EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32004R0397

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 397/2004 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων καταγωγής Πακιστάν

OJ L 66, 4.3.2004, p. 1–14 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Estonian: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Latvian: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Lithuanian: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Hungarian Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Maltese: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Polish: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Slovak: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Slovene: Chapter 11 Volume 050 P. 26 - 39
Special edition in Bulgarian: Chapter 11 Volume 034 P. 108 - 121
Special edition in Romanian: Chapter 11 Volume 034 P. 108 - 121

No longer in force, Date of end of validity: 05/03/2009: This act has been changed. Current consolidated version: 07/05/2008

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/397/oj

32004R0397

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 397/2004 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων καταγωγής Πακιστάν

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 066 της 04/03/2004 σ. 0001 - 0014


Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 397/2004 του Συμβουλίου

της 2ας Μαρτίου 2004

για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων καταγωγής Πακιστάν

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας(1) (εφεξής ο "βασικός κανονισμός"), και ιδίως το άρθρο 9,

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Έναρξη διαδικασίας

(1) Στις 18 Δεκεμβρίου 2002 η Επιτροπή ανήγγειλε με ανακοίνωση ("ανακοίνωση για την έναρξη") που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα κλινοσκεπασμάτων από ίνες βαμβακιού, είτε αμιγείς, είτε σύμμεικτες με τεχνητές ίνες ή λινάρι (χωρίς να αποτελεί το λινάρι τη βασική ίνα), λευκασμένα, βαμμένα ή τυπωμένα ("βαμβακερά κλινοσκεπάσματα" ή "κλινοσκεπάσματα"), καταγωγής Πακιστάν(2).

(2) Η διαδικασία κινήθηκε αφού υποβλήθηκε αίτηση τον Νοέμβριο 2002 από την Committee of the Cotton and Allied Textile Industries της Ευρωπαϊκής Ένωσης ("EUROCOTON" ή η "αιτούσα") εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο τμήμα της συνολικής κοινοτικής παραγωγής βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά, εκ πρώτης όψεως, στοιχεία ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ όσον αφορά το εν λόγω προϊόν και τη σημαντική ζημία που προέκυψε από την πρακτική αυτή, τα οποία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ.

(3) Η Επιτροπή ενημέρωσε επισήμως τους παραγωγούς-εξαγωγείς και τους εισαγωγείς που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται καθώς και τις ενώσεις τους, τους αντιπροσώπους της εν λόγω χώρας εξαγωγής, τους καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, τις γνωστές ενώσεις παραγωγών, καθώς και τους γνωστούς χρήστες σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός των προθεσμιών που προβλέπονταν στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας.

(4) Ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς της εν λόγω χώρας, καθώς και ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί, χρήστες και εισαγωγείς της Κοινότητας, γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους. Δεκτά σε ακρόαση έγιναν όλα τα μέρη που το ζήτησαν εντός των ανωτέρω προθεσμιών, τα οποία απέδειξαν ότι η ακρόασή τους επιβάλλεται ένεκα ειδικών λόγων.

(5) Αναφέρθηκε ότι το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής της καταγγελίας και της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας ήταν πάνω από 45 ημέρες. Βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η καταγγελία "τεκμαίρεται ότι έχει υποβληθεί την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παράδοσή της στην Επιτροπή υπό μορφή συστημένης επιστολής ή μετά την πράξη με την οποία η Επιτροπή πιστοποιεί ότι έλαβε την καταγγελία". Η έκδοση της βεβαίωσης παραλαβής έγινε την Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2002. Επειδή η Παρασκευή, 1η Νοεμβρίου, ήταν αργία, η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την έκδοση της βεβαίωσης παραλαβής από την Επιτροπή ήταν η Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2002. Επομένως, η 4η Νοεμβρίου 2002 πρέπει να θεωρηθεί ως η ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

(6) Η ανακοίνωση για την έναρξη δημοσιεύθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2002, σαφώς εντός της προθεσμίας 45 ημερών από την υποβολή της καταγγελίας. Συνεπώς, η ανακοίνωση για την έναρξη δημοσιεύθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού.

2. Δειγματοληψία

Παραγωγοί-εξαγωγείς

(7) Λόγω του μεγάλου αριθμού των παραγωγών-εξαγωγέων που ενέχονται στην παρούσα διαδικασία, η Επιτροπή αποφάσισε ότι θα ήταν σκόπιμο να εφαρμόσει τεχνικές δειγματοληψίας σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.

(8) Για να γίνει η επιλογή του δείγματος, κλήθηκαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς να αναγγελθούν εντός 15 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας και να παρέχουν βασικές πληροφορίες για την επιλογή του δείγματος.

(9) Συνολικά 178 εταιρείες παρείχαν τις αιτούμενες πληροφορίες, αλλά μόνον 156 εταιρείες δήλωσαν ότι παρήγαν και πωλούσαν το υπό εξέταση προϊόν στην Κοινότητα κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου 2001 και της 30ής Σεπτεμβρίου 2002 ("περίοδος έρευνας" ή "ΠΕ") και εξέφρασαν την επιθυμία να συμπεριληφθούν στο δείγμα. Αυτές οι εταιρείες θεωρήθηκαν αρχικά ότι συνεργάστηκαν.

(10) Επειδή καμία από τις εταιρείες αυτές δεν ανέφερε αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 2 παράγραφοι 1, 3 ή 6 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή κάλεσε τις αρχές του Πακιστάν να επικοινωνήσουν με τους γνωστούς παραγωγούς κλινοσκεπασμάτων που πραγματοποιούσαν εγχώριες πωλήσεις για να τους δώσουν νέα ευκαιρία να υποβάλουν πληροφορίες σχετικά με τις πωλήσεις αυτές εντός νέας προθεσμίας. Εντούτοις, δεν λήφθηκε καμία απάντηση που να αναφέρει εταιρείες με αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις.

(11) Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή επέλεξε ένα δείγμα με βάση τον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο των εξαγωγών, για τον οποίο μπορούσε λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου, σε συνεννόηση με τους παραγωγούς-εξαγωγείς, τις εθνικές αρχές και τις γνωστές ενώσεις των παραγωγών-εξαγωγέων. Η Επιτροπή πρότεινε αρχικά να επιλέξει ένα δείγμα πέντε εταιρειών που αντιπροσώπευαν το 29,5 % των εξαγωγών του Πακιστάν προς την Κοινότητα και ενημέρωσαν σχετικά τις αρχές του Πακιστάν και τις ενώσεις των παραγωγών-εξαγωγέων. Οι εθνικές αρχές του Πακιστάν, ο νόμιμος αντιπρόσωπος ορισμένων εταιρειών και μία ένωση εξαγωγέων πρότειναν να αντικατασταθούν ορισμένες εταιρείες προτείνοντας άλλες, ισχυριζόμενοι ότι αυτό θα εξασφάλιζε μεγαλύτερη κάλυψη, καλύτερη γεωγραφική κατανομή και θα λάμβανε υπόψη εταιρείες που είχαν επιλεγεί ως δείγμα σε προηγούμενη διαδικασία αντιντάμπινγκ. Το αίτημα αυτών των μερών έγινε αποδεκτό καθόσον συμφωνούσε με τα κριτήρια του άρθρου 17 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, δηλαδή στη διάταξη που αναφέρει ότι ένα δείγμα πρέπει να καλύπτει τον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο μπορεί λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου. Με βάση τα ανωτέρω, το δείγμα συμπεριέλαβε και τον έκτο μεγαλύτερο εξαγωγέα του Πακιστάν.

(12) Οι έξι εταιρείες που επελέγησαν και που αντιπροσώπευαν πάνω από το 32 % του όγκου εξαγωγών κλινοσκεπασμάτων του Πακιστάν προς την Κοινότητα κατά την ΠΕ κλήθηκαν να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ όπως καθορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη.

(13) Τρεις εταιρείες που δεν συμπεριελήφθησαν στο δείγμα ζήτησαν ατομική εξέταση. Λόγω του μεγέθους του δείγματος και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης (μεγάλος αριθμός τύπων προϊόντος), η Επιτροπή γνωστοποίησε στις εν λόγω εταιρείες ότι επρόκειτο να λάβει τελική απόφαση για ατομική εξέταση μόνον μετά τις επισκέψεις επαλήθευσης στις εταιρείες που επελέγησαν στο δείγμα και λαμβανομένου δεόντως υπόψη του διαθέσιμου χρόνου. Για τους λόγους που εξηγούνται στην αιτιολογική σκέψη 35 κατωτέρω, δεν πληρούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή επιτόπιων ερευνών στο Πακιστάν, και επομένως δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν οι αιτήσεις για ατομική εξέταση.

Κοινοτικοί παραγωγοί

(14) Λόγω του μεγάλου αριθμού κοινοτικών παραγωγών που υποστήριξαν την καταγγελία, και σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή ανήγγειλε στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας την πρόθεσή της να επιλέξει ένα δείγμα κοινοτικών παραγωγών με βάση τον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής και πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, για τον οποίο μπορούσε λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου. Γι' αυτόν τον σκοπό, η Επιτροπή κάλεσε τις εταιρείες να υποβάλουν πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή και τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος.

(15) Με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν, η Επιτροπή επέλεξε πέντε εταιρείες σε τρία κράτη μέλη. Για την επιλογή του δείγματος, εξετάστηκαν η παραγωγή και ο όγκος των πωλήσεων που κάλυπταν το αντιπροσωπευτικότερο μέγεθος αγοράς.

(16) Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγιο στις επιλεγμένες εταιρείες. Δύο από αυτές τις πέντε εταιρείες δεν μπορούσαν να υποβάλουν πλήρη κατάλογο όλων των συναλλαγών τους με μη συνδεδεμένους πελάτες κατά την περίοδο έρευνας και επομένως θεωρήθηκαν ότι συνεργάστηκαν μόνον μερικώς.

3. Έρευνα

(17) Λήφθηκαν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο από τους πέντε κοινοτικούς καταγγέλλοντες παραγωγούς του δείγματος, από τους έξι παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος στο Πακιστάν, τρεις παραγωγούς-εξαγωγείς που ζητούσαν ατομική εξέταση και από δύο μη συνδεδεμένους εισαγωγείς στην Κοινότητα.

(18) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προσδιορισμό της πρακτικής ντάμπινγκ, της ζημίας, της αιτιώδους συνάφειας και του συμφέροντος της Κοινότητας. Πραγματοποιήθηκαν επίσης επιτόπιες επαληθεύσεις στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

Κοινοτικοί παραγωγοί:

- Bierbaum Unternehmensgruppe GmbH & Co.KG, Γερμανία·

- Descamps S.A., Γαλλία·

- Gabel Industria Tessile S.p.A., Ιταλία·

- Vanderschooten SA, Γαλλία·

- Vincenzo Zucchi SpA, Ιταλία.

Μη συνδεδεμένοι κοινοτικοί εισαγωγείς:

- Blanche Porte SA, Γαλλία·

- Richard Haworth, Ηνωμένο Βασίλειο.

Παραγωγοί-εξαγωγείς στο Πακιστάν:

- Gul Ahmed Textile Mills Ltd, Karachi

- Al-Abid Silk Mills, Karachi (μερική επαλήθευση).

(19) Η περίοδος έρευνας για το ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2001 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2002. Η ανάλυση των τάσεων που απαιτήθηκε για την εκτίμηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από το 1999 έως το τέλος της ΠΕ ("εξεταζόμενη περίοδος").

