EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 22006D0192

2006/192/ΕΚ: Απόφαση αριθ. 5/2004 της Επιτροπής των Πρέσβεων ΑΚΕ-ΕΚ, της 17ης Δεκεμβρίου 2004 , σχετικά με τον δημοσιονομικό κανονισμό του Κέντρου Ανάπτυξης Επιχειρήσεων

OJ L 70, 9.3.2006, p. 52–62 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
OJ L 270M , 29.9.2006, p. 316–326 (MT)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2006/192/oj

9.3.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 70/52


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 5/2004 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΤΩΝ ΠΡΈΣΒΕΩΝ ΑΚΕ-ΕΚ

της 17ης Δεκεμβρίου 2004

σχετικά με τον δημοσιονομικό κανονισμό του Κέντρου Ανάπτυξης Επιχειρήσεων

(2006/192/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΡΕΣΒΕΩΝ ΑΚΕ-ΕΚ,

Έχοντας υπόψη:

τη συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ, αφενός των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού και αφετέρου, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, που υπογράφηκε στο Κοτονού, στις 23 Ιουνίου 2000 (1), καλούμενης εφεξής «η συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 6 του παραρτήματος ΙΙΙ της εν λόγω συμφωνίας,

την εσωτερική συμφωνία της 12ης Σεπτεμβρίου 2000 μεταξύ των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, που συνεδρίασαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, σχετικά με τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση της κοινοτικής βοήθειας που παρέχεται βάσει του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας,

το δημοσιονομικό κανονισμό ο οποίος εφαρμόζεται στο ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (9ο ΕΤΑ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η επιτροπή των πρέσβεων θα πρέπει, μετά την υπογραφή της συμφωνίας να θεσπίσει το δημοσιονομικό κανονισμό του Κέντρου Ανάπτυξης Επιχειρήσεων, καλούμενου εφεξής «το Κέντρο»,

(2)

Η επιτροπή των πρέσβεων θα πρέπει να ορίσει τις διαδικασίες έγκρισης του προϋπολογισμού του Κέντρου,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

I.   ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΙΣΟΣΚΕΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ

Άρθρο 1

1.   Όλα τα έσοδα και τα έξοδα του Κέντρου πρέπει να περιλαμβάνονται σε προβλέψεις βασισμένες σε τεκμηριωμένο από άποψη δαπανών ετήσιο πρόγραμμα εργασίας, το οποίο θα καταρτισθεί για κάθε δημοσιονομικό έτος και πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

2.   Τα έσοδα και τα έξοδα που εγγράφονται στον προϋπολογισμό, πρέπει να είναι ισοσκελισμένα.

Άρθρο 2

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται και εκτελείται σε ευρώ και οι λογαριασμοί εμφανίζονται σε ευρώ. Εντούτοις, για τις ανάγκες του ταμείου, ο υπόλογος και, στην περίπτωση των παγίων προκαταβολών, οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών είναι εξουσιοδοτημένοι να πραγματοποιούν πράξεις σε εθνικά νομίσματα των χωρών ΑΚΕ καθώς και της ΕΕ.

Άρθρο 3

1.   Τα έσοδα περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης, το ποσό που εισπράττεται από φόρους επί των αποδοχών, των μισθών και άλλων αμοιβών που καταβάλλονται από το Κέντρο, καθώς και διάφορες άλλες εισπράξεις.

2.   Τα έσοδα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν συνεισφορές άλλων χορηγών στον προϋπολογισμό του Κέντρου.

3.   Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του καταστατικού του και των διαδικαστικών κανόνων, το Κέντρο δύναται επίσης να διαχειρίζεται εξ ονόματος τρίτων πόρους που προορίζονται για την άσκηση δραστηριοτήτων που προβλέπονται στη συμφωνία. Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για τη διαχείριση των εν λόγω πόρων καθορίζονται στο άρθρο 37 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 4

Οι προβλέψεις δαπανών περιλαμβάνουν δαπάνες λειτουργίας και παρέμβασης. Μεταξύ των εν λόγω δύο ειδών δαπανών πρέπει να γίνεται σαφής διαχωρισμός.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

Άρθρο 5

1.   Το δημοσιονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου.

2.   Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό επιτρέπονται για την περίοδο ενός δημοσιονομικού έτους.

α)

Εντούτοις, οι πιστώσεις που έχουν δεόντως αναληφθεί κατά τη διάρκεια ενός δημοσιονομικού έτους, αλλά δεν έχουν καταβληθεί μέχρι στις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους, μεταφέρονται αυτομάτως μόνο στο επόμενο δημοσιονομικό έτος. Οι πιστώσεις που μεταφέρονται κατά τον τρόπο αυτό, πρέπει να εντοπίζονται σαφώς στους λογαριασμούς του τρέχοντος οικονομικού έτους.

β)

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις που εφαρμόζονται για μακροπρόθεσμα σχέδια, ο διευθυντής δύναται να εγκρίνει τη μεταφορά πιστώσεων για δεύτερο συνεχές έτος. Στους λογαριασμούς πρέπει να εμφανίζονται οι μεταφερθείσες κατά τον τρόπο αυτό πιστώσεις. Εντούτοις, ο διευθυντής ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο, κατά την επόμενη συνεδρίασή του, σχετικά με την εν λόγω απόφασή του.

γ)

Κατά τη λήξη της ισχύος κάθε χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας, οι τυχόν πιστώσεις που έχουν αναληφθεί αλλά δεν έχουν ακόμα καταβληθεί, μεταφέρονται αυτόματα στο επόμενο χρηματοδοτικό πρωτόκολλο της συμφωνίας. Οι αναληφθείσες πιστώσεις που δεν έχουν ακόμα καταβληθεί κατά τη λήξη ισχύος της συμφωνίας, μεταφέρονται αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, μεταξύ της εν λόγω συμφωνίας και της επομένης, ή, ενδεχομένως, κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο εκκαθάρισης.

δ)

Σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, οι εναπομένουσες πιστώσεις κατά τη λήξη του δημοσιονομικού έτους, διατίθενται εκ νέου για τους επόμενους προϋπολογισμούς.

3.   Εφόσον, κατά την αρχή του δημοσιονομικού έτους, ο προϋπολογισμός για το έτος αυτό δεν έχει εγκριθεί, ο διευθυντής, για να διασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του Κέντρου, επιτρέπει την ανάληψη υποχρεώσεων, την έγκριση και την πληρωμή μηνιαίων διοικητικών και λειτουργικών δαπανών, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω μηνιαίες δαπάνες για το τρέχον έτος δεν δύνανται ωστόσο να υπερβαίνουν το ένα δωδέκατο των αντίστοιχων πιστώσεων, για κάθε άρθρο, που έχουν εγκριθεί στον προϋπολογισμό του προηγουμένου έτους.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Άρθρο 6

1.   Οι πιστώσεις του προϋπολογισμού χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας.

2.   Η αρχή της οικονομίας ορίζει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από το Κέντρο για την άσκηση των δραστηριοτήτων του, καθίστανται εγκαίρως διαθέσιμα στην ενδεδειγμένη ποσότητα και ποιότητα και στην καλύτερη τιμή.

Η αρχή της αποδοτικότητας αφορά την καλύτερη σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων και επιτευχθέντων αποτελεσμάτων.

