεδομένων αυτών. Αναζητήσεις επιτρέπονται μόνο σε ατομικές περιπτώσεις και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους.

2.   Η αντιστοιχία δεδομένων σχετικά με δακτυλικά αποτυπώματα με δεδομένα αναφοράς που κατέχει το κράτος μέλος το οποίο διαχειρίζεται το αρχείο επιβεβαιώνεται από το εθνικό σημείο επαφής του αιτούντος κράτους μέλους μέσω της αυτοματοποιημένης παροχής των δεδομένων αναφοράς που απαιτούνται για τη διαπίστωση σαφούς αντιστοιχίας.

Άρθρο 10

Παροχή περαιτέρω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων πληροφοριών

Εάν, κατά τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 9, διαπιστωθεί αντιστοιχία μεταξύ δεδομένων σχετικά με δακτυλικά αποτυπώματα, η παροχή περαιτέρω διαθέσιμων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων πληροφοριών σχετικά με τα δεδομένα αναφοράς διέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί νομικής συνδρομής.

Άρθρο 11

Εθνικό σημείο επαφής και μέτρα εφαρμογής

1.   Για τους σκοπούς της παροχής δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 9, κάθε κράτος μέλος ορίζει εθνικό σημείο επαφής. Οι εξουσίες των εθνικών σημείων επαφής διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

2.   Οι λεπτομερείς τεχνικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 9 καθορίζονται στα μέτρα εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 33.

ΤΜΗΜΑ 3

Δεδομένα σχετικά με τις άδειες κυκλοφορίας οχημάτων

Άρθρο 12

Αυτοματοποιημένη αναζήτηση δεδομένων σχετικά με τις άδειες κυκλοφορίας οχημάτων

1.   Για την πρόληψη και διερεύνηση αξιόποινων πράξεων και κατά την αντιμετώπιση άλλων αδικημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων ή της εισαγγελικής υπηρεσίας στο κράτος μέλος που προβαίνει στην αναζήτηση καθώς και για τη διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας, τα κράτη μέλη παρέχουν στα εθνικά σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, πρόσβαση στα κατωτέρω δεδομένα σχετικά με άδειες κυκλοφορίας οχημάτων, με την εξουσία να διεξάγουν αυτοματοποιημένες αναζητήσεις σε ατομικές περιπτώσεις:

α)

δεδομένα σχετικά με ιδιοκτήτες ή χρήστες, και

β)

δεδομένα σχετικά με οχήματα.

Οι αναζητήσεις μπορούν να διεξάγονται μόνο με πλήρες αριθμό αμαξώματος ή πλήρη αριθμό άδειας κυκλοφορίας. Η αναζήτηση διενεργείται μόνο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που προβαίνει στην αναζήτηση αυτή.

2.   Για τους σκοπούς της παροχής δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 1, κάθε κράτος μέλος ορίζει εθνικό σημείο επαφής για τις αιτήσεις που παραλαμβάνει. Οι εξουσίες των εθνικών σημείων επαφής διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Οι λεπτομερείς τεχνικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία περιέχονται στα μέτρα εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 33.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Άρθρο 13

Παροχή δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα

Για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας προκειμένου για σημαντικά γεγονότα με διασυνοριακή διάσταση, ιδίως αθλητικές εκδηλώσεις ή συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε αυτοβούλως, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του παρέχοντος κράτους μέλους, οιαδήποτε δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα απαιτούνται για το σκοπό αυτό.

Άρθρο 14

Παροχή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας προκειμένου για σημαντικά γεγονότα με διασυνοριακή διάσταση, ιδίως αθλητικές εκδηλώσεις ή συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε αυτοβούλως, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όταν από οριστικές καταδικαστικές αποφάσεις ή άλλες περιστάσεις προκύπτουν εύλογες υπόνοιες ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα θα διαπράξουν αξιόποινες πράξεις στα πλαίσια των εν λόγω γεγονότων ή θα θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, εφόσον η παροχή των δεδομένων αυτών επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο του παρέχοντος κράτους μέλους.

2.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υφίστανται επεξεργασία μόνο για τους σκοπούς που ορίζονται στην παράγραφο 1 και για τα συγκεκριμένα γεγονότα για τα οποία έχουν παρασχεθεί. Τα παρεχόμενα δεδομένα διαγράφονται αμελλητί μόλις επιτευχθούν ή είναι πλέον αδύνατον να επιτευχθούν οι σκοποί που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα παρεχόμενα δεδομένα διαγράφονται, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο εντός έτους.