(20) Επειδή ήταν αναγκαίο να εξεταστούν περαιτέρω ορισμένες πτυχές του ντάμπινγκ, της ζημίας, της αιτιώδους συνάφειας και του συμφέροντος της Κοινότητας, δεν επιβλήθηκαν προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ.

Β. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

1. Υπό εξέταση προϊόν

(21) Το υπό εξέταση προϊόν είναι τα κλινοσκεπάσματα, από ίνες βαμβακιού, είτε αμιγείς είτε σύμμεικτες με τεχνητές ίνες ή λινάρι (χωρίς να αποτελεί το λινάρι τη βασική ίνα), λευκασμένα, βαμμένα ή τυπωμένα, προελεύσεως Πακιστάν που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex 6302 21 00 (κωδικοί taric 6302 21 00*81, 6302 21 00*89 ), ex 6302 22 90 (κωδικός taric 6302 22 90*19 ), ex 6302 31 10 (κωδικός taric 6302 31 10*90 ), ex 6302 31 90 (κωδικός taric 6302 31 90*90 ) και ex 6302 32 90 (κωδικός taric 6302 32 90*19 ). Στα κλινοσκεπάσματα περιλαμβάνονται τα σεντόνια, οι παπλωματοθήκες και οι μαξιλαροθήκες, τα οποία είναι συσκευασμένα για να πωληθούν είτε ιδιαιτέρως, είτε σε συνδυασμούς (σετ).

(22) Τα υφάσματα από ίνες βαμβακιού που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κλινοσκεπασμάτων προσδιορίζονται από δύο ζεύγη ψηφίων. Το πρώτο δηλώνει τον αριθμό (ή το βάρος) των ινών που χρησιμοποιούνται αντίστοιχα για το στημόνι και το υφάδι. Το δεύτερο δηλώνει τον αριθμό των ινών ανά εκατοστό ή ανά ίντσα αντίστοιχα του στημονιού και του υφαδιού.

(23) Τα υφάσματα είναι λευκασμένα, βαμμένα ή τυπωμένα. Εν συνεχεία, κόβονται και συρράπτονται για την κατασκευή σεντονιών, εφαρμοζόμενων σεντονιών με λάστιχο, παπλωματοθηκών και μαξιλαροθηκών διαφόρων μεγεθών. Το τελικό προϊόν συσκευάζεται προς πώληση ιδιαιτέρως ή σε συνδυασμούς (σετ).

(24) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι τα λευκασμένα κλινοσκεπάσματα που πωλούνται σε ιδρύματα πρέπει να αποκλεισθούν από το πεδίο της έρευνας με το επιχείρημα ότι δεν έπρεπε να θεωρηθούν υπό εξέταση προϊόν. Αναφέρθηκε ότι τα λευκασμένα κλινοσκεπάσματα i) είναι διαφορετικά από τεχνικής άποψης από τα τυπωμένα ή/και βαμμένα κλινοσκεπάσματα· ii) δεν είναι υποκαταστάσιμα από την κοινοτική παραγωγή η οποία στηρίζεται σε τυπωμένα ή/και βαμμένα κλινοσκεπάσματα και iii) έχουν διαφορετικές τελικές χρήσεις (νοσοκομεία και ξενοδοχεία).

(25) Η έρευνα έδειξε ότι, παρόλο που υπάρχουν διαφορετικές κατεργασίες για το φινίρισμα των υφασμάτων (λεύκανση, βαφή, τύπωμα), τα προϊόντα κάθε τύπου είναι υποκαταστάσιμα και ανταγωνιστικά στην αγορά της Κοινότητας. Διαπιστώθηκε επιπλέον ότι υπάρχει στην Κοινότητα παραγωγή λευκασμένων κλινοσκεπασμάτων και ότι ο τύπος αυτός του υπό εξέταση προϊόντος δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά από συγκεκριμένη κατηγορία χρηστών.

(26) Παρά την ενδεχόμενη ύπαρξη διαφορετικών τύπων προϊόντων, που διακρίνονται από την ύφανση, το τελείωμα, την παρουσίαση, το μέγεθος, τη συσκευασία κ.λπ., όλοι οι τύποι αυτοί αποτελούν ενιαίο προϊόν, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεδομένου ότι παρουσιάζουν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά και έχουν, στην πράξη, την ίδια χρήση.

2. Ομοειδές προϊόν

(27) Η Επιτροπή εξέτασε αν τα βαμβακερά κλινοσκεπάσματα που παράγονται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και πωλούνται στην αγορά της Κοινότητας, καθώς και τα βαμβακερά κλινοσκεπάσματα που παράγονται στο Πακιστάν και πωλούνται στην αγορά της Κοινότητας και στην εγχώρια αγορά είναι προϊόντα ομοειδή.

(28) Από την έρευνα προέκυψε ότι, καίτοι υπάρχουν διάφορες διαδικασίες για το τελείωμα των υφασμάτων (λεύκανση, βαφή, τύπωμα), όλα τα προϊόντα έχουν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά και έχουν ουσιαστικά τις ίδιες χρήσεις.

(29) Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι, παρόλο που υπήρχαν ορισμένες διαφορές μεταξύ των τύπων προϊόντος που παράγεται στην Κοινότητα και των τύπων που πωλούνται προς εξαγωγή στην Κοινότητα, δεν υπήρχαν διαφορές στα βασικά χαρακτηριστικά και στις χρήσεις των διαφόρων τύπων και ποιοτήτων κλινοσκεπασμάτων από ίνες βαμβακιού. Επομένως, το προϊόν που κατασκευάζεται και πωλείται στην εγχώρια αγορά του Πακιστάν και το προϊόν που εξάγεται στην Κοινότητα από το Πακιστάν, καθώς και το προϊόν που κατασκευάζεται και πωλείται στην Κοινότητα από τους κοινοτικούς παραγωγούς θεωρούνται ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Γ. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

Ανάλυση πριν από την επαλήθευση των πληροφοριών που υπέβαλαν οι εξαγωγείς του δείγματος

(30) Και οι έξι εταιρείες που επελέγησαν στη δειγματοληψία απάντησαν στο ερωτηματολόγιο. Η ανάλυση πριν από την επαλήθευση των απαντήσεων που υπέβαλαν αυτοί οι παραγωγοί-εξαγωγείς έδειξε ότι όλοι οι επιλεγέντες παραγωγοί-εξαγωγείς δήλωσαν χαμηλότερο κόστος το οποίο οδήγησε σε υπολογισμό μη ρεαλιστικών και υπερβολικά υψηλών κερδών επί των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα. Με τη σύγκριση μεταξύ των τιμών εξαγωγής και του κόστους παραγωγής που ανέφερε κάθε εταιρεία, τα κέρδη από τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα κυμαίνονταν από πάνω από 20 % σε σχεδόν 40 % ανά εταιρεία, και, εκφρασμένα ως ποσοστό επί του κύκλου εργασιών, κατά μέσον όρο πάνω από 30 %. Αυτά τα περιθώρια ήταν επίσης εντελώς αντίθετα με τα μέσα αρνητικά περιθώρια κέρδους (- 9,4 % επί του κύκλου εργασιών) που ανέφεραν οι ίδιες οι εταιρείες για τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος σε άλλες χώρες, και ήταν επίσης αντίθετα με το περιθώριο κέρδους 1,6 % επί του κύκλου εργασιών που αναφέρθηκε για τις εξαγωγές άλλων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στα οποία περιλαμβάνονται και παρόμοια προϊόντα (κατεργασμένα υφάσματα, τραπεζομάντηλα, κουρτίνες) με ίδια διάρθρωση κόστους, που πωλούνται επίσης στον ίδιο τύπο πελατών ή ακόμη στους ίδιους πελάτες. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι οι ελεγμένοι λογαριασμοί για την ΠΕ ή για περίοδο που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα της ΠΕ, των εν λόγω εταιρειών οι οποίες παράγουν και πωλούν σχεδόν αποκλειστικά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, έδειξαν κατά μέσον όρο συνολικό περιθώριο κέρδους επί του κύκλου εργασιών περίπου 5 %.

(31) Εκτός από το γεγονός ότι τα δηλωθέντα περιθώρια κέρδους ήταν καταφανώς αναξιόπιστα από εμπορικής πλευράς για τις εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα, ήταν επιπλέον εντελώς αντίθετα με όλες τις άλλες διαθέσιμες πληροφορίες για τους συντελεστές κέρδους για το υπό εξέταση προϊόν που εξάγεται από το Πακιστάν στην Κοινότητα, καθώς και με τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι ίδιοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος.

(32) Στις παρατηρήσεις τους για τη ζημία, οι παραγωγοί-εξαγωγείς δήλωσαν ότι η χαμηλή αποδοτικότητα των κλινοσκεπασμάτων είναι ίδιον της βιομηχανίας αυτής η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλους όγκους παραγωγής και υψηλόν ανταγωνισμό. Αναφέρθηκε επίσης ότι ένα περιθώριο κέρδους 2 % έως 3 % πρέπει να θεωρηθεί ως εύλογο. Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας που δεν επελέγη στο δείγμα δήλωσε ότι ένα φυσιολογικό περιθώριο κέρδους θα ήταν 2 % έως 5 %. Μετά την κοινοποίηση, όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς αμφισβήτησαν το ότι είχαν γίνει τέτοιες δηλώσεις όσον αφορά την αποδοτικότητα των εξαγωγικών πωλήσεών τους κλινοσκεπασμάτων στην Κοινότητα. Ισχυρίστηκαν ότι αυτές οι δηλώσεις αφορούσαν τα περιθώρια κέρδους που θεωρήθηκαν αποδεκτά για τις πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ως προς αυτό, σημειώνεται ότι αυτές οι δηλώσεις i) είχαν γίνει κατά τη διάρκεια ακρόασης· ii) ότι αφορούσαν τη βιομηχανία κλινοσκεπασμάτων εν γένει και iii) ότι είχαν επιπλέον επιβεβαιωθεί από τις απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις για την αποδοτικότητα των εξαγωγών κλινοσκεπασμάτων που πραγματοποιούσαν οι παραγωγοί του Πακιστάν στην Κοινότητα. Επιπλέον, παρόμοιες πληροφορίες υποβλήθηκαν από ανεξάρτητο αντιπρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό εισαγωγέων. Είναι επιπλέον κοινώς γνωστό ότι η κοινοτική αγορά κλινοσκεπασμάτων είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική και ότι, ως αποτέλεσμα των πολλών οικονομικών φορέων και της ανοικτής αγοράς, τα περιθώρια κέρδους που ανέφεραν οι παραγωγοί-εξαγωγείς του Πακιστάν δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστα.

(33) Όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες έδειξαν ότι τα δηλωθέντα στοιχεία κέρδους είχαν υπερεκτιμηθεί και λόγω του γεγονότος ότι οι τιμές εξαγωγής συμφωνούσαν με την Eurostat, ήταν εύλογο να υποτεθεί ότι αυτό ήταν η συνέπεια της υποτίμησης του δηλωθέντος κόστους παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος. Αυτό είναι ακόμη σοβαρότερο αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, επειδή δεν υπάρχουν αντιπροσωπευτικές πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, είναι προφανές ότι η κανονική αξία έπρεπε να κατασκευαστεί με βάση το κόστος παραγωγής.