Η αρχή της αποτελεσματικότητας αφορά την υλοποίηση των συγκεκριμένων στόχων που έχουν τεθεί και την επίτευξη των αναμενόμενων αποτελεσμάτων.

3.   Για όλους τους τομείς δραστηριότητας που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό, προσδιορίζονται στόχοι ειδικοί, μετρήσιμοι, επιτεύξιμοι, σχετικοί και χρονικά προγραμματισμένοι. Η επίτευξη των εν λόγω στόχων παρακολουθείται μέσω δεικτών απόδοσης για κάθε δραστηριότητα και παρέχεται ενημέρωση στη Γενική Διεύθυνση από τον διευθυντή. Η εν λόγω ενημέρωση παρέχεται το αργότερο κάθε έτος με τα έγγραφα που συνοδεύουν το προσχέδιο προϋπολογισμού και πρέπει να παρέχεται μαζί με τα έγγραφα που υποβάλλονται στην Επιτροπή για την αιτιολόγηση του ετήσιου κονδυλίου που ζητά το Κέντρο από το ΕΤΑ.

4.   Για τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων, το Κέντρο διεξάγει τακτικά εκ των προτέρων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις των προγραμμάτων ή δραστηριοτήτων, σύμφωνα με πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης που θα καταρτιστεί κατόπιν συμφωνίας με την Επιτροπή. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης περιλαμβάνονται στα έγγραφα που κοινοποιούνται στην Επιτροπή με σκοπό την αιτιολόγηση του ετήσιου ποσού το οποίο ζητά το Κέντρο από το ΕΤΑ.

II.   ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Άρθρο 7

1.   Εντός των ορίων του συνολικού προϋπολογισμού που διατίθεται για το Κέντρο βάσει του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου, αυξημένου με τις πιθανές συνεισφορές από άλλους χορηγούς, και βάσει των γενικών κατευθύνσεων που έχουν καθοριστεί με την εγκριθείσα από την Επιτροπή στρατηγική, ο διευθυντής καταρτίζει σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας και τον σχετικό προϋπολογισμό. Το εν λόγω σχέδιο διαβιβάζεται στο διοικητικό συμβούλιο, το αργότερο στις 15 Ιουλίου του έτους που προηγείται της εκτέλεσής του.

Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και ο σχετικός προϋπολογισμός εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο, μέχρι στις 31 Ιουλίου και υποβάλλονται στην επιτροπή των πρέσβεων για έγκριση. Ο προϋπολογισμός διαβιβάζεται στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Επιτροπή), η οποία κινεί τις ισχύουσες κοινοτικές διαδικασίες όσον αφορά την αιτούμενη από το ΕΤΑ συνεισφορά, βάσει της προβλεπομένης προς τον σκοπό αυτό χωριστής διάθεσης πιστώσεων.

2.   Ο προϋπολογισμός είναι διαθέσιμος για την ανάληψη υποχρεώσεων μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια κοινοτική αρχή λαμβάνει την απόφαση χρηματοδότησης για την αιτούμενη συνεισφορά από το ΕΤΑ. Το Κέντρο ενημερώνεται σχετικά με την εν λόγω απόφαση.

3.   Οι όροι και οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τη συνεισφορά του ΕΤΑ, καθορίζονται στη συμφωνία χρηματοδότησης που υπογράφεται μεταξύ του Κέντρου και της Επιτροπής.

4.   Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει τις κατάλληλες προβλέψεις εσόδων από άλλους χορηγούς.

Άρθρο 8

1.   Οι ημερομηνίες για την καταβολή της συνεισφοράς του ΕΤΑ καθορίζονται στη συμφωνία χρηματοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3. Πρέπει επίσης να αφαιρείται η συνεισφορά από προηγούμενα δημοσιονομικά έτη, η οποία αντιπροσωπεύει ακυρωθείσες δαπάνες.

2.   Ο προϋπολογισμός υποδιαιρείται σε τίτλους (γραμμές του προϋπολογισμού), κεφάλαια, άρθρα και θέσεις, ανάλογα με τη φύση ή τους σκοπούς των εσόδων ή δαπανών.

Άρθρο 9

Εφόσον παρίσταται ανάγκη, ο διευθυντής υποβάλλει σχέδιο συμπληρωματικού ή διορθωτικού προϋπολογισμού, το οποίο εξετάζεται και εγκρίνεται κατά τον ίδιο τρόπο και σύμφωνα με τις ίδιες διαδικασίες με εκείνες του προϋπολογισμού που περιλαμβάνει τις αρχικές προβλέψεις.

III.   ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Άρθρο 10

1.   Ο διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό με δική του ευθύνη, σύμφωνα με τις αρχές του τμήματος Ι, και εντός των ορίων των εγκεκριμένων πιστώσεων. Υποβάλλει έκθεση στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με τη διαχείριση του προϋπολογισμού.

2.   Οι εγκριθείσες πιστώσεις χρησιμοποιούνται μόνο σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες του δημοσιονομικού κανονισμού και ειδικότερα την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 6.

Άρθρο 11

1.   Κανένα έσοδο δεν εισπράττεται και καμία δαπάνη δεν πραγματοποιείται εάν δεν έχει πιστωθεί ή χρεωθεί στο κατάλληλο άρθρο του προϋπολογισμού.

Δεν δύνανται να αναληφθούν ή να εγκριθούν δαπάνες καθ’ υπέρβαση των εγκεκριμένων πιστώσεων για το συγκεκριμένο δημοσιονομικό έτος ή των πιστώσεων που έχουν μεταφερθεί από προηγούμενα δημοσιονομικά έτη.

2.   Τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται πλήρως στους λογαριασμούς χωρίς καμία προσαρμογή του ενός σε σχέση με το άλλο.

Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό, τα ακόλουθα δύνανται να αφαιρεθούν από τα εγκριθέντα ποσά:

α)

πρόστιμα που επιβάλλονται για τμήμα της σύμβασης·

β)

αναπροσαρμογή ποσών που κατεβλήθησαν εσφαλμένα, με τη μείωση, επ’ ευκαιρία επακόλουθης εκκαθάρισης στο πλαίσιο του κεφαλαίου, του άρθρου και του δημοσιονομικού έτους, κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκε η εν λόγω καθ’ υπέρβαση πληρωμή·

γ)

η αξία των οχημάτων, του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων που παρέχονται ως αντάλλαγμα κατά την αγορά νέων προϊόντων του ιδίου είδους· η καθαρή τιμή αγοράς εγγράφεται στους λογαριασμούς ως το ιστορικό κόστος για τον προσδιορισμό της αξίας απογραφής.

Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό, δύνανται να επαναχρησιμοποιηθούν τα ακόλουθα:

α)

επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών·

β)

έσοδα από πληρωμές ασφαλίστρων·

γ)

τα έσοδα από την πώληση οχημάτων, εξοπλισμού και εγκαταστάσεων που αποσύρονται με την ευκαιρία της αντικατάστασής τους·

δ)

τα έσοδα από την πώληση δημοσιεύσεων του Κέντρου.