Άρθρο 15

Εθνικό σημείο επαφής

Για τους σκοπούς της παροχής δεδομένων κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 13 και 14, κάθε κράτος μέλος ορίζει εθνικό σημείο επαφής. Οι εξουσίες των εθνικών σημείων επαφής διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

Άρθρο 16

Παροχή πληροφοριών για την πρόληψη τρομοκρατικών πράξεων

1.   Για την πρόληψη τρομοκρατικών πράξεων, το κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, σε ατομικές περιπτώσεις, ακόμη και χωρίς σχετική αίτηση, να παρέχει στα εθνικά σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2, εφόσον αυτό απαιτείται διότι από ειδικές περιστάσεις προκύπτουν εύλογες υπόνοιες ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα θα διαπράξουν αξιόποινες πράξεις σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 3 της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (3).

2.   Τα δεδομένα που πρέπει να παρέχονται περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης και περιγραφή των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτουν οι εύλογες υπόνοιες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει εθνικό σημείο επαφής για την ανταλλαγή πληροφοριών με τα εθνικά σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών. Οι εξουσίες των εθνικών σημείων επαφής διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

4.   Το παρέχον κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, να επιβάλλει όρους για τη χρήση των σχετικών δεδομένων και πληροφοριών από το λαμβάνον κράτος μέλος. Το λαμβάνον κράτος μέλος δεσμεύεται από τους όρους αυτούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 17

Κοινές επιχειρήσεις

1.   Προκειμένου να αναβαθμισθεί η αστυνομική συνεργασία, οι αρμόδιες αρχές που ορίζουν τα κράτη μέλη μπορούν, κατά την τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, να προβλέπουν τη διεξαγωγή κοινών περιπολιών και άλλων κοινών επιχειρήσεων κατά τις οποίες όργανα ή άλλοι υπάλληλοι (εφεξής «όργανα») από άλλα κράτη μέλη συμμετέχουν σε επιχειρήσεις στο έδαφος κράτους μέλους.

2.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί, ως κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο και με τη συγκατάθεση του κράτους μέλους απόσπασης, να αναθέτει εκτελεστικές εξουσίες σε όργανα των κρατών μελών απόσπασης που συμμετέχουν σε κοινές επιχειρήσεις ή, εφόσον το επιτρέπει το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, να παρέχει στα όργανα των κρατών μελών απόσπασης τη δυνατότητα να ασκούν τις εκτελεστικές εξουσίες τους σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους απόσπασης. Αυτές οι εκτελεστικές εξουσίες μπορούν να ασκούνται μόνο υπό την καθοδήγηση και, κατά κανόνα, παρουσία οργάνων του κράτους μέλους υποδοχής. Τα όργανα των κρατών μελών απόσπασης υπόκεινται στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής. Το κράτος μέλος υποδοχής αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις τους.

3.   Τα όργανα των κρατών μελών απόσπασης που συμμετέχουν σε κοινές επιχειρήσεις ενεργούν σύμφωνα με τις εντολές της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής.

4.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν δηλώσεις κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 36, με τις οποίες ρυθμίζουν τις πρακτικές πτυχές της συνεργασίας.

Άρθρο 18

Συνδρομή σε σχέση με μαζικές συγκεντρώσεις, καταστροφές και σοβαρά ατυχήματα

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προβλέπουν την παροχή αμοιβαίας συνδρομής, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, σε περίπτωση μαζικών συγκεντρώσεων και ανάλογων σημαντικών γεγονότων, καταστροφών και σοβαρών ατυχημάτων, με την αποτροπή αξιόποινων πράξεων και την τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, ως εξής:

α)

με την αμοιβαία κοινοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, των καταστάσεων αυτών όταν έχουν διασυνοριακό αντίκτυπο και την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών·

β)

με τη λήψη και το συντονισμό των αναγκαίων μέτρων αστυνόμευσης στο έδαφός τους προκειμένου για καταστάσεις με διασυνοριακό αντίκτυπο·

γ)

με την απόσπαση, στο μέτρο του δυνατού, οργάνων, εμπειρογνωμόνων και συμβούλων και με την παροχή εξοπλισμού, κατ’ αίτηση του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει προκύψει η κατάσταση.