Διακοπή των επιτόπιων επαληθεύσεων

(34) Η Επιτροπή επεδίωξε να επαληθεύσει τα εντελώς αβάσιμα στοιχεία που αναφέρθηκαν στις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ το οποίο είχε σταλεί στις έξι εταιρείες του δείγματος, σύμφωνα με το άρθρο 16 του βασικού κανονισμού.

(35) Κατά την επαλήθευση της δεύτερης εταιρείας, η Επιτροπή έλαβε ανώνυμη απειλητική επιστολή που απευθυνόταν προσωπικά στους υπαλλήλους οι οποίοι διενεργούσαν τις επαληθεύσεις. Όσον αφορά τον ειδικό, προσωπικό χαρακτήρα της απειλητικής επιστολής που έλαβαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίοι όροι για τη διενέργεια επαληθεύσεων και ότι οι περιστάσεις εμπόδιζαν σημαντικά την έρευνα. Συνεπώς, οι επισκέψεις επαλήθευσης διακόπηκαν.

(36) Γι' αυτούς τους λόγους, ήταν δυνατό να διενεργηθεί πλήρης επαλήθευση μόνον στις εγκαταστάσεις ενός παραγωγού-εξαγωγέα ενώ διενεργήθηκε μερική επαλήθευση στις εγκαταστάσεις ενός άλλου παραγωγού-εξαγωγέα. Οι εξαγωγές αυτών των δύο εταιρειών αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50 % της συνολικής εξαγωγικής αξίας cif στην Κοινότητα των επιλεγμένων στο δείγμα παραγωγών-εξαγωγέων.

Αποτελέσματα της μερικής επιτόπιας επαλήθευσης

(37) Η επαλήθευση της πρώτης εταιρείας επιβεβαίωσε το ότι είχαν υποβληθεί παραπλανητικές πληροφορίες όσον αφορά την πολιτική κόστους και τιμολόγησης της εταιρείας. Παρά το γεγονός ότι η εταιρεία δήλωσε ότι διατηρούσε λεπτομερή στοιχεία για το κόστος του υπό εξέταση προϊόντος, επί τόπου αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα τέτοια στοιχεία κόστους ή αποδεικτικά στοιχεία. Έτσι, δεν υποβλήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία που συνήθως διατηρούνται στα βιβλία των εταιρειών, τα οποία μπορούσαν να δείξουν ότι ήταν ακριβή τα στοιχεία του κόστους που δηλώθηκαν για το υπό εξέταση προϊόν, και ότι αυτό το κόστος αντανακλούσε ευλόγως το κόστος που συνδέεται με την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος. Ακόμη και όταν αποδείχθηκε στην εταιρεία ότι, με βάση τις πληροφορίες που υπέβαλε η ίδια η εταιρεία, έπρεπε να υπάρχουν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία, η εταιρεία αρνήθηκε την πρόσβαση σ' αυτά τα στοιχεία. Επιπλέον, ζητήθηκαν πληροφορίες για το κόστος του ομοειδούς προϊόντος που εξάγεται στις άλλες χώρες, αλλά δεν δόθηκαν τέτοιες πληροφορίες.

(38) Διαπιστώθηκε επίσης ότι τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας δεν ήταν σύμφωνα με τις Γενικά Αποδεκτές Λογιστικές Πρακτικές του Πακιστάν, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την αποτίμηση της απογραφής. Επιπλέον, η εταιρεία ανέφερε επί τόπου, και σύμφωνα με άλλες διαθέσιμες πληροφορίες (βλέπε αιτιολογική σκέψη 32 ανωτέρω), ότι υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός στην αγορά της Κοινότητας μεταξύ διαφόρων χωρών εξαγωγής, πράγμα που αποδείκνυε ακόμη ότι τα υψηλά στοιχεία κέρδους που δήλωσε για τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος αυτή η εταιρεία ήταν όντως παράλογα.

(39) Όσον αφορά την επίσκεψη μερικής επαλήθευσης που διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εταιρείας, διαπιστώθηκε ότι η πολιτική τιμολόγησης για τις πωλήσεις κλινοσκεπασμάτων στην Κοινότητα και σε άλλες αγορές δεν διέφερε σημαντικά, και δεν μπορούσε να οδηγήσει σε τόσο μεγάλες διαφορές περιθωρίων κέρδους, όπως αυτές που ανέφερε η εταιρεία. Τα περιθώρια κέρδους που αναφέρθηκαν για τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα υπερέβαιναν κατά πολύ τα περιθώρια που χρησιμοποιήθηκαν σε εσωτερικούς διακανονισμούς και διαπραγματεύσεις τιμών με τους πελάτες. Δεν υποβλήθηκαν στοιχεία που μπορούσαν να αποδείξουν ότι οι πωλήσεις κλινοσκεπασμάτων στην Κοινότητα θα επέφεραν κέρδη που θα διέφεραν τόσο από τα κέρδη των πωλήσεων που πραγματοποιούνται σε τρίτες χώρες. Επιπλέον, δεν ήταν δυνατό να επαληθευθούν οι πληροφορίες για το κόστος παραγωγής και την αποτίμηση των αποθεμάτων του υπό εξέταση προϊόντος, και οι οποίες έπρεπε να είναι διαθέσιμες.

(40) Με βάση τα γεγονότα που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 35 ανωτέρω, η Επιτροπή αναγκάστηκε να καταλήξει ότι οι πληροφορίες που υπέβαλαν οι υπόλοιποι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος δεν μπορούσαν να επαληθευθούν, επειδή διακόπηκαν οι επισκέψεις επαλήθευσης.

(41) Το άρθρο 18 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αναφέρει ότι όταν διαπιστώνεται ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει προσκομίσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία. Οι επισκέψεις επαλήθευσης δεν διέψευσαν την εύλογη υπόθεση ότι οι πληροφορίες που υπέβαλε καθεμία από τις άλλες εταιρείες που επελέγησαν στο δείγμα, ήταν ψευδείς. Οι πληροφορίες σχετικά με το κόστος και τα κέρδη του υπό εξέταση προϊόντος δεν έγιναν αποδεκτές όπως δηλώθηκαν, στο βαθμό που δεν ήταν δυνατό να επαληθευθούν και οι διαθέσιμες πληροφορίες έδειξαν ότι αυτά τα στοιχεία ήταν ψευδή. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι υπήρξε άρνηση συνεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού εκ μέρους όλων των εταιρειών που επελέγησαν στο δείγμα.

(42) Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, αν υπάρχει κάποιος βαθμός άρνησης συνεργασίας εκ μέρους όλων των επιλεγέντων μερών, ο οποίος είναι πιθανό να επηρεάσει σημαντικά το αποτέλεσμα της έρευνας, επιτρέπεται η επιλογή νέου δείγματος. Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί ότι η απειλή που έλαβαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν έχει αρθεί και ότι τίποτα δεν έδειχνε ότι η απειλή αυτή περιοριζόταν στις επισκέψεις επαλήθευσης των υπαλλήλων της Επιτροπής στις εταιρείες του δείγματος. Η Επιτροπή δεν μπορούσε επομένως να επιλέξει νέο δείγμα και να διενεργήσει επισκέψεις επαλήθευσης. Συνεπώς, έπρεπε να γίνει καθορισμός του ντάμπινγκ με βάση τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού.

(43) Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ενημερώθηκαν σχετικά με το συμπέρασμα ότι είχαν υποβάλει ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, τον λόγο απόρριψης αυτών των ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών και ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν τα καλύτερα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Δόθηκε στα μέρη η ευκαιρία να υποβάλουν περαιτέρω εξηγήσεις εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

(44) Σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, οι ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία. Η Επιτροπή εξέτασε τις διαθέσιμες πληροφορίες που θα της επέτρεπαν να υπολογίσει το περιθώριο του ντάμπινγκ, δηλαδή την καταγγελία, τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο που υπέβαλαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος και άλλοι τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς που είχαν ζητήσει ατομική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, τις πληροφορίες που υπέβαλαν πολλά ενδιαφερόμενα μέρη και τις επίσημες στατιστικές εισαγωγών της Eurostat.

(45) Όσον αφορά την καταγγελία που υπέβαλε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, η οποία περιείχε εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία για το περιθώριο του ντάμπινγκ 45,1 %, διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό αυτού του περιθωρίου ντάμπινγκ ήταν λιγότερο αντιπροσωπευτικά από τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τους πολλούς τύπους του υπό εξέταση προϊόντος που εξάγεται από το Πακιστάν.

(46) Εξετάστηκαν επίσης οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ που υπέβαλαν οι τρεις εταιρείες οι οποίες ζήτησαν ατομική εξέταση, και διαπιστώθηκε ότι αυτές οι απαντήσεις ήταν ελλιπείς και λανθασμένες σε βαθμό που μπορούσε να εμποδίσει σοβαρά την συναγωγή λογικά ακριβούς συμπεράσματος.

(47) Συνεπώς, θεωρήθηκε ότι, σε τελευταία ανάλυση, παρά το γεγονός ότι περιείχαν ορισμένες ψευδείς πληροφορίες, οι απαντήσεις των παραγωγών-εξαγωγέων που είχαν αρχικά συγκεντρωθεί για να αποτελέσουν ένα δείγμα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, ως έναν ορισμένο βαθμό, ως τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία. Προφανώς αυτά τα στοιχεία έπρεπε να διορθωθούν όταν αντικρούονταν από τις διαπιστώσεις των επιτόπιων επαληθεύσεων και από τις πληροφορίες που υπέβαλαν αυτά τα μέρη στις παρατηρήσεις τους.

(48) Πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι στην περίπτωση που χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία, το τελικό αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκό για το εν λόγω μέρος από ό,τι θα ήταν αν είχε δεχθεί να συνεργασθεί. Εντούτοις, δεδομένου του γεγονότος ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε θα εφαρμοζόταν σε όλους του παραγωγούς-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος στο Πακιστάν, η Επιτροπή πήρε τα καλύτερα δυνατά μέτρα για να εξαλείψει κάθε στοιχείο αντιποίνων για την άρνηση συνεργασίας.

Ανάγκη να υπολογισθεί συνολικό περιθώριο ντάμπινγκ

(49) Οι πληροφορίες που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη και που χρησιμοποιήθηκαν για να διορθωθεί το δηλωθέν κόστος για κάθε μια από τις έξι εταιρείες που είχαν αρχικά συμπεριληφθεί στο δείγμα, περιείχαν αναφορές σε μέσο περιθώριο κέρδους επί των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος 2 % έως 5 %. Αυτό το περιθώριο επιβεβαιώθηκε επίσης από τους ίδιους τους παραγωγούς-εξαγωγείς, και θεωρήθηκε λογικό όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 32. Θεωρήθηκε εντούτοις ότι το εν λόγω περιθώριο κέρδους, παρόλο που ήταν έγκυρο κατά μέσον όρο για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς, δεν εξέφραζε αναγκαστικά το περιθώριο κέρδους καθεμιάς από τις εταιρείες χωριστά. Υπό το φως του γεγονότος ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες επέτρεπαν στην Επιτροπή να υπολογίσει μόνο ένα μέσο περιθώριο κέρδους στις εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος θεωρήθηκε σκόπιμο να υπολογιστεί ένα συνολικό περιθώριο ντάμπινγκ που να μπορεί να εφαρμοστεί σε όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(50) Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι έπρεπε να είχε καθοριστεί ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ για κάθε εταιρεία ξεχωριστά. Αναφέρθηκε ότι οι υπολογισμοί έδειξαν ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να υπολογίσει ατομικό περιθώριο ντάμπινγκ.