Άρθρο 12

1.   Οι μεταφορές μεταξύ τίτλων αποφασίζονται από τον διευθυντή, με εξαίρεση την περίπτωση μεταφορών από ή προς άρθρα που αφορούν τις αποδοχές του προσωπικού. Ο διευθυντής ενημερώνει σχετικά με τις αποφάσεις του το διοικητικό συμβούλιο κατά την επόμενη συνεδρίασή του.

Οι μεταφορές μεταξύ τίτλων, εφόσον πρόκειται για άρθρα που αφορούν τις αποδοχές του προσωπικού, αποφασίζονται από το διοικητικό συμβούλιο, βάσει προτάσεως του διευθυντή.

2.   Οι μεταφορές μεταξύ κεφαλαίων και στο εσωτερικό κεφαλαίων αποφασίζονται από τον διευθυντή, ο οποίος ενημερώνει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 13

Τα έσοδα του Κέντρου καταβάλλονται σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που έχουν ανοιχθεί στο όνομα του Κέντρου.

IV.   ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 14

1.   Ο δημοσιονομικός έλεγχος ασκείται από δημοσιονομικό ελεγκτή και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, από έναν ή περισσότερους βοηθούς ελεγκτές, όλοι, δε, πρέπει να διαθέτουν την κατάλληλη πείρα στον τομέα των δημοσιονομικών κανονισμών διεθνών οργανισμών.

2.   Για διοικητικούς λόγους, ο ελεγκτής υποβάλλει έκθεση απευθείας στον διευθυντή, ενώ οι βοηθοί ελεγκτές αναφέρουν απευθείας στον ελεγκτή.

3.   Ο ελεγκτής και οι βοηθοί ελεγκτές ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο. Ο ελεγκτής και οι βοηθοί ελεγκτές δεσμεύονται από τον ισχύοντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Εντούτοις, κάθε μέτρο που αφορά πειθαρχικές πράξεις, την παύση, τη λήξη της περιόδου απασχόλησης ή δικαστικές διώξεις, πρέπει να προσυπογράφεται από το διοικητικό συμβούλιο, βάσει πλήρως αιτιολογημένης πρότασης του διευθυντή.

4.   Πριν την εξουσιοδότηση πράξης από διατάκτη, πρέπει να επαληθεύονται από τον δημοσιονομικό έλεγχο οι λειτουργικές και δημοσιονομικές πτυχές. Η εν λόγω επαλήθευση σκοπεί να διασφαλίσει ότι:

α)

η δαπάνη είναι νόμιμη και σύμφωνη με τις ισχύουσες διατάξεις·

β)

έχει εφαρμοστεί η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του άρθρου 6.

Η εν λόγω επαλήθευση οδηγεί στη χορήγηση ή την άρνηση της έγκρισης.

Ο δημοσιονομικός ελεγκτής παρέχει την έγκρισή του μόνον εφόσον κρίνει ότι πληρούνται οι ανωτέρω όροι. Σε κάθε περίπτωση αρνήσεως της έγκρισης, ο δημοσιονομικός ελεγκτής πρέπει να υποβάλλει γραπτώς παρατηρήσεις διευκρινίζοντας τους λόγους της άρνησης, που κοινοποιούνται στον διευθυντή.

Εκτός από περιπτώσεις ανεπάρκειας των πιστώσεων, ο διευθυντής δύναται, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, την οποία λαμβάνει με αποκλειστική ευθύνη του, να μη λάβει υπόψη την άρνηση του δημοσιονομικού ελεγκτή. Η εν λόγω απόφαση είναι τελική και δεσμευτική και ανακοινώνεται προς ενημέρωση στο δημοσιονομικό ελεγκτή. Ο διευθυντής ενημερώνει γραπτώς το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με τη λήψη των εν λόγω αποφάσεων, κατά την επόμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.

Ο δημοσιονομικός ελεγκτής έχει πρόσβαση σε όλα τα δικαιολογητικά στοιχεία, καθώς και σε κάθε άλλο έγγραφο που αφορά τις δαπάνες και τα έσοδα που πρόκειται να ελεγχθούν. Δύναται επίσης να προβεί σε επαληθεύσεις επιτόπου.

5.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο ελεγκτής και οι βοηθοί ελεγκτές απολαύουν πλήρους ανεξαρτησίας. Δεν λαμβάνουν τυχόν οδηγίες και δεν τους επιβάλλονται περιορισμοί όσον αφορά την εκτέλεση της αποστολής που τους έχει ανατεθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος δημοσιονομικού κανονισμού, συνεπεία του διορισμού τους.

6.   Ο διευθυντής δύναται να ζητήσει από το δημοσιονομικό ελεγκτή να γνωμοδοτήσει για θέματα που αφορούν τη διάγνωση, την οργάνωση, τη βελτίωση των εσωτερικών διαδικασιών του Κέντρου. Ο διευθυντής δύναται επίσης να ζητήσει από τον δημοσιονομικό ελεγκτή να προβεί σε επαληθεύσεις εγγράφων και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, σε επιτόπου επαληθεύσεις για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των πράξεων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό.

7.   Κατά το πέρας κάθε δημοσιονομικού έτους, και το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου του επομένου έτους, ο δημοσιονομικός ελεγκτής συντάσσει έκθεση επί των δραστηριοτήτων, στην οποία γνωμοδοτεί σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Υποβάλλει την έκθεσή του στον διευθυντή, ο οποίος τη διαβιβάζει, ενδεχομένως μαζί με τις δικές του παρατηρήσεις, στο διοικητικό συμβούλιο, κατά την επόμενη συνεδρίασή του.

Άρθρο 15

Οι εξωτερικοί ελεγκτές που αναφέρονται στο άρθρο 27 εκφράζουν ανεξάρτητες γνώμες σχετικά με την ποιότητα της διαχείρισης και τα συστήματα ελέγχου.

V.   ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Άρθρο 16

1.   Η διαχείριση του προϋπολογισμού του Κέντρου πραγματοποιείται βάσει της αρχής ότι διατάκτες και υπόλογοι είναι διαφορετικά πρόσωπα.

2.   Τα καθήκοντα του διατάκτη, του ελεγκτή και του υπόλογου είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

3.   Η διαχείριση των πιστώσεων βαρύνει τον διατάκτη, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος για την ανάληψη των δαπανών, για τη βεβαίωση των προς είσπραξη δικαιωμάτων και για την έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης και των ενταλμάτων πληρωμής. Οι εισπράξεις και οι πληρωμές πραγματοποιούνται από τον υπόλογο.

Άρθρο 17

1.   Κάθε μέτρου που δύναται να οδηγήσει σε δαπάνες πληρωτέες από το Κέντρο, πρέπει να προηγείται πρόταση ανάληψης υποχρεώσεων, η οποία υποβάλλεται από τον διατάκτη. Η πρόταση, συνοδευόμενη από τα πρωτότυπα δικαιολογητικά έγγραφα, πρέπει να διαβιβάζεται στον δημοσιονομικό ελεγκτή για προηγούμενη επαλήθευση.

2.   Οι επαναληπτικές δαπάνες δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο προσωρινής ανάληψης υποχρεώσεων.

3.   Τηρείται λογαριασμός με τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τα εντάλματα πληρωμής.

Άρθρο 18

1.   Σκοπός της εκκαθάρισης των δαπανών από τον διατάκτη, είναι:

α)

η επαλήθευση της ύπαρξης δικαιωμάτων του δικαιούχου·

β)

ο προσδιορισμός ή η βεβαίωση της ύπαρξης και του ποσού του χρέους·

γ)

η βεβαίωση των όρων υπό τους οποίους η πληρωμή καθίσταται απαιτητή.