Άρθρο 19

Χρήση όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού

1.   Τα όργανα του κράτους μέλους απόσπασης που συμμετέχουν σε κοινή επιχείρηση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 17 ή 18 μπορούν να φέρουν τις εθνικές τους στολές. Μπορούν να φέρουν τα όπλα, τα πυρομαχικά και τον εξοπλισμό που τους επιτρέπει το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους απόσπασης. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαγορεύει στα όργανα του κράτους μέλους απόσπασης να φέρουν συγκεκριμένα όπλα, πυρομαχικά ή εξοπλισμό.

2.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν δηλώσεις κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 36 στις οποίες απαριθμούν τα όπλα, τα πυρομαχικά και τον εξοπλισμό που μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο στο πλαίσιο νόμιμης αυτοάμυνας ή υπεράσπισης άλλων προσώπων. Το όργανο του κράτους μέλους υποδοχής που είναι πράγματι υπεύθυνο για την επιχείρηση μπορεί, σε ατομικές περιπτώσεις, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να δώσει άδεια προς χρήση όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού για σκοπούς πέραν εκείνων που ορίζονται στην πρώτη πρόταση. Η χρήση όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής. Οι αρμόδιες αρχές αλληλοενημερώνονται σχετικά με τα επιτρεπόμενα όπλα, πυρομαχικά και εξοπλισμό καθώς και τους όρους χρήσης τους.

3.   Εφόσον τα όργανα κράτους μέλους χρησιμοποιούν οχήματα στο πλαίσιο της δράσης τους δυνάμει της παρούσας απόφασης στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπόκεινται στον αυτό κώδικα οδικής κυκλοφορίας με τα όργανα του κράτους μέλους υποδοχής, μεταξύ άλλων όσον αφορά το δικαίωμα διέλευσης και τυχόν ειδικά προνόμια.

4.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν δηλώσεις κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 36, με τις οποίες ρυθμίζουν τις πρακτικές πτυχές της χρήσης όπλων, πυρομαχικών και εξοπλισμού.

Άρθρο 20

Προστασία και συνδρομή

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στα όργανα των άλλων κρατών μελών που διέρχονται τα σύνορα, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, την ίδια προστασία και συνδρομή την οποία παρέχουν στα οικεία όργανα.

Άρθρο 21

Γενικοί κανόνες περί αστικής ευθύνης

1.   Όταν όργανα κράτους μέλους δρουν σε άλλο κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 17, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγονται ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία την οποία προκαλούν κατά τις επιχειρήσεις τους, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου δρουν.

2.   Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προκλήθηκε η ζημία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, επανορθώνει τη ζημία αυτή υπό τους όρους που ισχύουν για τις ζημίες τις οποίες προκαλούν τα δικά του όργανα.

3.   Στην περίπτωση της παραγράφου 1, το κράτος μέλος όργανα του οποίου προκάλεσαν ζημία σε οποιονδήποτε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αποζημιώνουν πλήρως το εν λόγω κράτος μέλος για τα ποσά τα οποία κατέβαλε στους παθόντες ή στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα.

4.   Όταν όργανα κράτους μέλους δρουν σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 18, το τελευταίο αυτό κράτος μέλος ευθύνεται, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, για οποιαδήποτε ζημία την οποία προκαλούν κατά τις επιχειρήσεις τους.

5.   Όταν η ζημία που αναφέρεται στην παράγραφο 4 οφείλεται σε βαρεία αμέλεια ή δόλο, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απευθυνθεί στο κράτος μέλος απόσπασης προκειμένου να του επιστραφούν τα ποσά που κατέβαλε στους παθόντες ή στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα.

6.   Με την επιφύλαξη της άσκησης των δικαιωμάτων τους έναντι τρίτων και εξαιρουμένης της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη παραιτούνται της δυνατότητας να ζητούν αποζημίωση από άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση της παραγράφου 1, για ζημία την οποία έχουν υποστεί.