(51) Η ανάγκη να υπολογιστεί συνολικό περιθώριο ντάμπινγκ είναι αποτέλεσμα των ακόλουθων σκέψεων: Τα περιθώρια κέρδους στις εξαγωγές που υποβλήθηκαν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς στις απαντήσεις τους στα ερωτηματολόγια δεν ήταν δυνατόν αν χρησιμοποιηθούν και έπρεπε επομένως να διορθωθούν. Αυτή η διόρθωση έγινε χρησιμοποιώντας για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς ένα περιθώριο κέρδους για τις εξαγωγικές πωλήσεις 3,5 % (το θέμα επεξηγείται πλήρως στην αιτιολογική σκέψη 56). Αυτό σήμαινε επίσης ότι οι επιμερισμοί του κόστους παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος όπως παρουσιάσθηκαν στις απαντήσεις των ερωτηματολογίων δεν ήταν ορθές και έπρεπε επομένως να τροποποιηθούν αναλόγως σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Επομένως το εσφαλμένως δηλωθέν περιθώριο κέρδους των εξαγωγικών πωλήσεων είχε σημαντικές επιπτώσεις στον επιμερισμό του κόστους για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα. Πιο σημαντικό, το γεγονός ότι ένα μέσο περιθώριο κέρδους έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως διαθέσιμο στοιχείο για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς ήταν ένας σημαντικός λόγος για να φθάσουμε στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να καθορισθούν ατομικά ποσοστά δασμών για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα. Πραγματικά, η ίδια η φύση ενός μέσου περιθωρίου κέρδους σημαίνει ότι τα αντίστοιχα ατομικά περιθώρια κέρδους θα ποικίλουν σε κάποιο βαθμό. Σε αυτή την περίπτωση, η απόκλιση ήταν σημαντική εφόσον η διακύμανση των πιθανών περιθωρίων κέρδους που αναφέρθηκαν ήταν μεταξύ 2 % και 5 %. Με άλλα λόγια, ενώ τα Όργανα είναι ικανοποιημένα σε λογικά πλαίσια ότι το μέσο περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε είναι ενδεδειγμένο, το μέσο αυτό περιθώριο κέρδους - δεδομένων των σημαντικών επιπτώσεων στα άλλα στοιχεία της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και επομένως στους υπολογισμούς του ντάμπινγκ γενικά - σαφώς δεν αποτελεί βάση για τον προσδιορισμό ατομικού ποσοστού δασμών. Και αυτό γιατί θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητα υψηλά περιθώρια ντάμπινγκ για κάποιους παραγωγούς-εξαγωγείς και σε αδικαιολόγητα χαμηλά περιθώρια ντάμπινγκ για κάποιους άλλους παραγωγούς-εξαγωγείς δε σύγκριση με την περίπτωση όπου θα είχαν χρησιμοποιηθεί τα πραγματικά ατομικά στοιχεία κέρδους, δηλαδή αυτά που θεμελιώνονται στην περίπτωση πλήρους συνεργασίας. Επομένως, το γεγονός ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ένα μέσο περιθώριο κέρδους για τις εξαγωγικές πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος συνέδεσε αποφασιστικά τον προσδιορισμό για κάθε ξεχωριστό παραγωγό.

(52) Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι το γεγονός ότι έλαβαν κοινοποίηση των ατομικών υπολογισμών και των ατομικών ποσών ντάμπινγκ δείχνει ότι τα Όργανα θα μπορούσαν επίσης να προσδιορίσουν και ατομικά ποσοστά δασμών για αυτούς. Όμως, το ζήτημα ότι ένα ατομικό ποσοστό δασμού δεν είναι ενδεδειγμένο για τους λόγους που περιγράφτηκαν πιο πάνω δεν θα πρέπει να συγχέεται με τις πληροφορίες που τέθηκαν στην διάθεση καθενός ιδιαίτερου παραγωγού-εξαγωγέα στο πλαίσιο της κοινοποίησης. Είναι γεγονός, ότι προκειμένου να διασφαλισθεί η διαφάνεια και να επιτραπεί σε κάθε ιδιαίτερο παραγωγό-εξαγωγέα να επαληθεύσει τους υπολογισμούς της Επιτροπής, όλοι έλαβαν τους πλήρεις υπολογισμούς που περιείχαν το πιο πάνω αναφερθέν περιθώριο κέρδους 3,5 %. Αλλά αυτό δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τις αιτιολογίες για ένα περιθώριο ντάμπινγκ/ποσοστό δασμού για όλη την χώρα όπως αναπτύχθηκε στην πιο πάνω παράγραφο.

Κανονική αξία

(53) Επειδή οι εταιρείες που επελέγησαν στο δείγμα δεν είχαν πραγματοποιήσει εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος που να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 5 % των εξαγωγικών πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα, όπως απαιτείται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθούν οι εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος από τις εν λόγω εταιρείες ως αξιόπιστη βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

(54) Επειδή δεν πραγματοποιήθηκαν αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις από άλλους παραγωγούς, η κανονική αξία κατασκευάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, με την προσθήκη στο κόστος κατασκευής των εξαγόμενων τύπων του υπό εξέταση προϊόντος, ενός εύλογου ποσού για τα έξοδα πωλήσεων, τα γενικά και διοικητικά έξοδα ("ΓΔΕΠ") και για το κέρδος, που καθορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

(55) Όπως συνάγεται στην αιτιολογική σκέψη 41, διαπιστώθηκε ότι το δηλωθέν κόστος παραγωγής και, κατά συνέπεια, τα δηλωθέντα περιθώρια κέρδους για τις εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος ήταν ψευδή.

(56) Από το δηλωθέν κόστος παραγωγής, διορθώθηκε μόνον το κόστος κατασκευής επειδή διαπιστώθηκε ότι τα δηλωθέντα ΓΔΕΠ ήταν σύμφωνα με τους ελεγμένους λογαριασμούς των εταιρειών. Το κέρδος από τις εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος για κάθε εταιρεία που αρχικά συμπεριελήφθη στο δείγμα διορθώθηκε σε 3,5 % του κύκλου εργασιών, το οποίο αντιστοιχεί σε μέσο περιθώριο κέρδους που δήλωσαν οι εταιρείες ως το κανονικό περιθώριο κέρδους γι' αυτές τις πωλήσεις. Το ποσό μείωσης του κέρδους επί των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος, κατανεμήθηκε με βάση τον κύκλο εργασιών στις εξαγωγικές πωλήσεις άλλων προϊόντων και στις εγχώριες πωλήσεις, για να παραμείνει το συνολικό κέρδος σύμφωνο με τους ελεγμένους λογαριασμούς των εταιρειών.

(57) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός από τους παραγωγούς-εξαγωγείς και από δύο ενώσεις ότι δεν ήταν λογικό να θεωρηθεί εύλογο κέρδος αυτό το κέρδος για τις εξαγωγές του Πακιστάν στην αγορά της Κοινότητας ενώ, παράλληλα, να θεωρείται το περιθώριο κέρδους 6,5 % το κατάλληλο ελάχιστο περιθώριο για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(58) Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 105, η έρευνα έδειξε ότι οι εξαγωγές από το Πακιστάν ήταν σημαντικές στο τμήμα χαμηλών τιμών της αγοράς, ενώ οι πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αφορούν κυρίως προϊόντα με εμπορικό σήμα. Θεωρήθηκε επομένως ότι με βάση αυτούς τους παράγοντες, ήταν εύλογες αυτές οι διαφορές της αποδοτικότητας.

(59) Έπρεπε να γίνουν ορισμένες διορθώσεις στις μεθόδους κατανομής του κόστους, τις οποίες οι εταιρείες είχαν καταρτίσει αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας, ειδικότερα όσον αφορά την κατανομή της επιστροφής των δασμών και των εξόδων συσκευασίας, με βάση τις διαπιστώσεις της επιτόπιας επαλήθευσης.

(60) Ήταν επίσης αναγκαίο να γίνει διόρθωση του δηλωθέντος κέρδους από τις εγχώριες πωλήσεις για την εταιρεία για την οποία διενεργήθηκε πλήρης επαλήθευση, επειδή έπρεπε να ευθυγραμμιστεί αυτό το κέρδος με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές πρακτικές που εφαρμόζονται στο Πακιστάν.

(61) Επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία για τα ΓΔΕΠ και το κέρδος όσον αφορά την παραγωγή και τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος για κανέναν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που αποτελούσε αντικείμενο έρευνας ή για κανέναν άλλο γνωστό εξαγωγέα ή παραγωγό, και επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες τέτοιες πληροφορίες για την ίδια γενική κατηγορία προϊόντων, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση παρά να χρησιμοποιηθεί άλλη εύλογη μέθοδος σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού για τον καθορισμό ποσού για τα ΓΔΕΠ και τα κέρδη.

(62) Για να καθοριστεί ένα ποσό για τα ΓΔΕΠ και για το κέρδος, χρησιμοποιήθηκε ο μέσος όρος των ποσών που δήλωσαν και οι έξι εταιρείες που επελέγησαν αρχικά στη δειγματοληψία, για τα ΓΔΕΠ και το κέρδος επί των εγχωρίων πωλήσεων σε μη συνδεδεμένους πελάτες, αφού έγινε η διόρθωση όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 56 και 60. Αυτά τα στοιχεία θεωρήθηκαν η κατάλληλη βάση εφόσον αφορούσαν τις εγχώριες πωλήσεις σε μη συνδεδεμένους πελάτες κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων (στα οποία περιλαμβάνονται τα νήματα, τα ακατέργαστα υφάσματα, τα κατεργασμένα υφάσματα και τα ενδύματα) και ήταν τα μόνα διαθέσιμα στοιχεία για τις εγχώριες πωλήσεις στο Πακιστάν. Δεν υπάρχουν πληροφορίες που επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το κέρδος, όπως έχει καθοριστεί, υπερβαίνει το κέρδος που υλοποιούν κανονικά άλλοι εξαγωγείς ή παραγωγοί από τις πωλήσεις προϊόντων της ίδιας γενικής κατηγορίας στην εγχώρια αγορά του Πακιστάν, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού.

Τιμή εξαγωγής

(63) Εξετάστηκε η καταλληλότητα των τιμών εξαγωγής όπως αυτές δηλώθηκαν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες, καθώς και η μερική επαλήθευση που διενεργήθηκε στο Πακιστάν, οι επαληθεύσεις στους εισαγωγείς και τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat έδειξαν ότι αυτά τα στοιχεία ήταν ακριβή.

(64) Όλες οι εταιρείες πραγματοποίησαν τις εξαγωγικές πωλήσεις τους στην Κοινότητα απευθείας σε ανεξάρτητους εισαγωγείς. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, οι τιμές εξαγωγής τους καθορίστηκαν επομένως με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές από αυτούς τους ανεξάρτητους εισαγωγείς.

(65) Όπως ζήτησαν οι εν λόγω εταιρείες, οι εξαγωγικές πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από πεπαλαιωμένα αποθέματα και οι πωλήσεις που παραδόθηκαν αεροπορικώς αποκλείστηκαν από τους υπολογισμούς του ντάμπινγκ, επειδή αυτές οι πωλήσεις δεν είχαν πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Αυτές οι πωλήσεις αντιπροσώπευαν ένα ελάχιστο ποσοστό όλων των εξαγωγικών πωλήσεων που δηλώθηκαν.