2.   Κάθε εκκαθάριση δαπάνης προϋποθέτει την υποβολή δικαιολογητικών που πιστοποιούν την ύπαρξη απαίτησης του δικαιούχου και, ενδεχομένως, την παροχή υπηρεσίας.

Άρθρο 19

1.   Εντολή πληρωμής είναι η πράξη με την οποία ο διατάκτης επιφορτίζει, με την έκδοση εντάλματος πληρωμής, τον υπόλογο, να πληρώσει δαπάνη της οποίας πραγματοποίησε την εκκαθάριση.

2.   Το ένταλμα πληρωμής συνοδεύεται από τα πρωτότυπα δικαιολογητικά έγγραφα, τα οποία φέρουν ή συνοδεύονται από την έγκριση του διατάκτη που πιστοποιεί την ακρίβεια των προς πληρωμή ποσών, την παραλαβή των προμηθειών ή την εκτέλεση της υπηρεσίας.

3.   Τα αντίγραφα των δικαιολογητικών εγγράφων, επικυρωμένα από τον διατάκτη ως ακριβή αντίγραφα των πρωτοτύπων, δύνανται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αντικαταστήσουν τα πρωτότυπα.

4.   Τα εντάλματα πληρωμής αποστέλλονται στον δημοσιονομικό έλεγχο για προηγούμενη επαλήθευση.

Άρθρο 20

1.   Η πληρωμή είναι η τελική πράξη η οποία απαλλάσσει το Κέντρο από τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του.

2.   Η πληρωμή των δαπανών πραγματοποιείται από τον υπόλογο εντός των ορίων των διαθέσιμων κεφαλαίων.

3.   Σε περίπτωση λογιστικού λάθους, ή αμφισβήτησης της εξοφλητικής ισχύος της πληρωμής, ή μη τήρησης των τύπων που υπαγορεύονται από τον παρόντα δημοσιονομικό κανονισμό, ο υπόλογος ενημερώνει αμέσως τον διατάκτη και τον δημοσιονομικό ελεγκτή. Ο διευθυντής δύναται να απαιτήσει γραπτώς και με δική του ευθύνη, την πραγματοποίηση της πληρωμής. Ο διευθυντής ενημερώνει γραπτώς το διοικητικό συμβούλιο, κατά την επόμενη συνεδρίασή του, σχετικά με τη λήψη ανάλογων αποφάσεων.

Άρθρο 21

1.   Κατά κανόνα, οι πληρωμές πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού λογαριασμού, κατά προτίμηση με τραπεζική μεταφορά, ή, εφόσον συντρέχει λόγος, με επιταγή. Οι συναλλαγές καθορίζονται σε ευρώ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον τούτο είναι σκόπιμο, δύναται να χρησιμοποιηθεί άλλο νόμισμα.

2.   Οι επιταγές και οι τραπεζικές εντολές μεταφοράς φέρουν δύο υπογραφές, εκ των οποίων η μία πρέπει να είναι εκείνη του υπόλογου.

3.   Ο διευθυντής δύναται, για δεόντως αιτιολογημένους λόγους, να επιτρέψει πληρωμές σε μετρητά. Για τις εν λόγω πληρωμές πρέπει να εκδίδεται απόδειξη.

4.   Ελλείψει πραγματικών ισοτιμιών, η ισοτιμία που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό σε ευρώ των πληρωμών που πρόκειται να πραγματοποιηθούν, ή των εσόδων που πρόκειται να εισπραχθούν σε τοπικό νόμισμα χώρας ΑΚΕ, είναι εκείνες που ισχύουν την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός της πραγματικής ημερομηνίας της πράξης, όπως έχουν καταγραφεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Άρθρο 22

1.   Για την πληρωμή ορισμένων κατηγοριών δαπανών, δύνανται να καθοριστούν πάγιες προκαταβολές, σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται από το Κέντρο.

2.   Κάθε απόφαση έγκρισης πάγιας προκαταβολής λαμβάνεται από τον διευθυντή, βάσει πρότασης του αρμόδιου για τον φάκελο υπαλλήλου. Πριν από την υποβολή της στον διευθυντή, κάθε πρόταση πρέπει να εγκρίνεται από τον υπόλογο και από τον δημοσιονομικό ελεγκτή.

3.   Σε κάθε απόφαση πρέπει να διευκρινίζεται:

το όνομα του υπόλογου για τις πάγιες προκαταβολές,

η αρμοδιότητα του εν λόγω ορισθέντος υπόλογου,

το μέγιστο ύψος της προκαταβολής,

η διάρκεια της χρησιμοποίησης των προκαταβολών,

τα μέσα με τα οποία θα παρασχεθούν τα δικαιολογητικά έγγραφα, καθώς και η σχετική προθεσμία,

το είδος και το μέγιστο ύψος κάθε δαπάνης.

4.   Πριν από κάθε πληρωμή προκαταβολών πρέπει να προηγείται ανάληψη υποχρεώσεων.

5.   Ο διατάκτης και ο υπόλογος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί ότι οι εκκαθαρίσεις οι σχετικές με τις εγκριθείσες προκαταβολές, παρέχονται για τα ακριβή ποσά και εντός της απαιτούμενης προθεσμίας.

Άρθρο 23

1.   Ο διευθυντής ασκεί καθήκοντα διατάκτη για τις πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Κέντρου.

2.   Ο διευθυντής δύναται να αναθέσει ορισμένα από τα καθήκοντά του σε μέλη του προσωπικού που υπάγονται σε αυτόν. Κάθε απόφαση για την ανάθεση εξουσιών πρέπει να αναφέρει τη διάρκεια και τα όρια της εντολής άσκησης καθηκόντων διατάκτη.

3.   Ο διευθυντής δύναται να αναθέσει ορισμένα καθήκοντα δημοσιονομικής εκτέλεσης σε τρίτους, που θα είναι κατάλληλα επιλεγμένοι.

Άρθρο 24

1.   Ο υπόλογος ορίζεται από τον διευθυντή με σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου.

2.   Στο Κέντρο, ο υπόλογος είναι επιφορτισμένος με:

α)

την ορθή εκτέλεση των πληρωμών, την είσπραξη των εσόδων και την ανάκτηση των ποσών που εντοπίστηκαν ως εισπράξιμα·

β)

την προετοιμασία και την παρουσίαση των λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 26·

γ)

την τήρηση λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 26·

δ)

την εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 26, των λογιστικών κανόνων και μεθόδων, καθώς και του λογιστικού σχεδίου, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν εγκριθεί από τον λογιστή της Επιτροπής·

ε)

τη θέσπιση και την επικύρωση λογιστικών συστημάτων, καθώς και, ενδεχομένως, την επικύρωση συστημάτων που έχουν θεσπιστεί από τον διατάκτη και προορίζονται για την παροχή ή την αιτιολόγηση λογιστικών πληροφοριών·

στ)

τη διαχείριση του ταμείου.

3.   Ο υπόλογος λαμβάνει από τον διατάκτη, ο οποίος εγγυάται την αξιοπιστία τους, όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την τήρηση λογαριασμών, που θα παρουσιάζουν πιστή εικόνα των οικονομικών στοιχείων του Κέντρου, καθώς και της δημοσιονομικής εκτέλεσης.