Άρθρο 22

Ποινική ευθύνη

Τα όργανα που δρουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δυνάμει της παρούσας απόφασης, έχουν την ίδια μεταχείριση με τα όργανα του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά αξιόποινες πράξεις τις οποίες τυχόν διαπράττουν ή υφίστανται, εκτός εάν προβλέπεται άλλως σε άλλη συμφωνία η οποία είναι δεσμευτική για τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Άρθρο 23

Εργασιακή σχέση

Τα όργανα που δρουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δυνάμει της παρούσας απόφασης, εξακολουθούν να υπόκεινται στις διατάξεις εργατικού δικαίου που ισχύουν στο δικό τους κράτος μέλος, ειδικότερα όσον αφορά τους πειθαρχικούς κανόνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 24

Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης νοούνται ως:

α)

«επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», οποιαδήποτε εργασία ή σειρά εργασιών που εκτελείται επί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είτε με αυτόματα μέσα είτε όχι, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η διαλογή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση μέσω παροχής, διάδοσης ή άλλου τρόπου διάθεσης, η ευθυγράμμιση, ο συνδυασμός, το κλείδωμα, η διαγραφή ή η εξάλειψη δεδομένων. Η επεξεργασία κατά την έννοια της παρούσας απόφασης περιλαμβάνει επίσης την κοινοποίηση του κατά πόσον ήταν επιτυχής η αναζήτηση·

β)

«αυτοματοποιημένη διαδικασία αναζήτησης», η άμεση πρόσβαση στα αυτοματοποιημένα αρχεία άλλου φορέα, με πλήρως αυτοματοποιημένη ανταπόκριση στη διαδικασία αναζήτησης·

γ)

«χαρακτηρισμός», η επισήμανση των αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς σκοπό να περιορισθεί η επεξεργασία τους στο μέλλον·

δ)

«κλείδωμα», η επισήμανση των αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό να περιορισθεί η επεξεργασία τους στο μέλλον.

2.   Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται στα δεδομένα που παρέχονται ή έχουν παρασχεθεί δυνάμει της παρούσας απόφασης, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στα προηγούμενα κεφάλαια.

Άρθρο 25

Επίπεδο προστασίας δεδομένων

1.   Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που παρέχονται ή έχουν παρασχεθεί δυνάμει της παρούσας απόφασης, κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει στο εθνικό του δίκαιο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον ισοδύναμο με εκείνο που απορρέει από τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981 και το πρόσθετο πρωτόκολλο της 8ης Νοεμβρίου 2001 και λαμβάνει υπόψη, προς το σκοπό αυτό, τη σύσταση αριθ. R (87) 15 της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη για τη ρύθμιση της χρήσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα, ακόμη και στην περίπτωση που τα δεδομένα δεν υποβάλλονται σε αυτόματη επεξεργασία.

2.   Η παροχή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στην παρούσα απόφαση δεν μπορεί να γίνει προτού μεταφερθούν οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου στο εθνικό δίκαιο των σχετικών κρατών μελών. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα κατά πόσον έχει πληρωθεί ο όρος αυτός.

3.   Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στα κράτη μέλη στα οποία η παροχή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την παρούσα απόφαση έχει αρχίσει ήδη δυνάμει της συνθήκης της 27ης Μαΐου 2005 μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Δημοκρατίας της Αυστρίας σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του διασυνοριακού εγκλήματος και της παράνομης μετανάστευσης («συνθήκη του Prüm»).

Άρθρο 26

Σκοπός

1.   Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το λαμβάνον κράτος μέλος επιτρέπεται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους έχουν παρασχεθεί τα δεδομένα σύμφωνα με την παρούσα απόφαση. H επεξεργασία για άλλους σκοπούς επιτρέπεται μόνο με προηγούμενη άδεια του κράτους μέλους που διαχειρίζεται το φάκελο και υπό την επιφύλαξη μόνον του εθνικού δικαίου του λαμβάνοντος κράτους μέλους. Η άδεια αυτή παρέχεται εφόσον η εν λόγω επεξεργασία για τους συγκεκριμένους άλλους σκοπούς επιτρέπεται δυνάμει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους που χειρίζεται το φάκελο.

2.   Η επεξεργασία των δεδομένων που παρέχονται σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4 και 9 από το κράτος μέλος αναζήτησης ή σύγκρισης επιτρέπεται μόνον προκειμένου:

α)

να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ των συγκρινόμενων προφίλ DNA ή δεδομένων σχετικά με δακτυλικά αποτυπώματα·

β)

να προετοιμασθεί και να υποβληθεί αστυνομική ή δικαστική αίτηση νομικής συνδρομής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, σε περίπτωση αντιστοιχίας μεταξύ των δεδομένων αυτών·

γ)

να πραγματοποιηθεί καταγραφή κατά την έννοια του άρθρου 30.