Σύγκριση

(66) Για να εξασφαλισθεί ορθή σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν δεόντως υπόψη, υπό μορφή προσαρμογών, οι διαφορές ως προς τις επιβαρύνσεις των εισαγωγών και οι έμμεσοι φόροι, οι εκπτώσεις και μειώσεις, τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, χειρισμού, φόρτωσης και τα παρεπόμενα έξοδα, το κόστος συσκευασίας, των πιστώσεων, οι προμήθειες και οι μετατροπές του νομίσματος που επηρεάζουν τη δυνατότητα σύγκρισης των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού.

(67) Όλες οι εταιρείες ζήτησαν προσαρμογή για το καθεστώς επιστροφής δασμού βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού. Εντούτοις, τα ποσά που επεστράφησαν από την κυβέρνηση του Πακιστάν υπερέβαιναν κατά πολύ τα ποσά των εισαγωγικών επιβαρύνσεων ή των έμμεσων φόρων που καταβλήθηκαν για τα υλικά τα οποία ενσωματώθηκαν στο υπό εξέταση προϊόν. Συνεπώς, η Επιτροπή δέχτηκε την προσαρμογή στο βαθμό που τα ζητούμενα ποσά επιβάρυναν όντως το ομοειδές προϊόν και τα υλικά που είχαν ενσωματωθεί σ' αυτό, όταν το προϊόν προοριζόταν για κατανάλωση στην χώρα εξαγωγής, και επιστρέφονταν για το προϊόν που εξάγεται στην Κοινότητα.

(68) Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι το δικαίωμα επιστροφής φόρου έπρεπε να χορηγηθεί για το πλήρες ποσό που επιστρέφει η κυβέρνηση του Πακιστάν ανεξάρτητα από το αν έχουν καταβληθεί οι δασμοί από τους παραγωγούς-εξαγωγείς ή από τους τοπικούς προμηθευτές τους υλικών. Εντούτοις, δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ότι είχαν επιβληθεί εισαγωγικές επιβαρύνσεις ή έμμεσοι φόροι στα υλικά που αγοράσθηκαν από τους τοπικούς προμηθευτές. Επομένως το επιχείρημα απορρίφθηκε.

Περιθώρια του ντάμπινγκ

(69) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού, το ποσό του ντάμπινγκ καθορίστηκε με βάση τη σύγκριση μεταξύ της μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας για κάθε τύπο του προϊόντος και της μέσης σταθμισμένης τιμής εξαγωγής του ιδίου τύπου προϊόντος.

(70) Πάνω σ' αυτή τη βάση, το συνολικό μέσο περιθώριο του ντάμπινγκ που εφαρμόζεται σε όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς του Πακιστάν είναι 13,1 %, εκφρασμένο ως ποσοστό της καθαρής τιμής cif ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας, πριν την καταβολή του δασμού.

Δ. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

(71) Στην Κοινότητα, το υπό εξέταση προϊόν παράγεται από:

- παραγωγούς εξ ονόματος των οποίων υποβλήθηκε η καταγγελία· όλοι οι παραγωγοί που επελέγησαν στο δείγμα ("οι επιλεγμένοι στο δείγμα κοινοτικοί παραγωγοί") ήταν επίσης καταγγέλλοντες,

- άλλους κοινοτικούς παραγωγούς που δεν ήταν καταγγέλλοντες και δεν συνεργάστηκαν.

(72) Η Επιτροπή εξέτασε αν όλες οι ανωτέρω εταιρείες μπορούσαν να θεωρηθούν κοινοτικοί παραγωγοί σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Η παραγωγή όλων των ανωτέρω εταιρειών αποτελεί την κοινοτική παραγωγή.

(73) Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αποτελείται από 29 κοινοτικούς παραγωγούς που συνεργάστηκαν με την Επιτροπή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται επίσης πέντε επιλεγμένοι στο δείγμα κοινοτικοί παραγωγοί. Αυτοί οι παραγωγοί αντιπροσωπεύουν το 45 % της κοινοτικής παραγωγής βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων. Συνεπώς, θεωρείται ότι αποτελούν τον "κοινοτικό κλάδο παραγωγής" κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Ε. ΖΗΜΙΑ

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(74) Λόγω του γεγονότος ότι είχε χρησιμοποιηθεί η δειγματοληπτική μέθοδος όσον αφορά τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, η ζημία υπολογίστηκε, αφενός, με βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν για το σύνολο του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, για τις τάσεις που αφορούν την παραγωγή, την παραγωγικότητα, τις πωλήσεις, το μερίδιο της αγοράς, την απασχόληση και την ανάπτυξη. Αφετέρου, αναλύθηκαν οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν σε επίπεδο επιλεγμένων για το δείγμα κοινοτικών παραγωγών, όσον αφορά τις τάσεις των τιμών και την αποδοτικότητα, τις χρηματικές ροές, την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων και τις επενδύσεις, τα αποθέματα, την ικανότητα παραγωγής και την χρησιμοποίηση της ικανότητας, την απόδοση των επενδύσεων και τους μισθούς.

2. Κοινοτική κατανάλωση

(75) Η κατανάλωση στην Κοινότητα καθορίστηκε με βάση τους όγκους της παραγωγής των κοινοτικών παραγωγών σύμφωνα με την Eurocoton πλην των εξαγωγών βάσει των στοιχείων της Eurostat, συν τις εισαγωγές από το Πακιστάν και τις άλλες τρίτες χώρες, που στηρίζονται επίσης σε στοιχεία της Eurostat. Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, η εμφανής κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε σταθερά από 173651 τόνους σε 199881 τόνους, δηλαδή κατά 15 %.

3. Εισαγωγές από την εν λόγω χώρα

α) Όγκος και μερίδιο αγοράς

(76) Οι εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων από το Πακιστάν στην Κοινότητα αυξήθηκαν σε όγκο από 36000 τόνους το 1999 σε 49300 τόνους την ΠΕ, δηλαδή κατά 37 % κατά την υπό εξέταση περίοδο. Μετά τη μείωση σε 31800 τόνους το 2000 οι εισαγωγές ανήλθαν σε 35500 τόνους το 2001. Μεταξύ του 2001 και της περιόδου της έρευνας αυξήθηκαν απότομα κατά σχεδόν 14000 τόνους· δηλαδή κατά πάνω από το ένα τρίτο.

(77) Το αντίστοιχο μερίδιο αγοράς μειώθηκε από 20,7 % το 1999 σε 17,2 % το 2000. Εν συνεχεία, αυξήθηκε σε 18,9 % το 2001 και σε 24,7 % κατά την ΠΕ.

β) Τιμές

(78) Οι μέσες τιμές από το Πακιστάν αυξήθηκαν από 5,95 ευρώ/χλγρ. το 1999 σε 6,81 ευρώ/χλγρ. το 2000. Τα επόμενα έτη μειώθηκαν σταδιακά σε 6,34 ευρώ/χλγρ το 2001 και σε 5,93 ευρώ/χλγρ. κατά την ΠΕ.

γ) Τιμές χαμηλότερες των κοινοτικών

(79) Για να εξεταστεί κατά πόσον πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, συγκρίθηκε ο σταθμισμένος μέσος όρος των τιμών για κάθε τύπο του προϊόντος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην κοινοτική αγορά με τον αντίστοιχο μέσον όρο των τιμών εξαγωγής των εν λόγω εισαγωγών. Η σύγκριση πραγματοποιήθηκε μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων και επιστροφών. Οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής προσαρμόστηκαν στις τιμές εκ του εργοστασίου. Οι τιμές των εν λόγω εισαγωγών ήταν σε βάση cif αφού έγιναν οι κατάλληλες προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι τελωνειακοί δασμοί και το κόστος μετά την εισαγωγή.

(80) Από τη σύγκριση αυτή προέκυψε ότι, κατά την ΠΕ, τα υπό εξέταση προϊόντα καταγωγής Πακιστάν είχαν πωληθεί στην Κοινότητα σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά πάνω από 50 % εκφρασμένες ως ποσοστό των τελευταίων.

4. Κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(81) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε όλους τους σχετικούς οικονομικούς παράγοντες και δείκτες που έχουν επίπτωση στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(82) Εξετάστηκε αν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάκαμψης από τις επιπτώσεις των προηγούμενων πρακτικών επιδότησης ή ντάμπινγκ αλλά δεν διαπιστώθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν τέτοια ανάκαμψη.

(83) Αναφέρθηκε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν υπέστη σημαντική ζημία επειδή προστατευόταν από την ύπαρξη των ποσοστώσεων. Είναι όντως αλήθεια ότι κατά την ΠΕ εφαρμόζονταν ποσοστώσεις. Στο πλαίσιο της διεθνούς νομοθεσίας, αυτές οι ποσοστώσεις έχουν τη νομική τους βάση στη συμφωνία του ΠΟΕ για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και τα είδη ένδυσης. Οι εν λόγω ποσοστώσεις θα καταργηθούν σταδιακά μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Οι ποσότητες που μπορούν να εισαχθούν στο πλαίσιο των ποσοστώσεων αντιστοιχούν σε σημαντικά μερίδια της κοινοτικής αγοράς. Όντως, με βάση τα στοιχεία για την κατανάλωση κατά την ΠΕ η ετήσια ποσόστωση 2002 αντιστοιχεί στην περίπτωση του Πακιστάν σε μερίδιο αγοράς περίπου 25 %. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο καθορισμός του επιπέδου αυτών των ποσοστώσεων στον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών είναι το αποτέλεσμα άμεσων διαπραγματεύσεων που δεν εμπίπτουν εντός του αναλυτικού πλαισίου που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό. Ενώ δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι ποσοστώσεις μπορούν να έχουν κάποια επίπτωση στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, η παρουσία και μόνον των ποσοστώσεων δεν εμποδίζει την πρόκληση ζημίας στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Η ανάλυση των στοιχείων στην παρούσα υπόθεση δείχνει ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σοβαρή ζημία κατά την ΠΕ παρά την ύπαρξη των ποσοστώσεων. Επομένως, το αίτημα απορρίπτεται.

α) Στοιχεία σχετικά με το σύνολο του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

- Παραγωγή, απασχόληση και παραγωγικότητα

(84) Ο όγκος παραγωγής του κοινοτικού κλάδου αυξήθηκε ελαφρά μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, από 37700 τόνους σε 39500 τόνους, δηλαδή κατά 5 %.

(85) Η απασχόληση παρέμεινε βασικά σταθερή σε περίπου 5500 απασχολούμενους. Επομένως, η παραγωγικότητα αυξήθηκε από 6,8 τόνους/απασχολούμενο το 1999 σε 7,2 τόνους/απασχολούμενο κατά την ΠΕ, δηλαδή κατά 6 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

- Όγκος πωλήσεων και μερίδιο αγοράς

(86) Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 4 %, από 36200 τόνους το 1999 σε 37800 τόνους κατά την ΠΕ. Είχε αυξηθεί σε 38300 τόνους το 2001, αλλά μειώθηκε κατά την ΠΕ. Ο κύκλος εργασιών από αυτές τις πωλήσεις αυξήθηκε από 410 εκατομμύρια ευρώ το 1999 σε 441 εκατομμύρια ευρώ το 2001, αλλά εν συνεχεία μειώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε 420 εκατομμύρια ευρώ κατά την ΠΕ.