4.   Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και με το άρθρο 22, ο υπόλογος είναι το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για τη διαχείριση των κονδυλίων και των λοιπών οικονομικών στοιχείων. Είναι υπεύθυνος για την ασφαλή φύλαξη των εν λόγω στοιχείων.

5.   Ο υπόλογος δύναται να αναθέσει ορισμένα καθήκοντα σε υφισταμένους του, οι οποίοι υπάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, εφόσον τούτο είναι απαραίτητο για την άσκηση των καθηκόντων του.

6.   Η πράξη ανάθεσης καθορίζει τα καθήκοντα που ανατίθενται στους υφισταμένους καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Άρθρο 25

1.   Η αναζήτηση κάθε ποσού που οφείλεται στο Κέντρο προϋποθέτει την έκδοση εντάλματος είσπραξης από τον διατάκτη. Τα εντάλματα είσπραξης υποβάλλονται στον εσωτερικό φορέα ελέγχου για προηγούμενη επαλήθευση.

2.   Ο υπόλογος έχει την ευθύνη των ενταλμάτων είσπραξης που του διαβιβάζει ο διατάκτης.

3.   Για κάθε πληρωμή σε χρήματα στο ταμείο του υπόλογου ή του υπεύθυνου για τις προκαταβολές, εκδίδεται απόδειξη.

VI.   ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ, ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ, ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ (OLAF)

Άρθρο 26

1.   Η λογιστική τηρείται σε ευρώ, ανά ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με τη μέθοδο της διπλής καταγραφής. Εμφανίζεται το σύνολο των εσόδων και των δαπανών από την 1η Ιανουαρίου έως στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους και περιλαμβάνει τα πρωτότυπα δικαιολογητικά έγγραφα.

Το κλείσιμο των λογαριασμών πραγματοποιείται κατά το πέρας του δημοσιονομικού έτους, για να παράσχει τη δυνατότητα κατάρτισης των λογαριασμών του Κέντρου.

2.   Οι εγγραφές πραγματοποιούνται βάσει λογιστικού συστήματος που περιλαμβάνει την ονοματολογία των θέσεων του προϋπολογισμού και κάνει σαφή διαχωρισμό μεταξύ των λογαριασμών που επιτρέπουν την κατάρτιση του ισολογισμού και εκείνων που επιτρέπουν την κατάρτιση των λογαριασμών εσόδων και δαπανών. Οι εν λόγω εγγραφές δύνανται να καταγράφονται σε ηλεκτρονικό σύστημα που θα παράσχει τη δυνατότητα κατάρτισης γενικού μηνιαίου ισολογισμού. Οι προκαταβολές εγγράφονται λογιστικά σε προσωρινό λογαριασμό και εκκαθαρίζονται το αργότερο κατά το τέλος του επόμενου δημοσιονομικού έτους, εκτός από την περίπτωση προκαταβολών με μόνιμο χαρακτήρα.

3.   Εφόσον ο διατάκτης, ο ελεγκτής και ο υπόλογος κρίνουν από κοινού ότι το σύστημα παρέχει εγγυήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις ασφάλειας, το Κέντρο δύναται να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονικές μεθόδους επεξεργασίας.

4.   Οι χωριστοί λογαριασμοί που τηρούνται για τα κονδύλια που διαχειρίζονται εξ ονόματος τρίτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 37, ενοποιούνται στον ισολογισμό και τον λογαριασμό εσόδων και δαπανών του Κέντρου.

5.   Το Κέντρο καταρτίζει ισολογισμό και λογαριασμό εσόδων και δαπανών το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου του έτους N + 1.

Στον ισολογισμό εμφαίνονται οι χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις του Κέντρου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους Ν.

Ο λογαριασμός εσόδων και εξόδων περιλαμβάνει:

α)

πίνακα «Έσοδα» που περιλαμβάνει:

αναμενόμενες εισπράξεις από το ΕΤΑ, βάσει των εγκεκριμένων αναλήψεων υποχρεώσεων του τρέχοντος έτους, καθώς και των μεταφερθεισών από προηγούμενα έτη,

τα πραγματικά έσοδα που προέρχονται από φόρους επί των αμοιβών και εισπραχθέντες τόκους,

άλλα πραγματικά έσοδα·

β)

πίνακα «Δαπάνες» που περιλαμβάνει:

τις πραγματικές πληρωμές για αναλήψεις υποχρεώσεων του έτους, που μεταφέρθηκαν από προηγούμενα δημοσιονομικά έτη,

τις πραγματικές πληρωμές ή αναλήψεις υποχρεώσεων που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του έτους Ν,

περιληπτικό πίνακα στον οποίο εμφαίνονται οι πραγματικές πληρωμές για έπιπλα, εξοπλισμό και άλλα στοιχεία απογραφής,

εγκεκριμένες αναλήψεις υποχρεώσεων που πρέπει να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος·

γ)

σημειώσεις για τους λογαριασμούς που περιλαμβάνουν:

τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές,

συνοπτικούς πίνακες κονδυλίων που αναλήφθηκαν, κατεβλήθησαν, ακυρώθηκαν ή μεταφέρθηκαν για το προηγούμενο και το τρέχον έτος,

λεπτομερείς σημειώσεις και υπολογισμούς που αιτιολογούν τα στοιχεία της δημοσιονομικής κατάστασης.

6.   Κάθε τρίμηνο, συντάσσεται έκθεση οικονομικής κατάστασης, στην οποία εμφαίνεται η κατάσταση ως προς την εκτέλεση του τρέχοντος προϋπολογισμού και τη χρησιμοποίηση πιστώσεων που μεταφέρθηκαν. Η εν λόγω έκθεση οικονομικής κατάστασης πιστοποιείται από τον δημοσιονομικό ελεγκτή και διαβιβάζεται στο διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 27

1.   Το διοικητικό συμβούλιο ορίζει επαγγελματική εταιρεία ελεγκτών διεθνούς φήμης για περίοδο τριών ετών από κατάσταση τουλάχιστον τριών προτεινόμενων εταιρειών, με σκοπό τον έλεγχο των λογαριασμών του Κέντρου. Εντούτοις, η ίδια εταιρεία ελεγκτών δεν δύναται να ορισθεί για περισσότερα από τρία συνεχή έτη.

2.   Οι ελεγκτές ελέγχουν τα βιβλία και το ταμείο του Κέντρου, διασφαλίζουν ότι οι καταστάσεις απογραφής και οι ισολογισμοί έχουν καταρτισθεί δεόντως και με καλή πίστη, σύμφωνα με τις δέουσες λογιστικές διαδικασίες και διασφαλίζουν την ορθότητα των στοιχείων που αφορούν τους λογαριασμούς του Κέντρου.

Σκοπός του ελέγχου είναι να αποδειχθεί η νομιμότητα και η κανονικότητα όλων των εσόδων που εισπράχθηκαν και των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, καθώς και η ποιότητα της χρηματοδοτικής διαχείρισης.

Οι ελεγκτές πιστοποιούν ότι οι δημοσιονομικές καταστάσεις έχουν συνταχθεί καταλλήλως και σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, καθώς και ότι αντικατοπτρίζουν ακριβώς την οικονομική κατάσταση του Κέντρου.