Το κράτος μέλος που χειρίζεται το φάκελο επεξεργάζεται τα δεδομένα που του παρέχονται σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4 και 9 μόνον όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της σύγκρισης, των αυτόματων απαντήσεων στις αναζητήσεις ή των καταγραφών σύμφωνα με το άρθρο 30. Τα παρεχόμενα δεδομένα διαγράφονται αμέσως μετά τη σύγκριση των δεδομένων ή τις αυτόματες απαντήσεις στις αναζητήσεις, εκτός εάν απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου.

3.   Τα δεδομένα που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 12 χρησιμοποιούνται από το κράτος μέλος που χειρίζεται το φάκελο μόνον όταν αυτό απαιτείται για το σκοπό των αυτόματων απαντήσεων σε διαδικασίες αναζήτησης ή των καταγραφών που προβλέπονται στο άρθρο 30. Τα παρεχόμενα δεδομένα διαγράφονται αμέσως μετά τις αυτόματες απαντήσεις στις αναζητήσεις, εκτός εάν απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία για τις καταγραφές που προβλέπονται στο άρθρο 30. Το κράτος μέλος αναζήτησης μπορεί να χρησιμοποιεί τα δεδομένα που περιέχονται στην απάντηση μόνο για τη διαδικασία για την οποία έλαβε χώρα η αναζήτηση.

Άρθρο 27

Αρμόδιες αρχές

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία μόνο από τις αρχές, τους φορείς και τα δικαστήρια που είναι αρμόδια για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 26. Ιδίως, παρέχονται δεδομένα σε άλλες οντότητες μόνο με προηγούμενη άδεια του παρέχοντος κράτους μέλους και σύμφωνα με το δίκαιο του λαμβάνοντος κράτους μέλους.

Άρθρο 28

Ακρίβεια, επίκαιρος χαρακτήρας και διάρκεια αποθήκευσης των δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν την ακρίβεια και τον επίκαιρο χαρακτήρα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εάν προκύπτει αυτοδικαίως (ex officio) ή από κοινοποίηση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα ότι έχουν παρασχεθεί εσφαλμένα δεδομένα ή δεδομένα που δεν θα έπρεπε να έχουν παρασχεθεί, αυτό κοινοποιείται αμελλητί στο λαμβάνον κράτος μέλος ή τα λαμβάνοντα κράτη μέλη. Το σχετικό κράτος μέλος ή τα σχετικά κράτη μέλη υποχρεούνται να διορθώσουν ή να διαγράψουν τα δεδομένα. Επιπλέον, τα παρεχόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διορθώνονται, εφόσον διαπιστώνεται ότι είναι εσφαλμένα. Εάν ο λαμβάνων φορέας εύλογα θεωρεί ότι τα παρασχεθέντα δεδομένα είναι εσφαλμένα ή ότι θα έπρεπε να διαγραφούν, ενημερώνει πάραυτα το φορέα ο οποίος τα παρέσχε.

2.   Τα δεδομένα των οποίων η ακρίβεια αμφισβητείται από το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται και των οποίων η ακρίβεια ή ανακρίβεια δεν δύναται να αποδειχθεί, επισημαίνονται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών και κατ’ αίτηση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. Εφόσον υπάρχει επισήμανση, μπορεί να αφαιρείται υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου των κρατών μελών και μόνο με την άδεια του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα ή βάσει αποφάσεως του αρμόδιου δικαστηρίου ή της ανεξάρτητης αρχής προστασίας δεδομένων.

3.   Τα παρασχεθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουν παρασχεθεί ή ληφθεί, διαγράφονται. Τα δεδομένα τα οποία έχουν παρασχεθεί και ληφθεί νομίμως διαγράφονται:

α)

αν δεν απαιτούνται πλέον για το σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν· όταν παρέχονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς να έχουν ζητηθεί, ο λαμβάνων φορέας ελέγχει κατά πόσον είναι αναγκαία για τους σκοπούς για τους οποίους έχουν παρασχεθεί·

β)

μετά την παρέλευση της μέγιστης περιόδου διατήρησης των δεδομένων που ορίζει το εθνικό δίκαιο του παρέχοντος κράτους μέλους, εφόσον ο παρέχων φορέας ενημέρωσε τον λαμβάνοντα φορέα για την εν λόγω μέγιστη περίοδο κατά την παροχή των δεδομένων.