(87) Παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση στην αγορά της Κοινότητας αυξήθηκε κατά 15 % κατά την ίδια περίοδο, το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε από 20,8 % σε 18,9 % κατά την ΠΕ. Το μερίδιο αγοράς κυμάνθηκε γύρω στο 20 % μεταξύ του 1999 και του 2001 και μειώθηκε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα μεταξύ του 2001 και της ΠΕ.

- Ανάπτυξη

(88) Ενώ η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 15 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε μόνον κατά 4 %. Εξάλλου, ο όγκος των συνολικών εισαγωγών αυξήθηκε κατά 35 % κατά την ίδια περίοδο, με σημαντικότερη αύξηση από 120000 τόνους το 2001 σε 139000 τόνους κατά την ΠΕ. Ενώ το μερίδιο αγοράς όλων των εισαγωγών αυξήθηκε κατά πάνω από 10 ποσοστιαίες μονάδες, το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε από 20,8 % σε 18,9 %. Αυτό σημαίνει ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν μπορούσε να συμμετέχει αρκετά στην ανάπτυξη της αγοράς μεταξύ του 1999 και της ΠΕ.

β) Στοιχεία σχετικά με τους επιλεγμένους στο δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς

- Αποθέματα, ικανότητα παραγωγής και χρησιμοποίηση της ικανότητας

(89) Σε ό,τι αφορά τα αποθέματα, αυτά κυμαίνονται σημαντικά επειδή το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής γίνεται κατόπιν παραγγελιών πράγμα που μειώνει την δυνατότητα παραγωγής μόνον για τη δημιουργία αποθεμάτων. Ενώ παρατηρήθηκε αύξηση των αποθεμάτων στους επιλεγμένους στο δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς, θεωρείται ότι σ' αυτήν την περίπτωση τα αποθέματα δεν ήταν κατάλληλος δείκτης της ζημίας λόγω της μεγάλης διακύμανσης των αποθεμάτων που χαρακτηρίζει ειδικά αυτήν την βιομηχανία.

(90) Δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί η ικανότητα παραγωγής σε σχεδόν όλους τους επιλεγμένους για το δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς επειδή η διαδικασία παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος είναι εξατομικευμένη εφόσον απαιτεί διαφορετικούς συνδυασμούς χρήσης των μηχανημάτων. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συναχθούν γενικά συμπεράσματα από την ικανότητα παραγωγής των μηχανημάτων για κάθε εταιρεία σχετικά με την ικανότητα παραγωγής. Επιπλέον, μέρος της διαδικασίας παραγωγής δίνεται σε υπεργολαβία σε ορισμένους επιλεγμένους για το δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς.

(91) Εντούτοις, για τα προϊόντα τα οποία υποβάλλονται σε διαδικασία τυπώματος, το τμήμα τυπώματος θεωρήθηκε ότι ήταν ο παράγοντας που καθόριζε την ικανότητα όσον αφορά τα τυπωμένα κλινοσκεπάσματα σε όλους τους επιλεγμένους για το δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς. Διαπιστώθηκε ότι η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας στο τμήμα τυπώματος μειώθηκε σταθερά από 90 % σε 82 %.

- Τιμές

(92) Οι μέσες τιμές ανά χιλιόγραμμο των κοινοτικών παραγωγών του δείγματος αυξήθηκε σταδιακά από 13,3 ευρώ σε 14,2 ευρώ κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Αυτό πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με το γεγονός ότι αυτή η μέση τιμή καλύπτει είδη υψηλής αξίας και είδη χαμηλής αξίας του υπό εξέταση προϊόντος και ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αναγκάστηκε να στραφεί σε περισσότερες πωλήσεις των εξειδικευμένων προϊόντων μεγαλύτερης αξίας, εφόσον οι πωλήσεις τους προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, μεγάλου όγκου είχαν αντικατασταθεί από εισαγωγές από χώρες με χαμηλές τιμές. Εξάλλου, οι μέσες τιμές πωλήσεων ανά χιλιόγραμμο του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκαν γενικά οριακά από 11,3 ευρώ το 1999 σε 11,5 ευρώ το 2001 αλλά εν συνεχεία μειώθηκαν σε 11,1 ευρώ κατά την ΠΕ.

- Επενδύσεις και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(93) Μεταξύ του 1999 και του 2001, οι επενδύσεις είχαν μειωθεί σημαντικά από 7 εκατομμύρια ευρώ σε 2,5 εκατομμύρια ευρώ. Μεταξύ του 2001 και της ΠΕ, οι επενδύσεις παρέμειναν σταθερές και αντιστοιχούσαν, κατά την ΠΕ, μόνον στο 41 % του ποσού που είχε επενδυθεί το 1999.

(94) Δεν υποβλήθηκε καμία παρατήρηση από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής ούτε κάποια ένδειξη για το ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αντιμετώπιζε προβλήματα άντλησης κεφαλαίων για τις δραστηριότητές του.

(95) Αναφέρθηκε ότι η μείωση των επενδύσεων δεν καταδεικνύει τη ζημία δεδομένου ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν ισχυρίστηκε ότι είχε προβλήματα άντλησης κεφαλαίων. Αυτό το επιχείρημα απορρίφθηκε επειδή η μείωση των νέων επενδύσεων δεν συνδέεται με δυσκολίες άντλησης κεφαλαίων, αλλά προκλήθηκε από την απώλεια του μεριδίου αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και από την ισχυρή πίεση στις τιμές στην αγορά της Κοινότητας.

- Αποδοτικότητα, ταμειακές ροές και απόδοση των επενδύσεων

(96) Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η αποδοτικότητα των επιλεγμένων για το δείγμα κοινοτικών παραγωγών μειώθηκε σημαντικά από 7,7 % το 1999 σε 4,4 % κατά την ΠΕ, δηλαδή κατά 42 %. Η απόδοση των επενδύσεων ακολούθησε την ίδια τάση, εφόσον μειώθηκε από 10,5 % το 1999 σε 5,9 % κατά την ΠΕ, δηλαδή σημειώθηκε μείωση 44 %.

(97) Οι Πακιστανοί παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι η μείωση της αποδοτικότητας των πέντε παραγωγών του δείγματος αντιστοιχεί σε αύξηση των μισθών. Όπως υπογραμμίζεται κατωτέρω, το μέσο κόστος εργασίας των εταιρειών του δείγματος έχει μειωθεί σε πραγματικές τιμές κατά περίπου 3,6 %. Επιπλέον, οι μισθοί αποτελούν μόνον ένα από τα πολλά στοιχεία του κόστους κατά τη διαδικασία κατασκευής και επομένως η αύξηση των μισθών δεν αντιστοιχεί αυτομάτως στη μείωση της αποδοτικότητας της εταιρείας. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

(98) Οι ταμειακές ροές που απορρέουν από το ομοειδές προϊόν μειώθηκαν σημαντικά από 16,8 εκατομμύρια ευρώ το 1999 σε 11,3 εκατομμύρια ευρώ κατά την ΠΕ. Η σημαντικότερη μείωση σημειώθηκε το 2000, όταν οι ταμειακές ροές μειώθηκαν κατά 27 %. Μεταξύ του 2000 και της ΠΕ αυξήθηκε μόνο κατά 5 %. Επειδή οι ταμειακές ροές επηρεάστηκαν από τις διακυμάνσεις των αποθεμάτων, οι ταμειακές ροές δεν θεωρούνται κατάλληλος παράγοντας στην προκειμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αναφερθεί ότι η αρνητική εξέλιξη των ταμειακών ροών κατά την εξεταζόμενη περίοδο είναι συναφής με άλλους δείκτες, πράγμα που επιβεβαιώνει την αρνητική εξέλιξη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, και δεν πρέπει να θεωρηθεί ασήμαντη.

- Μισθοί

(99) Το κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 3,3 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο, από 35,2 εκατομμύρια ευρώ το 1999 σε 36,3 εκατομμύρια ευρώ κατά την ΠΕ. Δεδομένου ότι ο αριθμός των απασχολουμένων παρέμεινε βασικά σταθερός, το μέσο κόστος εργασίας αυξήθηκε επίσης από 29100 ευρώ (στρογγυλοποιημένα στοιχεία) σε 30300 ευρώ, δηλαδή κατά 4,2 %. Αυτές οι αυξήσεις είναι ονομαστικές αυξήσεις και δεν είναι τόσο υψηλές όσο οι αυξήσεις των τιμών καταναλωτή που αντιστοιχούν σε πάνω από 7,8 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο, πράγμα που σημαίνει ότι οι πραγματικοί μισθοί έχουν μειωθεί κατά 3,6 %.

- Μέγεθος του ντάμπινγκ

(100) Λόγω του όγκου και της τιμής των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος ο αντίκτυπος των πραγματικών περιθωρίων ντάμπινγκ, τα οποία ήταν σημαντικά.

5. Συμπέρασμα για τη ζημία

(101) Από την εξέταση των προαναφερόμενων παραγόντων προκύπτει ότι η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής επιδεινώθηκε μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Η αποδοτικότητα μειώθηκε σημαντικά κατά την εξεταζόμενη περίοδο και το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 9,1 %. Για τους επιλεγμένους στο δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς οι επενδύσεις, η αποδοτικότητα, η απόδοση των επενδύσεων καθώς και οι ταμειακές ροές μειώθηκαν σημαντικά. Η απασχόληση παρέμεινε βασικά σταθερή. Ορισμένοι δείκτες έδειξαν θετική τάση: κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο κύκλος εργασιών και οι όγκοι των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκαν ελαφρά. Η παραγωγικότητα και οι μισθοί αυξήθηκαν οριακά. Όσον αφορά τις μέσες τιμές πωλήσεων των επιλεγμένων για το δείγμα κοινοτικών παραγωγών, σημείωσαν ανοδική τάση κατά την εξεταζόμενη περίοδο, πράγμα που εντούτοις είναι το αποτέλεσμα στροφής σε περισσότερες πωλήσεις εξειδικευμένων προϊόντων μεγαλύτερης αξίας. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την ίδια περίοδο η κατανάλωση στην Κοινότητα αυξήθηκε κατά 15 % ενώ το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου μειώθηκε κατά 9,1 %. Επιπλέον, οι μέσες τιμές πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(102) Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

ΣΤ. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

1. Εισαγωγή

(103) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 6 και 7 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Πακιστάν προκάλεσαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής ζημία που να μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. Εξετάστηκαν επίσης, άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν προξενήσει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, ούτως ώστε η προκαλούμενη από τους εν λόγω λοιπούς παράγοντες ζημία να μην αποδοθεί στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

2. Επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(104) Οι εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων από το Πακιστάν στην Κοινότητα αυξήθηκαν σε όγκο από 36000 τόνους το 1999 σε 49300 τόνους την ΠΕ, δηλαδή κατά 37 %. Μετά από μικρή μείωση μεταξύ του 1999 και του 2000, οι εισαγωγές αυξήθηκαν το 2001 και μεταξύ του 2001 και της ΠΕ αυξήθηκαν κατά 13900 τόνους. Το αντίστοιχο μερίδιο αγοράς μειώθηκε αρχικά από 20,7 % το 1999 σε 17,2 % το 2000. Εν συνεχεία, αυξήθηκε σημαντικά σε 24,7 % κατά την ΠΕ.