3.   Οι ελεγκτές παρέχουν στο Κέντρο συμβουλές σχετικές με την αντιμετώπιση κινδύνων, γνωμοδοτώντας ανεξάρτητα σχετικά με την ποιότητα της διαχείρισης και τα συστήματα ελέγχου και διατυπώνοντας συστάσεις για τη βελτίωση των όρων εκτέλεσης των πράξεων και για την προώθηση της χρηστής οικονομικής διαχείρισης.

Οι ελεγκτές είναι επιφορτισμένοι με:

α)

την αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης, καθώς και της αποδοτικότητας του Κέντρου ως προς την υλοποίηση των προγραμμάτων και των δράσεων σε σχέση με τους σχετικούς κινδύνους και

β)

την εκτίμηση της επάρκειας και της ποιότητας των εσωτερικών συστημάτων ελέγχου που εφαρμόζονται σε κάθε πράξη σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

4.   Οι ελεγκτές ασκούν τα καθήκοντά τους σε όλες τις δραστηριότητες και υπηρεσίες του Κέντρου. Έχουν πλήρη και απεριόριστη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους.

5.   Κατά το κλείσιμο κάθε δημοσιονομικού έτους, οι ελεγκτές συντάσσουν έκθεση το αργότερο μέχρι την 30ή Ιουνίου. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον διευθυντή, ο οποίος με τη σειρά του τη διαβιβάζει μαζί με τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις του στο διοικητικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει στη συνέχεια την έκθεση στην επιτροπή, μαζί με τις συστάσεις του.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης και των εκθέσεων της οικονομικής κατάστασης, η επιτροπή παρέχει απαλλαγή στον διευθυντή σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Άρθρο 28

Η Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και η Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) δύνανται να προβαίνουν σε ελέγχους σχετικά με τις χορηγηθείσες πιστώσεις στο Κέντρο από το ΕΤΑ, σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό ΕΤΑ. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται να ελέγξει τη νομιμότητα και την κανονικότητα των εσόδων και των δαπανών, καθώς και την τήρηση των διατάξεων της συμφωνίας και εκείνων του δημοσιονομικού κανονισμού του ένατου ΕΤΑ.

VII.   ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΚΤΩΝ, ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥ, ΤΩΝ ΒΟΗΘΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΕΥΘΥΝΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΓΙΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΕΣ

Άρθρο 29

Οι διατάκτες οι οποίοι κατά τη βεβαίωση των προς είσπραξη εσόδων, την έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης, την ανάληψη υποχρεώσεων δαπανών ή την υπογραφή ενταλμάτων πληρωμής, παραβιάζουν τον παρόντα δημοσιονομικό κανονισμό, υπέχουν πειθαρχικές και ενδεχομένως χρηματικές ευθύνες. Το αυτό ισχύει και όταν αμελούν να συντάξουν ένα έγγραφο που δημιουργεί απαίτηση ή όταν αμελούν ή καθυστερούν την έκδοση ενταλμάτων είσπραξης χωρίς αιτιολόγηση. Η εν λόγω ευθύνη δύναται στοιχειοθετηθεί μόνο εφόσον το σφάλμα έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως ή ήταν το αποτέλεσμα σοβαρής παράλειψης εκ μέρους των.

Άρθρο 30

1.   Ο υπόλογος και οι βοηθοί υπόλογοι υπέχουν πειθαρχική και ενδεχομένως χρηματική ευθύνη για τις πληρωμές που πραγματοποιούν κατά παράβαση του άρθρου 19.

Είναι πειθαρχικώς και χρηματικώς υπεύθυνοι για κάθε απώλεια ή μείωση των κεφαλαίων, των αξιών και των εγγράφων των οποίων έχουν τη φύλαξη, εφόσον η απώλεια ή η μείωση αυτή προκύπτει από σφάλμα εκ προθέσεως ή από σοβαρή αμέλεια που τους καταλογίζεται.

Υπό τους αυτούς όρους, είναι υπεύθυνοι για την ορθή εκτέλεση των εντολών που λαμβάνουν σχετικά με τη χρησιμοποίηση και τη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και ιδίως:

α)

όταν οι πληρωμές ή οι εισπράξεις που πραγματοποιούν δεν συμφωνούν με τα ποσά που αναφέρονται στα εντάλματα πληρωμής ή είσπραξης·

β)

όταν πραγματοποιούν πληρωμές σε πρόσωπα άλλα από αυτά των δικαιούχων.

2.   Οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών είναι πειθαρχικώς και ενδεχομένως χρηματικώς υπεύθυνοι στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν αδυνατούν να αιτιολογήσουν με τα κατάλληλα αποδεικτικά έγγραφα πληρωμές που έχουν πραγματοποιήσει·

β)

όταν πραγματοποιούν πληρωμές σε πρόσωπα άλλα από αυτά των δικαιούχων.

Οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών είναι πειθαρχικώς και χρηματικώς υπεύθυνοι για κάθε απώλεια ή μείωση των κεφαλαίων, των αξιών και των εγγράφων των οποίων έχουν τη φύλαξη, εάν η εν λόγω απώλεια ή μείωση προκύπτει από σφάλμα εκ προθέσεως ή από σοβαρή αμέλεια που τους καταλογίζεται.

Άρθρο 31

1.   Ο υπόλογος, οι βοηθοί υπόλογοι και οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών ασφαλίζονται κατά των κινδύνων που διατρέχουν κατά την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους.

Το Κέντρο καλύπτει τις σχετικές δαπάνες ασφάλισης. Διευκρινίζει τις κατηγορίες των μελών του προσωπικού που υπηρετούν ως υπόλογοι, βοηθοί υπόλογοι και υπόλογοι παγίων προκαταβολών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους θα καλύψει τα έξοδα ασφάλισης που επιβαρύνουν τα εν λόγω μέλη του προσωπικού για την προστασία τους από τους κινδύνους που διατρέχουν στο πλαίσιο της ασκήσεως των αντίστοιχων καθηκόντων τους.

2.   Στον υπόλογο, στους βοηθούς υπολόγους και στους υπολόγους παγίων προκαταβολών χορηγούνται ειδικές αποζημιώσεις. Το επίπεδο των εν λόγω αποζημιώσεων καθορίζεται σε κανονισμό τον οποίο θα συντάξει το Κέντρο. Τα ποσά που αντιστοιχούν στις εν λόγω αποζημιώσεις πιστώνονται κάθε μήνα σε λογαριασμό που ανοίγεται από το Κέντρο στο όνομα καθενός από τους υπαλλήλους αυτούς, προκειμένου να συσταθεί ένα κεφάλαιο εγγύησης που προορίζεται να καλύψει τις τυχόν απώλειες για τις οποίες το εν λόγω πρόσωπο θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο, στο βαθμό που η εν λόγω απώλεια δεν έχει καλυφθεί με επιστροφές από τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Το πιστωτικό υπόλοιπο των εν λόγω λογαριασμών εγγύησης καταβάλλεται στους ενδιαφερόμενους αφού παύσουν να ασκούν καθήκοντα υπόλογου, βοηθού υπόλογου ή υπόλογου παγίων προκαταβολών και αφού τους δοθεί τελική απαλλαγή όσον αφορά τη διαχείρισή τους.