Εφόσον μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι η διαγραφή αυτή θα έθιγε τα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, τα δεδομένα κλειδώνονται αντί να διαγραφούν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Τα κλειδωμένα δεδομένα μπορούν να παρέχονται ή να χρησιμοποιούνται μόνον για το σκοπό ο οποίος εμπόδισε τη διαγραφή τους.

Άρθρο 29

Τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την εξασφάλιση της προστασίας και ασφάλειας των δεδομένων

1.   Οι παρέχοντες και λαμβάνοντες φορείς λαμβάνουν μέτρα για την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά της τυχαίας ή μη εξουσιοδοτημένης καταστροφής, τυχαίας απώλειας, μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, μη εξουσιοδοτημένης ή τυχαίας αλλοίωσης και μη εξουσιοδοτημένης κοινολόγησης.

2.   Τα χαρακτηριστικά των τεχνικών προδιαγραφών της αυτοματοποιημένης διαδικασίας αναζήτησης ρυθμίζονται στα μέτρα εφαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 33, τα οποία εξασφαλίζουν ότι:

α)

λαμβάνονται τα πλέον σύγχρονα τεχνικά μέτρα για την αποτελεσματική προστασία και ασφάλεια των δεδομένων, ιδίως όσον αφορά την εμπιστευτικότητα και την ακεραιότητά τους·

β)

χρησιμοποιούνται διαδικασίες κρυπτογράφησης και αδειοδότησης που αναγνωρίζονται από τις αρμόδιες αρχές κατά την προσφυγή σε δίκτυα γενικής πρόσβασης, και

γ)

μπορεί να ελεγχθεί το παραδεκτό των αναζητήσεων σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφοι 2, 4 και 5.

Άρθρο 30

Καταγραφή: ειδικοί κανόνες που διέπουν την αυτοματοποιημένη και τη μη αυτοματοποιημένη παροχή

1.   Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι καταγράφεται κάθε μη αυτοματοποιημένη παροχή και κάθε μη αυτοματοποιημένη λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το φορέα που διαχειρίζεται το φάκελο και το φορέα αναζήτησης προκειμένου να εξακριβώνεται το παραδεκτό της παροχής. Η καταγραφή περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το λόγο της παροχής·

β)

τα παρεχόμενα δεδομένα·

γ)

την ημερομηνία της παροχής, και

δ)

το όνομα ή τον κωδικό αναφοράς του φορέα αναζήτησης και του φορέα που χειρίζεται το φάκελο.

2.   Τα κατωτέρω εφαρμόζονται στις αυτοματοποιημένες αναζητήσεις δεδομένων βάσει των άρθρων 3, 9 και 12 και στην αυτοματοποιημένη σύγκριση σύμφωνα με το άρθρο 4:

α)

Μόνο ειδικά εξουσιοδοτημένα όργανα των εθνικών σημείων επαφής μπορούν να διενεργούν αυτοματοποιημένες αναζητήσεις ή συγκρίσεις. Ο κατάλογος των εν λόγω εξουσιοδοτημένων οργάνων διατίθεται, κατόπιν αιτήσεως, στις αρχές ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 5 και στα λοιπά κράτη μέλη.

β)

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε παροχή και λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το φορέα που διαχειρίζεται το φάκελο και το φορέα αναζήτησης καταγράφεται, συμπεριλαμβανομένης της κοινοποίησης του κατά πόσον ήταν επιτυχής η αναζήτηση. Η καταγραφή περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

i)

τα παρεχόμενα δεδομένα,

ii)

την ημερομηνία και την ακριβή χρονική στιγμή της παροχής, και

iii)

το όνομα ή τον κωδικό αναφοράς του φορέα αναζήτησης και του φορέα που χειρίζεται το φάκελο.

Ο φορέας αναζήτησης καταγράφει επίσης το λόγο της αναζήτησης ή παροχής καθώς και την αναγνωριστική μονάδα του οργάνου που διεξήγαγε την αναζήτηση και του οργάνου που παρήγγειλε την αναζήτηση ή την παροχή.

3.   Ο φορέας που προβαίνει στην καταγραφή γνωστοποιεί αμέσως τα καταγραφέντα δεδομένα κατόπιν αιτήσεως στις αρμόδιες αρχές προστασίας δεδομένων του σχετικού κράτους μέλους, το αργότερο εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήψη της αίτησης. Τα καταγραφέντα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνον για τους εξής σκοπούς:

α)

παρακολούθηση της προστασίας των δεδομένων·

β)

ασφάλεια των δεδομένων.