(105) Κατά την ανάλυση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, διαπιστώθηκε ότι η τιμή είναι το κυριότερο στοιχείο του ανταγωνισμού. Όντως εκείνοι που καθορίζουν την ποιότητα και το σχέδιο του προϊόντος που προτίθενται να παραγγείλουν, είναι οι ίδιοι οι αγοραστές. Από την ανάλυση της διαδικασίας αγοράς-πώλησης σ' αυτήν την υπόθεση, φαίνεται ότι οι εισαγωγείς και οι έμποροι, πριν αποστείλουν παραγγελία σε παραγωγό-εξαγωγέα στο Πακιστάν, προσδιορίζουν όλα τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που πρόκειται να παραδοθεί (σχέδιο, χρώμα, ποιότητα, διαστάσεις ...), και έτσι συγκρίνουν τις προσφορές των διαφόρων παραγωγών κυρίως βάσει της τιμής εφόσον όλα τα άλλα στοιχεία είναι προκαθορισμένα στην πρόσκληση για την υποβολή προσφορών, ή απορρέουν από τις ίδιες τις προσπάθειες του εισαγωγέα όσον αφορά παρόμοια προϊόντα (π.χ. προώθηση σήματος). Όσον αφορά τις τιμές, διαπιστώθηκε ότι οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές των εξαγωγέων άλλων τρίτων χωρών. Επιπλέον, διαπιστώθηκε επίσης ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αναγκάστηκε να αποσυρθεί από τα τμήματα της αγοράς σε χαμηλές τιμές, όπου οι εισαγωγές από το Πακιστάν κατείχαν ισχυρή θέση, και αυτό υπογραμμίζει επίσης την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(106) Οι μέσες τιμές των εισαγωγών από το Πακιστάν άσκησαν πίεση στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και τον ανάγκασαν, αφενός, να μειώσει τις τιμές του και, αφετέρου, να στραφεί σε πωλήσεις εξειδικευμένων προϊόντων μεγαλύτερης αξίας.

(107) Λόγω των επιπτώσεων των εισαγωγών από το Πακιστάν στην κοινοτική αγορά, τόσο από πλευράς όγκου όσο και τιμών, αυτές οι εισαγωγές άσκησαν σημαντική καθοδική πίεση στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής σε ό,τι αφορά τον όγκο των πωλήσεων και τις τιμές του. Η έλλειψη όγκου πωλήσεων στα τμήματα της αγοράς με χαμηλές τιμές για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής δεν μπορούσε να αντισταθμιστεί από τις πωλήσεις εξειδικευμένων προϊόντων με μεγαλύτερα κέρδη, και αυτό κατέληξε σε σημαντική μείωση του μεριδίου αγοράς, των επενδύσεων, της αποδοτικότητας και της απόδοσης των επενδύσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Διαπιστώθηκε επίσης ότι υπήρξε σύμπτωση χρόνου μεταξύ των εισαγωγών αυτών και της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

3. Επιπτώσεις άλλων παραγόντων

α) Εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων καταγωγής Ινδίας

(108) Στην παράλληλη έρευνα για τις επιδοτήσεις, καθορίστηκε ότι οι επιδοτούμενες εισαγωγές καταγωγής Ινδίας προκάλεσαν σημαντική ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Παρόλο που θεωρείται ότι οι επιδοτούμενες εισαγωγές καταγωγής Ινδίας έχουν συμβάλει στην ζημία που έχει υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, πρέπει εντούτοις να αναφερθεί ότι, δεδομένων των σημαντικών και αυξανόμενων όγκων και των χαμηλών τιμών των εισαγωγών καταγωγής Πακιστάν, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι εισαγωγές με ντάμπινγκ από το Πακιστάν προκάλεσαν επίσης τη σημαντική ζημία.

β) Εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών άλλων από την Ινδία και το Πακιστάν

(109) Οι εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών άλλων από την Ινδία και το Πακιστάν αυξήθηκαν από 51400 τόνους το 1999 σε 75300 τόνους κατά την ΠΕ. Το μερίδιο αγοράς τους αυξήθηκε από 29,6 % το 1999 σε 37,7 %. Το μεγαλύτερο τμήμα των εισαγωγών σ' αυτήν την ομάδα χωρών ήταν καταγωγής Τουρκίας. Λόγω των εταιρικών σχέσεων μεταξύ τουρκικών και κοινοτικών εταιριών, υπάρχει ορισμένη ολοκλήρωση της αγοράς υπό μορφή συναλλαγών μεταξύ των εταιρειών Τούρκων παραγωγών-εξαγωγέων και κοινοτικών φορέων, πράγμα που σημαίνει ότι η απόφαση για εισαγωγές από αυτήν την χώρα δεν συνδέεται μόνον με τις τιμές. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις μέσες τιμές των εισαγωγών κλινοσκεπασμάτων καταγωγής Τουρκίας κατά την ΠΕ, οι οποίες ήταν υψηλότερες κατά σχεδόν 45 % από τις τιμές της Ινδίας και κατά 34 % από τις τιμές του Πακιστάν. Δεν είναι επομένως πιθανό οι εισαγωγές καταγωγής Τουρκίας να έχουν διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια που υπάρχει μεταξύ των εισαγωγών με ντάμπινγκ από το Πακιστάν και της ζημίας που έχει υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(110) Τα μερίδια αγοράς των υπόλοιπων χωρών (π.χ. Ρουμανία, Μπανγκλαντές και Αίγυπτος) ατομικά είναι σημαντικά χαμηλότερα και δεν υπερβαίνουν το 3,9 % και έτσι δεν μπορεί να αποδοθεί σημαντική ζημία στις εισαγωγές από αυτές τις χώρες.

(111) Η μέση τιμή των εισαγωγών καταγωγής χωρών άλλων από την Ινδία και το Πακιστάν, αυξήθηκε από 7,18 ευρώ/χλγρ. το 1999 σε 7,47 ευρώ/χλγρ. το 2001 και μειώθηκε ελαφρά σε 7,40 ευρώ/χλγρ. κατά την ΠΕ. Εν πάση περιπτώσει, κατά την ΠΕ, αυτές οι τιμές ήταν κατά 25 % περίπου υψηλότερες από τις τιμές των εισαγωγών από το Πακιστάν. Συνεπώς, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες δεν έχουν ασκήσει πίεση στις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στο βαθμό που άσκησαν οι τιμές από το Πακιστάν. Επίσης το μερίδιο αγοράς κάθε ατομικής εταιρείας χωριστά σ' αυτήν την ομάδα ήταν κάτω του 4 %. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες δεν έχουν διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών με ντάμπινγκ από το Πακιστάν και της ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

γ) Συρρίκνωση της ζήτησης

(112) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η ζήτηση κλινοσκεπασμάτων που παράγει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, είχε μειωθεί σε όγκο επειδή ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής απευθύνεται στα ανώτερα τμήματα της αγοράς, στα οποία παράγονται χαμηλότεροι όγκοι. Εντούτοις, όπως τονίστηκε ανωτέρω, δεν μειώθηκε η συνολική κατανάλωση της ΕΕ σε κλινοσκεπάσματα αλλά μάλλον αυξήθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Οι περισσότεροι κοινοτικοί παραγωγοί έχουν διαφορετικές γραμμές προϊόντων για διαφορετικά τμήματα της αγοράς. Τα σήματα που κατέχουν το υψηλότερο τμήμα της αγοράς δημιουργούν υψηλότερα περιθώρια αλλά πωλούνται μόνον σε πολύ μικρές ποσότητες. Για να μεγιστοποιηθεί η χρησιμοποίηση της ικανότητας και να καλυφθεί το πάγιο κόστος παραγωγής, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα πρέπει επίσης να πραγματοποιεί πωλήσεις προϊόντων στο τμήμα της αγοράς με χαμηλές τιμές σε μεγάλους όγκους. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να δείχνει ότι η ζήτηση μειώθηκε σ' αυτό το τμήμα της αγοράς. Αυτό το τμήμα εξάλλου καταλαμβάνεται από τις εισαγωγές σε χαμηλές τιμές, οι οποίες προκαλούν ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Λόγω της συνολικής αύξησης της κατανάλωσης η οποία δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η κατάσταση της ζήτησης στην Κοινότητα διασπά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών με ντάμπινγκ από το Πακιστάν και της ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

δ) Εισαγωγές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(113) Αναφέρθηκε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής εισήγε βαμβακερά κλινοσκεπάσματα από το Πακιστάν και επομένως συνέβαλε στην ζημία την οποία υπέστη. Εντούτοις, μόνον ένας από τους επιλεγμένους στο δείγμα κοινοτικούς παραγωγούς εισήγαγε πραγματικά κλινοσκεπάσματα από το Πακιστάν κατά την ΠΕ και οι πωλήσεις αυτών των εισαγωγών συνέβαλαν μόνον ελάχιστα στον συνολικό κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε αυτός ο παραγωγός (περίπου 2 %). Επομένως, οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής από το Πακιστάν, δεν μπορούν να έχουν διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών με ντάμπινγκ από το Πακιστάν και της σημαντικής ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής συνολικά.

ε) Εξαγωγικές επιδόσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(114) Οι εξαγωγές των επιλεγμένων για το δείγμα κοινοτικών παραγωγών αντιστοιχούσαν μόνον στο 0,5 % των συνολικών πωλήσεών τους. Λόγω του ελάχιστου μεριδίου αυτών των εξαγωγών στις συνολικές δραστηριότητες, δεν είναι δυνατό να έχει συμβάλει στην πρόκληση ζημίας αυτός ο παράγοντας.

στ) Παραγωγικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(115) Η εξέλιξη της παραγωγικότητας έχει εξεταστεί στο τμήμα αυτού του εγγράφου που αφορά τη ζημία. Δεδομένου ότι η παραγωγικότητα αυξήθηκε από 6,8 τόνους/απασχολούμενο το 1999 σε 7,2 τόνους/απασχολούμενο κατά την ΠΕ, δηλαδή κατά περίπου 6 %, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να έχει συμβάλει στη ζημία που προκλήθηκε.

4. Συμπέρασμα

(116) Η σημαντική αύξηση του όγκου και του μεριδίου αγοράς των εισαγωγών καταγωγής Πακιστάν, ειδικότερα μεταξύ του 2001 και της ΠΕ, καθώς και η σημαντική μείωση των τιμών πωλήσεών τους και το σημαντικό επίπεδο κατά το οποίο οι τιμές των εισαγωγών ήταν χαμηλότερες από τις κοινοτικές τιμές κατά την ΠΕ, συνέπεσαν χρονικά με την αισθητή ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(117) Στην παράλληλη έρευνα για τις επιδοτήσεις, καθορίστηκε ότι οι επιδοτούμενες εισαγωγές καταγωγής Ινδίας συνέβαλαν στη σημαντική ζημία που προκλήθηκε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Εντούτοις, οι επιπτώσεις αυτών των εισαγωγών δεν ήταν τέτοιες που να αντικρούουν το συμπέρασμα για την αιτιώδη συνάφεια, σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές με ντάμπινγκ καταγωγής Πακιστάν. Εξετάστηκαν οι υπόλοιπες πιθανές αιτίες της ζημίας, δηλαδή οι εισαγωγές από χώρες άλλες από την Ινδία και το Πακιστάν, η κατάσταση της ζήτησης, οι εισαγωγές που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής καθώς και οι επιδόσεις των εξαγωγών και της παραγωγικότητας, αλλά διαπιστώθηκε ότι αυτοί οι παράγοντες δεν διασπούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών από το Πακιστάν και της ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(118) Με βάση την ανωτέρω ανάλυση η οποία έκανε σαφή διάκριση και διαχωρισμό μεταξύ των επιπτώσεων όλων των γνωστών παραγόντων στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και των ζημιογόνων επιπτώσεων των εισαγωγών με ντάμπινγκ, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές από το Πακιστάν έχουν προκαλέσει σημαντική ζημία στην Κοινότητα κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

Ζ. ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

1. Γενικές παρατηρήσεις

(119) Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε αν, παρά το συμπέρασμα περί ζημιογόνου ντάμπινγκ, υπήρχαν σοβαροί λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η θέσπιση μέτρων στην προκειμένη περίπτωση δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Κοινότητας. Εξετάστηκαν οι πιθανές επιπτώσεις των μέτρων σε όλα τα μέρη που ενέχονται στην παρούσα διαδικασία και επίσης οι συνέπειες που θα έχει η μη θέσπιση μέτρων.