3.   Η απαλλαγή παρέχεται στον υπόλογο, τους βοηθούς υπόλογους και τον υπόλογο παγίων προκαταβολών από τον διευθυντή, βάσει της έκθεσης εξωτερικών ελεγκτών, εντός δύο ετών από το κλείσιμο συγκεκριμένου οικονομικού έτους.

Άρθρο 32

Η χρηματική και πειθαρχική ευθύνη την οποία υπέχουν ο διατάκτης, οι βοηθοί υπόλογοι και οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών, καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων του Κέντρου.

VIII.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Article 33

Η ανάθεση των συμβάσεων που συνάπτονται από το Κέντρο για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τις διατάξεις της συμφωνίας και των γενικών κανονισμών που έχουν εκδοθεί στη βάση αυτή από το Συμβούλιο Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ, καθώς και από τους κανόνες που αφορούν την ανάθεση συμβάσεων στον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται για το ΕΤΑ· οι υποψήφιοι πρέπει να είναι υπήκοοι των κρατών μελών της Κοινότητας ή των κρατών ΑΚΕ, εκτός από περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, που έχουν εγκριθεί από τον διευθυντή.

Σε περίπτωση αντίθεσης, εφαρμόζονται οι κανόνες του τμήματος Α.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«Απευθείας ανάθεση»

Διαδικασία στην οποία το Κέντρο διαβουλεύεται με τον υποψήφιο της επιλογής του και διαπραγματεύεται τους όρους της σύμβασης με αυτόν.

2)

«Απλουστευμένη διαδικασία»

Διαδικασία χωρίς προηγούμενη δημοσίευση και όρους εντολής, στην οποία δύνανται να υποβάλουν προσφορές μόνο οι υποψήφιοι (τουλάχιστον τρεις) που έχουν κληθεί από το Κέντρο.

3)

«Διαδικασία με διαπραγμάτευση»

Διαδικασία χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης διαγωνισμού και των όρων εντολής, κατά την οποία το Κέντρο διαβουλεύεται με τον ή τους υποψηφίους της επιλογής του και διαπραγματεύεται με έναν ή περισσότερους από αυτούς, τους όρους της σύμβασης. Πρέπει να ισχύει ένας ή περισσότεροι από τους όρους που καθορίζονται στο σημείο Γ.1 ε) κατωτέρω.

4)

«Κλειστή πρόσκληση υποβολής προσφορών χωρίς δημοσίευση»

Διαδικασία κατά την οποία μόνο οι υποψήφιοι που καλούνται από το Κέντρο με βάση τα στοιχεία του φακέλου των προμηθευτών, δύνανται να υποβάλουν προσφορά σχετική με τη συγγραφή υποχρεώσεων που συντάσσεται από το Κέντρο.

5)

«Κλειστή πρόσκληση υποβολής προσφορών με δημοσίευση»

Διαδικασία στην οποία μόνο οι υποψήφιοι που καλούνται από το Κέντρο δύνανται να υποβάλουν προσφορά σχετική με την ανακοίνωση και τη συγγραφή υποχρεώσεων που έχουν δημοσιευθεί από το Κέντρο.

6)

«Ανοιχτή πρόσκληση υποβολής προσφορών»

Διαδικασία στην οποία μόνο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις τους δύνανται να υποβάλουν προσφορά σχετική με την πρόσκληση και τους όρους εντολής που δημοσιεύθηκαν από το Κέντρο.

1)

Συμβάσεις προμηθειών

α)

Συνάπτονται με ανοικτό διαγωνισμό συμβάσεις που αφορούν την αγορά ή τη μίσθωση προμηθειών, εξοπλισμού ή κινητών αγαθών. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Κοινότητας ή κράτους ΑΚΕ, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που εγκρίνονται από τον διευθυντή·

β)

οι συμβάσεις δύνανται να συνάπτονται με απευθείας ανάθεση (ενιαία προσφορά) όταν το συνολικό ύψος της σύμβασης δεν υπερβαίνει το ποσό των 4 999 ευρώ·

γ)

οι συμβάσεις συνάπτονται με απλουστευμένη διαδικασία, μετά από διαβούλευση με τουλάχιστον τρεις προμηθευτές, εφόσον το συνολικό ύψος της σύμβασης είναι μεταξύ 5 000 ευρώ και 29 999 ευρώ·

δ)

οι συμβάσεις συνάπτονται μετά από προκήρυξη κλειστού μειοδοτικού διαγωνισμού σε τρεις τουλάχιστον υποψηφίους, χωρίς δημοσίευση της προκήρυξης, εφόσον το συνολικό ύψος της σύμβασης ανέρχεται σε ποσό μεταξύ 30 000 ευρώ και 149 999 ευρώ·

ε)

δύνανται να συνάπτονται μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση, με σύμφωνη γνώμη του διευθυντή και βάσει δεόντως αιτιολογημένου φακέλου, εφόσον το ποσό της σύμβασης υπερβαίνει τα 4 999 ευρώ και ισχύει ένας ή πλείονες των ακόλουθων όρων:

για λόγους επείγουσας ανάγκης, που δεν αποδίδονται στο Κέντρο,

για λόγους ειδικά τεχνικούς και δεόντως αιτιολογημένους,

όταν η σύμβαση αφορά συμπληρωματικές προμήθειες, υπηρεσίες ή εργασίες οι οποίες, από τεχνική άποψη, δεν δύνανται να διαχωριστούν από την κύρια σύμβαση,

όταν η πρόσκληση υποβολής προσφορών ήταν ανεπιτυχής.

Οι όροι υπό τους οποίους δύνανται να εγκριθούν οι παρεκκλίσεις του στοιχείου ε) διευκρινίζονται σε εσωτερική οδηγία του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο ενημερώνεται πάραυτα για κάθε σχετική απόφαση.

2)

Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών

α)

Συνάπτονται συμβάσεις που αφορούν την παροχή υπηρεσιών, μετά από προκήρυξη κλειστού διαγωνισμού, που αποστέλλεται τουλάχιστον σε τρεις υποψηφίους. Οι εν λόγω υποψήφιοι πρέπει να είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Κοινότητας ή κράτους ΑΚΕ, με εξαίρεση δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που εγκρίνονται από τον διευθυντή·

β)

οι συμβάσεις δύνανται να συνάπτονται με απευθείας ανάθεση εφόσον το συνολικό κόστος των υπηρεσιών για το Κέντρο δεν υπερβαίνει τα 4 999 ευρώ·

γ)

οι συμβάσεις συνάπτονται με απλουστευμένη διαδικασία, μετά από διαβούλευση με τρεις τουλάχιστον προμηθευτές, εφόσον το συνολικό κόστος των υπηρεσιών για το Κέντρο ανέρχεται σε ποσό μεταξύ 5 000 ευρώ και 199 999 ευρώ. Εντούτοις, για συμβάσεις μεταξύ 150 000 ευρώ και 199 999 ευρώ, η διαβούλευση πρέπει να πραγματοποιείται με βάση λεπτομερείς όρους εντολής·

δ)

οι συμβάσεις συνάπτονται μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση, μετά από σύμφωνη γνώμη του διευθυντή και βάσει δεόντως αιτιολογημένου φακέλου, εφόσον το ποσό της σύμβασης υπερβαίνει τα 4 999 ευρώ και ισχύει ένας ή πλείονες των όρων του σημείου Γ.1 στοιχείο ε).