4.   Τα καταγραφέντα δεδομένα προστατεύονται με κατάλληλα μέτρα έναντι της ανάρμοστης χρήσης και άλλων μορφών αντικανονικής χρήσης, διατηρούνται δε επί δύο έτη. Μετά την περίοδο διατήρησης, τα καταγραφέντα δεδομένα διαγράφονται αμέσως.

5.   Υπεύθυνες για τους νομικούς ελέγχους όσον αφορά την παροχή ή τη λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι οι ανεξάρτητες αρχές προστασίας δεδομένων ή, αναλόγως της περίπτωσης, οι δικαστικές αρχές των αντίστοιχων κρατών μελών. Οποιοσδήποτε μπορεί να ζητήσει από τις αρχές αυτές να ελέγξουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων που τον αφορούν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ανεξάρτητα από τέτοια αιτήματα, οι εν λόγω αρχές και οι φορείς που είναι υπεύθυνοι για την καταγραφή διενεργούν τυχαίους ελέγχους της νομιμότητας της παροχής, βάσει των σχετικών φακέλων.

Τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών διατηρούνται προς επιθεώρηση επί 18 μήνες από τις ανεξάρτητες αρχές προστασίας δεδομένων. Μετά την παρέλευση του διαστήματος αυτού, καταστρέφονται αμέσως. Κάθε αρχή προστασίας δεδομένων μπορεί να καλείται από την ανεξάρτητη αρχή προστασίας δεδομένων άλλου κράτους μέλους να ασκήσει τα καθήκοντά της σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Οι ανεξάρτητες αρχές προστασίας δεδομένων των κρατών μελών εκτελούν τα καθήκοντα επιθεώρησης που απαιτούνται για την αμοιβαία συνεργασία, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών.

Άρθρο 31

Δικαιώματα ενημέρωσης και αποζημίωσης των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα

1.   Αν το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα υποβάλει σχετική αίτηση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, λαμβάνει, κατόπιν αποδείξεως της ταυτότητάς του, πληροφορίες —οι οποίες του παρέχονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, χωρίς υπέρμετρη δαπάνη, με γενικά κατανοητή διατύπωση και χωρίς απαράδεκτες καθυστερήσεις— σχετικά με τα δεδομένα τα οποία υποβλήθηκαν σε επεξεργασία όσον αφορά τα προσωπικά του στοιχεία, την προέλευσή τους, τον αποδέκτη ή τις ομάδες αποδεκτών, τον επιδιωκόμενο σκοπό της επεξεργασίας και, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τη νομική βάση της επεξεργασίας. Επιπλέον, το οικείο πρόσωπο δικαιούται να ζητεί τη διόρθωση των ανακριβών δεδομένων και τη διαγραφή των δεδομένων που υποβλήθηκαν παράνομα σε επεξεργασία. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι το εν λόγω πρόσωπο, σε περίπτωση παράβασης των δικαιωμάτων του όσον αφορά την προστασία των δεδομένων, έχει πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα ενώπιον ανεξάρτητου δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή ενώπιον ανεξάρτητης αρχής ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 28 της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (4), και ότι του παρέχεται η δυνατότητα να ζητήσει αποζημίωση ή άλλης μορφής ικανοποίηση. Η λεπτομερής διαδικασία άσκησης των δικαιωμάτων αυτών και οι λόγοι περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης διέπονται από τις οικείες εθνικές διατάξεις του κράτους μέλους στο οποίο ασκεί τα δικαιώματά του το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα.

2.   Σε περίπτωση παροχής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας απόφασης από φορέα κράτους μέλους, ο λαμβάνων φορέας του άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ανακρίβεια των παρασχεθέντων δεδομένων ως λόγο προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη του έναντι του ζημιωθέντος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Εάν ο λαμβάνων φορέας καταδικασθεί στην καταβολή αποζημίωσης λόγω χρήσης ανακριβών δεδομένων τα οποία του διαβιβάσθηκαν, ο φορέας παροχής των δεδομένων επιστρέφει πλήρως στον λαμβάνοντα φορέα το ποσό της αποζημίωσης.