2. Κοινοτική βιομηχανία

(120) Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία. Αποδείχτηκε ότι ήταν βιώσιμη βιομηχανία που μπορούσε να είναι ανταγωνιστική σε θεμιτές συνθήκες της αγοράς. Η ζημιογόνος κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής οφείλεται στις δυσκολίες του να είναι ανταγωνιστικός με τις εισαγωγές με ντάμπινγκ σε χαμηλές τιμές. Η πίεση που ασκήθηκε από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, ανάγκασε επίσης ορισμένους κοινοτικούς παραγωγούς να σταματήσουν την παραγωγή βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων.

(121) Θεωρείται ότι η επιβολή μέτρων θα αποκαταστήσει τον θεμιτό ανταγωνισμό στην αγορά. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα μπορέσει τότε να αυξήσει τον όγκο και τις τιμές πωλήσεών του, δημιουργώντας έτσι το απαραίτητο επίπεδο κέρδους που θα δικαιολογεί τη συνεχή επένδυση στις εγκαταστάσεις παραγωγής του.

(122) Αν δεν επιβληθούν μέτρα, θα συνεχιστεί η επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Δεν θα μπορεί να επενδύσει σε νέα ικανότητα παραγωγής και να είναι πραγματικά ανταγωνιστικός με τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Ορισμένες εταιρείες θα αναγκαστούν να σταματήσουν την παραγωγή και να απολύσουν τους απασχολούμενους σε αυτές.

(123) Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ είναι προς το συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

3. Εισαγωγείς και χρήστες

(124) Εστάλησαν ερωτηματολόγια σε 17 εισαγωγείς και σε δύο ενώσεις εισαγωγέων. Η Επιτροπή έλαβε μόνο δύο απαντήσεις στα ερωτηματολόγια από μη συνδεδεμένους εισαγωγείς στην Κοινότητα.

(125) Και για τους δύο εισαγωγείς οι πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος αποτελούσαν λιγότερο του 5 % του συνολικού κύκλου εργασιών τους. Η συνολική αποδοτικότητα των εισαγωγέων κυμαινόταν μεταξύ 2 % και 10 %. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι μόνον ένα μικρό τμήμα του κύκλου εργασιών των δύο εισαγωγέων προέρχεται από τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος το οποίο εισάγεται από το Πακιστάν και ότι πολλές χώρες δεν υπόκεινται σε δασμούς αντιντάμπινγκ ούτε σε αντισταθμιστικούς δασμούς, οι επιπτώσεις της επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ σ' αυτούς τους εισαγωγείς θεωρούνται ελάχιστες.

(126) Ερωτηματολόγια εστάλησαν σε έξι χρήστες και σε μία ένωση χρηστών. Δεν λήφθηκαν πληροφορίες από τους χρήστες, αλλά προβλήθηκαν ορισμένα επιχειρήματα σε παρατηρήσεις που υπέβαλαν η Ikea και η Ένωση Εξωτερικού Εμπορίου (Foreign Trade Association).

(127) Αναφέρθηκε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν είναι σε θέση να ικανοποιεί τη συνολική ζήτηση για κλινοσκεπάσματα στην Κοινότητα. Πρέπει να υπομνησθεί ότι τα μέτρα δεν προορίζονται για να εμποδίσουν τις εισαγωγές στην Κοινότητα αλλά για να εξασφαλίσουν το ότι δεν πραγματοποιούνται σε ζημιογόνες τιμές ντάμπινγκ. Οι εισαγωγές από διάφορες χώρες θα ικανοποιούν πάντα ένα σημαντικό τμήμα της κοινοτικής ζήτησης. Επειδή οι δασμοί αντιντάμπινγκ ή οι αντισταθμιστικοί δασμοί δεν αφορούν πολλές χώρες, δεν αναμένεται να υπάρξει έλλειψη προμήθειας.

(128) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι φθηνές εισαγωγές κλινοσκεπασμάτων είναι απαραίτητες για τους τελικούς καταναλωτές καθώς και για χρήστες όπως ξενοδοχεία, νοσοκομεία, κλπ, δεδομένου ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί δεν κατασκευάζουν προϊόντα του φθηνότερου φάσματος αγοράς. Η έρευνα έδειξε ότι οι πέντε επιλεγμένοι για το δείγμα κοινοτικοί παραγωγοί παράγουν ακόμη αυτά τα προϊόντα. Δεν υπήρχε κανένας τεχνικός λόγος για να μην μπορεί να αυξηθεί η παραγωγή αυτών των προϊόντων στην Κοινότητα. Το γεγονός ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ ή οι αντισταθμιστικοί δασμοί δεν αφορούν πολλές άλλες χώρες σημαίνει ότι υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

4. Συμπέρασμα για το συμφέρον της Κοινότητας

(129) Με βάση τα ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι όσον αφορά το συμφέρον της Κοινότητας για να μην επιβληθούν μέτρα αντιντάμπινγκ στην παρούσα υπόθεση.

Η. ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1. Οριστικά μέτρα

(130) Για να μη προκληθεί περαιτέρω ζημία από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να υιοθετήσει μέτρα αντιντάμπινγκ.

(131) Για να καθοριστεί το επίπεδο αυτών των δασμών, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν και το ποσό του δασμού που είναι αναγκαίο για να εξαλειφθεί η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(132) Λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου αποδοτικότητας που επέτυχε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά τα έτη 1999 και 2000, διαπιστώθηκε ότι ένα περιθώριο κέρδους 6,5 % επί του κύκλου εργασιών μπορούσε να θεωρηθεί το κατάλληλο ελάχιστο κέρδος το οποίο ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μπορεί να επιτύχει αν δεν ασκείται το ζημιογόνο ντάμπινγκ. Εν συνεχεία, καθορίστηκε η αναγκαία αύξηση της τιμής με βάση τη σύγκριση της μέσης σταθμισμένης τιμής εισαγωγής, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό των χαμηλότερων από τις κοινοτικές τιμών, και της μη ζημιογόνου τιμής των προϊόντων που πωλεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας. Η μη ζημιογόνος τιμή καθορίστηκε με την προσαρμογή της τιμής πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής με βάση το πραγματικό στοιχείο κέρδους/ζημίας που πραγματοποιήθηκε κατά την ΠΕ και με την προσθήκη του προαναφερθέντος περιθωρίου κέρδους. Η διαφορά που τυχόν προέκυψε από την εν λόγω σύγκριση εκφράστηκε στη συνέχεια ως εκατοστιαίο ποσοστό της συνολικής τιμής εισαγωγής cif.

(133) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός από τους Πακιστανούς παραγωγούς-εξαγωγείς ότι το περιθώριο κέρδους 6,5 % επί του κύκλου εργασιών ήταν υψηλότερο από το κατάλληλο ελάχιστο κέρδος που καθορίστηκε σε άλλες έρευνες όσον αφορά το ίδιο προϊόν. Αυτό το επιχείρημα απορρίφθηκε επειδή το κατάλληλο ελάχιστο κέρδος που μπορούσε να περιμένει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής σε περίπτωση απουσίας του ζημιογόνου ντάμπινγκ, καθορίζεται εκ νέου με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε διαδικασίας λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αγοράς και των προηγούμενων επιδόσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σ' αυτήν τη διαδικασία. Στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώθηκε ότι ένα περιθώριο κέρδους 6,5 % μπορούσε να θεωρηθεί το κατάλληλο ελάχιστο το οποίο υπολογίσθηκε σαν το μέσο επίπεδο αποδοτικότητας που επέτυχε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά τα έτη 1999 και 2000.

(134) Επειδή το επίπεδο εξουδετέρωσης της ζημίας είναι υψηλότερο από το καθορισθέν περιθώριο του ντάμπινγκ, τα οριστικά μέτρα πρέπει να βασίζονται σ' αυτό το τελευταίο περιθώριο.

2. Ανάληψη υποχρέωσης

(135) Οι Πακιστανοί παραγωγοί-εξαγωγείς παρουσίασαν πρόταση ανάληψης υποχρέωσης ως προς τις τιμές. Εντούτοις, υπήρχαν πάνω από 170 εξαγωγείς που ενέχονταν στην παρούσα διαδικασία και τα κλινοσκεπάσματα χαρακτηρίζονται από εκατοντάδες διαφορετικούς τύπους προϊόντων με ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι εύκολο να διαπιστωθούν κατά την εισαγωγή. Λόγω αυτού είναι αδύνατος ο καθορισμός βάσιμων ελάχιστων τιμών για κάθε τύπο προϊόντος που θα μπορούσαν να ελέγχονται ορθά από την Επιτροπή. Ο μεγάλος αριθμός εξαγωγέων θα καθιστούσε αδύνατο τον έλεγχο των αναλήψεων υποχρεώσεων.

(136) Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι προτεινόμενες κατηγορίες του υπό εξέταση προϊόντος για τις οποίες προτάθηκαν αναλήψεις υποχρεώσεων, δεν ήταν οι κατάλληλες εφόσον υπήρχε μεγάλη διακύμανση τιμών στο εσωτερικό κάθε κατηγορίας. Επιπλέον, οι προτεινόμενες τιμές δεν εξουδετέρωναν το ζημιογόνο ντάμπινγκ.

(137) Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρήθηκε ότι δεν ήταν εφικτή η ανάληψη υποχρέωσης και δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κλινοσκεπασμάτων από ίνες βαμβακιού, είτε αμιγείς είτε σύμμεικτες με τεχνητές ίνες ή λινάρι (χωρίς να αποτελεί το λινάρι τη βασική ίνα), λευκασμένων, βαμμένων ή τυπωμένων, προελεύσεως Πακιστάν, που υπάγονται επί του παρόντος στους κωδικούς ΣΟ ex 6302 21 00 (κωδικοί Taric 6302 21 00*81 και 6302 21 00*89 ), ex 6302 22 90 (κωδικός Taric 6302 22 90*19 ), ex 6302 31 10 (κωδικός Taric 6302 31 10*90 ), ex 6302 31 90 (κωδικός Taric 6302 31 90*90 ) και ex 6302 32 90 (κωδικός Taric 6302 32 90*19 ).

2. Το ποσοστό δασμού που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας", πριν από τον δασμό, για τα προϊόντα που παράγονται από όλες τις εταιρείες, είναι 13,1 %.

3. Εκτός αν άλλως ορίζεται, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Μαρτίου 2004.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. Cullen

(1) ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1972/2002 (ΕΕ L 305 της 7.11.2002, σ. 1).

(2) ΕΕ C 316 της 18.12.2002, σ. 6.

Top