3)

Ο ανάδοχος επιλέγεται με βάση τη δηλωθείσα τιμή, την απόδειξη της επαγγελματικής του ικανότητας, της εμπειρίας και της οικονομικής ευρωστίας, καθώς και με βάση την προτεινόμενη προθεσμία για την εκτέλεση της σύμβασης.

4)

Οι συμβάσεις καταρτίζονται αποκλειστικά σε ευρώ.

5)

Σε περιπτώσεις που οι υπηρεσίες που καλύπτονται από τα σημεία 1 και 2 κατανέμονται σε διάφορες συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό κόστος των υπηρεσιών.

6)

Σε ειδικές περιπτώσεις, το Κέντρο δύναται να αναθέσει τη διοργάνωση απλουστευμένων διαδικασιών και διαγωνισμών σε εξωτερικό φορέα, υπό τον όρο ότι η επιλογή των εταιρειών που θα κληθούν, οι όροι εντολής και η επιλογή του αναδόχου θα παραμείνει αποκλειστική αρμοδιότητα του Κέντρου ή, σε περίπτωση συγχρηματοδότησης, κοινή αρμοδιότητα του Κέντρου και των λοιπών φορέων συγχρηματοδότησης.

Άρθρο 34

Το Κέντρο δύναται να συμμετάσχει χρηματοδοτικά σε πρωτοβουλίες επιχειρήσεων, επιχειρηματιών, ενδιάμεσων και φορέων παροχής υπηρεσιών, ως εξής:

1)

Το Κέντρο δύναται να συμμετάσχει στο κόστος των υπηρεσιών για επιλέξιμα σχέδια για τα οποία την ευθύνη της χρηματοδότησης και διαχείρισης φέρει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπήκοος ενός κράτους μέλους της Κοινότητας ή ενός κράτους ΑΚΕ και που έχει υποβάλει στο Κέντρο αίτηση για τη χορήγηση συνδρομής.

2)

Το Κέντρο εκτιμά το κόστος των υπηρεσιών, την επιλογή των προμηθευτών, την απόδειξη της επαγγελματικής ικανότητας, της εμπειρίας και της οικονομικής ευρωστίας, καθώς και την προθεσμία για την ολοκλήρωση των εργασιών και τις αναμενόμενες επιπτώσεις του προγράμματος που προτείνεται από τον δικαιούχο. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί κατάσταση κριτηρίων παρεμφερή με τη χρησιμοποιούμενη από την Επιτροπή για τη διοίκηση του ΕΤΑ, προσαρμοσμένη ώστε να αντιστοιχεί στους σκοπούς του Κέντρου.

3)

Εφόσον είναι υπεργολάβος, ο δικαιούχος πρέπει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 33.

4)

Οι συμφωνίες συνάπτονται αποκλειστικά σε ευρώ.

5)

Οι μέθοδοι εφαρμογής της εν λόγω συμμετοχής καθορίζονται σε εσωτερική οδηγία.

Άρθρο 35

1.   Τηρείται μόνιμο βιβλίο απογραφής ολόκληρης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Κέντρου. Στο βιβλίο απογραφής εγγράφεται μόνο η κινητή ιδιοκτησία της οποίας η αξία ανέρχεται σε 350 ευρώ ή περισσότερο. Ο αριθμός απογραφής αναγράφεται σε κάθε τιμολόγιο πριν από την πληρωμή του.

2.   Οι πωλήσεις κινητών και εξοπλισμού, των οποίων η αξία αγοράς υπερβαίνει τα 1 000 ευρώ, θα αποτελούν το αντικείμενο κατάλληλης διαφήμισης, σύμφωνα με την εσωτερική οδηγία που θα εκπονηθεί από τον διευθυντή.

3.   Εφόσον οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή αντικείμενο του καταλόγου απογραφής έχει απομακρυνθεί, αποσυρθεί ή εξαφανιστεί λόγω απώλειας ή κλοπής ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, συντάσσεται δελτίο που υπογράφεται από τον διευθυντή και τον αρμόδιο για τον εξοπλισμό και πιστοποιείται από τον εσωτερικό έλεγχο.

4.   Το Κέντρο τηρεί υλική και λογιστική απογραφή, τα στοιχεία της οποίας αντιπαραβάλλονται τακτικά. Η αντιπαραβολή αυτή θεωρείται από τον φορέα εσωτερικού ελέγχου.

Άρθρο 36

Ο παρών δημοσιονομικός κανονισμός εφαρμόζεται πλήρως στις αποκεντρωμένες δομές του Κέντρου.

IX.   ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΡΙΤΩΝ

Άρθρο 37

1.   Το Κέντρο δύναται επίσης να διαχειρίζεται πόρους που προορίζονται για την άσκηση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται στη συμφωνία, για λογαριασμό τρίτων. Ο κατάλογος των εν λόγω πόρων περιλαμβάνεται σε παράρτημα του προϋπολογισμού του Κέντρου.

2.   Ο παρών δημοσιονομικός κανονισμός εφαρμόζεται για τη διαχείριση των εν λόγω πόρων.

Εντούτοις, η διαχείριση άλλων πόρων που διατίθενται από την Επιτροπή διέπεται από τις δημοσιονομικές διατάξεις που θεσπίζονται σε συμφωνία που υπογράφεται από την Επιτροπή και το Κέντρο. Ελλείψει των εν λόγω διατάξεων, ο παρών δημοσιονομικός κανονισμός εξακολουθεί να ισχύει.

3.   Επισυνάπτονται επίσης στον προϋπολογισμό του Κέντρου οι δέουσες προβλέψεις δαπανών που θα χρηματοδοτηθούν από τους εν λόγω πόρους. Είναι σκόπιμο να γίνεται σαφής διαχωρισμός μεταξύ λειτουργικών δαπανών και δαπανών παρέμβασης.

4.   Τηρούνται χωριστοί λογαριασμοί για τη διαχείριση των εν λόγω πόρων για λογαριασμό τρίτων.

5.   Για κάθε κονδύλι που διαχειρίζεται το Κέντρο για λογαριασμό τρίτου, τα δελτία δημοσιονομικής κατάστασης περιλαμβάνουν ισολογισμό και λογαριασμό εσόδων και δαπανών, όπου εμφαίνεται η κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου του συγκεκριμένου οικονομικού έτους. Πιστοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας που υπογράφεται μεταξύ του Κέντρου και του χορηγού.

Ελλείψει των εν λόγω διατάξεων, η πιστοποίηση πραγματοποιείται από τον δημοσιονομικό ελεγκτή του Κέντρου.

6.   Τα εν λόγω δελτία δημοσιονομικής κατάστασης επισυνάπτονται στις δημοσιονομικές καταστάσεις του Κέντρου.

Άρθρο 38

Τα κράτη ΑΚΕ, τα κράτη μέλη και η Κοινότητα δεσμεύονται, καθένα στο βαθμό που το αφορά, να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 39

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2005.

Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2004.

Για την επιτροπή των πρέσβεων

Ο πρόεδρος

T. J. A. M. de BRUIJN


(1)  ΕΕ L 317 της 15.12.2000, σ. 3.


Top