Άρθρο 32

Ενημέρωση κατ’ αίτηση των κρατών μελών

Το λαμβάνον κράτος μέλος ενημερώνει το παρέχον κράτος μέλος ύστερα από αίτημά του σχετικά με την επεξεργασία των παρασχεθέντων δεδομένων και το αποτέλεσμα της επεξεργασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 33

Μέτρα εφαρμογής

Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης σε επίπεδο Ένωσης.

Άρθρο 34

Δαπάνες

Κάθε κράτος μέλος βαρύνεται με τις επιχειρησιακές δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι αρχές του σε σχέση με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης. Σε ειδικές περιπτώσεις, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνούν διαφορετικούς διακανονισμούς.

Άρθρο 35

Σχέση με άλλες πράξεις

1.   Για τα οικεία κράτη μέλη, οι σχετικές διατάξεις της παρούσας απόφασης εφαρμόζονται αντί των αντίστοιχων διατάξεων που περιέχονται στη συνθήκη του Prüm. Οποιαδήποτε άλλη διάταξη της συνθήκης του Prüm εξακολουθεί να εφαρμόζεται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της.

2.   Με την επιφύλαξη των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει δυνάμει άλλων πράξεων που έχουν εγκριθεί δυνάμει του τίτλου VI της συνθήκης:

α)

τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς σχετικά με τη διασυνοριακή συνεργασία που ισχύουν κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης, στο βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες ή διακανονισμοί δεν αντίκεινται στους στόχους της παρούσας απόφασης·

β)

τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν ή να θέτουν σε ισχύ διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς σχετικά με τη διασυνοριακή συνεργασία μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, στο βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες ή διακανονισμοί προβλέπουν την επέκταση ή διεύρυνση των στόχων της παρούσας απόφασης.

3.   Οι συμφωνίες και διακανονισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν μπορούν να επηρεάζουν τις σχέσεις με τα κράτη μέλη που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη.

4.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, εντός τεσσάρων εβδομάδων από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, τις ισχύουσες συμφωνίες ή διακανονισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο α), των οποίων επιθυμούν να συνεχίσουν την εφαρμογή.

5.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν επίσης στο Συμβούλιο και την Επιτροπή όλες τις νέες συμφωνίες ή διακανονισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 2 στοιχείο β), εντός τριών μηνών από την υπογραφή τους ή, στην περίπτωση πράξεων που έχουν υπογραφεί πριν από την έκδοση της παρούσας απόφασης, εντός τριών μηνών από την έναρξη της ισχύος τους.

6.   Η παρούσα απόφαση δεν επηρεάζει κατά κανέναν τρόπο τις διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.

7.   Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τις υπάρχουσες συμφωνίες για τη δικαστική συνδρομή ή την αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων.

Άρθρο 36

Εφαρμογή και δηλώσεις

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της παρούσας απόφασης εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, με την εξαίρεση των διατάξεων του κεφαλαίου 2 για τις οποίες τα αναγκαία μέτρα λαμβάνονται εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης και της απόφασης του Συμβουλίου για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή για την ολοκλήρωση των υποχρεώσεών τους βάσει της παρούσας απόφασης, και υποβάλλουν τις δηλώσεις που προβλέπει η παρούσα απόφαση. Στα πλαίσια της ενημέρωσης αυτής, κάθε κράτος μέλος μπορεί να δηλώνει ότι θα εφαρμόσει αμέσως την παρούσα απόφαση στις σχέσεις του με τα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση.

3.   Οι δηλώσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορούν να τροποποιούνται ανά πάσα στιγμή με την υποβολή δήλωσης στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου. Η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου διαβιβάζει όλες τις δηλώσεις που παραλαμβάνει στα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

4.   Βάσει των ανωτέρω στοιχείων και τυχόν άλλων πληροφοριών που παρέχουν τα κράτη μέλη εφόσον τους ζητηθεί, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έως τις 28 Ιουλίου 2012 έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης συνοδευόμενη από προτάσεις που θεωρούνται σκόπιμες για οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια.

Άρθρο 37

Εφαρμογή

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Λουξεμβούργο, 23 Ιουνίου 2008.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

I. JARC


(1)  Γνώμη της 10ης Ιουνίου 2007 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ L 386 της 29.12.2006, σ. 89.

(3)  ΕΕ L 164 της 22.6.2002, σ. 3.

(4)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).


Top